LIDOCAINE
Λιδοκαΐνη
Ως "αντιαρρυθμικά" χαρακτηρίζονται ουσίες που επηρεάζουν τις ηλεκτροφυσιολογικές ιδιότητες της καρδιάς και, επομένως, τον καρδιακό ρυθμό. Τα αντιαρρυθμικά μπορούν να διακόψουν έκτοπους ρυθμούς, αλλά και να προκαλέσουν ή επιδεινώσουν προϋπάρχοντες τέτοιους ρυθμούς ("προαρρυθμική" …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-VERSATIS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Δερματική
- Χορήγηση: Άπαξ ημερησίως για έως και 12 ώρες
- Δόση έναρξης: Δεν αναφέρεται
- Τιτλοποίηση: Δεν αναφέρεται
-
Ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείςΗ επώδυνη περιοχή καλύπτεται με το έμπλαστρο άπαξ ημερησίως για έως και 12 ώρες εντός 24 ωρης περιόδου. Χρησιμοποιείται ο αριθμός των εμπλάστρων που είναι αναγκαίος για αποτελεσματική αγωγή. Τα έμπλαστρα μπορούν να κοπούν σε μικρότερα μεγέθη. Συνολικά, δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται περισσότερα από τρία έμπλαστρα την ίδια χρονική στιγμή. Εφαρμογή σε ακέραιο, στεγνό, μη ερεθισμένο δέρμα (μετά την επούλωση του έρπη). Κάθε έμπλαστρο δε θα πρέπει να εφαρμόζεται για παραπάνω από 12 ώρες. Το μεσοδιάστημα χωρίς έμπλαστρο πρέπει να είναι τουλάχιστον 12 ώρες. Εφαρμογή στο δέρμα αμέσως μετά την αφαίρεση από το φακελίσκο και αφαίρεση του προστατευτικού καλύμματος. Οι τρίχες κόβονται με ψαλίδι. Αποτελεσματικότητα επαναξιολογείται μετά από 2-4 εβδομάδες. Αν δεν υπήρξε ανταπόκριση, η αγωγή διακόπτεται. Αριθμός εμπλάστρων και περίοδος χωρίς έμπλαστρο επαναξιολογούνται τακτικά.
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΝα χρησιμοποιείται με προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΝα χρησιμοποιείται με προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιά κάτω των 18 ετών. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
block
SPC-VERSATIS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Γνωστή υπερευαισθησία σε άλλα τοπικά αναισθητικά του τύπου των αμιδίων π.χ., βουπιβακαΐνη, ετιδοκαΐνη, μεπιβακαΐνη και πριλοκαΐνη
-
Εφαρμογή σε φλεγμαίνον ή τραυματισμένο δέρμα, όπως σε ενεργές βλάβες έρπητα ζωστήρα, ατοπική δερματίτιδα ή τραύματα
warning
SPC-VERSATIS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Εφαρμογή σε βλεννογόνους μεμβράνεςΔεν θα πρέπει να εφαρμόζεται
-
Επαφή με τους οφθαλμούςΘα πρέπει να αποφεύγεται
-
ΠροπυλενογλυκόληΜπορεί να προκαλέσει ερεθισμό του δέρματος
-
Παραϋδρόξυβενζοϊκό μεθυλεστέρας και παραϋδρόξυβενζοϊκό προπυλεστέραςΜπορούν να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς καθυστερημένες)
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς μεΘα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
-
2,6 ξυλιδίνη (μεταβολίτης λιδοκαΐνης)Έχει δειχτεί ότι είναι γονοτοξική και καρκινογόνος σε αρουραίους. Η κλινική σημασία είναι άγνωστη. Η μακροχρόνια αγωγή δικαιολογείται μόνο αν υπάρχει θεραπευτικό όφελος
swap_horiz
SPC-VERSATIS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροσοχήΠιθανός κίνδυνος αθροιστικών συστηματικών επιδράσεωνΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Άλλα τοπικά αναισθητικάΠροσοχήΠιθανός κίνδυνος αθροιστικών συστηματικών επιδράσεωνΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
sick
SPC-VERSATIS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Δερματική βλάβη
- Τραυματισμός δέρματος
- Ανοικτό τραύμα
- Αντιδράσεις του σημείου χορήγησης (όπως καύσος, δερματίτιδα, ερύθημα, κνησμός, εξάνθημα, ερεθισμός του δέρματος και κυστίδια)
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερευαισθησία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
όχι συχνέςΔερματική βλάβηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
όχι συχνέςΤραυματισμός δέρματοςΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Πολύ συχνέςΑντιδράσεις του σημείου χορήγησηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΑνοικτό τραύμαΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-VERSATIS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ λιδοκαΐνη διαπερνά τον πλακούντα. Ωστόσο δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της λιδοκαΐνης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν υποδεικνύουν μία τερατογόνο ιδιότητα για τη λιδοκαΐνη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Για το λόγο αυτό το Versatis δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός αν είναι σαφώς αναγκαίο.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ λιδοκαΐνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο, δεν υπάρχουν μελέτες του εμπλάστρου σε θηλάζουσες γυναίκες. Εφόσον ο μεταβολισμός της λιδοκαΐνης είναι σχετικά ταχύς και σχεδόν πλήρης στο ήπαρ, μόνο μερικά πολύ χαμηλά επίπεδα λιδοκαΐνης αναμένεται να απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση στη γυναικεία γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-VERSATIS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-VERSATIS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Όταν το φαρμακούχο έμπλαστρο λιδοκαΐνης 5% χρησιμοποιείται σύμφωνα με τη μέγιστη συνιστώμενη δόση (3 έμπλαστρα εφαρμοζόμενα ταυτόχρονα για 12 h) περίπου 3 2% της συνολικά εφαρμοζόμενης δόσης λιδοκαΐνης είναι διαθέσιμη συστηματικά και…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-VERSATIS
expand_more
Δοσολογία
Ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς
Η επώδυνη περιοχή θα πρέπει να καλύπτεται με το έμπλαστρο άπαξ ημερησίως για έως και 12 ώρες μέσα σε μία 24 ωρη περίοδο. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ο αριθμός των εμπλάστρων που είναι αναγκαίος για μία αποτελεσματική αγωγή. Όταν απαιτείται, τα έμπλαστρα μπορούν να κοπούν σε μικρότερα μεγέθη με ψαλίδι πριν την αφαίρεση του προστατευτικού καλύμματος. Συνολικά, δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται περισσότερα από τρία έμπλαστρα την ίδια χρονική στιγμή.
Το έμπλαστρο θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ακέραιο, στεγνό, μη ερεθισμένο δέρμα (μετά την επούλωση του έρπη).
Κάθε έμπλαστρο δε θα πρέπει να εφαρμόζεται για παραπάνω από 12 ώρες. Το επακόλουθο μεσοδιάστημα χωρίς έμπλαστρο πρέπει να είναι τουλάχιστον 12 ώρες. Το έμπλαστρο μπορεί να εφαρμοσθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας ή κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Το έμπλαστρο πρέπει να εφαρμόζεται στο δέρμα αμέσως μετά την αφαίρεση από το φακελίσκο και την ακόλουθη αφαίρεση του προστατευτικού καλύμματος από την επιφάνεια της γέλης. Οι τρίχες στην προσβεβλημένη περιοχή πρέπει να κόβονται με ψαλίδι (να μην ξυρίζονται).
Το αποτέλεσμα της αγωγής θα πρέπει να επαναξιολογείται μετά από 2-4 εβδομάδες. Αν δεν υπήρξε ανταπόκριση στο Versatis μετά την περίοδο αυτή (κατά τη διάρκεια εφαρμογής του εμπλάστρου και/ή κατά το μεσοδιάστημα χωρίς το έμπλαστρο), η αγωγή θα πρέπει να διακοπεί καθώς πιθανοί κίνδυνοι μπορεί να αντισταθμίσουν τα οφέλη στην περίπτωση αυτή (βλέπε (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) και (βλ. Φαρμακοδυναμικές)). Η μακρόχρονη χρήση του Versatis σε κλινικές μελέτες έδειξε ότι ο αριθμός των χρησιμοποιηθέντων εμπλάστρων μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Για το λόγο αυτό η αγωγή θα πρέπει να επαναξιολογείται σε τακτικά μεσοδιαστήματα για την λήψη απόφασης για το αν μπορεί να μειωθεί η ποσότητα των αναγκαίων εμπλάστρων που καλύπτουν την επώδυνη περιοχή ή για το αν μπορεί να επιμηκυνθεί η περίοδος χωρίς έμπλαστρο.
Νεφρική ανεπάρκεια
Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική ανεπάρκεια. Το Versatis πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)).
Ηπατική ανεπάρκεια
Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Το Versatis πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Versatis σε παιδιά κάτω των 18 ετών. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
block
Αντενδείξεις
SPC-VERSATIS
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-VERSATIS
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-VERSATIS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης. Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις με το έμπλαστρο σε κλινικές μελέτες. Επειδή οι μέγιστες συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης στο πλάσμα οι οποίες παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες με το έμπλαστρο ήταν χαμηλές (βλέπε (βλ. Φαρμακοκινητικές)), είναι απίθανη μία κλινικά σχετική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
Παρόλο που κανονικά η απορρόφηση της λιδοκαΐνης από το δέρμα είναι χαμηλή, το έμπλαστρο πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα Κατηγορίας Ι (π.χ., τοκαϊνίδη, μεξιλετίνη) και άλλα τοπικά αναισθητικά αφού ο κίνδυνος αθροιστικών συστηματικών επιδράσεων δε μπορεί να αποκλειστεί.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-VERSATIS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Εντός κάθε κατηγορίας ανά συχνότητα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά μειούμενης βαρύτητας.
Περίπου 16% των ασθενών αναμένεται να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Αυτές είναι τοπικές αντιδράσεις λόγω της φύσης του φαρμακευτικού προϊόντος.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν συχνότερα ήταν αντιδράσεις στο σημείο χορήγησης (όπως καύσος, δερματίτιδα, ερύθημα, κνησμός, εξάνθημα, ερεθισμός του δέρματος και κυστίδια).
Ο παρακάτω πίνακας παραθέτει ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε μελέτες ασθενών με μεθερπητική νευραλγία οι οποίοι έκαναν χρήση του εμπλάστρου. Παρατίθενται κατά κατηγορία οργάνου συστήματος και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως < 1/1.000); πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Οργανικό σύστημα φαρμάκου |
|---|
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης |
| Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Δερματική βλάβη |
| Τραυματισμός δέρματος |
| Αντιδράσεις του σημείου χορήγησης |
| Συχνότητα |
| όχι συχνές |
| όχι συχνές |
| Πολύ συχνές |
Οι ακόλουθες αντιδράσεις παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που λάμβαναν το έμπλαστρο μετά την κυκλοφορία του προϊόντος:
| Οργανικό σύστημα φαρμάκου |
|---|
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος |
| Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Ανοικτό τραύμα |
| Αναφυλακτική αντίδραση, υπερευαισθησία |
| Συχνότητα |
| Πολύ σπάνιες |
| Πολύ σπάνιες |
Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κυρίως ήπιας ή μέτριας έντασης. Από αυτές λιγότερες από 5% οδήγησαν σε διακοπή της αγωγής.
Οι συστημικές ανεπιθύμητες ενέργειες μετά τη σωστή χρήση του εμπλάστρου είναι απίθανες εφόσον η συστημική συγκέντρωση της λιδοκαΐνης είναι πολύ χαμηλή (βλέπε (βλ. Φαρμακοκινητικές)). Οι συστημικές ανεπιθύμητες ενέργειες της λιδοκαΐνης είναι παρόμοιας φύσεως με αυτές που παρατηρούνται με άλλους αμιδικούς τοπικούς αναισθητικούς παράγοντες (βλέπε (βλ. Υπερδοσολογία)).
μ μ Αναφορά πιθανολογού ενων ανεπιθ ητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V*.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-VERSATIS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η λιδοκαΐνη διαπερνά τον πλακούντα. Ωστόσο δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της λιδοκαΐνης σε εγκύους γυναίκες.
Μελέτες σε πειραματόζωα δεν υποδεικνύουν μία τερατογόνο ιδιότητα για τη λιδοκαΐνη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Για το λόγο αυτό το Versatis δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός αν είναι σαφώς αναγκαίο.
Θηλασμός
Η λιδοκαΐνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο, δεν υπάρχουν μελέτες του εμπλάστρου σε θηλάζουσες γυναίκες. Εφόσον ο μεταβολισμός της λιδοκαΐνης είναι σχετικά ταχύς και σχεδόν πλήρης στο ήπαρ, μόνο μερικά πολύ χαμηλά επίπεδα λιδοκαΐνης αναμένεται να απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
Γονιμότητα
Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση στη γυναικεία γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-VERSATIS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: τοπικά αναισθητικά, αμίδια
Κατάταξη βάσει του συστήματος ταξινόμησης ATC: N01 BB02
Μηχανισμός δράσης
Το Versatis έχει ένα διπλό τρόπο δράσης: τη φαρμακολογική δράση της διαχεόμενης λιδοκαΐνης και τη μηχανική δράση του εμπλάστρου υδρογέλης που προστατεύει την υπερευαίσθητη περιοχή.
Η λιδοκαΐνη που περιέχεται στο έμπλαστρο Versatis διαχέεται συνεχώς μέσα στο δέρμα, παρέχοντας μία τοπική αναλγητική επίδραση. Ο μηχανισμός με τον οποίο αυτό συμβαίνει οφείλεται στη σταθεροποίηση των μεμβρανών των νευρώνων, η οποία πιστεύεται πως προκαλεί ρύθμιση προς τα κάτω των διαύλων νατρίου στην αγωγή του πόνου.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η αντιμετώπιση του πόνου στη ΜΕΝ είναι δύσκολη. Υπάρχουν στοιχεία αποτελεσματικότητας με το Versatis στη συμπτωματική ανακούφιση από την αλλοδυνική συνιστώσα της ΜΕΝ σε μερικές περιπτώσεις (βλέπε (βλ. Δοσολογία)).
Η αποτελεσματικότητα του Versatis έχει δειχτεί σε μελέτες μεθερπητικής νευραλγίας.
Υπήρξαν δύο κύριες ελεγχόμενες μελέτες που διεξήχθησαν για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του φαρμακούχου εμπλάστρου λιδοκαΐνης 5%.
Στην πρώτη μελέτη, οι ασθενείς που εντάχθηκαν στη μελέτη προήλθαν από έναν πληθυσμό που θεωρήθηκε ότι ανταποκρίνεται ήδη στο προϊόν. Ήταν ένας διασταυρούμενος σχεδιασμός, αγωγής 14 ημερών με το φαρμακούχο έμπλαστρο λιδοκαΐνης 5% ακολουθούμενος από εικονικό φάρμακο ή αντίστροφα. Το πρωταρχικό τελικό σημείο ήταν ο χρόνος εξόδου, όπου οι ασθενείς αποσύρονταν λόγω του ότι η ανακούφιση από τον πόνο ήταν δύο βαθμούς χαμηλότερη από την κανονική τους ανταπόκριση σε μία κλίμακα έξι βαθμών (με εύρος από τη μηδενική έως την πλήρη ανακούφιση). Υπήρχαν 32 ασθενείς από τους οποίους οι 30 ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Ο διάμεσος χρόνος εξόδου για το εικονικό φάρμακο ήταν 4 ημέρες και για το δραστικό ήταν 14 ημέρες (τιμή p 0,001). Κανείς από αυτούς που λάμβαναν δραστικό δε διέκοψε κατά τη διάρκεια της δύο-εβδομάδων περιόδου αγωγής.
Στη δεύτερη μελέτη 265 ασθενείς με μεθερπητική νευραλγία εντάχθηκαν και κατανεμήθηκαν για οκτώ εβδομάδες σε ανοικτής επισήμανσης δραστική αγωγή με φαρμακούχο έμπλαστρο λιδοκαΐνης 5%. Σε αυτό το μη-ελεγχόμενο πλαίσιο περίπου 50% των ασθενών ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία όπως μετρήθηκε από τουλάχιστον τέσσερις βαθμούς σε μία κλίμακα έξι βαθμών (με εύρος από τη μηδενική έως την πλήρη ανακούφιση). Ένα σύνολο 71 ασθενών τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε εικονικό φάρμακο είτε φαρμακούχο έμπλαστρο λιδοκαΐνης 5% που χορηγήθηκε για 2-14 ημέρες. Το πρωτεύον τελικό σημείο ορίστηκε ως η έλλειψη αποτελεσματικότητας σε δύο διαδοχικές ημέρες γιατί η ανακούφιση από τον πόνο τους ήταν δύο βαθμούς μικρότερη σε σχέση με την κανονική τους ανταπόκριση σε μία κλίμακα έξι βαθμών (με εύρος από τη μηδενική έως την πλήρη ανακούφιση) που οδηγούσε σε διακοπή της αγωγής. Υπήρξαν 9/36 ασθενείς σε δραστικό και 16/35 ασθενείς σε εικονικό φάρμακο που διέκοψαν λόγω της έλλειψης οφέλους από την αγωγή.
Αναλύσεις πολλαπλών συγκρίσεων (post hoc) της δεύτερης μελέτης έδειξαν ότι η αρχική ανταπόκριση ήταν ανεξάρτητη από τη διάρκεια της προϋπάρχουσας ΜΕΝ. Ωστόσο, η αντίληψη ότι οι ασθενείς με πιο μακροχρόνια διάρκεια της ΜΕΝ (> 12 μήνες) ωφελούνται περισσότερο από τη δραστική αγωγή υποστηρίζεται από το εύρημα ότι η ομάδα αυτή ασθενών ήταν πιο πιθανό να αποσυρθεί λόγω της έλλειψης αποτελεσματικότητας όταν άλλαξε σε εικονικό φάρμακο κατά το διπλό- τυφλό μέρος της μελέτης.
Σε μία ελεγχόμενη ανοικτής επισήμανσης μελέτη το Versatis υπέδειξε συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα με την pregabalin σε 98 ασθενείς με ΜΕΝ με ένα ευνοϊκό προφίλ ασφάλειας.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-VERSATIS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Όταν το φαρμακούχο έμπλαστρο λιδοκαΐνης 5% χρησιμοποιείται σύμφωνα με τη μέγιστη συνιστώμενη δόση (3 έμπλαστρα εφαρμοζόμενα ταυτόχρονα για 12 h) περίπου 3 2% της συνολικά εφαρμοζόμενης δόσης λιδοκαΐνης είναι διαθέσιμη συστηματικά και παρόμοια για μονές και πολλαπλές χορηγήσεις.
Μία ανάλυση κινητικής πληθυσμών της κλινικής αποτελεσματικότητας σε μελέτες με ασθενείς που υπέφεραν από ΜΕΝ αποκάλυψε μία μέση μέγιστη συγκέντρωση λιδοκαΐνης 45 ng/ml μετά από εφαρμογή 3 εμπλάστρων ταυτόχρονα 12 h ανά ημέρα μετά από επανειλημμένη εφαρμογή για έως και ένα έτος. Η συγκέντρωση αυτή είναι σε συμφωνία με την παρατήρηση σε φαρμακοκινητικές μελέτες σε ασθενείς ΜΕΝ (52 ng/ml) και σε υγιείς εθελοντές (85 ng/ml και 125 ng/ml).
Για τη λιδοκαΐνη και τους μεταβολίτες της MEGX, GX, και 2,6-ξυλιδίνη δε βρέθηκε καμία τάση για συσσώρευση, ενώ οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης επιτεύχθηκαν μέσα στις πρώτες τέσσερις ημέρες.
Η κινητική ανάλυση πληθυσμών υπέδειξε πως όταν αυξάνεται ο αριθμός των εφαρμοζόμενων ταυτόχρονα εμπλάστρων από 1 σε 3, η συστημική έκθεση αυξήθηκε λιγότερο από όσο αναλογεί στον αριθμό των εφαρμοζόμενων εμπλάστρων.
Κατανομή
Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση λιδοκαΐνης σε υγιείς εθελοντές, ο όγκος κατανομής βρέθηκε να είναι 1,3 ± 0,4 l/kg (μέσος όρος ± S.D., n = 15). Ο όγκος κατανομής της λιδοκαΐνης δεν έδειξε καμία εξάρτηση από την ηλικία, μειώθηκε σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και αυξήθηκε σε ασθενείς με ηπατική νόσο. Σε συγκεντρώσεις πλάσματος που προέκυψαν από εφαρμογή του εμπλάστρου περίπου το 70% της λιδοκαΐνης είναι δεσμευμένο από πρωτεΐνες του πλάσματος. Η λιδοκαΐνη διαπερνά τον πλακουντιακό και αιματοεγκεφαλικό φραγμό πιθανώς με παθητική διάχυση.
Βιομετατροπή
Η λιδοκαΐνη μεταβολίζεται ταχέως στο ήπαρ σε έναν αριθμό μεταβολιτών. Η κύρια μεταβολική οδός για τη λιδοκαΐνη είναι η N- απαλκυλίωση σε μονο-αιθύλ-γλύκινο-ξυλιδίδιο (MEGX) και γλύκινο- ξυλιδίδιο (GX) από τα οποία και τα δύο είναι λιγότερο δραστικά από τη λιδοκαΐνη και διαθέσιμα σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Υδρολύονται σε 2,6- ξυλιδίνη, η οποία μετατρέπεται σε συζευγμένη 4-υδρόξυ-2,6-ξυλιδίνη.
Ο μεταβολίτης 2,6-ξυλιδίνη, έχει άγνωστη φαρμακολογική δραστικότητα αλλά εμφανίζει καρκινογόνες ιδιότητες σε αρουραίους (βλέπε (βλ. Προκλινικά δεδομένα)). Μία ανάλυση κινητικής πληθυσμών αποκάλυψε μία μέση μέγιστη συγκέντρωση για τη 2,6-ξυλιδίνη των 9 ng/ml μετά από επανειλημμένες καθημερινές εφαρμογές για έως και ένα έτος. Το εύρημα αυτό επιβεβαιώθηκε από μία φαρμακοκινητική μελέτη φάσης I. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για το μεταβολισμό της λιδοκαΐνης στο δέρμα.
Απομάκρυνση
Η λιδοκαΐνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται από τα νεφρά. Περισσότερο από το 85% της δόσης βρίσκεται στα ούρα υπό τη μορφή μεταβολιτών ή δραστικής ουσίας. Λιγότερο από το 10% της δόσης της λιδοκαΐνης απεκκρίνεται αναλλοίωτη. Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα είναι ένα συζυγές 4-υδρόξυ-2,6-ξυλιδίνης, που αντιστοιχεί στο 70 έως 80% της δόσης που απεκκρίνεται στα ούρα. Η 2,6-ξυλιδίνη απεκκρίνεται στα ούρα στον άνθρωπο σε μία συγκέντρωση μικρότερη του 1% της δόσης. Ο χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης της λιδοκαΐνης μετά την εφαρμογή του εμπλάστρου σε υγιείς εθελοντές είναι 7,6 ώρες. Η απέκκριση της λιδοκαΐνης και των μεταβολιτών της μπορεί να είναι μειωμένη σε καρδιακή, νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
ΕΟΦ · 2.3
Αντιαρρυθμικά φάρμακα
expand_more
Αντιαρρυθμικά φάρμακα
Ως “αντιαρρυθμικά” χαρακτηρίζονται ουσίες που επηρεάζουν τις ηλεκτροφυσιολογικές ιδιότητες της καρδιάς και, επομένως, τον καρδιακό ρυθμό. Τα αντιαρρυθμικά μπορούν να διακόψουν έκτοπους ρυθμούς, αλλά και να προκαλέσουν ή επιδεινώσουν προϋπάρχοντες τέτοιους ρυθμούς (“προαρρυθμική” δράση). Τα αντιαρρυθμικά χορηγούνται για να διακόψουν έκτοπους ρυθμούς με κοιλιακή ή υπερκοιλιακή προέλευση ή για να προλάβουν την εμφάνισή τους, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει κίνδυνος από την προαρρυθμική τους δράση. Η χορήγηση φλεκαϊνίδης, ενκαϊνίδης ή μορισιζίνης σε χρόνιους εμφραγματικούς ασθενείς με κοιλιακούς έκτοπους παλμούς αύξησε, αντί να μειώσει, τη θνητότητα. Έτσι, η παρουσία κοιλιακών έκτοπων παλμών σε χρόνιο έμφραγμα αποτελεί αντένδειξη για τη χορήγηση αντιαρρυθμικών, με εξαίρεση β-αποκλειστές και, ενδεχομένως, την αμιωδαρόνη. Δεν είναι γνωστό, αν σε άλλες καταστάσεις με κοιλιακούς έκτοπους παλμούς έχουν τα αντιαρρυθμικά παρόμοιες δυσμενείς επιδράσεις. Η κοιλιακή ταχυκαρδία όμως και η μαρμαρυγή εξακολουθούν να θεωρούνται ενδείξεις για τη χορήγηση των αντιαρρυθμικών, γιατί σ’αυτή την επιλεγμένη ομάδα των ασθενών ο κίνδυνος από την αρρυθμία θεωρείται μεγαλύτερος από τον κίνδυνο της ενδεχόμενης προαρρυθμικής δράσης των φαρμάκων αυτών. Και σ΄ αυτές τις περιπτώσεις ωστόσο προτιμάται η χορήγηση αμιωδαρόνης, συνήθως με σύγχρονη εμφύτευση απινιδιστή.
Κοινή αντένδειξη όλων των αντιαρρυθμικών είναι ο φλεβοκομβοκολπικός και ο κολποκοιλιακός αποκλεισμός, εφόσον δεν υπάρχει τοποθετημένος κατάλληλος βηματοδότης, καθώς και, συνήθως, οι έκτοποι ρυθμοί από διαφυγή.
Η τάξη Ι των αντιαρρυθμικών (ταξινόμηση Vaughan Williams) αφορά στην αναστολή των διαύλων Na+ κατά τη φάση 0 του καρδιακού κύκλου σε κύτταρα με έντονα αρνητικό δυναμικό μεμβράνης, όπως είναι τα κοιλιακά. Γι αυτό τα αντιαρρυθμικά με δράση της τάξης Ι επηρεάζουν εντονότερα τις κοιλιακές παρά τις υπερκοιλιακές αρρυθμίες. Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης Ι υποδιαιρείται σε 3 υποκατηγορίες. Η τάξη Ia (ομάδα κινιδίνης) αφορά σε παράταση της διάρκειας του συμπλέγματος QRS (μείωση αγωγιμότητας), με παράλληλη παράταση του διαστήματος JT. Η τάξη Ib (ομάδα λιδοκαΐνης) δεν θίγει το σύμπλεγμα QRS, ενώ βραχύνει (ή δεν επηρεάζει) το διάστημα JT. Η τάξη Ic (ομάδα φλεκαϊνίδης), τέλος, αφορά σε παράταση της διάρκειας του QRS (μείωση αγωγιμότητας), χωρίς να επηρεάζει το διάστημα JT.
Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης ΙΙ εκδηλώνεται από τους β-αποκλειστές που μειώνουν την κλίση της φάσης 4. Τα φάρμακα με αυτή τη δράση αναστέλλουν τον αυτοματισμό του φλεβοκόμβου και των έκτοπων κέντρων. Έτσι προκαλούν βραδυκαρδία και δρουν αντιαρρυθμικά. Οι β-αποκλειστές είναι η μόνη κατηγορία φαρμάκων με (ήπια) αντιαρρυθμική δράση που έχει δειχθεί ότι παρατείνει τη ζωή στο χρόνιο έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης ΙΙΙ χαρακτηρίζεται από αναστολή του αναπολωτικού ρεύματος K+ με αποτέλεσμα καθυστέρηση της αναπόλωσης, και συνέπεια την παράταση της ανερέθιστης περιόδου και του διαστήματος JT. Η χρήση αμιωδαρόνης που η κυριότερη δράση της είναι της τάξης ΙΙΙ σε χρόνιο έμφραγμα με κοιλιακούς έκτοπους παλμούς απαλλάσσει από τις αρρυθμίες χωρίς να βραχύνει την επιβίωση, ενώ μειώνει τους αιφνίδιους θανάτους.
Η τάξη IV αφορά σε αναστολή των διαύλων Ca2+ κυρίως σε κύτταρα με ασθενές αρνητικό δυναμικό μεμβράνης, όπως είναι των υπερκοιλιακών ιστών. Γι αυτό τα αντιαρρυθμικά μ’ αυτή τη δράση είναι αποτελεσματικά κυρίως σε υπερκοιλιακές αρρυθμίες.
Η διέγερση των χολινεργικών υποδοχέων καταλήγει σε ειδικούς διαύλους Κ+ με αποτέλεσμα τη βραδυκαρδία και επιμήκυνση της κολποκοιλιακής αγωγής. Η αναστολή των χολινεργικών υποδοχέων συνεπάγεται τα αντίθετα αποτελέσματα. Διέγερση των χολινεργικών υποδοχέων προκαλεί η δακτυλίτιδα (που επίσης αναστέλλει την αντλία ανταλλαγής K+-Na+) και η μορφίνη, καθώς και τα γνωστά βαγομιμητικά φάρμακα. Αναστολή των ίδιων υποδοχέων προκαλούν η ατροπίνη και τα συγγενή της, καθώς και η κινιδίνη, δισοπυραμίδη κλπ.
Η διέγερση των πουρινεργικών υποδοχέων έχει δράση που θυμίζει τη δράση του παρασυμπαθητικού. Κυριότεροι εκπρόσωποι αυτής της ομάδας είναι η αδενοσίνη και η τριφωσφορική αδενοσίνη.
Η αδενοσίνη ανήκει στα πουρινικά νουκλεοσίδια και ανευρίσκεται σε όλα τα κύτταρα του σώματος. Χορηγούμενη ενδοφλεβίως ασκεί αρνητική δρομότροπη δράση στον κολποκοιλιακό κόμβο. Εξαιτίας αυτής της δράσης διακόπτονται τα κυκλώματα επανεισόδου, τα οποία εμπλέκονται στις παροξυσμικές υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες, για τον τερματισμό των οποίων θεωρείται φάρμακο εκλογής. Έχει βραχεία διάρκεια δράσης (χρόνος ημιζωής 8’’-10’’) αλλά εξίσου βραχείας διάρκειας είναι και οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Πλεονέκτημα έναντι της βεραπαμίλης είναι ότι μπορεί να χορηγηθεί μετά από ένα β-αποκλειστή ενώ η δεύτερη προτιμάται σε συνύπαρξη βρογχικού άσθματος.
Όλα τα αντιαρρυθμικά έχουν, άλλο μικρότερη άλλο μεγαλύτερη, αρνητική ινότροπη δράση και μπορούν έτσι να επιδεινώσουν μια καρδιακή ανεπάρκεια. Η αρνητική ινότροπη δράση τείνει να είναι αθροιστική. Γι΄ αυτό, αν είναι επηρεασμένη η λειτουργικότητα του μυοκαρδίου χρειάζεται προσοχή στο συνδυασμό αντιαρρυθμικών.
Σοβαρός κίνδυνος από όλα τα αντιαρρυθμικά είναι, όπως αναφέρθηκε, η προαρρυθμική τους δράση. Σαν τέτοια νοείται η εμφάνιση νέας ή η επιδείνωση προϋπάρχουσας αρρυθμίας σε θεραπευτικά επίπεδα του φαρμάκου. Τυπικές περιπτώσεις είναι η εμφάνιση πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας τύπου ριπιδίου (ή “συστροφής των αιχμών”) σε συνδυασμό με μακρό διάστημα QT και βραδυκαρδία, νέα εμφάνιση εμμένουσας μονόμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας (ή μετατροπή της μη εμμένουσας σε εμμένουσα), νέα εμφάνιση πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας χωρίς παράταση του QT, σημαντική αύξηση της συχνότητας των κοιλιακών έκτοπων παλμών, καθώς και αντίστοιχες μεταβολές στην ηλεκτροφυσιολογική μελέτη.
Κατά κανόνα, ο συνδυασμός δύο αντιαρρυθμικών με την ίδια τάξη αντιαρρυθμικής δράσης δεν προσφέρει πλεονεκτήματα. Μπορεί όμως να συνδυασθεί η λιδοκαΐνη με ένα άλλο αντιαρρυθμικό της τάξης Ι ή ΙΙΙ στη φάση της διακοπής της ενδοφλέβιας έγχυσής της. Φάρμακα της τάξης ΙΙ και IV εμφανίζουν κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες (αρνητική ινότροπη, χρονότροπη και δρομότροπη δράση), γι αυτό ο συνδυασμός τους κατά κανόνα αποφεύγεται. Δεν αποκλείεται να υπάρχουν ειδικές περιπτώσεις συνδυασμών με ευνοϊκή επίδραση, αλλά αυτές δεν έχουν αποδειχθεί πέρα από κάθε αμφιβολία.
Σε κακοήθεις ταχυαρρυθμίες (κοιλιακή ταχυκαρδία ή μαρμαρυγή) η αναζήτηση του καταλληλότερου φαρμάκου πρέπει να γίνεται συνήθως με ηλεκτροφυσιολογική μελέτη. Η αμιωδαρόνη ενδέχεται να δρα ευνοϊκά παρά τα αρνητικά αποτελέσματα τέτοιας μελέτης.
Πριν χορηγηθεί ένα αντιαρρυθμικό πρέπει να εξετασθεί μήπως δεν χρειάζεται καμιά αγωγή ή μήπως απαιτείται αιτιολογική αντιμετώπιση ή, τέλος, μήπως χρειάζεται επιλογή της αγωγής σε εξειδικευμένο Κέντρο.
ΕΟΦ · 2.3.2
Τάξη Ib
expand_more
Τάξη Ib
ΕΟΦ · 11.5.2
Tοπικής έγχυσης
expand_more
Tοπικής έγχυσης
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται κυρίως η βουπιβακαΐνη, λιγνοκαΐνη και προκαΐνη. Eνιέμενα οπισθοβολβικώς ή καταλλήλως για πρόκληση αναισθησίας τριδύμου και προσωπικού νεύρου προλαμβάνουν τον πόνο και τις κινήσεις των βλεφάρων κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων του οφθαλμού. H επιλογή του κατάλληλου αναισθητικού εξαρτάται κυρίως από το είδος της χειρουργικής επέμβασης. Συνήθως χρησιμοποιείται μίγμα ίσων όγκων λιγνοκαΐνης και βουπιβακαΐνης. Tα παραπάνω φάρμακα μεταβολίζονται σχετικά γρήγορα.
H βουπιβακαΐνη έχει το μακρότερο χρόνο δράσης και βραδύτερη έναρξη.
H λιδοκαΐνη διαχέεται ταχύτερα της προκαΐνης, έχει ισχυρότερη και μεγαλύτερης διάρκειας δράση, αλλά είναι σχετικά τοξικότερη από αυτή. Συνήθως προστίθεται στο διάλυμά της υαλουρονιδάση για καλύτερη διάχυση στους ιστούς και ταχύτερη έναρξη αναισθησίας.
ΕΟΦ · 11.6
Aγγειοσυσπαστικά - αντιαλλεργικά
expand_more
Aγγειοσυσπαστικά - αντιαλλεργικά
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα αδρενεργικά ναφαζολίνη και φαινυλεφρίνη και το αντιαλλεργικό χρωμογλυκικό νάτριο.
Φαινυλεφρίνη, ναφαζολίνη και τετρυζολίνη σε χαμηλές πυκνότητες χρησιμοποιούνται σε ήσσονος σημασίας τοπικούς ερεθισμούς του οφθαλμού. Στις αναφερθείσες πυκνότητες σπανίως προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες. Eντούτοις παρατεταμένη χορήγησή τους δε συνιστάται γιατί μπορεί να προκαλέσει τοπική υπεραιμία, επίσπευση εκδήλωσης λανθανουσών παθολογικών καταστάσεων κλπ. (βλ. επίσης 11.3.2, 11.4.3). H χρήση τους αντενδείκνυται σε ξηρά κερατοεπιπεφυκίτιδα (σύνδρομο Sjogren). Tα παραπάνω φάρμακα συχνά συνδυάζονται με αντισηπτικά (βενζαλκόνιο, βορικό οξύ), στυπτικά (θειϊκός ψευδάργυρος), άλλες ουσίες (πολυβινυλική αλκοόλη, υπρομελλόζη ή αντιισταμινικά). O θειϊκός ψευδάργυρος σε πυκνότητα 0.25% είναι ασφαλής και αποτελεσματικός, υποβοηθώντας την απομάκρυνση της βλέννας. Σπανίως μπορεί να προκαλέσει παροδικό αίσθημα νυγμών του οφθαλμού.
Tο χρωμογλυκικό νάτριο (βλ. 3.1.5 και 12.2.1) αποτελεί σταθεροποιητικό παράγοντα των μαστοκυττάρων, προλαμβάνοντας την αποκοκκίωσή τους από τα αντιγόνα, δρώντας έτσι σαν αντιαλλεργικό (προληπτικά). Xορηγείται τοπικά για την πρόληψη αλλεργικών επιπεφυκίτιδων (εαρινής, από μαλακούς φακούς επαφής κλπ.). Συχνά χορηγείται προληπτικά για μακρά χρονικά διαστήματα. Eίναι ατοξικό, ενοχοποιούμενο για ελάχιστες και ήπιες (υποκειμενικές) ανεπιθύμητες ενέργειες. Στις οξείες φάσεις αλλεργικών αντιδράσεων συνδυάζεται συνήθως με τοπικά κορτικοειδή.
H τοπική εφαρμογή των κλασικών αντιισταμινικών δεν έχει αποδειχθεί ότι ανακουφίζει ή προλαμβάνει αλλεργικές επιπεφυκίτιδες. Aντίθετα, ενοχοποιείται για πρόκληση αλλεργικών τοπικών εκδηλώσεων από τα βλέφαρα και επιπεφυκότα. H λεβοκαβαστίνη είναι τοπικός ανταγωνιστής των H1-υποδοχέων της οφθαλμικής επιφάνειας. Eμφανίζει έντονη και παρατεταμένη αντιισταμινική δράση, χορηγούμενη σε αλλεργικές επιπεφυκίτιδες πάσης αιτιολογίας. Θεωρείται σχετικά ατοξική χωρίς ουσιαστικές τοπικές ή συστηματικές εξ απορροφήσεως ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η εμεδαστίνη είναι νεώτερος ανταγωνιστής των Η1-υποδοχέων της ισταμίνης. Συγχρόνως έχει ανασταλτική δράση στην αποκοκκίωση των μαστοκυττάρων αλλά και χημειοτακτισμό των ηωσινοφίλων, δρώντας και προληπτικά εκτός της κλασικής αντιϊσταμινικής δράσης (αντιαλλεργικής).
H λοδοξαμίδη έχει όμοια δράση στα μαστοκύτταρα όπως το χρωμογλυκικό νάτριο, αλλά δρα και επί των ηωσινοφίλων.
ΕΟΦ · 15.1
Tοπικά αναισθητικά
expand_more
Tοπικά αναισθητικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
- Υψηλά επίπεδα λιδοκαΐνης στο αίμα μπορεί να προκαλέσουν αλλαγές στην καρδιακή παροχή, τη συνολική περιφερική αντίσταση και τη μέση αρτηριακή πίεση.
- Με κεντρικό νευρικό αποκλεισμό, αυτές οι αλλαγές μπορεί να οφείλονται στον αποκλεισμό αυτόνομων ινών, άμεση κατασταλτική δράση του τοπικού αναισθητικού σε διάφορα συστατικά του καρδιαγγειακού συστήματος ή/και στη δράση της επινεφρίνης που διεγείρει τους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς, όταν είναι παρούσα. Το καθαρό αποτέλεσμα είναι συνήθως ήπια υπόταση, όταν δεν υπερβαίνονται οι συνιστώμενες δόσεις.
- Ειδικότερα, τέτοιες καρδιακές επιδράσεις είναι πιθανόν να σχετίζονται με την κύρια δράση που προκαλεί η λιδοκαΐνη όταν δεσμεύεται και αποκλείει τους δρόμους νατρίου, αναστέλλοντας τις ιοντικές ροές που απαιτούνται για την έναρξη και τη διεξαγωγή ηλεκτρικών δυνητικών δράσης, απαραίτητων για τη διευκόλυνση της μυϊκής σύσπασης.
- Στη συνέχεια, στους καρδιακούς μυοκύτταρους, η λιδοκαΐνη μπορεί δυνητικά να αποκλείσει ή αλλιώς να επιβραδύνει την αύξηση των καρδιακών δυναμικών δράσης και τις σχετιζόμενες συσπάσεις των καρδιακών μυοκυττάρων, οδηγώντας σε πιθανές επιδράσεις όπως υπόταση, βραδυκαρδία, μυοκαρδιακή καταστολή, καρδιακές αρρυθμίες, και ίσως καρδιακή ανακοπή ή κυκλοφορική κατάρρευση.
- Επιπλέον, η λιδοκαΐνη έχει σταθερά διάστασης (pKa) 7,7 και θεωρείται ασθενής βάση. Ως αποτέλεσμα, περίπου το 25% των μορίων λιδοκαΐνης θα είναι μη ιονισμένα και διαθέσιμα στο φυσιολογικό pH 7,4 για να διαπεράσουν μέσα στα νευρικά κύτταρα, πράγμα που σημαίνει ότι η λιδοκαΐνη επιφέρει ταχύτερη έναρξη δράσης από άλλα τοπικά αναισθητικά που έχουν υψηλότερες τιμές pKa.
- Αυτή η ταχεία έναρξη δράσης εμφανίζεται περίπου ένα λεπτό μετά την ενδοφλέβια χορήγηση και δεκαπέντε λεπτά μετά την ενδομυϊκή χορήγηση.
- Η χορηγούμενη λιδοκαΐνη στη συνέχεια εξαπλώνεται γρήγορα στους περιβάλλοντες ιστούς και το αναισθητικό αποτέλεσμα διαρκεί περίπου δέκα έως είκοσι λεπτά όταν χορηγείται ενδοφλεβίως και περίπου εξήντα έως ενενήντα λεπτά μετά την ενδομυϊκή χορήγηση.
- Ωστόσο, φαίνεται ότι η αποτελεσματικότητα της λιδοκαΐνης μπορεί να ελαχιστοποιηθεί παρουσία φλεγμονής. Αυτή η επίδραση μπορεί να οφείλεται σε οξέωση που μειώνει την ποσότητα των μη ιονισμένων μορίων λιδοκαΐνης, ταχύτερη μείωση της συγκέντρωσης λιδοκαΐνης ως αποτέλεσμα αυξημένης ροής αίματος, ή δυνητικά επίσης λόγω αυξημένης παραγωγής φλεγμονωδών μεσολαβητών όπως το περοξυνιτρώδες, που προκαλούν άμεσες δράσεις στους δρόμους νατρίου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
- Η λιδοκαΐνη είναι ένα τοπικό αναισθητικό τύπου αμιδίου. Χρησιμοποιείται για την παροχή τοπικής αναισθησίας μέσω νευρικού αποκλεισμού σε διάφορες θέσεις του σώματος.
- Το επιτυγχάνει σταθεροποιώντας την νευρωνική μεμβράνη αναστέλλοντας τις ιοντικές ροές που απαιτούνται για την έναρξη και τη διεξαγωγή των ερεθισμάτων, επιφέροντας έτσι τοπική αναισθητική δράση.
- Συγκεκριμένα, ο παράγοντας λιδοκαΐνη δρα στους δρόμους ιόντων νατρίου που βρίσκονται στην εσωτερική επιφάνεια των μεμβρανών των νευρικών κυττάρων.
- Σε αυτούς τους δρόμους, τα ουδέτερα, μη φορτισμένα μόρια λιδοκαΐνης διαχέονται μέσω των νευρικών θηκών στον αξονόπλασμα, όπου στη συνέχεια ιονίζονται συνδεόμενα με ιόντα υδρογόνου.
- Τα προκύπτοντα κατιόντα λιδοκαΐνης είναι στη συνέχεια ικανά να δεσμεύουν αναστρέψιμα τους δρόμους νατρίου από μέσα, διατηρώντας τους κλειδωμένους σε ανοιχτή κατάσταση που εμποδίζει την αποπόλωση του νεύρου.
- Ως αποτέλεσμα, με επαρκή αποκλεισμό, η μεμβράνη του μετασυναπτικού νευρώνα τελικά δεν θα αποπολωθεί και θα αποτύχει να μεταδώσει ένα δυναμικό δράσης.
- Αυτό διευκολύνει ένα αναισθητικό αποτέλεσμα, όχι απλώς αποτρέποντας τη διάδοση σημάτων πόνου στον εγκέφαλο, αλλά διακόπτοντας την παραγωγή τους εξ αρχής.
- Εκτός από τον αποκλεισμό της αγωγής στους νευρικούς άξονες στο περιφερικό νευρικό σύστημα, η λιδοκαΐνη έχει σημαντικές επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα και το καρδιαγγειακό σύστημα.
- Μετά την απορρόφηση, η λιδοκαΐνη μπορεί να προκαλέσει διέγερση του ΚΝΣ, ακολουθούμενη από καταστολή, και στο καρδιαγγειακό σύστημα, δρα κυρίως στον μυοκάρδιο όπου μπορεί να προκαλέσει μειώσεις στην ηλεκτρική διεγερσιμότητα, τον ρυθμό αγωγής και τη δύναμη της σύσπασης.
- Η ανώμαλη, επαναλαμβανόμενη εκφόρτιση ερεθισμάτων που προκύπτει από ατελή αδρανοποίηση των διαύλων Na+ μπορεί να εμπλέκεται σε διάφορες ασθένειες μυών και νεύρων, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών μυοτονιών και των νευροπαθητικών συνδρόμων πόνου.
- Τα συστηματικά τοπικά αναισθητικά έχουν αποδειχθεί ότι έχουν κλινική αποτελεσματικότητα έναντι των μυοτονιών και ορισμένων μορφών νευροπαθητικού πόνου, επομένως επιδιώξαμε να αναπτύξουμε ένα in vitro μοντέλο για να εξετάσουμε τη κυτταρική βάση για τις επιδράσεις αυτών των φαρμάκων.
- Σε ισχιακά νεύρα βατράχων, μελετώμενα in vitro με τη μέθοδο sucrose-gap, οι πεπτιδικές α-τοξίνες από τσιχόνι (ATXII) ή δηλητήριο σκορπιού (LQIIa), που αναστέλλουν την αδρανοποίηση των Na+, προκάλεσαν επαναλαμβανόμενα δυναμικά δράσης (CAPs) που επιβάλλονταν σε μια πλάτωμα αποπόλωσης διάρκειας αρκετών δευτερολέπτων.
- Η αρχική αιχμή του CAP δεν επηρεάστηκε, αλλά η πλάτωμα και η επαναλαμβανόμενη εκφόρτιση καταστέλλονταν έντονα από 5-30 μΜ λιδοκαΐνης.
- Η λιδοκαΐνη προκάλεσε ταχεία, εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση, αποσύνθεση της πλάτωματος, ποσοτικά συμβατή με αποκλεισμό ανοιχτών διαύλων Na+.
- Η πρώιμη και η όψιμη επαναλαμβανόμενη εκφόρτιση καταστέλλονταν εξίσου από λιδοκαΐνη με IC50 = 10 μΜ.
- Μετά την έκπλυση λιδοκαΐνης και LQIIa, η πλάτωμα και η επαναλαμβανόμενη εκφόρτιση παρέμειναν για > 1 ώρα, δείχνοντας ότι η λιδοκαΐνη δεν προκάλεσε διάσταση της α-τοξίνης δεσμευμένης στον δίαυλο.
- Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης μπορούν να αναστρέψουν τα «ανώμαλα» χαρακτηριστικά των δυναμικών δράσης που προκαλούνται από μη αδρανοποιούμενους διαύλους Na+ χωρίς να επηρεάζουν το φυσιολογικό στοιχείο αιχμής.
- Η λιδοκαΐνη ελέγχει τις κοιλιακές αρρυθμίες καταστέλλοντας την αυτοματία στο σύστημα His-Purkinje και καταστέλλοντας την αυτόματη αποπόλωση των κοιλιών κατά τη διάρκεια της διαστολής.
- Αυτές οι επιδράσεις συμβαίνουν σε συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης που δεν καταστέλλουν την αυτοματία του φλεβοκομβιακού κόμβου (SA).
- Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις πλάσματος, η λιδοκαΐνη έχει ελάχιστη επίδραση στην αγωγιμότητα του κολποκοιλιακού κόμβου (AV) και στην αγωγιμότητα του His-Purkinje στην φυσιολογική καρδιά.
- Οι εξειδικευμένοι αγωγοί ιστοί των κόλπων είναι λιγότερο ευαίσθητοι στις επιδράσεις της λιδοκαΐνης από τους κοιλιακούς ιστούς.
- Η λιδοκαΐνη έχει αμφίβολη επίδραση στην αποτελεσματική ανερέθιστο περίοδο (ERP) του κόμβου AV· το φάρμακο βραχύνει την ERP και τη διάρκεια του δυναμικού δράσης του συστήματος His-Purkinje.
- Η λιδοκαΐνη δεν φαίνεται να επηρεάζει τη διεγερσιμότητα του φυσιολογικού καρδιακού ιστού.
- Η πριλοκαΐνη και η λιδοκαΐνη ταξινομούνται ως τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου για τα οποία σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν τη μεθαιμογλοβιναιμία.
- Αν και οι υδρολυμένοι μεταβολίτες της πριλοκαΐνης (ο-τολουϊδίνη) και της λιδοκαΐνης (2,6-ξυλιδίνη) έχουν υποπτευθεί ότι προκαλούν μεθαιμογλοβιναιμία, τα μεταβολικά ένζυμα που εμπλέκονται παραμένουν αχαρακτήριστα.
- Στην παρούσα μελέτη, στόχος μας ήταν να προσδιορίσουμε τα ανθρώπινα ένζυμα που είναι υπεύθυνα για την προκαλούμενη από πριλοκαΐνη και λιδοκαΐνη μεθαιμογλοβιναιμία.
- Τα πειράματά μας αποκάλυψαν ότι η πριλοκαΐνη υδρολυόταν από τις ανασυνδυασμένες ανθρώπινες καρβοξυλεστέρες (CES) 1A και CES2, ενώ η λιδοκαΐνη υδρολυόταν μόνο από την ανθρώπινη CES1A.
- Όταν τα μητρικά σώματα (πριλοκαΐνη και λιδοκαΐνη) επωάστηκαν με ανθρώπινες ηπατικές μικροσωμάτια (HLM), ο σχηματισμός μεθαιμογλοβίνης (Met-Hb) ήταν χαμηλότερος από ό,τι όταν οι υδρολυμένοι μεταβολίτες επωάστηκαν με HLM.
- Επιπλέον, ο σχηματισμός Met-Hb όταν η πριλοκαΐνη και η ο-τολουϊδίνη επωάστηκαν με HLM ήταν υψηλότερος από ό,τι όταν η λιδοκαΐνη και η 2,6-ξυλιδίνη επωάστηκαν με HLM.
- Η επώαση με διισοπροπυλοφθοροφωσφορικό άλας και δις-(4-νιτροφαινυλο) φωσφορικό άλας, που είναι γενικοί αναστολείς των CES, μείωσε σημαντικά τον σχηματισμό Met-Hb όταν η πριλοκαΐνη και η λιδοκαΐνη επωάστηκαν με HLM.
- Ένα αντίσωμα κατά του CYP3A4 μείωσε περαιτέρω τον υπολειπόμενο σχηματισμό Met-Hb.
- Ο σχηματισμός Met-Hb μετά την επώαση ο-τολουϊδίνης και 2,6-ξυλιδίνης με HLM μειώθηκε μόνο έντονα με επώαση με αντίσωμα κατά του CYP2E1.
- Η ο-τολουϊδίνη και η 2,6-ξυλιδίνη μεταβολίστηκαν περαιτέρω από το CYP2E1 σε 4- και 6-υδροξυ-ο-τολουϊδίνη και 4-υδροξυ-2,6-ξυλιδίνη, αντίστοιχα, και αυτοί οι μεταβολίτες έδειξαν να προκαλούν πιο αποτελεσματικά σχηματισμό Met-Hb από τα μητρικά σώματα.
- Συνολικά, βρήκαμε ότι οι μεταβολίτες που παράγονται από την ανθρώπινη μεταβολική διαδικασία μέσω CES, CYP2E1 και CYP3A4 εμπλέκονταν στην προκαλούμενη από πριλοκαΐνη και λιδοκαΐνη μεθαιμογλοβιναιμία.
- Η λιδοκαΐνη δρα κυρίως αναστέλλοντας την κίνηση νατρίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
- Στα περιφερικά νεύρα, αυτή η δράση οδηγεί σε μειωμένο ρυθμό και βαθμό αποπόλωσης των νευρικών κυττάρων και αποτυχία επίτευξης του κατωφλίου δυναμικού που απαιτείται για τη διάδοση των δυναμικών δράσης, οδηγώντας σε αποκλεισμό αγωγιμότητας και αναισθησία.
- Στην καρδιά, η λιδοκαΐνη επίσης αναστέλλει την αγωγιμότητα νατρίου, μειώνοντας τον μέγιστο ρυθμό αποπόλωσης των καρδιακών κυττάρων του μυοκαρδίου.
- Αυτή η επίδραση είναι πιο εμφανής σε ισχαιμικά κύτταρα και σε γρήγορους καρδιακούς ρυθμούς.
- Για αυτόν τον λόγο, η λιδοκαΐνη είναι πιο αποτελεσματική στη διακοπή της ταχείας κοιλιακής ταχυκαρδίας, ειδικά κατά τη διάρκεια οξείας ισχαιμίας ή μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου.
- Η λιδοκαΐνη μπορεί επίσης να αυξήσει το κατώφλι κοιλιακής μαρμαρυγής.
- Σε θεραπευτικές δόσεις, η λιδοκαΐνη έχει ελάχιστες ηλεκτροφυσιολογικές επιδράσεις σε φυσιολογικά κύτταρα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Γενικά, η λιδοκαΐνη απορροφάται εύκολα μέσω βλεννογόνων και κατεστραμμένου δέρματος, αλλά ελάχιστα μέσω ακέραιου δέρματος.
- Ο παράγοντας απορροφάται γρήγορα από την ανώτερη αεραγωγό, τον τραχειοβρογχικό δέντρο και τις κυψελίδες στην κυκλοφορία του αίματος.
- Και παρόλο που η λιδοκαΐνη απορροφάται καλά μέσω της γαστρεντερικής οδού, η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι μόνο περίπου 35% ως αποτέλεσμα υψηλού βαθμού μεταβολισμού πρώτης διόδου.
- Μετά την ένεση σε ιστούς, η λιδοκαΐνη απορροφάται επίσης γρήγορα και ο ρυθμός απορρόφησης επηρεάζεται τόσο από την αγγείωση όσο και από την παρουσία λιπώδους και ικανού να δεσμεύει λιδοκαΐνη ιστού στην συγκεκριμένη θέση.
- Η συγκέντρωση της λιδοκαΐνης στο αίμα επηρεάζεται στη συνέχεια από μια ποικιλία παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου του ρυθμού απορρόφησής της από τη θέση της ένεσης, του ρυθμού κατανομής στους ιστούς και του ρυθμού μεταβολισμού και απέκκρισης.
- Στη συνέχεια, η συστηματική απορρόφηση της λιδοκαΐνης καθορίζεται από τη θέση της ένεσης, τη χορηγούμενη δόση και το φαρμακολογικό της προφίλ.
- Η μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα συμβαίνει μετά από αποκλεισμό μεσοπλεύριου νεύρου, ακολουθούμενη κατά φθίνουσα σειρά συγκέντρωσης από τον οσφυϊκό επισκληρίδιο χώρο, τη θέση του βραχιόνιου πλέγματος και τον υποδόριο ιστό.
- Η συνολική ενεόμενη δόση ανεξάρτητα από τη θέση είναι ο κύριος καθοριστικός παράγοντας του ρυθμού απορρόφησης και των επιπέδων αίματος που επιτυγχάνονται.
- Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί ότι η λιδοκαΐνη υδροχλωρική απορροφάται πλήρως μετά από παρεντερική χορήγηση, με τον ρυθμό απορρόφησής της να εξαρτάται επίσης από τη λιποδιαλυτότητα και την παρουσία ή απουσία αγγειοσυσπαστικού παράγοντα.
- Εκτός από την ενδοαγγειακή χορήγηση, τα υψηλότερα επίπεδα αίματος επιτυγχάνονται μετά από μεσοπλεύριο αποκλεισμό νεύρου και τα χαμηλότερα μετά από υποδόρια χορήγηση.
- Επιπλέον, η λιδοκαΐνη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό και τον πλακουντιακό φραγμό, πιθανώς με παθητική διάχυση.
- Η απέκκριση της αμετάβλητης λιδοκαΐνης και των μεταβολιτών της συμβαίνει κατά προτίμηση μέσω των νεφρών, με λιγότερο από 5% στην αμετάβλητη μορφή να εμφανίζεται στα ούρα.
- Η νεφρική κάθαρση είναι αντιστρόφως ανάλογη με την συγγένεια δέσμευσης πρωτεϊνών και το pH των ούρων.
- Αυτό υποδηλώνει, από το τελευταίο, ότι η απέκκριση της λιδοκαΐνης συμβαίνει μέσω μη ιοντικής διάχυσης.
- Ο όγκος κατανομής που καθορίστηκε για τη λιδοκαΐνη είναι 0,7 έως 1,5 L/kg.
- Συγκεκριμένα, η λιδοκαΐνη κατανέμεται σε ολόκληρο το συνολικό νερό του σώματος.
- Ο ρυθμός εξαφάνισής της από το αίμα μπορεί να περιγραφεί με ένα μοντέλο δύο ή πιθανώς ακόμα και τριών διαμερισμάτων.
- Υπάρχει ταχεία εξαφάνιση (φάση άλφα) που πιστεύεται ότι σχετίζεται με την πρόσληψη από ιστούς που εξισορροπούνται γρήγορα (ιστοί με υψηλή καρδιακή αιμάτωση, για παράδειγμα).
- Η βραδύτερη φάση σχετίζεται με την κατανομή σε ιστούς που εξισορροπούνται αργά (φάση βήτα) και με τον μεταβολισμό και την απέκκρισή της (φάση γάμμα).
- Η κατανομή της λιδοκαΐνης είναι τελικά σε όλους τους ιστούς του σώματος.
- Γενικά, τα όργανα με την υψηλότερη αιμάτωση θα εμφανίζουν υψηλότερες συγκεντρώσεις του παράγοντα.
- Το υψηλότερο ποσοστό αυτού του φαρμάκου θα βρεθεί στον σκελετικό μυ, κυρίως λόγω της μάζας του μυός και όχι λόγω συγγένειας.
- Η μέση συστηματική κάθαρση που παρατηρήθηκε για ενδοφλεβίως χορηγούμενη λιδοκαΐνη σε μελέτη 15 ενηλίκων ήταν περίπου 0,64 +/- 0,18 L/min.
- Η δέσμευση της λιδοκαΐνης σε πρωτεΐνες πλάσματος είναι μεταβλητή και εξαρτάται από τη συγκέντρωση.
- Σε συγκεντρώσεις 1-4 ug/mL, το φάρμακο δεσμεύεται περίπου 60-80% σε πρωτεΐνες πλάσματος.
- Η λιδοκαΐνη δεσμεύεται μερικώς στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη (a1-AGP) και ο βαθμός δέσμευσης στην a1-AGP εξαρτάται από τη συγκέντρωση της πρωτεΐνης στο πλάσμα.
- Σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου, οι αυξήσεις στη συγκέντρωση a1-AGP στο πλάσμα σχετίζονται με αυξημένη δέσμευση λιδοκαΐνης και αυξημένες συνολικές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα, αλλά μόνο μικρές αυξήσεις στη συγκέντρωση ελεύθερου φαρμάκου στο πλάσμα· αυτές οι αλλαγές στη συγκέντρωση a1-AGP και στη δέσμευση λιδοκαΐνης πιστεύεται ότι εξηγούν εν μέρει τη συσσώρευση του φαρμάκου που παρατηρείται σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου που λαμβάνουν παρατεταμένες εγχύσεις.
- Ο όγκος κατανομής μειώνεται σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και αυξάνεται σε ασθενείς με ηπατική νόσο.
- Η λιδοκαΐνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς του σώματος.
- Μετά από μια ενδοφλέβια bolus, υπάρχει μια πρώιμη, γρήγορη μείωση των συγκεντρώσεων του φαρμάκου στο πλάσμα, που σχετίζεται κυρίως με την κατανομή σε ιστούς με υψηλή αιμάτωση όπως τα νεφρά, οι πνεύμονες, το ήπαρ και η καρδιά, ακολουθούμενη από μια βραδύτερη φάση αποβολής στην οποία συμβαίνει μεταβολισμός και ανακατανομή στους σκελετικούς μύες και τον λιπώδη ιστό.
- Η λιδοκαΐνη έχει υψηλή συγγένεια για λίπος και λιπώδη ιστό.
- Καθώς οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα μειώνονται, η κλίση διάχυσης από τον ιστό προς το αίμα αυξάνεται και η λιδοκαΐνη που αρχικά εισήλθε στους ιστούς με υψηλή αιμάτωση και στο λίπος διαχέεται πίσω στο αίμα.
- Απαιτούνται συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης στο πλάσμα περίπου 1-5 ug/mL για την καταστολή των κοιλιακών αρρυθμιών.
- Τοξικότητα έχει συσχετιστεί με συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης στο πλάσμα μεγαλύτερες από 5 ug/mL.
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μιας δόσης bolus 50-100 mg λιδοκαΐνης υδροχλωρικής, το φάρμακο έχει έναρξη δράσης εντός 45-90 δευτερολέπτων και διάρκεια δράσης 10-20 λεπτών.
- Εάν ξεκινήσει μια ενδοφλέβια έγχυση χωρίς αρχική δόση bolus, η επίτευξη θεραπευτικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα είναι σχετικά αργή.
- Για παράδειγμα, οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 30-60 λεπτά μετά την έναρξη συνεχούς έγχυσης 60-70 ug/kg ανά λεπτό όταν δεν χορηγείται δόση φόρτισης.
- Έχουν αναφερθεί συγκεντρώσεις στο πλάσμα 1,5-5,5 ug/mL που διατηρούνται με αρχική ενδοφλέβια bolus 1,5 mg/kg ακολουθούμενη από έγχυση 50 ug/kg ανά λεπτό σε ασθενείς με καρδιακή νόσο.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η καταγεγραμμένη δέσμευση πρωτεϊνών για τη λιδοκαΐνη είναι περίπου 60% έως 80% και εξαρτάται από τη συγκέντρωση της άλφα-1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης στο πλάσμα.
Αυτό το ποσοστό δέσμευσης πρωτεϊνών προσδίδει στη λιδοκαΐνη μέτρια διάρκεια δράσης σε σύγκριση με άλλα τοπικά αναισθητικά.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
- Η λιδοκαΐνη μεταβολίζεται κατά προτίμηση και ταχέως από το ήπαρ, και οι μεταβολίτες και το αμετάβλητο φάρμακο απεκκρίνονται από τους νεφρούς.
- Ο βιομετασχηματισμός περιλαμβάνει οξειδωτική N-απελευθέρωση, υδροξυλίωση δακτυλίου, διάσπαση του δεσμού αμιδίου και σύζευξη.
- Η N-απελευθέρωση, μια κύρια οδός βιομετασχηματισμού, αποδίδει τους μεταβολίτες μονοαιθυλογλυκινξυλιδίδη (MEGX) και γλυκινξυλιδίδη (GX).
- Οι φαρμακολογικές/τοξικολογικές δράσεις αυτών των μεταβολιτών είναι παρόμοιες, αλλά λιγότερο ισχυρές, με αυτές της λιδοκαΐνης HCl.
- Περίπου το 90% της χορηγούμενης λιδοκαΐνης HCl απεκκρίνεται με τη μορφή διαφόρων μεταβολιτών, και λιγότερο από 10% απεκκρίνεται αμετάβλητο.
- Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα είναι ένα σύζευγμα της 4-υδροξυ-2,6-διμεθυλανιλίνης.
- Περίπου το 90% μιας παρεντερικής δόσης λιδοκαΐνης μεταβολίζεται ταχέως στο ήπαρ με δεαιθυλίωση για να σχηματίσει MEGX και GX, ακολουθούμενη από διάσπαση του δεσμού αμιδίου για να σχηματίσει ξυλιδίνη και 4-υδροξυξυλιδίνη που απεκκρίνονται στα ούρα.
- Λιγότερο από 10% μιας δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
- Ο ρυθμός μεταβολισμού της λιδοκαΐνης μπορεί επίσης να μειωθεί σε ασθενείς με ηπατική νόσο, πιθανώς λόγω τροποποιημένης αιμάτωσης στο ήπαρ ή ηπατικής νέκρωσης.
- Η κατανομή και η αποβολή της λιδοκαΐνης και της /μονοαιθυλογλυκινξυλιδίδης/ MEGX φαίνεται να παραμένουν φυσιολογικές σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, αλλά η /γλυκινξυλιδίδη/ GX μπορεί να συσσωρευτεί σε αυτούς τους ασθενείς όταν χορηγείται λιδοκαΐνη ενδοφλεβίως για αρκετές ημέρες.
- … Ο σκοπός αυτής της μελέτης είναι να προσδιοριστεί η ποσότητα λιδοκαΐνης και του μεταβολίτη της μονοαιθυλογλυκινξυλιδίδης (MEGX) στο μητρικό γάλα μετά από τοπική αναισθησία κατά τη διάρκεια οδοντιατρικών επεμβάσεων.
- Ο πληθυσμός της μελέτης αποτελούνταν από επτά θηλάζουσες μητέρες (ηλικίας 23-39 ετών) που έλαβαν 3,6 έως 7,2 mL 2% λιδοκαΐνης χωρίς αδρεναλίνη.
- Οι συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης και του μεταβολίτη της MEGX στο αίμα και στο γάλα αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης.
- Ο λόγος γάλα προς πλάσμα και οι πιθανές ημερήσιες δόσεις σε βρέφη για τη λιδοκαΐνη και την MEGX υπολογίστηκαν.
- Η συγκέντρωση λιδοκαΐνης στο μητρικό πλάσμα 2 ώρες μετά την ένεση ήταν 347,6 +/- 221,8 ug/L, η συγκέντρωση λιδοκαΐνης στο μητρικό γάλα κυμάνθηκε από 120,5 +/- 54,1 ug/L (3 ώρες μετά την ένεση) έως 58,3 +/- 22,8 ug/L (6 ώρες μετά την ένεση), η συγκέντρωση MEGX στο μητρικό πλάσμα 2 ώρες μετά την ένεση ήταν 58,9 +/- 30,3 ug/L, και η συγκέντρωση MEGX στο μητρικό γάλα κυμάνθηκε από 97,5 +/- 39,6 ug/L (3 ώρες μετά την ένεση) έως 52,7 +/- 23,8 ug/L (6 ώρες μετά την ένεση).
- Σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη πρόσληψη 90 mL μητρικού γάλακτος κάθε 3 ώρες, οι ημερήσιες δόσεις λιδοκαΐνης και MEGX στα βρέφη ήταν 73,41 +/- 38,94 ug/L/ημέρα και 66,1 +/- 28,5 ug/L/ημέρα αντίστοιχα.
- Αυτή η μελέτη υποδηλώνει ότι ακόμη και αν μια θηλάζουσα μητέρα υποβληθεί σε οδοντιατρική θεραπεία με τοπική αναισθησία χρησιμοποιώντας λιδοκαΐνη χωρίς αδρεναλίνη, μπορεί να συνεχίσει με ασφάλεια τον θηλασμό.
- … Για τον προσδιορισμό του προφίλ χρόνου/συγκέντρωσης της λιδοκαΐνης και των ενεργών μεταβολιτών της γλυκινξυλιδίδης (GX) και μονοαιθυλογλυκινξυλιδίδης (MEGX) κατά τη διάρκεια μιας έγχυσης λιδοκαΐνης 96 ωρών.
- Η λιδοκαΐνη χορηγήθηκε σε 8 ώριμα υγιή άλογα ως έγχυση συνεχούς ρυθμού (0,05 mg/kg σωματικού βάρους/λεπτό) για 96 ώρες.
- Οι συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης, GX και MEGX στο πλάσμα προσδιορίστηκαν με χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης κατά τη διάρκεια και μετά τη διακοπή της έγχυσης.
- Οι συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης ορού έφτασαν σε σταθερή κατάσταση εντός 3 ωρών και δεν συσσωρεύτηκαν περαιτέρω.
- Οι συγκεντρώσεις ήταν πάνω από την θεραπευτική συγκέντρωση-στόχο (980 ng/mL) μόνο στις 6 και 48 ώρες, και δεν έφτασαν στο εύρος που περιγράφεται ως δυνητικά τοξικό (>1850 ng/mL) σε καμία χρονική στιγμή.
- Η MEGX δεν συσσωρεύτηκε με την πάροδο του χρόνου, ενώ η GX συσσωρεύτηκε σημαντικά έως τις 48 ώρες και στη συνέχεια παρέμεινε σταθερή.
- Οι συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης, MEGX και GX στον ορό ήταν κάτω από το όριο ανίχνευσης εντός 24 ωρών από τη διακοπή της έγχυσης.
- Κανένα από τα άλογα δεν εμφάνισε σημάδια τοξικότητας λιδοκαΐνης κατά τη διάρκεια της μελέτης.
- Ο μεταβολισμός της λιδοκαΐνης δεν επηρεάστηκε σημαντικά από παρατεταμένη έγχυση και δεν παρατηρήθηκαν δυσμενείς επιδράσεις.
- Οι παρατεταμένες εγχύσεις φαίνεται να είναι ασφαλείς σε φυσιολογικά άλογα, αλλά η συσσώρευση της GX, ενός δυνητικά τοξικού ενεργού μεταβολίτη, αποτελεί ανησυχία.
Η λιδοκαΐνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 3-Υδροξυλιδοκαΐνη και Μονοαιθυλογλυκινξυλιδίδη.
- Κυρίως ηπατική.
- Οδός Απέκκρισης: Η λιδοκαΐνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται από τους νεφρούς.
- Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 109 λεπτά
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της λιδοκαΐνης υδροχλωρικής μετά από ενδοφλέβια ένεση bolus είναι συνήθως 1,5 έως 2,0 ώρες.
- Λόγω του γρήγορου ρυθμού με τον οποίο μεταβολίζεται η λιδοκαΐνη υδροχλωρική, οποιαδήποτε κατάσταση επηρεάζει ηπατική λειτουργία μπορεί να τροποποιήσει την κινητική της λιδοκαΐνης HCl.
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να παραταθεί διπλάσιο ή και περισσότερο σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
- … Σε 30 ασθενείς (ηλικίας 18-70 ετών) που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση… μέσος χρόνος ημίσειας ζωής… λιδοκαΐνης ήταν… 94 λεπτά.
- … Σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου (με ή χωρίς καρδιακή ανεπάρκεια), οι χρόνοι ημίσειας ζωής της λιδοκαΐνης και της MEGX έχουν αναφερθεί ότι παρατείνονται· ο χρόνος ημίσειας ζωής της GX αναφέρεται ότι παρατείνεται σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια δευτεροπαθή σε έμφραγμα του μυοκαρδίου.
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λιδοκαΐνης αναφέρεται επίσης ότι παρατείνεται σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ή ηπατική νόσο και μπορεί να παραταθεί μετά από συνεχείς ενδοφλέβιες εγχύσεις που διαρκούν περισσότερο από 24 ώρες.
- Η λιδοκαΐνη έχει έναν αρχικό χρόνο ημίσειας ζωής 7-30 λεπτών και έναν τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 1,5-2 ώρες.
- Σε υγιή άτομα, οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής των ενεργών μεταβολιτών, μονοαιθυλογλυκινξυλιδίδης (MEGX) και γλυκινξυλιδίδης (GX) είναι 2 ώρες και 10 ώρες, αντίστοιχα…
- Η λιδοκαΐνη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ· η ηπατική νόσος και η μειωμένη ηπατική αιματική ροή παρατείνουν τον χρόνο ημίσειας ζωής, ο οποίος είναι συνήθως < 1 ώρα σε σκύλους.
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της λιδοκαΐνης στο νεογνό μετά από μητρική επισκληρίδιο αναισθησία ήταν κατά μέσο όρο 3 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που αποκλείουν τη νευρική αγωγιμότητα όταν εφαρμόζονται τοπικά στον νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με νευρικό στέλεχος, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν αισθητική και κινητική παράλυση στην νευρούμενη περιοχή. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, et. al., Goodman and Gilman's The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8η έκδ.)
- Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των ιοντοεξαρτώμενων διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορούν να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-αποπόλωσης του δυναμικού δράσης, τη διεγερσιμότητα ή την ανερεθιστότητά του, ή την αγωγιμότητα των ερεθισμάτων ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, παράταση επαναπόλωσης, ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.
- Μια κατηγορία φαρμάκων που αναστέλλουν την ενεργοποίηση των VOLTAGE-GATED SODIUM CHANNELS.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- 98PI200987
- LIDOCAINE
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου
- Χημική Δομή [CS] - Αμίδια
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιαρρυθμικό
- Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Τοπική Αναισθησία
Η λιδοκαΐνη είναι ένα τοπικό αναισθητικό αμιδίου και αντιαρρυθμικό. Η φυσιολογική επίδραση της λιδοκαΐνης γίνεται μέσω τοπικής αναισθησίας.
- 4% LIDOCAINE
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- 5% LIDOCAINE
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDICAINE
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- LIDOCAIN 5%
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE 0.5%
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE 3 PERCENT
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]
- LIDOCAINE 4% CREAM
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE 4% FABRIC TAPE
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]
- LIDOCAINE 4% GEL PATCH
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE 5% ANORECTAL
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- LIDOCAINE 5% TOPICAL ANORECTAL CREAM
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- LIDOCAINE CREAM
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE PATCH
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDOCAINE PATCH 4%
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- LIDOCAINE PATCH 5%
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- LIDOCAINE, 0.5%
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDOCAINE, MENTHOL
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDOCANE
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- TATTOO NUMBING CREAM
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- ANORECTAL LIDOCAINE
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]
- XYLOCAINE
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDOCAINE PAIN RELIEF PATCH
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE 4% PATCH
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- PAIN RELIEVE GEL-PATCH
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]
- LIDOCAINE 5% CREAM
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]
- LIDOCAINE PAIN RELIEF GEL-PATCH
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDOCARINE
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- PAIN RELIEF LIDOCAINE PATCH
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- LIDOCAINE 4% TATTOO NUMBING CREAM SET
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- 5% SIGNATURE
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDOCAINE 4% PAIN RELIEF GEL PATCH
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]
- RECTAL CARE CREAM
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που αποκλείουν τη νευρική αγωγιμότητα όταν εφαρμόζονται τοπικά στον νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με νευρικό στέλεχος, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν αισθητική και κινητική παράλυση στην νευρούμενη περιοχή. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, et. al., Goodman and Gilman's The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8η έκδ.)
- Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των ιοντοεξαρτώμενων διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορούν να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-αποπόλωσης του δυναμικού δράσης, τη διεγερσιμότητα ή την ανερεθιστότητά του, ή την αγωγιμότητα των ερεθισμάτων ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, παράταση επαναπόλωσης, ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.
- Μια κατηγορία φαρμάκων που αναστέλλουν την ενεργοποίηση των VOLTAGE-GATED SODIUM CHANNELS.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 4 C01BB01Ηλεκτρική θύελλα στα πλαίσια ΟΣΣ