IRBESARTAN
Ιρβεσαρτάνη
Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής είναι ειδικοί ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ και έχουν ιδιότητες παρόμοιες με των α-ΜΕΑ. Αντίθετα από τους α-ΜΕΑ δεν αναστέλλουν την αποδόμηση της βραδυκινίνης και άλλων κινινών και για το λόγο αυτό δεν φαίνεται να προκαλούν το …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-FYRONEXE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μια φορά ημερησίως, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 8 mg
- Τιτλοποίηση: Αύξηση της δόσης σε 16 mg και στη συνέχεια σε 32 mg μια φορά ημερησίως, ανάλογα με την απόκριση. Για καρδιακή ανεπάρκεια, διπλασιασμός της δόσης σε διαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων.
-
Υπέρταση - Γενικός πληθυσμόςΔόση8 mg μια φορά ημερησίωςΜέγ. δόση32 mg μια φορά ημερησίωςΑρχική δόση: 8 mg. Μέγιστη δόση: 32 mg. Μπορεί να χορηγηθεί με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες, π.χ. υδροχλωροθειαζίδη.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της αρχικής δόσης.
-
Ασθενείς με μείωση του ενδοαγγειακού όγκουΔόση4 mgΕξετάστε αρχική δόση 4 mg για ασθενείς με κίνδυνο υπότασης.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔόση4 mgΔόση έναρξης 4 mg για ασθενείς σε αιμοδιύλιση. Προσαρμογή δόσης ανάλογα με την απόκριση. Περιορισμένη εμπειρία σε σοβαρή ή τελικού σταδίου νεφρική δυσλειτουργία. Αντενδείκνυται σε συνδυασμό με αλισκιρένη αν GFR <60 mL/min/1,73m .
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔόση4 mg μια φορά ημερησίωςΣυνιστάται αρχική δόση 4 mg για ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Προσαρμογή δόσης ανάλογα με την απόκριση. Αντενδείκνυται σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και/ή χολόσταση.
-
Ασθενείς που ανήκουν στη μαύρη φυλήΜπορεί να χρειάζεται συχνότερα τιτλοποίηση προς μεγαλύτερη δόση και συνδυασμένη θεραπεία.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 6 έως <18 ετών (Υπέρταση)Δόση4 mg μία φορά την ημέραΓια ασθενείς <50 kg: Μέγιστο 8 mg. Για ασθενείς ≥ 50 kg: Μπορεί να αυξηθεί σε 8 mg, στη συνέχεια 16 mg. Δόσεις > 32 mg δεν έχουν μελετηθεί. Προσοχή σε παιδιά με πιθανή ενδοαγγειακή υποογκαιμία. Δεν έχει μελετηθεί με GFR < 30 ml/min/1.73m .
-
Παιδιά ηλικίας 1 έως <6 ετών (Υπέρταση)Ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Καμία σύσταση για δοσολογία.
-
Παιδιά < 1 έτους (Υπέρταση)Αντενδείκνυται.
-
Καρδιακή Ανεπάρκεια - Γενικός πληθυσμόςΔόση4 mg μια φορά ημερησίωςΜέγ. δόση32 mgΔόση-στόχος 32 mg ή μέγιστη ανεκτή δόση. Διπλασιασμός δόσης ανά 2 εβδομάδες. Αξιολόγηση νεφρικής λειτουργίας, κρεατινίνης και καλίου ορού. Συνδυασμός με ΜΕΑ, β-αποκλειστές, διουρητικά, δακτυλίτιδα. Αποφυγή συνδυασμού με ΜΕΑ και καλιοσυντηρητικό διουρητικό.
-
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών (Καρδιακή Ανεπάρκεια)Δεν απαιτείται προσαρμογή αρχικής δόσης για ηλικιωμένους, ασθενείς με μείωση ενδοαγγειακού όγκου, νεφρική δυσλειτουργία ή ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Καρδιακή Ανεπάρκεια)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-FYRONEXE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο candesartan cilexetil ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησηςΠληθυσμόςέγκυες
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και/ή χολόσταση.
-
Η ταυτόχρονη χρήση AIIRAs, συμπεριλαμβανομένων του candesartan ή των αναστολέων ΜΕΑ με αλισκιρένηΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73 m )
-
Παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους
warning
SPC-FYRONEXE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήπεριοδική παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου και της κρεατινίνης του ορού. Σε ασθενείς με πολύ σοβαρή ή τελικού σταδίου νεφρική δυσλειτουργία (Cl creatinine <15 ml/min) η ρύθμιση της δόσης πρέπει να γίνεται με προσοχή και συνεχή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης. Παρακολούθηση της κρεατινίνης και του καλίου του ορού κατά την περίοδο της ρύθμισης της δόσης.
-
Συγχορήγηση με αναστολέα ΜΕΑ στην καρδιακή ανεπάρκειαπροσοχήΟι ασθενείς που λαμβάνουν μια τέτοια θεραπεία πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά και με προσοχή.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνηςπροσοχήΣυνιστάται παρακολούθηση της πίεσης του αίματος, της νεφρικής λειτουργίας και των ηλεκτρολυτών σε ασθενείς σε θεραπεία με candesartan και άλλους παράγοντες που επηρεάζουν το ΣΡΑΑ. Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση με AIIRAs, συμπεριλαμβανομένου του candersartan, με άλλους παράγοντες αποκλεισμού του ΣΡΑΑ, όπως αναστολείς ΜΕΑ ή αλισκιρένη.
-
Αιμοδιύλισηη ρύθμιση της δόσης του FYRONEXE πρέπει να γίνεται με προσοχή και συνεχή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
-
Στένωση της νεφρικής αρτηρίαςπροσοχήΦαρμακευτικά προϊόντα που επιδρούν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, συμπεριλαμβανομένων των AIIRAs, μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της ουρίας στο αίμα και της κρεατινίνης στον ορό, σε ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας επί μονήρους νεφρού.
-
Μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με τη χορήγηση του FYRONEXE σε ασθενείς που έχουν πρόσφατα υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού.
-
ΥπότασηΗ έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται με προσοχή και να επιχειρείται διόρθωση της υποογκαιμίας.
-
Αναισθησία και χειρουργικές επεμβάσειςΣε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης ΙΙ μπορεί να παρουσιαστεί υπόταση κατά τη διάρκεια της αναισθησίας ή της χειρουργικής επέμβασης, εξ αιτίας του αποκλεισμού του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης. Πολύ σπάνια η υπόταση μπορεί να είναι τόσο σοβαρή που να δικαιολογεί τη χρήση ενδοφλέβιων υγρών και/ή αγγειοσυσπαστικών ουσιών.
-
Στένωση της αορτικής και της μιτροειδούς βαλβίδας (αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια)απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε πάσχοντες από αιμοδυναμικά σχετιζόμενη στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας ή από αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.
-
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμόςδε συνιστάται η χρήση του FYRONEXE σε αυτόν τον πληθυσμό.
-
ΥπερκαλιαιμίαΠαρακολούθηση του καλίου πρέπει να γίνεται ανάλογα με την περίπτωση. Συνιστάται περιοδικός έλεγχος του καλίου στον ορό. Ο συνδυασμός ενός αναστολέα ΜΕΑ, ενός καλιοσυντηρητικού διουρητικού (π.χ. σπειρονολακτόνη) και του FYRONEXE δε συνιστάται και πρέπει να εξετάζεται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση του δυνητικού οφέλους και του κινδύνου.
-
ΓενικάΗ πιθανότητα παρόμοιας δράσης με τους AIIRAs δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Όπως και με κάθε άλλον αντιυπερτασικό παράγοντα, υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή ισχαιμική αγγειακή εγκεφαλική νόσο μπορεί να καταλήξει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Η αντιυπερτασική δράση του candesartan μπορεί να ενισχυθεί από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα με ιδιότητα να χαμηλώνουν την αρτηριακή πίεση, είτε αν συνταγογραφηθούν ως αντιυπερτασικά είτε για άλλες ενδείξεις.
-
ΚύησηΔεν πρέπει να αρχίζει θεραπεία με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ (AIIRAs) κατά τη διάρκεια της κύησης. Εκτός εάν η θεραπεία με AIIRAs θεωρείται απαραίτητη, οι ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να χρησιμοποιούν εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες οι οποίες έχουν αποδεδειγμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση. Όταν διαπιστωθεί η εγκυμοσύνη, η θεραπεία με AIIRAs πρέπει να διακόπτεται άμεσα και, αν κρίνεται κατάλληλο, να ξεκινάει εναλλακτική θεραπεία.
-
Χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων ασθενών με νεφρική δυσλειτουργίαΓια τα παιδιά με πιθανή ενδοαγγειακή υποογκαιμία (π.χ. ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με διουρητικά, ιδιαίτερα εκείνοι με μειωμένη νεφρική λειτουργία), η θεραπεία με FYRONEXE θα πρέπει να ξεκινά υπό στενή ιατρική παρακολούθηση και πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση μικρότερης δόσης έναρξης. Σε ασθενείς μετά την εμμηναρχή η πιθανότητα εγκυμοσύνης πρέπει να αξιολογείται σε τακτική βάση. Κατάλληλη πληροφόρηση θα πρέπει να δοθεί και / ή μέτρα να ληφθούν για την πρόληψη του κινδύνου έκθεσης κατά τη διάρκεια της κύησης.
-
Ειδικές προειδοποιήσεις για τα έκδοχαΤο FYRONEXE περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-FYRONEXE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα μαγειρικού άλατος που περιέχουν κάλιο, ηπαρίνηΠαρακολούθησηΑύξηση των επιπέδων καλίουΣύστασηΛήψη κατάλληλων μέτρων για την παρακολούθηση του καλίου.
-
Ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ (AIIRAs), αναστολείς ΜΕΑΑντένδειξηΔιπλός αποκλεισμός του Συστήματος Ρενίνης-Αγγειοτασίνης-Αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ)ΣύστασηΑντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73 m ).
-
ΠροσοχήΑναστρέψιμη αύξηση των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και της τοξικότηταςΣύστασηΔε συνιστάται η χρήση candesartan μαζί με λίθιο. Εάν ο συνδυασμός κρίνεται απαραίτητος, συνιστάται προσεκτικός έλεγχος των επιπέδων του λιθίου στο πλάσμα.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)ΠροσοχήΕξασθένηση της αντιυπερτασικής δράσης, αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης νεφρικής λειτουργίας, πιθανή οξεία νεφρική ανεπάρκεια, αύξηση καλίου ορούΣύστασηΧορηγείται με προσοχή, ειδικά στους ηλικιωμένους. Ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς. Έλεγχος νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη και περιοδικά.
sick
SPC-FYRONEXE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη από το αναπνευστικό
- Λευκοπενία
- ουδετεροπενία
- ακοκκιοκυτταραιμία
- Υπερκαλιαιμία
- υπονατριαιμία
- Ζάλη/ίλιγγος
- κεφαλαλγία
- Ζάλη
- κεφαλαλγία
- Βήχας
- Nαυτία
- Αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων
- μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- ηπατίτιδα
- Αγγειοοίδημα
- εξάνθημα
- κνίδωση
- κνησμός
- Οσφυαλγία
- αρθραλγία
- μυαλγία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Υπόταση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΛοίμωξη από το αναπνευστικόΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενία, ουδετεροπενία και ακοκκιοκυτταραιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΥπερκαλιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ σπάνιεςΥπονατριαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΖάλη/ίλιγγοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ σπάνιεςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμωνΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΟσφυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική ανεπάρκεια σε επιρρεπείς ασθενείςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΥπερκαλιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκεια σε ευαίσθητους ασθενείςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
pregnant_woman
SPC-FYRONEXE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ χρήση των AIIRAs δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Η χρήση των AIIRAs αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου της κύησης.
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ χρήση των AIIRAs αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου της κύησης.
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΑσθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτική αντιυπερτασική θεραπεία.
-
ΚύησηΆγνωστοΗ έκθεση σε ανταγωνιστές του υποδοχέα της αγγειοτασίνης ΙΙ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης είναι γνωστό ότι προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στους ανθρώπους (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστερημένη οστεοποίηση του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Σε περίπτωση έκθεσης σε ανταγωνιστές του υποδοχέα της αγγειοτασίνης ΙΙ από το δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΕπειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες στοιχεία αναφορικά με τη χρήση του FYRONEXE κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, το FYRONEXE δε συνιστάται και προτιμώνται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα αποδεδειγμένα προφίλ ασφάλειας κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ειδικά κατά τη γαλουχία νεογνού ή πρόωρου βρέφους.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-FYRONEXE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης II, απλοί, κωδικός ATC: C09CA06. Η αγγειοτασίνη ΙΙ είναι η κύρια αγγειοδραστική ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης και παίζει ρόλο στην παθοφυσιολογία της…
biotech
SPC-FYRONEXE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση και κατανομή Μετά από την από του στόματος χορήγηση, το candesartan cilexetil μετατρέπεται στη δραστική ουσία candesartan. Μετά από τη λήψη πόσιμου διαλύματος candesartan cilexetil, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-FYRONEXE
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Υπέρταση
Η συνιστώμενη αρχική δόση και η συνήθης δόση συντήρησης είναι 8 mg μια φορά ημερησίως. Το μεγαλύτερο αντιυπερτασικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται μέσα σε 4 εβδομάδες.
Σε ορισμένους ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται ικανοποιητικά, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 16 mg μια φορά ημερησίως και στη μέγιστη δόση των 32 mg μια φορά ημερησίως. Η θεραπεία πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την απόκριση της αρτηριακής πίεσης του ασθενούς. Το FYRONEXE μπορεί επίσης να χορηγηθεί με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες. Έχει αποδειχθεί ότι προσθήκη υδροχλωροθειαζίδης έχει προσθετικά αντιυπερτασική δράση σε ποικιλία δόσεων FYRONEXE.
Ηλικιωμένος πληθυσμός
Δεν απαιτείται προσαρμογή της αρχικής δόσης για τους ηλικιωμένους ασθενείς.
Ασθενείς με μείωση του ενδοαγγειακού όγκου
Αρχική δόση των 4 mg θα πρέπει να εξετάζεται για τους ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης υπότασης, όπως είναι οι ασθενείς με πιθανή μείωση του ενδοαγγειακού όγκου (βλ. παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Η δόση έναρξης της θεραπείας για τους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών σε αιμοδιύλιση, είναι 4 mg. Η δόση πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την απόκριση στην αγωγή. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία από ασθενείς με πολύ σοβαρή ή τελικού σταδίου νεφρική δυσλειτουργία (Clcreatinine <15 ml/min) (βλέπε παράγραφο 4.4).
Η ταυτόχρονη χρήση των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ (AIIRAs), συμπεριλαμβανομένων του candesartan ή των αναστολέων ΜΕΑ με αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 mL/min/1,73m
) (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Συνιστάται αρχική δόση των 4 mg μια φορά ημερησίως σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η δόση πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την απόκριση. Το FYRONEXE αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και/ή χολόσταση (βλέπε παραγράφους 4.3 και 5.2).
Ασθενείς που ανήκουν στη μαύρη φυλή
Η αντιυπερτασική δράση του candesartan είναι λιγότερο έντονη σε ασθενείς που ανήκουν στη μαύρη φυλή σε σύγκριση με τους ασθενείς των άλλων φυλών. Συνεπώς, μπορεί να χρειάζεται συχνότερα τιτλοποίηση προς μεγαλύτερη δόση του FYRONEXE και χορήγηση συνδυασμένης θεραπείας για τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς της μαύρης φυλής σε σύγκριση με ασθενείς των άλλων φυλών (βλέπε παράγραφο 5.1).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 6 έως <18 ετών:
Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 4 mg μία φορά την ημέρα.
- Για ασθενείς που ζυγίζουν <50 kg: Σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς, η δόση μπορεί να αυξηθεί στο μέγιστο των 8 mg μία φορά την ημέρα.
- Για ασθενείς που ζυγίζουν ≥ 50 kg: Σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 8 mg μία φορά την ημέρα και στη συνέχεια σε 16 mg μία φορά την ημέρα εάν είναι απαραίτητο (βλ. παράγραφο 5.1).
Δόσεις άνω των 32 mg δεν έχουν μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Το μέγιστο της αντιυπερτασικής δράσης επιτυγχάνεται εντός 4 εβδομάδων.
Για τα παιδιά με πιθανή ενδοαγγειακή υποογκαιμία (π.χ., ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με διουρητικά, ιδιαίτερα εκείνοι με μειωμένη νεφρική λειτουργία), η θεραπεία με FYRONEXE θα πρέπει να ξεκινά υπό στενή ιατρική επίβλεψη και θα πρέπει να εξετάζεται μία χαμηλότερη δόση έναρξης από ό, τι η παραπάνω γενική δόση έναρξης (βλ. παράγραφο 4.4).
Το candesartan δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά με ρυθμό σπειραματικής διήθησης μικρότερο από 30 ml/min/1.73m
(βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικοί ασθενείς που ανήκουν στη μαύρη φυλή
Η αντιυπερτασική δράση του candesartan είναι λιγότερο έντονη σε ασθενείς που ανήκουν στη μαύρη φυλή από ότι σε ασθενείς των άλλων φυλών (βλέπε παράγραφο 5.1).
Παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους έως <6 ετών
- Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά ηλικίας 1 έως <6 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Τα επί του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην παράγραφο 5.1 αλλά καμία σύσταση για τη δοσολογία δεν μπορεί να γίνει.
- Το FYRONEXE αντενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους (βλ. παράγραφο 4.3).
Καρδιακή Ανεπάρκεια
Η συνήθης συνιστώμενη αρχική δόση του FYRONEXE είναι 4 mg μια φορά ημερησίως. Ρύθμιση της δόσης προς μεγαλύτερες δόσεις έως τη δόση-στόχο των 32 mg (μέγιστη δόση) ή έως τη μεγαλύτερη ανεκτή δόση επιτυγχάνεται με διπλασιασμό της δόσης σε διαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων (βλέπε παράγραφο 4.4). Η αξιολόγηση ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να περιλαμβάνει πάντα εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας συμπεριλαμβανομένης παρακολούθησης της κρεατινίνης και του καλίου του ορού.
Το FYRONEXE μπορεί να συγχορηγηθεί με άλλες θεραπείες για τη καρδιακή ανεπάρκεια, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων ΜΕΑ, β-αποκλειστών, διουρητικών και δακτυλίτιδας ή συνδυασμών αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. Ο συνδυασμός ενός αναστολέα ΜΕΑ, ενός καλιοσυντηρητικού διουρητικού (π.χ. σπειρονολακτόνη) και του FYRONEXE δε συνιστάται και πρέπει να εξετάζεται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση του δυνητικού οφέλους και του κινδύνου (βλέπε παραγράφους 4.4, 4.8 και 5.1).
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Δεν απαιτείται προσαρμογή της αρχικής δόσης στους ηλικιωμένους ασθενείς ή σε ασθενείς με μείωση του ενδοαγγειακού όγκου, νεφρική δυσλειτουργία ή ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του FYRONEXE σε παιδιά ηλικίας από νεογέννητα έως 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί για τη θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Από του στόματος χρήση.
Το FYRONEXE πρέπει να λαμβάνεται μια φορά ημερησίως με ή χωρίς τροφή.
Η βιοδιαθεσιμότητα του candesartan δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής.
block
Αντενδείξεις
SPC-FYRONEXE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στο candesartan cilexetil ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
- Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και/ή χολόσταση.
- Η ταυτόχρονη χρήση AIIRAs, συμπεριλαμβανομένων του candesartan ή των αναστολέων ΜΕΑ με αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73 m ) (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις, Αλληλεπιδράσεις).
- Παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-FYRONEXE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Νεφρική δυσλειτουργία
Όπως με άλλους παράγοντες που αναστέλλουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, μεταβολές στην νεφρική λειτουργία είναι πιθανώς αναμενόμενες σε ευπαθείς ασθενείς που λαμβάνουν FYRONEXE. Όταν το FYRONEXE χορηγείται σε υπερτασικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συνιστάται περιοδική παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου και της κρεατινίνης του ορού. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία σε ασθενείς με πολύ σοβαρή ή τελικού σταδίου νεφρική δυσλειτουργία (Cl creatinine <15 ml/min). Σε αυτούς τους ασθενείς η ρύθμιση της δόσης του FYRONEXE πρέπει να γίνεται με προσοχή και συνεχή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης. Η αξιολόγηση των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να περιλαμβάνει περιοδικούς ελέγχους της νεφρικής λειτουργίας, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω, και στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Κατά την περίοδο της ρύθμισης της δόσης του FYRONEXE, συνιστάται παρακολούθηση της κρεατινίνης και του καλίου του ορού. Οι κλινικές μελέτες στην καρδιακή ανεπάρκεια δεν συμπεριέλαβαν ασθενείς με κρεατινίνη ορού >265 μmοl/L (>3 mg/dL). Η ταυτόχρονη χρήση AIIRAs, συμπεριλαμβανομένων του candesartan ή των αναστολέων ΜΕΑ με αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73 m ) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Συγχορήγηση με αναστολέα ΜΕΑ στην καρδιακή ανεπάρκεια
Ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα νεφρικής δυσλειτουργίας και υπερκαλιαιμίας, μπορεί να αυξηθεί όταν το FYRONEXE χορηγείται σε συνδυασμό με έναν αναστολέα ΜΕΑ (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς που λαμβάνουν μια τέτοια θεραπεία πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά και με προσοχή.
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης
Η ταυτόχρονη χρήση AIIRAs, με άλλους παράγοντες που επιδρούν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) σχετίζεται με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μεταβολές στη νεφρική λειτουργία σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Συνιστάται παρακολούθηση της πίεσης του αίματος, της νεφρικής λειτουργίας και των ηλεκτρολυτών σε ασθενείς σε θεραπεία με candesartan και άλλους παράγοντες που επηρεάζουν το ΣΡΑΑ. Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση με AIIRAs, συμπεριλαμβανομένου του candersartan, με άλλους παράγοντες αποκλεισμού του ΣΡΑΑ, όπως αναστολείς ΜΕΑ ή αλισκιρένη (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η ταυτόχρονη χρήση AIIRAs, συμπεριλαμβανομένων του candesartan ή των αναστολέων ΜΕΑ με την αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73m ) (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Αιμοδιύλιση
Κατά την διάρκεια της αιμοδιύλισης η αρτηριακή πίεση μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στην αναστολή των υποδοχέων ΑΤ1, ως αποτέλεσμα του μειωμένου όγκου πλάσματος και της ενεργοποίησης του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης. Συνεπώς, σε ασθενείς υπό αιμοδιύλιση, η ρύθμιση της δόσης του FYRONEXE πρέπει να γίνεται με προσοχή και συνεχή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
Στένωση της νεφρικής αρτηρίας
Φαρμακευτικά προϊόντα που επιδρούν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, συμπεριλαμβανομένων των AIIRAs, μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της ουρίας στο αίμα και της κρεατινίνης στον ορό, σε ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας επί μονήρους νεφρού.
Μεταμόσχευση νεφρού
Δεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με τη χορήγηση του FYRONEXE σε ασθενείς που έχουν πρόσφατα υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού.
Υπόταση
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με FYRONEXE ασθενώνμε καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να παρατηρηθεί υπόταση. Αυτό μπορεί επίσης να συμβεί σε υπερτασικούς ασθενείς με μείωση του ενδοαγγειακού όγκου, όπως αυτοί που λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών. Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται με προσοχή και να επιχειρείται διόρθωση της υποογκαιμίας.
Αναισθησία και χειρουργικές επεμβάσεις
Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης ΙΙ μπορεί να παρουσιαστεί υπόταση κατά τη διάρκεια της αναισθησίας ή της χειρουργικής επέμβασης, εξ αιτίας του αποκλεισμού του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης. Πολύ σπάνια η υπόταση μπορεί να είναι τόσο σοβαρή που να δικαιολογεί τη χρήση ενδοφλέβιων υγρών και/ή αγγειοσυσπαστικών ουσιών.
Στένωση της αορτικής και της μιτροειδούς βαλβίδας (αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια)
Όπως ισχύει και με άλλα αγγειοδιασταλτικά, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε πάσχοντες από αιμοδυναμικά σχετιζόμενη στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας ή από αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός
Ασθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό γενικά δεν ανταποκρίνονται στα αντιυπερτασικά φάρμακα που δρουν ανασταλτικά στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης. Για το λόγο αυτό, δε συνιστάται η χρήση του FYRONEXE σε αυτόν τον πληθυσμό.
Υπερκαλιαιμία
Ταυτόχρονη χορήγηση του FYRONEXE με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα μαγειρικού άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου (π.χ. ηπαρίνη) ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων του καλίου στον ορό σε υπερτασικούς ασθενείς. Παρακολούθηση του καλίου πρέπει να γίνεται ανάλογα με την περίπτωση. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που λαμβάνουν FYRONEXE μπορεί να παρατηρηθεί υπερκαλιαιμία. Συνιστάται περιοδικός έλεγχος του καλίου στον ορό. Ο συνδυασμός ενός αναστολέα ΜΕΑ, ενός καλιοσυντηρητικού διουρητικού (π.χ. σπειρονολακτόνη) και του FYRONEXE δε συνιστάται και πρέπει να εξετάζεται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση του δυνητικού οφέλους και του κινδύνου.
Γενικά
Σε ασθενείς των οποίων ο αγγειακός τόνος και η νεφρική λειτουργία εξαρτώνται κυρίως από τη δραστικότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή υποκείμενη νεφρική νόσο, συμπεριλαμβανόμενης της στένωσης νεφρικής αρτηρίας), θεραπεία με άλλα φάρμακα που επηρεάζουν το σύστημα αυτό έχει συσχετισθεί με οξεία υπόταση, αζωθαιμία, ολιγουρiα ή, σπάνια, οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Η πιθανότητα παρόμοιας δράσης με τους AIIRAs δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Όπως και με κάθε άλλον αντιυπερτασικό παράγοντα, υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή ισχαιμική αγγειακή εγκεφαλική νόσο μπορεί να καταλήξει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Η αντιυπερτασική δράση του candesartan μπορεί να ενισχυθεί από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα με ιδιότητα να χαμηλώνουν την αρτηριακή πίεση, είτε αν συνταγογραφηθούν ως αντιυπερτασικά είτε για άλλες ενδείξεις.
Κύηση
Δεν πρέπει να αρχίζει θεραπεία με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ (AIIRAs) κατά τη διάρκεια της κύησης. Εκτός εάν η θεραπεία με AIIRAs θεωρείται απαραίτητη, οι ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να χρησιμοποιούν εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες οι οποίες έχουν αποδεδειγμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση. Όταν διαπιστωθεί η εγκυμοσύνη, η θεραπεία με AIIRAs πρέπει να διακόπτεται άμεσα και, αν κρίνεται κατάλληλο, να ξεκινάει εναλλακτική θεραπεία (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
Χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία
Το candesartan δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά με ρυθμό σπειραματικής διήθησης μικρότερο από 30 ml/min/1,73m (βλ. Δοσολογία). Για τα παιδιά με πιθανή ενδοαγγειακή υποογκαιμία (π.χ. ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με διουρητικά, ιδιαίτερα εκείνοι με μειωμένη νεφρική λειτουργία), η θεραπεία με FYRONEXE θα πρέπει να ξεκινά υπό στενή ιατρική παρακολούθηση και πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση μικρότερης δόσης έναρξης (βλ. Δοσολογία). Σε ασθενείς μετά την εμμηναρχή η πιθανότητα εγκυμοσύνης πρέπει να αξιολογείται σε τακτική βάση. Κατάλληλη πληροφόρηση θα πρέπει να δοθεί και / ή μέτρα να ληφθούν για την πρόληψη του κινδύνου έκθεσης κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
Ειδικές προειδοποιήσεις για τα έκδοχα
Το FYRONEXE περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-FYRONEXE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Στις ουσίες που έχουν μελετηθεί σε κλινικές φαρμακοκινητικές μελέτες περιλαμβάνονται η υδροχλωροθειαζίδη, η βαρφαρίνη, η διγοξίνη, τα από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά (π.χ. αιθινυλοιστραδιόλη/λεβονοργεστρέλη), η γλιβενκλαμίδη, η νιφεδιπίνη και η εναλαπρiλη. Δεν έχουν διαπιστωθεί κλινικώς σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Ταυτόχρονη χρήση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκατάστατων μαγειρικού άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων (π.χ. ηπαρίνη) μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου. Πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για την παρακολούθηση του καλίου (βλέπε παράγραφο 4.4).
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) με AIIRAs, αναστολείς ΜΕΑ ή αλισκιρένη
Η ταυτόχρονη χρήση AIIRAs, συμπεριλαμβανομένων του candesartan ή των αναστολέων ΜΕΑ με αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73 m
) (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Έχει αναφερθεί αναστρέψιμη αύξηση των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και της τοξικότητας κατά την ταυτόχρονη χορήγηση λιθίου με αναστολείς ΜΕΑ. Παρόμοια δράση μπορεί να παρατηρηθεί με τους ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ. Δε συνιστάται η χρήση candesartan μαζί με λίθιο. Εάν ο συνδυασμός κρίνεται απαραίτητος, συνιστάται προσεκτικός έλεγχος των επιπέδων του λιθίου στο πλάσμα.
Όταν οι AIIRAs χορηγούνται ταυτόχρονα με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) (π.χ.: εκλεκτικούς αναστολείς COX-2, ακετυλοσαλικυλικό οξύ > 3 g/ημέρα και μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ), μπορεί να συμβεί εξασθένηση της αντιυπερτασικής δράσης.
Όπως και με τους αναστολείς ΜΕΑ, ταυτόχρονη χρήση AIIRAs και ΜΣΑΦ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας καθώς και σε αύξηση του καλίου του ορού, ειδικά σε ασθενείς με προϋπάρχουσα μειωμένη νεφρική λειτουργία. Ο συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ειδικά στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται αρκετά και να εξετάζεται η ανάγκη παρακολούθησης της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας και περιοδικά, στη συνέχεια.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-FYRONEXE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Θεραπεία της Υπέρτασης
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν ήπιες και παροδικές. Συνολικά, η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών δεν φάνηκε να έχει σχέση με τη δόση ή την ηλικία. Οι περιπτώσεις διακοπής της θεραπείας εξ’ αιτίας ανεπιθύμητων ενεργειών με το candesartan cilexetil (3,1%) ήταν ανάλογες με αυτές του placebo (3,2%).
Κατά την ανάλυση δεδομένων που συγκεντρώθηκαν από κλινικές μελέτες σε υπερτασικούς ασθενείς οι ανεπιθύμητες ενέργειες με το candesartan cilexetil, ορίστηκαν βάσει συχνότητας εμφάνισης της ανεπιθύμητης ενέργειας με το candesartan cilexetil κατά τουλάχιστον 1% μεγαλύτερης από την συχνότητα εμφάνισης που παρατηρείται με το εικονικό φάρμακο. Με αυτόν τον ορισμό, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ζάλη/ίλιγγος, κεφαλαλγία και λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος.
Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες και εμπειρία μετά την κυκλοφορία.
Οι συχνότητες που χρησιμοποιούνται στους πίνακες αυτής της παραγράφου είναι: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000),.
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | |
|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Εργαστηριακά ευρήματα |
| Συχνότητα | |
|---|---|
| Συχνές | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Συχνές | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Πολύ σπάνιες | |
| - |
| Ανεπιθύμητη ενέργεια | |
|---|---|
| Λοίμωξη από το αναπνευστικό | |
| Λευκοπενία, ουδετεροπενία και ακοκκιοκυτταραιμία | |
| Υπερκαλιαιμία, υπονατριαιμία | |
| Ζάλη/ίλιγγος, κεφαλαλγία | |
| Βήχας | |
| Nαυτία | |
| Αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων, μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, ή ηπατίτιδα | |
| Αγγειοοίδημα, εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός | |
| Οσφυαλγία, αρθραλγία, μυαλγία | |
| Νεφρική ανεπάρκεια, συμπεριλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειας σε επιρρεπείς ασθενείς (βλέπε παράγραφο 4.4) | |
| Γενικά, δε υπήρξαν κλινικά σημαντικές επιδράσεις του candesartan cilexetil στις συνήθεις εργαστηριακές παραμέτρους. Όπως και με άλλους αναστολείς του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, έχουν παρατηρηθεί μικρές μειώσεις της τιμής της αιμοσφαιρίνης. Για τους ασθενείς που παίρνουν FYRONEXE συνήθως δεν είναι απαραίτητοι οι έλεγχοι ρουτίνας των εργαστηριακών παραμέτρων. Εν τούτοις, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συνιστάται περιοδικός έλεγχος των επιπέδων του καλίου και της κρεατινίνης στον ορό. |
Θεραπεία της Καρδιακής Ανεπάρκειας
Το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών του FYRONEXE σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ήταν σύμφωνο με τις φαρμακολογικές επιδράσεις του φαρμάκου και την κατάσταση της υγείας του ασθενούς. Στο κλινικό πρόγραμμα CHARM που συνέκρινε το FYRONEXE σε δόσεις έως 32 mg (n=3.803) με εικονικό φάρμακο (n=3.796) 21% των ασθενών της ομάδας του candesartan cilexetil και 16,1% της ομάδας του εικονικού φαρμάκου διέκοψε τη θεραπεία λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία. Αυτά τα συμβάματα ήταν πιο συχνά σε ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετών, διαβητικούς ή άτομα που λάμβαναν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, ιδιαίτερα έναν αναστολέα του ΜΕΑ και/ή σπειρονολακτόνη.
Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες και εμπειρία μετά την κυκλοφορία.
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | |
|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών |
| Συχνότητα | |
|---|---|
| Πολύ σπάνιες | |
| Συχνές | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Συχνές | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Συχνές |
| Ανεπιθύμητη ενέργεια | |
|---|---|
| Λευκοπενία, ουδετεροπενία και ακοκκιοκυτταραιμία | |
| Υπερκαλιαιμία | |
| Ζάλη, κεφαλαλγία | |
| Υπόταση | |
| Βήχας | |
| Nαυτία | |
| Αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων, μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία ή ηπατίτιδα | |
| Αγγειοοίδημα, εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός | |
| Οσφυαλγία, αρθραλγία, μυαλγία | |
| Νεφρική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειας σε ευαίσθητους ασθενείς (βλέπε παράγραφο 4.4). |
Εργαστηριακά ευρήματα
Η υπερκαλιαιμία και η νεφρική δυσλειτουργία είναι συχνές σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται FYRONEXE για την ένδειξη της καρδιακής ανεπάρκειας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια του candesartan cilexetil παρακολουθήθηκε σε 255 υπερτασικά παιδιά και εφήβους, ηλικίας 6 έως < 18 ετών, κατά τη διάρκεια μιας κλινικής μελέτης αποτελεσματικότητας 4 εβδομάδων και μιας ανοιχτής μελέτης 1 χρόνου (βλ. παράγραφο 5.1). Σε όλες σχεδόν τις διαφορετικές κατηγορίες συστήματος οργάνων, η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιά βρίσκεται στο εύρος συχνή /όχι συχνή. Ενώ η φύση και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι παρόμοιες με εκείνες των ενηλίκων (βλέπε τον παραπάνω πίνακα), η συχνότητα όλων των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι υψηλότερη σε παιδιά και έφηβους, ιδιαίτερα:
- Πονοκέφαλος, ζάλη και λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, είναι «πολύ συχνές» (δηλαδή ≥ 1/10) σε παιδιά και συχνές (≥ 1 /100 έως < 1/10) σε ενήλικες.
- Ο βήχας είναι «πολύ συχνός» (δηλαδή > 1/10) σε παιδιά και πολύ σπάνιος (< 1/10.000) σε ενήλικες.
- Το εξάνθημα είναι «συχνό » (δηλαδή ≥ 1 /100 έως < 1/10) σε παιδιά και «πολύ σπάνιο » (< 1/10.000) σε ενήλικες.
- Η υπερκαλιαιμία, η υπονατριαιμία και η μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία είναι όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100) σε παιδιά και πολύ σπάνιες (< 1/10.000) σε ενήλικες.
- Η φλεβοκομβική αρρυθμία (αρρυθμία Sinus), η ρινοφαρυγγίτιδα, η πυρεξία είναι «συχνές » (δηλαδή ≥ 1 /100 έως < 1/10) και ο πόνος του στοματοφάρυγγα είναι «πολύ συχνός» (δηλαδή, ≥ 1 /10) σε παιδιά, αλλά κανένα από αυτά δεν αναφέρθηκαν σε ενήλικες. Ωστόσο, αυτές είναι προσωρινές και διαδεδομένες ασθένειες της παιδικής ηλικίας.
Το συνολικό προφίλ ασφάλειας για το candesartan cilexetil σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν διαφέρει σημαντικά από το προφίλ ασφάλειας σε ενήλικες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα. Τηλ: +30 213 2040380/337, Φαξ: +30 210 6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-FYRONEXE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Η χρήση των AIIRAs δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. παράγραφο 4.4). Η χρήση των AIIRAs αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 2 ου και 3 ου τριμήνου της κύησης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Επιδημιολογικά στοιχεία αναφορικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά την έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης δεν ήταν καταληκτικά. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια μικρή αύξηση του κινδύνου. Ενώ δεν υπάρχουν ελεγχόμενα επιδημιολογικά δεδομένα για τον κίνδυνο με τους AIIRAs, μπορεί να υπάρχουν παρόμοιοι κίνδυνοι για αυτήν την κατηγορία φαρμάκων. Ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτική αντιυπερτασική θεραπεία για την οποία έχει αποδειχθεί το προφίλ ασφάλειας για χρήση στην εγκυμοσύνη, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με AIIRAs θεωρείται απαραίτητη. Μόλις επιβεβαιωθεί η εγκυμοσύνη, η θεραπεία με AIIRAs πρέπει να διακοπεί άμεσα και, εφόσον είναι αναγκαίο, να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση σε ανταγωνιστές του υποδοχέα της αγγειοτασίνης ΙΙ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης είναι γνωστό ότι προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στους ανθρώπους (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστερημένη οστεοποίηση του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλέπε παράγραφο 5.3). Σε περίπτωση έκθεσης σε ανταγωνιστές του υποδοχέα της αγγειοτασίνης ΙΙ από το δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Τα βρέφη των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει AIIRAs πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).
Θηλασμός
Επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες στοιχεία αναφορικά με τη χρήση του FYRONEXE κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, το FYRONEXE δε συνιστάται και προτιμώνται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα αποδεδειγμένα προφίλ ασφάλειας κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ειδικά κατά τη γαλουχία νεογνού ή πρόωρου βρέφους.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-FYRONEXE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης II, απλοί, κωδικός ATC: C09CA06.
Η αγγειοτασίνη ΙΙ είναι η κύρια αγγειοδραστική ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης και παίζει ρόλο στην παθοφυσιολογία της υπέρτασης, της καρδιακής ανεπάρκειας και άλλων καρδιαγγειακών διαταραχών. Παίζει επίσης ρόλο στην παθογένεση της υπερτροφίας και βλάβης των τελικών οργάνων-στόχων της υπέρτασης. Οι κύριες φυσιολογικές δράσεις της αγγειοτασίνης ΙΙ, όπως αγγειοσύσπαση, διέγερση παραγωγής αλδοστερόνης, ρύθμιση της ομοιοστασίας άλατος και ύδατος και διέγερση της αύξησης των κυττάρων, πραγματοποιούνται μέσω των υποδοχέων τύπου 1 (ΑΤ
).
Το candesartan cilexetil είναι ένα προφάρμακο κατάλληλο για από του στόματος χορήγηση. Μετατρέπεται ταχέως στη δραστική ουσία, candesartan, με υδρόλυση του εστέρα κατά τη διάρκεια της απορρόφησης από το γαστρεντερικό σωλήνα. Το candesartan είναι ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων ΑΤ1 της αγγειοτασίνης ΙΙ, με ισχυρή σύνδεση και βραδεία αποδέσμευση από τον υποδοχέα. Δεν έχει δράση αγωνιστή.
Το candesartan δεν αναστέλλει το ΜΕΑ, ένα ένζυμο το οποίο μετατρέπει την αγγειοτασίνη Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ και διασπά τη βραδυκινίνη. Δεν υπάρχει καμία δράση στο ΜΕΑ ούτε ενίσχυση της δράσης της βραδυκινίνης ή της ουσίας P. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες που συγκρίθηκε το candesartan cilexetil με αναστολείς του ΜΕΑ, η συχνότητα εμφάνισης βήχα ήταν μικρότερη στους ασθενείς που έπαιρναν candesartan cilexetil. Το candesartan δε συνδέεται, ούτε αποκλείει άλλους ορμονικούς υποδοχείς ή διαύλους ιόντων, που είναι γνωστό ότι παίζουν κάποιο σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του καρδιαγγειακού συστήματος. Ο ανταγωνισμός των υποδοχέων AT
της αγγειοτασίνης ΙΙ έχει ως αποτέλεσμα δοσοεξαρτώμενη αύξηση των επιπέδων της ρενίνης, της αγγειοτασίνης Ι και της αγγειοτασίνης ΙΙ και μείωση της συγκέντρωσης της αλδοστερόνης στο πλάσμα.
Υπέρταση
Στην υπέρταση, το candesartan προκαλεί δοσοεξαρτώμενη, μακράς διάρκειας μείωση της αρτηριακής πίεσης του αίματος. Η αντιυπερτασική του δράση οφείλεται στη μείωση των συστηματικών περιφερικών αντιστάσεων, χωρίς αντανακλαστική αύξηση του καρδιακού ρυθμού. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για σοβαρή ή υπερβολικού βαθμού υπόταση «πρώτης δόσης» ή φαινόμενο υποτροπής (rebound) μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Μετά από χορήγηση μίας μεμονωμένης δόσης candesartan cilexetil, η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης γενικά παρατηρείται εντός 2 ωρών. Με τη συνεχιζόμενη θεραπεία, η μεγαλύτερη μείωση της αρτηριακής πίεσης επιτυγχάνεται γενικά, με κάθε δοσολογικό σχήμα, εντός τεσσάρων εβδομάδων και διατηρείται σ’ όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης χορήγησης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας μετα-ανάλυσης, το μέσο επιπρόσθετο αντιυπερτασικό αποτέλεσμα από την αύξηση της δόσης από 16 mg σε 32 mg μια φορά ημερησίως ήταν μικρό. Λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά ανταπόκρισης από άτομο σε άτομο, σε κάποιους ασθενείς αναμένεται αποτέλεσμα μεγαλύτερο του μέσου όρου. Το candesartan cilexetil χορηγούμενο μια φορά ημερησίως εξασφαλίζει αποτελεσματική και ομαλή μείωση της αρτηριακής πίεσης για διάστημα 24 ωρών με μικρή διαφορά μεταξύ του μέγιστου και ελάχιστου αποτελέσματος μεταξύ των δόσεων. Η αντιυπερτασική δράση και η ανεκτικότητα του candesartan και του losartan συγκρίθηκαν σε δύο τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές μελέτες σε σύνολο 1.268 ασθενών με ήπια έως μέτρια υπέρταση. Η ελάχιστη μείωση της αρτηριακής πίεσης (συστολική/διαστολική) ήταν 13,1/10,5 mmHg με το candesartan cilexetil 32 mg χορηγούμενο μια φορά ημερησίως και 10,0/8,7 mmHg με το μετά καλίου άλας του losartan 100 mg χορηγούμενο μία φορά ημερησίως (διαφορά στη μείωση της αρτηριακής πίεσης 3,1/1,8 mmHg, p<0,0001/p<0,0001).
Όταν το candesartan cilexetil χορηγείται μαζί με υδροχλωροθειαζίδη, η μείωση της αρτηριακής πίεσης είναι αθροιστική. Παρατηρείται, επίσης, αύξηση της αντιυπερτασικής δράσης όταν το candesartan cilexetil συνδυάζεται με αμλοδιπίνη ή φελοδιπίνη.
Τα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης έχουν λιγότερο έντονη αντιυπερτασική δράση σε ασθενείς της μαύρης φυλής (πληθυσμός με συνήθως χαμηλά επίπεδα ρενίνης) σε σύγκριση με τους ασθενείς των άλλων φυλών. Το ίδιο συμβαίνει και με το candesartan. Σε μια ανοικτή μελέτη κλινικής εμπειρίας σε 5.156 ασθενείς με διαστολική υπέρταση, η μείωση της αρτηριακής πίεσης κατά τη θεραπεία με candesartan ήταν σημαντικά μικρότερη σε ασθενείς της μαύρης φυλής από ό,τι σε ασθενείς των άλλων φυλών (14,4/10,3 mmHg έναντι 19,0/12,7 mmHg, p<0,0001/p<0,0001).
Το candesartan αυξάνει τη νεφρική αιματική ροή και δεν επηρεάζει ή αυξάνει το ρυθμό σπειραματικής διήθησης, ενώ οι νεφρικές αγγειακές αντιστάσεις και το κλάσμα διήθησης μειώνονται. Σε μία κλινική μελέτη διάρκειας 3 μηνών σε υπερτασικούς ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και μικρολευκωματινουρία, η αντιυπερτασική αγωγή με candesartan cilexetil μείωσε την απέκκριση λευκωματινών από τα ούρα (μέση αναλογία λευκωματίνης/κρεατινίνης 30%, 95% διάστημα εμπιστοσύνης (CI) 15-42%). Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση του candesartan στην εξέλιξη της διαβητικής νεφροπάθειας.
Η επίδραση του candesartan cilexetil σε δόσεις 8-16 mg (μέση δόση 12 mg) άπαξ ημερησίως, στη νοσηρότητα και θνησιμότητα από καρδιαγγειακά συμβάματα αξιολογήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη σε 4.937 ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας 70-89 ετών, 21% ηλικίας 80 ετών ή και μεγαλύτερης) με ήπια έως μέτρια υπέρταση, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για μέσο διάστημα 3,7 ετών (Study on COgnition and Prognosis in the Elderly). Οι ασθενείς έλαβαν candesartan cilexetil ή εικονικό φάρμακο μαζί με άλλη αντιυπερτασική θεραπεία, που προστέθηκε όταν ήταν αναγκαίο. Η αρτηριακή πίεση μειώθηκε από 166/90 σε 145/80 mmHg στην ομάδα του candesartan cilexetil και από 167/90 σε 149/82 mmHg στην ομάδα ελέγχου. Δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά στο κύριο καταληκτικό σημείο, μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα (θνησιμότητα από καρδιαγγειακά συμβάματα, μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο και μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου). Υπήρξαν 26,7 περιστατικά ανά 1.000 ανθρωπο-έτη ασθενών (patient-years) στην ομάδα του candesartan σε σύγκριση με 30,0 περιστατικά ανά 1.000 ανθρωπο-έτη ασθενών (patient-years) στην ομάδα ελέγχου (σχετικός κίνδυνος 0,89, 95% CI 0,75 έως 1,06, p = 0,19).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι αντιυπερτασικές δράσεις του candesartan αξιολογήθηκαν σε υπερτασικά παιδιά ηλικίας 1 έως <6 ετών και 6 έως <17 ετών σε δύο τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές πολυκεντρικές, μελέτες 4 εβδομάδων κυμαινόμενης δόσης.
Σε παιδιά ηλικίας 1 έως <6 ετών, 93 ασθενείς, 74% εκ των οποίων είχαν νεφρική νόσο, τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν από του στόματος δόση εναιωρήματος candesartan cilexetil 0,05, 0,20 ή 0,40 mg / kg μία φορά την ημέρα.
Η κύρια μέθοδος ανάλυσης ήταν η κλίση της μεταβολής της συστολικής αρτηριακής πίεσης (ΣΑΠ), ως συνάρτηση της δόσης. Η ΣΑΠ και η διαστολική αρτηριακή πίεση (ΔΑΠ) μειώθηκαν από 6,0/5,2 mmHg έως 12.0/11.1 mmHg από την αρχική τιμή για τις τρεις δόσεις του candesartan cilexetil. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν υπήρχε ομάδα εικονικού φαρμάκου, το πραγματικό μέγεθος της επίδρασης στην αρτηριακή πίεση παραμένει αβέβαιο γεγονός που καθιστά δύσκολη μια οριστική αξιολόγηση της ισορροπίας οφέλους-κινδύνου σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.
Σε παιδιά ηλικίας 6 έως < 17 χρονών, 240 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε εικονικό φάρμακο ή χαμηλή, μεσαία ή υψηλή δόση του candesartan cilexetil σε αναλογία 1: 2: 2: 2. Για τα παιδιά που ζύγιζαν < 50 kg, οι δόσεις του candesartan cilexetil ήταν 2, 8, ή 16 mg μία φορά την ημέρα. Στα παιδιά που ζύγιζαν > 50 kg, οι δόσεις candesartan cilexetil ήταν 4, 16 ή 32 mg μία φορά την ημέρα. Το candesartan σε συγκεντρωτικές δόσεις μείωσε την SiSBP κατά 10,22 mmHg (P < 0,0001) και την SiDBP (P = 0,0029) κατά 6,56 mmHg, από την αρχική τιμή. Στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, υπήρχε επίσης μια μείωση κατά 3,667 mmHg της SiSBP (p = 0,0074) και 1,80 mmHg της SiDBP (p = 0,0992) από την αρχική τιμή. Παρά τη μεγάλη επίδραση του εικονικού φαρμάκου, όλες οι μεμονωμένες δόσεις candesartan (και όλες οι δόσεις ομαδοποιημένα) ήταν σημαντικά ανώτερες από το εικονικό φάρμακο. Η μέγιστη απόκριση στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε παιδιά κάτω και άνω των 50 kg επιτεύχθηκε σε δόσεις των 8mg και 16 mg, αντίστοιχα, και η επίδραση σταθεροποιήθηκε μετά από αυτό το σημείο.
Από αυτούς που συμμετείχαν, το 47% ήταν ασθενείς που ανήκαν στην μαύρη φυλή και το 29% ήταν κορίτσια. Η μέση ηλικία + / - SD ήταν 12,9 + / - 2,6 χρόνια. Σε παιδιά ηλικίας 6 έως < 17 χρόνια υπήρχε μια τάση για μικρότερη επίδραση στην αρτηριακή πίεση στους ασθενείς της μαύρης φυλής σε σύγκριση με τους ασθενείς των άλλων φυλών.
Καρδιακή Ανεπάρκεια
Η θεραπεία με το candesartan cilexetil μειώνει τη θνησιμότητα, μειώνει τη νοσηλεία λόγω καρδιακής ανεπάρκειας και βελτιώνει τα συμπτώματα σε ασθενείς με συστολική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας όπως αποδεικνύεται από το κλινικό πρόγραμμα Candesartan in Heart failure - Assessment of Reduction in Mortality and morbidity (CHARM).
Αυτό το διπλά-τυφλό, ελεγχόμενο με εικονικό φάρμακο, κλινικό πρόγραμμα σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας II-IV κατά ΝΥΗΑ αποτελείτο από τρεις ξεχωριστές μελέτες: CHARM - Αlternatiνe (Εναλλακτική αγωγή) (n=2.028) σε ασθενείς με κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) ≤40% που δεν έλαβαν αναστολέα ΜΕΑ λόγω δυσανεξίας (κυρίως εξαιτίας του βήχα, 72%), CHARM-Added (Προστιθέμενη αγωγή) (n=2.548) σε ασθενείς με LVEF ≤40% που έλαβαν αναστολέα ΜΕΑ και την CHARM-Preserνed (Διατηρημένη λειτουργία αριστερής κοιλίας) (n=3.023) σε ασθενείς με LVEF >40%. Ασθενείς σε βέλτιστη θεραπεία για τη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο ή candesartan cilexetil (με ρύθμιση της δόσης από 4 mg ή 8 mg μια φορά ημερησίως σε 32 mg μία φορά ημερησίως ή έως τη μέγιστη ανεκτή δόση, μέση δόση 24 mg) και παρακολουθήθηκαν για μια μέση διάρκεια 37,7 μήνες. Μετά από 6 μήνες θεραπείας το 63% των ασθενών που εξακολουθούσε να λαμβάνει candesartan cilexetil (89%) ελάμβανε τη δόση-στόχο των 32 mg.
Στην CHARM-Alternative το σύνθετο τελικό σημείο για τη θνησιμότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας ή για την πρώτη νοσηλεία λόγω CHF μειώθηκε σημαντικά με το candesartan σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, αναλογία κινδύνου (HR) 0,77 (95% CI: 0,67-0,89, p<0,001). Αυτό αντιστοιχεί σε μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 23%. Από τους ασθενείς υπό candesartan 33,0% (95% CI: 30,1-36,0) και από τους ασθενείς υπό το εικονικό φάρμακο 40,0% (95% CI: 37,0 έως 43,1) υπήρξε απόλυτη διαφορά 7,0% (95% CI: 11,2-2,8) όσον αφορά το τελικό σημείο. Δεκατέσσερις ασθενείς χρειάστηκε να λάβουν θεραπεία για όλη τη διάρκεια της μελέτης, ώστε να προληφθεί ένας θάνατος ασθενούς από καρδιαγγειακή αιτιολογία ή νοσηλεία για θεραπεία καρδιακής ανεπάρκειας. Το σύνθετο τελικό σημείο για τη θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας ή για την πρώτη νοσηλεία λόγω CHF μειώθηκε επίσης σημαντικά με το candesartan, με HR 0,80 (95% CI: 0,70-0,92, p=0,001). Μεταξύ των ασθενών υπό candesartan 36,6% (95% CI: 33,7 έως 39,7) και των ασθενών υπό το εικονικό φάρμακο 42,7% (95% CI: 39,6 έως 45,8) υπήρξε απόλυτη διαφορά 6,0% (95% CI: 10,3 έως 1,8) όσον αφορά αυτό το τελικό σημείο. Και οι δύο παράμετροι του σύνθετου τελικού σημείου, η θνησιμότητα και η νοσηρότητα (νοσηλεία λόγω CHF) συντελούν στα θετικά αποτελέσματα του candesartan. Η θεραπεία με candesartan cilexetil επέφερε βελτίωση της κατηγορίας κατά ΝΥΗΑ (p=0,008).
Στην CHARM-Added, το σύνθετο τελικό σημείο για τη θνησιμότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας ή για την πρώτη νοσηλεία λόγω χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας μειώθηκε σημαντικά με το candesartan σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, HR 0,85, (95% CI: 0,75-0,96, p=0,011). Αυτό αντιστοιχεί σε μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 15%. Από τους ασθενείς υπό candesartan 37,9% (95% CI: 35,2-40,6) και από τους ασθενείς υπό το εικονικό φάρμακο 42,3% (95% CI: 39,6-45,1) υπήρξε απόλυτη διαφορά 4,4% (95% CI: 8,2-0,6) όσον αφορά στο τελικό αυτό σημείο. Είκοσι τρείς ασθενείς χρειάστηκε να λάβουν θεραπεία για όλη τη διάρκεια της μελέτης, ώστε να προληφθεί ένας θάνατος από καρδιαγγειακή αιτιολογία ή η νοσηλεία για θεραπεία καρδιακής ανεπάρκειας. Το σύνθετο τελικό σημείο για τη θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας ή για την πρώτη νοσηλεία λόγω χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας μειώθηκε επίσης σημαντικά με το candesartan, HR 0,87 (95% CI: 0,78 έως 0,98, p=0,021). Από τους ασθενείς υπό candesartan σε 42,2% (95% CI: 39,5-45,0) και από τους ασθενείς υπό το εικονικό φάρμακο σε 46,1% (95% CI: 43,4 έως 48,9) υπήρξε απόλυτη διαφορά 3,9% (95% CI: 7,8 έως 0,1) όσον αφορά στο τελικό αυτό σημείο. Και οι δύο παράμετροι του σύνθετου τελικού σημείου, η θνησιμότητα και η νοσηρότητα, συμβάλλουν στις θετικές επιδράσεις του candesartan. Η θεραπεία με candesartan cilexeti1 επέφερε βελτίωση της κατηγορίας κατά ΝYΗΑ (p=0,020).
Στην CHARM-Preserνed, το σύνθετο τελικό σημείο για τη θνησιμότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας ή για την πρώτη νοσηλεία λόγω χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας δεν μειώθηκε στατιστικώς σημαντικά, HR 0,89 (95% CI: 0,77-1,03, p=0,118).
Η θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας δεν ήταν στατιστικώς σημαντική, όταν εξετάστηκε σε κάθε μία από τις τρεις υπομελέτες του κλινικού προγράμματος CHARM. Εντούτοις, η θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας αξιολογήθηκε επίσης στο σύνολο των ασθενών από τις CHARM-Alternative και CHARM-Added, HR 0,88 (95% CI: 0,79- 0,98, p=0,018) καθώς και από τις τρεις υπομελέτες, HR 0,91 (95% CI: 0,83 έως 1,00, p=0,055).
Η ευεργετική δράση του candesartan ήταν σταθερή, ανεξάρτητα από ηλικία, φύλο και συγχορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή. Το candesartan ήταν επίσης αποτελεσματικό σε ασθενείς που ελάμβαναν συγχρόνως β-αποκλειστές και αναστολείς ΜΕΑ, και το όφελος επετεύχθη είτε οι ασθενείς ελάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ στις δόσεις-στόχους που συστήνονται από τις θεραπευτικές κατευθυντήριες οδηγίες, είτε όχι.
Σε ασθενείς με CHF και μειωμένη συστολική λειτουργία της αριστερής κοιλίας (κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας, LVEF ≤ 40%), το candesartan ελαττώνει τις συστηματικές αγγειακές αντιστάσεις και την πίεση εσφήνωσης των πνευμονικών τριχοειδών, ενισχύει τη δράση της ρενίνης στο πλάσμα, αυξάνει τη συγκέντρωση της αγγειοτασίνης ΙΙ και μειώνει τα επίπεδα της αλδοστερόνης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-FYRONEXE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση και κατανομή
Μετά από την από του στόματος χορήγηση, το candesartan cilexetil μετατρέπεται στη δραστική ουσία candesartan. Μετά από τη λήψη πόσιμου διαλύματος candesartan cilexetil, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του candesartan είναι περίπου 40%. Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα του candesartan υπό τη μορφή δισκίων συγκριτικά με το πόσιμο διάλυμα ίδιας περιεκτικότητας είναι περίπου 34% με πολύ μικρή μεταβλητότητα. Συνεπώς, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του δισκίου εκτιμάται 14%. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση (C
max
) στον ορό επιτυγχάνεται 3-4 ώρες μετά τη λήψη του δισκίου. Οι συγκεντρώσεις του candesartan στον ορό αυξάνουν γραμμικά με την αύξηση των δόσεων εντός του θεραπευτικού εύρους. Δεν έχουν παρατηρηθεί διαφορές στη φαρμακοκινητική του candesartan που να σχετίζονται με το γένος (φύλο). Το εμβαδόν κάτω από την καμπύλη των συγκεντρώσεων του candesartan στον ορό σε σχέση με το χρόνο (AUC) δεν επηρεάζεται σημαντικά από την τροφή.
Το candesartan συνδέεται σε υψηλό ποσοστό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περισσότερο από 99%). Ο φαινόμενος όγκος κατανομής του candesartan είναι 0,1 l/kg.
Η βιοδιαθεσιμότητα του candesarten δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Το candesartan αποβάλλεται αμετάβλητο κυρίως με τα ούρα και τη χολή και σε μικρό μόνο ποσοστό μέσω ηπατικού μεταβολισμού (CYP2C9). Υπάρχουσες μελέτες αλληλεπίδρασης δεν δείχνουν κάποια δράση στα CYP2C9 και CYP3A4. Σύμφωνα με in vitro δεδομένα, δεν αναμένεται να παρατηρηθεί in vivo αλληλεπίδραση με δραστικές ουσίες των οποίων ο μεταβολισμός εξαρτάται από τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450, CYP1A2, CYP2A6, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1 ή CYP3A4. Ο τελικός χρόνος ημιζωής του candesartan είναι περίπου 9 ώρες. Δεν υπάρχει συσσώρευση του φαρμάκου μετά από επανειλημμένη χορήγηση.
Η συνολική κάθαρση του candesartan από το πλάσμα είναι περίπου 0,37 ml/min/kg, με τιμή νεφρικής κάθαρσης περίπου 0,19 ml/min/kg. Η νεφρική απέκκριση του candesartan πραγματοποιείται τόσο με σπειραματική διήθηση όσο και με ενεργητική σωληναριακή απέκκριση. Μετά την από του στόματος χορήγηση μίας δόσης candesartan cilexetil, ραδιοσημασμένου με
C, το 26% περίπου της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα σαν candesartan και 7% υπό τη μορφή ανενεργού μεταβολίτη, ενώ το 56% περίπου της δόσης ανακτάται στα κόπρανα ως candesartan και 10% υπό τη μορφή ανενεργού μεταβολίτη.
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικές ομάδες πληθυσμού
Στους ηλικιωμένους (άνω των 65 ετών) η C
max
και η AUC του candesartan είναι αυξημένες περίπου κατά 50% και 80% αντίστοιχα, συγκριτικά με άτομα νεαρής ηλικίας. Ωστόσο, η απόκριση της αρτηριακής πίεσης και η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών για μία δεδομένη δόση FYRONEXE είναι παρόμοιες σε νέους και ηλικιωμένους ασθενείς (βλέπε παράγραφο 4.2).
Σε ασθενείς με ήπιου έως μέτριου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία η C
max
και η AUC του candesartan αυξήθηκαν κατά τη χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων περίπου 50% και 70% αντίστοιχα, αλλά ο χρόνος ημίσειας ζωής (t
½
) παρέμεινε αμετάβλητος, σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Οι αντίστοιχες αλλαγές σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ήταν περίπου 50% και 110% αντίστοιχα. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής (t
½
) του candesartan ήταν περίπου διπλάσιος σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η AUC του candesartan σε ασθενείς που υπόκεινται σε αιμοδιύλιση ήταν παρόμοια με των ασθενών με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
Σε δύο μελέτες, που περιλαμβάνουν και οι δύο ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, υπήρξε αύξηση της μέσης AUC του candesartan περίπου κατά 20% στη μία μελέτη και 80% στην άλλη μελέτη (βλέπε παράγραφο 4.2). Δεν υπάρχει εμπειρία από ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του candesartan αξιολογήθηκαν σε υπερτασικά παιδιά ηλικίας 1 έως < 6 ετών και 6 έως < 17 ετών σε δύο μελέτες φαρμακοκινητικής εφάπαξ δόσης.
Σε παιδιά ηλικίας 1 έως <6 ετών, 10 παιδιά με βάρος 10 έως < 25 kg έλαβαν μία εφάπαξ δόση των 0,2 mg / kg, από του στόματος εναιώρημα. Δεν υπήρξε συσχέτιση μεταξύ της C
max
και της AUC με την ηλικία ή το βάρος.
Δεν συλλέχθηκαν στοιχεία κάθαρσης. Ως εκ τούτου, η δυνατότητα της συσχέτισης μεταξύ της κάθαρσης και του βάρους /ηλικίας σε αυτόν τον πληθυσμό είναι άγνωστη.
Σε παιδιά ηλικίας 6 έως < 17 χρονών, 22 παιδιά έλαβαν μία εφάπαξ δόση ενός δισκίου των 16 mg. Δεν υπήρξε συσχέτιση μεταξύ της C
max
και της AUC με την ηλικία. Ωστόσο, το βάρος φαίνεται να συσχετίζεται σημαντικά με την C
max
(p = 0,012
) και την AUC (p = 0,011). Δεν έχουν συλλεχθεί στοιχεία κάθαρσης, ως εκ τούτου, η δυνατότητα συσχέτισης της κάθαρσης και του βάρους / ηλικίας σε αυτόν τον πληθυσμό είναι άγνωστη.
Παιδιά > 6 ετών είχαν παρόμοια έκθεση με των ενηλίκων όταν δόθηκε η ίδια δόση. Η φαρμακοκινητική του candesartan cilexetil δεν έχει διερευνηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας < 1 έτους.
ΕΟΦ · 2.5.2
Ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ
expand_more
Ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το Ιρμπεσαρτάνη είναι ένας αναστολέας υποδοχέα αγγειοτενσίνης που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπέρτασης και της διαβητικής νεφροπάθειας. Έχει μεγάλη διάρκεια δράσης, καθώς συνήθως λαμβάνεται μία φορά ημερησίως, και ευρύ θεραπευτικό δείκτη, καθώς οι δόσεις μπορεί να είναι χαμηλές (150 mg ημερησίως), ενώ δόσεις 900 mg/ημέρα έγιναν καλά ανεκτές σε υγιείς εθελοντές.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το Ιρμπεσαρτάνη εμποδίζει τη σύνδεση της αγγειοτενσίνης II στον υποδοχέα AT1 σε ιστούς όπως οι λείοι μύες των αγγείων και τα επινεφρίδια. Το Ιρμπεσαρτάνη και ο ενεργός του μεταβολίτης συνδέονται στον υποδοχέα AT1 με 8500 φορές μεγαλύτερη συγγένεια από ό,τι στον υποδοχέα AT2. Ο αποκλεισμός της σύνδεσης της αγγειοτενσίνης II από το Ιρμπεσαρτάνη προκαλεί χαλάρωση των λείων μυών των αγγείων και εμποδίζει την έκκριση αλδοστερόνης, μειώνοντας την αρτηριακή πίεση. Η αγγειοτενσίνη II, ειδάλλως, θα συνδεόταν στον υποδοχέα AT1, προκαλώντας αγγειοσύσπαση και έκκριση αλδοστερόνης, αυξάνοντας την αρτηριακή πίεση.
Η αγγειοτενσίνη II είναι ένας ισχυρός αγγειοσυσπαστικός παράγοντας που σχηματίζεται από την αγγειοτενσίνη I σε αντίδραση που καταλύεται από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ACE, κινινάση II). Η αγγειοτενσίνη II είναι ο κύριος αγγειοπιεστικός παράγοντας του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης (RAS) και επίσης διεγείρει τη σύνθεση και έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων, τη συστολή της καρδιάς, την επαναρρόφηση νατρίου από τους νεφρούς, τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και την ανάπτυξη των κυττάρων των λείων μυών. Το Ιρμπεσαρτάνη αποκλείει τις αγγειοσυσπαστικές και αλδοστερονοεκκριτικές επιδράσεις της αγγειοτενσίνης II με επιλεκτική σύνδεση στον υποδοχέα AT1 της αγγειοτενσίνης II. Υπάρχει επίσης ένας υποδοχέας AT2 σε πολλούς ιστούς, αλλά δεν εμπλέκεται στην καρδιαγγειακή ομοιόσταση. Το Ιρμπεσαρτάνη είναι ένας ειδικός ανταγωνιστής των υποδοχέων AT1 με πολύ μεγαλύτερη συγγένεια (πάνω από 8500 φορές) για τον υποδοχέα AT1 σε σχέση με τον υποδοχέα AT2 και χωρίς αγωνιστική δράση. Ο αποκλεισμός του υποδοχέα AT1 αφαιρεί την αρνητική ανάδραση της αγγειοτενσίνης II στην έκκριση ρενίνης, αλλά η προκύπτουσα αυξημένη δραστηριότητα ρενίνης στο πλάσμα και η κυκλοφορούσα αγγειοτενσίνη II δεν υπερνικούν τις επιδράσεις του ιρμπεσαρτάνης στην αρτηριακή πίεση. Το Ιρμπεσαρτάνη δεν αναστέλλει την ACE ή τη ρενίνη ούτε επηρεάζει άλλους υποδοχείς ορμονών ή ιοντικούς διαύλους που είναι γνωστό ότι εμπλέκονται στη καρδιαγγειακή ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και της ομοιόστασης του νατρίου. Επειδή το Ιρμπεσαρτάνη δεν αναστέλλει την ACE, δεν επηρεάζει την ανταπόκριση στην βραδυκινίνη· εάν αυτό έχει κλινική σημασία, δεν είναι γνωστό.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Το Ιρμπεσαρτάνη έχει βιοδιαθεσιμότητα 60-80% με Tmax 1.5-2 ώρες. Η λήψη ιρμπεσαρτάνης με τροφή δεν επηρεάζει τη βιοδιαθεσιμότητα. Σε μια μελέτη, υγιείς εθελοντές έλαβαν εφάπαξ ή πολλαπλές από του στόματος δόσεις 150 mg, 300 mg, 600 mg και 900 mg ιρμπεσαρτάνης.
- Μια εφάπαξ δόση 150 mg οδήγησε σε AUC 9.7±3.0 μg•hr/mL, Tmax 1.5 ώρες, ημίσεια ζωή 16±7 ώρες και Cmax 1.9±0.4 μg/mL.
- Μια εφάπαξ δόση 300 mg οδήγησε σε AUC 20.0±5.2 μg•hr/mL, Tmax 1.5 ώρες, ημίσεια ζωή 14±7 ώρες και Cmax 2.9±0.9 μg/mL.
- Μια εφάπαξ δόση 600 mg οδήγησε σε AUC 32.6±11.9 μg•hr/mL, Tmax 1.5 ώρες, ημίσεια ζωή 14±8 ώρες και Cmax 4.9±1.2 μg/mL.
- Μια εφάπαξ δόση 900 mg οδήγησε σε AUC 44.8±20.0 μg•hr/mL, Tmax 1.5 ώρες, ημίσεια ζωή 17±7 ώρες και Cmax 5.3±1.9 μg/mL.
- Πολλαπλές δόσεις 150 mg οδήγησαν σε AUC 9.3±3.0 μg•hr/mL, Tmax 1.5 ώρες, ημίσεια ζωή 11±4 ώρες και Cmax 2.04±0.4 μg/mL.
- Πολλαπλές δόσεις 300 mg οδήγησαν σε AUC 19.8±5.8 μg•hr/mL, Tmax 2.0 ώρες, ημίσεια ζωή 11±5 ώρες και Cmax 3.3±0.8 μg/mL.
- Πολλαπλές δόσεις 600 mg οδήγησαν σε AUC 31.9±9.7 μg•hr/mL, Tmax 1.5 ώρες, ημίσεια ζωή 15±7 ώρες και Cmax 4.4±0.7 μg/mL.
- Πολλαπλές δόσεις 900 mg οδήγησαν σε AUC 34.2±9.3 μg•hr/mL, Tmax 1.8 ώρες, ημίσεια ζωή 14±6 ώρες και Cmax 5.6±2.1 μg/mL.
Το 20% μιας ραδιοσημασμένης δόσης ιρμπεσαρτάνης λαμβάνεται στα ούρα και το υπόλοιπο στα κόπρανα. <2% της δόσης λαμβάνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο.
Ο όγκος κατανομής του ιρμπεσαρτάνης είναι 53-93 L.
Η συνολική κάθαρση πλάσματος του ιρμπεσαρτάνης είναι 157-176 mL/min ενώ η νεφρική κάθαρση είναι 3.0-3.5 mL/min.
Το Ιρμπεσαρτάνη είναι ένας από του στόματος ενεργός παράγοντας που δεν απαιτεί βιομετατροπή σε ενεργό μορφή. Η από του στόματος απορρόφηση του ιρμπεσαρτάνης είναι ταχεία και πλήρης με μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 60% έως 80%. Μετά από από του στόματος χορήγηση Avapro, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ιρμπεσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται 1.5 έως 2 ώρες μετά τη χορήγηση. Το φαγητό δεν επηρεάζει τη βιοδιαθεσιμότητα του Avapro. Το Ιρμπεσαρτάνη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική εντός του θεραπευτικού εύρους δόσεων. Η τελική ημίσεια ζωή αποβολής του ιρμπεσαρτάνης κυμαινόταν κατά μέσο όρο 11 έως 15 ώρες. Οι σταθερές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται εντός 3 ημερών. Παρατηρείται περιορισμένη συσσώρευση ιρμπεσαρτάνης (<20%) στο πλάσμα μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση άπαξ ημερησίως.
Μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν ότι το ραδιοσημασμένο ιρμπεσαρτάνη διαπερνά ασθενώς τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και τον πλακούντα.
Το Ιρμπεσαρτάνη συνδέεται κατά 90% με πρωτεΐνες του ορού (κυρίως αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη) με αμελητέα σύνδεση στα κυτταρικά συστατικά του αίματος. Ο μέσος όγκος κατανομής είναι 53 λίτρα έως 93 λίτρα. Οι συνολικές κάθαρση πλάσματος και νεφρικής κάθαρσης κυμαίνονται από 157 mL/min έως 176 mL/min και 3.0 mL/min έως 3.5 mL/min, αντίστοιχα. Με επαναλαμβανόμενη χορήγηση, το ιρμπεσαρτάνη συσσωρεύεται σε μη κλινικά σημαντικό βαθμό.
Δεν είναι γνωστό εάν το ιρμπεσαρτάνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα, αλλά το ιρμπεσαρτάνη ή κάποιος μεταβολίτης του εκκρίνεται σε χαμηλή συγκέντρωση στο γάλα αρουραίων που θηλάζουν.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Το Ιρμπεσαρτάνη συνδέεται κατά 90% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με την αλβουμίνη και την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Το Ιρμπεσαρτάνη μεταβολίζεται κυρίως μέσω γλυκουρονιδίωσης και οξείδωσης στο ήπαρ. Η πλειοψηφία του μεταβολισμού συμβαίνει μέσω της δράσης του CYP2C9 με αμελητέα συμβολή από το CYP3A4. Επίσης, συμβαίνει υδροξυλίωση στον μεταβολισμό του ιρμπεσαρτάνης. Το Ιρμπεσαρτάνη μπορεί να γλυκουρονιδιωθεί από την UGT1A3 στον μεταβολίτη M8, να οξειδωθεί στον μεταβολίτη M3, ή να υδροξυλιωθεί από το CYP2C9 σε έναν από τους μεταβολίτες M4, M5, ή M7. Οι μεταβολίτες M4, M5, και M7 υδροξυλιώνονται όλοι για να γίνουν ο μεταβολίτης M1, ο οποίος στη συνέχεια οξειδώνεται στον μεταβολίτη M2. Ο μεταβολίτης M4 μπορεί επίσης να οξειδωθεί στον μεταβολίτη M6 πριν από την υδροξυλίωση στον μεταβολίτη M2. Τέλος, ο δευτερεύων μεταβολίτης SR 49498 παράγεται από το ιρμπεσαρτάνη μέσω άγνωστου μηχανισμού.
Το Ιρμπεσαρτάνη μεταβολίζεται μέσω σύζευξης γλυκουρονιδίου και οξείδωσης. Μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση (14C)-σημασμένου ιρμπεσαρτάνης, πάνω από το 80% της κυκλοφορούσας ραδιενέργειας στο πλάσμα αποδίδεται σε αμετάβλητο ιρμπεσαρτάνη. Ο κύριος κυκλοφορών μεταβολίτης είναι το ανενεργό σύζευγμα ιρμπεσαρτάνης-γλυκουρονιδίου (περίπου 6%). Οι υπόλοιποι οξειδωτικοί μεταβολίτες δεν προσθέτουν σημαντικά στη φαρμακολογική δράση του ιρμπεσαρτάνης. Το Ιρμπεσαρτάνη και οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται τόσο μέσω χολικών όσο και μέσω νεφρικών οδών. Μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση (14C)-σημασμένου ιρμπεσαρτάνης, περίπου το 20% της ραδιενέργειας ανακτάται στα ούρα και το υπόλοιπο στα κόπρανα, ως ιρμπεσαρτάνη ή ιρμπεσαρτάνη-γλυκουρονίδιο. Μελέτες in vitro οξείδωσης του ιρμπεσαρτάνης από ισοένζυμα κυτοχρώματος P450 έδειξαν ότι το ιρμπεσαρτάνη οξειδώνεται κυρίως από το 2C9· ο μεταβολισμός από το 3A4 ήταν αμελητέος. Το Ιρμπεσαρτάνη ούτε μεταβολιζόταν από, ούτε σημαντικά επηρέαζε (επάγωγε ή ανέστελλε) ισοένζυμα που σχετίζονται συνήθως με το μεταβολισμό φαρμάκων (1A1, 1A2, 2A6, 2B6, 2D6, 2E1). Δεν υπήρξε επαγωγή ή αναστολή του 3A4.
Το Ιρμπεσαρτάνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν (1S,4S,5S,6R)-3-[5-[2-[4-[(2-βουτυλο-4-οξο-1,3-διαζα-σπιρο[4.4]νον-1-εν-3-υλ)μεθυλ]φαινυλ]φαινυλ]-5H-τετραζολ-2-ιουμ-2-υλ]-2,4,5,6-τετραϋδροξυκυκλοεξάνιο-1-καρβοξυλικό οξύ, 2-(3-υδροξυβουτυλο)-3-({4-[2-(2H-1,2,3,4-τετραζολ-5-υλ)φαινυλ]φαινυλ}μεθυλ)-1,3-διαζα-σπιρο[4.4]νον-1-εν-4-όνη, M3, και M7.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η τελική ημίσεια ζωή αποβολής του ιρμπεσαρτάνης είναι 11-15 ώρες.
Η τελική ημίσεια ζωή αποβολής του ιρμπεσαρτάνης κυμαινόταν κατά μέσο όρο 11 έως 15 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ), Β-ΑΝΑСТОΛΕΙΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ, α-ΑΝΑСТОΛΕΙΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, ΑΝΑΚΟΠΤΕΙΣ ΔΙΩΔΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, ΑΝΑΚΟΠΤΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ 1 ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II. Περιλαμβάνονται ανάλογα της ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II όπως η ΣΑΡΑΛΑΣΙΝΗ και οι διφαινυλιμιδαζόλες όπως η ΛΟΣΑΡΤΑΝΗ. Κάποιοι χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΥΠΕΡΤΑΝΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
J0E2756Z7N
IRBESARTAN
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2
Το Ιρμπεσαρτάνη είναι ένας Αναστολέας Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2. Ο μηχανισμός δράσης του ιρμπεσαρτάνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2.
IRBESARTAN
Αναστολέας Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2 [EPC]; Ανταγωνιστές Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ), Β-ΑΝΑСТОΛΕΙΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ, α-ΑΝΑСТОΛΕΙΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, ΑΝΑΚΟΠΤΕΙΣ ΔΙΩΔΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, ΑΝΑΚΟΠΤΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ 1 ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II. Περιλαμβάνονται ανάλογα της ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II όπως η ΣΑΡΑΛΑΣΙΝΗ και οι διφαινυλιμιδαζόλες όπως η ΛΟΣΑΡΤΑΝΗ. Κάποιοι χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΥΠΕΡΤΑΝΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.