Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C01EB16 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

IBUPROFEN

Ιβουπροφαίνη

Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν ομοίως αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Mερικές παρατηρήσεις επί των φαρμάκων αυτών είναι οι παρακάτω: H φαινοπροφαίνη έχει τη δραστικότητα της ναπροξένης, ενώ η φλουρβιπροφαίνη ίσως είναι λίγο περισσότερο δραστική. …

Chemical structure of IBUPROFEN

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές παθήσεις των αρθρώσεων, επώδυνα εξωαρθρικά μυοσκελετικά σύνδρομα, oξεία ουρική αρθρίτιδα, πρωτοπαθής δυσμηνόρροια, ως αναλγητικό-αντιπυρετικό.
medication
SPC-CELECOXIB-TEVA

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Στοματική
Χορήγηση:
Με ή χωρίς τροφή
Δόση έναρξης:
200 mg ημερησίως
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να αυξηθεί εάν χρειαστεί, έως τη μέγιστη ημερήσια δόση των 400 mg. Επανεκτίμηση της ανάγκης για αύξηση μετά από 2 εβδομάδες.
  • Οστεοαρθρίτιδα
    Δόση200 mg ημερησίως, άπαξ ή διηρημένη σε δύο δόσεις
    Αύξηση σε 200 mg δύο φορές ημερησίως για ανεπαρκή ανακούφιση. Επανεκτίμηση μετά από 2 εβδομάδες.
  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα
    Δόση200 mg ημερησίως, διηρημένη σε δύο δόσεις
    Αύξηση σε 200 mg δύο φορές ημερησίως εάν χρειαστεί. Επανεκτίμηση μετά από 2 εβδομάδες.
  • Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα
    Δόση200 mg ημερησίως, άπαξ ή διηρημένη σε δύο δόσεις
    Αύξηση σε 400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις για ανεπαρκή ανακούφιση. Επανεκτίμηση μετά από 2 εβδομάδες.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (> 65 ετών)
    Δόση200 mg ημερησίως
    Δυνατότητα αύξησης σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Ιδιαίτερη προσοχή σε σωματικό βάρος < 50 kg.
  • Ηπατική ανεπάρκεια (μέτριας βαρύτητας)
    ΔόσηΜισή της συνιστώμενης δόσης
    Λευκωματίνη ορού 25-35 g/l. Περιορισμένη εμπειρία σε κιρρωτικούς.
  • Νεφρική ανεπάρκεια (ήπιας ή μέτριας βαρύτητας)
    Χορήγηση με προσοχή. Περιορισμένη εμπειρία.
  • Ασθενείς με ανεπαρκή μεταβολισμό στο CYP2C9
    Χορήγηση με προσοχή. Εξέταση μείωσης δόσης στο ήμισυ της χαμηλότερης συνιστώμενης.
block
SPC-CELECOXIB-TEVA

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες.
  • Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική (GI) αιμορραγία.
  • Ασθενείς που παρουσίασαν άσθμα, οξεία ρινίτιδα, ρινικούς πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση ή άλλες αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων COX-2 (κυκλοοοξυγενάσης-2).
  • Στην κύηση και σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός και αν χρησιμοποιούν κάποια αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης.
  • Γαλουχία
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l ή δείκτης Child-Pugh ≥ 10).
  • Ασθενείς με υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης <30ml/min.
  • Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου.
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV).
  • Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος.
warning
SPC-CELECOXIB-TEVA

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Επιπλοκές από το ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα
    Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών επιπλοκών με τα ΜΣΑΦ, όπως οι ηλικιωμένοι, οι ασθενείς που παίρνουν ταυτόχρονα άλλα ΜΣΑΦ ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ, ή οι ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου, όπως έλκος και γαστρορραγία.
  • Αλληλεπίδραση με ακετυλοσαλικυλικό οξύ
    Υπάρχει περαιτέρω αύξηση στον κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών για τη celecoxib (έλκος γαστρεντερικού ή άλλες επιπλοκές από το γαστρεντερικό σύστημα), όταν η celecoxib συγχορηγείται με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ακόμα και σε χαμηλές δόσεις).
  • Συγχορήγηση με άλλα ΜΣΑΦ
    Η συγχορήγηση της celecoxib και ενός ΜΣΑΦ εκτός της ασπιρίνης, θα πρέπει να αποφεύγεται.
  • Καρδιαγγειακοί κίνδυνοι
    Επειδή οι κίνδυνοι από το καρδιαγγειακό σύστημα με τη celecoxib μπορεί να αυξηθούν με τη δόση και τη διάρκεια της έκθεσης, πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας. Η ανάγκη του ασθενούς για συμπτωματική ανακούφιση και η απόκριση στη θεραπεία, πρέπει να επανεκτιμώνται περιοδικά, ιδιαίτερα σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα.
  • Καρδιαγγειακοί κίνδυνοι σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου
    Οι ασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα) πρέπει να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με celecoxib μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση. Οι εκλεκτικοί αναστολείς COX-2, λόγω της έλλειψης αντιαιμοπεταλιακής δράσης, δεν υποκαθιστούν το ακετυλοσαλικυλικό οξύ για προφύλαξη από καρδιαγγειακή θρομβοεμβολική νόσο. Επομένως, η αντιαιμοπεταλιακή αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται.
  • Κατακράτηση υγρών και οίδημα
    Συνεπώς, η celecoxib θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας ή υπέρτασης και σε ασθενείς με προϋπάρχον οίδημα οποιασδήποτε αιτιολογίας, καθώς η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και την κατακράτηση υγρών. Προσοχή απαιτείται επίσης σε ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά ή που αλλιώς βρίσκονται σε κίνδυνο υποογκαιμίας.
  • Υπέρταση
    Επομένως, η πίεση του αίματος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας με τη celecoxib και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Επιβάρυνση της νεφρικής ή της ηπατικής λειτουργίας και ιδιαιτέρως καρδιακή δυσλειτουργία είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί σε ηλικιωμένους, επομένως σε αυτούς θα πρέπει να συνεχίζεται η κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
  • Νεφρική τοξικότητα
    Ασθενείς που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση νεφρικής τοξικότητας είναι εκείνοι με μειωμένη νεφρική λειτουργία, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, καθώς και οι ηλικιωμένοι. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή, όσο λαμβάνουν θεραπεία με celecoxib.
  • Ηπατικές αντιδράσεις
    Ανάμεσα στις περιπτώσεις στις οποίες έχει αναφερθεί ο χρόνος έναρξης των αντιδράσεων, τα περισσότερα από τα σοβαρά ανεπιθύμητα ηπατικά συμβάντα εμφανίστηκαν μέσα σε ένα μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας με celecoxib.
  • Διακοπή θεραπείας
    Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας οι ασθενείς παρουσιάσουν επιδείνωση της λειτουργίας οποιουδήποτε οργανικού συστήματος που αναφέρθηκε παραπάνω, πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας με celecoxib.
  • Αλληλεπίδραση με CYP2D6
    μείωση της δόσης μπορεί να απαιτηθεί για τα φάρμακα των οποίων η τιτλοποίηση της δόσης εξατομικεύεται και που μεταβολίζονται από το CYP2D6.
  • Μεταβολισμός CYP2C9
    Οι ασθενείς με γνωστό ανεπαρκή μεταβολισμό μέσω του ενζύμου CYP2C9 θα πρέπει να λαμβάνουν τη θεραπεία με προσοχή.
  • Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
    Η έναρξη της αντίδρασης λαμβάνει χώρα, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, μέσα στον πρώτο μήνα θεραπείας. Η χορήγηση της celecoxib πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.
  • Αντιπηκτική αγωγή
    Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή στις περιπτώσεις συνδυασμού celecoxib με βαρφαρίνη και άλλα από του στόματος αντιπηκτικά.
swap_horiz
SPC-CELECOXIB-TEVA

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Βαρφαρίνη ή άλλα αντιπηκτικά
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγικών επιπλοκών
    ΣύστασηΠαρακολούθηση INR τις πρώτες ημέρες μετά την έναρξη ή αλλαγή της δόσης.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ), Αναστολείς ΜΕΑ, Ανταγωνιστές αγγειοτασίνης ΙΙ
    Προσοχή
    Μείωση δράσης διουρητικών/αντιυπερτασικών, Αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας
    ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους. Επαρκής ενυδάτωση και παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
  • Κυκλοσπορίνη ή Tacrolimus
    Προσοχή
    Αυξημένη νεφροτοξική επίδραση
    ΣύστασηΠαρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
  • Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (χαμηλή δόση)
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους συγκριτικά με μονοθεραπεία celecoxib
    ΣύστασηΜπορεί να χρησιμοποιηθεί, αλλά δεν αντικαθιστά την καρδιαγγειακή προφύλαξη.
  • Υποστρώματα CYP2D6 (π.χ. αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά)
    Προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα
    ΣύστασηΜείωση δόσης υποστρώματος κατά την έναρξη θεραπείας με celecoxib.
  • Προσοχή
    Αύξηση Cmax και AUC του λιθίου
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση κατά την έναρξη ή διακοπή της θεραπείας με celecoxib.
  • Αναστολείς CYP2C9 (π.χ. φλουκοναζόλη)
    Προσοχή
    Αύξηση έκθεσης στη celecoxib
    ΣύστασηΧρήση μισής δόσης celecoxib με φλουκοναζόλη. Αποφυγή σε ασθενείς με γνωστό ανεπαρκή μεταβολισμό CYP2C9.
  • Επαγωγείς CYP2C9 (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη)
    Παρακολούθηση
    Μείωση των συγκεντρώσεων της celecoxib στο πλάσμα
sick
SPC-CELECOXIB-TEVA

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Παραρρινοκολπίτιδα
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
  • Ουρολοίμωξη
  • Μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο
  • Έρπης ζωστήρας
  • Βρογχοπνευμονία
  • Λοίμωξη των ούλων
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Αναιμία
  • Λευκοπενία
  • Θρομβοπενία
  • Πανκυτταροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αλλεργία επιδεινωθείσα
  • Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις
  • Αναφυλακτική καταπληξία
  • Αναφυλαξία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υπερκαλιαιμία
  • Αύξηση βάρους
  • Αυξημένο νάτριο αίματος
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Αϋπνία
  • Άγχος
  • Κατάθλιψη
  • Κόπωση
  • Σύγχυση
  • Ψευδαισθήσεις
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ζάλη
  • Υπερτονία
  • Παραισθησία
  • Υπνηλία
  • Εγκεφαλικό έμφρακτο
  • Αταξία
  • Μεταβολή της γεύσης
  • Κεφαλαλγία
  • Επιδεινωθείσα επιληψία
  • Άσηπτη μηνιγγίτιδα
  • Αγευσία
  • Ανοσμία
  • Θανατηφόρος ενδοκράνια αιμορραγία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Θάμβος όρασης
  • Επιπεφυκίτιδα
  • Αιμορραγία στον οφθαλμό
  • Απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας ή φλέβας
  • Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος
  • Αιμορραγία του επιπεφυκότα
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • Εμβοές
  • Υποακοΐα
  • Λαβυρινθίτιδα
Καρδιακές διαταραχές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
  • Αίσθημα παλμών
  • Ταχυκαρδία
  • Αρρυθμία
  • Στηθάγχη
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπέρταση
  • Επιδεινωθείσα υπέρταση
  • Έξαψη
  • Αγγειίτιδα
  • Πνευμονική εμβολή
  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Φαρυγγίτιδα
  • Ρινίτιδα
  • Βήχας
  • Δύσπνοια
  • Βρογχόσπασμος
  • Δυσφωνία
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Κοιλιακό άλγος
  • Διάρροια
  • Δυσπεψία
  • Μετεωρισμός
  • Έμετος
  • Δυσφαγία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ερυγή
  • Γαστρίτιδα
  • Στοματίτιδα
  • Επιδεινωθείσα φλεγμονή του γαστρεντερικού
  • Δωδεκαδακτυλική εξέλκωση
  • Γαστρική εξέλκωση
  • Οισοφαγική εξέλκωση
  • Εξέλκωση εντέρου
  • Εξέλκωση παχέος εντέρου
  • Εντερική διάτρηση
  • Οισοφαγίτιδα
  • Μέλαινα
  • Παγκρεατίτιδα
  • Ναυτία
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
  • Κολίτιδα
  • Επιδεινωθείσα κολίτιδα
  • Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
  • Συχνές κενώσεις
  • Εξέλκωση του στόματος
  • Αιμορραγία αιμορροΐδων
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
  • Αυξημένα επίπεδα SGOT
  • Αυξημένα επίπεδα SGPT
  • Αύξηση επιπέδων ηπατικών ενζύμων
  • Ηπατική ανεπάρκεια
  • Κεραυνοβόλος ηπατίτιδα
  • Ηπατική νέκρωση
  • Ηπατίτιδα
  • Ίκτερος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Αλωπεκία
  • Φωτοευαισθησία
  • Εκχύμωση
  • Πομφολυγώδες εξάνθημα
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Αγγειοοίδημα
  • Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
  • Αλλεργική δερματίτιδα
  • Ερυσίπελας
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Επώδυνοι μυϊκοί σπασμοί του κάτω άκρου
  • Αρθραλγία
  • Μυοσίτιδα
  • Γάγγλιο
  • Κάταγμα κάτω άκρου
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Αυξημένη κρεατινίνη
  • Αυξημένη BUN
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
  • Διάμεση νεφρίτιδα
  • Υπονατριαιμία
  • Νεφρολιθίαση
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
  • Νυκτουρία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Διαταραχές εμμήνου ρύσης
  • ΜΑΚ
  • Αιμορραγία του κόλπου
  • Ευαισθησία μαστού
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Συμπτώματα ομοιάζοντα της γρίππης
  • Περιφερικό οίδημα/κατακράτηση υγρών
  • Θωρακικό άλγος
Διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
  • Καλοήθης υπερπλασία του προστάτη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Παραρρινοκολπίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Αναιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Συχνές
  • Λευκοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Πανκυτταροπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αλλεργία επιδεινωθείσα
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Συχνές
  • Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αναφυλακτική καταπληξία
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αναφυλαξία
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Υπερκαλιαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Κόπωση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Σύγχυση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Ζάλη
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Υπερτονία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Εγκεφαλικό έμφρακτο
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αταξία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Μεταβολή της γεύσης
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Επιδεινωθείσα επιληψία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Άσηπτη μηνιγγίτιδα
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αγευσία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Ανοσμία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Θανατηφόρος ενδοκράνια αιμορραγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Θάμβος όρασης
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Συχνές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία στον οφθαλμό
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας ή φλέβας
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Εμβοές
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Συχνές
  • Υποακοΐα
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Υπέρταση
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Επιδεινωθείσα υπέρταση
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Πνευμονική εμβολή
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Συχνές
  • Βήχας
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Συχνές
  • Βρογχόσπασμος
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Διάρροια
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Έμετος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Δυσφαγία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Ερυγή
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Γαστρίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Στοματίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Επιδεινωθείσα φλεγμονή του γαστρεντερικού
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Δωδεκαδακτυλική εξέλκωση
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Γαστρική εξέλκωση
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Οισοφαγική εξέλκωση
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Εξέλκωση εντέρου
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Εξέλκωση παχέος εντέρου
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Εντερική διάτρηση
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Οισοφαγίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Μέλαινα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Ναυτία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Κολίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Επιδεινωθείσα κολίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα SGOT
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα SGPT
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • Αύξηση επιπέδων ηπατικών ενζύμων
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Κεραυνοβόλος ηπατίτιδα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Ηπατική νέκρωση
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Ηπατίτιδα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Ίκτερος
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Κνησμός
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Αλωπεκία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Φωτοευαισθησία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Εκχύμωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Πομφολυγώδες εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Επώδυνοι μυϊκοί σπασμοί του κάτω άκρου
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Μυοσίτιδα
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Αυξημένη BUN
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Διάμεση νεφρίτιδα
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές εμμήνου ρύσης
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Συχνές
  • ΜΑΚ
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Συμπτώματα ομοιάζοντα της γρίππης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα/κατακράτηση υγρών
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Στηθάγχη
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Νεφρολιθίαση
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Καλοήθης υπερπλασία του προστάτη
    Διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
    Συχνές
  • Αύξηση βάρους
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Συχνές
  • Μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Έρπης ζωστήρας
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Ερυσίπελας
    Δερματολογικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Βρογχοπνευμονία
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Λαβυρινθίτιδα
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Όχι συχνές
  • Λοίμωξη των ούλων
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Λίπωμα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία του επιπεφυκότα
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Δυσφωνία
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία αιμορροΐδων
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Συχνές κενώσεις
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Εξέλκωση του στόματος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Αλλεργική δερματίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Γάγγλιο
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Νυκτουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία του κόλπου
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Ευαισθησία μαστού
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Κάταγμα κάτω άκρου
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο νάτριο αίματος
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-CELECOXIB-TEVA

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Δεν υπάρχουν κλινικά στοιχεία από την έκθεση κυήσεων στη celecoxib. Μελέτες σε πειραματόζωα (αρουραίους και κουνέλια) έδειξαν τοξικότητα επί της αναπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων δυσπλασιών. Ο κίνδυνος για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστός, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η celecoxib, όπως και άλλα φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να προκαλέσει αδράνεια της μήτρας και πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης. Εάν κάποια γυναίκα μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να διακόψει τη λήψη της celecoxib.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Η celecoxib απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων κατά την περίοδο της γαλουχίας των νεαρών ζώων σε συγκεντρώσεις παραπλήσιες με αυτές του πλάσματος. Χορήγηση celecoxib σε ένα περιορισμένο αριθμό γυναικών που θηλάζουν έδειξε πολύ μικρή μεταφορά της celecoxib στο μητρικό γάλα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης παραμένει άγνωστος. Η ιβουπροφαίνη αποτελεί μη εκλεκτικό αναστολέα της κυκλοοξυγεννάσης (COX), ενός ενζύμου εμπλεκόμενου στη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της οδού αραχιδονικού οξέος. Οι φαρμακολογικές της επιδράσεις πιστεύεται ότι…
monitor_heart
SPC-CELECOXIB-TEVA

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, Κοξίμπες. Κωδικός ATC: M01AH01. Η celecoxib είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) με από του στόματος χορήγηση στις…

biotech
SPC-CELECOXIB-TEVA

Φαρμακοκινητική

expand_more

Φαρμακοκινητικές Η celecoxib απορροφάται καλά, με κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από 2-3 ώρες. Η λήψη τροφής (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη) καθυστερεί την απορρόφηση κατά 1 ώρα. Η celecoxib αποβάλλεται κυρίως με μεταβολισμό. Λιγότερο από…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η ιβουπροφαίνη μεταβολίζεται ταχέως και βιομετασχηματίζεται στο ήπαρ προς σχηματισμό κύριων μεταβολιτών, που είναι οι υδροξυλιωμένες και καρβοξυλιωμένες παράγωγοι. Μόλις απορροφηθεί, το R-εναντιομερές υφίσταται εκτενή εναντιομερή μετατροπή…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more

Δοσολογία

Η celecoxib μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.

Οστεοαρθρίτιδα Η συνήθης συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 mg, λαμβανόμενη άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Σε ορισμένους ασθενείς, με ανεπαρκή ανακούφιση από τα συμπτώματα μια αυξημένη δόση των 200 mg δύο φορές ημερησίως μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος μετά από δύο εβδομάδες, πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.

Ρευματοειδής αρθρίτιδα Η αρχική συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 mg, που λαμβάνεται διηρημένη σε δύο δόσεις. Η δόση, εάν είναι απαραίτητο, μπορεί αργότερα να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος μετά από δύο εβδομάδες, πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.

Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 mg, λαμβανόμενη άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Σε ορισμένους ασθενείς, με ανεπαρκή ανακούφιση από τα συμπτώματα αυξημένη δόση των 400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος μετά από δύο εβδομάδες, πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.

Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για όλες τις ενδείξεις είναι 400 mg.

Ηλικιωμένοι ασθενείς (> 65 ετών) Όπως και στους νεώτερους ενήλικες, πρέπει να χορηγείται αρχικά η δόση των 200 mg ημερησίως. Η δόση, εάν κριθεί απαραίτητο, μπορεί αργότερα να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται σε ηλικιωμένους με σωματικό βάρος λιγότερο από 50 kg (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).

Ηπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη μέτριας βαρύτητας ηπατική ανεπάρκεια και λευκωματίνη ορού ίση με 25-35 g/l, η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης. Η εμπειρία στους ασθενείς αυτούς περιορίζεται σε κιρρωτικούς ασθενείς (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).

Νεφρική ανεπάρκεια Η εμπειρία με celecoxib σε ασθενείς με ήπιας ή μέτριας βαρύτητας νεφρική ανεπάρκεια είναι περιορισμένη, συνεπώς οι ασθενείς αυτοί πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).

Ασθενείς με ανεπαρκή μεταβολισμό στο CYP2C9 Σε ασθενείς που είναι γνωστό ή πιθανολογείται ότι έχουν ανεπαρκή μεταβολισμό στο CYP2C9, με βάση τον γονότυπο ή προηγούμενο ιστορικό/εμπειρία με άλλα υποστρώματα του CYP2C9, η celecoxib θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος των δοσοεξαρτώμενων ανεπιθύμητων ενεργειών. Θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης στο ήμισυ της χαμηλότερης συνιστώμενης δόσης (βλέπε παράγραφο 5.2).

Παιδιά H celecoxib δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά.

block

Αντενδείξεις

SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλέπε 6.1).
  • Υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες.
  • Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική (GI) αιμορραγία.
  • Ασθενείς που παρουσίασαν άσθμα, οξεία ρινίτιδα, ρινικούς πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση ή άλλες αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων COX-2 (κυκλοοοξυγενάσης-2).
  • Στην κύηση και σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός και αν χρησιμοποιούν κάποια αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3). H celecoxib έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί δυσπλασίες σε δύο είδη πειραματόζωων στα οποία μελετήθηκε (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3). Το ενδεχόμενο να αποτελεί κίνδυνο για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστό αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Γαλουχία (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3).
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l ή δείκτης Child-Pugh ≥ 10).
  • Ασθενείς με υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης <30ml/min.
  • Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου.
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV).
  • Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more
Επιπλοκές από το ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα (διατρήσεις, έλκη, ή αιμορραγίες (PUBs)), ορισμένες από τις οποίες είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, έχουν συμβεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με celecoxib. Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών επιπλοκών με τα ΜΣΑΦ, όπως οι ηλικιωμένοι, οι ασθενείς που παίρνουν ταυτόχρονα άλλα ΜΣΑΦ ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ, ή οι ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου, όπως έλκος και γαστρορραγία. Υπάρχει περαιτέρω αύξηση στον κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών για τη celecoxib (έλκος γαστρεντερικού ή άλλες επιπλοκές από το γαστρεντερικό σύστημα), όταν η celecoxib συγχορηγείται με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ακόμα και σε χαμηλές δόσεις). Σε μακροχρόνιες κλινικές δοκιμές δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στην ασφάλεια του γαστρεντερικού συστήματος μεταξύ του συνδυασμού εκλεκτικών αναστολέων COX-2 + ακετυλοσαλικυλικού οξέος και του συνδυασμού ΜΣΑΦ + ακετυλοσαλικυλικού οξέος (βλέπε παράγραφο 5.1). Η συγχορήγηση της celecoxib και ενός ΜΣΑΦ εκτός της ασπιρίνης, θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυξημένος αριθμός σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων, κυρίως έμφραγμα μυοκαρδίου, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, έχει βρεθεί σε μία μακροχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση, οι οποίοι έλαβαν αγωγή με celecoxib σε δόσεις 200 mg δύο φορές την ημέρα και 400 mg δύο φορές την ημέρα (βλέπε παράγραφο 5.1). Επειδή οι κίνδυνοι από το καρδιαγγειακό σύστημα με τη celecoxib μπορεί να αυξηθούν με τη δόση και τη διάρκεια της έκθεσης, πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας. Η ανάγκη του ασθενούς για συμπτωματική ανακούφιση και η απόκριση στη θεραπεία, πρέπει να επανεκτιμώνται περιοδικά, ιδιαίτερα σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα (βλέπε παραγράφους 4.2, 4.3, 4.8 και 5.1). Οι ασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα) πρέπει να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με celecoxib μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση (βλέπε παράγραφο 5.1). Οι εκλεκτικοί αναστολείς COX-2, λόγω της έλλειψης αντιαιμοπεταλιακής δράσης, δεν υποκαθιστούν το ακετυλοσαλικυλικό οξύ για προφύλαξη από καρδιαγγειακή θρομβοεμβολική νόσο. Επομένως, η αντιαιμοπεταλιακή αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται (βλέπε παράγραφο 5.1). Όπως και με άλλα φάρμακα, που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, έχει παρατηρηθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε ασθενείς που λάμβαναν celecoxib. Συνεπώς, η celecoxib θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας ή υπέρτασης και σε ασθενείς με προϋπάρχον οίδημα οποιασδήποτε αιτιολογίας, καθώς η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και την κατακράτηση υγρών. Προσοχή απαιτείται επίσης σε ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά ή που αλλιώς βρίσκονται σε κίνδυνο υποογκαιμίας. Όπως όλα τα ΜΣΑΦ, η celecoxib μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση υπέρτασης ή να επιδεινώσει προϋπάρχουσα υπέρταση, γεγονότα τα οποία ενδέχεται να συμβάλουν στην αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων. Επομένως, η πίεση του αίματος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας με τη celecoxib και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας. Επιβάρυνση της νεφρικής ή της ηπατικής λειτουργίας και ιδιαιτέρως καρδιακή δυσλειτουργία είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί σε ηλικιωμένους, επομένως σε αυτούς θα πρέπει να συνεχίζεται η κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση. Τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της celecoxib, ενδέχεται να προκαλέσουν νεφρική τοξικότητα. Δεδομένα από κλινικές δοκιμές έχουν δείξει ότι η επίδραση της celecoxib στη νεφρική λειτουργία είναι παρόμοια με την επίδραση που παρατηρήθηκε με τα συγκριτικά ΜΣΑΦ. Ασθενείς που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση νεφρικής τοξικότητας είναι εκείνοι με μειωμένη νεφρική λειτουργία, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, καθώς και οι ηλικιωμένοι. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή, όσο λαμβάνουν θεραπεία με celecoxib. Κατά τη θεραπεία με celecoxib έχουν αναφερθεί μερικές περιπτώσεις σοβαρών ηπατικών αντιδράσεων, συμπεριλαμβανομένης της κεραυνοβόλου ηπατίτιδας (μερικές με μοιραία έκβαση), ηπατικής νέκρωσης και ηπατικής ανεπάρκειας (μερικές με μοιραία έκβαση ή που να απαιτούν μεταμόσχευση ήπατος). Ανάμεσα στις περιπτώσεις στις οποίες έχει αναφερθεί ο χρόνος έναρξης των αντιδράσεων, τα περισσότερα από τα σοβαρά ανεπιθύμητα ηπατικά συμβάντα εμφανίστηκαν μέσα σε ένα μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας με celecoxib (βλέπε παράγραφο 4.8). Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας οι ασθενείς παρουσιάσουν επιδείνωση της λειτουργίας οποιουδήποτε οργανικού συστήματος που αναφέρθηκε παραπάνω, πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας με celecoxib. Η celecoxib αναστέλλει το CYP2D6. Αν και δεν αποτελεί ισχυρό αναστολέα του ενζύμου αυτού, μείωση της δόσης μπορεί να απαιτηθεί για τα φάρμακα των οποίων η τιτλοποίηση της δόσης εξατομικεύεται και που μεταβολίζονται από το CYP2D6 (βλέπε παράγραφο 4.5). Οι ασθενείς με γνωστό ανεπαρκή μεταβολισμό μέσω του ενζύμου CYP2C9 θα πρέπει να λαμβάνουν τη θεραπεία με προσοχή (βλέπε παράγραφο 5.2). Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές από τις οποίες είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, που περιλαμβάνουν αποφολιδωτική δερματίτιδα, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με τη χρήση της celecoxib (βλέπε παράγραφο 4.8). Φαίνεται ότι οι ασθενείς διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση τέτοιων αντιδράσεων στην αρχή της θεραπείας. Η έναρξη της αντίδρασης λαμβάνει χώρα, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, μέσα στον πρώτο μήνα θεραπείας. Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία και αγγειοοίδημα) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν celecoxib (βλέπε παράγραφο 4.8). Ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας σε σουλφοναμίδες ή σε οποιοδήποτε άλλο φάρμακο, ίσως διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρές δερματικές αντιδράσεις ή αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλέπε παράγραφο 4.3). Η χορήγηση της celecoxib πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας. Η celecoxib μπορεί να καλύψει τον πυρετό και άλλα συμπτώματα της φλεγμονής. Σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγήθηκε βαρφαρίνη σημειώθηκαν σοβαρά περιστατικά αιμορραγίας. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή στις περιπτώσεις συνδυασμού celecoxib με βαρφαρίνη και άλλα από του στόματος αντιπηκτικά (βλέπε παράγραφο 4.5).
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more

Αλληλεπιδράσεις

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

  • Βαρφαρίνη και άλλα αντιπηκτικά: Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγικών επιπλοκών. Παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης INR, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας ή κατά την αλλαγή της δόσης.
  • ΜΣΑΦ, αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές αγγειοτασίνης ΙΙ: Μείωση της δράσης των διουρητικών και των αντιυπερτασικών. Αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία. Χορήγηση με προσοχή, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους. Επαρκής ενυδάτωση και παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
  • Κυκλοσπορίνη, Tacrolimus: Αυξημένη νεφροτοξική επίδραση. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
  • Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (χαμηλή δόση): Η celecoxib μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αλλά δεν αντικαθιστά την καρδιαγγειακή προφύλαξη. Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους συγκριτικά με μονοθεραπεία celecoxib.

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις

  • Επιδράσεις της celecoxib σε άλλα φάρμακα:
    • Υποστρώματα CYP2D6 (π.χ. δεξτρομεθορφάνη, αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, αντιαρρυθμικά): Η celecoxib είναι αναστολέας του CYP2D6. Οι συγκεντρώσεις των υποστρωμάτων μπορεί να αυξηθούν. Μείωση δόσης των υποστρωμάτων κατά την έναρξη της θεραπείας με celecoxib.
    • Υποστρώματα CYP2C19 (π.χ. διαζεπάμη, σιταλοπράμη, ιμιπραμίνη): Πιθανή αναστολή του μεταβολισμού. Κλινική σημασία άγνωστη.
    • Αντισυλληπτικά (από του στόματος): Καμία κλινικά σημαντική επίδραση.
    • Τολβουταμίδη, Γλιβενκλαμίδη: Καμία κλινικά σημαντική επίδραση.
    • Μεθοτρεξάτη (ρευματολογικές δόσεις): Η celecoxib δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική. Προσοχή για τοξικότητα.
    • Λίθιο: Αύξηση Cmax και AUC του λιθίου. Στενή παρακολούθηση κατά την έναρξη ή διακοπή της θεραπείας με celecoxib.
  • Επιδράσεις άλλων φαρμάκων στη celecoxib:
    • Αναστολείς CYP2C9 (π.χ. φλουκοναζόλη): Αύξηση της έκθεσης στη celecoxib. Σε ασθενείς που είναι γνωστό ότι έχουν ανεπαρκή μεταβολισμό στο CYP2C9, αποφυγή συνδυασμών με αναστολείς. Χρήση μισής δόσης celecoxib με φλουκοναζόλη.
    • Επαγωγείς CYP2C9 (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, βαρβιτουρικά): Μείωση των συγκεντρώσεων της celecoxib στο πλάσμα.
    • Κετοκοναζόλη, αντιόξινα: Καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της celecoxib.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more

Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρουσιάζονται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και κατατάσσονται με βάση τη συχνότητά τους. Οι συχνότητες βασίζονται σε δεδομένα από κλινικές δοκιμές και την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.

Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες Αντιδράσεις από Κλινικές Δοκιμές της Celecoxib και από την Εμπειρία της Παρακολούθησης του φαρμάκου

Συχνότητα Πολύ συχνές (≥1/10) Συχνές (≥1/100 έως <1/10) Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1000) Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν)
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Παραρρινοκολπίτιδα, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, ουρολοίμωξη
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Αναιμία Λευκοπενία, θρομβοπενία Πανκυτταροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Αλλεργία επιδεινωθείσα Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, αναφυλακτική καταπληξία, αναφυλαξία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Υπερκαλιαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία Άγχος, κατάθλιψη, κόπωση Σύγχυση Ψευδαισθήσεις
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Ζάλη, υπερτονία Παραισθησία, υπνηλία, εγκεφαλικό έμφρακτο Αταξία, μεταβολή της γεύσης, κεφαλαλγία, επιδεινωθείσα επιληψία, άσηπτη μηνιγγίτιδα, αγευσία, ανοσμία, θανατηφόρος ενδοκράνια αιμορραγία
Οφθαλμικές διαταραχές Θάμβος όρασης Επιπεφυκίτιδα, αιμορραγία στον οφθαλμό, απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας ή φλέβας
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Εμβοές, υποακοΐα
Καρδιακές διαταραχές Έμφραγμα του μυοκαρδίου Καρδιακή ανεπάρκεια, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία Αρρυθμία
Αγγειακές διαταραχές Υπέρταση Επιδεινωθείσα υπέρταση, έξαψη, αγγειίτιδα, πνευμονική εμβολή
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου Φαρυγγίτιδα, ρινίτιδα, βήχας, δύσπνοια Βρογχόσπασμος
Διαταραχές του γαστρεντερικού Κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσπεψία, μετεωρισμός, έμετος, δυσφαγία Δυσκοιλιότητα, ερυγή, γαστρίτιδα, στοματίτιδα, επιδεινωθείσα φλεγμονή του γαστρεντερικού Δωδεκαδακτυλική, γαστρική, οισοφαγική εξέλκωση, εξέλκωση εντέρου και παχέος εντέρου, εντερική διάτρηση, οισοφαγίτιδα, μέλαινα, παγκρεατίτιδα, ναυτία, γαστρεντερική αιμορραγία, κολίτιδα/επιδεινωθείσα κολίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, αυξημένα επίπεδα SGOT και SGPT Αύξηση επιπέδων ηπατικών ενζύμων Ηπατική ανεπάρκεια, κεραυνοβόλος ηπατίτιδα, ηπατική νέκρωση, ηπατίτιδα, ίκτερος Ηπατική ανεπάρκεια (θανατηφόρα ή απαιτούσε μεταμόσχευση ήπατος), κεραυνοβόλος ηπατίτιδα (θανατηφόρα), ηπατική νέκρωση, ηπατίτιδα, ίκτερος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα, κνησμός Κνίδωση, αλωπεκία, φωτοευαισθησία Εκχύμωση, πομφολυγώδες εξάνθημα, αποφολιδωτική δερματίτιδα, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αγγειοοίδημα, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Επώδυνοι μυϊκοί σπασμοί του κάτω άκρου Αρθραλγία, μυοσίτιδα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Αυξημένη κρεατινίνη, αυξημένη BUN Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, διάμεση νεφρίτιδα, υπονατριαιμία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Διαταραχές εμμήνου ρύσης ΜΑΚ
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συμπτώματα ομοιάζοντα της γρίππης, περιφερικό οίδημα/κατακράτηση υγρών Θωρακικό άλγος

Πρόσθετες ανεπιθύμητες αντιδράσεις από μελέτες πρόληψης πολυποδίασης:

  • Συχνές: Στηθάγχη, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, νεφρολιθίαση, αυξημένη κρεατινίνη αίματος, καλοήθης υπερπλασία του προστάτη, αύξηση βάρους.
  • Όχι συχνές: Μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο, έρπης ζωστήρας, ερυσίπελας, βρογχοπνευμονία, λαβυρινθίτιδα, λοίμωξη των ούλων, λίπωμα, εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος, αιμορραγία του επιπεφυκότα, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, δυσφωνία, αιμορραγία αιμορροΐδων, συχνές κενώσεις, εξέλκωση του στόματος, αλλεργική δερματίτιδα, γάγγλιο, νυκτουρία, αιμορραγία του κόλπου, ευαισθησία μαστού, κάταγμα κάτω άκρου, αυξημένο νάτριο αίματος.

Ανεπιθύμητες αντιδράσεις από την παρακολούθηση της ασφάλειας (>70 εκατομμύρια ασθενείς):

  • Η συχνότητα αυτών των αντιδράσεων δεν μπορεί να προσδιοριστεί με εγκυρότητα.
  • Σε μελέτες APC και PreSAP (έως 3 έτη): Αυξημένη συχνότητα εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου (όχι συχνή) σε σχέση με το εικονικό φάρμακο.
  • Δεν υπήρχε μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης εγκεφαλικών επεισοδίων.
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more
Δεν υπάρχουν κλινικά στοιχεία από την έκθεση κυήσεων στη celecoxib. Μελέτες σε πειραματόζωα (αρουραίους και κουνέλια) έδειξαν τοξικότητα επί της αναπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων δυσπλασιών (βλ. Αντενδείξεις και Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστός, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η celecoxib, όπως και άλλα φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να προκαλέσει αδράνεια της μήτρας και πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης. Η celecoxib αντενδείκνυται στην κύηση και σε γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν (βλ. Αντενδείξεις). Εάν κάποια γυναίκα μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να διακόψει τη λήψη της celecoxib. Η celecoxib απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων κατά την περίοδο της γαλουχίας των νεαρών ζώων σε συγκεντρώσεις παραπλήσιες με αυτές του πλάσματος. Χορήγηση celecoxib σε ένα περιορισμένο αριθμό γυναικών που θηλάζουν έδειξε πολύ μικρή μεταφορά της celecoxib στο μητρικό γάλα. Γυναίκες που λαμβάνουν celecoxib δεν πρέπει να θηλάζουν.
monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, Κοξίμπες. Κωδικός ATC: M01AH01.

Η celecoxib είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) με από του στόματος χορήγηση στις κλινικές δόσεις. Δεν αναστέλλει στατιστικά σημαντικά τη δράση της COX-1 (με βάση την αναστολή του σχηματισμού TxB₂ ex vivo) σε αυτές τις δόσεις.

Η COX-1 είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση προσταγλανδινών. Η COX-2 παράγεται επαγωγικά κατόπιν προφλεγμονωδών ερεθισμάτων και είναι κυρίως υπεύθυνη για τη σύνθεση προστανοειδών που προκαλούν πόνο, φλεγμονή και πυρετό. Η COX-2 εμπλέκεται επίσης σε άλλες φυσιολογικές διεργασίες.

Η επιλεκτική αναστολή της COX-2 μειώνει το σχηματισμό προστακυκλίνης χωρίς να επηρεάζει τη θρομβοξάνη των αιμοπεταλίων, κάτι που μπορεί να έχει κλινική σημασία σε ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων.

Η celecoxib είναι χημικά παρόμοια με άλλες μη-αρυλαμινο σουλφοναμίδες.

Σε μικρές μελέτες, η celecoxib δεν έδειξε επίδραση στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων ή στο χρόνο ροής.

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της celecoxib έχει επιβεβαιωθεί σε μελέτες για οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα και αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Η celecoxib παρέχει ανακούφιση από τον πόνο εντός 24 ωρών.

Γαστρεντερική Ασφάλεια:

  • Σε ενδοσκοπικές μελέτες, η celecoxib συσχετίστηκε με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο για γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη σε σύγκριση με ναπροξένη και ιβουπροφαίνη.
  • Σε μελέτη CLASS, η celecoxib δεν διέφερε σημαντικά από την ιβουπροφαίνη ή τη δικλοφαινάκη όσον αφορά τα επιπλεγμένα έλκη (γαστρεντερική αιμορραγία, διάτρηση, απόφραξη).
  • Η συχνότητα των επιπλεγμένων ελκών ήταν σημαντικά μειωμένη στην ομάδα της celecoxib σε σύγκριση με τα ΜΣΑΦ για το συνδυασμένο τελικό σημείο (επιπλεγμένα και συμπτωματικά έλκη).
  • Ασθενείς που έλαβαν celecoxib και χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος εμφάνισαν επιπλεγμένα έλκη με συχνότητα 4 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με όσους έλαβαν μόνο celecoxib.
  • Η συχνότητα κλινικά σημαντικών μειώσεων στην αιμοσφαιρίνη ήταν σημαντικά μειωμένη σε ασθενείς που τους χορηγήθηκε celecoxib σε σύγκριση με τα ΜΣΑΦ.

Καρδιαγγειακή Ασφάλεια:

  • Δύο μελέτες (APC και PreSAP) που περιελάμβαναν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση έδειξαν ανησυχητικά αποτελέσματα:
    • Στη μελέτη APC, υπήρχε δοσοεξαρτώμενη αύξηση του σύνθετου τελικού σημείου (καρδιαγγειακός θάνατος, έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο) με τη celecoxib σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, κυρίως λόγω αυξημένης συχνότητας εμφράγματος του μυοκαρδίου.
    • Η μελέτη PreSAP δεν έδειξε στατιστικά σημαντικό αυξημένο κίνδυνο για το ίδιο σύνθετο τελικό σημείο.
  • Μια τρίτη μελέτη (ADAPT) δεν έδειξε σημαντικά αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο με τη celecoxib 200 mg δύο φορές ημερησίως σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more

Φαρμακοκινητικές

Η celecoxib απορροφάται καλά, με κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από 2-3 ώρες. Η λήψη τροφής (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη) καθυστερεί την απορρόφηση κατά 1 ώρα.

Η celecoxib αποβάλλεται κυρίως με μεταβολισμό. Λιγότερο από 1% της δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα.

Η διαφορά στην έκθεση στη celecoxib μεταξύ των ατόμων είναι περίπου 10πλάσια. Η φαρμακοκινητική είναι ανεξάρτητη από τη δόση και το χρόνο εντός των θεραπευτικών ορίων.

Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 97%.

Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι 8-12 ώρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται μέσα στις 5 πρώτες ημέρες.

Οι κύριοι μεταβολίτες δεν έχουν ανιχνεύσιμη ανασταλτική δράση στην COX-1 ή COX-2.

Ο μεταβολισμός της celecoxib διαμεσολαβείται κυρίως μέσω του CYP2C9. Τρεις μη δραστικοί μεταβολίτες έχουν ανιχνευθεί στο ανθρώπινο πλάσμα.

Η δραστηριότητα του CYP2C9 μειώνεται σε άτομα με γενετικό πολυμορφισμό (π.χ. CYP2C9*3).

Σε άτομα με γονότυπο CYP2C9*3/*3, οι μέσες Cmax και AUC της celecoxib ήταν περίπου 4πλάσιες και 7πλάσιες αντίστοιχα σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογικό γονότυπο.

Σε ασθενείς με ανεπαρκή μεταβολισμό στο CYP2C9, η celecoxib πρέπει να χορηγείται με προσοχή.

Δεν έχουν βρεθεί κλινικά σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ Αφρο-αμερικανών και Καυκάσιων.

Οι συγκεντρώσεις της celecoxib στο πλάσμα είναι περίπου 100% αυξημένες σε ηλικιωμένες γυναίκες (>65 ετών).

Ηπατική ανεπάρκεια:

  • Ήπιας βαρύτητας: Αύξηση Cmax κατά 53% και AUC κατά 26%.
  • Μέτριας βαρύτητας: Αύξηση Cmax κατά 41% και AUC κατά 146%.
  • Σε ασθενείς με μέτριας βαρύτητας ηπατική ανεπάρκεια, η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης.
  • Η celecoxib αντενδείκνυται σε βαριάς μορφής ηπατική ανεπάρκεια.

Νεφρική ανεπάρκεια:

  • Περιορισμένη εμπειρία. Η φαρμακοκινητική δεν έχει μελετηθεί, αλλά δεν αναμένεται αξιόλογη μεταβολή.
  • Συνιστάται προσοχή. Η χρήση αντενδείκνυται σε βαριάς μορφής νεφρική ανεπάρκεια.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

2-4 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

90-99%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

80%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
3672
Μοριακός τύπος
C13H18O2
Μοριακό βάρος
206.28
IUPAC
2-[4-(2-methylpropyl)phenyl]propanoic acid
InChIKey
HEFNNWSXXWATRW-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

  • Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσεως. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις τους επιδράσεις.
  • Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (PROSTAGLANDIN-ENDOPEROXIDE SYNTHASES) και εμποδίζουν έτσι τον συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου με αραχιδονικό οξύ και το σχηματισμό εικοσινοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.
  • Μια υποκατηγορία αναλγητικών φαρμάκων που συνήθως δεν συνδέονται με ΟΠΙΟΕΙΔΕΙΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη-ναρκωτικά αναλγητικά προσφέρονται ως ΜΗ ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Αξονική Σπονδυλαρθρίτιδα Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Ρευματολογικών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΜΣΑΦ — Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη (Βήμα 1, όλα εξίσου αποτελεσματικά)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.