IBUPROFEN
Ιβουπροφαίνη
Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν ομοίως αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Mερικές παρατηρήσεις επί των φαρμάκων αυτών είναι οι παρακάτω: H φαινοπροφαίνη έχει τη δραστικότητα της ναπροξένης, ενώ η φλουρβιπροφαίνη ίσως είναι λίγο περισσότερο δραστική. …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-CELECOXIB-TEVA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Στοματική
- Χορήγηση: Με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 200 mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί εάν χρειαστεί, έως τη μέγιστη ημερήσια δόση των 400 mg. Επανεκτίμηση της ανάγκης για αύξηση μετά από 2 εβδομάδες.
-
ΟστεοαρθρίτιδαΔόση200 mg ημερησίως, άπαξ ή διηρημένη σε δύο δόσειςΑύξηση σε 200 mg δύο φορές ημερησίως για ανεπαρκή ανακούφιση. Επανεκτίμηση μετά από 2 εβδομάδες.
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδαΔόση200 mg ημερησίως, διηρημένη σε δύο δόσειςΑύξηση σε 200 mg δύο φορές ημερησίως εάν χρειαστεί. Επανεκτίμηση μετά από 2 εβδομάδες.
-
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδαΔόση200 mg ημερησίως, άπαξ ή διηρημένη σε δύο δόσειςΑύξηση σε 400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις για ανεπαρκή ανακούφιση. Επανεκτίμηση μετά από 2 εβδομάδες.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (> 65 ετών)Δόση200 mg ημερησίωςΔυνατότητα αύξησης σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Ιδιαίτερη προσοχή σε σωματικό βάρος < 50 kg.
-
Ηπατική ανεπάρκεια (μέτριας βαρύτητας)ΔόσηΜισή της συνιστώμενης δόσηςΛευκωματίνη ορού 25-35 g/l. Περιορισμένη εμπειρία σε κιρρωτικούς.
-
Νεφρική ανεπάρκεια (ήπιας ή μέτριας βαρύτητας)Χορήγηση με προσοχή. Περιορισμένη εμπειρία.
-
Ασθενείς με ανεπαρκή μεταβολισμό στο CYP2C9Χορήγηση με προσοχή. Εξέταση μείωσης δόσης στο ήμισυ της χαμηλότερης συνιστώμενης.
block
SPC-CELECOXIB-TEVA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες.
-
Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική (GI) αιμορραγία.
-
Ασθενείς που παρουσίασαν άσθμα, οξεία ρινίτιδα, ρινικούς πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση ή άλλες αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων COX-2 (κυκλοοοξυγενάσης-2).
-
Στην κύηση και σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός και αν χρησιμοποιούν κάποια αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης.
-
Γαλουχία
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l ή δείκτης Child-Pugh ≥ 10).
-
Ασθενείς με υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης <30ml/min.
-
Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου.
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV).
-
Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος.
warning
SPC-CELECOXIB-TEVA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Επιπλοκές από το ανώτερο γαστρεντερικό σύστημαΣυνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών επιπλοκών με τα ΜΣΑΦ, όπως οι ηλικιωμένοι, οι ασθενείς που παίρνουν ταυτόχρονα άλλα ΜΣΑΦ ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ, ή οι ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου, όπως έλκος και γαστρορραγία.
-
Αλληλεπίδραση με ακετυλοσαλικυλικό οξύΥπάρχει περαιτέρω αύξηση στον κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών για τη celecoxib (έλκος γαστρεντερικού ή άλλες επιπλοκές από το γαστρεντερικό σύστημα), όταν η celecoxib συγχορηγείται με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ακόμα και σε χαμηλές δόσεις).
-
Συγχορήγηση με άλλα ΜΣΑΦΗ συγχορήγηση της celecoxib και ενός ΜΣΑΦ εκτός της ασπιρίνης, θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Καρδιαγγειακοί κίνδυνοιΕπειδή οι κίνδυνοι από το καρδιαγγειακό σύστημα με τη celecoxib μπορεί να αυξηθούν με τη δόση και τη διάρκεια της έκθεσης, πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας. Η ανάγκη του ασθενούς για συμπτωματική ανακούφιση και η απόκριση στη θεραπεία, πρέπει να επανεκτιμώνται περιοδικά, ιδιαίτερα σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα.
-
Καρδιαγγειακοί κίνδυνοι σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνουΟι ασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα) πρέπει να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με celecoxib μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση. Οι εκλεκτικοί αναστολείς COX-2, λόγω της έλλειψης αντιαιμοπεταλιακής δράσης, δεν υποκαθιστούν το ακετυλοσαλικυλικό οξύ για προφύλαξη από καρδιαγγειακή θρομβοεμβολική νόσο. Επομένως, η αντιαιμοπεταλιακή αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται.
-
Κατακράτηση υγρών και οίδημαΣυνεπώς, η celecoxib θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας ή υπέρτασης και σε ασθενείς με προϋπάρχον οίδημα οποιασδήποτε αιτιολογίας, καθώς η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και την κατακράτηση υγρών. Προσοχή απαιτείται επίσης σε ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά ή που αλλιώς βρίσκονται σε κίνδυνο υποογκαιμίας.
-
ΥπέρτασηΕπομένως, η πίεση του αίματος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας με τη celecoxib και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΕπιβάρυνση της νεφρικής ή της ηπατικής λειτουργίας και ιδιαιτέρως καρδιακή δυσλειτουργία είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί σε ηλικιωμένους, επομένως σε αυτούς θα πρέπει να συνεχίζεται η κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
-
Νεφρική τοξικότηταΑσθενείς που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση νεφρικής τοξικότητας είναι εκείνοι με μειωμένη νεφρική λειτουργία, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, καθώς και οι ηλικιωμένοι. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή, όσο λαμβάνουν θεραπεία με celecoxib.
-
Ηπατικές αντιδράσειςΑνάμεσα στις περιπτώσεις στις οποίες έχει αναφερθεί ο χρόνος έναρξης των αντιδράσεων, τα περισσότερα από τα σοβαρά ανεπιθύμητα ηπατικά συμβάντα εμφανίστηκαν μέσα σε ένα μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας με celecoxib.
-
Διακοπή θεραπείαςΕάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας οι ασθενείς παρουσιάσουν επιδείνωση της λειτουργίας οποιουδήποτε οργανικού συστήματος που αναφέρθηκε παραπάνω, πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας με celecoxib.
-
Αλληλεπίδραση με CYP2D6μείωση της δόσης μπορεί να απαιτηθεί για τα φάρμακα των οποίων η τιτλοποίηση της δόσης εξατομικεύεται και που μεταβολίζονται από το CYP2D6.
-
Μεταβολισμός CYP2C9Οι ασθενείς με γνωστό ανεπαρκή μεταβολισμό μέσω του ενζύμου CYP2C9 θα πρέπει να λαμβάνουν τη θεραπεία με προσοχή.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςΗ έναρξη της αντίδρασης λαμβάνει χώρα, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, μέσα στον πρώτο μήνα θεραπείας. Η χορήγηση της celecoxib πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.
-
Αντιπηκτική αγωγήΠρέπει να επιδεικνύεται προσοχή στις περιπτώσεις συνδυασμού celecoxib με βαρφαρίνη και άλλα από του στόματος αντιπηκτικά.
swap_horiz
SPC-CELECOXIB-TEVA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Βαρφαρίνη ή άλλα αντιπηκτικάΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγικών επιπλοκώνΣύστασηΠαρακολούθηση INR τις πρώτες ημέρες μετά την έναρξη ή αλλαγή της δόσης.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ), Αναστολείς ΜΕΑ, Ανταγωνιστές αγγειοτασίνης ΙΙΠροσοχήΜείωση δράσης διουρητικών/αντιυπερτασικών, Αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειαςΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους. Επαρκής ενυδάτωση και παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
Κυκλοσπορίνη ή TacrolimusΠροσοχήΑυξημένη νεφροτοξική επίδρασηΣύστασηΠαρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (χαμηλή δόση)ΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους συγκριτικά με μονοθεραπεία celecoxibΣύστασηΜπορεί να χρησιμοποιηθεί, αλλά δεν αντικαθιστά την καρδιαγγειακή προφύλαξη.
-
Υποστρώματα CYP2D6 (π.χ. αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά)ΠροσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων στο πλάσμαΣύστασηΜείωση δόσης υποστρώματος κατά την έναρξη θεραπείας με celecoxib.
-
ΠροσοχήΑύξηση Cmax και AUC του λιθίουΣύστασηΣτενή παρακολούθηση κατά την έναρξη ή διακοπή της θεραπείας με celecoxib.
-
Αναστολείς CYP2C9 (π.χ. φλουκοναζόλη)ΠροσοχήΑύξηση έκθεσης στη celecoxibΣύστασηΧρήση μισής δόσης celecoxib με φλουκοναζόλη. Αποφυγή σε ασθενείς με γνωστό ανεπαρκή μεταβολισμό CYP2C9.
-
Επαγωγείς CYP2C9 (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη)ΠαρακολούθησηΜείωση των συγκεντρώσεων της celecoxib στο πλάσμα
sick
SPC-CELECOXIB-TEVA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Ουρολοίμωξη
- Μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο
- Έρπης ζωστήρας
- Βρογχοπνευμονία
- Λοίμωξη των ούλων
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Αλλεργία επιδεινωθείσα
- Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Αναφυλαξία
- Υπερκαλιαιμία
- Αύξηση βάρους
- Αυξημένο νάτριο αίματος
- Αϋπνία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Κόπωση
- Σύγχυση
- Ψευδαισθήσεις
- Ζάλη
- Υπερτονία
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Εγκεφαλικό έμφρακτο
- Αταξία
- Μεταβολή της γεύσης
- Κεφαλαλγία
- Επιδεινωθείσα επιληψία
- Άσηπτη μηνιγγίτιδα
- Αγευσία
- Ανοσμία
- Θανατηφόρος ενδοκράνια αιμορραγία
- Θάμβος όρασης
- Επιπεφυκίτιδα
- Αιμορραγία στον οφθαλμό
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας ή φλέβας
- Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος
- Αιμορραγία του επιπεφυκότα
- Εμβοές
- Υποακοΐα
- Λαβυρινθίτιδα
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Στηθάγχη
- Υπέρταση
- Επιδεινωθείσα υπέρταση
- Έξαψη
- Αγγειίτιδα
- Πνευμονική εμβολή
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Φαρυγγίτιδα
- Ρινίτιδα
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Δυσφωνία
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Έμετος
- Δυσφαγία
- Δυσκοιλιότητα
- Ερυγή
- Γαστρίτιδα
- Στοματίτιδα
- Επιδεινωθείσα φλεγμονή του γαστρεντερικού
- Δωδεκαδακτυλική εξέλκωση
- Γαστρική εξέλκωση
- Οισοφαγική εξέλκωση
- Εξέλκωση εντέρου
- Εξέλκωση παχέος εντέρου
- Εντερική διάτρηση
- Οισοφαγίτιδα
- Μέλαινα
- Παγκρεατίτιδα
- Ναυτία
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Κολίτιδα
- Επιδεινωθείσα κολίτιδα
- Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
- Συχνές κενώσεις
- Εξέλκωση του στόματος
- Αιμορραγία αιμορροΐδων
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Αυξημένα επίπεδα SGOT
- Αυξημένα επίπεδα SGPT
- Αύξηση επιπέδων ηπατικών ενζύμων
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Κεραυνοβόλος ηπατίτιδα
- Ηπατική νέκρωση
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Φωτοευαισθησία
- Εκχύμωση
- Πομφολυγώδες εξάνθημα
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αγγειοοίδημα
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Ερυσίπελας
- Επώδυνοι μυϊκοί σπασμοί του κάτω άκρου
- Αρθραλγία
- Μυοσίτιδα
- Γάγγλιο
- Κάταγμα κάτω άκρου
- Αυξημένη κρεατινίνη
- Αυξημένη BUN
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Υπονατριαιμία
- Νεφρολιθίαση
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Νυκτουρία
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης
- ΜΑΚ
- Αιμορραγία του κόλπου
- Ευαισθησία μαστού
- Συμπτώματα ομοιάζοντα της γρίππης
- Περιφερικό οίδημα/κατακράτηση υγρών
- Θωρακικό άλγος
- Καλοήθης υπερπλασία του προστάτη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑλλεργία επιδεινωθείσαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣοβαρές αλλεργικές αντιδράσειςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπερκαλιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπερτονίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλικό έμφρακτοΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑταξίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΜεταβολή της γεύσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΕπιδεινωθείσα επιληψίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΆσηπτη μηνιγγίτιδαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑγευσίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑνοσμίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΘανατηφόρος ενδοκράνια αιμορραγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία στον οφθαλμόΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑπόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας ή φλέβαςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνέςΥποακοΐαΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕπιδεινωθείσα υπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑγγειίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠνευμονική εμβολήΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΕρυγήΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΕπιδεινωθείσα φλεγμονή του γαστρεντερικούΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΔωδεκαδακτυλική εξέλκωσηΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΓαστρική εξέλκωσηΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΟισοφαγική εξέλκωσηΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΕξέλκωση εντέρουΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΕξέλκωση παχέος εντέρουΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΕντερική διάτρησηΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΟισοφαγίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΜέλαιναΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική αιμορραγίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΚολίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΕπιδεινωθείσα κολίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα SGOTΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα SGPTΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑύξηση επιπέδων ηπατικών ενζύμωνΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΚεραυνοβόλος ηπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατική νέκρωσηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΦωτοευαισθησίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕκχύμωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠομφολυγώδες εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕπώδυνοι μυϊκοί σπασμοί του κάτω άκρουΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜυοσίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑυξημένη BUNΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΔιάμεση νεφρίτιδαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΔιαταραχές εμμήνου ρύσηςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΜΑΚΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΣυμπτώματα ομοιάζοντα της γρίππηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημα/κατακράτηση υγρώνΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΣτηθάγχηΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣύνδρομο ευερέθιστου εντέρουΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΝεφρολιθίασηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΚαλοήθης υπερπλασία του προστάτηΔιαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑύξηση βάρουςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΜόλυνση από ελικοβακτηρίδιοΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΕρυσίπελαςΔερματολογικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΒρογχοπνευμονίαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΛαβυρινθίτιδαΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη των ούλωνΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΛίπωμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξιδρώματα του υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία του επιπεφυκόταΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔυσφωνίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία αιμορροΐδωνΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΣυχνές κενώσειςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΕξέλκωση του στόματοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΑλλεργική δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΓάγγλιοΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΝυκτουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία του κόλπουΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΕυαισθησία μαστούΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΚάταγμα κάτω άκρουΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΑυξημένο νάτριο αίματοςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
pregnant_woman
SPC-CELECOXIB-TEVA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΔεν υπάρχουν κλινικά στοιχεία από την έκθεση κυήσεων στη celecoxib. Μελέτες σε πειραματόζωα (αρουραίους και κουνέλια) έδειξαν τοξικότητα επί της αναπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων δυσπλασιών. Ο κίνδυνος για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστός, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η celecoxib, όπως και άλλα φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να προκαλέσει αδράνεια της μήτρας και πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης. Εάν κάποια γυναίκα μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να διακόψει τη λήψη της celecoxib.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ celecoxib απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων κατά την περίοδο της γαλουχίας των νεαρών ζώων σε συγκεντρώσεις παραπλήσιες με αυτές του πλάσματος. Χορήγηση celecoxib σε ένα περιορισμένο αριθμό γυναικών που θηλάζουν έδειξε πολύ μικρή μεταφορά της celecoxib στο μητρικό γάλα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-CELECOXIB-TEVA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, Κοξίμπες. Κωδικός ATC: M01AH01. Η celecoxib είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) με από του στόματος χορήγηση στις…
biotech
SPC-CELECOXIB-TEVA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Η celecoxib απορροφάται καλά, με κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από 2-3 ώρες. Η λήψη τροφής (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη) καθυστερεί την απορρόφηση κατά 1 ώρα. Η celecoxib αποβάλλεται κυρίως με μεταβολισμό. Λιγότερο από…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Η celecoxib μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.
Οστεοαρθρίτιδα Η συνήθης συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 mg, λαμβανόμενη άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Σε ορισμένους ασθενείς, με ανεπαρκή ανακούφιση από τα συμπτώματα μια αυξημένη δόση των 200 mg δύο φορές ημερησίως μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος μετά από δύο εβδομάδες, πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.
Ρευματοειδής αρθρίτιδα Η αρχική συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 mg, που λαμβάνεται διηρημένη σε δύο δόσεις. Η δόση, εάν είναι απαραίτητο, μπορεί αργότερα να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος μετά από δύο εβδομάδες, πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 mg, λαμβανόμενη άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Σε ορισμένους ασθενείς, με ανεπαρκή ανακούφιση από τα συμπτώματα αυξημένη δόση των 400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος μετά από δύο εβδομάδες, πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.
Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για όλες τις ενδείξεις είναι 400 mg.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (> 65 ετών) Όπως και στους νεώτερους ενήλικες, πρέπει να χορηγείται αρχικά η δόση των 200 mg ημερησίως. Η δόση, εάν κριθεί απαραίτητο, μπορεί αργότερα να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται σε ηλικιωμένους με σωματικό βάρος λιγότερο από 50 kg (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη μέτριας βαρύτητας ηπατική ανεπάρκεια και λευκωματίνη ορού ίση με 25-35 g/l, η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης. Η εμπειρία στους ασθενείς αυτούς περιορίζεται σε κιρρωτικούς ασθενείς (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Νεφρική ανεπάρκεια Η εμπειρία με celecoxib σε ασθενείς με ήπιας ή μέτριας βαρύτητας νεφρική ανεπάρκεια είναι περιορισμένη, συνεπώς οι ασθενείς αυτοί πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Ασθενείς με ανεπαρκή μεταβολισμό στο CYP2C9 Σε ασθενείς που είναι γνωστό ή πιθανολογείται ότι έχουν ανεπαρκή μεταβολισμό στο CYP2C9, με βάση τον γονότυπο ή προηγούμενο ιστορικό/εμπειρία με άλλα υποστρώματα του CYP2C9, η celecoxib θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος των δοσοεξαρτώμενων ανεπιθύμητων ενεργειών. Θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης στο ήμισυ της χαμηλότερης συνιστώμενης δόσης (βλέπε παράγραφο 5.2).
Παιδιά H celecoxib δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά.
block
Αντενδείξεις
SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλέπε 6.1).
- Υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες.
- Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική (GI) αιμορραγία.
- Ασθενείς που παρουσίασαν άσθμα, οξεία ρινίτιδα, ρινικούς πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση ή άλλες αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων COX-2 (κυκλοοοξυγενάσης-2).
- Στην κύηση και σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός και αν χρησιμοποιούν κάποια αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3). H celecoxib έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί δυσπλασίες σε δύο είδη πειραματόζωων στα οποία μελετήθηκε (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3). Το ενδεχόμενο να αποτελεί κίνδυνο για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστό αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί.
- Γαλουχία (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3).
- Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l ή δείκτης Child-Pugh ≥ 10).
- Ασθενείς με υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης <30ml/min.
- Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου.
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV).
- Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
- Βαρφαρίνη και άλλα αντιπηκτικά: Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγικών επιπλοκών. Παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης INR, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας ή κατά την αλλαγή της δόσης.
- ΜΣΑΦ, αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές αγγειοτασίνης ΙΙ: Μείωση της δράσης των διουρητικών και των αντιυπερτασικών. Αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία. Χορήγηση με προσοχή, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους. Επαρκής ενυδάτωση και παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
- Κυκλοσπορίνη, Tacrolimus: Αυξημένη νεφροτοξική επίδραση. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
- Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (χαμηλή δόση): Η celecoxib μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αλλά δεν αντικαθιστά την καρδιαγγειακή προφύλαξη. Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους συγκριτικά με μονοθεραπεία celecoxib.
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
- Επιδράσεις της celecoxib σε άλλα φάρμακα:
- Υποστρώματα CYP2D6 (π.χ. δεξτρομεθορφάνη, αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, αντιαρρυθμικά): Η celecoxib είναι αναστολέας του CYP2D6. Οι συγκεντρώσεις των υποστρωμάτων μπορεί να αυξηθούν. Μείωση δόσης των υποστρωμάτων κατά την έναρξη της θεραπείας με celecoxib.
- Υποστρώματα CYP2C19 (π.χ. διαζεπάμη, σιταλοπράμη, ιμιπραμίνη): Πιθανή αναστολή του μεταβολισμού. Κλινική σημασία άγνωστη.
- Αντισυλληπτικά (από του στόματος): Καμία κλινικά σημαντική επίδραση.
- Τολβουταμίδη, Γλιβενκλαμίδη: Καμία κλινικά σημαντική επίδραση.
- Μεθοτρεξάτη (ρευματολογικές δόσεις): Η celecoxib δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική. Προσοχή για τοξικότητα.
- Λίθιο: Αύξηση Cmax και AUC του λιθίου. Στενή παρακολούθηση κατά την έναρξη ή διακοπή της θεραπείας με celecoxib.
- Επιδράσεις άλλων φαρμάκων στη celecoxib:
- Αναστολείς CYP2C9 (π.χ. φλουκοναζόλη): Αύξηση της έκθεσης στη celecoxib. Σε ασθενείς που είναι γνωστό ότι έχουν ανεπαρκή μεταβολισμό στο CYP2C9, αποφυγή συνδυασμών με αναστολείς. Χρήση μισής δόσης celecoxib με φλουκοναζόλη.
- Επαγωγείς CYP2C9 (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, βαρβιτουρικά): Μείωση των συγκεντρώσεων της celecoxib στο πλάσμα.
- Κετοκοναζόλη, αντιόξινα: Καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της celecoxib.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρουσιάζονται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και κατατάσσονται με βάση τη συχνότητά τους. Οι συχνότητες βασίζονται σε δεδομένα από κλινικές δοκιμές και την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.
Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες Αντιδράσεις από Κλινικές Δοκιμές της Celecoxib και από την Εμπειρία της Παρακολούθησης του φαρμάκου
| Συχνότητα | Πολύ συχνές (≥1/10) | Συχνές (≥1/100 έως <1/10) | Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) | Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1000) | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν) |
|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Παραρρινοκολπίτιδα, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, ουρολοίμωξη | ||||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Αναιμία | Λευκοπενία, θρομβοπενία | Πανκυτταροπενία | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αλλεργία επιδεινωθείσα | Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, αναφυλακτική καταπληξία, αναφυλαξία | |||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπερκαλιαιμία | ||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Αϋπνία | Άγχος, κατάθλιψη, κόπωση | Σύγχυση | Ψευδαισθήσεις | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη, υπερτονία | Παραισθησία, υπνηλία, εγκεφαλικό έμφρακτο | Αταξία, μεταβολή της γεύσης, κεφαλαλγία, επιδεινωθείσα επιληψία, άσηπτη μηνιγγίτιδα, αγευσία, ανοσμία, θανατηφόρος ενδοκράνια αιμορραγία | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Θάμβος όρασης | Επιπεφυκίτιδα, αιμορραγία στον οφθαλμό, απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας ή φλέβας | |||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Εμβοές, υποακοΐα | ||||
| Καρδιακές διαταραχές | Έμφραγμα του μυοκαρδίου | Καρδιακή ανεπάρκεια, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία | Αρρυθμία | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Υπέρταση | Επιδεινωθείσα υπέρταση, έξαψη, αγγειίτιδα, πνευμονική εμβολή | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Φαρυγγίτιδα, ρινίτιδα, βήχας, δύσπνοια | Βρογχόσπασμος | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσπεψία, μετεωρισμός, έμετος, δυσφαγία | Δυσκοιλιότητα, ερυγή, γαστρίτιδα, στοματίτιδα, επιδεινωθείσα φλεγμονή του γαστρεντερικού | Δωδεκαδακτυλική, γαστρική, οισοφαγική εξέλκωση, εξέλκωση εντέρου και παχέος εντέρου, εντερική διάτρηση, οισοφαγίτιδα, μέλαινα, παγκρεατίτιδα, ναυτία, γαστρεντερική αιμορραγία, κολίτιδα/επιδεινωθείσα κολίτιδα | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, αυξημένα επίπεδα SGOT και SGPT | Αύξηση επιπέδων ηπατικών ενζύμων | Ηπατική ανεπάρκεια, κεραυνοβόλος ηπατίτιδα, ηπατική νέκρωση, ηπατίτιδα, ίκτερος | Ηπατική ανεπάρκεια (θανατηφόρα ή απαιτούσε μεταμόσχευση ήπατος), κεραυνοβόλος ηπατίτιδα (θανατηφόρα), ηπατική νέκρωση, ηπατίτιδα, ίκτερος | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα, κνησμός | Κνίδωση, αλωπεκία, φωτοευαισθησία | Εκχύμωση, πομφολυγώδες εξάνθημα, αποφολιδωτική δερματίτιδα, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αγγειοοίδημα, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Επώδυνοι μυϊκοί σπασμοί του κάτω άκρου | Αρθραλγία, μυοσίτιδα | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Αυξημένη κρεατινίνη, αυξημένη BUN | Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, διάμεση νεφρίτιδα, υπονατριαιμία | |||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Διαταραχές εμμήνου ρύσης | ΜΑΚ | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συμπτώματα ομοιάζοντα της γρίππης, περιφερικό οίδημα/κατακράτηση υγρών | Θωρακικό άλγος |
Πρόσθετες ανεπιθύμητες αντιδράσεις από μελέτες πρόληψης πολυποδίασης:
- Συχνές: Στηθάγχη, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, νεφρολιθίαση, αυξημένη κρεατινίνη αίματος, καλοήθης υπερπλασία του προστάτη, αύξηση βάρους.
- Όχι συχνές: Μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο, έρπης ζωστήρας, ερυσίπελας, βρογχοπνευμονία, λαβυρινθίτιδα, λοίμωξη των ούλων, λίπωμα, εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος, αιμορραγία του επιπεφυκότα, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, δυσφωνία, αιμορραγία αιμορροΐδων, συχνές κενώσεις, εξέλκωση του στόματος, αλλεργική δερματίτιδα, γάγγλιο, νυκτουρία, αιμορραγία του κόλπου, ευαισθησία μαστού, κάταγμα κάτω άκρου, αυξημένο νάτριο αίματος.
Ανεπιθύμητες αντιδράσεις από την παρακολούθηση της ασφάλειας (>70 εκατομμύρια ασθενείς):
- Η συχνότητα αυτών των αντιδράσεων δεν μπορεί να προσδιοριστεί με εγκυρότητα.
- Σε μελέτες APC και PreSAP (έως 3 έτη): Αυξημένη συχνότητα εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου (όχι συχνή) σε σχέση με το εικονικό φάρμακο.
- Δεν υπήρχε μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης εγκεφαλικών επεισοδίων.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, Κοξίμπες. Κωδικός ATC: M01AH01.
Η celecoxib είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) με από του στόματος χορήγηση στις κλινικές δόσεις. Δεν αναστέλλει στατιστικά σημαντικά τη δράση της COX-1 (με βάση την αναστολή του σχηματισμού TxB₂ ex vivo) σε αυτές τις δόσεις.
Η COX-1 είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση προσταγλανδινών. Η COX-2 παράγεται επαγωγικά κατόπιν προφλεγμονωδών ερεθισμάτων και είναι κυρίως υπεύθυνη για τη σύνθεση προστανοειδών που προκαλούν πόνο, φλεγμονή και πυρετό. Η COX-2 εμπλέκεται επίσης σε άλλες φυσιολογικές διεργασίες.
Η επιλεκτική αναστολή της COX-2 μειώνει το σχηματισμό προστακυκλίνης χωρίς να επηρεάζει τη θρομβοξάνη των αιμοπεταλίων, κάτι που μπορεί να έχει κλινική σημασία σε ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων.
Η celecoxib είναι χημικά παρόμοια με άλλες μη-αρυλαμινο σουλφοναμίδες.
Σε μικρές μελέτες, η celecoxib δεν έδειξε επίδραση στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων ή στο χρόνο ροής.
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της celecoxib έχει επιβεβαιωθεί σε μελέτες για οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα και αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Η celecoxib παρέχει ανακούφιση από τον πόνο εντός 24 ωρών.
Γαστρεντερική Ασφάλεια:
- Σε ενδοσκοπικές μελέτες, η celecoxib συσχετίστηκε με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο για γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη σε σύγκριση με ναπροξένη και ιβουπροφαίνη.
- Σε μελέτη CLASS, η celecoxib δεν διέφερε σημαντικά από την ιβουπροφαίνη ή τη δικλοφαινάκη όσον αφορά τα επιπλεγμένα έλκη (γαστρεντερική αιμορραγία, διάτρηση, απόφραξη).
- Η συχνότητα των επιπλεγμένων ελκών ήταν σημαντικά μειωμένη στην ομάδα της celecoxib σε σύγκριση με τα ΜΣΑΦ για το συνδυασμένο τελικό σημείο (επιπλεγμένα και συμπτωματικά έλκη).
- Ασθενείς που έλαβαν celecoxib και χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος εμφάνισαν επιπλεγμένα έλκη με συχνότητα 4 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με όσους έλαβαν μόνο celecoxib.
- Η συχνότητα κλινικά σημαντικών μειώσεων στην αιμοσφαιρίνη ήταν σημαντικά μειωμένη σε ασθενείς που τους χορηγήθηκε celecoxib σε σύγκριση με τα ΜΣΑΦ.
Καρδιαγγειακή Ασφάλεια:
- Δύο μελέτες (APC και PreSAP) που περιελάμβαναν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση έδειξαν ανησυχητικά αποτελέσματα:
- Στη μελέτη APC, υπήρχε δοσοεξαρτώμενη αύξηση του σύνθετου τελικού σημείου (καρδιαγγειακός θάνατος, έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο) με τη celecoxib σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, κυρίως λόγω αυξημένης συχνότητας εμφράγματος του μυοκαρδίου.
- Η μελέτη PreSAP δεν έδειξε στατιστικά σημαντικό αυξημένο κίνδυνο για το ίδιο σύνθετο τελικό σημείο.
- Μια τρίτη μελέτη (ADAPT) δεν έδειξε σημαντικά αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο με τη celecoxib 200 mg δύο φορές ημερησίως σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-CELECOXIB-TEVA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Η celecoxib απορροφάται καλά, με κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από 2-3 ώρες. Η λήψη τροφής (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη) καθυστερεί την απορρόφηση κατά 1 ώρα.
Η celecoxib αποβάλλεται κυρίως με μεταβολισμό. Λιγότερο από 1% της δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα.
Η διαφορά στην έκθεση στη celecoxib μεταξύ των ατόμων είναι περίπου 10πλάσια. Η φαρμακοκινητική είναι ανεξάρτητη από τη δόση και το χρόνο εντός των θεραπευτικών ορίων.
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 97%.
Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι 8-12 ώρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται μέσα στις 5 πρώτες ημέρες.
Οι κύριοι μεταβολίτες δεν έχουν ανιχνεύσιμη ανασταλτική δράση στην COX-1 ή COX-2.
Ο μεταβολισμός της celecoxib διαμεσολαβείται κυρίως μέσω του CYP2C9. Τρεις μη δραστικοί μεταβολίτες έχουν ανιχνευθεί στο ανθρώπινο πλάσμα.
Η δραστηριότητα του CYP2C9 μειώνεται σε άτομα με γενετικό πολυμορφισμό (π.χ. CYP2C9*3).
Σε άτομα με γονότυπο CYP2C9*3/*3, οι μέσες Cmax και AUC της celecoxib ήταν περίπου 4πλάσιες και 7πλάσιες αντίστοιχα σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογικό γονότυπο.
Σε ασθενείς με ανεπαρκή μεταβολισμό στο CYP2C9, η celecoxib πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
Δεν έχουν βρεθεί κλινικά σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ Αφρο-αμερικανών και Καυκάσιων.
Οι συγκεντρώσεις της celecoxib στο πλάσμα είναι περίπου 100% αυξημένες σε ηλικιωμένες γυναίκες (>65 ετών).
Ηπατική ανεπάρκεια:
- Ήπιας βαρύτητας: Αύξηση Cmax κατά 53% και AUC κατά 26%.
- Μέτριας βαρύτητας: Αύξηση Cmax κατά 41% και AUC κατά 146%.
- Σε ασθενείς με μέτριας βαρύτητας ηπατική ανεπάρκεια, η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης.
- Η celecoxib αντενδείκνυται σε βαριάς μορφής ηπατική ανεπάρκεια.
Νεφρική ανεπάρκεια:
- Περιορισμένη εμπειρία. Η φαρμακοκινητική δεν έχει μελετηθεί, αλλά δεν αναμένεται αξιόλογη μεταβολή.
- Συνιστάται προσοχή. Η χρήση αντενδείκνυται σε βαριάς μορφής νεφρική ανεπάρκεια.
ΕΟΦ · 10.2.3
Παράγωγα του προπιονικού οξέος
expand_more
Παράγωγα του προπιονικού οξέος
Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν ομοίως αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Mερικές παρατηρήσεις επί των φαρμάκων αυτών είναι οι παρακάτω:
H φαινοπροφαίνη έχει τη δραστικότητα της ναπροξένης, ενώ η φλουρβιπροφαίνη ίσως είναι λίγο περισσότερο δραστική. Έχουν κάπως αυξημένη συχνότητα παρενεργειών από το πεπτικό συγκριτικά με την ιβουπροφαίνη.
H ιβουπροφαίνη έχει ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση της ναπροξένης αλλά και μικρότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών. Δεν θεωρείται ως φάρμακο εκλογής για τις οξείες φλεγμονώδεις καταστάσεις (π.χ. ουρική αρθρίτιδα).
H κετοπροφαίνη έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες παρόμοιες με την ιβουπροφαίνη και φαίνεται ότι η μορφή βραδείας αποδεσμεύσεως του φαρμάκου έχει λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα.
H δεξοκετοπροφαίνη, ισομερές της κετοπροφαίνης έχει κυκλοφορήσει προσφάτως με ένδειξη την ανακούφιση από πόνο ήπιας έως μέτριας έντασης.
H ναπροξένη θεωρείται σαν ένα καλό φάρμακο μεταξύ των MΣAΦ επειδή συνδυάζει την καλή αποτελεσματικότητά της με χαμηλή συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.
Tο θειαπροφαινικό οξύ έχει ίσως ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση από ό,τι η ναπροξένη, περιορισμένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με τη ναπροξένη και περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από ό,τι η ιβουπροφαίνη.
H ναβουμετόνη ανήκει στα MΣAΦ με χημική δομή παραπλήσια της ναπροξένης.
Όλα τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν περίπου τις ίδιες ενδείξεις: φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές αρθροπάθειες, ουρική αρθρίτιδα και επώδυνα μυοσκελετικά σύνδρομα. Eπίσης πρωτοπαθής δυσμηνόρροια.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
- Για συμπτωματική θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, της παιδικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας και της οστεοαρθρίτιδας.
- Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ήπιου έως μέτριου πόνου και για τη διαχείριση της δυσμηνόρροιας.
- Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση πυρετού.
- Έχει χρησιμοποιηθεί με κάποια επιτυχία για τη θεραπεία αγκυλωτικής σπονδυλικής αρθρίτιδας, ουρικής αρθρίτιδας και ψωριασικής αρθρίτιδας.
- Μπορεί να μειώσει τον πόνο, τον πυρετό και τη φλεγμονή της περικαρδίτιδας.
- Μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλέβια με οπιοειδή για ανακούφιση μέτριου έως σοβαρού πόνου.
- Η ιβουπροφαίνη λιυσίνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενδοφλέβια για τη θεραπεία του μη κλειστού αρτηριακού πόρου (PDA) σε πρόωρα νεογνά.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ιβουπροφαίνη έχει πολλαπλές δράσεις σε διαφορετικές φλεγμονώδεις οδούς που εμπλέκονται σε οξεία και χρόνια φλεγμονή. Οι κύριες επιδράσεις που αναφέρονται στην ιβουπροφαίνη σχετίζονται με τον έλεγχο του πόνου, του πυρετού και της οξείας φλεγμονής μέσω της αναστολής της σύνθεσης των προστανοειδών από τις COX-1 και COX-2.
- Ανακούφιση πόνου: Αποδίδεται σε περιφερειακές προσβεβλημένες περιοχές και κεντρικές νευρικές επιδράσεις στη μετάδοση του πόνου, που διαμεσολαβείται από την οπίσθια κόμβο και την ανώτερη σπινοθαλαμική οδό. Ορισμένες αναφορές προσπάθησαν να συνδέσουν τη ρύθμιση του πόνου με πιθανή ενίσχυση της σύνθεσης ενδογενών κανναβινοειδών και δράση στους υποδοχείς NMDA. Η επίδραση στον πόνο έχει αποδειχθεί ότι σχετίζεται με τις προκλητές από τον φλοιό δυναμικότητες.
- Αντιπυρετική δράση: Αναφέρεται ότι συνδέεται με την επίδραση στη σύνθεση προστανοειδών, λόγω του γεγονότος ότι τα προστανοειδή είναι ο κύριος διαβιβαστής σηματοδότησης του πυρετού στην υποθαλαμική-προοπτική περιοχή.
- Χρήση σε οδοντιατρικές επεμβάσεις: Η χρήση ιβουπροφαίνης σε οδοντιατρικές επεμβάσεις αποδίδεται στην τοπική αναστολή της παραγωγής προστανοειδών, καθώς και στην αντι-οιδηματική δράση και την αύξηση των β-ενδορφινών στο πλάσμα. Ορισμένες αναφορές έχουν υποδείξει ταχεία τοπική μείωση της έκφρασης της COX-2 στον οδοντικό πολφό, που προκύπτει από τη χορήγηση ιβουπροφαίνης.
- Ρευματικές παθήσεις: Η χορήγηση ιβουπροφαίνης σε ασθενείς με ρευματικές παθήσεις έχει αποδειχθεί ότι ελέγχει τα συμπτώματα των αρθρώσεων.
- Δυσμηνόρροια: Η ιβουπροφαίνη χρησιμοποιείται ευρέως σε προϊόντα OTC ως παράγοντας για τη διαχείριση της δυσμηνόρροιας, η οποία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει την ποσότητα των εμμηνορρυστικών προστανοειδών και προκαλεί μείωση της μήτρας υπέρ-συσπάσεων.
- Ημικρανίες: Επίσης, έχει αναφερθεί ότι μειώνει σημαντικά τον πυρετό και τον πόνο που προκαλούνται από ημικρανίες. Αυτή η επίδραση θεωρείται ότι σχετίζεται με την επίδραση στην ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων και την παραγωγή θρομβοξάνης Α2, η οποία προκαλεί τοπικές αγγειακές επιδράσεις στις προσβεβλημένες περιοχές. Αυτή η επίδραση είναι βιώσιμη, καθώς η ιβουπροφαίνη μπορεί να εισέλθει στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
- Ερευνητικές χρήσεις: Στις ερευνητικές χρήσεις της ιβουπροφαίνης, έχει αναφερθεί μείωση της νευροεκφύλισης όταν χορηγείται σε χαμηλές δόσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα. Από την άλλη πλευρά, η χρήση της στη νόσο του Parkinson σχετίζεται με τη σημασία της φλεγμονής και του οξειδωτικού στρες στην παθολογία αυτής της κατάστασης. Η χρήση ιβουπροφαίνης για τον καρκίνο του μαστού σχετίζεται με μια μελέτη που δείχνει μείωση 50% στον ρυθμό εμφάνισης καρκίνου του μαστού.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της ιβουπροφαίνης είναι άγνωστος. Ωστόσο, η ιβουπροφαίνη θεωρείται ΜΣΑΦ (Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο) και ως εκ τούτου είναι ένας μη-εκλεκτικός αναστολέας της κυκλοοξυγενάσης, η οποία είναι ένα ένζυμο που εμπλέκεται στη σύνθεση προσταγλανδινών (διαβιβαστές πόνου και πυρετού) και θρομβοξανών (διεγέρτες πήξης του αίματος) μέσω της οδού του αραχιδονικού οξέος. Η ιβουπροφαίνη είναι ένας μη-εκλεκτικός αναστολέας COX και επομένως, αναστέλλει τη δραστηριότητα τόσο της COX-1 όσο και της COX-2.
- Η αναστολή της δραστηριότητας της COX-2 μειώνει τη σύνθεση προσταγλανδινών που εμπλέκονται στη διαμεσολάβηση φλεγμονής, πόνου, πυρετού και οιδήματος, ενώ η αναστολή της COX-1 θεωρείται ότι προκαλεί ορισμένες από τις παρενέργειες της ιβουπροφαίνης, συμπεριλαμβανομένης της γαστρικής έλκωσης.
IBUPROFEN AT 25 MG/KG IV INCREASED THE PRIMARY AND TOTAL HEMOSTATIC PLUG FORMATION TIME IN RABBIT EAR CHAMBERS WITH LASER-INDUCED INJURY. THE SAME DOSE INCREASED THE NUMBER OF CUMULATIVE EMBOLI OVER A 10 MINUTE PERIOD AFTER A LASER INJURY TO ARTERIOLES. IN DOGS, DOSES OF 10, 25, AND 50 MG/KG DID NOT ENHANCE THE RELEASE OF (125)I-LABELED FIBRIN DEGRADATION PRODUCTS FROM THE THROMBI AFTER INCUBATION IN PLASMIN, BUT THE LARGEST DOSE SIGNIFICANTLY DECREASED THE THROMBUS WEIGHT 90 AND 180 MINUTES AFTER DRUG ADMINISTRATION. THUS, IBUPROFEN HAD AN INHIBITORY EFFECT ON PLATELET FUNCTION IN VIVO AND IN LARGE DOSES DIMINISHED THE THROMBUS WEIGHT.
Το L-αργινίνη (L-arg) εμφανίζει πολλαπλές βιολογικές ιδιότητες και παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση διαφορετικών λειτουργιών σε παθολογικές καταστάσεις. Πολλές από αυτές τις επιδράσεις μπορούν να επιτευχθούν με αυτό το αμινοξύ ως υπόστρωμα για το ένζυμο νιτρική συνθεσάση οξειδίου (NOS). Σε γαστρεντερικό επίπεδο, πρόσφατες αναφορές αποκάλυψαν τις προστατευτικές του δραστηριότητες που περιλαμβάνουν μια υπεραιμική απόκριση, αυξάνοντας τη γαστρική αιματική ροή. Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να χαρακτηριστεί η σχέση μεταξύ της δραστηριότητας/έκφρασης NOS και των αλλαγών στις προσταγλανδίνες (PGs) στον αρουραίο γαστρικό βλεννογόνο, με την ανθεκτικότητα που σχετίζεται με το L-arg στο μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο (NSAID) ιβουπροφαίνη (IBP). Η προστατευτική επίδραση της από του στόματος L-arg (100 mg/kg σωματικού βάρους), που χορηγείται μαζί με IBP (100 mg/kg σωματικού βάρους, από του στόματος), ήταν εμφανής 90 λεπτά μετά τη χορήγηση του φαρμάκου, αν και σημαντική προστασία παρέμεινε για περισσότερο από 6 ώρες. Η προεπεξεργασία με N(G)-nitro-L-arginine (L-NNA) (40 mg/kg σωματικού βάρους, ενδοπεριτοναϊκά), έναν ανταγωνιστικό αναστολέα της συνταγματικής NOS, επηρέασε εν μέρει την προστασία που προσφέρεται από το αμινοξύ. Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές μετά την αναστολή της επαγόμενης NOS [aminoguanidine (AG) 50 mg/Kg σωματικού βάρους, ενδοπεριτοναϊκά]. Η L-arg, μαζί με την IBP, προκάλεσε σημαντική αύξηση της κυκλικής GMP (cGMP) απόκρισης σε δείγματα ιστών από το στομάχι αρουραίου, 90 λεπτά και 6 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Η δραστηριότητα και η έκφραση mRNA της iNOS ήταν υψηλότερες σε αρουραίους που έλαβαν IBP, και δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις επαγόμενες αποκρίσεις στην ομάδα L-arg συν IBP. Δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στη δραστηριότητα και έκφραση της cNOS μεταξύ των διαφορετικών ομάδων ζώων που εξετάστηκαν. Η μέτρηση του περιεχομένου PGE2 στον βλεννογόνο επιβεβαίωσε ότι η βιοσύνθεση του εικοσινοειδούς διατηρείται από την L-arg για πάνω από 90 λεπτά μετά την IBP, ενώ παρατηρήθηκε πλήρης αναστολή 6 ώρες αργότερα. Οι μηχανισμοί της προστατευτικής επίδρασης της L-arg στη βλάβη που προκαλείται από την IBP θα μπορούσαν να εξηγηθούν από τη διαφορετική περίοδο μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Η πρώιμη φάση διαμεσολαβείται από την οδό κυκλοοξυγενάσης/προσταγλανδινών (COX/PGs), αν και το NO που απελευθερώνεται από την cNOS και η οδός γουανυλική κυκλάση/cGMP θα μπορούσαν επίσης να είναι σχετικές. Η μεταγενέστερη φάση περιλαμβάνει την αναστολή της απόκρισης iNOS/NO.
Προηγουμένως δείξαμε ότι το μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο (NSAID) ιβουπροφαίνη καταστέλλει τη φλεγμονή και την αμυλοειδή ουσία σε ποντίκια Tg2576 (APPsw). Ο μηχανισμός για αυτές τις επιδράσεις και ο αντίκτυπος στη συμπεριφορά είναι άγνωστοι. Τώρα δείχνουμε ότι οι επιδράσεις της ιβουπροφαίνης δεν διαμεσολαβήθηκαν από αλλαγές στην έκφραση της πρωτεΐνης πρόδρομου του αμυλοειδούς (APP) ή οξειδωτική βλάβη (καρβονύλια). Η εξαμηνιαία θεραπεία με ιβουπροφαίνη σε θηλυκά Tg+ προκάλεσε μείωση της συμπεριφοράς ανοιχτού πεδίου (p < 0.05), αποκαθιστώντας τιμές παρόμοιες με τα ποντίκια Tg-. Η μειωμένη ενεργοποίηση της κασπάσης ανά πλάκα παρείχε περαιτέρω απόδειξη για νευροπροστατευτική δράση της ιβουπροφαίνης. Εξετάστηκε επίσης ο αντίκτυπος μιας μικρότερης διάρκειας 3 μηνών θεραπείας με ιβουπροφαίνη, που ξεκίνησε σε μεγαλύτερη ηλικία (από 14 έως 17 μηνών). Η επαναλαμβανόμενη μέτρηση ANOVA των επιπέδων Abeta (διαλυτά και αδιάλυτα) έδειξε σημαντική επίδραση της θεραπείας με ιβουπροφαίνη (p < 0.05). Η ανάλυση post-hoc έδειξε ότι οι μειώσεις που εξαρτώνται από την ιβουπροφαίνη τόσο της διαλυτής Abeta όσο και της Abeta42 ήταν πιο έντονες στον ενδορρινικό φλοιό (p < 0.05). Αν και η ιντερλευκίνη-1β και η αδιάλυτη Abeta μειώθηκαν πιο αποτελεσματικά με μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας, το μέγεθος της επίδρασης στη διαλυτή Abeta δεν ήταν ανάλογο της διάρκειας της θεραπείας.
Η προσπάθεια μείωσης της παραγωγής αμυλοειδούς βήτα (Abeta) έχει θεωρηθεί ως μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση για την πρόληψη της νευροεκφύλισης στη νόσο Alzheimer (AD). Μια χρόνια φλεγμονώδης αντίδραση με ενεργοποιημένα μικρογλοιακά κύτταρα και αστροκύτταρα είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό της AD. Η συμμετοχή του ανοσοποιητικού συστήματος στη διαδικασία της νόσου τεκμηριώνεται περαιτέρω σε πολλές αναδρομικές κλινικές μελέτες που δείχνουν αντίστροφη σχέση μεταξύ της επικράτησης της AD και της θεραπείας με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAID). Προηγουμένως, δείξαμε ότι ο συνδυασμός των προφλεγμονωδών κυτοκινών TNFalpha με IFNgamma προκαλεί την παραγωγή Abeta-42 και Abeta-40 σε ανθρώπινα νευρωνικά κύτταρα. Στην παρούσα μελέτη, η νευρωνική κυτταρική γραμμή Sk-n-sh επωάστηκε για 12 ώρες με τον αναστολέα κυκλοοξυγενάσης ιβουπροφαίνη και στη συνέχεια διεγέρθηκε με τις κυτοκίνες TNFalpha και IFNgamma. Η θεραπεία με ιβουπροφαίνη μείωσε την έκκριση της συνολικής Abeta στα μέσα καλλιέργειας των κυττάρων που διεγέρθηκαν με κυτοκίνες κατά 50% και εμπόδισε τη συσσώρευση Abeta-42 και Abeta-40 σε εκχυλίσματα κυττάρων διαλυτά σε απορρυπαντικό. Η βιωσιμότητα των νευρωνικών κυττάρων, που μετρήθηκε με την ανίχνευση απόπτωσης, δεν επηρεάστηκε ούτε από την ιβουπροφαίνη ούτε από τη θεραπεία με κυτοκίνες. Η μείωση στην παραγωγή Abeta από την ιβουπροφαίνη ήταν πιθανώς λόγω μειωμένης παραγωγής β-APP, η οποία, σε αντίθεση με τις πρωτεΐνες ελέγχου M2 πυρουβική κινάση, β-τουμπουλίνη και την επαγόμενη από κυτοκίνες ICAM-1, ανιχνεύθηκε σε χαμηλή συγκέντρωση σε κύτταρα που έλαβαν ιβουπροφαίνη. Τα δεδομένα αποδεικνύουν έναν πιθανό μηχανισμό με τον οποίο η ιβουπροφαίνη μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο και να καθυστερήσει την έναρξη της AD.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Απορροφάται πολύ καλά από του στόματος και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μπορεί να επιτευχθεί 1 έως 2 ώρες μετά τη χορήγηση. Όταν η ιβουπροφαίνη χορηγείται αμέσως μετά από γεύμα, υπάρχει μια μικρή μείωση στον ρυθμό απορρόφησης, αλλά δεν υπάρχει αλλαγή στην έκταση της απορρόφησης.
Όταν χορηγείται από του στόματος, η απορρόφηση της ιβουπροφαίνης σε ενήλικες γίνεται πολύ γρήγορα από το ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα. Οι μέσες τιμές Cmax, Tmax και AUC κυμαίνονται γύρω στα 20 mcg/ml, 2 ώρες και 70 mcg.h/ml. Αυτές οι παράμετροι μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τη μορφή του εναντιομερούς, τη διαδρομή και τη δόση χορήγησης.
Η ιβουπροφαίνη μεταβολίζεται ταχέως και απεκκρίνεται στα ούρα, επομένως αυτή η οδός αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 90% της χορηγούμενης δόσης. Απεκκρίνεται πλήρως εντός 24 ωρών μετά την τελευταία δόση και σχεδόν όλη η χορηγούμενη δόση διέρχεται από μεταβολισμό, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 99% της απεκκρινόμενης δόσης. Η χολική απέκκριση αμετάβλητου φαρμάκου και ενεργών μεταβολιτών φάσης ΙΙ αντιπροσωπεύει το 1% της χορηγούμενης δόσης. Συνοπτικά, η ιβουπροφαίνη απεκκρίνεται ως μεταβολίτες ή τα συζεύγματά τους. Η απέκκριση της ιβουπροφαίνης δεν επηρεάζεται από την προχωρημένη ηλικία ή την παρουσία νεφρικής δυσλειτουργίας.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της ιβουπροφαίνης είναι 0.1 L/kg.
Ο ρυθμός κάθαρσης κυμαίνεται μεταξύ 3-13 L/h ανάλογα με τη διαδρομή χορήγησης, τον τύπο εναντιομερούς και τη δοσολογία.
Η ιβουπροφαίνη απορροφάται γρήγορα μετά από από του στόματος χορήγηση, & οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρούνται μετά από 15-30 λεπτά. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 2 ώρες. Η ιβουπροφαίνη συνδέεται εκτενώς (99%) με πρωτεΐνες πλάσματος, αλλά το φάρμακο καταλαμβάνει μόνο ένα κλάσμα των συνολικών θέσεων σύνδεσης φαρμάκου σε συνήθεις συγκεντρώσεις. Η ιβουπροφαίνη περνά αργά στους αρθρικούς χώρους & μπορεί να παραμείνει εκεί σε υψηλότερη συγκέντρωση καθώς οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται. Σε πειραματόζωα, η ιβουπροφαίνη & οι μεταβολίτες της περνούν εύκολα μέσω του πλακούντα. Η απέκκριση της ιβουπροφαίνης είναι ταχεία & πλήρης. Περισσότερο από το 90% μιας προσλαμβανόμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως μεταβολίτες ή τα συζεύγματά τους.
ΕΝΤΕΡΟ-ΗΠΑΤΙΚΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ (14)C-IBUPROFEN & ΤΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΩΝ ΤΗΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΣΥΜΒΕΙ ΣΕ ΣΚΥΛΟΥΣ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΔΟΣΕΙΣ … ΚΑΘΩΣ ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΣΤΗ ΧΟΛΗ … ΗΤΑΝ 40-ΦΟΡΕΣ ΥΨΗΛΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΑΣΜΑ.
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΟΣΕΙΣ 400 MG IBUPROFEN ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ, ΕΛΗΦΘΗΣΑΝ ΣΕΙΡΙΑΚΑ ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΙΜΑΤΟΣ (5 ΑΡΡΕΝΕΣ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ, 4 ΑΡΘΡΙΤΙΚΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ). ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΜΟΝΤΕΛΟ 2 ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ: ΚΑΜΙΑ ΕΝΔΕΙΞΗ ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΥ ΣΤΟ ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ.
Η εναντιομερής σύνθεση της ιβουπροφαίνης στο πλάσμα διερευνήθηκε μετά από από του στόματος χορήγηση 200 mg του ρακεμικού φαρμάκου σε συμβατικό δισκίο ή 300 mg σε μια νέα μορφή ελεγχόμενης αποδέσμευσης σε 4 υγιείς εθελοντές, ηλικίας 24 έως 37 ετών, σε μια τυχαιοποιημένη, διασταυρούμενη μελέτη. Τα προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα υποδηλώνουν ότι η απελευθέρωση του φαρμάκου από το παρασκεύασμα ελεγχόμενης αποδέσμευσης τροποποιήθηκε κατάλληλα και ότι οι διακυμάνσεις μεταξύ των κορυφών και των πυθμένων που παρατηρήθηκαν μετά από συμβατικό δισκίο μειώθηκαν. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της (+)-ιβουπροφαίνης (S-ιβουπροφαίνη) ήταν μεγαλύτερες από αυτές της (-)-ιβουπροφαίνης (R-ιβουπροφαίνη) μετά από οποιαδήποτε μορφή, και ο λόγος εναντιομερών στο πλάσμα (S/R) μειώθηκε, τόσο σε μέγεθος όσο και σε μεταβλητότητα, μετά το παρασκεύασμα ελεγχόμενης αποδέσμευσης. Το ποσοστό της συνολικής περιοχής κάτω από τις καμπύλες συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα, λόγω της (S)-ιβουπροφαίνης, μειώθηκε ελαφρώς μετά τη μορφή ελεγχόμενης αποδέσμευσης σε σύγκριση με τη μορφή δισκίου. Η σημασία της εξέτασης της στερεοχημείας σε μελέτες βιοϊσοδυναμίας χιραλικών φαρμάκων συζητείται.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για την IBUPROFEN (11 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η δόση ιβουπροφαίνης συνδέεται πάνω από 99% με πρωτεΐνες πλάσματος και τη θέση ΙΙ της καθαρισμένης αλβουμίνης, η σύνδεση φαίνεται να είναι κορεσμένη και γίνεται μη γραμμική σε συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν τα 20 mcg/ml.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ιβουπροφαίνη μεταβολίζεται ταχέως και βιομετασχηματίζεται στο ήπαρ προς σχηματισμό κύριων μεταβολιτών, που είναι οι υδροξυλιωμένες και καρβοξυλιωμένες παράγωγοι. Μόλις απορροφηθεί, το R-εναντιομερές υφίσταται εκτενή εναντιομερή μετατροπή (53-65%) στο πιο ενεργό S-εναντιομερές in vivo μέσω της δραστηριότητας της α-μεθυλοακυλο-CoA ρακεμάσης.
Ο μεταβολισμός της ιβουπροφαίνης μπορεί να χωριστεί σε φάση Ι, η οποία αντιπροσωπεύεται από την υδροξυλίωση των αλυσίδων ισοβουτυλίου για το σχηματισμό 2 ή 3-υδροξυπαραγώγων, ακολουθούμενη από οξείδωση σε 2-καρβοξυ-ιβουπροφαίνη και π-καρβοξυ-2-προπιονικό οξύ. Αυτές οι οξειδωτικές αντιδράσεις εκτελούνται από τη δραστηριότητα των ισομορφών κυτοχρώματος P450 CYP 2C9, CYP 2C19 και CYP 2C8. Επομένως, αυτά τα ένζυμα συμμετέχουν στην οξείδωση της πλευρικής αλυσίδας αλκυλίου σε υδροξυλιωμένες και καρβοξυλιωμένες παραγώγους. Από αυτά τα ένζυμα, ο κύριος καταλύτης στο σχηματισμό οξειδωτικών μεταβολιτών είναι η ισομορφή CYP 2C9.
Η μεταβολική φάση Ι ακολουθείται από μια φάση ΙΙ, στην οποία τα οξειδωτικά μεταβολίτες μπορεί να συζευχθούν με γλυκουρονίδιο πριν από την απέκκριση. Αυτή η δραστηριότητα σχηματίζει φαινολικά και ακυλογλυκουρονίδια.
ΔΥΟ ΚΥΡΙΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ ΟΔΟΙ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ & ΣΕ ΖΩΑ ΠΡΟΧΩΡΟΥΝ ΜΕΣΩ ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΠΛΕΥΡΙΚΗΣ ΑΛΥΣΙΔΑΣ ΙΣΟΒΟΥΤΥΛΙΟΥ· ΑΥΤΕΣ ΕΙΝΑΙ Η ΥΔΡΟΞΥΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΤΑΓΟΥΣ ΑΝΘΡΑΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΧΘΕΙ ΕΝΑΣ ΣΤΑΘΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΤΑΓΗΣ ΑΛΚΟΟΛΗ, & ΟΞΕΙΔΩΣΗ ΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ 2 GEMINAL ΜΕΘΥΛΟΟΜΑΔΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΧΘΕΙ ΤΟ ΟΞΥ.
Η IBUPROFEN ΠΑΡΑΓΕΙ 2-(4-(2-CARBOXYPROPYL)PHENYL)PROPIONIC ACID & 2-(4-(2-HYDROXY-2-METHYLPROPYL)PHENYL)PROPIONIC ACID ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ. /ΑΠΟ ΠΙΝΑΚΑ/
Η φαρμακοκινητική της από του στόματος ιβουπροφαίνης μετά από δόση 0,8 g χορηγούμενη 3 φορές την ημέρα για 14 ημέρες μελετήθηκε σε 7 λειτουργικά ανηφρικούς ασθενείς (ηλικίας 34-66 ετών) που υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση. Καμία συσσώρευση συγκεντρώσεων ιβουπροφαίνης στο πλάσμα & απουσία άθικτης ιβουπροφαίνης στο διάλυμα αιμοκάθαρσης υποδείκνυαν κάθαρση μέσω μεταβολικών οδών. Οι μεταβολίτες συσσωρεύτηκαν σημαντικά με μέσες συγκεντρώσεις πλάσματος 249 mcg/ml για τις καρβοξυλικές παραγώγους & 57 mcg/ml για τις υδροξυλιωμένες παραγώγους της ιβουπροφαίνης. Ωστόσο, και οι δύο ανιχνεύθηκαν στο διάλυμα αιμοκάθαρσης. Η κάθαρση μέσω αιμοκάθαρσης, υπολογισμένη από τη διαφορά αρτηριακού & φλεβικού, βρέθηκε να συμφωνεί με την πραγματική ανάκτηση στο διάλυμα αιμοκάθαρσης και για τους δύο μεταβολίτες. Δεν παρατηρήθηκαν παρενέργειες σε κανέναν ασθενή.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ιβουπροφαίνης στο πλάσμα είναι 1.2-2 ώρες. Σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να παραταθεί σε 3.1-3.4 ώρες.
… Μετά από από του στόματος χορήγηση … ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 2 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσεως. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις τους επιδράσεις.
- Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (PROSTAGLANDIN-ENDOPEROXIDE SYNTHASES) και εμποδίζουν έτσι τον συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου με αραχιδονικό οξύ και το σχηματισμό εικοσινοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.
- Μια υποκατηγορία αναλγητικών φαρμάκων που συνήθως δεν συνδέονται με ΟΠΙΟΕΙΔΕΙΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη-ναρκωτικά αναλγητικά προσφέρονται ως ΜΗ ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
WK2XYI10QM
IBUPROFEN
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης
Χημική Δομή [CS] - Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα, Μη Στεροειδή
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο
Η ιβουπροφαίνη είναι ένα Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της ιβουπροφαίνης είναι ως Αναστολέας Κυκλοοξυγενάσης.
IBUPROFEN
Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης [MoA]; Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο [EPC]; Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα, Μη Στεροειδή [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσεως. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις τους επιδράσεις.
- Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (PROSTAGLANDIN-ENDOPEROXIDE SYNTHASES) και εμποδίζουν έτσι τον συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου με αραχιδονικό οξύ και το σχηματισμό εικοσινοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.
- Μια υποκατηγορία αναλγητικών φαρμάκων που συνήθως δεν συνδέονται με ΟΠΙΟΕΙΔΕΙΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη-ναρκωτικά αναλγητικά προσφέρονται ως ΜΗ ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΜΣΑΦ — Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη (Βήμα 1, όλα εξίσου αποτελεσματικά)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.