LINEZOLID
Λινεζολίδη
O παλαιότερος αντιπρόσωπος της ομάδος, το ναλιδιξικό οξύ, χορηγήθηκε κυρίως στη θεραπεία των λοιμώξεων του κατωτέρου ουροποιητικού συστήματος, η χρήση του όμως περιορίστηκε γρήγορα σαν συνέπεια της πτωχής φαρμακοκινητικής του και της ταχείας ανάπτυξης αντοχής των παθογόνων …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZYVOXID
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια ή από του στόματος
- Χορήγηση: Δύο φορές ημερησίως
- Δόση έναρξης: 600 mg
- Τιτλοποίηση: Δεν εφαρμόζεται
-
ΕνήλικεςΔόση600 mg δύο φορές ημερησίωςΗ διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από το παθογόνο, την εντόπιση της λοίμωξης και τη βαρύτητά της, καθώς και από την κλινική ανταπόκριση του ασθενούς. Η μέγιστη διάρκεια της θεραπείας είναι 28 ημέρες.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται καμία ρύθμιση δοσολογίας.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/λεπτό)Δεν απαιτείται καμία ρύθμιση δοσολογίας. Χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή και μόνο όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο. Η λινεζολίδη πρέπει να χορηγείται μετά την αιμοκάθαρση.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται καμία ρύθμιση της δοσολογίας. Συνιστάται μόνο όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο.
block
SPC-ZYVOXID
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη λινεζολίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Η λινεζολίδη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς που λαμβάνουν οποιοδήποτε φάρμακο το οποίο αναστέλλει τις μονοαμινο-οξειδάσες Α ή Β (π.χ. φαινελζίνη, ισοκαρβοξαζίδη, σελεγιλίνη, μοκλοβεμίδη) ή εντός δύο εβδομάδων από την τελευταία λήψη τέτοιου φαρμάκου.
-
Εκτός εάν διατίθενται κατάλληλα μέσα για συχνή παρατήρηση και παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, η λινεζολίδη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, φαιοχρωμοκύτωμα, καρκινοειδές, θυρεοτοξίκωση, διπολική διαταραχή, σχιζομανιοκαταθλιπτική διαταραχή, οξείες καταστάσεις σύγχυσης.
-
Η λινεζολίδη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (βλ. §4.4), τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αγωνιστές υποδοχέων 5-HT σεροτονίνης (τριπτάνες), συμπαθομιμητικούς παράγοντες με άμεση ή έμμεση δράση (συμπεριλαμβανομένων και των αδρενεργικών βρογχοδιασταλτικών, ψευδοεφεδρίνη και φαινυλοπροπανολαμίνη), αγγειοσυσπαστικούς παράγοντες (π.χ. επινεφρίνη, νορεπινεφρίνη), ντοπαμινεργικούς παράγοντες (π.χ. ντοπαμίνη, δοβουταμίνη), πεθιδίνη ή βουσπιρόνη.
-
Ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από και κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου (βλ. §4.6).
warning
SPC-ZYVOXID
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΜυελοκαταστολήΠληθυσμόςηλικιωμένοι ασθενείςΟ κίνδυνος για τις επιδράσεις αυτές φαίνεται πως σχετίζεται με τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΜυελοκαταστολήΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΗ θρομβοπενία μπορεί να παρατηρηθεί με μεγαλύτερη συχνότητα. Συνιστάται η στενή παρακολούθηση της αιματολογικής εικόνας.
-
ΜυελοκαταστολήΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα αναιμία, κοκκιοκυτταροπενία ή θρομβοπενία, οι οποίοι λαμβάνουν παράλληλα φάρμακα που θα μπορούσαν να μειώσουν τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης, τον αριθμό ή τη λειτουργικότητα των αιμοπεταλίωνΣυνιστάται η χορήγηση της λινεζολίδης μόνον όταν υπάρχει δυνατότητα για στενή παρακολούθηση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης, του αριθμού των κυττάρων του αίματος και των αιμοπεταλίων.
-
ΜυελοκαταστολήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν λινεζολίδη για διάστημα μεγαλύτερο από 10-14 ημέρεςΣυνιστάται η στενή παρακολούθηση της αιματολογικής εικόνας.
-
ΜυελοκαταστολήΣε περίπτωση που παρατηρηθεί σημαντική μυελοκαταστολή, η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να διακοπεί εκτός αν θεωρηθεί απόλυτα αναγκαία η συνέχιση της θεραπείας, οπότε θα πρέπει να εφαρμόζονται εντατική παρακολούθηση της αιματολογικής εικόνας και κατάλληλες μέθοδοι αντιμετώπισης.
-
ΜυελοκαταστολήΣυνιστάται η εβδομαδιαία παρακολούθηση της πλήρους αιματολογικής εικόνας σε ασθενείς που λαμβάνουν λινεζολίδη ανεξάρτητα από την αιματολογική τους εικόνα κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
ΜυελοκαταστολήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν λινεζολίδη για διάστημα μεγαλύτερο από 28 ημέρεςΥψηλότερη επίπτωση σοβαρής αναιμίας, απαιτείται συχνότερη μετάγγιση αίματος.
-
Σιδηροβλαστική αναιμίαΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν λινεζολίδη για περισσότερο από 28 ημέρεςΟι περισσότεροι ασθενείς ανέκαμψαν πλήρως ή μερικώς μετά τη διακοπή της λινεζολίδης.
-
Ανισορροπία θνητότηταςΠληθυσμόςσοβαρά πάσχοντες από λοιμώξεις συνδεόμενες με χρήση ενδοαγγειακού καθετήραΠαρατηρήθηκε αυξημένη θνητότητα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λινεζολίδη σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν θεραπεία με βανκομυκίνη/ δικλοξακιλλίνη/ οξακιλλίνη. Αυξημένα ποσοστά θνητότητας στην ομάδα της λινεζολίδης παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν λινεζολίδη με οποιοδήποτε άλλο παθογόνο ή χωρίς ανεύρεση παθογόνου κατά την έναρξη της θεραπείας. Περισσότεροι ασθενείς στην ομάδα της λινεζολίδης εμφάνισαν λοιμώξεις από Gram αρνητικά παθογόνα και απεβίωσαν από λοιμώξεις που οφείλονταν σε Gram αρνητικά παθογόνα και από πολυμικροβιακές λοιμώξεις.
-
Επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίωνΠληθυσμόςασθενείς με γνωστή ή πιθανολογούμενη συνυπάρχουσα λοίμωξη από Gram αρνητικούς μικροοργανισμούςΗ λινεζολίδη θα πρέπει να χορηγείται μόνο εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμες εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές. Η θεραπεία έναντι των Gram αρνητικών μικροοργανισμών θα πρέπει να αρχίζει ταυτόχρονα.
-
Διάρροια και κολίτιδα σχετιζόμενες με αντιβιοτικάΕίναι σημαντικό να συνυπολογιστεί αυτή η διάγνωση σε ασθενείς, οι οποίοι εμφανίζουν σοβαρή διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χρήση της λινεζολίδης. Εάν υπάρχει υποψία ή τεκμηριωμένη διάγνωση, η τρέχουσα θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες θα πρέπει να διακοπεί και να εφαρμοστούν αμέσως κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα. Φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό του εντέρου αντενδείκνυνται.
-
Γαλακτική οξέωσηΑσθενείς οι οποίοι, ενώ λαμβάνουν λινεζολίδη, αναπτύσσουν σημεία και συμπτώματα μεταβολικής οξέωσης θα πρέπει να λάβουν άμεση ιατρική φροντίδα. Τα οφέλη της συνέχισης της χρήσης της λινεζολίδης θα πρέπει να αντισταθμιστούν έναντι των ενδεχόμενων κινδύνων.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς που χρησιμοποιούν το φάρμακο για περισσότερο από 28 ημέρεςΑυξημένη συχνότητα εμφάνισης γαλακτικής οξέωσης, αναιμίας και νευροπάθειας (οπτικής και περιφερικής).
-
Σεροτονινεργικό σύνδρομοΗ συγχορήγηση της λινεζολίδης με σεροτονινεργικά φάρμακα αντενδείκνυται (βλ. §4.3), εκτός εάν η ταυτόχρονη χορήγηση είναι απαραίτητη. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα. Εάν εμφανιστούν, οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο διακοπής του ενός ή και των δύο φαρμάκων.
-
Περιφερική και οπτική νευροπάθειαΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν το φάρμακο για διάστημα μεγαλύτερο από 28 ημέρεςΣυνιστάται άμεση εκτίμηση από οφθαλμίατρο εάν εμφανιστούν συμπτώματα οπτικής διαταραχής. Η οπτική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά. Η συνέχιση της χρήσης του Zyvoxid πρέπει να αντισταθμίζεται έναντι των πιθανών κινδύνων.
-
ΝευροπάθειεςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ή έχουν λάβει πρόσφατα αντιμυκοβακτηριακή φαρμακευτική αγωγή για τη θεραπεία της φυματίωσηςΕνδέχεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος.
-
ΣπασμοίΘα πρέπει να γίνεται σύσταση στους ασθενείς προκειμένου να ενημερώνουν τον ιατρό τους εάν έχουν ιστορικό σπασμών.
-
Αναστολείς της μονοάμινο οξειδάσηςΗ λινεζολίδη δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με υποκείμενες καταστάσεις και/ή με συγχορηγούμενα φάρμακα που θα μπορούσαν να τους θέσουν σε κίνδυνο από την αναστολή της ΜΑΟ, εκτός εάν υπάρχει δυνατότητα για στενή παρατήρηση και παρακολούθηση του ασθενούς (βλ. §4.3 και §4.5).
-
Χρήση με τροφές με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνηςΟι ασθενείς θα πρέπει να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων τροφών με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνης (βλ. §4.5).
-
ΕπιμόλυνσηΣε περίπτωση που παρατηρηθεί επιμόλυνση κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΗ λινεζολίδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή και μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος θεωρείται ότι υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο (βλ. §4.2 και §5.2).
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΣυνιστάται η χορήγηση της λινεζολίδης μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο (βλ. §4.2 και §5.2).
-
Διαταραχή της γονιμότηταςΗ πιθανή επίδραση της λινεζολίδης στο αναπαραγωγικό σύστημα του ανδρός δεν είναι γνωστή (βλ. §5.3).
-
Κλινικές μελέτεςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της λινεζολίδης όταν χορηγείται για διάστημα μεγαλύτερο των 28 ημερών, δεν έχουν αξιολογηθεί. Η εμπειρία στη χρήση της λινεζολίδης στη θεραπεία των καταστάσεων αυτών (αλλοιώσεις διαβητικού ποδιού, κατακλίσεις ή ισχαιμικές αλλοιώσεις, σοβαρά εγκαύματα ή γάγγραινα) είναι περιορισμένη.
-
ΈκδοχαΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με άλλες καταστάσεις που σχετίζονται με δυσανεξία γλυκόζηςΠρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε γλυκόζη.
-
ΈκδοχαΠληθυσμόςασθενείς που βρίσκονται σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίουΠρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε νάτριο.
swap_horiz
SPC-ZYVOXID
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς της μονοάμινο οξειδάσης (ΜΑΟΙ)ΠροσοχήΗ λινεζολίδη είναι αναστρέψιμος, μη εκλεκτικός αναστολέας της ΜΑΟ. Δεν συνιστάται η χορήγηση σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που μπορεί να τους θέσουν σε κίνδυνο λόγω αναστολής της ΜΑΟ, εκτός αν είναι δυνατή η στενή παρατήρηση.
-
Ψευδοεφεδρίνη ή φαινυλοπροπανολαμίνηΠροσοχήΑύξηση της αρτηριακής πίεσης.
-
Ντοπαμινεργικοί παράγοντεςΠροσοχήΑπαιτείται προσεκτική ρύθμιση δόσεων φαρμάκων με αγγειοσυσπαστική δράση.
-
ΠαρακολούθησηΜία αναφορά για εικόνα παρόμοια με σύνδρομο σεροτονίνης που υποχώρησε με διακοπή.
-
Σεροτονινεργικοί παράγοντες (π.χ. SSRIs)ΑντένδειξηΈχουν αναφερθεί περιστατικά σεροτονινεργικού συνδρόμου.
-
Τροφές με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνηςΠαρακολούθησηΑποφυγή υπερβολικών ποσοτήτων (π.χ. ώριμο τυρί, εκχυλίσματα μαγιάς, μη απεσταγμένα οινοπνευματώδη ποτά, προϊόντα ζύμωσης σόγιας).
-
ΠαρακολούθησηΗ ριφαμπικίνη μείωσε τη Cmax και την AUC της λινεζολίδης κατά 21% και 32% αντίστοιχα. Ο μηχανισμός και η κλινική σημασία είναι άγνωστα.
-
ΠαρακολούθησηΠαρατηρήθηκε 10% μείωση στη μέση μέγιστη INR και 5% μείωση στην AUC INR. Η κλινική σημασία δεν έχει αξιολογηθεί.
sick
SPC-ZYVOXID
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- καντιντίαση
- καντιντίαση του στόματος
- κολπική καντιντίαση
- μυκητιασικές λοιμώξεις
- κολπίτιδα
- κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας*
- αναιμία*
- λευκοπενία*
- ουδετεροπενία
- θρομβοπενία*
- ηωσινοφιλία
- πανκυτταροπενία*
- μυελοκαταστολή*
- σιδηροβλαστική αναιμία*
- αναφυλαξία
- υπονατριαιμία
- γαλακτική οξέωση*
- αϋπνία
- κεφαλαλγία
- αλλαγή γεύσης (μεταλλική γεύση)
- ζάλη
- σπασμοί*
- υπαισθησία
- παραισθησία
- σεροτονινεργικό σύνδρομο**
- περιφερική νευροπάθεια*
- θάμβος οράσεως*
- μεταβολές στο έλλειμμα στα οπτικά πεδία*
- οπτική νευροπάθεια*
- οπτική νευρίτιδα*
- απώλεια όρασης*
- μεταβολές στην οπτική οξύτητα*
- μεταβολές στην οπτική αντίληψη χρωμάτων*
- εμβοές
- αρρυθμία (ταχυκαρδία)
- υπέρταση
- παροδικά ισχαιμικά επεισόδια
- φλεβίτιδα
- θρομβοφλεβίτιδα
- διάρροια
- ναυτία
- έμετος
- εντοπισμένο ή γενικευμένο κοιλιακό άλγος
- δυσκοιλιότητα
- δυσπεψία
- παγκρεατίτιδα
- γαστρίτιδα
- κοιλιακή διάταση
- ξηροστομία
- γλωσσίτιδα
- μη σχηματισμένες κενώσεις
- στοματίτιδα
- αποχρωματισμός ή αλλοιώσεις της γλώσσας
- επιφανειακός δυσχρωματισμός οδόντος
- αυξημένη ολική χολερυθρίνη
- μη φυσιολογικά αποτελέσματα στις ηπατικές δοκιμασίες: αυξημένη AST, ALT ή αλκαλική φωσφατάση
- κνησμός
- εξάνθημα
- κνίδωση
- δερματίτιδα
- εφίδρωση
- πομφολυγώδεις διαταραχές όπως αυτές που περιγράφονται ως σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αγγειοοίδημα, αλωπεκία
- αυξημένο άζωτο ουρίας αίματος
- νεφρική ανεπάρκεια
- αυξημένη κρεατινίνη
- πολυουρία
- αιδοιοκολπική διαταραχή
- πυρετός
- εντοπισμένο άλγος
- ρίγη
- κόπωση
- άλγος της θέσης ένεσης
- αυξημένη δίψα
- Αυξημένη LDH, κρεατινική κινάση, λιπάση, αμυλάση ή μεταγευματική γλυκόζη.
- Μειωμένη ολική πρωτεΐνη, λευκωματίνη, νάτριο ή ασβέστιο.
- Αυξημένο ή μειωμένο κάλιο ή διττανθρακικά.
- Αυξημένα ουδετερόφιλα ή ηωσινόφιλα.
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη, αιματοκρίτης ή αριθμός ερυθροκυττάρων.
- Αυξημένος ή μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων ή λευκοκυττάρων.
- Αυξημένο νάτριο ή ασβέστιο.
- Μειωμένη μεταγευματική γλυκόζη.
- Αυξημένα ή μειωμένα χλωριούχα.
- Αυξημένος αριθμός δικτυοερυθροκυττά-ρων.
- Μειωμένα ουδετερόφιλα.
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςκαντιντίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Συχνέςκαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Συχνέςκολπική καντιντίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Συχνέςμυκητιασικές λοιμώξειςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςκολπίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςκολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδαςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςαναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςλευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςουδετεροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςθρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςηωσινοφιλίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςπανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςμυελοκαταστολήΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Σπάνιεςσιδηροβλαστική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςαναφυλαξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςυπονατριαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Σπάνιεςγαλακτική οξέωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςαϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςκεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Συχνέςαλλαγή γεύσης (μεταλλική γεύση)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςζάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςσπασμοίΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςυπαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςπαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιεςσεροτονινεργικό σύνδρομοΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιεςπεριφερική νευροπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Συχνέςθάμβος οράσεωςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςμεταβολές στο έλλειμμα στα οπτικά πεδίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιεςοπτική νευροπάθειαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιεςοπτική νευρίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιεςαπώλεια όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιεςμεταβολές στην οπτική οξύτηταΟφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιεςμεταβολές στην οπτική αντίληψη χρωμάτωνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςεμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Συχνέςαρρυθμία (ταχυκαρδία)Καρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςυπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςπαροδικά ισχαιμικά επεισόδιαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςφλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςθρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςδιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςναυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςέμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Συχνέςεντοπισμένο ή γενικευμένο κοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςδυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςδυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςπαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςγαστρίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςκοιλιακή διάτασηΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςξηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςγλωσσίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςμη σχηματισμένες κενώσειςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςστοματίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςαποχρωματισμός ή αλλοιώσεις της γλώσσαςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςεπιφανειακός δυσχρωματισμός οδόντοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Συχνέςαυξημένη ολική χολερυθρίνηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Συχνέςμη φυσιολογικά αποτελέσματα στις ηπατικές δοκιμασίες: αυξημένη AST, ALT ή αλκαλική φωσφατάσηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςκνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςεξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςκνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςδερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςεφίδρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιεςπομφολυγώδεις διαταραχές όπως αυτές που περιγράφονται ως σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αγγειοοίδημα, αλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Συχνέςαυξημένο άζωτο ουρίας αίματοςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςνεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςαυξημένη κρεατινίνηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςπολυουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Συχνέςαιδοιοκολπική διαταραχήΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςπυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Συχνέςεντοπισμένο άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςρίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςκόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςάλγος της θέσης ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςαυξημένη δίψαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑυξημένη LDH, κρεατινική κινάση, λιπάση, αμυλάση ή μεταγευματική γλυκόζη.Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΜειωμένη ολική πρωτεΐνη, λευκωματίνη, νάτριο ή ασβέστιο.Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένο ή μειωμένο κάλιο ή διττανθρακικά.Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένα ουδετερόφιλα ή ηωσινόφιλα.Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνη, αιματοκρίτης ή αριθμός ερυθροκυττάρων.Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένος ή μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων ή λευκοκυττάρων.Παρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένο νάτριο ή ασβέστιο.Παρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜειωμένη μεταγευματική γλυκόζη.Παρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ή μειωμένα χλωριούχα.Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑυξημένος αριθμός δικτυοερυθροκυττά-ρων.Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΜειωμένα ουδετερόφιλα.Παρακλινικές εξετάσεις
pregnant_woman
SPC-ZYVOXID
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ λινεζολίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός αν υπάρχει σαφής ανάγκη, δηλαδή μόνο όταν τα ενδεχόμενα οφέλη υπερκαλύπτουν τον θεωρητικό κίνδυνο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΟ θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από και κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΣε μελέτες σε πειραματόζωα, η λινεζολίδη προκάλεσε μείωση της γονιμότητας
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ZYVOXID
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ZYVOXID
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZYVOXID
expand_more
Δοσολογία
block
Αντενδείξεις
SPC-ZYVOXID
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη λινεζολίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Η λινεζολίδη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς που λαμβάνουν οποιοδήποτε φάρμακο το οποίο αναστέλλει τις μονοαμινο-οξειδάσες Α ή Β (π.χ. φαινελζίνη, ισοκαρβοξαζίδη, σελεγιλίνη, μοκλοβεμίδη) ή εντός δύο εβδομάδων από την τελευταία λήψη τέτοιου φαρμάκου.
- Εκτός εάν διατίθενται κατάλληλα μέσα για συχνή παρατήρηση και παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, η λινεζολίδη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με τις ακόλουθες υποκείμενες κλινικές καταστάσεις ή που λαμβάνουν ταυτόχρονα τα εν συνεχεία αναφερόμενα φάρμακα:
- Ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, φαιοχρωμοκύτωμα, καρκινοειδές, θυρεοτοξίκωση, διπολική διαταραχή, σχιζομανιοκαταθλιπτική διαταραχή, οξείες καταστάσεις σύγχυσης.
- Ασθενείς που λαμβάνουν οποιοδήποτε από τα εξής φάρμακα: αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (βλ. §4.4), τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αγωνιστές υποδοχέων 5-HT σεροτονίνης (τριπτάνες), συμπαθομιμητικούς παράγοντες με άμεση ή έμμεση δράση (συμπεριλαμβανομένων και των αδρενεργικών βρογχοδιασταλτικών, ψευδοεφεδρίνη και φαινυλοπροπανολαμίνη), αγγειοσυσπαστικούς παράγοντες (π.χ. επινεφρίνη, νορεπινεφρίνη), ντοπαμινεργικούς παράγοντες (π.χ. ντοπαμίνη, δοβουταμίνη), πεθιδίνη ή βουσπιρόνη.
- Η λινεζολίδη και οι μεταβολίτες της μπορούν να περάσουν στο μητρικό γάλα και, επομένως, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από και κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου (βλ. §4.6).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZYVOXID
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
-
Μυελοκαταστολή Μυελοκαταστολή (που περιλαμβάνει αναιμία, λευκοπενία, πανκυτταροπενία και θρομβοπενία) έχει αναφερθεί σε άτομα που λαμβάνουν λινεζολίδη. Σε περιπτώσεις όπου η έκβαση είναι γνωστή, όταν διακόπηκε η χορήγηση της λινεζολίδης, οι αιματολογικές παράμετροι που είχαν επηρεασθεί αυξήθηκαν προς τα επίπεδά τους πριν από την έναρξη της θεραπείας. Ο κίνδυνος για τις επιδράσεις αυτές φαίνεται πως σχετίζεται με τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς που βρίσκονται υπό θεραπεία με λινεζολίδη ενδέχεται να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης δυσκρασιών του αίματος από ότι οι πιο νέοι ασθενείς. Η θρομβοπενία μπορεί να παρατηρηθεί με μεγαλύτερη συχνότητα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, ανεξάρτητα από το αν υποβάλλονται ή όχι σε αιμοκάθαρση. Επομένως, συνιστάται η στενή παρακολούθηση της αιματολογικής εικόνας σε ασθενείς με προϋπάρχουσα αναιμία, κοκκιοκυτταροπενία ή θρομβοπενία, οι οποίοι λαμβάνουν παράλληλα φάρμακα που θα μπορούσαν να μειώσουν τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης, τον αριθμό ή τη λειτουργικότητα των αιμοπεταλίων, σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για διάστημα άνω των 10-14 ημερών. Συνιστάται η χορήγηση της λινεζολίδης στους ασθενείς αυτούς να γίνεται μόνον όταν υπάρχει δυνατότητα για στενή παρακολούθηση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης, του αριθμού των κυττάρων του αίματος και των αιμοπεταλίων. Σε περίπτωση που παρατηρηθεί σημαντική μυελοκαταστολή κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λινεζολίδη, η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να διακοπεί εκτός αν θεωρηθεί απόλυτα αναγκαία η συνέχιση της θεραπείας, οπότε θα πρέπει να εφαρμόζονται εντατική παρακολούθηση της αιματολογικής εικόνας και κατάλληλες μέθοδοι αντιμετώπισης. Επιπλέον, συνιστάται η εβδομαδιαία παρακολούθηση της πλήρους αιματολογικής εικόνας (συμπεριλαμβανομένων των επιπέδων αιμοσφαιρίνης, αιμοπεταλίων, συνολικού αριθμού λευκοκυττάρων και λευκοκυτταρικού τύπου) σε ασθενείς που λαμβάνουν λινεζολίδη ανεξάρτητα από την αιματολογική τους εικόνα κατά την έναρξη της θεραπείας. Σε μελέτες παρηγορητικής χρήσης αναφέρθηκε υψηλότερη επίπτωση σοβαρής αναιμίας σε ασθενείς που λαμβάνουν λινεζολίδη για διάστημα μεγαλύτερο από τη μέγιστη συνιστώμενη διάρκεια των 28 ημερών. Οι ασθενείς αυτοί απαιτούν μετάγγιση αίματος συχνότερα. Περιπτώσεις αναιμίας που απαιτούν μετάγγιση αίματος έχουν επίσης αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά και οι περισσότερες αφορούν ασθενείς οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με λινεζολίδη για περισσότερες από 28 ημέρες. Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά έχουν αναφερθεί περιστατικά σιδηροβλαστικής αναιμίας. Όπου ο χρόνος εμφάνισης ήταν γνωστός, οι περισσότεροι ασθενείς είχαν λάβει λινεζολίδη για περισσότερο από 28 ημέρες. Οι περισσότεροι ασθενείς ανέκαμψαν πλήρως ή μερικώς μετά τη διακοπή της λινεζολίδης με ή χωρίς θεραπεία για την αναιμία τους.
-
Ανισορροπία θνητότητας σε μία κλινική μελέτη σε ασθενείς με Gram θετικές λοιμώξεις της κυκλοφορίας του αίματος συνδεόμενες με χρήση καθετήρα Σε μία ανοιχτή μελέτη σε σοβαρά πάσχοντες από λοιμώξεις συνδεόμενες με χρήση ενδοαγγειακού καθετήρα παρατηρήθηκε αυξημένη θνητότητα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λινεζολίδη σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν θεραπεία με βανκομυκίνη/ δικλοξακιλλίνη/ οξακιλλίνη [78/363 (21,5%) έναντι 58/363 (16,0%)]. Ο κύριος παράγοντας που επηρέασε τα ποσοστά θνητότητας ήταν η κατάσταση της λοίμωξης από Gram θετικά παθογόνα κατά την έναρξη της θεραπείας. Τα ποσοστά θνητότητας ήταν παρόμοια στους ασθενείς με λοιμώξεις οφειλόμενες αμιγώς σε Gram θετικούς μικροοργανισμούς (λόγος σχετικών πιθανοτήτων [odds ratio] 0,96, διάστημα εμπιστοσύνης 95%: 0,58-1,59) αλλά ήταν σημαντικά υψηλότερα (p=0,0162) στην ομάδα των ασθενών που ελάμβαναν λινεζολίδη με οποιοδήποτε άλλο παθογόνο ή χωρίς ανεύρεση παθογόνου κατά την έναρξη της θεραπείας (λόγος σχετικών πιθανοτήτων [odds ratio] 2,48, διάστημα εμπιστοσύνης 95%: 1,38-4,46). Η μεγαλύτερη ανισορροπία εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μέσα σε 7 ημέρες μετά τη διακοπή της χορήγησης του υπό μελέτη φαρμάκου. Περισσότεροι ασθενείς στην ομάδα της λινεζολίδης εμφάνισαν λοιμώξεις από Gram αρνητικά παθογόνα κατά τη διάρκεια της μελέτης και απεβίωσαν από λοιμώξεις που οφείλονταν σε Gram αρνητικά παθογόνα και από πολυμικροβιακές λοιμώξεις. Επομένως, σε επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων η λινεζολίδη θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με γνωστή ή πιθανολογούμενη συνυπάρχουσα λοίμωξη από Gram αρνητικούς μικροοργανισμούς μόνο εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμες εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές (βλέπε §4.1). Σε αυτές τις περιπτώσεις η θεραπεία έναντι των Gram αρνητικών μικροοργανισμών θα πρέπει να αρχίζει ταυτόχρονα.
-
Διάρροια και κολίτιδα σχετιζόμενες με αντιβιοτικά Διάρροια σχετιζόμενη με αντιβιοτικά και κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένων της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας και της διάρροιας που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridium difficile, έχουν συσχετισθεί με τη χρήση σχεδόν όλων των αντιβιοτικών, συμπεριλαμβανομένης της λινεζολίδης, η οποία ενδέχεται να ποικίλει σε βαρύτητα, από ελαφρά διάρροια ως θανατηφόρος κολίτιδα. Επομένως, είναι σημαντικό να συνυπολογιστεί αυτή η διάγνωση σε ασθενείς, οι οποίοι εμφανίζουν σοβαρή διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χρήση της λινεζολίδης. Εάν υπάρχει υποψία ή τεκμηριωμένη διάγνωση διάρροιας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά ή κολίτιδας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά, η τρέχουσα θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της λινεζολίδης, θα πρέπει να διακοπεί και να εφαρμοστούν αμέσως κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα. Σε αυτή την περίπτωση φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό του εντέρου αντενδείκνυνται.
-
Γαλακτική οξέωση Γαλακτική οξέωση έχει αναφερθεί με τη χρήση της λινεζολίδης. Ασθενείς οι οποίοι, ενώ λαμβάνουν λινεζολίδη, αναπτύσσουν σημεία και συμπτώματα μεταβολικής οξέωσης που περιλαμβάνουν υποτροπιάζουσα ναυτία ή έμετο, κοιλιακό άλγος, χαμηλό επίπεδο διττανθρακικών ή υπεραερισμό, θα πρέπει να λάβουν άμεση ιατρική φροντίδα. Εάν παρουσιασθεί γαλακτική οξέωση, τα οφέλη της συνέχισης της χρήσης της λινεζολίδης θα πρέπει να αντισταθμιστούν έναντι των ενδεχόμενων κινδύνων.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία Η λινεζολίδη αναστέλλει τη μιτοχονδριακή πρωτεϊνική σύνθεση. Ως αποτέλεσμα αυτής της αναστολής μπορεί να εμφανισθούν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως η γαλακτική οξέωση, η αναιμία και η νευροπάθεια (οπτική και περιφερική). Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι πιο συχνές όταν το φάρμακο χρησιμοποιείται για περισσότερο από 28 ημέρες.
-
Σεροτονινεργικό σύνδρομο Έχουν αναφερθεί αυθόρμητες αναφορές σεροτονινεργικού συνδρόμου το οποίο σχετίζεται με τη συγχορήγηση λινεζολίδης και σεροτονινεργικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων αντικαταθλιπτικών φαρμάκων όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs). Επομένως, η συγχορήγηση της λινεζολίδης με σεροτονινεργικά φάρμακα αντενδείκνυται (βλ. §4.3), εκτός από τις περιπτώσεις όπου η ταυτόχρονη χορήγηση λινεζολίδης και σεροτονινεργικών παραγόντων είναι απαραίτητη. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα του σεροτονινεργικού συνδρόμου όπως η γνωσιακή δυσλειτουργία, η υπερπυρεξία, η αύξηση αντανακλαστικών και η έλλειψη συντονισμού. Εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα, οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο διακοπής του ενός ή και των δύο φαρμάκων. Εάν το συγχορηγούμενο σεροτονινεργικό φάρμακο διακοπεί, μπορεί να παρατηρηθούν συμπτώματα απόσυρσης.
-
Περιφερική και οπτική νευροπάθεια Περιφερική νευροπάθεια, όπως και οπτική νευροπάθεια και οπτική νευρίτιδα εξελισσόμενες ενίοτε σε απώλεια όρασης, έχουν παρουσιασθεί σε ασθενείς που έλαβαν το Zyvoxid. Οι αναφορές αυτές αφορούσαν κυρίως ασθενείς που έλαβαν το φάρμακο για διάστημα μεγαλύτερο από τη μέγιστη συνιστώμενη διάρκεια των 28 ημερών. Θα πρέπει να γίνεται σύσταση σε όλους τους ασθενείς να αναφέρουν συμπτώματα οπτικής διαταραχής, όπως μεταβολές στην οπτική οξύτητα, μεταβολές στην αντίληψη των χρωμάτων, θάμβος όρασης ή έλλειμμα στα οπτικά πεδία. Στις περιπτώσεις αυτές συνιστάται άμεση εκτίμηση με την παραπομπή σε οφθαλμίατρο, όπως απαιτείται. Εάν κάποιοι ασθενείς λαμβάνουν Zyvoxid για διάστημα μεγαλύτερο του συνιστώμενου των 28 ημερών, η οπτική τους λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά. Σε περίπτωση περιφερικής ή οπτικής νευροπάθειας η συνέχιση της χρήσης του Zyvoxid πρέπει να αντισταθμίζεται έναντι των πιθανών κινδύνων. Ενδέχεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος νευροπαθειών όταν η λινεζολίδη χρησιμοποιείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ή έχουν λάβει πρόσφατα αντιμυκοβακτηριακή φαρμακευτική αγωγή για τη θεραπεία της φυματίωσης.
-
Σπασμοί Σπασμοί έχουν παρουσιασθεί σε ασθενείς που έλαβαν το Zyvoxid. Στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις αναφέρθηκε ιστορικό σπασμών ή παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση σπασμών. Θα πρέπει να γίνεται σύσταση στους ασθενείς προκειμένου να ενημερώνουν τον ιατρό τους εάν έχουν ιστορικό σπασμών.
-
Αναστολείς της μονοάμινο οξειδάσης Η λινεζολίδη είναι αναστρέψιμος, μη εκλεκτικός αναστολέας της μονοάμινο οξειδάσης (ΜΑΟΙ). Ωστόσο, στις δόσεις που χρησιμοποιούνται για αντιβακτηριακή θεραπεία, δεν ασκεί αντικαταθλιπτική δράση. Υπάρχουν πολύ περιορισμένα στοιχεία από μελέτες αλληλεπίδρασης του φαρμάκου και αναφορικά με την ασφάλεια της λινεζολίδης όταν χορηγείται σε ασθενείς με υποκείμενες καταστάσεις και/ή με συγχορηγούμενα φάρμακα που θα μπορούσαν να τους θέσουν σε κίνδυνο από την αναστολή της ΜΑΟ. Επομένως, η λινεζολίδη δεν συνιστάται για χρήση κάτω από τις συνθήκες αυτές εκτός εάν υπάρχει δυνατότητα για στενή παρατήρηση και παρακολούθηση του ασθενούς (βλ. §4.3 και §4.5).
-
Χρήση με τροφές με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνης Οι ασθενείς θα πρέπει να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων τροφών με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνης (βλ. §4.5).
-
Επιμόλυνση Οι επιδράσεις της θεραπείας με λινεζολίδη στη φυσιολογική χλωρίδα δεν έχουν αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες. Η χρήση αντιβιοτικών μπορεί μερικές φορές να προκαλέσει υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών. Για παράδειγμα, περίπου το 3% των ασθενών που λαμβάνουν τη συνιστώμενη δόση της λινεζολίδης εμφάνισαν σχετιζόμενη με το φάρμακο μονιλίαση κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών. Σε περίπτωση που παρατηρηθεί επιμόλυνση κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
-
Ειδικοί πληθυσμοί Η λινεζολίδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια και μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος θεωρείται ότι υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο (βλ. §4.2 και §5.2). Συνιστάται η χορήγηση της λινεζολίδης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο (βλ. §4.2 και §5.2).
-
Διαταραχή της γονιμότητας Η λινεζολίδη μείωσε με αναστρέψιμο τρόπο τη γονιμότητα και προκάλεσε μη φυσιολογική μορφολογία σπέρματος σε ενήλικες αρσενικούς αρουραίους σε επίπεδα έκθεσης περίπου ίσα με εκείνα που αναμένονται στον άνθρωπο. Η πιθανή επίδραση της λινεζολίδης στο αναπαραγωγικό σύστημα του ανδρός δεν είναι γνωστή (βλ. §5.3).
-
Κλινικές μελέτες Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της λινεζολίδης όταν χορηγείται για διάστημα μεγαλύτερο των 28 ημερών, δεν έχουν αξιολογηθεί. Οι ελεγχόμενες κλινικές μελέτες δεν περιελάμβαναν ασθενείς με αλλοιώσεις διαβητικού ποδιού, κατακλίσεων ή ισχαιμικές αλλοιώσεις, σοβαρά εγκαύματα ή γάγγραινα. Επομένως, η εμπειρία στη χρήση της λινεζολίδης στη θεραπεία των καταστάσεων αυτών είναι περιορισμένη.
-
Έκδοχα Διάλυμα για ενδοφλέβια έγχυση Κάθε ml διαλύματος περιέχει 45,7 mg (δηλ. 13,7 g/300 ml) γλυκόζη. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με άλλες καταστάσεις που σχετίζονται με δυσανεξία γλυκόζης. Κάθε ml διαλύματος περιέχει επίσης 0,38 mg (114 mg/300 ml) νάτριο. Το περιεχόμενο νάτριο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που βρίσκονται σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZYVOXID
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZYVOXID
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZYVOXID
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Είναι περιορισμένα τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της λινεζολίδης σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ένας δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο υπάρχει. Η λινεζολίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός αν υπάρχει σαφής ανάγκη, δηλαδή μόνο όταν τα ενδεχόμενα οφέλη υπερκαλύπτουν τον θεωρητικό κίνδυνο.
Θηλασμός
Μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν ότι η λινεζολίδη μπορεί να περάσει στο μητρικό γάλα, επομένως ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από και κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου.
Γονιμότητα
Σε μελέτες σε πειραματόζωα, η λινεζολίδη προκάλεσε μείωση της γονιμότητας (βλ. παράγραφο 5.3).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZYVOXID
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZYVOXID
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 5.1.13
Διάφορα άλλα αντιμικροβιακά
expand_more
Διάφορα άλλα αντιμικροβιακά
O παλαιότερος αντιπρόσωπος της ομάδος, το ναλιδιξικό οξύ, χορηγήθηκε κυρίως στη θεραπεία των λοιμώξεων του κατωτέρου ουροποιητικού συστήματος, η χρήση του όμως περιορίστηκε γρήγορα σαν συνέπεια της πτωχής φαρμακοκινητικής του και της ταχείας ανάπτυξης αντοχής των παθογόνων μικροβίων. Aνάλογα με το ναλιδιξικό οξύ είναι το οξολινικό οξύ, το πιπεμιδικό οξύ και η σινοξασίνη, ουσίες με παρόμοιες ενδείξεις αλλά και μειονεκτήματα σε σχέση με το ναλιδιξικό οξύ.
Όλα τα παλαιότερα αυτά παράγωγα ονομάζονται κινολόνες της α’ γενεάς. Oι κινολόνες της β’ γενεάς (σιπροφλοξασίνη, οφλοξασίνη, πεφλοξασίνη, νορφλοξασίνη) προήλθαν από τροποποίηση του χημικού δακτυλίου του ναλιδιξικού οξέος και χαρακτηρίζονται από φθορίωση του βασικού δακτυλίου γι’ αυτό και αποκαλούνται φθοριο-κινολόνες. H προσθήκη του φθορίου είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της δραστικότητος έναντι των Gram θετικών, ενώ η προσθήκη ενός δακτυλίου πιπεραζίνης έναντι των Gram αρνητικών μικροοργανισμών.
Kοινά χαρακτηριστικά των νεωτέρων παραγώγων αποτελεί το ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα, η πλεονεκτική φαρμακοκινητική, η έλλειψη πλασμιδιακής αντοχής και η μείωση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
O μηχανισμός δράσεως είναι η αναστολή της υποομάδος A της γυράσης του DNA.
Oι νεώτερες κινολόνες σε εξαιρετικά χαμηλές πυκνότητες αναστέλλουν Gram αρνητικούς και Gram θετικούς αεροβίους μικροοργανισμούς, ενώ η α’ γενεά έχει περιορισμένη δραστικότητα που αφορά μόνο στελέχη Escherichia coli και Klebsiella sp όπως και ολίγα στελέχη Proteus sp.
Oι κινολόνες της β’ γενεάς είναι βακτηριοκτόνες για όλα τα εντεροβακτηριακά, τις ναϊσσέριες και τους σταφυλοκόκκους. Eν τούτοις δεν είναι δραστικές έναντι των σταφυλοκόκκων που είναι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη ενώ η δραστικότης τους έναντι των στρεπτοκόκκων και των αναεροβίων εν γένει είναι μικρή ή ανύπαρκτη. Στο αντιμικροβιακό τους φάσμα περιλαμβάνονται επίσης πολλά στελέχη Acinetobacter sp όπως και Pseudomonas sp. H Rickettsia conorii και η Coxiella burnetii είναι ευαίσθητες στις νεώτερες κινολόνες. Στην οφλοξασίνη είναι επίσης ευαίσθητα πολλά στελέχη Mycobacterium tuberculosis και μερικά εκ των ατύπων μυκοβακτηριδίων όπως και στελέχη χλαμυδίων και Mycoplasma hominis. Mερικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες των κινολών αναφέρονται στον Πίνακα 5.3.
t5.3.jpg:
-
Σχηματισμός κρυστάλλων στα ούρα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αλκαλικό pH ούρων (αν παίρνουν διττανθρακικά), σε ασθενείς με ουρολοίμωξη από πρωτείς ή επί ηυξημένης απεκκρίσεως στα ούρα ιόντων Ca++ και Mg++.
-
Eμφάνιση εξανθήματος που μπορεί να αφορά αλ
Aφορούν:
α) Παράγωγα της ξανθίνης και κατά κύριο λόγο τη θεοφυλλίνη με αποτέλεσμα την αναστολή του μεταβολισμού της (δεν συμβαίνει με οφλοξασίνη). Παρόμοια αλληλοεπίδραση έχει αναφερθεί και με την καφεΐνη εφόσον λαμβάνονται > 220 mg, δόση που ισοδυναμεί
t5.4.jpg:
t5.5.jpg:
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λινεζολίδη είναι ένας οξαζολιδινoνικός αντιβακτηριακός παράγοντας, αποτελεσματικός έναντι των περισσότερων στελεχών αερόβιων Gram-θετικών βακτηρίων και μυκοβακτηριδίων. Φαίνεται να είναι βακτηριοστατικός έναντι των σταφυλοκόκκων και των εντεροκόκκων και βακτηριοκτόνος έναντι των περισσότερων απομονωμάτων στρεπτοκόκκων. Η λινεζολίδη έχει δείξει κάποια in vitro δραστηριότητα έναντι Gram-αρνητικών και αναερόβιων βακτηρίων, αλλά δεν θεωρείται αποτελεσματική έναντι αυτών των μικροοργανισμών.
Η λινεζολίδη είναι ένας αναστρέψιμος και μη-εκλεκτικός αναστολέας των ενζύμων μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) και μπορεί, ως εκ τούτου, να συμβάλει στην ανάπτυξη συνδρόμου σεροτονίνης όταν χορηγείται παράλληλα με σεροτονινεργικούς παράγοντες, όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) ή οι τρικυκλικοί αντικαταθλιπτικοί (TCAs).
Η λινεζολίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία λοιμώξεων του αίματος που σχετίζονται με καθετήρα ή λοιμώξεων της θέσης του καθετήρα, καθώς ο κίνδυνος της θεραπείας φαίνεται να υπερτερεί των οφελών της υπό αυτές τις συνθήκες.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λινεζολίδη ασκεί τις αντιβακτηριακές της δράσεις παρεμβαίνοντας στην πρωτεϊνική μετάφραση των βακτηρίων. Συνδέεται με μια θέση στο βακτηριακό 23S ρυβοσωμικό RNA της 50S υπομονάδας και εμποδίζει τον σχηματισμό ενός λειτουργικού 70S συμπλέγματος έναρξης, το οποίο είναι απαραίτητο για τη βακτηριακή αναπαραγωγή, εμποδίζοντας έτσι την κυτταρική διαίρεση των βακτηρίων.
Μεμονωμένες μεταλλάξεις στο βακτηριακό 23S rRNA μπορούν να οδηγήσουν σε αντοχή στη λινεζολίδη, και η ανάπτυξη ανθεκτικής στη λινεζολίδη Enterococcus faecium και Staphylococcus aureus έχει τεκμηριωθεί κατά την κλινική της χρήση. Δεδομένου ότι τα πρότυπα ευαισθησίας στα αντιμικροβιακά είναι γεωγραφικά διακριτά, πρέπει να συμβουλεύονται τα τοπικά αντιβιογράμματα για να διασφαλιστεί η επαρκής κάλυψη των σχετικών παθογόνων πριν από τη χρήση.
Η λινεζολίδη είναι ένας συνθετικός οξαζολιδινονικός αντι-λοιμώδης παράγοντας που είναι δομικά άσχετος με άλλους αντι-λοιμώδεις παράγοντες που κυκλοφορούν εμπορικά στις ΗΠΑ. Σε αντίθεση με άλλους αντι-λοιμώδεις παράγοντες που αναστέλλουν τη βακτηριακή σύνθεση πρωτεϊνών, η λινεζολίδη δρα νωρίς στη μετάφραση, συνδεόμενη με μια θέση στο βακτηριακό 23S ρυβοσωμικό RNA της 50S υπομονάδας και εμποδίζοντας τον σχηματισμό ενός λειτουργικού 70S συμπλέγματος έναρξης, το οποίο είναι ένα απαραίτητο συστατικό της βακτηριακής διαδικασίας μετάφρασης.
Η λινεζολίδη δρα μέσω αναστολής της σύνθεσης πρωτεϊνών. Συνδέεται με μια θέση στο βακτηριακό 23S ρυβοσωμικό RNA της 50S υπομονάδας και εμποδίζει τον σχηματισμό ενός λειτουργικού 70S συμπλέγματος έναρξης. Αυτό το βήμα είναι απαραίτητο για τη διαδικασία μετάφρασης των βακτηρίων.
Η λινεζολίδη είναι ένα αντιβιοτικό οξαζολιδινόνης που χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για τη θεραπεία ανθεκτικών στα φάρμακα, Gram-θετικών παθογόνων. Ο μηχανισμός δράσης είναι η αναστολή της βακτηριακής σύνθεσης πρωτεϊνών. Αναφέρονται ως παρενέργειες οπτική και/ή περιφερική νευροπάθεια και γαλακτικός οξέωση, αλλά ο υποκείμενος παθοφυσιολογικός μηχανισμός δεν έχει διευκρινιστεί.
Μελετήθηκε η υπερδομή των μιτοχονδρίων, η δραστηριότητα των ενζύμων της αναπνευστικής αλυσίδας των μιτοχονδρίων και το μιτοχονδριακό DNA (mtDNA) σε δείγματα μυών, ήπατος και νεφρών που ελήφθησαν από ασθενή ο οποίος ανέπτυξε οπτική νευροπάθεια, εγκεφαλοπάθεια, σκελετική μυοπάθεια, γαλακτική οξέωση και νεφρική ανεπάρκεια μετά από παρατεταμένη χρήση λινεζολίδης. Επιπλέον, αξιολογήθηκαν το mtDNA, η δραστηριότητα των ενζύμων της αναπνευστικής αλυσίδας και η ποσότητα πρωτεΐνης σε δείγματα μυών και ήπατος που ελήφθησαν από πειραματόζωα που έλαβαν λινεζολίδη ή εικονικό φάρμακο.
Στον ασθενή, η δραστηριότητα των ενζύμων της αναπνευστικής αλυσίδας των μιτοχονδρίων ήταν μειωμένη στους προσβεβλημένους ιστούς, χωρίς υπερδομικές μιτοχονδριακές ανωμαλίες και χωρίς μεταλλάξεις ή στέρηση mtDNA. Στα πειραματόζωα, η λινεζολίδη προκάλεσε μια δόση- και χρόνο-εξαρτώμενη μείωση της δραστηριότητας των συμπλεγμάτων της αναπνευστικής αλυσίδας που περιέχουν υπομονάδες κωδικοποιημένες από mtDNA και μειωμένη ποσότητα πρωτεΐνης αυτών των συμπλεγμάτων, ενώ η ποσότητα του mtDNA ήταν φυσιολογική.
Αυτά τα αποτελέσματα παρέχουν άμεση απόδειξη ότι η λινεζολίδη αναστέλλει τη μιτοχονδριακή σύνθεση πρωτεϊνών με δυνητικά σοβαρές κλινικές συνέπειες.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η λινεζολίδη απορροφάται εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση και έχει απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα περίπου 100%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός περίπου 1-2 ωρών μετά τη χορήγηση (Tmax) και κυμαίνονται από 8.1-12.9 mcg/mL μετά από εφάπαξ δόσεις και 11.0-21.2 mcg/mL μετά από πολλαπλές δόσεις.
Η απορρόφηση της από του στόματος χορηγούμενης λινεζολίδης δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη συνχορήγηση τροφής και, ως εκ τούτου, μπορεί να χορηγηθεί ανεξαρτήτως της χρονικής στιγμής των γευμάτων.
Η νεφρική απέκκριση είναι ο κύριος τρόπος με τον οποίο απεκκρίνονται η λινεζολίδη και τα μεταβολικά της προϊόντα. Μετά τη χορήγηση μιας ραδιοσημασμένης δόσης λινεζολίδης υπό συνθήκες σταθερής κατάστασης, περίπου το 84% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα, εκ των οποίων περίπου το 30% είναι αμετάβλητο μητρικό φάρμακο, το 40% είναι ο μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης και το 10% είναι ο μεταβολίτης αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος.
Η απέκκριση μέσω κοπράνων είναι συγκριτικά μικρή, χωρίς ανιχνεύσιμο μητρικό φάρμακο στα κόπρανα και μόνο 6% και 3% μιας χορηγηθείσας δόσης ανευρίσκονται στα κόπρανα ως μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης και μεταβολίτης αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος, αντίστοιχα.
Σε σταθερή κατάσταση, ο όγκος κατανομής της λινεζολίδης σε υγιείς ενήλικες είναι περίπου 40-50 λίτρα.
Η συνολική κάθαρση της λινεζολίδης εκτιμάται σε 100-200 mL/min, η πλειονότητα της οποίας φαίνεται να είναι μη-νεφρική. Η μέση νεφρική κάθαρση είναι περίπου 40 mL/min, γεγονός που υποδηλώνει καθαρή σωληνική επαναρρόφηση, ενώ η μη-νεφρική κάθαρση εκτιμάται ότι αντιστοιχεί περίπου στο 65% της συνολικής κάθαρσης, ή 70-150 mL/min κατά μέσο όρο.
Η μεταβλητότητα στην κάθαρση της λινεζολίδης είναι υψηλή, ιδιαίτερα για τη μη-νεφρική κάθαρση.
Κατανέμεται σε καλά αιματούμενους ιστούς· ο όγκος κατανομής είναι ελαφρώς χαμηλότερος σε γυναίκες από ό,τι σε άνδρες. VolD (σταθερή κατάσταση) - 40 έως 50 L.
Η AUC είναι χαμηλότερη σε παιδιατρικούς ασθενείς σε σύγκριση με τους ενήλικες και υπάρχει μεγαλύτερη μεταβλητότητα της AUC της λινεζολίδης σε όλες τις παιδιατρικές ηλικιακές ομάδες σε σύγκριση με τους ενήλικες. Οι περισσότεροι πρόωροι νεογνοί ηλικίας <7 ημερών (ηλικία κύησης <34 εβδομάδων) έχουν μεγαλύτερες τιμές AUC από πολλούς τελειόμηνους νεογνούς και μεγαλύτερα βρέφη.
Η λινεζολίδη απορροφήθηκε ταχέως μετά από p.o. χορήγηση με p.o. βιοδιαθεσιμότητα >95% σε αρουραίο και σκύλο, και >70% σε ποντίκι. Μελέτες τοξικοκινητικής 28 ημερών i.v./p.o. σε αρουραίο (20-200 mg kg(-1) day(-1)) και σκύλο (10-80 mg kg(-1) day(-1)) δεν αποκάλυψαν ούτε σημαντική αύξηση της κάθαρσης ούτε συσσώρευση μετά από πολλαπλές δόσεις. Η λινεζολίδη είχε περιορισμένη πρωτεϊνική πρόσδεση (<35%) και κατανεμήθηκε πολύ καλά στους περισσότερους εξωαγγειακούς χώρους, με όγκο κατανομής σε σταθερή κατάσταση (V(ss)) περίπου ίσο με το συνολικό σωματικό ύδωρ. Η λινεζολίδη κυκλοφορούσε κυρίως ως μητρικό φάρμακο και απεκκρινόταν κυρίως ως μητρικό φάρμακο και δύο ανενεργά καρβοξυλικά οξέα, PNU-142586 και PNU-142300. Χαρακτηρίστηκαν επίσης δευτερεύοντες μεταβολίτες. Σε όλα τα είδη, ο ρυθμός κάθαρσης καθοριζόταν από τον μεταβολισμό. Η ανάκτηση ραδιενέργειας ήταν ουσιαστικά πλήρης εντός 24-48 ωρών. Η νεφρική απέκκριση του μητρικού φαρμάκου και των μεταβολιτών ήταν μια κύρια οδός απέκκρισης. Το μητρικό φάρμακο υπέστη νεφρική σωληνική επαναρρόφηση, επιβραδύνοντας σημαντικά την απέκκριση του μητρικού φαρμάκου και επιτρέποντας σε μια αργή μεταβολική διαδικασία να γίνει καθοριστικός παράγοντας στην συνολική κάθαρση. Συμπεραίνεται ότι τα δεδομένα ADME ήταν σχετικά συνεπή μεταξύ των ειδών και υποστήριξαν τον αρουραίο και τον σκύλο ως τα κύρια μη-κλινικά είδη ασφαλείας.
Σε δύο τυχαιοποιημένες, διπλές-τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, δοσο-κλιμακωτές μελέτες, οι υποκείμενοι εκτέθηκαν σε από του στόματος (375, 500 ή 625 mg) ή ενδοφλέβια (500 ή 625 mg) λινεζολίδη ή εικονικό φάρμακο δύο φορές την ημέρα. Λήφθηκαν σειριακά δείγματα αίματος και ούρων μετά την πρώτη- και πολλαπλές-δόσεις για έως και 18 ημέρες. Χρησιμοποιήθηκαν μη-διαμερισματικές φαρμακοκινητικές αναλύσεις για την περιγραφή της κατανομής της λινεζολίδης. Οι συγκεντρώσεις της λινεζολίδης στο πλάσμα και οι περιοχές κάτω από τις καμπύλες συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) αυξήθηκαν αναλογικά με τη δόση, ανεξάρτητα από τη διαδρομή χορήγησης. Οι συγκεντρώσεις της λινεζολίδης στο πλάσμα παρέμειναν πάνω από το MIC90 για ευαίσθητα παθογόνα-στόχους (4.0 mg/L) για την πλειονότητα του διαστήματος χορήγησης 12 ωρών. Η μέση κάθαρση, ο χρόνος ημιζωής και ο όγκος κατανομής ήταν παρόμοιοι, ανεξάρτητα από τη δόση, τόσο για τις από του στόματος όσο και για τις ενδοφλέβιες οδούς. Η λινεζολίδη ήταν καλά ανεκτή και η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το φάρμακο ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων λινεζολίδης και εικονικού φαρμάκου. Η από του στόματος και η ενδοφλέβια λινεζολίδη παρουσιάζουν γραμμική φαρμακοκινητική, με τις συγκεντρώσεις να παραμένουν πάνω από το MIC90 /ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση/ για το μεγαλύτερο μέρος του διαστήματος χορήγησης. Αυτά τα αποτελέσματα υποστηρίζουν ένα σχήμα δύο φορές την ημέρα για τη λινεζολίδη και καταδεικνύουν τη σκοπιμότητα της μετατροπής από ενδοφλέβια σε από του στόματος χορήγηση χωρίς προσαρμογή της δόσης.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΛΙΝΕΖΟΛΙΔΗ (16 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Πρόσδεση
Η πρόσδεση της λινεζολίδης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 31% - κυρίως στην αλβουμίνη του ορού - και είναι συγκέντρωση-εξαρτώμενη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λινεζολίδη μεταβολίζεται κυρίως σε δύο ανενεργούς μεταβολίτες: έναν μεταβολίτη αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος (PNU-142300) και έναν μεταβολίτη υδροξυαιθυλ-γλυκίνης (PNU-142586), οι οποίοι και οι δύο προκύπτουν από οξείδωση του δακτυλίου μορφολίνης. Ο μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης - ο πιο άφθονος εκ των δύο μεταβολιτών - πιθανώς παράγεται μέσω μη-ενζυμικών διεργασιών, αν και περαιτέρω λεπτομέρειες δεν έχουν διευκρινιστεί.
Ενώ τα συγκεκριμένα ένζυμα που είναι υπεύθυνα για τη βιομετατροπή της λινεζολίδης είναι ασαφή, δεν φαίνεται να υπόκειται σε μεταβολισμό μέσω του συστήματος ενζύμων CYP450, ούτε αναστέλλει ή επάγει σημαντικά αυτά τα ένζυμα.
Ωστόσο, η λινεζολίδη είναι ένας αναστρέψιμος και μη-εκλεκτικός αναστολέας των ενζύμων μονοαμινοξειδάσης.
Μελέτες in vitro δεν έχουν δείξει ότι η λινεζολίδη μεταβολίζεται από ένζυμα κυτοχρώματος p450 του ανθρώπου. Η λινεζολίδη δεν αναστέλλει τα ένζυμα κυτοχρώματος p450.
Η λινεζολίδη μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξείδωσης του δακτυλίου μορφολίνης. Σχηματίζονται δύο ανενεργοί μεταβολίτες: ο μεταβολίτης αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος και ο μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης. Ο μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης σχηματίζεται μέσω ενός μη-ενζυμικού χημικού μηχανισμού οξείδωσης in vitro.
Το φάρμακο μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξείδωσης σε 2 ανενεργούς μεταβολίτες· έναν μεταβολίτη αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος και έναν μεταβολίτη υδροξυαιθυλ-γλυκίνης. Η λινεζολίδη δεν μεταβολίζεται σε μετρήσιμο βαθμό από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος p450 (CYP). Η λινεζολίδη δεν αναστέλλει τα CYP ισοένζυμα 1A2, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1, ή 3A4 και δεν είναι επαγωγέας ενζύμων, υποδηλώνοντας ότι το φάρμακο είναι απίθανο να μεταβάλει τη φαρμακοκινητική των φαρμάκων που μεταβολίζονται από αυτά τα ένζυμα.
Διεξήχθησαν μελέτες in vitro για τον προσδιορισμό των ηπατικών ενζύμων που είναι υπεύθυνα για τον οξειδωτικό μεταβολισμό της λινεζολίδης. Σε μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος, η λινεζολίδη οξειδώθηκε σε έναν μόνο μεταβολίτη, την υδροξυλινεζολίδη (Μ1). Ο σχηματισμός της Μ1 προσδιορίστηκε ως εξαρτώμενος από την πρωτεΐνη των μικροσωμάτων και το NADPH. Σε ένα εύρος συγκέντρωσης από 2 έως 700 uM, ο ρυθμός σχηματισμού της Μ1 συμμορφώθηκε με κινητική πρώτης τάξης (μη-κορεσμένη). Η εφαρμογή συμβατικών τεχνικών in vitro απέτυχε να προσδιορίσει την μοριακή προέλευση της Μ1 με βάση τα ακόλουθα πειράματα: α) αναστολείς/υποστρώματα διαφόρων ενζύμων κυτοχρώματος P-450 (CYP) δεν μπόρεσαν να αναστείλουν τον σχηματισμό της Μ1· β) ο σχηματισμός της Μ1 δεν συσχετίστηκε (r(2) < 0.23) με καμία από τις μετρηθείσες καταλυτικές δραστηριότητες σε έναν πληθυσμό ανθρώπινων ήπατος (n = 14)· γ) ο σχηματισμός της Μ1 δεν ανιχνεύθηκε σε επωάσεις χρησιμοποιώντας μικροσώματα που παρασκευάστηκαν από κύτταρα εντόμων baculovirus που εκφράζουν CYP 1A1, 1A2, 2A6, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1, 3A4, 3A5 και 4A11. Επιπλέον, τα αποτελέσματα από έναν έλεγχο αναστολής CYP in vitro αποκάλυψαν ότι η λινεζολίδη δεν παρουσίαζε καμία ανασταλτική δράση προς τα ακόλουθα ένζυμα CYP (CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1 και CYP3A4). Πρόσθετες μελέτες in vitro απέκλεισαν την πιθανότητα της φλαβινο-περιέχουσας μονοοξυγενάσης και της μονοαμινοξειδάσης ως πιθανά ένζυμα υπεύθυνα για τον σχηματισμό μεταβολιτών. Ωστόσο, ο σχηματισμός μεταβολιτών βρέθηκε να είναι βέλτιστος υπό βασικές συνθήκες (pH 9.0), γεγονός που υποδηλώνει πιθανή εμπλοκή ενός μη χαρακτηρισμένου ενζύμου CYP ή μιας εναλλακτικής μικροσωμιακής οξειδωτικής οδού.
Η λινεζολίδη μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξείδωσης του δακτυλίου μορφολίνης, η οποία οδηγεί σε δύο ανενεργούς καρβοξυλικούς μεταβολίτες με ανοιγμένο δακτύλιο: τον μεταβολίτη αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος (Α) και τον μεταβολίτη υδροξυαιθυλ-γλυκίνης (Β). Ο σχηματισμός του μεταβολίτη Β μεσολαβείται από έναν μη-ενζυμικό χημικό μηχανισμό οξείδωσης in vitro. Η λινεζολίδη δεν είναι επαγωγέας του κυτοχρώματος P450 (CYP) σε αρουραίους, και έχει αποδειχθεί από μελέτες in vitro ότι η λινεζολίδη δεν μεταβολίζεται ανιχνεύσιμα από το ανθρώπινο κυτόχρωμα P450 και δεν αναστέλλει τις δραστηριότητες κλινικά σημαντικών ανθρώπινων ισομορφών CYP (1A2, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1, 3A4).
Η λινεζολίδη απορροφάται ταχέως και εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 1-2 ώρες μετά τη χορήγηση, και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 100%. Η λινεζολίδη μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξείδωσης του δακτυλίου μορφολίνης, η οποία οδηγεί σε δύο ανενεργούς καρβοξυλικούς μεταβολίτες με ανοιγμένο δακτύλιο: τον μεταβολίτη αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος (Α) και τον μεταβολίτη υδροξυαιθυλ-γλυκίνης (Α308). Χρόνος Ημιζωής: 4.5-5.5 ώρες.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 5 και 7 ωρών.
… Παρατηρήθηκε σημαντική, αν και ασθενής, συσχέτιση μεταξύ ηλικίας και συνολικής κάθαρσης. Οι μέσες τιμές (+/- SD) για τον χρόνο ημιζωής αποβολής, τη συνολική κάθαρση και τον φαινόμενο όγκο κατανομής ήταν 3,0 +/- 1,1 ώρες, 0,34 +/- 0,15 λίτρα/ώρα/kg και 0,73 +/- 0,18 λίτρα/kg, αντίστοιχα. …
Οι ακόλουθες τιμές χρόνου ημιζωής αποβολής της λινεζολίδης σε ενήλικες:
- Δισκίο 400 mg (εφάπαξ δόση) - 5,2 ώρες
- Δισκίο 400 mg κάθε 12 ώρες - 4,69 ώρες
- Δισκίο 600 mg (εφάπαξ δόση) - 4,26 ώρες
- Δισκίο 600 mg κάθε 12 ώρες - 5,4 ώρες
- Εναιώρημα 600 mg από το στόμα (εφάπαξ δόση) - 4,6 ώρες
- Ενδοφλέβια έγχυση 600 mg (εφάπαξ δόση) - 4,4 ώρες
- Ενδοφλέβια έγχυση 600 mg κάθε 12 ώρες - 4,8 ώρες.
Στα παιδιά ηλικίας >7 ημερών έως 11 ετών, ο χρόνος ημιζωής είναι μικρότερος σε σύγκριση με τους ενήλικες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
- Σύνθετες ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της θέσης Α των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογίας
- ISQ9I6J12J
- LINEZOLID
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αντιβακτηριακό Οξαζολιδινόνης
- Χημική Δομή [CS] - Οξαζολιδινόνες
Η λινεζολίδη είναι ένα Αντιβακτηριακό Οξαζολιδινόνης.
LINEZOLID
- Οξαζολιδινόνες [CS]
- Αντιβακτηριακό Οξαζολιδινόνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
- Σύνθετες ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της θέσης Α των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.