NEVIRAPINE
Νεβιραπίνη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιικά για συστηματική χρήση, μη - νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC J05AG01.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
B20 Νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), με εκδηλώσεις λοιμώδους και παρασιτικής νόσου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): HIV-1 λοίμωξη
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα (για παρατεταμένης αποδέσμευσης), με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 200 mg άμεσης αποδέσμευσης ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Δοσολογία έναρξης 200 mg άμεσης αποδέσμευσης ημερησίως για 14 ημέρες, ακολουθούμενη από 400 mg παρατεταμένης αποδέσμευσης μία φορά την ημέρα.
-
Ενήλικες (Έναρξη θεραπείας)Δόση200 mg άμεσης αποδέσμευσης ημερησίως για 14 ημέρες, ακολουθούμενα από 400 mg παρατεταμένης αποδέσμευσης μία φορά την ημέραΜέγ. δόση400 mg ημερησίωςΣε συνδυασμό με τουλάχιστον δύο αντιρετροϊκούς παράγοντες. Η αρχική περίοδος μειώνει τη συχνότητα εξανθήματος.
-
Ενήλικες (Αλλαγή από άμεσης αποδέσμευσης)Δόση400 mg παρατεταμένης αποδέσμευσης μία φορά την ημέραΜέγ. δόση400 mg ημερησίωςΑπό δοσολογικό σχήμα νεβιραπίνης άμεσης αποδέσμευσης δύο φορές την ημέρα. Χωρίς την αρχική περίοδο άμεσης αποδέσμευσης.
-
Παιδιά ≥ 3 ετών (βάσει κριτηρίων)Δόση400 mg παρατεταμένης αποδέσμευσης μία φορά την ημέραΑκολουθώντας το δοσολογικό σχήμα των ενηλίκων, εάν: ηλικίας ≥ 8 ετών και βάρους ≥ 43,8 kg, ή ηλικίας < 8 ετών και βάρους ≥ 25 kg, ή επιφάνειας σώματος ≥ 1,17 m2. Ελέγχεται η διαθεσιμότητα μικρότερων δισκίων.
-
Παιδιά < 3 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν έχουν τεκμηριωθεί. Να χρησιμοποιείται πόσιμο εναιώρημα άμεσης αποδέσμευσης.
-
Ηλικιωμένοι (> 65 ετών)Δεν έχει ειδικά μελετηθεί.
-
Ασθενείς που διακόπτουν τη λήψη > 7 ημερώνΠρέπει να αρχίσουν ξανά το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα ακολουθώντας την αρχική περίοδο θεραπείας των δύο εβδομάδων της νεβιραπίνης άμεσης αποδέσμευσης.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
ΥπερευαισθησίαΠληθυσμόςστη δραστική ουσία ή κάποιο από τα έκδοχα
-
Επαναχορήγηση μετά από οριστική διακοπήΠληθυσμόςασθενείς στους οποίους επιβλήθηκε η οριστική διακοπή λόγω σοβαρού εξανθήματος ή εξανθήματος που συνοδεύεται από γενικότερα συμπτώματα, αντιδράσεις υπερευαισθησίας ή κλινικής ηπατίτιδας, εξαιτίας της νεβιραπίνης
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (Child-Pugh C)Πληθυσμόςασθενείς
-
Επίπεδα ASAT ή ALAT > 5 ΑΦΤ προ της θεραπείαςΠληθυσμόςασθενείς
-
ΕπαναχορήγησηΠληθυσμόςασθενείς που είχαν προηγουμένως τιμές ASAT ή ALAT > 5ΑΦΤ κατά τη διάρκεια θεραπείας με νεβιραπίνη και είχαν επανεμφάνιση διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας κατά την επαναχορήγηση της νεβιραπίνης
-
Συγχορήγηση με φυτικά σκευάσματα που περιέχουν St John’s Wort (**Hypericum perforatum**)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Χρήση ως μονοθεραπείαπροσοχήΝα μη χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία
-
Δερματικές αντιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΠαρακολούθηση εντατικά για τις πρώτες 18 εβδομάδες. Διακοπή αν εμφανιστεί σοβαρό εξάνθημα ή εξάνθημα με γενικά συμπτώματα (πυρετός, φυσαλίδες, στοματικές βλάβες, επιπεφυκίτιδα, οίδημα προσώπου, μυϊκοί/αρθρικοί πόνοι, κακουχία), Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση ή αντίδραση υπερευαισθησίας με σπλαχνική συμμετοχή.
-
Υψηλές δόσεις νεβιραπίνηςπροσοχήΝα μη χορηγείται σε δόσεις μεγαλύτερες των συνιστώμενων.
-
ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με δερματικές και/ή ηπατικές αντιδράσειςΈχει παρατηρηθεί ραβδομυόλυση.
-
Συγχορήγηση πρεδνιζόνηςπροσοχήΗ ταυτόχρονη χρήση πρεδνιζόνης (40 mg/ημέρα για τις πρώτες 14 ημέρες χορήγησης νεβιραπίνης άμεσης αποδέσμευσης) δεν μειώνει το εξάνθημα και μπορεί να αυξήσει τη συχνότητα/βαρύτητα του εξανθήματος.
-
Παράγοντες κινδύνου για σοβαρές δερματικές αντιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΗ αδυναμία παρακολούθησης του αρχικού δοσολογικού σχήματος των 200mg/ημέρα και η μεγάλη καθυστέρηση στην αναζήτηση ιατρικής συμβουλής είναι παράγοντες κινδύνου. Οι γυναίκες έχουν υψηλότερο κίνδυνο.
-
Ενημέρωση ασθενών για εξάνθημαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΝα ενημερώνουν άμεσα τον γιατρό τους μετά την εμφάνιση οποιουδήποτε εξανθήματος και να αποφεύγουν την καθυστέρηση. Στενή παρακολούθηση για τις πρώτες 6 εβδομάδες.
-
Έναρξη Nevirapine/Νεβιραπίνη παρατεταμένης αποδέσμευσηςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΝα μην αρχίσουν Nevirapine/Νεβιραπίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης έως ότου οποιοδήποτε εξάνθημα που εμφανίστηκε κατά την αρχική περίοδο των 14 ημερών νεβιραπίνης άμεσης αποδέσμευσης αποδράμει.
-
Συνέχιση δοσολογικού σχήματος 200mg/ημέρα άμεσης αποδέσμευσηςπροσοχήΔεν πρέπει να συνεχισθεί περισσότερο από 28 ημέρες. Να αναζητηθεί εναλλακτική θεραπεία λόγω κινδύνου μειωμένης έκθεσης και αντοχής.
-
Ύποπτο εξάνθημαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΥποβολή σε λειτουργικές δοκιμασίες του ήπατος. Διακοπή μόνιμα της νεβιραπίνης αν ASAT ή ALAT > 5 ΑΦΤ.
-
ΗπατοτοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΣτενή παρακολούθηση τις πρώτες 18 εβδομάδες. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος τις πρώτες 6 εβδομάδες.
-
Αυξημένα επίπεδα ASAT ή ALAT > 2.5 AΦΤ και/ή συλλοίμωξη με ηπατίτιδα B/CπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς κατά την έναρξη της αντιρετροϊκής θεραπείαςΣυσχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Παράγοντες κινδύνου για ηπατικές αντιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςγυναίκες και ασθενείς με υψηλότερο αριθμό CD4 κυττάρωνΘηλυκό γένος και υψηλότερος αριθμός CD4 κυττάρων (> 250 κύτταρα/mm3 για γυναίκες, > 400 κύτταρα/mm3 για άνδρες με ανιχνεύσιμο HIV-1 RNA) συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο.
-
Ενημέρωση ασθενών για ηπατικές αντιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΝα ενημερώνονται ότι οι ηπατικές αντιδράσεις αποτελούν σοβαρή τοξική επίδραση, απαιτείται στενή παρακολούθηση τις πρώτες 18 εβδομάδες. Να διακόπτουν τη νεβιραπίνη και να αναζητούν άμεση ιατρική εκτίμηση (με ελέγχους ηπατικών λειτουργιών) αν εμφανίσουν συμπτώματα ηπατίτιδας.
-
ASAT ή ALAT ≥ 2,5 ΑΦΤπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΠιο συχνή παρακολούθηση των ηπατικών εξετάσεων. Να μη χορηγείται αν ASAT ή ALAT > 5 ΑΦΤ προ θεραπείας, μέχρι να σταθεροποιηθούν < 5 ΑΦΤ.
-
Πρόδρομα σημεία ή συμπτώματα ηπατίτιδαςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΝα επαγρυπνούν για ανορεξία, ναυτία, ίκτερο, χολερυθρινουρία, αχολικά κόπρανα, ηπατομεγαλία ή ευαισθησία στο ήπαρ και να αναζητούν άμεση ιατρική βοήθεια.
-
ASAT ή ALAT > 5 ΑΦΤ κατά τη διάρκεια θεραπείαςπροσοχήΆμεση διακοπή της νεβιραπίνης. Πιθανή επαναχορήγηση αν οι τιμές επιστρέψουν στις αρχικές και δεν υπήρχαν κλινικά συμπτώματα (με πιο συχνή παρακολούθηση). Αν επανεμφανιστούν διαταραχές, οριστική διακοπή.
-
Κλινική ηπατίτιδαπροσοχήΟριστική διακοπή της νεβιραπίνης. Δεν πρέπει να επαναχορηγείται σε ασθενείς στους οποίους απαιτήθηκε μόνιμη διακοπή λόγω κλινικής ηπατίτιδας από νεβιραπίνη.
-
Ηπατική νόσοςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές παθήσειςΗ ασφάλεια/αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B).
-
Χρόνια ηπατίτιδα Β ή CπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C που λαμβάνουν αντιρετροϊκή θεραπεία συνδυασμούΑυξημένος κίνδυνος για βαριές και δυνητικά θανατηφόρες ανεπιθύμητες ενέργειες από το ήπαρ. Να ληφθούν υπόψη οι πληροφορίες προϊόντος για τα ταυτόχρονα αντιιικά.
-
Προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία (συμπ. χρόνια ενεργό ηπατίτιδα)Αυξημένη συχνότητα διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας. Να παρακολουθούνται σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική. Εάν επιδεινωθεί η ηπατική νόσος, να εξετασθεί προσωρινή ή μόνιμη διακοπή.
-
Προφύλαξη μετά την Έκθεση (PEP)αντένδειξηΠληθυσμόςάτομα χωρίς HIV λοίμωξηΗ χρήση της νεβιραπίνης για PEP (μη εγκεκριμένη χρήση) πρέπει να αποφεύγεται αυστηρά λόγω βαριάς ηπατοτοξικότητας.
-
Μετάδοση HIVπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που έχουν επιμολυνθεί με HIV-1Η θεραπεία συνδυασμού με νεβιραπίνη δεν είναι θεραπευτική αγωγή. Ο υπολειπόμενος κίνδυνος μετάδοσης δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Ορμονικές μέθοδοι αντισύλληψηςπροσοχήΠληθυσμόςγυναίκες που λαμβάνουν Nevirapine/ΝεβιραπίνηΝα μη χρησιμοποιούνται ως μοναδική μέθοδος αντισύλληψης (εκτός DMPA) καθώς η νεβιραπίνη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις τους. Συστήνεται χρήση αντισύλληψης με φράγμα. Παρακολούθηση θεραπευτικού αποτελέσματος μετα-εμμηνοπαυσιακών ορμονών.
-
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροιπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΕνδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους, λιπιδίων, γλυκόζης. Παρακολούθηση λιπιδίων και γλυκόζης σύμφωνα με κατευθυντήριες οδηγίες. Αντιμετώπιση διαταραχών όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
ΟστεονέκρωσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προχωρημένη HIV λοίμωξη και/ή μακράς διάρκειας CARTΑναφέρθηκαν περιπτώσεις. Οι ασθενείς να ζητούν ιατρική συμβουλή αν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία ή δυσκολία στην κίνηση.
-
Σύνδρομο Επανεργοποίησης του Ανοσοποιητικού ΣυστήματοςπροσοχήΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκειαΕνδέχεται να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά/υπολειμματικά παθογόνα. Να εκτιμώνται φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία. Αυτοάνοσες διαταραχές έχουν αναφερθεί.
-
Συγχορήγηση με ριφαμπικίνη και άλλα αντιιικάπροσοχήΔεν συνιστάται συγχορήγηση με ριφαμπικίνη, εφαβιρένζη, κετοκοναζόλη, δελαβιρδίνη, ετραβιρίνη, ριλπιβιρίνη, ελβιτεγκραβίρη (με κομπισιστάτη), αταζαναβίρη (με ριτοναβίρη), βοσεπρεβίρη, φοσαβρεναβίρη (χωρίς χαμηλή δόση ριτοναβίρης).
-
ΚοκκιοκυτταροπενίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν νεβιραπίνη και ζιδοβουδίνη ταυτόχρονα (ειδικά παιδιατρικοί, με υψηλότερες δόσεις ζιδοβουδίνη, φτωχό απόθεμα μυελού των οστών, προχωρημένο HIV)Αυξημένος κίνδυνος. Να παρακολουθούνται στενά οι αιματολογικοί δείκτες.
-
ΛακτόζηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη (γαλακτοζαιμία, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης)Δεν πρέπει να λάβουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν (περιέχει 375 mg λακτόζης ανά μέγιστη προτεινόμενη δόση).
-
Κατάλοιπα στα κόπραναπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΝα διαβεβαιωθεί η έλλειψη επιπτώσεων στη θεραπευτική ανταπόκριση αν αναφερθεί εμφάνιση καταλοίπων στα κόπρανα που μοιάζουν με ανέπαφα δισκία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΔιδανοσίνη AUC ↔, Cmin ΔΠ, Cmax ↔. Δεν υπάρχουν αλλαγές.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
παρακολούθησηΔεν είναι αναστολέας των CYP450.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
παρακολούθησηΔεν ανέστειλε τις ισομορφές του κυτοχρώματος P450.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
παρακολούθησηΔεν υπάρχουν μεταβολές στη φαινόμενη κάθαρση και τον όγκο κατανομής της λαμιβουδίνης. Δεν υπάρχει επίδραση επαγωγής της νεβιραπίνης.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
παρακολούθησηΣταβουδίνη AUC ↔, Cmin ΔΠ, Cmax ↔. Επίπεδα νεβιραπίνης αμετάβλητα.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
ΤενοφοβίρηπαρακολούθησηΕπίπεδα πλάσματος τενοφοβίρης και νεβιραπίνης αμετάβλητα.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
προσοχήΖιδοβουδίνη AUC ↓, Cmax ↓. Αυξημένος κίνδυνος κοκκιοκυτταροπενίας.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης. Να παρακολουθούνται στενά οι αιματολογικοί δείκτες.
-
αντένδειξηΕφαβιρένζη AUC ↓, Cmin ↓, Cmax ↓.ΣύστασηΔεν συνιστάται λόγω επιπρόσθετης τοξικότητας και μη οφέλους στην αποτελεσματικότητα.
-
ΔελαβιρδίνηαντένδειξηΗ αλληλεπίδραση δεν έχει μελετηθεί.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση με NNRTIs δε συνιστάται.
-
αντένδειξηΜπορεί να προκαλέσει σημαντική μείωση στις συγκεντρώσεις της ετραβιρίνης στο πλάσμα και απώλεια της θεραπευτικής δράσης.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση με NNRTIs δε συνιστάται.
-
αντένδειξηΗ αλληλεπίδραση δεν έχει μελετηθεί.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση με NNRTIs δε συνιστάται.
-
αντένδειξηΑταζαναβίρη/ριτοναβίρη AUC ↓, Cmin ↓, Cmax ↓. Νεβιραπίνη AUC ↑, Cmin ↑, Cmax ↑.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
παρακολούθησηΔαρουναβίρη AUC ↑, Cmin ↔, Cmax ↑. Νεβιραπίνη AUC ↑, Cmin ↑, Cmax ↑.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
αντένδειξηΦοσαμπρεναβίρη AUC ↓, Cmin ↓, Cmax ↓. Νεβιραπίνη AUC ↑, Cmin ↑, Cmax ↑.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση, εάν η φοσαμπρεναβίρη δεν συγχορηγείται με ριτοναβίρη.
-
παρακολούθησηΦοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη AUC ↔, Cmin ↓, Cmax ↔. Νεβιραπίνη AUC ↑, Cmin ↑, Cmax ↑.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
Ελβιτεγκραβίρη, κομπισιστάτηαντένδειξηΗ κομπισιστάτη αναστέλλει ηπατικά ένζυμα. Πιθανή μεταβολή επιπέδων πλάσματος και των δύο φαρμάκων.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
παρακολούθησηΛόγω της μεταβολικής οδού, δεν αναμένεται αλληλεπίδραση.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
προσοχήΚλαριθρομυκίνη AUC ↓, Cmin ↓, Cmax ↓. Μεταβολίτης 14-ΟΗ κλαριθρομυκίνης AUC ↑, Cmax ↑. Μειωμένη συνολική δραστικότητα.ΣύστασηΝα εξεταστούν εναλλακτικές αγωγές (π.χ. αζιθρομυκίνη). Στενή παρακολούθηση για διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας.
-
προσοχήΝεβιραπίνη AUC ↑, Cmin ↑, Cmax ↑. Ριφαμπουτίνη AUC ↑, Cmax ↑.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης. Να επιδεικνύεται προσοχή λόγω υψηλής μεταβλητότητας και κινδύνου τοξικότητας.
-
αντένδειξηΝεβιραπίνη AUC ↓, Cmin ↓, Cmax ↓.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
προσοχήΦλουκοναζόλη AUC ↔, Cmin ↔, Cmax ↔. Έκθεση νεβιραπίνης ↑100%.ΣύστασηΝα επιδεικνύεται προσοχή και οι ασθενείς να παρακολουθούνται στενά.
-
προσοχήΙτρακοναζόλη AUC ↓, Cmin ↓, Cmax ↓. Δεν επηρεάζονται οι παράμετροι της νεβιραπίνης.ΣύστασηΝα εξεταστεί αύξηση της δόσης της ιτρακοναζόλης.
-
αντένδειξηΚετοκοναζόλη AUC ↓, Cmin ΔΠ, Cmax ↓. Επίπεδα νεβιραπίνης ↑.ΣύστασηΣυνιστάται να μην συγχορηγούνται ταυτόχρονα.
-
ΑδεφοβίρηπαρακολούθησηΜικρός ανταγωνισμός in vitro (χωρίς κλινική επιβεβαίωση). Δεν επηρεάζει τις ισομορφές CYP.ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
ΒοσεπρεβίρηαντένδειξηΜεταβολίζεται εν μέρει από το CYP3A4/5. Συγχορήγηση με επαγωγείς θα μπορούσε να μειώσει την έκθεση. Μειωμένες ελάχιστες συγκεντρώσεις πλάσματος.ΣύστασηΔε συνιστάται η συγχορήγηση.
-
παρακολούθησηΔεν είναι υπόστρωμα, επαγωγέας ή αναστολέας των ενζύμων CYP450.ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
Ιντερφερόνες (πεγκυλιωμένες ιντερφερόνες άλφα 2a και άλφα 2b)παρακολούθησηΔεν έχουν γνωστή επίδραση στο CYP3A4 ή το 2B6.ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
παρακολούθησηΜικρός ανταγωνισμός in vitro (χωρίς κλινική επιβεβαίωση). Δεν αναστέλλει ένζυμα P450.ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
προσοχήΜεταβολίζεται από το CYP3A και είναι υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης. Μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της τελαπρεβίρης στο πλάσμα.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή. Να εξεταστεί προσαρμογή της δόσης της τελαπρεβίρης.
-
παρακολούθησηΔεν είναι υπόστρωμα, επαγωγέας ή αναστολέας του ενζυμικού συστήματος CYP450.ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
παρακολούθησηΔεν παρατηρείται σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της σιμετιδίνης. Νεβιραπίνη Cmin ↑.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
προσοχήΣύνθετη αλληλεπίδραση, με πιθανότητα αυξήσεων ή μειώσεων στο χρόνο πήξης.ΣύστασηΕπιβάλλεται στενή παρακολούθηση των επιπέδων της αντιπηκτικής δράσης.
-
Οξική μεδροξυπρογεστερόνη (DMPA)παρακολούθησηDMPA AUC ↔, Cmax ↔, Cmin ↔. Νεβιραπίνη AUC ↑, Cmax ↑. Δεν επηρεάζονται οι επιδράσεις καταστολής της ωορρηξίας.ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
Αιθινυλοιστραδιόλη (EE)προσοχήEE AUC ↓, Cmax ↔.ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μοναδική μέθοδος αντισύλληψης.
-
Νορεθινδρόνη (NET)προσοχήNET AUC ↓, Cmax ↓.ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μοναδική μέθοδος αντισύλληψης.
-
προσοχήΜεθαδόνη AUC ↓, Cmax ↓. Πιθανές εκδηλώσεις στέρησης.ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για εκδηλώσεις στέρησης και η δόση της μεθαδόνης να τροποποιείται καταλλήλως.
-
St John's Wort (βαλσαμόχορτο)αντένδειξηΜείωση των επιπέδων νεβιραπίνης λόγω επαγωγής ενζύμων.ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγούνται. Ελέγξτε τα επίπεδα νεβιραπίνης και διακόψτε το St John's Wort. Η δόση νεβιραπίνης μπορεί να χρειαστεί τροποποίηση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κοκκιοκυτταροπενία (Όχι συχνές)
- Θρομβοκυτοπενία (Μη γνωστές)
- Αναιμία
- Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασης, του αγγειοοιδήματος και της κνίδωσης) (Όχι συχνές)
- Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινιφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) (Όχι συχνές)
- Φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα (IRIS) (Μη γνωστές)
- Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) (Μη γνωστές)
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Κεφαλαλγία
- Περιφερική νευροπάθεια (Μη γνωστές)
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- Ίκτερος (Όχι συχνές)
- Κεραυνοβόλος ηπατίτιδα (η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος) (Όχι συχνές)
- Ηπατίτιδα (συμπεριλαμβανομένης σοβαρής και απειλητικής για τη ζωή ηπατοτοξικότητας) (Σπάνιες)
- Ηπατίτιδα (συμπεριλαμβανομένης σοβαρής και απειλητικής για τη ζωή ηπατοτοξικότητας) (Συχνές)
- Σύνδρομα ηπατικής - νεφρικής ανεπάρκειας (Μη γνωστές)
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson/τοξική επιδερμική νεκρόλυση (η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος) (Όχι συχνές)
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Οστεονέκρωση
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Μη φυσιολογικός λειτουργικός έλεγχος ήπατος (αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης, αυξημένες τρανσαμινάσες, αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση, αυξημένα ηπατικά ένζυμα, υπερτρανσαμιναιμία) (Όχι συχνές)
- Μειωμένος φώσφορος αίματος (Όχι συχνές)
- Μη φυσιολογικός λειτουργικός έλεγχος ήπατος (αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης, αυξημένες τρανσαμινάσες, αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση, αυξημένα ηπατικά ένζυμα, υπερτρανσαμιναιμία) (Συχνές)
- Μειωμένος φώσφορος αίματος (Συχνές)
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση (Συχνές)
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Αυξημένο σωματικό βάρος (Μη γνωστές)
- Αυξημένα επίπεδα λιπιδίων (Μη γνωστές)
- Αυξημένα επίπεδα γλυκόζης (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσεςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣυχνέςΗπατοτοξικότηταΉπαρ
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένος φώσφορος αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΥπερτρανσαμιναιμίαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΚεραυνοβόλος ηπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοκκιοκυτταροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Stevens-Johnson/τοξική επιδερμική νεκρόλυση (η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος)Διαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασης, του αγγειοοιδήματος και της κνίδωσης)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΦαρμακευτική αντίδραση με ηωσινιφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα γλυκόζηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα λιπιδίωνΜεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυτοάνομη ηπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΝόσος του GravesΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΟστεονέκρωσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο φλεγμονώδους αντίδρασης ανοσοαποκατάστασηςΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΝα χρησιμοποιείται εναλλακτική/συμπληρωματική αντισύλληψηΟι γυναίκες που επιθυμούν να τεκνοποιήσουν δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν από του στόματος αντισυλληπτικά ως μοναδική μέθοδο αντισύλληψης, εφόσον η νεβιραπίνη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις πλάσματος αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων.
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν κατάλληλες και καλά τεκμηριωμένες μελέτες σε εγκύους γυναίκες. Προσοχή θα πρέπει να δίδεται όταν συνταγογραφείται νεβιραπίνη σε εγκύους γυναίκες. Καθώς η ηπατοτοξικότητα είναι πιο συχνή σε γυναίκες με μετρήσεις CD4 κυττάρων πάνω από 250 κύτταρα/mm3 με ανιχνεύσιμο HIV-1 RNA πλάσματος (50 ή περισσότερα αντίγραφα/ml), αυτές οι συνθήκες θα πρέπει να ληφθούν υπόψη σε απόφαση θεραπείας.
-
ΘηλασμόςΑντενδείκνυταιΗ νεβιραπίνη εύκολα διασχίζει τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Συνιστάται, οι μητέρες που έχουν μολυνθεί με HIV να μη θηλάζουν τα παιδιά τους προς αποφυγή πιθανής μετάδοσης του HIV και μητέρες που λαμβάνουν νεβιραπίνη θα πρέπει να διακόπτουν το θηλασμό.
-
ΓονιμότηταΕνδείξεις μειωμένης γονιμότηταςΣε τοξικολογικές μελέτες αναπαραγωγής, ενδείξεις μειωμένης γονιμότητας εμφανίσθηκαν σε επίμυες.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- οίδημα
- οζώδες ερύθημα
- κόπωση
- πυρετός
- πονοκέφαλος
- αϋπνία
- ναυτία
- πνευμονικές διηθήσεις
- εξάνθημα
- ίλιγγος
- έμετος
- αύξηση των τρανσαμινασών
- απώλεια βάρους
- ήπια μεμονωμένη ουδετεροπενία
- υπερλακτιναιμία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιικά για συστηματική χρήση, μη - νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC J05AG01.
Μηχανισμός δράσης
Η νεβιραπίνη είναι ένας μη νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI) του HIV-1. Είναι ένας μη-ανταγωνιστικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης του HIV-1, αλλά δεν έχει βιολογικώς σημαντική ανασταλτική επίδραση στην ανάστροφη μεταγραφάση του HIV-2 ή στις DNA πολυμεράσες α,β,γ, ή δ των ευκαρυωτικών κυττάρων.
In vitro αντιιική δραστικότητα
H νεβιραπίνη έχει μια διάμεση τιμή EC50 (συγκέντρωση που προκαλεί 50% αναστολή) 63 nM έναντι μιας ομάδας Μ HIV-1 στελεχών και των κυκλοφορούντων ανασυνδυασμένων μορφών (CRF). Σε μια ομάδα 2.923 κλινικών στελεχών του κυρίαρχου υποτύπου Β HIV-1, η διάμεση τιμή EC50 ήταν 90 nM. Η αντιιική δραστηριότητα της νεβιραπίνης μετράται σε μονοπύρηνα κύτταρα του περιφερικού αίματος, σε μακροφάγα προερχόμενα από μονοκύτταρα ή σε λεμφοβλαστικές κυτταρικές σειρές. Η νεβιραπίνη δεν έδειξε καθόλου αντιική δραστηριότητα σε κυτταρική καλλιέργεια έναντι της ομάδας Ο στελεχών HIV-1 και στελεχών HIV-2.
Η νεβιραπίνη σε συνδυασμό με εφαβιρένζη έδειξε ισχυρή in vitro ανταγωνιστική αντι-HIV-1 δραστικότητα (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ήταν προσθετικά ανταγωνιστική με τον αναστολέα της πρωτεάσης ριτοναβίρη ή τον αναστολέα σύντηξης ενφουβιρτίδη. Η νεβιραπίνη έδρασε προσθετικά στην συνεργική αντι-HIV-1 δραστικότητα σε συνδυασμό με τους αναστολείς της πρωτεάσης (αμπρεναβίρη, αταζαναβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη, σακουιναβίρη και τιπραναβίρη) και τους NRTIs (αβακαβίρη, διδανοσίνη, εμτρισιταβίνη, λαμιβουδίνη, σταβουδίνη, τενοφοβίρη και ζιδοβουδίνη). Την αντι-HIV-1 δραστικότητα της νεβιραπίνης ανταγωνίζονταν in vitro το αντι-HBV φαρμακευτικό προϊόν adefovir και το αντι-HCV φαρμακευτικό προϊόν ριμπαβιρίνη.
Αντοχή
Στελέχη του HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία (100-250 φορές) στη νεβιραπίνη έχουν αναπτυχθεί σε κυτταρική καλλιέργεια. Γονοτυπική ανάλυση έδειξε μεταλλάξεις στα γονίδια Υ181C και/ή V106A του HIV-1 RT. Ο χρόνος ανάπτυξης αντοχής δε μεταβλήθηκε όταν η επιλογή περιέλαβε τη νεβιραπίνη σε συνδυασμό με άλλους NNRTI. Γονοτυπική ανάλυση από ασθενείς με ιολογική αποτυχία έδειξε ανθεκτικές υποκαταστάσεις σε NNRTI όπως Y181C, K101E, G109A/S, K103N, V106A/M, V108I, Y188C/L, A98G, F227L και M230L. Παρόμοιες ανθεκτικές μεταλλάξεις παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που διέκοψαν τη μελέτη VERxVE λόγω ιολογικής ανεπάρκειας, με τις πιο συχνές να είναι Y181C (αντοχή στην εφαβιρένζη) και αντοχή στην ετραβιρίνη.
Διασταυρούμενη αντοχή
Ταχεία ανάπτυξη στελεχών του HIV που εμφανίζουν διασταυρούμενη αντοχή στους αναστολείς τύπου NNRTI έχει παρατηρηθεί in vitro. Μετά από ιολογική αποτυχία στη νεβιραπίνη αναμένεται διασταυρούμενη αντοχή στη δελαβιρδίνη και εφαβιρένζη. Ανάλογα με τα αποτελέσματα του ελέγχου αντοχής, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακολούθως ένα θεραπευτικό σχήμα που περιέχει ετραβιρίνη. Διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ της νεβιραπίνης και αναστολέων πρωτεάσης του HIV, αναστολέων ιντεγκράσης του HIV ή αναστολέων εισόδου του HIV δεν είναι πιθανή διότι τα εμπλεκόμενα ένζυμα-στόχοι είναι διαφορετικά. Ομοίως, η πιθανότητα για διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ της νεβιραπίνης και των νουκλεοσιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTIs) είναι χαμηλή.
Κλινικά αποτελέσματα
Η νεβιραπίνη έχει αξιολογηθεί τόσο σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία όσο και σε ασθενείς οι οποίοι είχαν υποβληθεί στο παρελθόν σε θεραπεία.
Κλινικές μελέτες με δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης: Η VERxVE (μελέτη 1100.1486) ήταν μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, διπλά-εικονική μελέτη φάσης 3 σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία. Οι ασθενείς έλαβαν νεβιραπίνη 200mg δισκία άμεσης αποδέσμευσης μία φορά την ημέρα για 14 ημέρες και μετά τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν νεβιραπίνη 200mg δισκία άμεσης αποδέσμευσης δύο φορές την ημέρα ή νεβιραπίνη 400mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης μία φορά την ημέρα. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν τενοφοβίρη + εμτρισιταβίνη ως βασική θεραπεία.
Στην εβδομάδα 48, η ιολογική απόκριση (HIV-1 RNA<50 αντίγραφα/ml) ήταν 75,9% για την ομάδα άμεσης αποδέσμευσης και 81,0% για την ομάδα παρατεταμένης αποδέσμευσης. Η μέση αλλαγή από τις αρχικές τιμές του αριθμού των CD4 κυττάρων ήταν 184 κύτταρα/mm3 και 197 κύτταρα/mm3 αντίστοιχα.
Η TRANxITION (μελέτη 1100.1526) ήταν μια ανοικτής ετικέτας μελέτη σε ασθενείς που άλλαξαν από δισκία νεβιραπίνης άμεσης αποδέσμευσης δύο φορές την ημέρα σε δισκία νεβιραπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης μία φορά την ημέρα. Στις 24 εβδομάδες μετά την τυχαιοποίηση, 92,6% και 93,6% των ασθενών που έλαβαν νεβιραπίνη άμεσης και παρατεταμένης αποδέσμευσης αντίστοιχα, εξακολούθησαν να έχουν HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Τα αποτελέσματα από μια ανάλυση 48 εβδομάδων της μελέτης ΒΙ 1100.1368 επιβεβαίωσαν ότι οι δόσεις των 4/7 mg/kg και 150 mg/m2 στις ομάδες που λάμβαναν νεβιραπίνη ήταν καλώς ανεκτές και αποτελεσματικές. Σημειώθηκε βελτίωση στο ποσοστό των CD4+ κυττάρων και μείωση του ιικού φορτίου.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την εναλλακτική χρήση για τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 400mg και τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 100 mg.
Απορρόφηση
Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα της νεβιραπίνης όταν χορηγείται ως ένα δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης νεβιραπίνης 400 mg, σε σχέση με τα δισκία άμεσης αποδέσμευσης νεβιραπίνης 200mg, ήταν περίπου 75%. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος της νεβιραπίνης ήταν 2.060 ng/ml μετρημένη κατά μέσο όρο 24,5 ώρες μετά τη χορήγηση των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης νεβιραπίνης 400mg.
Η τιμή AUC0-24,ss της νεβιραπίνης και η Cmin,ss μετρημένες μετά από 19 ημέρες χορήγησης σε κατάσταση νηστείας των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης νεβιραπίνης 400mg μία φορά την ημέρα ήταν περίπου 80% και 90%, αντίστοιχα, των AUC0-24,ss και Cmin,ss μετρημένες όταν οι ασθενείς έλαβαν δισκία άμεσης αποδέσμευσης νεβιραπίνης 200 mg δύο φορές την ημέρα. Ο γεωμετρικός μέσος Cmin,ss της νεβιραπίνης ήταν 2.770 ng/ml.
Όταν η νεβιραπίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης χορηγείται με ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά, η τιμή AUC0-24,ss της νεβιραπίνης και η Cmin,ss ήταν περίπου 94% και 98% αντίστοιχα, μετρημένες όταν οι ασθενείς έλαβαν δισκία νεβιραπίνης άμεσης αποδέσμευσης. Η διαφορά στη φαρμακοκινητική της νεβιραπίνης που παρατηρήθηκε όταν νεβιραπίνη δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης χορηγήθηκαν με άδειο ή με γεμάτο στομάχι δε θεωρείται κλινικά σχετική. Τα δισκία νεβιραπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορεί να ληφθούν με ή χωρίς τροφή. Ορισμένοι ασθενείς έχουν αναφέρει την εμφάνιση καταλοίπων στα κόπρανα που μπορεί να μοιάζουν με ανέπαφα δισκία, χωρίς να επηρεάζεται η θεραπευτική ανταπόκριση.
Κατανομή
Η νεβιραπίνη είναι λιπόφιλη και ουσιαστικά μη ιονιζόμενη σε φυσιολογικό pH. Ο όγκος κατανομής (Vdss) της νεβιραπίνης ήταν 1,21±0,09 l/kg, υποδεικνύοντας ευρεία κατανομή. Η νεβιραπίνη διέρχεται εύκολα τον πλακούντα και ανευρίσκεται στο μητρικό γάλα. Η νεβιραπίνη συνδέεται περίπου 60% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε συγκεντρώσεις στο πλάσμα από 1-10 μg/ml. Οι συγκεντρώσεις της νεβιραπίνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό του ανθρώπου ήταν 45% (±5%) των συγκεντρώσεων στο πλάσμα.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Η νεβιραπίνη βιομετατρέπεται εκτεταμένα μέσω (οξειδωτικού) μεταβολισμού από το κυτόχρωμα Ρ450 σε αρκετούς υδροξυλιωμένους μεταβολίτες. Ο οξειδωτικός μεταβολισμός της νεβιραπίνης γίνεται κυρίως μέσω ισοενζύμων του κυτοχρώματος Ρ450, από την οικογένεια CYP3A, αν και άλλα ισοένζυμα μπορεί να έχουν κάποιο δευτερεύοντα ρόλο. Περίπου 91,4±10,5% της ραδιοσημασμένης δόσης ανιχνεύθηκε, με τα ούρα (81,3±11,1%) να αντιπροσωπεύουν την κύρια οδό απέκκρισης συγκρινόμενη με εκείνη των κοπράνων (10,1±1,5%). Ποσοστό μεγαλύτερο του 80% της ραδιενέργειας στα ούρα προήρχετο από σύμπλοκα γλυκουρονιδίων των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών. Ο μεταβολισμός από το κυτόχρωμα Ρ450, η σύζευξη με γλυκουρονίδια και η νεφρική απέκκριση μέσω των συνδεδεμένων με γλυκουρονίδια μεταβολιτών, αντιπροσωπεύουν την κύρια οδό βιομετασχηματισμού και αποβολής. Η νεφρική απέκκριση παίζει μικρό ρόλο στην απομάκρυνση του αρχικού φαρμάκου (<5% της ραδιενέργειας στα ούρα). Η νεβιραπίνη έχει δειχθεί ότι είναι επαγωγέας των μεταβολικών ενζύμων του ηπατικού κυτοχρώματος Ρ450. Η φαρμακοκινητική της αυτοεπαγωγής χαρακτηρίζεται από μια κατά προσέγγιση αύξηση 1,5 έως 2 φορές στη φαινόμενη κάθαρση της νεβιραπίνης (από το στόμα) καθώς η αγωγή συνεχίζεται από μια μονή δόση σε δύο έως τέσσερις εβδομάδες δοσολογία με 200-400 mg/ημέρα. Η αυτοεπαγωγή επίσης έχει ως αποτέλεσμα μια αντίστοιχη μείωση της τελικής φάσης του χρόνου ημιζωής της νεβιραπίνης στο πλάσμα από περίπου 45 ώρες (εφάπαξ δόση) σε περίπου 25-30 ώρες μετά πολλαπλές δόσεις 200-400 mg/ημέρα.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η νεφρική ανεπάρκεια (ήπια, μέτρια και σοβαρή) είχε ως αποτέλεσμα τη μη σημαντική αλλαγή της φαρμακοκινητικής της νεβιραπίνης. Ασθενείς με ESRD, που χρειάζονται αιμοδιάλυση, υπέδειξαν μείωση κατά 43,5% της AUC της νεβιραπίνης. Υπήρξε, επίσης, άθροιση στο πλάσμα των υδροξυ-μεταβολιτών της νεβιραπίνης. Τα δισκία νεβιραπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ίνωση (Ishak 1-4), η πολλαπλή δόση της φαρμακοκινητικής διάθεσης της νεβιραπίνης και οι 5 μεταβολίτες οξείδωσης δεν μεταβλήθηκαν. Περίπου 15% αυτών των ασθενών είχαν ελάχιστα επίπεδα νεβιραπίνης σε συγκεντρώσεις πάνω από 9.000 ng/ml. Σε μία μελέτη μεμονωμένης δόσης, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση στην AUC της νεβιραπίνης σε έναν ασθενή με Child-Pugh B με ασκίτη. Τα δισκία νεβιραπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν έχουν εκτιμηθεί σε άτομα με ηπατική ανεπάρκεια.
Φύλο
Οι γυναίκες ασθενείς έδειξαν 13,8% χαμηλότερη κάθαρση της νεβιραπίνης από ότι οι άντρες ασθενείς (δεν θεωρείται κλινικά σχετική). Οι γυναίκες ασθενείς τείνουν να έχουν υψηλότερες κατώτερες συγκεντρώσεις (περίπου 20-30%) στις ομάδες θεραπείας με νεβιραπίνη παρατεταμένης και άμεσης αποδέσμευσης.
Ηλικιωμένοι
Η φαρμακοκινητική της νεβιραπίνης σε ενήλικες δεν φαίνεται να αλλάζει με την ηλικία (εύρος 18-68 ετών). Δεν έχει συγκεκριμένα μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η κάθαρση της νεβιραπίνης αυξανόταν με την αύξηση της ηλικίας με τρόπο σύμφωνο με την αύξηση της επιφάνειας σώματος. Η δόση των 150 mg/m2 της νεβιραπίνης BID εμφάνισε γεωμετρικό μέσο ή μέσες κατώτατες συγκεντρώσεις νεβιραπίνης μεταξύ 4-6 μg/ml. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της νεβιραπίνης σε παιδιά κάτω των 3 μηνών ήταν μεταξύ του εύρους που παρατηρήθηκε σε ενήλικες, αλλά παρουσίαζαν μεγαλύτερες διακυμάνσεις. Για τη νεβιραπίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης σε παιδιά 3 έως < 18 ετών, τα ποσοστά γεωμετρικού μέσου σε σχέση με τη νεβιραπίνη άμεσης αποδέσμευσης ήταν ~90% για την Cmin,ss και την AUC0-24,ss.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιικά για συστηματική χρήση, μη - νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC J05AG01. ### Μηχανισμός δράσης Η νεβιραπίνη είναι ένας **μη νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Αμινοτρανσφεράση ασπαρτικού (AST) · πριν την έναρξη, κάθε δύο εβδομάδες κατά τη διάρκεια των πρώτων 2 μηνών, τον 3ο μήνα και μετά ανά τακτά διαστήματα
- Αμινοτρανσφεράση αλανίνης (ALT) · πριν την έναρξη, κάθε δύο εβδομάδες κατά τη διάρκεια των πρώτων 2 μηνών, τον 3ο μήνα και μετά ανά τακτά διαστήματα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Ύποπτο εξάνθημα σχετιζόμενο με νεβιραπίνη |
| προσεκτική παρακολούθηση | Πρώτες 18 εβδομάδες θεραπείας | ||
| — | Εμφάνιση σημείων/συμπτωμάτων ηπατίτιδας ή υπερευαισθησίας | ||
| πιο συχνά κατά τη διάρκεια τακτικών επισκέψεων στην κλινική | ASAT ή ALAT ≥ 2,5 ΑΦΤ | ||
| Αιματολογικοί δείκτες | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | στενά | Συγχορήγηση νεβιραπίνης και ζιδοβουδίνης |
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | σύμφωνα με τις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV | — |
| Λιπίδια αίματος | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | σύμφωνα με τις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV | — |
| Θεραπευτικό αποτέλεσμα ορμονών | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | — | Χρήση μετα-εμμηνοπαυσιακών ορμονών |
| Αντιδράσεις υπερευαισθησίας | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | εντατικά κατά τη διάρκεια των πρώτων 18 εβδομάδων | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Εξάνθημα | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | στενά | Εμφάνιση μεμονωμένου εξανθήματος |
| Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | εντατικά κατά τη διάρκεια των πρώτων 18 εβδομάδων | — |
| Σύνδρομο Stevens-Johnson | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | εντατικά κατά τη διάρκεια των πρώτων 18 εβδομάδων | — |
| Τοξική επιδερμική νεκρόλυση | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | εντατικά κατά τη διάρκεια των πρώτων 18 εβδομάδων | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η νευραπερίνη είναι ένας μη-νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (nNRTI) με δράση κατά του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας Τύπου 1 (HIV-1). Η νευραπερίνη δεν αναστέλλει την ανάστροφη μεταγραφάση του HIV-2 ούτε τις DNA πολυμεράσες των ευκαρυωτικών κυττάρων (όπως οι ανθρώπινες DNA πολυμεράσες άλφα, βήτα ή σίγμα).
Η νευραπερίνη συνταγογραφείται γενικά μόνο αφού το ανοσοποιητικό σύστημα έχει εξασθενήσει και οι λοιμώξεις έχουν γίνει εμφανείς. Λαμβάνεται πάντα με τουλάχιστον ένα άλλο φάρμακο για τον HIV, όπως η ρετροβιρίνη ή η ντιντοξιδίνη.
Ο ιός μπορεί να αναπτύξει αντίσταση στη νευραπερίνη εάν το φάρμακο λαμβάνεται μόνο του, αν και ακόμη και με σωστή χρήση, η νευραπερίνη είναι αποτελεσματική μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η νευραπερίνη συνδέεται απευθείας στην ανάστροφη μεταγραφάση (RT) και αναστέλλει τις δραστηριότητες DNA πολυμεράσης εξαρτώμενης από RNA και DNA, προκαλώντας διαταραχή του καταλυτικού κέντρου του ενζύμου. Η δράση της νευραπερίνης δεν ανταγωνίζεται με το πρότυπο ή τα νουκλεοσιδικά τριφωσφορικά.
Η θέση σύνδεσης της νευραπερίνης στην ανάστροφη μεταγραφάση του HIV-1 βρίσκεται κοντά, αλλά όχι στο προτεινόμενο σημείο ενεργού πολυμερισμού, σε μια βαθιά κοιλότητα που βρίσκεται μεταξύ των β-πτυχωτών φύλλων των υπομονάδων παλάμης και της βάσης του αντίχειρα του ενζύμου p66. Απουσία νευραπερίνης, η σύνδεση του δεοξυνονουκλεοσιδικού τριφωσφορικού στο σύμπλοκο πρότυπου-ανάστροφης μεταγραφάσης οδηγεί σε αλλαγή της διαμόρφωσης της ανάστροφης μεταγραφάσης. Αυτή η διαμορφωτική αλλαγή ακολουθείται από μια χημική αντίδραση εξαρτώμενη από μαγνήσιο, στην οποία το δεοξυνονουκλεοσιδικό τριφωσφορικό ενσωματώνεται στο νεοσχηματιζόμενο ιικό DNA· η διαμορφωτική αλλαγή φαίνεται να είναι το βραδύ βήμα της καταλυτικής δράσης της ανάστροφης μεταγραφάσης στον σχηματισμό του ιικού DNA. Η νευραπερίνη δεν φαίνεται να έχει σημαντική επίδραση στον ρυθμό ή τη σταθερά ισορροπίας της διαμορφωτικής αλλαγής, αλλά μπορεί να επιβραδύνει τη χημική αντίδραση, η οποία στη συνέχεια γίνεται το βραδύ βήμα της καταλυτικής αλληλουχίας. Όταν η νευραπερίνη συνδέεται στο σύμπλοκο πρότυπου-ανάστροφης μεταγραφάσης, μπορεί να συμβούν αλλαγές στη θέση των καρβοξυλικών ομάδων του ασπαρτικού οξέος στην ανάστροφη μεταγραφάση, έτσι ώστε τα ιόντα μαγνησίου να μην είναι σωστά ευθυγραμμισμένα για την αποτελεσματική διεξαγωγή της χημικής αντίδρασης, και η αντίδραση επιβραδύνεται. Επομένως, αν και το σύμπλοκο νευραπερίνης-ανάστροφης μεταγραφάσης-προτύπου μπορεί να συνεχίσει να δεσμεύει δεοξυνονουκλεοσιδικό τριφωσφορικό και να καταλύει την ενσωμάτωσή του στο νεοσχηματιζόμενο ιικό DNA, φαίνεται να το κάνει με βραδύτερο ρυθμό.
Ο μηχανισμός δράσης της νευραπερίνης διαφέρει από αυτόν των αναστολέων νουκλεοσιδικής ανάστροφης μεταγραφάσης (π.χ., αμπακαβίρη, διδοξίνη, λαμιβουδίνη, σταβουδίνη, ζαλσιταβίνη, ζιδοβουδίνη). Οι νουκλεοσιδικοί αντιρετροϊκοί παράγοντες απαιτούν ενδοκυτταρική μετατροπή σε τριφωσφορικά μεταβολιτά, τα οποία στη συνέχεια ανταγωνίζονται τα φυσικά απαντώμενα δεοξυνονουκλεοσιδικά τριφωσφορικά για ενσωμάτωση στο ιικό DNA από την ανάστροφη μεταγραφάση και προκαλούν πρόωρο τερματισμό της αλυσίδας του ιικού DNA, αποτρέποντας περαιτέρω φωσφοδιεστερικούς δεσμούς 5’ προς 3’. Η νευραπερίνη, ωστόσο, είναι μη ανταγωνιστική ως προς τη δέσμευση του προτύπου-εκκινητή ή του νουκλεοσιδικού τριφωσφορικού και είναι ειδική για την ανάστροφη μεταγραφάση του HIV-1. Το φάρμακο συνδέεται απευθείας στην ετεροδιμερική ανάστροφη μεταγραφάση του HIV-1 και φαίνεται να αναστέλλει τις δραστηριότητες RNA- και DNA-εξαρτώμενης DNA πολυμεράσης του ιού, διαταράσσοντας το καταλυτικό κέντρο του ενζύμου.
Η νευραπερίνη διεισδύει στο κύτταρο και συνδέεται στην ανάστροφη μεταγραφάση δίπλα στο καταλυτικό κέντρο. Αυτό προκαλεί διαμορφωτικές αλλαγές που αδρανοποιούν το ένζυμο. Η αντίσταση αναπτύσσεται γρήγορα σε κύτταρα που εκτίθενται σε νευραπερίνη. Η υψηλού επιπέδου αντίσταση σχετίζεται με μεταλλάξεις στα κωδικόνια 101, 103, 106, 108, 135, 181, 188 και 190 της ανάστροφης μεταγραφάσης. Μια μεμονωμένη μετάλλαξη είτε στο κωδικόνιο 103 είτε στο 181 μειώνει την ευαισθησία περισσότερο από 100 φορές. Η διασταυρούμενη αντίσταση μπορεί να επεκταθεί σε όλους τους εγκεκριμένους από τον FDA αναστολείς μη νουκλεοσιδικής ανάστροφης μεταγραφάσης, ειδικά με τη μετάλλαξη στο κωδικόνιο 103.
Η νευραπερίνη είναι ένας εξαιρετικά ειδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης του HIV-1, και τα αποτελέσματα in vitro μελετών υποδεικνύουν ότι η νευραπερίνη δεν φαίνεται να αναστέλλει τις κυτταρικές DNA πολυμεράσες, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπινων άλφα, βήτα, γάμμα ή δέλτα-πολυμερασών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η νευραπερίνη απορροφάται εύκολα (πάνω από 90%) μετά από από του στόματος χορήγηση σε υγιείς εθελοντές και ενήλικες με λοίμωξη HIV-1. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα σε υγιείς ενήλικες μετά από χορήγηση μίας δόσης είναι 93 ± 9% (μέσος όρος ± Τυπική Απόκλιση) για δισκίο 50 mg και 91 ± 8% για το πόσιμο διάλυμα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις νευραπερίνης στο πλάσμα των 2 ± 0.4 mcg/mL (7.5 micromolar) επιτεύχθηκαν εντός 4 ωρών μετά από μία εφάπαξ δόση 200 mg. Τα δισκία και η πόσιμη ανάρτηση νευραπερίνης έχουν αποδειχθεί συγκρίσιμα βιοδιαθέσιμα και εναλλάξιμα σε δόσεις έως 200 mg. Όταν το δισκίο χορηγείται με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά, η έκταση απορρόφησης είναι συγκρίσιμη με αυτήν της νηστείας.
Έτσι, ο μεταβολισμός μέσω κυτοχρώματος P450, η συζεύξη με γλυκουρονικό οξύ και η νεφρική απέκκριση μεταβολιτών που έχουν συζευχθεί με γλυκουρονικό οξύ αντιπροσωπεύουν την κύρια οδό βιομετασχηματισμού και κάθαρσης της νευραπερίνης στον άνθρωπο. Μόνο ένα μικρό κλάσμα (<5%) της ραδιενέργειας στα ούρα (που αντιπροσωπεύει <3% της συνολικής δόσης) αποτελούνταν από την μητρική ουσία. Επομένως, η νεφρική απέκκριση παίζει δευτερεύοντα ρόλο στην κάθαρση της μητρικής ουσίας.
1.21 ± 0.09 L/kg [φαινομενικός όγκος κατανομής, υγιείς ενήλικες, IV]. Η νευραπερίνη μπορεί να περάσει τον πλακούντα και βρίσκεται στο μητρικό γάλα.
Η νευραπερίνη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα και έχει βρεθεί στο μητρικό γάλα. Ο λόγος CSF-πλάσματος για τη νευραπερίνη είναι περίπου 0.45.
Η νευραπερίνη απορροφάται εύκολα (πάνω από 90%) μετά από από του στόματος χορήγηση σε υγιείς ενήλικες ή ενήλικες που έχουν μολυνθεί με HIV. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της νευραπερίνης σε 12 υγιείς ενήλικες ήταν 93% μετά από χορήγηση ενός εφάπαξ δισκίου 30 mg ή 91% μετά από χορήγηση του πόσιμου διαλύματος του φαρμάκου. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις νευραπερίνης στο πλάσμα κατά μέσο όρο 2 ug/mL επιτυγχάνονται εντός 4 ωρών μετά από εφάπαξ δόση 200 mg σε ενήλικες. Μετά από πολλαπλές δόσεις, οι μέγιστες συγκεντρώσεις νευραπερίνης στο πλάσμα φαίνεται να αυξάνονται γραμμικά στο εύρος δόσης 200-400 mg ημερησίως. Δόση νευραπερίνης 400 mg ημερησίως οδήγησε σε σταθερές ελάχιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 4.5 ug/mL.
Ευρέως κατανεμημένη. Η νευραπερίνη είναι εξαιρετικά λιπόφιλη και ουσιαστικά μη ιονισμένη σε φυσιολογικό pH. Η νευραπερίνη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα και κατανέμεται στο μητρικό γάλα. Οι συγκεντρώσεις νευραπερίνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό ήταν 45% των συγκεντρώσεων στο πλάσμα, αναλογία περίπου ίση με το κλάσμα που δεν δεσμεύεται από πρωτεΐνες του πλάσματος.
Η νευραπερίνη διαπερνά τον πλακούντα σε ανθρώπους. Σε περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών με HIV που έλαβαν εφάπαξ από του στόματος δόση νευραπερίνης 100 ή 200 mg, 0.9-10.5 ώρες πριν τον τοκετό, οι συγκεντρώσεις νευραπερίνης στο αίμα του ομφάλιου λώρου ήταν 74-123% των μητρικών συγκεντρώσεων ορού και οι μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στους νεογνούς αυτών των γυναικών ήταν κατά μέσο όρο 862 ng/mL (εύρος: 257-1031 ng/mL) ή 925 ng/mL (εύρος: 62-2030 ng/mL), αντίστοιχα. Σε εγκύους γυναίκες με HIV που έλαβαν σχήμα νευραπερίνης (200 mg μία φορά ημερησίως για 2 εβδομάδες ακολουθούμενο από 200 mg δύο φορές ημερησίως), ζιδοβουδίνη και λαμιβουδίνη κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου, οι συγκεντρώσεις στο αίμα του ομφάλιου λώρου (κατά τον τοκετό) και οι νεογνικές συγκεντρώσεις ορού (24 ώρες μετά τη γέννηση) της νευραπερίνης ήταν 76% και 60%, αντίστοιχα, των μητρικών συγκεντρώσεων ορού (κατά τον τοκετό). Αυτές οι νεογνικές συγκεντρώσεις ήταν χαμηλότερες από αυτές που αναφέρθηκαν σε νεογνούς των οποίων οι μητέρες έλαβαν εφάπαξ δόση νευραπερίνης κατά τον τοκετό, πιθανώς ως αποτέλεσμα επαγωγής ηπατικών ενζύμων στο νεογνό μετά από πλακουντιακή μεταφορά.
Η νευραπερίνη κατανέμεται στο ανθρώπινο γάλα. Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης 100 ή 200 mg νευραπερίνης σε έγκυες γυναίκες αρκετές ώρες πριν τον τοκετό, οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο γάλα ήταν 25-122% των μητρικών συγκεντρώσεων ορού.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
60% δεσμευμένο σε πρωτεΐνες πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Μελέτες in vivo σε ανθρώπους και μελέτες in vitro με μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος έχουν δείξει ότι η νευραπερίνη μετασχηματίζεται εκτενώς μέσω μεταβολισμού από κυτόχρωμα P450 3A4 σε διάφορους υδροξυλιωμένους μεταβολίτες.
Ο οξειδωτικός μεταβολισμός της νευραπερίνης στο ήπαρ από τις ισομορφές κυτοχρώματος P450 CYP3A4 και CYP2B6 παράγει διάφορους μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένων των 2-, 3-, 8- και 12-υδροξυ-νευραπερίνης.
Μελέτες in vivo σε ανθρώπους και μελέτες in vitro με μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος έχουν δείξει ότι η νευραπερίνη μετασχηματίζεται εκτενώς μέσω οξειδωτικού μεταβολισμού από κυτόχρωμα P450 σε διάφορους υδροξυλιωμένους μεταβολίτες. Μελέτες in vitro με μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος υποδεικνύουν ότι ο οξειδωτικός μεταβολισμός της νευραπερίνης διαμεσολαβείται κυρίως από ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 της οικογένειας CYP3A, αν και άλλα ισοένζυμα μπορεί να έχουν δευτερεύοντα ρόλο.
Η νευραπερίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 8-Υδροξυ-νευραπερίνη, 3-Υδροξυ-νευραπερίνη, 12-υδροξυ-νευραπερίνη και 2-Υδροξυ-νευραπερίνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
45 ώρες
Περίπου 45 ώρες μετά από εφάπαξ δόση, και 25 έως 30 ώρες μετά από πολλαπλές δόσεις 200 έως 400 mg ανά ημέρα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (DNA ΠΟΛΥΜΕΡΑΣΗ ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΗ ΑΠΟ RNA), ενός ενζύμου που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και για τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης από τον HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.
Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
99DK7FVK1H
NEVIRAPINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μη Νουκλεοσιδικός Αναλόγος Αναστολέας Ανάστροφης Μεταγραφάσης του Ιού Ανοσοανεπάρκειας Ανθρώπου 1
Μη Νουκλεοσιδικός Αναλόγος [EXT]
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Μη Νουκλεοσιδικοί Αναστολείς Ανάστροφης Μεταγραφάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς του Κυτοχρώματος P450 3A
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς του Κυτοχρώματος P450 2B6
Η νευραπερίνη είναι ένας Μη Νουκλεοσιδικός Αναλόγος Αναστολέας Ανάστροφης Μεταγραφάσης του Ιού Ανοσοανεπάρκειας Ανθρώπου 1. Ο μηχανισμός δράσης της νευραπερίνης είναι ως Μη Νουκλεοσιδικός Αναστολέας Ανάστροφης Μεταγραφάσης, και Επαγωγέας του Κυτοχρώματος P450 3A, και Επαγωγέας του Κυτοχρώματος P450 2B6.
NEVIRAPINE
Επαγωγείς του Κυτοχρώματος P450 2B6 [MoA]; Μη Νουκλεοσιδικοί Αναστολείς Ανάστροφης Μεταγραφάσης [MoA]; Μη Νουκλεοσιδικός Αναλόγος [EXT]; Μη Νουκλεοσιδικός Αναλόγος Αναστολέας Ανάστροφης Μεταγραφάσης του Ιού Ανοσοανεπάρκειας Ανθρώπου 1 [EPC]; Επαγωγείς του Κυτοχρώματος P450 3A [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (DNA ΠΟΛΥΜΕΡΑΣΗ ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΗ ΑΠΟ RNA), ενός ενζύμου που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και για τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης από τον HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.
Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.