EFAVIRENZ
Εφαβιρένζη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιιικά για συστηματική χορήγηση.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως, πριν από την κατάκλιση (αρχικά)
- Δόση έναρξης: 24 ml μία φορά ημερησίως
-
ΕνήλικεςΔόση24 mlμία φορά ημερησίως
-
Παιδιά 3 - < 5 ετών, 13 έως < 15 kgΔόση12 ml
-
Παιδιά 3 - < 5 ετών, 15 έως < 20 kgΔόση13 ml
-
Παιδιά 3 - < 5 ετών, 20 έως < 25 kgΔόση15 ml
-
Παιδιά 3 - < 5 ετών, 25 έως < 32,5 kgΔόση17 ml
-
Παιδιά 3 - < 5 ετών, 32,5 έως < 40 kgΔόση17 ml
-
Παιδιά 3 - < 5 ετών, ≥ 40 kgΔόση24 ml
-
Παιδιά 5 ετών ή περισσότερο, 13 έως < 15 kgΔόση9 ml
-
Παιδιά 5 ετών ή περισσότερο, 15 έως < 20 kgΔόση10 ml
-
Παιδιά 5 ετών ή περισσότερο, 20 έως < 25 kgΔόση12 ml
-
Παιδιά 5 ετών ή περισσότερο, 25 έως < 32,5 kgΔόση15 ml
-
Παιδιά 5 ετών ή περισσότερο, 32,5 έως < 40 kgΔόση24 ml
-
Παιδιά 5 ετών ή περισσότερο, ≥ 40 kgΔόση24 ml
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική νόσοΔόσηΣυνήθης συνιστώμενη δόσηΠαρακολούθηση για δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, κυρίως από το νευρικό σύστημα.
-
Παιδιά κάτω των 3 ετών ή < 13 kgΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση δοσολογίας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh Κατηγορία Γ)ΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σισαπρίδη, μιδαζολάμη, τριαζολάμη, πιμοζίδη, μπεπριδίλη ή αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη, εργονοβίνη, μεθυλεργονοβίνη)
-
Φυτικά παρασκευάσματα που περιέχουν υπερικό ή St. John’s wort (Hypericum perforatum)
-
Οικογενειακό ιστορικό αιφνίδιου θανάτου ή συγγενούς παράτασης του διαστήματος QTc σε ηλεκτροκαρδιογραφήματα ή με οποιαδήποτε άλλη κλινική κατάσταση η οποία είναι γνωστό ότι παρατείνει το διάστημα QTcΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ιστορικό συμπτωματικών καρδιακών αρρυθμιών ή με κλινικά σημαντική βραδυκαρδία ή με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια συνοδευόμενη από μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίαςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Σοβαρές διαταραχές της ισορροπίας των ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία)ΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που παρατείνουν το διάστημα QTc (προαρρυθμικά), όπως αντιαρρυθμικά κατηγοριών IA και III, νευροληπτικά, αντικαταθλιπτικοί παράγοντες, ορισμένα αντιβιοτικά (μακρολίδες, φθοριοκινολόνες, ιμιδαζολικοί και τριαζολικοί αντιμυκητιασικοί παράγοντες), ορισμένα μη κατασταλτικά αντιισταμινικά (τερφεναδίνη, αστεμιζόλη), σισαπρίδη, φλεκαϊνίδη, ορισμένα ανθελονοσιακά, μεθαδόνηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με elbasvir/grazoprevir
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΜονοθεραπείαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μεμονωμένος παράγοντας ή να προστίθεται ως μοναδικός παράγοντας σε μία αποτυχημένη θεραπευτική αγωγή.
-
Επιλογή συνδυαστικής θεραπείαςΝα λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο της ιικής διασταυρούμενης αντοχής (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Συγχορήγηση με δισκίο σταθερού συνδυασμού εφαβιρένζης/εμτρισιταβίνης/τενοφοβίρης δισοπροξίληςΔεν συνιστάται, εκτός αν απαιτείται ρύθμιση δόσης (π.χ. με ριφαμπικίνη).
-
Συγχορήγηση με γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρηΔεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ταυτόχρονη χρήση εκχυλισμάτων Ginkgo bilobaΔεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Συνταγογράφηση ταυτόχρονων φαρμακευτικών προϊόντωνΟι γιατροί θα πρέπει να ανατρέχουν στην αντίστοιχη Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος.
-
Κίνδυνος μετάδοσης HIVΘα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις για την αποφυγή της μετάδοσης σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Διακοπή αντιρετροϊικής θεραπείας λόγω δυσανεξίαςΝα εξετάζεται σοβαρά η ταυτόχρονη διακοπή όλων των αντιρετροϊικών φαρμακευτικών προϊόντων. Η χορήγηση πρέπει να ξαναρχίσει όταν εξαφανιστούν τα συμπτώματα δυσανεξίας. Δεν συνιστάται διαλείπουσα μονοθεραπεία και διαδοχική επανέναρξη.
-
Σοβαρό εξάνθημαΣοβαρόΠρέπει να διακόπτεται η χορήγηση της εφαβιρένζης.
-
Διακοπή εφαβιρένζης λόγω σοβαρού εξανθήματοςΝα μελετηθεί και η διακοπή άλλων αντιρετροϊικών παραγόντων προς αποφυγή της ανάπτυξης ανθεκτικού ιού (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Δερματική αντίδραση απειλητική για τη ζωή σε NNRTIΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό δερματικής αντίδρασης απειλητικής για τη ζωή (π.χ. σύνδρομο Stevens-Johnson) ενώ λάμβαναν άλλο NNRTIΔεν συνιστάται η εφαβιρένζη.
-
Ψυχιατρικά συμπτώματαΟι ασθενείς να επικοινωνούν με το γιατρό τους αμέσως αν εμφανίσουν σοβαρή κατάθλιψη, ψύχωση ή αυτοκτονικό ιδεασμό.
-
Κοινά συμπτώματα νευρικού συστήματοςΟι ασθενείς να ενημερώνονται ότι τα συμπτώματα μπορούν να βελτιωθούν με τη συνέχιση της θεραπείας.
-
Καθυστερημένης έναρξης νευροτοξικότηταΟι ασθενείς να αξιολογούνται αμέσως και να εξετάζεται διακοπή του Εφαβιρένζη.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με ηπατικά μεταβολιζόμενα αντιεπιληπτικάΜπορεί να χρειάζεται περιοδικός έλεγχος των επιπέδων στο πλάσμα.
-
Ιστορικό επιληπτικών σπασμώνΑπαιτείται προσοχή.
-
Έλεγχος ηπατικών ενζύμωνΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία ή άλλους παράγοντες κινδύνουΠρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο ελέγχου των ηπατικών ενζύμων.
-
Επιδείνωση ηπατικής νόζου ή αυξημένες τρανσαμινάσεςΝα εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής ή μόνιμης διακοπής της θεραπείας.
-
Συγχορήγηση με ηπατοτοξικά φάρμακαΣυνιστάται παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων.
-
Παράταση QTc και κίνδυνος κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίουΝα εξετάζονται εναλλακτικές της εφαβιρένζης.
-
Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού ΣυστήματοςΝα εκτιμώνται οποιαδήποτε συμπτώματα φλεγμονής και να χορηγείται θεραπεία όταν απαιτείται.
-
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροιΗ παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
ΟστεονέκρωσηΟι ασθενείς να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
-
Ηπατική δυσλειτουργία μέτριου βαθμούΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτριου βαθμού ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται.
-
Ήπια ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργίαΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίαςΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, κυρίως συμπτώματα από το νευρικό σύστημα.
-
Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίαςΠρέπει να πραγματοποιούνται εργαστηριακές εξετάσεις για την εκτίμηση της ηπατικής νόσου σε τακτικά διαστήματα (βλ. Δοσολογία).
-
Χρόνια ηπατίτιδα Β ή C σε συνδυασμένη αντιρετροϊική θεραπείαΜεγαλύτερος κίνδυνος για σοβαρές και δυνητικά θανατηφόρες ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειες.ΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C
-
Προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας)Θα πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική.
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΣυνιστάται στενή παρακολούθηση.
-
Παιδιά < 3 ετώνΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετώνΔεν πρέπει να χορηγείται η εφαβιρένζη πόσιμο διάλυμα.
-
Εξάνθημα σε παιδιάΠληθυσμόςΠαιδιάΜπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο προφύλαξης με κατάλληλα αντιισταμινικά πριν από την έναρξη της θεραπείας.
-
Βενζυλική αλκοόλη (έκδοχο)Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Χυμός γκρεϊπ φρουτπροσοχήΑύξηση της έκθεσης στην εφαβιρένζη (αναστολή CYP3A4/CYP2B6)
-
Εκχυλίσματα Ginkgo bilobaπροσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις εφαβιρένζης στο πλάσμα (επαγωγή ενζύμων)ΣύστασηΔεν συνιστάται
-
Υπερικό (St. John’s wort)αντένδειξηΜειωμένες συγκεντρώσεις εφαβιρένζης στο πλάσμα (επαγωγή μεταβολικών ενζύμων/μεταφορικών πρωτεϊνών)ΣύστασηΑντενδείκνυται. Εάν λαμβάνεται, διακοπή, έλεγχος ιικών επιπέδων και επιπέδων εφαβιρένζης. Δόση εφαβιρένζης μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή.
-
Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT (αντιαρρυθμικά κατηγ. IA, III, νευροληπτικά, αντικαταθλιπτικοί, μακρολίδες, φθοριοκινολόνες, ιμιδαζολικά, τριαζολικά αντιμυκητιασικά, τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σισαπρίδη, φλεκαϊνίδη, ανθελονοσιακά, μεθαδόνη)αντένδειξηΚίνδυνος παράτασης διαστήματος QTc και κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίουΣύστασηΑντενδείκνυται η ταυτόχρονη χρήση
-
ΤερφεναδίνηαντένδειξηΣοβαρά, απειλητικά για τη ζωή επεισόδια (αναστολή μεταβολισμού)ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα
-
αντένδειξηΣοβαρά, απειλητικά για τη ζωή επεισόδια (αναστολή μεταβολισμού)ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα
-
αντένδειξηΣοβαρά, απειλητικά για τη ζωή επεισόδια (αναστολή μεταβολισμού)ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα
-
αντένδειξηΣοβαρά, απειλητικά για τη ζωή επεισόδια (αναστολή μεταβολισμού)ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα
-
αντένδειξηΣοβαρά, απειλητικά για τη ζωή επεισόδια (αναστολή μεταβολισμού)ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα
-
αντένδειξηΣοβαρά, απειλητικά για τη ζωή επεισόδια (αναστολή μεταβολισμού)ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα
-
ΜπεπριδίληαντένδειξηΣοβαρά, απειλητικά για τη ζωή επεισόδια (αναστολή μεταβολισμού)ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα
-
αντένδειξηΣοβαρά, απειλητικά για τη ζωή επεισόδια (αναστολή μεταβολισμού)ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα
-
αντένδειξηΣημαντική μείωση συγκεντρώσεων elbasvir/grazoprevir στο πλάσμα (επαγωγή μεταβολικών ενζύμων ή/και μεταφορικών πρωτεϊνών), απώλεια ιολογικής ανταπόκρισηςΣύστασηΑντενδείκνυται
-
προσοχήΜείωση Cmin της αταζαναβίρης, αρνητική επίδραση στην αποτελεσματικότηταΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν απαραίτητο, αύξηση δόσης αταζαναβίρης/ριτοναβίρης σε 400 mg/200 mg αντίστοιχα, με στενή κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΜείωση έκθεσης δαρουναβίρης, αύξηση έκθεσης εφαβιρένζηςΣύστασηΧρήση δοσολογικού σχήματος δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 600/100 mg δύο φορές ημερησίως. Με προσοχή.
-
χωρίς προσαρμογήΚαμία κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδρασηΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη καμία αναπροσαρμογή δοσολογίας.
-
προσοχήΜη μελετημένη αλληλεπίδραση, αναμενόμενη σημαντική μείωση έκθεσηςΣύστασηΔεν συνιστάται.
-
προσοχήΜη μελετημένη αλληλεπίδραση, αναμενόμενη σημαντική μείωση έκθεσηςΣύστασηΔεν συνιστάται.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ινδιναβίρηςΣύστασηΛήψη υπόψιν του εύρους της φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης εφαβιρένζης.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ινδιναβίρηςΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης εφαβιρένζης.
-
Λοπιναβίρη / Ριτοναβίρη (μαλακά καψάκια ή πόσιμο διάλυμα)προσοχήΣημαντική μείωση στην έκθεση λοπιναβίρηςΣύστασηΑύξηση δόσης λοπιναβίρης/ριτοναβίρης κατά 33% (4 καψάκια /~6,5 ml δύο φορές ημερησίως). Με προσοχή.
-
Λοπιναβίρη / Ριτοναβίρη (δισκία)προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων λοπιναβίρηςΣύστασηΑύξηση δοσολογίας σε 500/125mg δύο φορές ημερησίως.
-
χωρίς προσαρμογήΑύξηση συγκεντρώσεων νελφιναβίρηςΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη καμία αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ριτοναβίρης και εφαβιρένζηςΣύστασηΛήψη υπόψιν πιθανότητας αύξησης ανεπιθύμητων ενεργειών εφαβιρένζης. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης εφαβιρένζης.
-
προσοχήΜη μελετημένη αλληλεπίδρασηΣύστασηΔεν συνιστάται η χορήγηση σακουϊναβίρης ως μοναδικού αναστολέα πρωτεασών.
-
προσοχήΜείωση έκθεσης μαραβιρόκηςΣύστασηΑνατρέξτε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τη μαραβιρόκη.
-
χωρίς προσαρμογήΜείωση έκθεσης ραλτεγκραβίρηςΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη καμία αναπροσαρμογή της δόσης για τη ραλτεγκραβίρη.
-
NRTIsχωρίς προσαρμογήΔεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσειςΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη καμία αναπροσαρμογή της δόσης.
-
NNRTIsπροσοχήΜη μελετημένη αλληλεπίδρασηΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
προσοχήΜείωση ελάχιστων συγκεντρώσεων μποσεπρεβίρηςΣύστασηΗ κλινική έκβαση δεν έχει αξιολογηθεί άμεσα.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων τελαπρεβίρης και εφαβιρένζηςΣύστασηΧρήση 1,125 mg τελαπρεβίρης κάθε 8 ώρες.
-
προσοχήΣημαντική μείωση συγκεντρώσεων σιμεπρεβίρηςΣύστασηΔεν συνιστάται.
-
Sofosbuvir, velpatasvirπροσοχήΣημαντική μείωση συγκεντρώσεων velpatasvirΣύστασηΔεν συνιστάται.
-
προσοχήΑναμενόμενη μείωση έκθεσης voxilaprevirΣύστασηΔεν συνιστάται.
-
Γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρηπροσοχήΣημαντική μείωση συγκεντρώσεων γκλεκαπρεβίρης και πιμπρεντασβίρηςΣύστασηΔεν συνιστάται.
-
χωρίς προσαρμογήΔεν υπάρχει κλινικά σημαντική αλληλεπίδρασηΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη καμία αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων κλαριθρομυκίνης, αύξηση μεταβολίτη, κίνδυνος εξανθήματοςΣύστασηΠρέπει να ληφθούν υπόψιν εναλλακτικές θεραπείες (π.χ. αζιθρομυκίνη). Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης εφαβιρένζης.
-
Άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη)προσοχήΜη μελετημένη αλληλεπίδρασηΣύστασηΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για σύσταση δοσολογίας.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ριφαμπουτίνηςΣύστασηΑύξηση ημερήσιας δόσης ριφαμπουτίνης κατά 50%. Σε σχήματα 2-3 φορές/εβδομάδα, διπλάσια δόση. Παρακολούθηση ανεκτικότητας και ιολογικής ανταπόκρισης.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων εφαβιρένζηςΣύστασηΣε ασθενείς βάρους ≥ 50 kg, αύξηση ημερήσιας δόσης εφαβιρένζης σε 800 mg. Παρακολούθηση ανεκτικότητας και ιολογικής απόκρισης. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης ριφαμπικίνης.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ιτρακοναζόλης και υδροξυιτρακοναζόληςΣύστασηΕξετασθεί το ενδεχόμενο εναλλακτικής αντιμυκητιασικής θεραπείας.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ποσακοναζόληςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων βορικοναζόλης, αύξηση εφαβιρένζης (με 400mg EFV) ή μείωση εφαβιρένζης (με 300mg EFV)ΣύστασηΑύξηση δόσης βορικοναζόλης σε 400 mg δύο φορές ημερησίως, μείωση δόσης εφαβιρένζης σε 300 mg μία φορά ημερησίως. Επαναφορά αρχικής δόσης εφαβιρένζης με διακοπή βορικοναζόλης.
-
χωρίς προσαρμογήΔεν υπάρχει κλινικά σημαντική αλληλεπίδρασηΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη καμία αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Κετοκοναζόλη, άλλα αντιμυκητιασικά ιμιδαζόληςπροσοχήΜη μελετημένη αλληλεπίδρασηΣύστασηΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για σύσταση δοσολογίας.
-
Αρτεμεθέρη / ΛουμεφαντρίνηπροσοχήΜείωση συγκεντρώσεων αρτεμεθέρης, διυδροαρτεμισινίνης, λουμεφαντρίνης, πιθανή μείωση ανθελονοσιακής αποτελεσματικότηταςΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Ατοβακόνη, υδροχλωρική προγουανίληπροσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ατοβακόνης και προγουανίληςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Αντιόξινα υδροξειδίου του αλουμινίου/μαγνησίου σιμεθικόνηςχωρίς προσαρμογήΔεν επηρεάζεται η απορρόφηση της εφαβιρένζηςΣύστασηΔεν αναμένεται να επηρεάσει την απορρόφηση της εφαβιρένζης.
-
χωρίς προσαρμογήΔεν επηρεάζεται η απορρόφηση της εφαβιρένζηςΣύστασηΔεν αναμένεται να επηρεάσει την απορρόφηση της εφαβιρένζης.
-
χωρίς προσαρμογήΑύξηση AUC και Cmax λοραζεπάμης (όχι κλινικά σημαντική)ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΠιθανή αύξηση ή μείωση συγκεντρώσεων/επιδράσεωνΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΠιθανή αύξηση ή μείωση συγκεντρώσεων/επιδράσεωνΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων καρβαμαζεπίνης και εφαβιρένζηςΣύστασηΔεν μπορεί να γίνει σύσταση δόσης. Εξετασθεί εναλλακτική αντισπασμωδική θεραπεία. Περιοδική παρακολούθηση επιπέδων καρβαμαζεπίνης.
-
παρακολούθησηΠιθανή μείωση ή αύξηση συγκεντρώσεωνΣύστασηΠεριοδικός έλεγχος επιπέδων αντισπασμωδικού.
-
παρακολούθησηΠιθανή μείωση ή αύξηση συγκεντρώσεωνΣύστασηΠεριοδικός έλεγχος επιπέδων αντισπασμωδικού.
-
Άλλα αντισπασμωδικά που είναι υποστρώματα των ισοενζύμων CYP450παρακολούθησηΠιθανή μείωση ή αύξηση συγκεντρώσεωνΣύστασηΠεριοδικός έλεγχος επιπέδων αντισπασμωδικού.
-
παρακολούθησηΔεν υπάρχει κλινικά σημαντική επίδρασηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης εφαβιρένζης. Παρακολούθηση για έλεγχο σπασμών.
-
Βιγκαμπατρίνηχωρίς προσαρμογήΔεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσειςΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δόσης.
-
χωρίς προσαρμογήΔεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσειςΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων σερτραλίνηςΣύστασηΑυξήσεις δόσεων σερτραλίνης σύμφωνα με κλινική απόκριση. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης εφαβιρένζης.
-
χωρίς προσαρμογήΔεν υπάρχει κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδρασηΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δόσης.
-
χωρίς προσαρμογήΠαρόμοιο μεταβολικό προφίλ με παροξετίνη, αναμενόμενη έλλειψη αλληλεπίδρασηςΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων βουπροπιόνης, αύξηση υδροξυβουπροπιόνηςΣύστασηΑυξήσεις δόσεων βουπροπιόνης σύμφωνα με κλινική απόκριση, μη υπέρβαση μέγιστης δόσης. Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης εφαβιρένζης.
-
χωρίς προσαρμογήΜείωση Cmax σετιριζίνης (όχι κλινικά σημαντική)ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων διλτιαζέμης και μεταβολιτώνΣύστασηΑναπροσαρμογές δόσης διλτιαζέμης σύμφωνα με κλινική απόκριση. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης εφαβιρένζης.
-
προσοχήΠιθανή μείωση συγκεντρώσεωνΣύστασηΑναπροσαρμογές δόσης αναστολέα διαύλων ασβεστίου σύμφωνα με κλινική απόκριση.
-
προσοχήΠιθανή μείωση συγκεντρώσεωνΣύστασηΑναπροσαρμογές δόσης αναστολέα διαύλων ασβεστίου σύμφωνα με κλινική απόκριση.
-
προσοχήΠιθανή μείωση συγκεντρώσεωνΣύστασηΑναπροσαρμογές δόσης αναστολέα διαύλων ασβεστίου σύμφωνα με κλινική απόκριση.
-
προσοχήΠιθανή μείωση συγκεντρώσεωνΣύστασηΑναπροσαρμογές δόσης αναστολέα διαύλων ασβεστίου σύμφωνα με κλινική απόκριση.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης και μεταβολιτώνΣύστασηΠεριοδικός έλεγχος χοληστερόλης. Μπορεί να απαιτηθεί αναπροσαρμογή δόσης ατορβαστατίνης. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης εφαβιρένζης.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων πραβαστατίνηςΣύστασηΠεριοδικός έλεγχος χοληστερόλης. Μπορεί να απαιτηθεί αναπροσαρμογή δόσης πραβαστατίνης. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης εφαβιρένζης.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων σιμβαστατίνης και οξέοςΣύστασηΠεριοδικός έλεγχος χοληστερόλης. Μπορεί να απαιτηθεί αναπροσαρμογή δόσης σιμβαστατίνης. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης εφαβιρένζης.
-
χωρίς προσαρμογήΔεν αναμένεται αλληλεπίδρασηΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Αιθινυλοιστραδιόλη + Νοργεστιμάτη (από του στόματος)προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων νορελγεστρομίνης και λεβονοργεστρέλης (ενεργών μεταβολιτών)ΣύστασηΧρήση αξιόπιστης μεθόδου αντισύλληψης με διάφραγμα επιπρόσθετα στα ορμονικά αντισυλληπτικά.
-
Μεδροξυπρογεστερόνη οξική βραδείας αποδέσμευσης (DMPA) IMπροσοχήΔεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους MPAΣύστασηΧρήση αξιόπιστης μεθόδου αντισύλληψης με διάφραγμα επιπρόσθετα στα ορμονικά αντισυλληπτικά.
-
Ετονογεστρέλη (εμφύτευμα)προσοχήΜειωμένη έκθεση στην ετονογεστρέλη, αναφορές αποτυχίας αντισύλληψηςΣύστασηΧρήση αξιόπιστης μεθόδου αντισύλληψης με διάφραγμα επιπρόσθετα στα ορμονικά αντισυλληπτικά.
-
προσοχήΜειωμένη έκθεση στο ανοσοκατασταλτικόΣύστασηΜπορεί να απαιτηθούν αναπροσαρμογές δοσολογίας. Στενή παρακολούθηση συγκεντρώσεων (τουλάχιστον 2 εβδομάδες) κατά την έναρξη ή διακοπή εφαβιρένζης.
-
αντένδειξηΜειωμένα επίπεδα μεθαδόνης στο πλάσμα, σημεία στέρησης οπιοειδώνΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται λόγω κινδύνου παράτασης QTc.
-
Μπουπρενορφίνη, ναλοξόνηχωρίς προσαρμογήΜείωση έκθεσης μπουπρενορφίνηςΣύστασηΜπορεί να μην είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή δοσολογίας μπουπρενορφίνης ή εφαβιρένζης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Υπερχοληστερολαιμία
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Μη φυσιολογικά όνειρα
- Ανησυχία
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Επιθετικότητα
- Κατάσταση σύγχυσης
- Ψευδαίσθηση
- Μανία
- Παράνοια
- Ψύχωση
- Απόπειρα αυτοκτονίας
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Κατατονία
- Παραλήρημα
- Νεύρωση
- Διέγερση
- Μη φυσιολογική σκέψη
- Συγκινησιακή αστάθεια
- Διάθεση ευφορίας
- Πράξη αυτοκτονίας
- Διαταραχές παρεγκεφαλιδικού συντονισμού και ισορροπίας
- Μη φυσιολογικός προσανατολισμός
- Διαταραχές προσοχής
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Αμνησία
- Αταξία
- Σπασμοί
- Τρόμος
- Εγκεφαλοπάθεια
- Ίλιγγος
- Θολή όραση
- Εμβοές
- Έξαψη
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT)
- Γ-γλουταμυλτρανσφεράση (GGT) αυξημένη
- Οξεία ηπατίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Εξάνθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Φωτοαλλεργική δερματίτιδα
- Γυναικομαστία
- Κόπωση
- Ασυμπτωματικές αυξήσεις αμυλάσης του ορού
- Αύξηση λιπιδίων στο αίμα
- Αύξηση γλυκόζης στο αίμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT)Εργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)Εργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΓ-γλουταμυλτρανσφεράση (GGT) αυξημένηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές παρεγκεφαλιδικού συντονισμού και ισορροπίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιαταραχές προσοχήςΝευρικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑπόπειρα αυτοκτονίαςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑταξίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιάθεση ευφορίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚατάσταση σύγχυσηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚατατονίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜανίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική σκέψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικός προσανατολισμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΟξεία ηπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαράνοιαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυγκινησιακή αστάθειαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΨύχωσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΝεύρωσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΠαραλήρημαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΠράξη αυτοκτονίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΦωτοαλλεργική δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑσυμπτωματικές αυξήσεις αμυλάσης του ορούΔιαταραχές εργαστηριακών εξετάσεων
-
Μη γνωστέςΑύξηση γλυκόζης στο αίμαΜεταβολικές παράμετροι
-
Μη γνωστέςΑύξηση λιπιδίων στο αίμαΜεταβολικές παράμετροι
-
Μη γνωστέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλοπάθειαΝευρικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ εφαβιρένζη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της ασθενούς απαιτεί τέτοια θεραπεία.Πρέπει να εφαρμόζεται πάντοτε αντισύλληψη με φραγμό σε συνδυασμό με άλλες μεθόδους αντισύλληψης. Λόγω της μεγάλης ημίσειας ζωής της εφαβιρένζης, συνιστάται η χρήση επαρκών αντισυλληπτικών μέτρων για 12 εβδοκές μετά τη διακοπή της εφαβιρένζης. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να κάνουν έλεγχο για εγκυμοσύνη πριν την έναρξη της χορήγησης. Έχουν αναφερθεί αναφορές ευρημάτων που αντιστοιχούν σε ανωμαλίες του νευρικού σωλήνα σε έκθεση πρώτου τριμήνου, αν και αιτιολογική συσχέτιση δεν έχει τεκμηριωθεί. Μητρώο Κυήσεων υπό Αντιρετροϊικά: 904 κυήσεις εκτεθειμένες πρώτο τρίμηνο, 766 ζώσες γεννήσεις, 1 παιδί με ανωμαλία νευρικού σωλήνα. Δυσμορφίες παρατηρήθηκαν σε έμβρυα πιθήκων.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με εφαβιρένζη. Συνιστάται, οι γυναίκες με HIV λοίμωξη να μην θηλάζουν σε καμία περίπτωση ώστε να αποφευχθεί η μετάδοση του HIV.Η εφαβιρένζη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις επιδράσεις της εφαβιρένζης στα νεογέννητα/βρέφη. Ο κίνδυνος για το έμβρυο δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
-
ΓονιμότηταΗ εφαβιρένζη δεν παρέβλαψε το ζευγάρωμα ή τη γονιμότητα των αρσενικών ή θηλυκών αρουραίων και δεν επηρέασε το σπέρμα ή τους απογόνους των αρουραίων. Η αναπαραγωγική επίδοση σε απογόνους των θηλυκών αρουραίων που έλαβαν εφαβιρένζη, δεν είχε επηρεασθεί.Η επίδραση της εφαβιρένζης αξιολογήθηκε σε δόσεις με συστηματικές εκθέσεις ισοδύναμες με ή κάτω από αυτές που καταγράφηκαν σε ανθρώπους. (δόσεις έως 100 mg/kg/bid για ζευγάρωμα/γονιμότητα, έως 200 mg/bid για σπέρμα/απογόνους).
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιιικά για συστηματική χορήγηση. Μη-νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης. Κωδικός ATC: J05A G03
Μηχανισμός δράσης
Η εφαβιρένζη είναι ένας NNRTI του HIV-1. Η εφαβιρένζη είναι ένας μη-ανταγωνιστικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (RT) του HIV-1 και δεν αναστέλλει σημαντικά την ανάστροφη μεταγραφάση (RT) του HIV-2 ή τις κυτταρικές DNA πολυμεράσες (α, β, γ ή δ).
Ηλεκτροφυσιολογία της καρδιάς
Η επίδραση της εφαβιρένζης στο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε μια ανοικτού σχεδιασμού, θετικά ελεγχόμενη και ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, σταθερής μονής αλληλουχίας, 3 περιόδων, 3 θεραπειών διασταυρούμενη μελέτη QT σε έναν πληθυσμό 58 υγιών ατόμων με υψηλό ποσοστό έκφρασης πολυμορφισμών CYP2B6. Η μέση Cmax της εφαβιρένζης σε άτομα με γονότυπο CYP2B6 *6/*6, έπειτα από χορήγηση ημερήσιας δόσης 600 mg επί 14 ημέρες, ήταν 2,25 φορές μεγαλύτερη από τη μέση Cmax που παρατηρήθηκε σε άτομα με γονότυπο CYP2B6 *1/*1. Παρατηρήθηκε θετική σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης εφαβιρένζης και της παράτασης του διαστήματος QTc. Με βάση τη σχέση συγκέντρωσης-QTc, η μέση παράταση του διαστήματος QTc και η ανώτερη τιμή του 90% διαστήματος εμπιστοσύνης της είναι 8,7 ms και 11,3 ms σε άτομα με γονότυπο CYP2B6 *6/*6, έπειτα από χορήγηση ημερήσιας δόσης 600 mg επί 14 ημέρες (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Αντιιική δράση
Η συγκέντρωση της αδέσμευτης εφαβιρένζης που απαιτείται για 90 έως 95% αναστολή του φυσιολογικού τύπου ή των εργαστηριακά ανθεκτικών στη ζιδοβουδίνη και κλινικά απομονωμένων στελεχών in vitro κυμαίνονταν από 0,46 έως 6,8 nM σε σειρές λεμφοβλαστοειδών κυττάρων, περιφερικών μονοπύρηνων κυττάρων του αίματος (PBMC) και σε καλλιέργειες μακροφάγων/μονοκυττάρων.
Ανθεκτικότητα
Η ισχύς της εφαβιρένζης σε καλλιέργεια κυττάρων έναντι ιικών παραλλαγών με υποκαταστάσεις αμινοξέων στις θέσεις 48, 108, 179, 181 ή 236 της ανάστροφης μεταγραφάσης (RT) ή έναντι παραλλαγών με υποκαταστάσεις αμινοξέων στην πρωτεάση ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε έναντι ιικών στελεχών φυσιολογικού τύπου. Οι απλές υποκαταστάσεις οι οποίες οδήγησαν στη μεγαλύτερη αντοχή στην εφαβιρένζη, σε κυτταρική καλλιέργεια, αντιστοιχούν σε αλλαγή μίας λευκίνης-προς-ισολευκίνη στη θέση 100 (L100I, αντίσταση 17 έως 22 φορές) και μία λυσίνη προς-ασπαραγίνη στη θέση 103 (Κ103Ν, αντίσταση 18 έως 33 φορές). Μεγαλύτερη από 100 φορές απώλεια ευαισθησίας παρατηρήθηκε έναντι παραλλαγών του HIV που εκφράζουν την Κ103Ν επιπλέον άλλων υποκαταστάσεων αμινοξέων στην ανάστροφη μεταγραφάση (RT). Η Κ103Ν ήταν η πιο συχνά παρατηρούμενη υποκατάσταση RT σε ιικά απομονωμένα στελέχη από ασθενείς στους οποίους σημειώθηκε μία σημαντική απότομη αύξηση στο ιικό φορτίο κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών με εφαβιρένζη σε συνδυασμό με ινδιναβίρη ή ζιδοβουδίνη + λαμιβουδίνη. Η μετάλλαξη αυτή παρατηρήθηκε στο 90% των ασθενών που έλαβαν εφαβιρένζη και είχαν ιολογική αποτυχία. Παρατηρήθηκαν επίσης υποκαταστάσεις στις θέσεις 98, 100, 101, 108, 138, 188, 190 ή 225 της RT αλλά με μικρότερη συχνότητα και συχνά μόνο σε συνδυασμό με την Κ103Ν. Το σχήμα των υποκαταστάσεων αμινοξέων στην RT σχετιζόμενων με αντίσταση στην εφαβιρένζη ήταν ανεξάρτητο από τα άλλα αντιιικά φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με εφαβιρένζη.
Διασταυρούμενη αντοχή
Το προφίλ διασταυρούμενης αντοχής στην εφαβιρένζη, στη νεβιραπίνη και στη δελαβιρδίνη, σε κυτταρική καλλιέργεια έδειξε ότι η Κ103Ν υποκατάσταση προσδίδει απώλεια ευαισθησίας και στους τρεις αναστολείς ΝNRTI. Δύο από τα τρία κλινικά απομονωμένα στελέχη με αντίσταση στη δελαβιρδίνη που εξετάσθηκαν είχαν διασταυρούμενη αντίσταση στην εφαβιρένζη και περιείχαν την υποκατάσταση Κ103Ν. Ένα τρίτο απομονωμένο στέλεχος το οποίο έφερε μία υποκατάσταση στη θέση 236 της ανάστροφης μεταγραφάσης (RΤ) δεν είχε διασταυρούμενη αντίσταση στην εφαβιρένζη. Ιικά απομονωμένα στελέχη από περιφερικά μονοπύρηνα κύτταρα στο αίμα (PBMC) ασθενών που συμμετείχαν σε κλινικές μελέτες της εφαβιρένζης και τα οποία παρουσίασαν στοιχεία αποτυχίας της θεραπευτικής αγωγής (απότομη αύξηση του ιικού φορτίου), εκτιμήθηκαν ως προς την ευαισθησία σε μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI). Δεκατρία απομονωμένα στελέχη που είχαν προηγουμένως χαρακτηριστεί ως ανθεκτικά στην εφαβιρένζη ήταν επίσης ανθεκτικά και στη νεβιραπίνη και στη δελαβιρδίνη. Πέντε από αυτά τα απομονωμένα στελέχη με αντοχή σε ΝNRTI βρέθηκαν να έχουν Κ103Ν ή υποκατάσταση από βαλίνη-προς-ισολευκίνη στη θέση 108 (V1081) στην ανάστροφη μεταγραφάση (RT). Τρία από τα απομονωμένα στελέχη που εξετάσθηκαν και στα οποία σημειώθηκε αποτυχία της θεραπείας με εφαβιρένζη βρέθηκε σε κυτταρική καλλιέργεια ότι παρέμειναν ευαίσθητα στην εφαβιρένζη καθώς επίσης ευαίσθητα και στη νεβιραπίνη και στη δελαβιρδίνη. Η πιθανότητα διασταυρούμενης αντοχής μεταξύ της εφαβιρένζης και των ΑΠ είναι χαμηλή, λόγω των διαφορετικών ενζύμων στόχων που εμπλέκονται. Η πιθανότητα για διασταυρούμενη αντίσταση ανάμεσα στην εφαβιρένζη και στα NRTI είναι χαμηλή λόγω των διαφορετικών θέσεων δέσμευσης στο στόχο και του διαφορετικού μηχανισμού δράσης.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η εφαβιρένζη δεν έχει μελετηθεί σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε ασθενείς με προχωρημένη ΗΙV νόσο, δηλαδή σε ασθενείς με αριθμό CD4 κυττάρων < 50 κύτταρα/mm3 ή σε ασθενείς που έχουν προηγούμενα λάβει ΑΠ ή ΝNRTI. Είναι περιορισμένη η εμπειρία από ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με συνδυασμένα θεραπευτικά σχήματα που περιλαμβάνουν διδανοσίνη ή ζαλσιταβίνη. Δύο ελεγχόμενες μελέτες (006 και ACTG 364) διάρκειας περίπου ενός έτους με εφαβιρένζη σε συνδυασμό με NRTIs και/ή ΑΠ, κατέδειξαν μείωση του ιικού φορτίου κάτω από τα όρια ποσοτικής μέτρησης της ανάλυσης και αύξησαν τα CD4 λεμφοκύτταρα σε ασθενείς με HIV λοίμωξη που δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε αντιρετροϊική θεραπεία και σε ασθενείς στους οποίους είχε χορηγηθεί αγωγή με NRTI. Η μελέτη 020 έδειξε παρόμοια δράση στους ασθενείς με λοίμωξη στους οποίους είχε χορηγηθεί αγωγή με NRTI σε όλη τη διάρκεια των 24 εβδομάδων. Σε αυτές τις μελέτες η δόση της εφαβιρένζης ήταν 600 mg μία φορά την ημέρα, η δόση της ινδιναβίρης ήταν 1.000 mg κάθε 8 ώρες όταν χρησιμοποιήθηκε μαζί με εφαβιρένζη και 800 mg κάθε 8 ώρες όταν χρησιμοποιήθηκε χωρίς την εφαβιρένζη. Η δόση της νελφιναβίρης ήταν 750 mg τρεις φορές την ημέρα. Οι συνήθεις δόσεις των NRTI χορηγούμενων κάθε 12 ώρες χρησιμοποιήθηκαν σε κάθε μία από αυτές τις μελέτες. Στη μελέτη 006, μία ανοιχτή τυχαιοποιημένη μελέτη, συγκρίθηκε εφαβιρένζη + ζιδοβουδίνη + λαμιβουδίνη ή εφαβιρένζη +ινδιναβίρη με ινδιναβίρη + ζιδοβουδίνη + λαμιβουδίνη σε 1.266 ασθενείς όπου απαιτείτο να μην είχαν λάβει προηγουμένως εφαβιρένζη-, λαμιβουδίνη-,NNRTI-,και ΑΠ κατά την εισαγωγή τους στη μελέτη. Η μέση αρχική τιμή των κυττάρων CD4 ήταν 341 κύτταρα/mm3 και η μέση αρχική τιμή του επιπέδου HIV-RNA ήταν 60.250 αντίγραφα/ml. Τα στοιχεία της αποτελεσματικότητας για τη μελέτη 006 σε μία υποομάδα 614 ασθενών οι οποίοι εισήχθησαν τουλάχιστον για 48 εβδομάδες παρατίθενται στον πίνακα 3. Στην ανάλυση των ποσοστών ανταπόκρισης (οι μη ολοκληρώσαντες ισοδυναμούν με αποτυχία ανάλυσης [(NC = F]), ασθενείς που διέκοψαν την μελέτη νωρίς για οποιοδήποτε λόγο ή ασθενείς στους οποίους παραλήφθηκε μία μέτρηση HIV-RNA, η οποία είχε προηγηθεί ή ήταν ακόλουθη της μέτρησης πάνω από το ποσοτικό όριο, θεωρήθηκαν με HIV-RNA πάνω από 50 ή πάνω από 400 αντίγραφα/ml για τα χρονικά σημεία που παραλήφθηκαν.
Πίνακας 3: Στοιχεία αποτελεσματικότητας από τη μελέτη 006
| Θεραπευτικό σχήμαδ | n | Ποσοστά ανταπόκρισης (NC = Fα) HIV-RNA πλάσματος < 400 αντίγραφα/ml 48 εβδομάδες (95% C.I.)β | Ποσοστά ανταπόκρισης (NC = Fα) HIV-RNA πλάσματος < 50 αντίγραφα/ml 48 εβδομάδες (95% C.I.)β | Μέση αλλαγή από τις αρχικές τιμές-Μετρήσεις κυττάρων CD4 κύτταρα/mm3 (S.E.M.)γ 48 εβδομάδες |
|---|---|---|---|---|
| EFV + ZDV + 3TC | 202 | 67% (60%, 73%) | 62% (55%, 69%) | 187 (11,8) |
| EFV + IDV | 206 | 54% (47%, 61%) | 48% (41%, 55%) | 177 (11,3) |
| IDV + ZDV + 3TC | 206 | 45% (38%, 52%) | 40% (34%, 47%) | 153 (12,3) |
α NC = F, μη ολοκληρώσαντες=αποτυχία. β C.I., διάστημα εμπιστοσύνης γ S.E.M., τυπικό σφάλμα από τη μέση τιμή. δ EFV, εφαβιρένζη; ZDV, ζιδοβουδίνη,, 3TC, λαμιβουδίνη, IDV, ινδιναβίρη.
Τα αποτελέσματα μακράς διάρκειας της μελέτης 006 κατά τη διάρκεια των 168 εβδομάδων (160 ασθενείς ολοκλήρωσαν τη μελέτη της θεραπείας με EFV+IDV, 196 ασθενείς με EFV+ZDV+3TC και 127 ασθενείς με IDV+ZDV+3TC,αντιστοίχως), υποστηρίζουν διάρκεια στην ανταπόκριση από απόψεως αναλογιών των ασθενών με HIV-RNA < 400 αντίγραφα/ml, HIV-RNA< 50 αντίγραφα/ml και από απόψεως μέσης μεταβολής από τον αρχικό αριθμό των κυττάρων CD4. Τα στοιχεία της αποτελεσματικότητας των μελετών ACTG 364 και 020, παρουσιάζονται στον Πίνακα 4. Στη μελέτη ACTG 364 εντάχθηκαν 196 ασθενείς, οι οποίοι είχαν λάβει NRTIs αλλά όχι με ΑΠ ή ΝΝΡΤΙs. Στη μελέτη 020 εντάχθηκαν 327 ασθενείς οι οποίοι είχαν λάβει NRTIs αλλά όχι ΑΠ ή ΝΝΡΤΙs. Οι θεράποντες γιατροί μπορούσαν να αλλάξουν το NRTI σχήμα των ασθενών τους μετά την είσοδό τους στη μελέτη. Τα ποσοστά ανταπόκρισης ήταν υψηλότερα στους ασθενείς που άλλαξαν τη θεραπεία των NRTIs.
Πίνακας 4: Στοιχεία αποτελεσματικότητας από τις μελέτες ACTG 364 και 020
| Aριθμός μελέτης/ Θεραπευτικά σχήματαβ | n | Ποσοστά ανταπόκρισης (NC = F α) HIV-RNA πλάσματος < 500 αντίγραφα/ml % (95% C.I.γ) | Ποσοστά ανταπόκρισης (NC = F α) HIV-RNA πλάσματος < 50 αντίγραφα/ml % (95% C.I.γ) | Μέση αλλαγή από τις αρχικές τιμές-Μετρήσεις κυττάρων CD4 κύτταρα/mm3 (S.E.M.δ) |
|---|---|---|---|---|
| Μελέτη ACTG 364 | ||||
| 48 εβδομάδες | ||||
| EFV + NFV + NRTIs | 65 | 70 (59, 82) | —– | 107 (17,9) |
| EFV + NRTIs | 65 | 66 | —– | 114 |
| NFV + NRTIs | 58 | 30 (19, 42) | —– | 94 (13,6) |
| Μελέτη 020 | HIV-RNA πλάσματος < 400 αντίγραφα/ml % (95% C.I.γ) | HIV-RNA πλάσματος < 50 αντίγραφα/ml % (95% C.I.γ) | ||
| 24 εβδομάδες | ||||
| EFV + IDV + NRTIs | 157 | 60 (52, 68) | 49 (41, 58) | 104 (9,1) |
| IDV + NRTIs | 170 | 51 (43, 59) | 38 (30, 45) | 77 (9,9) |
α NC = F, μη ολοκληρώσαντες=αποτυχία. β EFV, εφαβιρένζη; ZDV, ζιδοβουδίνη,, 3TC, λαμιβουδίνη, IDV, ινδιναβίρη, NRTI, νουκλεοσιδικός αναστολέας ανάστροφης μεταγραφάσης (nucleoside reverse transcriptase inhibitor), NFV, νελφιναβίρη. γ C.I., διάστημα εμπιστοσύνης για την αναλογία των ασθενών που ανταποκρίθηκαν. δ S.E.M., τυπικό σφάλμα από τη μέση τιμή. —, δεν μελετήθηκε.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η μελέτη ACTG 382 είναι μη ελεγχόμενη μελέτη η οποία συνεχίζεται και διεξάγεται σε 57 παιδιατρικούς ασθενείς (3 - 16 ετών) που έχουν ήδη εμπειρία με NRTI, με σκοπό να χαρακτηριστεί η φαρμακοκινητική, η αντιιική δράση και η ασφάλεια της εφαβιρένζης σε συνδυασμό με νελφιναβίρη (20 - 30 mg/kg τρεις φορές την ημέρα) και ένα ή περισσότερα NRTI. Η αρχική δόση της εφαβιρένζης ήταν το ισοδύναμο μίας δόσης 600 mg (προσαρμοσμένη σύμφωνα με το υπολογισμένο σωματικό μέγεθος με βάση το βάρος). Τα ποσοστά ανταπόκρισης, βασισμένα στην ανάλυση NC = F του ποσοστού των ασθενών με HIV-RNA στο πλάσμα < 400 αντίγραφα/ml στις 48 εβδομάδες, ήταν 60% (95%, C.I. 47, 72) και 53% (C.I. 40, 66) βασισμένα στο ποσοστό των ασθενών με HIV-RNA < 50 αντιγράφων/ml στο πλάσμα. O μέσος αριθμός των CD4 κυττάρων αυξήθηκε κατά 63 ± 34,5 κύτταρα / mm3 από την αρχική τιμή. H διατήρηση της ανταπόκρισης ήταν παρόμοια με αυτήν που παρατηρήθηκε σε ενήλικες ασθενείς.
Απορρόφηση
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της εφαβιρένζης στο πλάσμα 1,6 - 9,1 μΜ επιτεύχθηκαν εντός 5 ωρών μετά από τη χορήγηση εφάπαξ δόσεων από το στόμα από 100 mg έως 1.600 mg σε μη μολυσμένους εθελοντές. Δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) και στην περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης AUC παρατηρήθηκαν για δόσεις έως 1.600 mg. Οι αυξήσεις ήταν λιγότερο από αναλογικές γεγονός που υπονοεί μειωμένη απορρόφηση σε υψηλότερες δόσεις. Ο χρόνος μέχρι τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (3 - 5 ώρες) δεν μεταβλήθηκε μετά από πολλαπλές δόσεις και οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης στο πλάσμα επιτεύχθηκαν σε 6 - 7 ημέρες. Σε προσβεβλημένους με HIV ασθενείς σε σταθεροποιημένη κατάσταση, οι μέσες τιμές συγκεντρώσεως Cmax, Cmin και AUC ήταν γραμμικές με ημερήσιες δόσεις 200 mg, 400 mg και 600 mg. Σε 35 ασθενείς που έπαιρναν 600 mg εφαβιρένζη μία φορά την ημέρα, οι συγκεντρώσεις Cmax σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν 12,9 μΜ ± 3,7 μΜ (29%) [μέσες συγκεντρώσεις ± S.D. (% C.V.)], οι ελάχιστες συγκεντρώσεις Cmin σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν 5,6 μΜ± 3,2 μΜ (57%) και AUC ήταν 184 ± 73 μΜ·h.(40%).
Επίδραση της τροφής
H AUC και η Cmax μίας εφάπαξ δόσης 240 mg πόσιμου διαλύματος εφαβιρένζης σε μη προσβεβλημένους ενήλικες εθελοντές αυξήθηκε κατά 30% και 43% αντιστοίχως, όταν χορηγήθηκε με ένα υψηλό σε λιπαρά γεύμα σε σχέση με την κατάσταση νηστείας.
Κατανομή
Η εφαβιρένζη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό (περίπου 99,5 - 99,75%) με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως με την αλβουμίνη. Σε ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη (n = 9), οι οποίοι έλαβαν 200 έως 600 mg εφαβιρένζη μία φορά την ημέρα για τουλάχιστον ένα μήνα, οι συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό κυμαίνονταν από 0,26 έως 1,19% (μέσος όρος 0,69%) των αντίστοιχων συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Αυτή η αναλογία είναι κατά προσέγγιση 3 φορές μεγαλύτερη από το μη δεσμευμένο με πρωτεΐνες (ελεύθερο) κλάσμα της εφαβιρένζης στο πλάσμα.
Βιομετασχηματισμός
Μελέτες στον άνθρωπο και μελέτες in vitro που χρησιμοποιούν μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος, έχουν δείξει ότι η εφαβιρένζη μεταβολίζεται κυρίως από το σύστημα Ρ450 του κυτοχρώματος σε υδροξυλιωμένους μεταβολίτες και ακολουθεί γλυκουρονιδίωση αυτών των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών. Αυτοί οι μεταβολίτες είναι ουσιαστικά ανενεργοί έναντι του HIV-1. Οι in vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι τα CYP3A4 και CYP2B6 είναι τα κύρια ισοένζυμα που είναι υπεύθυνα για το μεταβολισμό της εφαβιρένζης και ότι αυτό αναστέλλει στο Ρ450 τα ισοένζυμα 2C9, 2C19 και 3A4. Στις in vitro μελέτες, η εφαβιρένζη δεν ανέστειλε το CYP2E1 και ανέστειλε το CYP2D6 και το CYP1A2, μόνο σε συγκεντρώσεις πολύ πάνω από αυτές που επιτυγχάνονται κλινικά. Η έκθεση του πλάσματος στην εφαβιρένζη μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς με ομοζυγωτική γενετική παραλλαγή G516T του ισοενζύμου CYP2B6. Οι κλινικές επιπλοκές αυτού του είδους συσχέτισης δεν είναι γνωστές. Ωστόσο, η πιθανότητα για αυξημένη συχνότητα εμφάνισης και σοβαρότητας ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την εφαβιρένζη, δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Η εφαβιρένζη έχει δειχθεί ότι επάγει τα CYP3A4 και CYP2B6, με αποτέλεσμα την επαγωγή του ίδιου του μεταβολισμού τους που μπορεί να έχει κλινική σημασία σε ορισμένους ασθενείς. Σε μη προσβεβλημένους εθελοντές, πολλαπλές δόσεις των 200 - 400 mg την ημέρα για 10 ημέρες είχαν ως αποτέλεσμα μικρότερη από την προβλεπόμενη έκταση της συσσώρευσης (22 - 42% χαμηλότερη) και μικρότερο τελικό χρόνο ημιζωής σε σύγκριση με τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης (βλ. παρακάτω). Η εφαβιρένζη έχει επίσης δειχθεί ότι επάγει το UGT1A1. Οι εκθέσεις στη ραλτεγκραβίρη (ένα υπόστρωμα του UGT1A1) μειώνονται με την παρουσία της εφαβιρένζης (βλ. Αλληλεπιδράσεις, πίνακας 2). Αν και τα in vitro δεδομένα υποδηλώνουν ότι η εφαβιρένζη αναστέλλει τα CYP2C9 και CYP2C19, υπάρχουν αντικρουόμενες αναφορές τόσο για αυξημένες όσο και για μειωμένες εκθέσεις στα υποστρώματα αυτών των ενζύμων όταν συγχορηγούνται in vivo με εφαβιρένζη. Η καθαρή επίδραση της συγχορήγησης δεν είναι σαφής.
Αποβολή
Η εφαβιρένζη έχει σχετικά μεγάλη τελική ημιζωή τουλάχιστον 52 ώρες μετά από εφάπαξ δόσεις και 40 - 55 ώρες μετά από πολλαπλές δόσεις. Περίπου 14 - 34% μίας ραδιοεπισημασμένης δόσης της εφαβιρένζης ανακτήθηκε στα ούρα και λιγότερο από 1% της δόσης αποβλήθηκε στα ούρα ως αναλλοίωτη εφαβιρένζη.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε μία μελέτη εφάπαξ δόσης, η ημίσεια ζωή διπλασιάσθηκε στον ένα ασθενή με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία Γ), δείχνοντας μία πιθανότητα για μεγαλύτερου βαθμού συσσώρευση. Μία μελέτη πολλαπλών δόσεων δεν έδειξε σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της εφαβιρένζης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία Α), σε σύγκριση με μάρτυρες. Δεν υπήρξαν επαρκή δεδομένα ώστε να προσδιορισθεί εάν η μέτρια ή η σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία Β ή Γ) επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της εφαβιρένζης.
Φύλο, φυλή, ηλικιωμένοι
Αν και περιορισμένα στοιχεία, αναφέρουν ότι γυναίκες καθώς και Ασιάτες ασθενείς και ασθενείς από τη Νήσο του Ειρηνικού (Pacific Island) μπορεί να έχουν υψηλότερη έκθεση στην εφαβιρένζη, δεν εμφανίζονται να είναι λιγότερο ανεκτικοί στην εφαβιρένζη. Δεν έχουν γίνει μελέτες φαρμακοκινητικής σε ηλικιωμένους.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε 17 παιδιατρικούς ασθενείς οι οποίοι έλαβαν πόσιμο διάλυμα της μελέτης παρόμοιο με την εμπορική μορφή υπολογιζόμενο βάσει του σωματικού μεγέθους ώστε να είναι ισοδύναμο με τη δόση για ενήλικες καψακίου 600 mg, το Cmax της σταθεροποιημένης κατάστασης ήταν 11,8 μΜ, το Cmin της σταθεροποιημένης κατάστασης ήταν 5,2 μΜ και η AUC ήταν 188 μΜ·h. Στην υποομάδα 6 παιδιών ηλικίας 3-5 ετών που είχαν συμμορφωθεί με το δοσολογικό σχήμα του φαρμάκου, η μέση τιμή της AUC ήταν 147 μΜ·h, η οποία ήταν κατά 23% χαμηλότερη από ότι αναμενόταν. Γι’ αυτό, η σύσταση για την δοσολογία που παρέχεται στον Πίνακα 1 εμπεριέχει μία μεγαλύτερη δόση εφαβιρένζης πόσιμο διάλυμα γι αυτά τα μικρότερα παιδιά.
Απορρόφηση Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της εφαβιρένζης στο πλάσμα 1,6 - 9,1 μΜ επιτεύχθηκαν εντός 5 ωρών μετά από τη χορήγηση εφάπαξ δόσεων από το στόμα από 100 mg έως 1.600 mg σε μη μολυσμένους εθελοντές. Δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις στις μέγιστες…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατικά ένζυμα (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Χωρίς προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία ή άλλους παράγοντες κινδύνου |
| — | Συγχορήγηση με φάρμακα ηπατικής τοξικότητας | ||
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | τακτικά διαστήματα | — |
| σύμφωνα με καθιερωμένη πρακτική | Ηπατική δυσλειτουργία | ||
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | σύμφωνα με καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες | — |
| Λιπίδια αίματος | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | σύμφωνα με καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες | — |
| Αντιεπιληπτικά πλάσματος | medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) | περιοδικός | Συγχορήγηση με φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γενική κατάσταση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | στενή | Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η εφαβιρένζη (dideoxyinosine, ddI) είναι ένας από του στόματος μη-νουκλεοσιδικός αναστολέας της αντίστροφης μεταγραφάσης (NNRTI). Είναι ένα συνθετικό παράγωγο πουρίνης και, παρόμοια με τη ζιδοβουδίνη, τη ζαλσιταβίνη και τη σταβουδίνη. Η εφαβιρένζη εγκρίθηκε αρχικά ειδικά για τη θεραπεία λοιμώξεων από HIV σε ασθενείς που είχαν αποτύχει στη θεραπεία με ζιδοβουδίνη. Επί του παρόντος, τα CDC συνιστούν η εφαβιρένζη να χορηγείται ως μέρος σχήματος τριών φαρμάκων που περιλαμβάνει έναν άλλο αναστολέα της αντίστροφης μεταγραφάσης νουκλεοσιδίου (π.χ., λαμιβουδίνη, σταβουδίνη, ζιδοβουδίνη) και έναν αναστολέα πρωτεάσης ή την εφαβιρένζη κατά τη θεραπεία λοίμωξης από HIV.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Παρόμοια με τη ζιδοβουδίνη, η εφαβιρένζη αναστέλλει τη δραστηριότητα της ιικής RNA-εξαρτώμενης DNA πολυμεράσης (δηλαδή, αντίστροφης μεταγραφάσης). Η αντι-ιική δράση της εφαβιρένζης εξαρτάται από την ενδοκυτταρική μετατροπή στην ενεργή τριφωσφορική μορφή. Ο ρυθμός φωσφορυλίωσης της εφαβιρένζης ποικίλλει, ανάλογα με τον τύπο του κυττάρου. Πιστεύεται ότι η αναστολή της αντίστροφης μεταγραφάσης παρεμβαίνει στην παραγωγή αντιγράφων DNA του ιικού RNA, τα οποία, με τη σειρά τους, είναι απαραίτητα για τη σύνθεση νέων ιόντων. Τα ενδοκυτταρικά ένζυμα στη συνέχεια εξαλείφουν το σωματίδιο HIV που προηγουμένως είχε αποκαλυφθεί και έμενε απροστάτευτο κατά την είσοδο στο κύτταρο-ξενιστή. Έτσι, οι αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης είναι ιοστατικοί και δεν εξαλείφουν τον HIV από τον οργανισμό. Παρόλο που η ανθρώπινη DNA πολυμεράση είναι λιγότερο ευαίσθητη στις φαρμακολογικές επιδράσεις της τριφωσφορικής εφαβιρένζης, αυτή η δράση μπορεί παρόλα αυτά να εξηγεί κάποια από την τοξικότητα του φαρμάκου.
Η εφαβιρένζη διαχέεται στο κύτταρο όπου δεσμεύεται παραπλεύρως στην ενεργό θέση της αντίστροφης μεταγραφάσης. Αυτό προκαλεί μια διαμορφωτική αλλαγή στο ένζυμο που αναστέλλει τη λειτουργία του.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Σχεδόν όλη η νεφρική απέκκριση του ραδιοσημασμένου φαρμάκου ήταν με τη μορφή μεταβολιτών.
Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της εφαβιρένζης μπορεί να επηρεαστεί από τη χορήγηση με τροφή. Η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 600 mg εφαβιρένζης σε κάψουλες με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος και υψηλών θερμίδων (894 kcal, 54 g λίπους, 54% των θερμίδων από λίπος) ή γεύμα με μειωμένη περιεκτικότητα σε λίπος και κανονικές θερμίδες (440 kcal, 2 g λίπους, 4% των θερμίδων από λίπος) αυξάνει τις μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα κατά 39% ή 51%, αντίστοιχα, και την AUC κατά 22% ή 17%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τη χορήγηση σε κατάσταση νηστείας. Η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 600 mg εφαβιρένζης σε δισκία με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος και υψηλών θερμίδων (περίπου 1000 kcal, 500-600 kcal από λίπος) αυξάνει τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και την AUC του φαρμάκου κατά 79% και 28%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τη χορήγηση σε κατάσταση νηστείας.
Η εφαβιρένζη απεκκρίνεται κυρίως στα κόπρανα, τόσο ως αμετάβλητο φάρμακο όσο και ως μεταβολίτες. Η απέκκριση της εφαβιρένζης έχει αξιολογηθεί σε άτομα που λαμβάνουν 400 mg ημερησίως για 1 μήνα. Μετά από από του στόματος χορήγηση 400 mg ραδιοσημασμένης εφαβιρένζης την 8η ημέρα, 14-34% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα (λιγότερο από 1% ως αμετάβλητο φάρμακο), και 16-61% απεκκρίθηκε στα κόπρανα (κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο).
Η εφαβιρένζη δεσμεύεται περίπου 99.5-99.75% στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως στην αλβουμίνη.
Σε ενήλικες με HIV που λαμβάνουν εφαβιρένζη 200, 400 ή 600 mg μία φορά την ημέρα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα γενικά παρατηρούνται σε 3-5 ώρες και οι σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 6-10 ημέρες. Μετά από συνεχή χορήγηση εφαβιρένζης, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι χαμηλότερες από τις αναμενόμενες από μελέτες εφάπαξ δόσης, πιθανώς λόγω αυξημένης κάθαρσης του φαρμάκου. Σε μια μελέτη σε άτομα που έλαβαν εφαβιρένζη 200-400 mg μία φορά την ημέρα για 10 ημέρες, οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα ήταν 22-42% χαμηλότερες από αυτές που προβλέφθηκαν από μελέτες εφάπαξ δόσης. Μετά από από του στόματος χορήγηση 600 mg εφαβιρένζης μία φορά την ημέρα σε ενήλικες με HIV, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα, η ελάχιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και η AUC σε σταθερή κατάσταση κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο 4.1 mcg/mL, 1.8 mcg/mL και 58. mcg*ώρα/mL, αντίστοιχα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την EFAVIRENZ (8 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
99.5-99.75%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η εφαβιρένζη μεταβολίζεται κυρίως από το σύστημα κυτοχρώματος P450 σε υδροξυλιωμένους μεταβολίτες με επακόλουθη γλυκουρονιδίωση αυτών των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών. Αυτοί οι μεταβολίτες είναι ουσιαστικά ανενεργοί έναντι του HIV-1.
Η εφαβιρένζη μεταβολίστηκε εκτενώς από όλα τα είδη, όπως αποδεικνύεται από την απέκκριση μηδενικών ή ιχνοποσοτήτων μητρικής ένωσης στα ούρα. Παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ειδών στον μεταβολισμό της εφαβιρένζης. Ο κύριος μεταβολίτης που απεκκρίθηκε στα ούρα όλων των ειδών ήταν το σύζευγμα O-γλυκουρονιδίου (M1) του 8-υδροξυλιωμένου μεταβολίτη. Η εφαβιρένζη μεταβολίστηκε επίσης με άμεση σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ, σχηματίζοντας το N-γλυκουρονίδιο (M2) και στα πέντε είδη. Το σύζευγμα θειικού άλατος της 8-OH εφαβιρένζης (M3) βρέθηκε στα ούρα αρουραίων και πιθήκων cynomolgus, αλλά όχι σε ανθρώπους. Εκτός από τα προϊόντα υδροξυλίωσης στον αρωματικό δακτύλιο, απομονώθηκαν επίσης μεταβολίτες με υδροξυλιωμένο δακτύλιο κυκλοπροπανίου (στο C14). Προϊόντα σχετιζόμενα με GSH της εφαβιρένζης αναγνωρίστηκαν σε αρουραίους και ινδικά χοιρίδια. Το σύζευγμα κυστεϊνυλογλυκίνης (M10), που σχηματίστηκε από το σύζευγμα GSH (M9), βρέθηκε σε σημαντικές ποσότητες μόνο στα ούρα αρουραίων και ινδικών χοιριδίων και δεν ανιχνεύθηκε σε άλλα είδη. Μελέτες μεταβολισμού in vitro διεξήχθησαν για να δείξουν ότι το σύζευγμα GSH παράγεται από το κυκλοπροπανολικό ενδιάμεσο (M11) παρουσία μόνο ηπατικών και νεφρικών υποκυτταρικών κλασμάτων αρουραίων και δεν σχηματίστηκε από παρόμοια παρασκευάσματα από ανθρώπους ή πιθήκους cynomolgus. Αυτές οι μελέτες υποδεικνύουν την ύπαρξη μιας ειδικής γλουταθειονικής S-τρανσφεράσης σε αρουραίους ικανής να μεταβολίσει τον κυκλοπροπανολικό μεταβολίτη (M11) στο σύζευγμα GSH, M9.
Η εφαβιρένζη είναι υπόστρωμα για ισομορφές του κυτοχρώματος p450, ιδιαίτερα CYP3A4 και CYP2B6. Ο 8-υδροξυ μεταβολίτης απεκκρίνεται στα ούρα, και το σύζευγμα γλυκουρονιδίου της 8-υδροξυ-εφαβιρένζης βρίσκεται στο πλάσμα και στα ούρα. Το εξήντα τοις εκατό της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως σύζευγμα γλυκουρονιδίου.
Η εφαβιρένζη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 8-υδροξυεφαβιρένζη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
40-55 ώρες
Ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής της εφαβιρένζης παρατείνεται σε ασθενείς με χρόνια ηπατική νόσο. Μετά από από του στόματος χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 400 mg εφαβιρένζης, αναφέρθηκε χρόνος ημιζωής αποβολής 152 ή 118 ωρών σε άτομα με ή χωρίς χρόνια ηπατική νόσο, αντίστοιχα.
Ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής της εφαβιρένζης που αναφέρεται σε μελέτες εφάπαξ δόσης είναι μεγαλύτερος από αυτόν που αναφέρεται σε μελέτες πολλαπλών δόσεων και κυμαίνεται κατά μέσο όρο 52-76 ώρες μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση και 40-55 ώρες μετά από χορήγηση 200-400 mg ημερησίως για 10 ημέρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (RNA-DIRECTED DNA POLYMERASE), ένα ένζυμο που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.
- Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του CYTOCHROME P-450 CYP2C9.
- Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του CYTOCHROME P-450 CYP2C19.
- Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP2B6.
- Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP3A.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
JE6H2O27P8
EFAVIRENZ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αναστολέας Αντίστροφης Μεταγραφάσης Μη-Νουκλεοσιδικού Ανάλογου Ιού Ανοσοανεπάρκειας του Ανθρώπου 1
Μη-Νουκλεοσιδικό Ανάλογο [EXT]
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Αντίστροφης Μεταγραφάσης Μη-Νουκλεοσιδικού Τύπου
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 3A
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2B6
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C9
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C19
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4
Η εφαβιρένζη είναι ένας Αναστολέας Αντίστροφης Μεταγραφάσης Μη-Νουκλεοσιδικού Ανάλογου του Ιού Ανοσοανεπάρκειας του Ανθρώπου 1. Ο μηχανισμός δράσης της εφαβιρένζης είναι ως Αναστολέας Αντίστροφης Μεταγραφάσης Μη-Νουκλεοσιδικού Τύπου, και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 3A, και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 2B6, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 2C9, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 2C19, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A4.
EFAVIRENZ
Μη-Νουκλεοσιδικό Ανάλογο [EXT]; Αναστολείς Αντίστροφης Μεταγραφάσης Μη-Νουκλεοσιδικού Τύπου [MoA]; Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2B6 [MoA]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C9 [MoA]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]; Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 3A [MoA]; Αναστολέας Αντίστροφης Μεταγραφάσης Μη-Νουκλεοσιδικού Ανάλογου Ιού Ανοσοανεπάρκειας του Ανθρώπου 1 [EPC]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C19 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (RNA-DIRECTED DNA POLYMERASE), ένα ένζυμο που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.
- Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του CYTOCHROME P-450 CYP2C9.
- Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του CYTOCHROME P-450 CYP2C19.
- Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP2B6.
- Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP3A.