LINEZOLID
Λινεζολίδη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Άλλα αντιβακτηριδιακά.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
-
J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Νοσοκομειακή πνευμονία · Πνευμονία της κοινότητας
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ZYVOXID
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, Από του στόματος
- Χορήγηση: δύο φορές ημερησίως
- Δόση έναρξης: 600 mg δύο φορές ημερησίως
-
ΕνήλικεςΔόση600 mgΜέγ. δόση28 ημέρεςΕνδοφλεβίως ή από του στόματος, δύο φορές ημερησίως. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από το παθογόνο, την εντόπιση και τη βαρύτητα της λοίμωξης, καθώς και την κλινική ανταπόκριση. Καμία αύξηση δοσολογίας ή διάρκειας για λοιμώξεις με ταυτόχρονη βακτηριαιμία.
-
Παιδιά και έφηβοι (< 18 ετών)Δεν συνιστάται η χρήση λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται καμία ρύθμιση δοσολογίας.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται καμία ρύθμιση δοσολογίας.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/λεπτό)Χωρίς ρύθμιση δοσολογίας, αλλά με ιδιαίτερη προσοχή. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, η linezolid πρέπει να χορηγείται μετά την αιμοκάθαρση.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται καμία ρύθμιση δοσολογίας. Η χρήση συνιστάται μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη linezolid ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
Ταυτόχρονη χρήση ή εντός δύο εβδομάδων από τη διακοπή φαρμάκων που αναστέλλουν τις μονοαμινο-οξειδάσεις Α ή Β (π.χ. φαινελζίνη, ισοκαρβοξαζίδη, σελεγιλίνη, μοκλοβεμίδη)
-
Μη ελεγχόμενη υπέρτασηΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
ΦαιοχρωμοκύττωμαΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
ΚαρκινοειδέςΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
ΘυρεοτοξίκωσηΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
Διπολική διαταραχήΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
Σχιζομανιοκαταθλιπτική διαταραχήΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
Οξείες καταστάσεις σύγχυσηςΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
Ταυτόχρονη λήψη αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνηςΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
Ταυτόχρονη λήψη τρικυκλικών αντικαταθλιπτικώνΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
Ταυτόχρονη λήψη αγωνιστών υποδοχέων 5-HT1 σεροτονίνης (triptans)ΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
Ταυτόχρονη λήψη συμπαθομιμητικών παραγόντων με άμεση ή έμμεση δράση (συμπεριλαμβανομένων αδρενεργικών βρογχοδιασταλτικών, ψευδοεφεδρίνης, φαινυλοπροπανολαμίνης)ΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
Ταυτόχρονη λήψη αγγειοσυσπαστικών παραγόντων (π.χ. επινεφρίνη, νορεπινεφρίνη)ΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
Ταυτόχρονη λήψη ντοπαμινεργικών παραγόντων (π.χ. ντοπαμίνη, δοβουταμίνη)ΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
Ταυτόχρονη λήψη πεθιδίνης ή βουσπιρόνηςΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς δυνατότητα συχνής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης
-
Θηλασμός
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΜυελοκαταστολήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς, ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, ασθενείς με προϋπάρχουσα αναιμία, κοκκιοκυτταροπενία ή θρομβοκυτταροπενία, ασθενείς που λαμβάνουν παράλληλα φάρμακα που θα μπορούσαν να μειώσουν τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης, τον αριθμό ή τη λειτουργικότητα των αιμοπεταλίων, ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για διάστημα άνω των 10-14 ημερώνΣτενή παρακολούθηση της αιματολογικής εικόνας. Σε περίπτωση σημαντικής μυελοκαταστολής, διακοπή της χορήγησης εκτός αν κρίνεται απαραίτητη η συνέχιση, οπότε εντατική παρακολούθηση και αντιμετώπιση.
-
Ανισορροπία θνητότητας σε κλινική μελέτηΠληθυσμόςΣοβαρά πάσχοντες από λοιμώξεις συνδεόμενες με χρήση ενδοαγγειακού καθετήρα, ιδίως με οποιοδήποτε άλλο παθογόνο εκτός από Gram θετικό ή χωρίς ανεύρεση παθογόνου. Ασθενείς με επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων με γνωστή ή πιθανολογούμενη συνυπάρχουσα λοίμωξη από Gram αρνητικούς μικροοργανισμούς.Για επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων, χορήγηση μόνο εάν δεν υπάρχουν εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές και ταυτόχρονη έναρξη θεραπείας έναντι των Gram αρνητικών μικροοργανισμών.
-
Διάρροια και κολίτιδα σχετιζόμενες με αντιβιοτικάΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν σοβαρή διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χρήση της linezolidΔιακοπή της θεραπείας με linezolid και άμεση εφαρμογή κατάλληλων θεραπευτικών μέτρων. Φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό του εντέρου αντενδείκνυνται.
-
Γαλακτική οξέωσηΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν σημεία και συμπτώματα μεταβολικής οξέωσης (υποτροπιάζουσα ναυτία/έμετο, κοιλιακό άλγος, χαμηλό επίπεδο διττανθρακικών ή υπεραερισμό)Άμεση ιατρική φροντίδα. Τα οφέλη της συνέχισης της linezolid να αντισταθμιστούν έναντι των κινδύνων.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν το φάρμακο για περισσότερο από 28 ημέρες
-
Σεροτονινεργικό σύνδρομοΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα linezolid και σεροτονινεργικούς παράγοντεςΕάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα, να εξεταστεί η διακοπή του ενός ή και των δύο φαρμάκων.
-
Περιφερική και οπτική νευροπάθειαΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς. Ασθενείς που έλαβαν το φάρμακο για διάστημα μεγαλύτερο των 28 ημερών. Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ή έχουν λάβει πρόσφατα αντιμυκοβακτηριακή αγωγή.Οι ασθενείς να αναφέρουν συμπτώματα οπτικής διαταραχής (μεταβολές στην οπτική οξύτητα, μεταβολές στην αντίληψη των χρωμάτων, θάμβος όρασης ή έλλειμμα στα οπτικά πεδία). Άμεση εκτίμηση από οφθαλμίατρο. Τα οφέλη της συνέχισης της linezolid να αντισταθμιστούν έναντι των κινδύνων.
-
ΣπασμοίΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό σπασμών ή παράγοντες κινδύνου για σπασμούςΟι ασθενείς να ενημερώνουν τον ιατρό τους εάν έχουν ιστορικό σπασμών.
-
Αναστολείς της μονοάμινο οξειδάσης (ΜΑΟΙ)ΠληθυσμόςΑσθενείς με υποκείμενες καταστάσεις ή συγχορηγούμενα φάρμακα που τους θέτουν σε κίνδυνο από την αναστολή της ΜΑΟΔεν συνιστάται η χρήση εκτός εάν υπάρχει δυνατότητα για στενή παρατήρηση και παρακολούθηση του ασθενούς.
-
Χρήση με τροφές με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνηςΠληθυσμόςΑσθενείςΝα αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων τροφών με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνης.
-
ΕπιμόλυνσηΣε περίπτωση επιμόλυνσης, να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΝα χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή και μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο.
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΝα χρησιμοποιείται μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο.
-
Διαταραχή της γονιμότηταςΠληθυσμόςΆνδρες
-
Περιορισμός διάρκειας θεραπείαςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της linezolid όταν χορηγείται για διάστημα μεγαλύτερο των 28 ημερών, δεν έχουν αξιολογηθεί.
-
Περιορισμένη εμπειρία σε συγκεκριμένες καταστάσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με αλλοιώσεις διαβητικού ποδιού, κατακλίσεων ή ισχαιμικές αλλοιώσεις, σοβαρά εγκαύματα ή γάγγραινα
-
Γλυκόζη (Έκδοχα)ΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με άλλες καταστάσεις που σχετίζονται με δυσανεξία γλυκόζηςΝα λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο γλυκόζης.
-
Νάτριο (Έκδοχα)ΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που βρίσκονται σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίουΝα λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς της μονοάμινο οξειδάσης (ΜΑΟΙ)αντένδειξηΚίνδυνος λόγω αναστολής της ΜΑΟΣύστασηΔεν συνιστάται εκτός εάν είναι δυνατή η στενή παρατήρηση και παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση της αρτηριακής πίεσηςΣύστασηΟι δόσεις πρέπει να ρυθμίζονται προσεκτικά για την επίτευξη της επιθυμητής ανταπόκρισης.
-
προσοχήΠιθανό σεροτονινεργικό σύνδρομο (αναφέρθηκε περιστασιακά μετά την κυκλοφορία)ΣύστασηΟ χειρισμός των ασθενών για τους οποίους είναι απαραίτητη η θεραπεία με linezolid και σεροτονινεργικούς παράγοντες, περιγράφεται στην παράγραφο 4.4.
-
Σεροτονινεργικοί παράγοντες (π.χ. SSRIs)αντένδειξηΣεροτονινεργικό σύνδρομοΣύστασηΟ χειρισμός των ασθενών για τους οποίους είναι απαραίτητη η θεραπεία με linezolid και σεροτονινεργικούς παράγοντες, περιγράφεται στην παράγραφο 4.4.
-
Τροφές με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνης (π.χ. τυρί, εκχυλίσματα μαγιάς, μη απεσταγμένα οινοπνευματώδη ποτά και προϊόντα ζύμωσης σόγιας)προσοχήΑύξηση της αρτηριακής πίεσης (όχι σημαντική κάτω από 100 mg τυραμίνης)ΣύστασηΑποφυγή της πρόσληψης υπερβολικών ποσοτήτων.
-
παρακολούθησηΜείωση Cmax (21%) και AUC (32%) της linezolid. Μηχανισμός και κλινική σημασία άγνωστα.
-
παρακολούθηση10% μείωση στη μέση μέγιστη INR και 5% μείωση στην AUC INR. Κλινική σημασία άγνωστη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καντιντίαση
- Καντιντίαση του στόματος
- Μυκητιασικές λοιμώξεις
- Κολπίτιδα
- Κολπική καντιντίαση
- Αιδοιοκολπική διαταραχή
- Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοκυτταροπενία
- Ηωσινοφιλία
- Μυελοκαταστολή
- Πανκυτταροπενία
- Αναιμία
- Σιδηροβλαστική αναιμία
- Αυξημένα ουδετερόφιλα
- Αυξημένα ηωσινόφιλα
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων
- Μειωμένα ουδετερόφιλα
- Αναφυλαξία
- Γαλακτική οξέωση
- Υπονατριαιμία
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Αλλαγή γεύσης
- Ζάλη
- Υπαισθησία
- Παραισθησία
- Σεροτονινεργικό σύνδρομο
- Σπασμοί
- Περιφερική νευροπάθεια
- Παροδικά ισχαιμικά επεισόδια
- Θάμβος οράσεως
- Οπτική νευροπάθεια
- Οπτική νευρίτιδα
- Απώλεια όρασης
- Μεταβολές στην οπτική οξύτητα
- Μεταβολές στην οπτική αντίληψη χρωμάτων
- Μεταβολές στο έλλειμμα στα οπτικά πεδία
- Εμβοές
- Αρρυθμία
- Ταχυκαρδία
- Υπέρταση
- Φλεβίτιδα
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- Γαστρίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Γλωσσίτιδα
- Μη σχηματισμένες κενώσεις
- Στοματίτιδα
- Αποχρωματισμός γλώσσας
- Αλλοιώσεις γλώσσας
- Επιφανειακός δυσχρωματισμός οδόντος
- Αυξημένη AST
- Αυξημένη ALT
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Αυξημένη ολική χολερυθρίνη
- Αυξημένη κρεατινίνη
- Αυξημένη LDH
- Αυξημένη κρεατινική κινάση
- Αυξημένη λιπάση
- Αυξημένη αμυλάση
- Αυξημένη μεταγευματική γλυκόζη
- Μειωμένη ολική πρωτεΐνη
- Μειωμένη λευκωματίνη
- Μειωμένο νάτριο
- Μειωμένο ασβέστιο
- Διαταραχή καλίου
- Αυξημένα διττανθρακικά
- Μειωμένα διττανθρακικά
- Αυξημένο νάτριο
- Αυξημένο ασβέστιο
- Μειωμένη μεταγευματική γλυκόζη
- Διαταραχές χλωριούχων
- Μειωμένος αιματοκρίτης
- Διαταραχή αριθμού αιμοπεταλίων
- Διαταραχή αριθμού λευκοκυττάρων
- Αυξημένος αριθμός δικτυοερυθροκυττάρων
- Πομφολυγώδεις διαταραχές
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αγγειοοίδημα
- Αλωπεκία
- Αυξημένο άζωτο ουρίας αίματος
- Πολυουρία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Ρίγη
- Κόπωση
- Πυρετός
- Άλγος στο σημείο της ένεσης
- Αυξημένη δίψα
- Εντοπισμένο άλγος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑλλαγή γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα διττανθρακικάΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένα ηωσινόφιλαΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένα ουδετερόφιλαΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένη ALTΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ASTΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη LDHΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμυλάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινική κινάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη μεταγευματική γλυκόζηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή αριθμού αιμοπεταλίωνΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή αριθμού λευκοκυττάρωνΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή καλίουΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΚαντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚολπική καντιντίασηΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜειωμένα διττανθρακικάΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένη λευκωματίνηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένη ολική πρωτεΐνηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένο ασβέστιοΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένο νάτριοΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρωνΑίμα
-
ΣυχνέςΜυκητιασικές λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑλλοιώσεις γλώσσαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑποχρωματισμός γλώσσαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένο άζωτο ουρίας αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένος αριθμός δικτυοερυθροκυττάρωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένα ουδετερόφιλαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜη σχηματισμένες κενώσειςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑυξημένη κρεατινίνηΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΕπιφανειακός δυσχρωματισμός οδόντοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠαροδικά ισχαιμικά επεισόδιαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΆλγος στο σημείο της ένεσηςΓενικές
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑιδοιοκολπική διαταραχήΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑπώλεια όρασηςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη δίψαΓενικές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ολική χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένο ασβέστιοΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένο νάτριοΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές χλωριούχωνΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΕντοπισμένο άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΚολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδαςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΚόπωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΜειωμένη μεταγευματική γλυκόζηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΜεταβολές στην οπτική αντίληψη χρωμάτωνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΜεταβολές στην οπτική οξύτηταΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΜεταβολές στο έλλειμμα στα οπτικά πεδίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΜυελοκαταστολήΑίμα
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟπτική νευρίτιδαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟπτική νευροπάθειαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠομφολυγώδεις διαταραχέςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠυρετόςΓενικές
-
Μη γνωστέςΡίγηΓενικές
-
Μη γνωστέςΣεροτονινεργικό σύνδρομοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣιδηροβλαστική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΣπασμοίΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ linezolid δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός αν υπάρχει σαφής ανάγκη, δηλαδή μόνον όταν τα ενδεχόμενα οφέλη υπερκαλύπτουν τον θεωρητικό κίνδυνο.Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της linezolid σε έγκυες γυναίκες. Από τις μελέτες σε πειραματόζωα προκύπτουν τοξικές επιδράσεις στην αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ένας δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο υπάρχει.
-
Γαλουχίαο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από και κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου.Οι μελέτες σε πειραματόζωα υποδηλώνουν ότι η linezolid μπορεί να περάσει στο μητρικό γάλα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- μειωμένη δραστηριότητα
- αταξία
- έμετος
- τρόμος
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Άλλα αντιβακτηριδιακά. Κωδικός ATC: J 01 XX08
Γενικές Ιδιότητες
Η linezolid είναι συνθετικός αντιβακτηριακός παράγοντας που ανήκει σε νέα τάξη αντιβιοτικών, τις οξαζολιδινόνες. ΄Εχει in vitro δράση κατά των αερόβιων Gram-θετικών βακτηριδίων και αναερόβιων μικροοργανισμών.
Μηχανισμός δράσης
Η linezolid αναστέλλει επιλεκτικά την πρωτεϊνική σύνθεση των βακτηριδίων με μοναδικό μηχανισμό δράσης. Συγκεκριμένα, δεσμεύεται σε ένα σημείο στο ριβόσωμα του βακτηριδίου (23S της υπομονάδας 50S) και αναστέλλει τον σχηματισμό λειτουργικού 70S συμπλόκου έναρξης, που αποτελεί ουσιαστική μονάδα του μεταφραστικού μηχανισμού.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η in vitro μετααντιβιοτική δράση (ΜΑΔ) της linezolid για Staphylococcus aureus ήταν περίπου 2 ώρες. ΄Οταν μετρήθηκε σε πειραματόζωα, η ΜΑΔ ήταν 3,6 και 3,9 ώρες για τους Staphylococcus aureus και Streptococcus pneumoniae, αντίστοιχα. Σε μελέτες που διεξάχθηκαν σε πειραματόζωα, η φαρμακοδυναμική παράμετρος κλειδί για την αποτελεσματικότητα ήταν ο χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου τα επίπεδα της linezolid στο πλάσμα υπερέβαιναν την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (ΜΙC) για τον λοιμωγόνο οργανισμό.
Όρια ευαισθησίας
Τα καθιερωμένα όρια ευαισθησίας της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (ΜΙC) από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Αντιμικροβιακών Δοκιμασιών Ευαισθησίας (European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing, EUCAST) για το σταφυλόκοκκο και τον εντερόκοκκο είναι ≤4mg/l. Για τον στρεπτόκοκκο (συμπεριλαμβανομένου του S. pneumoniae) τα όρια ευαισθησίας είναι ≤2 mg/l για τα Ευαίσθητα είδη και > 4mg/l για τα Ανθεκτικά. Tα όρια ευαισθησίας για την ΜΙC που δεν σχετίζονται με συγκεκριμένα είδη είναι ≤2 mg/l για τα Ευαίσθητα είδη και > 4mg/l για τα Ανθεκτικά. Όρια ευαισθησίας που δεν σχετίζονται με συγκεκριμένα είδη έχουν καθορισθεί κυρίως με βάση τα φαρμακοκινητικά/φαρμακοδυναμικά δεδομένα και είναι ανεξάρτητα από τις κατανομές των ΜΙC των συγκεκριμένων ειδών. Χρησιμοποιούνται μόνο για οργανισμούς στους οποίους δεν έχει δοθεί ένα συγκεκριμένο όριο ευασθησίας και όχι για εκείνα τα είδη στα οποία δεν συνιστάται δοκιμασία ελέγχου ευαισθησίας.
Ευαισθησία
Η επίπτωση της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα στελέχη και οι τοπικές πληροφορίες αντοχής είναι επιθυμητές, ειδικά κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητο, θα πρέπει να αναζητείται η συμβουλή ειδικού όταν η τοπική επικράτηση της αντοχής είναι τέτοια ώστε η ωφέλεια από τον παράγοντα είναι αμφισβητήσιμη σε τουλάχιστον κάποιους τύπους λοιμώξεων.
| Κατηγορία | |
|---|---|
| Ευαίσθητοι οργανισμοί | Gram θετικά αερόβια: Enterococcus faecalis, Enterococcus faecium*, Staphylococcus aureus*, Αρνητικοί στην κοαγκουλάση σταφυλόκοκκοι, Staphylococcus agalactiae*, Streptococcus pneumoniae*, Streptococcus pyrogenes*, Στρεπτόκοκκοι της Ομάδας C, Στρεπτόκοκκοι της Ομάδας G |
| Gram θετικά αναερόβια: Clostridium perfringens, Peptostreptococcus anaerobius, Είδη Peptostreptococcus | |
| Ανθεκτικοί οργανισμοί | Haemophilus influenzae, Moraxella catarrhalis, Είδη Neisseria, Enterobacteriaeceae, Είδη Pseudomonas |
- Κλινική αποτελεσματικότητα έχει αποδειχθεί για ευαίσθητα απομονωθέντα στελέχη σε εγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις. Αν και η linezolid εμφανίζει κάποια in vitro δραστικότητα κατά των Legionella, Chlamydia pneumoniae και Mycoplasma pneumoniae, δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για την τεκμηρίωση της κλινικής αποτελεσματικότητας.
Ανθεκτικότητα
Διασταυρούμενη αντίσταση: Ο μηχανισμός δράσης της linezolid διαφέρει από εκείνον άλλων κατηγοριών αντιβιοτικών. Από μελέτες in vitro με κλινικά απομονωθέντα στελέχη (που περιλαμβάνουν σταφυλόκοκκους ανθεκτικούς στη μεθικιλλίνη, εντερόκοκκους ανθεκτικούς στη βανκομυκίνη και στρεπτόκοκκους ανθεκτικούς στην πενικιλλίνη και στην ερυθρομυκίνη) προκύπτει ότι η linezolid είναι συνήθως δραστική εναντίον μικροοργανισμών που ανθίστανται σε μία ή σε περισσότερες τάξεις αντιμικροβιακών παραγόντων. Η αντοχή στη linezolid σχετίζεται με εστιακές μεταλλάξεις στο 23S rRNA. Όπως τεκμηριώνεται και με άλλα αντιβιοτικά, όταν χρησιμοποιούνται σε ασθενείς που παρουσιάζουν δυσκολία στη θεραπεία λοιμώξεων και/ή για παρατεταμένες χρονικές περιόδους, έχει παρατηρηθεί ολοένα και αυξανόμενη μείωση της ευαισθησίας με τη linezolid. Αντοχή στη linezolid έχει αναφερθεί για τους εντερόκοκκους, το Staphylococcus aureus και τους αρνητικούς στην κοαγκουλάση σταφυλοκόκκους. Αυτό γενικά έχει συσχετισθεί με την παρατεταμένη περίοδο της θεραπείας και την παρουσία προσθετικών ιατρικών συσκευών ή αποστημάτων που δεν έχουν παροχετευθεί. Όταν ανθεκτικοί στα αντιβιοτικά οργανισμοί απαντώνται στο νοσοκομείο είναι σημαντικό να δίνεται έμφαση στην τακτική ελέγχου λοιμώξεων.
Πληροφορίες από κλινικές μελέτες
Μελέτες στον παιδιατρικό πληθυσμό: Σε μία ανοιχτή μελέτη, η αποτελεσματικότητα της linezolid (10 mg/kg κάθε οκτώ ώρες) συγκρίθηκε με αυτή της βανκομυκίνης (10-15 mg/kg κάθε 6-24 ώρες) στη θεραπεία λοιμώξεων λόγω πιθανών ή αποδεδειγμένων ανθεκτικών Gram θετικών παθογόνων (συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής πνευμονίας, επιπλεγμένων λοιμώξεων του δέρματος και της δερματικής δομής, βακτηριαιμία σχετιζόμενη με καθετήρα, βακτηριαιμία άγνωστης προέλευσης και άλλων λοιμώξεων), σε παιδιά από τη γέννηση έως 11 ετών. Τα ποσοστά κλινικής θεραπείας στον πληθυσμό που αξιολογήθηκε κλινικά ήταν 89,3% (134/150) και 84,5% (60/71) για τη linezolid και τη βανκομυκίνη αντίστοιχα (95% CI: -4,9, 14,6).
Tο Λινεζολίδη περιέχει κυρίως (s)-linezolid που είναι βιολογικά δραστική και μεταβολίζεται σε αδρανή παράγωγα.
Απορρόφηση
H linezolid απορροφάται ταχέως και εκτεταμένα μετά τη χορήγησή της από το στόμα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 2 ωρών από τη χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της linezolid (από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση σε διασταυρούμενη μελέτη) είναι πλήρης (περίπου 100%). Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη λήψη τροφής και η απορρόφηση του πόσιμου εναιωρήματος είναι όμοια με εκείνη που επιτυγχάνεται με τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία. Η Cmax και η Cmin της linezolid στο πλάσμα (μέση τιμή και [τυπική απόκλιση]), κατά τη σταθεροποιημένη κατάσταση μετά την ενδοφλέβια χορήγηση 600 mg δυο φορές ημερησίως προσδιορίστηκαν στα 15,1 [2,5] mg/l και 3,68 [2,68] mg/l, αντίστοιχα. Σε μια άλλη μελέτη μετά την από του στόματος χορήγηση 600 mg δυο φορές ημερησίως στη σταθεροποιημένη κατάσταση, η Cmax και η Cmin προσδιορίστηκαν στα 21,2 [5,8] mg/l και 6,15 [2,94] mg/l, αντίστοιχα. Σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται κατά τη δεύτερη ημέρα της χορήγησης.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής της σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι κατά μέσον όρο περίπου 40-50 λίτρα σε υγιείς ενήλικες και είναι περίπου ίσος με τη συνολική ποσότητα νερού στο σώμα. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 31% και δεν εξαρτάται από τη συγκέντρωση. Οι συγκεντρώσεις της linezolid έχουν προσδιοριστεί σε διάφορα υγρά από περιορισμένο αριθμό ατόμων σε μελέτες με εθελοντές μετά από πολλαπλή χορήγηση. Η αναλογία της linezolid στη σίελο και στον ιδρώτα σε σχέση με το πλάσμα ήταν 1,2:1,0 και 0,55:1,0, αντίστοιχα. Η αναλογία για το επιθηλιακό υγρό των κυψελίδων και τα κυψελιδικά κύτταρα του πνεύμονα ήταν 4,5:1,0 και 0,15:1,0, όταν υπολογίστηκαν από τη Cmax στη σταθεροποιημένη κατάσταση, αντίστοιχα. Σε μια μικρή μελέτη σε άτομα με κοιλιο-περιτοναϊκές αναστομώσεις και ουσιαστικά μη φλεγμένουσες μήνιγγες, η αναλογία της linezolid στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε σχέση με το πλάσμα στη Cmax ήταν 0,7:1,0 μετά από πολλαπλή χορήγηση linezolid.
Μεταβολισμός
H linezolid μεταβολίζεται κυρίως με οξείδωση του δακτυλίου της μορφολίνης που οδηγεί κυρίως στο σχηματισμό δύο αδρανών παραγώγων καρβοξυλικού οξέος ανοιχτού δακτυλίου: του μεταβολίτη αμινοαιθόξυ-οξικού οξέος (ΡΝU-142300) και του μεταβολίτη υδροξυαίθυλο γλυκίνη (ΡΝU-142586). Ο μεταβολίτης υδροξυαίθυλο γλυκίνη (ΡΝU-142586) είναι ο κυριότερος μεταβολίτης στον άνθρωπο και πιστεύεται ότι σχηματίζεται με μη ενζυματική διαδικασία. Ο μεταβολίτης αμινο-αιθόξυ οξικό οξύ (ΡΝU-142300) βρίσκεται σε μικρότερες ποσότητες. Άλλοι μικρότερης σημασίας αδρανείς μεταβολίτες έχουν ταυτοποιηθεί.
Αποβολή
Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια, η linezolid απεκκρίνεται κυρίως σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης στα ούρα ως ΡΝU-142586 (40%), ως μητρικό φάρμακο (30%) και ως ΡΝU-142300 (10%). Σχεδόν καθόλου μητρικό φάρμακο δεν βρίσκεται στα κόπρανα ενώ περίπου το 6% και το 3% της κάθε δόσης εμφανίζεται ως ΡΝU-142586 και ΡΝU-142300, αντίστοιχα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της linezolid είναι κατά μέσον όρο 5-7 ώρες. Η μη νεφρική κάθαρση αποτελεί περίπου το 65% της συνολικής κάθαρσης της linezolid. ΄Ενας μικρός βαθμός μη γραμμικότητας στην κάθαρση παρατηρείται με αυξανόμενες δόσεις linezolid. Αυτό φαίνεται να οφείλεται σε χαμηλότερη νεφρική και μη νεφρική κάθαρση στις υψηλότερες συγκεντρώσεις linezolid. Ωστόσο, η διαφορά στην κάθαρση είναι μικρή και δεν αντανακλάται στο χρόνο ημίσειας ζωής.
Ειδικοί Πληθυσμοί
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια: Μετά από εφάπαξ δόσεις 600 mg, παρατηρήθηκε 7-8πλάσια αύξηση στην έκθεση στους δύο κυριότερους μεταβολίτες της linezolid στο πλάσμα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (δηλ. κάθαρση κρεατινίνης< 30ml /λεπτό). Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε αύξηση στην AUC του μητρικού φαρμάκου. Παρ΄ όλο που παρατηρείται κάποια απομάκρυνση των κυριοτέρων μεταβολιτών της linezolid με αιμοκάθαρση, τα επίπεδα των μεταβολιτών στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόσεις 600 mg εξακολουθούσαν να είναι σημαντικά υψηλότερα μετά από αιμοκάθαρση, σε σύγκριση με τα επίπεδα που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια. Σε 24 ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, 21 από τους οποίους υποβάλλοντο σε τακτική αιμοκάθαρση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις των δύο κυριότερων μεταβολιτών στο πλάσμα μετά από χορήγηση πολλών ημερών ήταν περίπου το 10-πλάσιο εκείνων που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Τα μέγιστα επίπεδα της linezolid στο πλάσμα δεν επηρεάστηκαν. Η κλινική σημασία των παρατηρήσεων αυτών δεν έχει αξιολογηθεί δεδομένου ότι μέχρι σήμερα υπάρχουν μόνο περιορισμένα στοιχεία ασφάλειας (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια: Περιορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η φαρμακοκινητική της linezolid, του ΡΝU-142300 και του ΡΝU-142586 δεν μεταβάλλεται σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (δηλ. Child-Pugh τάξη Α ή Β). Η φαρμακοκινητική της linezolid σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (δηλ. Child-Pugh τάξη C) δεν έχει αξιολογηθεί. Ωστόσο, δεδομένου ότι η linezolid μεταβολίζεται με μη ενζυματική διαδικασία η ανεπάρκεια της ηπατικής λειτουργίας δεν αναμένεται να μεταβάλλει σε σημαντικό βαθμό τον μεταβολισμό της (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας < 18 ετών): Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της linezolid στα παιδιά και τους εφήβους (ηλικίας < 18 ετών) και επομένως η χρήση της linezolid σ’ αυτήν την ηλικιακή ομάδα δεν συνιστάται (βλ. Δοσολογία). Απαιτείται η διεξαγωγή περαιτέρω μελετών, προκειμένου να καθοριστούν οι συστάσεις για την ασφαλή και αποτελεσματική δοσολογία. Φαρμακοκινητικές μελέτες υποδεικνύουν ότι μετά από χορήγηση εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων σε παιδιά (ηλικίας μιας εβδομάδας έως 12 ετών), η κάθαρση της linezolid (με βάση τα kg σωματικού βάρους) είναι μεγαλύτερη σε παιδιατρικούς ασθενείς από ότι σε ενήλικες, αλλά μειώνεται με την αύξηση της ηλικίας. Η χορήγηση 10 mg/kg κάθε 8 ώρες ημερησίως σε παιδιά ηλικίας μιας εβδομάδας έως 12 ετών, έδωσε τιμές έκθεσης περίπου ίσες με εκείνες που επετεύχθησαν με τη χορήγηση 600 mg linezolid δύο φορές ημερησίως σε ενήλικες ασθενείς. Σε νεογνά ηλικίας μέχρι μιας εβδομάδας, η συστηματική κάθαρση της linezolid (με βάση τα kg σωματικού βάρους) αυξάνει με ταχύ ρυθμό εντός της πρώτης εβδομάδας ζωής. Παρ’ όλα αυτά δεν αναμένεται εκτεταμένη συσσώρευση με αυτό το δοσολογικό σχήμα κατά την διάρκεια της πρώτης εβδομάδας ζωής, επειδή η κάθαρση αυξάνεται με ταχύ ρυθμό κατά την περίοδο αυτή. Σε εφήβους (ηλικίας 12 έως 17 ετών), η φαρμακοκινητική της linezolid ήταν παρόμοια με αυτή των ενηλίκων μετά από δόση 600 mg. Επομένως, οι έφηβοι στους οποίους χορηγούνται 600 mg ανά 12 ώρες ημερησίως θα έχουν παρόμοια έκθεση με αυτή που παρατηρείται στους ενήλικες που λαμβάνουν την ίδια δόση. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με κοιλιο-περιτοναϊκή παροχέτευση στους οποίους χορηγήθηκε linezolid 10 mg/kg είτε ανά 12 ώρες είτε ανά 8 ώρες, παρατηρήθηκαν μεταβλητές συγκεντρώσεις της linezolid στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (CSF) μετά τη χορήγηση μιας ή πολλαπλών δόσεων linezolid. Η επίτευξη και η διατήρηση θεραπευτικών συγκεντρώσεων στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (CSF) δε χαρακτηρίστηκε από συνέπεια. Επομένως, η χρήση της linezolid για την εμπειρική θεραπεία παιδιατρικών ασθενών με λοιμώξεις του κεντρικού νευρικού συστήματος δε συνιστάται.
Ηλικιωμένοι ασθενείς: Η φαρμακοκινητική της linezolid δεν μεταβάλλεται σε σημαντικό βαθμό σε ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω.
Γυναίκες ασθενείς: Οι γυναίκες εμφανίζουν ελαφρώς χαμηλότερο όγκο κατανομής σε σύγκριση με τους άνδρες και η μέση κάθαρση μειώνεται κατά περίπου 20% όταν διορθωθεί για το σωματικό βάρος. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι κάπως υψηλότερες στις γυναίκες και αυτό μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στις διαφορές στο σωματικό βάρος. Ωστόσο, επειδή ο μέσος χρόνος ημιζωής της linezolid δεν διαφέρει σε σημαντικό βαθμό σε άνδρες και σε γυναίκες, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε γυναίκες δεν αναμένονται να αυξάνονται ουσιαστικά πάνω από τις συγκεντρώσεις που είναι γνωστό πως είναι ανεκτές και, επομένως, δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Άλλα αντιβακτηριδιακά. Κωδικός ATC: J 01 XX08 ### Γενικές Ιδιότητες Η linezolid είναι συνθετικός αντιβακτηριακός παράγοντας που ανήκει σε νέα τάξη αντιβιοτικών, τις οξαζολιδινόνες. ΄Εχει in vitro δράση κατά των αερόβιων…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | εβδομαδιαία | Ασθενείς που λαμβάνουν linezolid |
| στενή παρακολούθηση | Προϋπάρχουσα αναιμία, κοκκιοκυτταροπενία ή θρομβοκυτταροπενία, συγχορήγηση φαρμάκων που μειώνουν αιμοσφαιρίνη/αιμοπετάλια, σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια ή θεραπεία >10-14 ημερών | ||
| Αιμοσφαιρίνη (Hb) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | εβδομαδιαία | Ασθενείς που λαμβάνουν linezolid |
| στενή παρακολούθηση | Προϋπάρχουσα αναιμία, κοκκιοκυτταροπενία ή θρομβοκυτταροπενία, συγχορήγηση φαρμάκων που μειώνουν αιμοσφαιρίνη/αιμοπετάλια, σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια ή θεραπεία >10-14 ημερών | ||
| Αριθμός κυττάρων αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | στενή παρακολούθηση | Προϋπάρχουσα αναιμία, κοκκιοκυτταροπενία ή θρομβοκυτταροπενία, συγχορήγηση φαρμάκων που μειώνουν αιμοσφαιρίνη/αιμοπετάλια, σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια ή θεραπεία >10-14 ημερών |
| Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | εβδομαδιαία | Ασθενείς που λαμβάνουν linezolid |
| Λευκοκυτταρικός τύπος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | εβδομαδιαία | Ασθενείς που λαμβάνουν linezolid |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Οπτική λειτουργία | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | τακτικά | Θεραπεία με ZYVOXID > 28 ημέρες |
| Οφθαλμολογικός έλεγχος | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | άμεση εκτίμηση | — |
| Κλινική παρακολούθηση (γενική) | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | στενά | Συγχορήγηση linezolid και σεροτονινεργικών παραγόντων |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λινεζολίδη είναι ένας οξαζολιδινoνικός αντιβακτηριακός παράγοντας, αποτελεσματικός έναντι των περισσότερων στελεχών αερόβιων Gram-θετικών βακτηρίων και μυκοβακτηριδίων. Φαίνεται να είναι βακτηριοστατικός έναντι των σταφυλοκόκκων και των εντεροκόκκων και βακτηριοκτόνος έναντι των περισσότερων απομονωμάτων στρεπτοκόκκων. Η λινεζολίδη έχει δείξει κάποια in vitro δραστηριότητα έναντι Gram-αρνητικών και αναερόβιων βακτηρίων, αλλά δεν θεωρείται αποτελεσματική έναντι αυτών των μικροοργανισμών.
Η λινεζολίδη είναι ένας αναστρέψιμος και μη-εκλεκτικός αναστολέας των ενζύμων μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) και μπορεί, ως εκ τούτου, να συμβάλει στην ανάπτυξη συνδρόμου σεροτονίνης όταν χορηγείται παράλληλα με σεροτονινεργικούς παράγοντες, όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) ή οι τρικυκλικοί αντικαταθλιπτικοί (TCAs).
Η λινεζολίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία λοιμώξεων του αίματος που σχετίζονται με καθετήρα ή λοιμώξεων της θέσης του καθετήρα, καθώς ο κίνδυνος της θεραπείας φαίνεται να υπερτερεί των οφελών της υπό αυτές τις συνθήκες.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λινεζολίδη ασκεί τις αντιβακτηριακές της δράσεις παρεμβαίνοντας στην πρωτεϊνική μετάφραση των βακτηρίων. Συνδέεται με μια θέση στο βακτηριακό 23S ρυβοσωμικό RNA της 50S υπομονάδας και εμποδίζει τον σχηματισμό ενός λειτουργικού 70S συμπλέγματος έναρξης, το οποίο είναι απαραίτητο για τη βακτηριακή αναπαραγωγή, εμποδίζοντας έτσι την κυτταρική διαίρεση των βακτηρίων.
Μεμονωμένες μεταλλάξεις στο βακτηριακό 23S rRNA μπορούν να οδηγήσουν σε αντοχή στη λινεζολίδη, και η ανάπτυξη ανθεκτικής στη λινεζολίδη Enterococcus faecium και Staphylococcus aureus έχει τεκμηριωθεί κατά την κλινική της χρήση. Δεδομένου ότι τα πρότυπα ευαισθησίας στα αντιμικροβιακά είναι γεωγραφικά διακριτά, πρέπει να συμβουλεύονται τα τοπικά αντιβιογράμματα για να διασφαλιστεί η επαρκής κάλυψη των σχετικών παθογόνων πριν από τη χρήση.
Η λινεζολίδη είναι ένας συνθετικός οξαζολιδινονικός αντι-λοιμώδης παράγοντας που είναι δομικά άσχετος με άλλους αντι-λοιμώδεις παράγοντες που κυκλοφορούν εμπορικά στις ΗΠΑ. Σε αντίθεση με άλλους αντι-λοιμώδεις παράγοντες που αναστέλλουν τη βακτηριακή σύνθεση πρωτεϊνών, η λινεζολίδη δρα νωρίς στη μετάφραση, συνδεόμενη με μια θέση στο βακτηριακό 23S ρυβοσωμικό RNA της 50S υπομονάδας και εμποδίζοντας τον σχηματισμό ενός λειτουργικού 70S συμπλέγματος έναρξης, το οποίο είναι ένα απαραίτητο συστατικό της βακτηριακής διαδικασίας μετάφρασης.
Η λινεζολίδη δρα μέσω αναστολής της σύνθεσης πρωτεϊνών. Συνδέεται με μια θέση στο βακτηριακό 23S ρυβοσωμικό RNA της 50S υπομονάδας και εμποδίζει τον σχηματισμό ενός λειτουργικού 70S συμπλέγματος έναρξης. Αυτό το βήμα είναι απαραίτητο για τη διαδικασία μετάφρασης των βακτηρίων.
Η λινεζολίδη είναι ένα αντιβιοτικό οξαζολιδινόνης που χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για τη θεραπεία ανθεκτικών στα φάρμακα, Gram-θετικών παθογόνων. Ο μηχανισμός δράσης είναι η αναστολή της βακτηριακής σύνθεσης πρωτεϊνών. Αναφέρονται ως παρενέργειες οπτική και/ή περιφερική νευροπάθεια και γαλακτικός οξέωση, αλλά ο υποκείμενος παθοφυσιολογικός μηχανισμός δεν έχει διευκρινιστεί.
Μελετήθηκε η υπερδομή των μιτοχονδρίων, η δραστηριότητα των ενζύμων της αναπνευστικής αλυσίδας των μιτοχονδρίων και το μιτοχονδριακό DNA (mtDNA) σε δείγματα μυών, ήπατος και νεφρών που ελήφθησαν από ασθενή ο οποίος ανέπτυξε οπτική νευροπάθεια, εγκεφαλοπάθεια, σκελετική μυοπάθεια, γαλακτική οξέωση και νεφρική ανεπάρκεια μετά από παρατεταμένη χρήση λινεζολίδης. Επιπλέον, αξιολογήθηκαν το mtDNA, η δραστηριότητα των ενζύμων της αναπνευστικής αλυσίδας και η ποσότητα πρωτεΐνης σε δείγματα μυών και ήπατος που ελήφθησαν από πειραματόζωα που έλαβαν λινεζολίδη ή εικονικό φάρμακο.
Στον ασθενή, η δραστηριότητα των ενζύμων της αναπνευστικής αλυσίδας των μιτοχονδρίων ήταν μειωμένη στους προσβεβλημένους ιστούς, χωρίς υπερδομικές μιτοχονδριακές ανωμαλίες και χωρίς μεταλλάξεις ή στέρηση mtDNA. Στα πειραματόζωα, η λινεζολίδη προκάλεσε μια δόση- και χρόνο-εξαρτώμενη μείωση της δραστηριότητας των συμπλεγμάτων της αναπνευστικής αλυσίδας που περιέχουν υπομονάδες κωδικοποιημένες από mtDNA και μειωμένη ποσότητα πρωτεΐνης αυτών των συμπλεγμάτων, ενώ η ποσότητα του mtDNA ήταν φυσιολογική.
Αυτά τα αποτελέσματα παρέχουν άμεση απόδειξη ότι η λινεζολίδη αναστέλλει τη μιτοχονδριακή σύνθεση πρωτεϊνών με δυνητικά σοβαρές κλινικές συνέπειες.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η λινεζολίδη απορροφάται εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση και έχει απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα περίπου 100%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός περίπου 1-2 ωρών μετά τη χορήγηση (Tmax) και κυμαίνονται από 8.1-12.9 mcg/mL μετά από εφάπαξ δόσεις και 11.0-21.2 mcg/mL μετά από πολλαπλές δόσεις.
Η απορρόφηση της από του στόματος χορηγούμενης λινεζολίδης δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη συνχορήγηση τροφής και, ως εκ τούτου, μπορεί να χορηγηθεί ανεξαρτήτως της χρονικής στιγμής των γευμάτων.
Η νεφρική απέκκριση είναι ο κύριος τρόπος με τον οποίο απεκκρίνονται η λινεζολίδη και τα μεταβολικά της προϊόντα. Μετά τη χορήγηση μιας ραδιοσημασμένης δόσης λινεζολίδης υπό συνθήκες σταθερής κατάστασης, περίπου το 84% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα, εκ των οποίων περίπου το 30% είναι αμετάβλητο μητρικό φάρμακο, το 40% είναι ο μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης και το 10% είναι ο μεταβολίτης αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος.
Η απέκκριση μέσω κοπράνων είναι συγκριτικά μικρή, χωρίς ανιχνεύσιμο μητρικό φάρμακο στα κόπρανα και μόνο 6% και 3% μιας χορηγηθείσας δόσης ανευρίσκονται στα κόπρανα ως μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης και μεταβολίτης αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος, αντίστοιχα.
Σε σταθερή κατάσταση, ο όγκος κατανομής της λινεζολίδης σε υγιείς ενήλικες είναι περίπου 40-50 λίτρα.
Η συνολική κάθαρση της λινεζολίδης εκτιμάται σε 100-200 mL/min, η πλειονότητα της οποίας φαίνεται να είναι μη-νεφρική. Η μέση νεφρική κάθαρση είναι περίπου 40 mL/min, γεγονός που υποδηλώνει καθαρή σωληνική επαναρρόφηση, ενώ η μη-νεφρική κάθαρση εκτιμάται ότι αντιστοιχεί περίπου στο 65% της συνολικής κάθαρσης, ή 70-150 mL/min κατά μέσο όρο.
Η μεταβλητότητα στην κάθαρση της λινεζολίδης είναι υψηλή, ιδιαίτερα για τη μη-νεφρική κάθαρση.
Κατανέμεται σε καλά αιματούμενους ιστούς· ο όγκος κατανομής είναι ελαφρώς χαμηλότερος σε γυναίκες από ό,τι σε άνδρες. VolD (σταθερή κατάσταση) - 40 έως 50 L.
Η AUC είναι χαμηλότερη σε παιδιατρικούς ασθενείς σε σύγκριση με τους ενήλικες και υπάρχει μεγαλύτερη μεταβλητότητα της AUC της λινεζολίδης σε όλες τις παιδιατρικές ηλικιακές ομάδες σε σύγκριση με τους ενήλικες. Οι περισσότεροι πρόωροι νεογνοί ηλικίας <7 ημερών (ηλικία κύησης <34 εβδομάδων) έχουν μεγαλύτερες τιμές AUC από πολλούς τελειόμηνους νεογνούς και μεγαλύτερα βρέφη.
Η λινεζολίδη απορροφήθηκε ταχέως μετά από p.o. χορήγηση με p.o. βιοδιαθεσιμότητα >95% σε αρουραίο και σκύλο, και >70% σε ποντίκι. Μελέτες τοξικοκινητικής 28 ημερών i.v./p.o. σε αρουραίο (20-200 mg kg(-1) day(-1)) και σκύλο (10-80 mg kg(-1) day(-1)) δεν αποκάλυψαν ούτε σημαντική αύξηση της κάθαρσης ούτε συσσώρευση μετά από πολλαπλές δόσεις. Η λινεζολίδη είχε περιορισμένη πρωτεϊνική πρόσδεση (<35%) και κατανεμήθηκε πολύ καλά στους περισσότερους εξωαγγειακούς χώρους, με όγκο κατανομής σε σταθερή κατάσταση (V(ss)) περίπου ίσο με το συνολικό σωματικό ύδωρ. Η λινεζολίδη κυκλοφορούσε κυρίως ως μητρικό φάρμακο και απεκκρινόταν κυρίως ως μητρικό φάρμακο και δύο ανενεργά καρβοξυλικά οξέα, PNU-142586 και PNU-142300. Χαρακτηρίστηκαν επίσης δευτερεύοντες μεταβολίτες. Σε όλα τα είδη, ο ρυθμός κάθαρσης καθοριζόταν από τον μεταβολισμό. Η ανάκτηση ραδιενέργειας ήταν ουσιαστικά πλήρης εντός 24-48 ωρών. Η νεφρική απέκκριση του μητρικού φαρμάκου και των μεταβολιτών ήταν μια κύρια οδός απέκκρισης. Το μητρικό φάρμακο υπέστη νεφρική σωληνική επαναρρόφηση, επιβραδύνοντας σημαντικά την απέκκριση του μητρικού φαρμάκου και επιτρέποντας σε μια αργή μεταβολική διαδικασία να γίνει καθοριστικός παράγοντας στην συνολική κάθαρση. Συμπεραίνεται ότι τα δεδομένα ADME ήταν σχετικά συνεπή μεταξύ των ειδών και υποστήριξαν τον αρουραίο και τον σκύλο ως τα κύρια μη-κλινικά είδη ασφαλείας.
Σε δύο τυχαιοποιημένες, διπλές-τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, δοσο-κλιμακωτές μελέτες, οι υποκείμενοι εκτέθηκαν σε από του στόματος (375, 500 ή 625 mg) ή ενδοφλέβια (500 ή 625 mg) λινεζολίδη ή εικονικό φάρμακο δύο φορές την ημέρα. Λήφθηκαν σειριακά δείγματα αίματος και ούρων μετά την πρώτη- και πολλαπλές-δόσεις για έως και 18 ημέρες. Χρησιμοποιήθηκαν μη-διαμερισματικές φαρμακοκινητικές αναλύσεις για την περιγραφή της κατανομής της λινεζολίδης. Οι συγκεντρώσεις της λινεζολίδης στο πλάσμα και οι περιοχές κάτω από τις καμπύλες συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) αυξήθηκαν αναλογικά με τη δόση, ανεξάρτητα από τη διαδρομή χορήγησης. Οι συγκεντρώσεις της λινεζολίδης στο πλάσμα παρέμειναν πάνω από το MIC90 για ευαίσθητα παθογόνα-στόχους (4.0 mg/L) για την πλειονότητα του διαστήματος χορήγησης 12 ωρών. Η μέση κάθαρση, ο χρόνος ημιζωής και ο όγκος κατανομής ήταν παρόμοιοι, ανεξάρτητα από τη δόση, τόσο για τις από του στόματος όσο και για τις ενδοφλέβιες οδούς. Η λινεζολίδη ήταν καλά ανεκτή και η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το φάρμακο ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων λινεζολίδης και εικονικού φαρμάκου. Η από του στόματος και η ενδοφλέβια λινεζολίδη παρουσιάζουν γραμμική φαρμακοκινητική, με τις συγκεντρώσεις να παραμένουν πάνω από το MIC90 /ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση/ για το μεγαλύτερο μέρος του διαστήματος χορήγησης. Αυτά τα αποτελέσματα υποστηρίζουν ένα σχήμα δύο φορές την ημέρα για τη λινεζολίδη και καταδεικνύουν τη σκοπιμότητα της μετατροπής από ενδοφλέβια σε από του στόματος χορήγηση χωρίς προσαρμογή της δόσης.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΛΙΝΕΖΟΛΙΔΗ (16 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Πρόσδεση
Η πρόσδεση της λινεζολίδης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 31% - κυρίως στην αλβουμίνη του ορού - και είναι συγκέντρωση-εξαρτώμενη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λινεζολίδη μεταβολίζεται κυρίως σε δύο ανενεργούς μεταβολίτες: έναν μεταβολίτη αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος (PNU-142300) και έναν μεταβολίτη υδροξυαιθυλ-γλυκίνης (PNU-142586), οι οποίοι και οι δύο προκύπτουν από οξείδωση του δακτυλίου μορφολίνης. Ο μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης - ο πιο άφθονος εκ των δύο μεταβολιτών - πιθανώς παράγεται μέσω μη-ενζυμικών διεργασιών, αν και περαιτέρω λεπτομέρειες δεν έχουν διευκρινιστεί.
Ενώ τα συγκεκριμένα ένζυμα που είναι υπεύθυνα για τη βιομετατροπή της λινεζολίδης είναι ασαφή, δεν φαίνεται να υπόκειται σε μεταβολισμό μέσω του συστήματος ενζύμων CYP450, ούτε αναστέλλει ή επάγει σημαντικά αυτά τα ένζυμα.
Ωστόσο, η λινεζολίδη είναι ένας αναστρέψιμος και μη-εκλεκτικός αναστολέας των ενζύμων μονοαμινοξειδάσης.
Μελέτες in vitro δεν έχουν δείξει ότι η λινεζολίδη μεταβολίζεται από ένζυμα κυτοχρώματος p450 του ανθρώπου. Η λινεζολίδη δεν αναστέλλει τα ένζυμα κυτοχρώματος p450.
Η λινεζολίδη μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξείδωσης του δακτυλίου μορφολίνης. Σχηματίζονται δύο ανενεργοί μεταβολίτες: ο μεταβολίτης αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος και ο μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης. Ο μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης σχηματίζεται μέσω ενός μη-ενζυμικού χημικού μηχανισμού οξείδωσης in vitro.
Το φάρμακο μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξείδωσης σε 2 ανενεργούς μεταβολίτες· έναν μεταβολίτη αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος και έναν μεταβολίτη υδροξυαιθυλ-γλυκίνης. Η λινεζολίδη δεν μεταβολίζεται σε μετρήσιμο βαθμό από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος p450 (CYP). Η λινεζολίδη δεν αναστέλλει τα CYP ισοένζυμα 1A2, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1, ή 3A4 και δεν είναι επαγωγέας ενζύμων, υποδηλώνοντας ότι το φάρμακο είναι απίθανο να μεταβάλει τη φαρμακοκινητική των φαρμάκων που μεταβολίζονται από αυτά τα ένζυμα.
Διεξήχθησαν μελέτες in vitro για τον προσδιορισμό των ηπατικών ενζύμων που είναι υπεύθυνα για τον οξειδωτικό μεταβολισμό της λινεζολίδης. Σε μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος, η λινεζολίδη οξειδώθηκε σε έναν μόνο μεταβολίτη, την υδροξυλινεζολίδη (Μ1). Ο σχηματισμός της Μ1 προσδιορίστηκε ως εξαρτώμενος από την πρωτεΐνη των μικροσωμάτων και το NADPH. Σε ένα εύρος συγκέντρωσης από 2 έως 700 uM, ο ρυθμός σχηματισμού της Μ1 συμμορφώθηκε με κινητική πρώτης τάξης (μη-κορεσμένη). Η εφαρμογή συμβατικών τεχνικών in vitro απέτυχε να προσδιορίσει την μοριακή προέλευση της Μ1 με βάση τα ακόλουθα πειράματα: α) αναστολείς/υποστρώματα διαφόρων ενζύμων κυτοχρώματος P-450 (CYP) δεν μπόρεσαν να αναστείλουν τον σχηματισμό της Μ1· β) ο σχηματισμός της Μ1 δεν συσχετίστηκε (r(2) < 0.23) με καμία από τις μετρηθείσες καταλυτικές δραστηριότητες σε έναν πληθυσμό ανθρώπινων ήπατος (n = 14)· γ) ο σχηματισμός της Μ1 δεν ανιχνεύθηκε σε επωάσεις χρησιμοποιώντας μικροσώματα που παρασκευάστηκαν από κύτταρα εντόμων baculovirus που εκφράζουν CYP 1A1, 1A2, 2A6, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1, 3A4, 3A5 και 4A11. Επιπλέον, τα αποτελέσματα από έναν έλεγχο αναστολής CYP in vitro αποκάλυψαν ότι η λινεζολίδη δεν παρουσίαζε καμία ανασταλτική δράση προς τα ακόλουθα ένζυμα CYP (CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1 και CYP3A4). Πρόσθετες μελέτες in vitro απέκλεισαν την πιθανότητα της φλαβινο-περιέχουσας μονοοξυγενάσης και της μονοαμινοξειδάσης ως πιθανά ένζυμα υπεύθυνα για τον σχηματισμό μεταβολιτών. Ωστόσο, ο σχηματισμός μεταβολιτών βρέθηκε να είναι βέλτιστος υπό βασικές συνθήκες (pH 9.0), γεγονός που υποδηλώνει πιθανή εμπλοκή ενός μη χαρακτηρισμένου ενζύμου CYP ή μιας εναλλακτικής μικροσωμιακής οξειδωτικής οδού.
Η λινεζολίδη μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξείδωσης του δακτυλίου μορφολίνης, η οποία οδηγεί σε δύο ανενεργούς καρβοξυλικούς μεταβολίτες με ανοιγμένο δακτύλιο: τον μεταβολίτη αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος (Α) και τον μεταβολίτη υδροξυαιθυλ-γλυκίνης (Β). Ο σχηματισμός του μεταβολίτη Β μεσολαβείται από έναν μη-ενζυμικό χημικό μηχανισμό οξείδωσης in vitro. Η λινεζολίδη δεν είναι επαγωγέας του κυτοχρώματος P450 (CYP) σε αρουραίους, και έχει αποδειχθεί από μελέτες in vitro ότι η λινεζολίδη δεν μεταβολίζεται ανιχνεύσιμα από το ανθρώπινο κυτόχρωμα P450 και δεν αναστέλλει τις δραστηριότητες κλινικά σημαντικών ανθρώπινων ισομορφών CYP (1A2, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1, 3A4).
Η λινεζολίδη απορροφάται ταχέως και εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 1-2 ώρες μετά τη χορήγηση, και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 100%. Η λινεζολίδη μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξείδωσης του δακτυλίου μορφολίνης, η οποία οδηγεί σε δύο ανενεργούς καρβοξυλικούς μεταβολίτες με ανοιγμένο δακτύλιο: τον μεταβολίτη αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος (Α) και τον μεταβολίτη υδροξυαιθυλ-γλυκίνης (Α308). Χρόνος Ημιζωής: 4.5-5.5 ώρες.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 5 και 7 ωρών.
… Παρατηρήθηκε σημαντική, αν και ασθενής, συσχέτιση μεταξύ ηλικίας και συνολικής κάθαρσης. Οι μέσες τιμές (+/- SD) για τον χρόνο ημιζωής αποβολής, τη συνολική κάθαρση και τον φαινόμενο όγκο κατανομής ήταν 3,0 +/- 1,1 ώρες, 0,34 +/- 0,15 λίτρα/ώρα/kg και 0,73 +/- 0,18 λίτρα/kg, αντίστοιχα. …
Οι ακόλουθες τιμές χρόνου ημιζωής αποβολής της λινεζολίδης σε ενήλικες:
- Δισκίο 400 mg (εφάπαξ δόση) - 5,2 ώρες
- Δισκίο 400 mg κάθε 12 ώρες - 4,69 ώρες
- Δισκίο 600 mg (εφάπαξ δόση) - 4,26 ώρες
- Δισκίο 600 mg κάθε 12 ώρες - 5,4 ώρες
- Εναιώρημα 600 mg από το στόμα (εφάπαξ δόση) - 4,6 ώρες
- Ενδοφλέβια έγχυση 600 mg (εφάπαξ δόση) - 4,4 ώρες
- Ενδοφλέβια έγχυση 600 mg κάθε 12 ώρες - 4,8 ώρες.
Στα παιδιά ηλικίας >7 ημερών έως 11 ετών, ο χρόνος ημιζωής είναι μικρότερος σε σύγκριση με τους ενήλικες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
- Σύνθετες ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της θέσης Α των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογίας
- ISQ9I6J12J
- LINEZOLID
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αντιβακτηριακό Οξαζολιδινόνης
- Χημική Δομή [CS] - Οξαζολιδινόνες
Η λινεζολίδη είναι ένα Αντιβακτηριακό Οξαζολιδινόνης.
LINEZOLID
- Οξαζολιδινόνες [CS]
- Αντιβακτηριακό Οξαζολιδινόνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Απόσυρση / Deprescribing
Λινεζολίδη
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
- Σύνθετες ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της θέσης Α των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.