LISINOPRIL
Λισινοπρίλη
Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αναστέλλουν την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Οι κυριότερες ενδείξεις τους είναι: Υπέρταση. Χορηγούνται σε ήπια ή μέτρια υπέρταση, ιδιαίτερα αν αντενδείκνυνται ή δεν γίνονται ανεκτοί ή αποτύχουν οι β-αποκλειστές ή τα διουρητικά, αν …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PRINIVIL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: εφάπαξ δόση ημερησίως, περίπου την ίδια ώρα κάθε ημέρα
- Δόση έναρξης: 10 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί αυξανόμενη έως ότου ρυθμιστεί η αρτηριακή πίεση ή μέχρι το μέγιστο των 40 mg ημερησίως (για υπέρταση). Η δόση του PRINIVIL πρέπει να αυξάνεται: Κατά ποσότητες όχι μεγαλύτερες από 10 mg, σε διαστήματα όχι μικρότερα των 2 εβδομάδων, μέχρι την υψηλότερη δόση που ανέχεται ο ασθενής, έως τη μέγιστη δόση των 35 mg μία φορά την ημέρα (για καρδιακή ανεπάρκεια). Για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου: 5 mg, 5 mg μετά από 24 ώρες, 10 mg μετά από 48 ώρες και στη συνέχεια 10 mg μία φορά την ημέρα. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί αυξανόμενη έως ότου ρυθμιστεί η αρτηριακή πίεση ή μέχρι το μέγιστο των 40 mg ημερησίως (για νεφρική δυσλειτουργία). Για νεφρικές επιπλοκές του σακχαρώδους διαβήτη: 10 mg μία φορά ημερησίως, η οποία μπορεί να αυξηθεί σε 20 mg μία φορά ημερησίως.
-
ΥπέρτασηΔόση10 mgΣε ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο το σύστημα ρενίνης - αγγειοτενίνης - αλδοστερόνης (και ειδικά με νεφραγγειακή υπέρταση, έλλειψη άλατος και /ή όγκου υγρών, καρδιακή αντιστάθμιση ή σοβαρή υπέρταση) μπορεί να παρουσιάσουν εκσεσημασμένη πτώση της αρτηριακής πίεσης μετά τη χορήγηση της δόσης έναρξης. Μία αρχική δόση 2,5-5 mg συνιστάται σε τέτοιους ασθενείς και η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται με ιατρική παρακολούθηση. Μία χαμηλότερη αρχική δόση απαιτείται επί παρουσίας νεφρικής δυσλειτουργίας.
-
Υπέρταση - Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικάΔόση5 mgΕάν η διουρητική θεραπεία δεν μπορεί να διακοπεί, η θεραπεία με PRINIVIL πρέπει να αρχίσει με τη δόση των 5 mg. Η νεφρική λειτουργία και το κάλιο του ορού πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (Κάθαρση κρεατινίνης 10-30 ml/min)Δόση2.5-5 mg
-
Νεφρική δυσλειτουργία (Κάθαρση κρεατινίνης 31-80 ml/min)Δόση5-10 mg
-
Νεφρική δυσλειτουργία (Λιγότερη από 10 ml/min)Δόση2.5 mg**Η δοσολογία και/ή συχνότητα χορήγησης πρέπει να προσαρμόζεται εξαρτώμενη από την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (20 έως < 50 kg)Δόση2.5 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση20 mg
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (≥ 50 kg)Δόση5 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση40 mg
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΔόση2.5 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση35 mg μία φορά την ημέραΗ δόση πρέπει να αυξάνεται κατά ποσότητες όχι μεγαλύτερες από 10 mg σε διαστήματα όχι μικρότερα των 2 εβδομάδων, μέχρι την υψηλότερη δόση που ανέχεται ο ασθενής. Σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης συμπτωματικής υπότασης, π.χ. ασθενείς με έλλειμμα άλατος με ή χωρίς υπονατριαιμία, ασθενείς με ελαττωμένο όγκο υγρών ή ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε έντονη διουρητική θεραπεία, θα πρέπει αν είναι δυνατόν, αυτές οι καταστάσεις να διορθώνονται πριν από την έναρξη της θεραπείας.
-
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου - Δόση έναρξης (πρώτες 3 ημέρες)Δόση5 mgΗ θεραπεία με PRINIVIL μπορεί να αρχίσει μέσα σε 24 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων. Δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με συστολική αρτηριακή πίεση < 100 mmHg. Η πρώτη δόση είναι 5 mg, ακολουθούμενα από 5 mg μετά από 24 ώρες, 10 mg μετά από 48 ώρες και στη συνέχεια 10 mg μία φορά την ημέρα.
-
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου - Χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεση (≤ 120 mmHg)Δόση2.5 mgΑσθενείς με χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεση (≤ 120 mmHg) κατά την έναρξη της θεραπείας ή κατά τη διάρκεια των 3 πρώτων ημερών μετά το έμφραγμα, πρέπει να λαμβάνουν χαμηλότερη δόση.
-
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου - Δόση συντήρησηςΔόση10 mg μία φορά την ημέραΕάν εμφανισθεί υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση ≤ 100 mmHg), μπορεί να χορηγηθεί ημερήσια δόση συντήρησης 5mg με προσωρινές μειώσεις σε 2.5 mg, εάν απαιτείται. Εάν εμφανισθεί παρατεταμένη υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση < 90 mmHg για χρονικό διάστημα > 1 ώρα), το PRINIVIL πρέπει να διακοπεί.
-
Νεφρικές Επιπλοκές του Σακχαρώδους ΔιαβήτηΔόση10 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση20 mg μία φορά ημερησίωςΑπαιτείται για να επιτευχθεί διαστολική αρτηριακή πίεση κάτω των 90 mmHg.
-
Ηλικιωμένοι με μειωμένη νεφρική λειτουργίαΟι οδηγίες που αναφέρονται στον Πίνακα 1 πρέπει να χρησιμοποιούνται για να προσδιορίζεται η αρχική δόση. Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
block
SPC-PRINIVIL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Υπερευαισθησία σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ)
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος, που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ
-
Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
-
Δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο της κύησηςΠληθυσμόςΚύηση
-
Η ταυτόχρονη χρήση του PRINIVIL με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςΣακχαρώδης διαβήτης ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m²)
warning
SPC-PRINIVIL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Συμπτωματική υπότασηΠληθυσμόςασθενείς με μη επιπλεγμένη υπέρτασηΕάν εμφανισθεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και αν κριθεί αναγκαίο, να του χορηγηθεί ενδοφλεβίως διάλυμα φυσιολογικού ορού.
-
Συμπτωματική υπότασηΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκειαΣε μερικούς ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, που έχουν φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, μπορεί να εμφανισθεί επιπλέον μείωση της συστηματικής αρτηριακής πίεσης με τη χορήγηση του PRINIVIL. Εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική, μπορεί να είναι απαραίτητη η μείωση της δοσολογίας ή η διακοπή του PRINIVIL.
-
Υπόταση σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίουΔεν πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με PRINIVIL σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, που βρίσκονται σε κίνδυνο σοβαρής περαιτέρω αιμοδυναμικής επιδείνωσης μετά από θεραπεία με ένα αγγειοδιασταλτικό. Αυτοί είναι ασθενείς που εμφανίζουν συστολική αρτηριακή πίεση 100 mmHg ή μικρότερη ή καρδιογενές shock. Κατά τις πρώτες τρεις ημέρες μετά το έμφραγμα, η δόση πρέπει να ελαττώνεται εάν η συστολική αρτηριακή πίεση είναι 120 mmHg ή μικρότερη. Οι δόσεις συντήρησης πρέπει να ελαττώνονται σε 5 mg ή προσωρινά σε 2.5 mg, εάν η συστολική αρτηριακή πίεση είναι 100 mmHg ή μικρότερη. Εάν η υπόταση επιμείνει (συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη από 90 mmHg για περισσότερο από 1 ώρα), το PRINIVIL πρέπει να διακοπεί.
-
Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας/υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαΌπως και με τους άλλους αναστολείς ΜΕΑ το PRINIVIL πρέπει να δίνεται με προσοχή σε ασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη στη ροή εξόδου της αριστεράς κοιλίας όπως επί στένωσης της αορτής ή υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <80 ml/min)η αρχική δόση PRINIVIL πρέπει να προσαρμόζεται με την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενούς (βλ. Πίνακα 1 στην παράγραφο 4.2) και κατόπιν σύμφωνα με την απόκριση του ασθενούς στη θεραπεία. Στους ασθενείς αυτούς, η μέτρηση των επιπέδων καλίου και κρεατινίνης, είναι μέρος της συνήθους κλινικής πρακτικής.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκειαη υπόταση που οφείλεται στην έναρξη της θεραπείας με αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Σε αυτήν την περίπτωση έχει αναφερθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια, συνήθως αναστρέψιμη.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας μονήρους νεφρούέχει παρατηρηθεί αύξηση της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας. Αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με νεφραγγειακή υπέρτασηυπάρχει αυξημένος κίνδυνος για σοβαρή υπόταση και νεφρική ανεπάρκεια. Σ’ αυτούς τους ασθενείς η θεραπεία πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση, με χαμηλές δόσεις και προσεκτική ρύθμιση της δόσης. Επειδή η θεραπεία με διουρητικά μπορεί να είναι ένας συμβάλλων παράγοντας στα παραπάνω, αυτή θα πρέπει να διακόπτεται και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας με PRINIVIL.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςυπερτασικοί ασθενείς χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφραγγειακή νόσοέχουν εμφανίσει αυξήσεις της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού, συνήθως μικρή και παροδική, ιδιαίτερα όταν το PRINIVIL χορηγήθηκε μαζί με διουρητικό. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να χρειασθεί μείωση της δόσης και/ή διακοπή του διουρητικού και/ή του PRINIVIL.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίουΔεν πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με PRINIVIL, σε ασθενείς με ένδειξη νεφρικής δυσλειτουργίας, η οποία προσδιορίζεται με συγκεντρώσεις κρεατινίνης ορού πάνω από 177 micromol/l και/ή πρωτεϊνουρία που υπερβαίνει τα 500mg/24h. Εάν εμφανισθεί νεφρική δυσλειτουργία κατά τη διάρκεια θεραπείας με PRINIVIL (συγκέντρωση κρεατινίνης ορού πάνω από 265 micromol /l ή διπλασιασμός από την τιμή προ της θεραπείας), ο γιατρός πρέπει να εξετάσει την διακοπή της θεραπείας με PRINIVIL.
-
Υπερευαισθησία/ΑγγειοοίδημαΣε αυτές τις περιπτώσεις, το PRINIVIL πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να αρχίζει κατάλληλη θεραπεία και παρακολούθηση για να επιβεβαιωθεί ότι υποχώρησαν τελείως τα συμπτώματα πριν την έξοδο του ασθενή.
-
Υπερευαισθησία/ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςασθενείς με οίδημα της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγαΟι ασθενείς με οίδημα της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα, είναι πιθανόν να παρουσιάσουν απόφραξη των αεροφόρων οδών, ειδικά εκείνοι με ιστορικό χειρουργικής επέμβασης στις αεροφόρους οδούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται επείγουσα θεραπευτική αγωγή. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει χορήγηση αδρεναλίνης και/ή διατήρηση ανοικτών των αεραγωγών. Ο ασθενής πρέπει να βρίσκεται σε στενή ιατρική παρακολούθηση μέχρι να υποχωρήσουν τελείως και επί μακρόν τα συμπτώματα.
-
Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημαμεγαλύτερο ποσοστό αγγειοοιδήματοςΠληθυσμόςμαύροι ασθενείς
-
Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημααυξημένο κίνδυνο για αγγειοοίδημαΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος, που δεν είχε σχετισθεί με θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ
-
Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημααυξημένο κίνδυνο για αγγειοίδημαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία συγχορήγησης αναστολέα ΜΕΑ και αναστολέα mTOR (στόχος ραπαμυκίνης στα θηλαστικά) (π.χ. τεμσιρόλιμους, σιρόλιμους, εβερόλιμους)
-
Αναφυλακτικές αντιδράσεις σε ασθενείς σε αιμοδιύλισηΠληθυσμόςασθενείς που υφίστανται αιμοδιύλιση με μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας (π.χ. ΑΝ69®) και συγχρόνως λαμβάνουν αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της ΑγγειοτασίνηςΣε αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης διύλισης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικών.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της αφαίρεσης LDL (Λιπιδιοαφαίρεση)Αυτές οι αντιδράσεις μπορούν να αποφευχθούν με την προσωρινή διακοπή της θεραπείας με αναστολείς -ΜΕΑ, πριν την κάθε αφαίρεση.
-
ΑπευαισθητοποίησηΑσθενείς που ελάμβαναν αναστολείς του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, κατά τη διάρκεια θεραπείας απευαισθητοποίησης (π.χ. δηλητήριο υμενοπτέρων), εμφάνισαν επιμένουσες αναφυλακτικές αντιδράσεις. Στους ίδιους ασθενείς, αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν, όταν διεκόπη προσωρινά η χορήγηση αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, αλλά εμφανίστηκαν πάλι όταν επαναχορηγήθηκε από αμέλεια.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΟι ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν PRINIVIL και αναπτύσσουν ίκτερο ή αύξηση των ηπατικών ενζύμων πρέπει να σταματούν το PRINIVIL και να τυγχάνουν της απαραίτητης ιατρικής παρακολούθησης.
-
Ουδετεροπενία/ΑκοκκιοκυττάρωσηΠληθυσμόςασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, με ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη ή συνδυασμό όλων αυτών των επιπλεκόντων παραγόντων, ειδικά όταν υπάρχει νεφρική δυσλειτουργίαTo PRINIVIL πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή. Αν το PRINIVIL χρησιμοποιηθεί σε αυτούς τους ασθενείς, πρέπει να γίνεται περιοδική παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων και οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν κάθε ένδειξη λοίμωξης.
-
Φυλήμεγαλύτερο ποσοστό αγγειοοιδήματοςΠληθυσμόςμαύροι ασθενείς
-
ΒήχαςΟ βήχας που προκαλείται από αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση του βήχα.
-
Χειρουργική επέμβαση/ΑναισθησίαΕάν εμφανισθεί υπόταση, η οποία θεωρηθεί ότι οφείλεται σε αυτόν το μηχανισμό μπορεί να διορθωθεί με χορήγηση υγρών για αύξηση του όγκου του πλάσματος.
-
ΥπερκαλιαιμίαΕάν όμως η ταυτόχρονη χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων θεωρείται απαραίτητη, πρέπει να χρησιμοποιούνται με συχνή παρακολούθηση των τιμών του καλίου του ορού.
-
Διαβητικοί ασθενείςΣτους διαβητικούς ασθενείς, στους οποίους χορηγούνται αντιδιαβητικοί παράγοντες από το στόμα ή ινσουλίνη, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΛίθιοΓενικώς δεν συνιστάται ο συνδυασμός λιθίου με PRINIVIL (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
-
Κύηση και γαλουχίαΔεν πρέπει να ξεκινά θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ θεωρηθεί απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν θεραπεία και να λάβουν εναλλακτικές αντιϋπερτασικές θεραπείες που έχουν ένα τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας χορήγησης κατά την εγκυμοσύνη. Εάν έχει διαγνωσθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να σταματήσει αμέσως και, εάν θεωρηθεί απαραίτητο, πρέπει να ξεκινήσει μία εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
swap_horiz
SPC-PRINIVIL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΔιουρητικάΑντιϋπερτασικό αποτέλεσμα είναι αθροιστικό. Πιθανότητα υπερβολικής μείωσης της αρτηριακής πίεσης.ΣύστασηΗ πιθανότητα της συμπτωματικής υπότασης μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με τη διακοπή του διουρητικού πριν την έναρξη της θεραπείας με PRINIVIL.
-
Συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοπροσοχήΕμφάνιση υπερκαλιαιμίας.ΣύστασηΕιδικότερα σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία η χρήση μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του καλίου του ορού.
-
προσοχήΑναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας του λιθίου όταν συνδυάζεται με θειαζιδικά διουρητικά.ΣύστασηΗ χρήση λιθίου και PRINIVIL δεν συνιστάται, αλλά αν η συγχορήγηση αποδειχθεί απαραίτητη, τα επίπεδα του λιθίου του ορού πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος 3g/ημέραπροσοχήΜείωση του αντιϋπερτασικού αποτελέσματος. Αύξηση του καλίου του ορού. Επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.ΣύστασηΟ συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία.
-
Άλλοι Αντιϋπερτασικοί παράγοντεςΑυξημένη υποτασική δράση.ΣύστασηΤαυτόχρονη χρήση με τρινιτρική γλυκερίνη και άλλα νιτρώδη ή άλλα αγγειοδιασταλτικά μπορεί να μειώσει ακόμα περισσότερο την αρτηριακή πίεση.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/αντιψυχωτικά/αναισθητικάΕπιπλέον μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΣυμπαθητικομιμητικάΜπορεί να ελαττώσουν τις αντιϋπερτασικές ιδιότητες.
-
Αντιδιαβητικά φάρμακαπροσοχήΑυξημένη αποτελεσματικότητα στη μείωση της γλυκόζης του αίματος με κίνδυνο υπογλυκαιμίας.ΣύστασηΤο φαινόμενο αυτό είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί τις πρώτες εβδομάδες της συνδυασμένης θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ενώσεις χρυσούσπάνιεςΑντιδράσεις παρόμοιες με αυτές των νιτριτοειδών ενώσεων (έξαψη του προσώπου, ναυτία, έμετο και υπόταση).
-
Αναστολείς mTORπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για αγγειοίδημα.
sick
SPC-PRINIVIL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- μείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη
- ελαττωμένη δραστηριότητα του μυελού των οστών
- αναιμία
- θρομβοκυτοπενία
- λευκοπενία
- ουδετεροπενία
- ακοκκιοκυταραιμία
- αιμολυτική αναιμία
- λεμφαδενοπάθεια
- αυτοάνοση νόσος
- υπογλυκαιμία
- ζάλη
- κεφαλαλγία
- αλλαγές της διάθεσης
- παραισθησία
- ίλιγγος
- διαταραχές της γεύσης
- διαταραχές του ύπνου
- διανοητική σύγχυση
- ορθοστατικές επιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της υπότασης)
- έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο
- αισθημα παλμών
- ταχυκαρδία
- σύνδρομο Raynaud
- βήχας
- ρινίτιδα
- βρογχόσπασμος
- παραρρινοκολπίτιδα
- αλλεργική κυψελίτιδα/ηωσινοφιλική πνευμονία
- διάρροια
- εμετός
- ναυτία
- κοιλιακό άλγος και δυσπεψία
- ξηροστομία
- παγκρεατίτιδα
- εντερικό αγγειοοίδημα
- ηπατοκυτταρική ή χολοστατική ηπατίτιδα
- ίκτερος
- ηπατική ανεπάρκεια
- εξάνθημα
- κνησμός
- υπερευαισθησία/ αγγειονευρωτικό οίδημα
- κνίδωση
- αλωπεκία
- ψωρίαση
- εφίδρωση
- πέμφιγα
- τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- σύνδρομο Stevens Johnson
- πολύμορφο ερύθημα
- νεφρική δυσλειτουργία
- ουραιμία
- οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- ολιγουρία/ανουρία
- ανικανότητα
- γυναικομαστία
- κόπωση
- αδυναμία
- αύξηση στην ουρία αίματος
- αυξήσεις της κρεατινίνης ορού
- αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων
- υπερκαλιαιμία
- αύξηση της χολερυθρίνης ορού
- υπονατριαιμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Σπάνιεςμείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτηΔιαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςελαττωμένη δραστηριότητα του μυελού των οστών, αναιμία, θρομβοκυτοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυταραιμία, αιμολυτική αναιμία, λεμφαδενοπάθεια, αυτοάνοση νόσοςΔιαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςυπογλυκαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Συχνέςζάλη, κεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςαλλαγές της διάθεσης, παραισθησία, ίλιγγος, διαταραχές της γεύσης, διαταραχές του ύπνουΝευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
Σπάνιεςδιανοητική σύγχυσηΝευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
-
Συχνέςορθοστατικές επιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της υπότασης)Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςέμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο, πιθανόν ως δευτερογενή συμβάματα λόγω της σοβαρής υπότασης σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, σύνδρομο RaynaudΚαρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςβήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, θώρακα, μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςρινίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, θώρακα, μεσοθωρακίου
-
Πολύ σπάνιεςβρογχόσπασμος, παραρρινοκολπίτιδα, αλλεργική κυψελίτιδα/ηωσινοφιλική πνευμονίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, θώρακα, μεσοθωρακίου
-
Συχνέςδιάρροια, εμετόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςναυτία, κοιλιακό άλγος και δυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςξηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ σπάνιεςπαγκρεατίτιδα, εντερικό αγγειοοίδημα, ηπατοκυτταρική ή χολοστατική ηπατίτιδα, ίκτερος και ηπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςεξάνθημα, κνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιεςυπερευαισθησία/ αγγειονευρωτικό οίδημα: αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών, της γλώσσας, της γλωττίδας και/ή του λάρυγγα, κνίδωση, αλωπεκία, ψωρίασηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςεφίδρωση, πέμφιγα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens Johnson, πολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Συχνέςνεφρική δυσλειτουργίαΔιαταραχές του νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος
-
Σπάνιεςουραιμία, οξεία νεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές του νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςολιγουρία/ανουρίαΔιαταραχές του νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςανικανότηταΔιαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣπάνιεςγυναικομαστίαΔιαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςκόπωση, αδυναμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςαύξηση στην ουρία αίματος, αυξήσεις της κρεατινίνης ορού, αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων, υπερκαλιαιμίαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Σπάνιεςαύξηση της χολερυθρίνης ορού, υπονατριαιμίαΠαρακλινικές εξετάσεις
pregnant_woman
SPC-PRINIVIL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ χρήση των αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης. Όταν διαγνωσθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να σταματήσει αμέσως και, εάν θεωρηθεί απαραίτητο, πρέπει να ξεκινήσει μία εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση στη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης είναι γνωστό ότι προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοΰδράμνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλαιμία). Εάν υπάρχει έκθεση στους αναστολείς ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνει έλεγχος μέσω υπερηχογραφήματος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΕπειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την χρήση του PRINIVIL κατά τη γαλουχία το PRINIVIL δεν συνιστάται και είναι προτιμητέες εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένα προφίλ ασφάλειας κατά τη γαλουχία, ιδιαίτερα κατά τον θηλασμό ενός νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PRINIVIL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-PRINIVIL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PRINIVIL
expand_more
Δοσολογία
Το PRINIVIL πρέπει να χορηγείται από το στόμα ως εφάπαξ δόση ημερησίως. Όπως και με άλλες θεραπευτικές αγωγές που λαμβάνονται μία φορά την ημέρα, το PRINIVIL πρέπει να λαμβάνεται περίπου την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Η απορρόφηση των δισκίων PRINIVIL δεν επηρεάζεται από την τροφή. Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται σύμφωνα με το προφίλ του ασθενούς και την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Υπέρταση
Το PRINIVIL μπορεί να χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλες κατηγορίες αντιϋπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις, Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
Δόση έναρξης Σε ασθενείς με υπέρταση η συνήθης συνιστώμενη δόση είναι 10 mg.
Ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο το σύστημα ρενίνης - αγγειοτενίνης - αλδοστερόνης (και ειδικά με νεφραγγειακή υπέρταση, έλλειψη άλατος και /ή όγκου υγρών, καρδιακή αντιστάθμιση ή σοβαρή υπέρταση) μπορεί να παρουσιάσουν εκσεσημασμένη πτώση της αρτηριακής πίεσης μετά τη χορήγηση της δόσης έναρξης. Μία αρχική δόση 2,5-5 mg συνιστάται σε τέτοιους ασθενείς και η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται με ιατρική παρακολούθηση. Μία χαμηλότερη αρχική δόση απαιτείται επί παρουσίας νεφρικής δυσλειτουργίας (βλέπε παρακάτω Πίνακα 1).
Δόση συντήρησης Η συνήθης αποτελεσματική δόση συντήρησης είναι 20 mg χορηγούμενη ως εφάπαξ δόση ημερησίως. Γενικά, εάν το επιθυμητό θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε διάστημα 2 έως 4 εβδομάδων σε συγκεκριμένη δοσολογία, η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω.
Η μέγιστη δόση η οποία χρησιμοποιήθηκε σε μακράς διάρκειας ελεγχόμενες κλινικές μελέτες ήταν 80 mg/ημερησίως.
Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά Συμπτωματική υπόταση μπορεί να εμφανισθεί μετά την έναρξη της θεραπείας με PRINIVIL. Αυτό είναι πιθανότερο να συμβεί σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν τώρα θεραπεία με διουρητικά. Ως εκ τούτου, συνιστάται προσοχή, επειδή αυτοί οι ασθενείς μπορούν να έχουν έλλειμμα όγκου υγρών και/ή άλατος.
Εάν είναι δυνατόν, η θεραπεία με διουρητικά πρέπει να διακόπτεται 2 έως 3 ημέρες πριν από την έναρξη της θεραπείας με PRINIVIL. Σε υπερτασικούς ασθενείς, στους οποίους η διουρητική θεραπεία δεν μπορεί να διακοπεί, η θεραπεία με PRINIVIL πρέπει να αρχίσει με τη δόση των 5 mg. Η νεφρική λειτουργία και το κάλιο του ορού πρέπει να παρακολουθούνται. Η μετέπειτα δοσολογία του PRINIVIL πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την απόκριση της αρτηριακής πίεσης. Εάν απαιτείται, η διουρητική θεραπεία μπορεί να επαναρχίσει (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Αναπροσαρμογή της Δοσολογίας σε Νεφρική Δυσλειτουργία Η δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση κρεατινίνης όπως αναγράφεται στον παρακάτω Πίνακα 1:
Πίνακας 1. Αναπροσαρμογή της Δοσολογίας σε Νεφρική Δυσλειτουργία
| Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) | Αρχική δόση (mg/ημέρα) |
|---|---|
| Λιγότερη από 10 ml/min (συμπεριλαμβανομένων των ασθενών σε αιμοδιύλιση) | 2.5 mg* |
| 10-30 ml/min | 2.5-5 mg |
| 31-80 ml/min | 5-10 mg |
*H δοσολογία και/ή συχνότητα χορήγησης πρέπει να προσαρμόζεται εξαρτώμενη από την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί αυξανόμενη έως ότου ρυθμιστεί η αρτηριακή πίεση ή μέχρι το μέγιστο των 40 mg ημερησίως.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Χρήση σε υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6-16 ετών.
Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 2,5 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς 20 έως < 50 kg, και 5 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς ≥ 50 kg. Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται ατομικά έως την μέγιστη δόση των 20mg ημερησίως σε ασθενείς που έχουν βάρος 20 έως < 50 kg και 40 mg σε ασθενείς που έχουν βάρος ≥ 50 kg. Οι δόσεις πάνω από 0,61mg/kg (ή πλέον των 40mg) δεν έχουν μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Σε παιδιά με μειωμένη νεφρική λειτουργία, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μίας μικρότερης δόσης έναρξης ή μεγαλύτερο διάστημα δοσολογίας.
Καρδιακή ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια το PRINIVIL πρέπει να χορηγείται ως επιπρόσθετη θεραπεία μαζί με διουρητικά και όπου είναι κατάλληλο, δακτυλίτιδα ή β-αναστολείς. Η χορήγηση του PRINIVIL μπορεί να αρχίσει με αρχική δόση 2.5 mg μία φορά την ημέρα, χορηγούμενα υπό ιατρική παρακολούθηση έτσι ώστε να προσδιορίζεται το αρχικό αποτέλεσμα στην αρτηριακή πίεση. Η δόση του PRINIVIL πρέπει να αυξάνεται:
- Κατά ποσότητες όχι μεγαλύτερες από 10 mg
- Σε διαστήματα όχι μικρότερα των 2 εβδομάδων
- Μέχρι την υψηλότερη δόση που ανέχεται ο ασθενής, έως τη μέγιστη δόση των 35 mg μία φορά την ημέρα.
Η ρύθμιση της δόσης πρέπει να βασίζεται στην κλινική απόκριση εκάστου ασθενούς.
Σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης συμπτωματικής υπότασης, π.χ. ασθενείς με έλλειμμα άλατος με ή χωρίς υπονατριαιμία, ασθενείς με ελαττωμένο όγκο υγρών ή ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε έντονη διουρητική θεραπεία, θα πρέπει αν είναι δυνατόν, αυτές οι καταστάσεις να διορθώνονται πριν από την έναρξη της θεραπείας με PRINIVIL.
Η νεφρική λειτουργία και το κάλιο του ορού πρέπει να ελέγχονται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν, όπως αρμόζει, την καθιερωμένη συνιστώμενη θεραπεία, όπως θρομβολυτικά, ασπιρίνη και β-αναστολείς. Ενδοφλέβια ή διαδερμικά χορηγούμενη τρινιτρική γλυκερίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί μαζί με το PRINIVIL.
Δόση έναρξης (πρώτες 3 ημέρες μετά το έμφραγμα) Η θεραπεία με PRINIVIL μπορεί να αρχίσει μέσα σε 24 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων. Η θεραπεία δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη από 100 mmHg.
Η πρώτη δόση του PRINIVIL είναι 5 mg χορηγούμενο από το στόμα, ακολουθούμενα από 5 mg μετά από 24 ώρες, 10 mg μετά από 48 ώρες και στη συνέχεια 10 mg μία φορά την ημέρα. Ασθενείς με χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεση (≤ 120 mmHg) κατά την έναρξη της θεραπείας ή κατά τη διάρκεια των 3 πρώτων ημερών μετά το έμφραγμα, πρέπει να λαμβάνουν χαμηλότερη δόση: 2,5mg από το στόμα (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Σε περιπτώσεις νεφρικής δυσλειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης <80 ml/min), η αρχική δόση του PRINIVIL πρέπει να προσαρμοσθεί σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενούς (βλέπε Πίνακα 1).
Δόση συντήρησης Η δόση συντήρησης είναι 10 mg χορηγούμενα μία φορά την ημέρα.
Εάν εμφανισθεί υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη ή ίση με 100 mmHg), μπορεί να χορηγηθεί ημερήσια δόση συντήρησης 5mg με προσωρινές μειώσεις σε 2.5 mg, εάν απαιτείται.
Εάν εμφανισθεί παρατεταμένη υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη από 90 mmHg για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 1 ώρα), το PRINIVIL πρέπει να διακοπεί.
Η θεραπεία πρέπει να συνεχισθεί για 6 εβδομάδες και να επανεκτιμώνται οι ασθενείς. Ασθενείς που θα παρουσιάσουν συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, πρέπει να συνεχίσουν με το PRINIVIL (βλέπε Δοσολογία).
Νεφρικές Επιπλοκές του Σακχαρώδους Διαβήτη
Σε υπερτασικούς ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και αρχόμενη νεφροπάθεια, η δόση είναι 10 mg PRINIVIL μία φορά ημερησίως η οποία μπορεί να αυξηθεί σε 20 mg μία φορά ημερησίως, εάν είναι απαραίτητο για να επιτευχθεί διαστολική αρτηριακή πίεση κάτω των 90 mmHg.
Σε περιπτώσεις νεφρικής δυσλειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης <80 ml/min), η αρχική δόση PRINIVIL θα πρέπει να καθορισθεί ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης (βλέπε Πίνακα 1).
Παιδιατρική χρήση
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία σχετικά με την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε υπερτασικά παιδιά ηλικίας > των 6 ετών, αλλά καμία εμπειρία σχετικά με άλλες ενδείξεις (βλέπε Φαρμακοδυναμικές). Η λισινοπρίλη δεν συνιστάται σε παιδιά για άλλες ενδείξεις εκτός από την υπέρταση.
Η λισινοπρίλη δεν συνιστάται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών ή σε παιδιά με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30ml/min/1.73m ) (βλέπε Φαρμακοκινητικές).
Χρήση στους ηλικιωμένους
Σε κλινικές μελέτες δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά σε σχέση με την ηλικία, όσον αφορά το προφίλ αποτελεσματικότητας και ασφάλειας του φαρμάκου. Ωστόσο, όταν η προχωρημένη ηλικία σχετίζεται με μείωση της νεφρικής λειτουργίας, οι οδηγίες που αναφέρονται στον Πίνακα 1 πρέπει να χρησιμοποιούνται για να προσδιορίζεται η αρχική δόση του PRINIVIL. Κατόπιν, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
Σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού
Δεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με την χρήση του PRINIVIL σε ασθενείς με πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρού. Ως εκ τούτου, η θεραπεία με PRINIVIL δεν συνιστάται.
block
Αντενδείξεις
SPC-PRINIVIL
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
To PRINIVIL αντενδείκνυται σε ασθενείς με
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
- Υπερευαισθησία σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ)
- Ιστορικό αγγειοοιδήματος, που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ
- Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
- Δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία)
- Η ταυτόχρονη χρήση του PRINIVIL με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m²) (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PRINIVIL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Συμπτωματική υπόταση Συμπτωματική υπόταση έχει παρατηρηθεί σπάνια σε ασθενείς με μη επιπλεγμένη υπέρταση. Σε υπερτασικούς ασθενείς που παίρνουν PRINIVIL, είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί υπόταση, εάν ο ασθενής έχει μειωμένο όγκο υγρών, π.χ. μετά από θεραπεία με διουρητικά, δίαιτα με περιορισμό άλατος, αιμοκάθαρση, διάρροια ή έμετο ή έχει σοβαρή υπέρταση εξαρτώμενη από την ρενίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια, έχει παρατηρηθεί συμπτωματική υπόταση. Αυτό είναι πιθανότερο να συμβεί σε εκείνους τους ασθενείς με περισσότερο σοβαρό βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια, που χαρακτηρίζεται από τη χρήση υψηλών δόσεων διουρητικών της αγκύλης, υπονατριαιμία ή νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο για συμπτωματική υπόταση, η έναρξη της θεραπείας και η προσαρμογή της δοσολογίας πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται για τους ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή αγγειοεγκεφαλική νόσο, στους οποίους υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο.
Εάν εμφανισθεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και αν κριθεί αναγκαίο, να του χορηγηθεί ενδοφλεβίως διάλυμα φυσιολογικού ορού.
Μία παροδική υποτασική απόκριση δεν είναι αντένδειξη για περαιτέρω χορήγηση, που μπορεί συνήθως να συνεχισθεί χωρίς δυσκολία, εφόσον αυξηθεί η αρτηριακή πίεση μετά την αποκατάσταση του όγκου των υγρών.
Σε μερικούς ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, που έχουν φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, μπορεί να εμφανισθεί επιπλέον μείωση της συστηματικής αρτηριακής πίεσης με τη χορήγηση του PRINIVIL. Αυτό το αποτέλεσμα αναμένεται και συνήθως δεν είναι αιτία διακοπής της θεραπείας. Εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική, μπορεί να είναι απαραίτητη η μείωση της δοσολογίας ή η διακοπή του PRINIVIL.
Υπόταση σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με PRINIVIL σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, που βρίσκονται σε κίνδυνο σοβαρής περαιτέρω αιμοδυναμικής επιδείνωσης μετά από θεραπεία με ένα αγγειοδιασταλτικό. Αυτοί είναι ασθενείς που εμφανίζουν συστολική αρτηριακή πίεση 100 mmHg ή μικρότερη ή καρδιογενές shock. Κατά τις πρώτες τρεις ημέρες μετά το έμφραγμα, η δόση πρέπει να ελαττώνεται εάν η συστολική αρτηριακή πίεση είναι 120 mmHg ή μικρότερη. Οι δόσεις συντήρησης πρέπει να ελαττώνονται σε 5 mg ή προσωρινά σε 2.5 mg, εάν η συστολική αρτηριακή πίεση είναι 100 mmHg ή μικρότερη. Εάν η υπόταση επιμείνει (συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη από 90 mmHg για περισσότερο από 1 ώρα), το PRINIVIL πρέπει να διακοπεί.
Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας/υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια Όπως και με τους άλλους αναστολείς ΜΕΑ το PRINIVIL πρέπει να δίνεται με προσοχή σε ασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη στη ροή εξόδου της αριστεράς κοιλίας όπως επί στένωσης της αορτής ή υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <80 ml/min), η αρχική δόση PRINIVIL πρέπει να προσαρμόζεται με την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενούς (βλ. Πίνακα 1 στην παράγραφο 4.2) και κατόπιν σύμφωνα με την απόκριση του ασθενούς στη θεραπεία. Στους ασθενείς αυτούς, η μέτρηση των επιπέδων καλίου και κρεατινίνης, είναι μέρος της συνήθους κλινικής πρακτικής.
Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, η υπόταση που οφείλεται στην έναρξη της θεραπείας με αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Σε αυτήν την περίπτωση έχει αναφερθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια, συνήθως αναστρέψιμη.
Σε μερικούς ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας μονήρους νεφρού, που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, έχει παρατηρηθεί αύξηση της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας. Αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Εάν υπάρχει επίσης νεφραγγειακή υπέρταση, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για σοβαρή υπόταση και νεφρική ανεπάρκεια. Σ’ αυτούς τους ασθενείς η θεραπεία πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση, με χαμηλές δόσεις και προσεκτική ρύθμιση της δόσης.
Επειδή η θεραπεία με διουρητικά μπορεί να είναι ένας συμβάλλων παράγοντας στα παραπάνω, αυτή θα πρέπει να διακόπτεται και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας με PRINIVIL.
Μερικοί υπερτασικοί ασθενείς χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφραγγειακή νόσο έχουν εμφανίσει αυξήσεις της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού, συνήθως μικρή και παροδική, ιδιαίτερα όταν το PRINIVIL χορηγήθηκε μαζί με διουρητικό. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να χρειασθεί μείωση της δόσης και/ή διακοπή του διουρητικού και/ή του PRINIVIL.
Σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, δεν πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με PRINIVIL, σε ασθενείς με ένδειξη νεφρικής δυσλειτουργίας, η οποία προσδιορίζεται με συγκεντρώσεις κρεατινίνης ορού πάνω από 177 micromol/l και/ή πρωτεϊνουρία που υπερβαίνει τα 500mg/24h. Εάν εμφανισθεί νεφρική δυσλειτουργία κατά τη διάρκεια θεραπείας με PRINIVIL (συγκέντρωση κρεατινίνης ορού πάνω από 265 micromol /l ή διπλασιασμός από την τιμή προ της θεραπείας), ο γιατρός πρέπει να εξετάσει την διακοπή της θεραπείας με PRINIVIL.
Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημα Αγγειοοίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών, της γλώσσας, της γλωττίδας και/ή του λάρυγγα, έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκαν αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, συμπεριλαμβανομένου του PRINIVIL. Αυτό, μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε στη διάρκεια της θεραπείας.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το PRINIVIL πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να αρχίζει κατάλληλη θεραπεία και παρακολούθηση για να επιβεβαιωθεί ότι υποχώρησαν τελείως τα συμπτώματα πριν την έξοδο του ασθενή.
Ακόμη και σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου το οίδημα περιορίζεται στη γλώσσα, χωρίς διαταραχή της αναπνευστικής λειτουργίας, οι ασθενείς μπορεί να χρειασθούν παρατεταμένη παρακολούθηση διότι μπορεί τα αντισταμινικά και τα κορτικοστεροειδή να μην είναι αποτελεσματικά.
Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί θάνατοι από αγγειοοίδημα που σχετίζεται με οίδημα της γλώσσας ή του λάρυγγα. Οι ασθενείς με οίδημα της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα, είναι πιθανόν να παρουσιάσουν απόφραξη των αεροφόρων οδών, ειδικά εκείνοι με ιστορικό χειρουργικής επέμβασης στις αεροφόρους οδούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται επείγουσα θεραπευτική αγωγή. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει χορήγηση αδρεναλίνης και/ή διατήρηση ανοικτών των αεραγωγών. Ο ασθενής πρέπει να βρίσκεται σε στενή ιατρική παρακολούθηση μέχρι να υποχωρήσουν τελείως και επί μακρόν τα συμπτώματα.
Οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης προκαλούν μεγαλύτερο ποσοστό αγγειοοιδήματος στους μαύρους ασθενείς από ότι στους μη μαύρους.
Ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος, που δεν είχε σχετισθεί με θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ, ίσως διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για αγγειοοίδημα κατά τη διάρκεια θεραπείας με αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης (βλ. Αντενδείξεις).
Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία συγχορήγησης αναστολέα ΜΕΑ και αναστολέα mTOR (στόχος ραπαμυκίνης στα θηλαστικά) (π.χ. τεμσιρόλιμους, σιρόλιμους, εβερόλιμους) μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για αγγειοίδημα.
Αναφυλακτικές αντιδράσεις σε ασθενείς σε αιμοδιύλιση Σε ασθενείς που υφίστανται αιμοδιύλιση με μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας (π.χ. ΑΝ69®) και συγχρόνως λαμβάνουν αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, έχουν αναφερθεί αναφυλακτικές αντιδράσεις. Σε αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης διύλισης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικών.
Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της αφαίρεσης LDL (Λιπιδιοαφαίρεση) Σπάνια παρουσιάσθηκαν απειλητικές για τη ζωή αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια αφαίρεσης LDL με θειϊκή δεξτράνη. Αυτές οι αντιδράσεις μπορούν να αποφευχθούν με την προσωρινή διακοπή της θεραπείας με αναστολείς -ΜΕΑ, πριν την κάθε αφαίρεση.
Απευαισθητοποίηση Ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, κατά τη διάρκεια θεραπείας απευαισθητοποίησης (π.χ. δηλητήριο υμενοπτέρων), εμφάνισαν επιμένουσες αναφυλακτικές αντιδράσεις. Στους ίδιους ασθενείς, αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν, όταν διεκόπη προσωρινά η χορήγηση αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, αλλά εμφανίστηκαν πάλι όταν επαναχορηγήθηκε από αμέλεια.
Ηπατική ανεπάρκεια Πολύ σπάνια, οι αναστολείς -ΜΕΑ έχουν συσχετισθεί με ένα σύνδρομο το οποίο αρχίζει με χολοστατικό ίκτερο ή ηπατίτιδα και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο νέκρωση και (μερικές φορές) θάνατο. Ο μηχανισμός αυτού του συνδρόμου δεν έχει γίνει κατανοητός. Οι ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν PRINIVIL και αναπτύσσουν ίκτερο ή αύξηση των ηπατικών ενζύμων πρέπει να σταματούν το PRINIVIL και να τυγχάνουν της απαραίτητης ιατρικής παρακολούθησης.
Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυττάρωση Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυττάρωση, θρομβοκυτοπενία και αναιμία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν αναστολείς -ΜΕΑ. Ουδετεροπενία εμφανίζεται σπάνια σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και χωρίς άλλους παράγοντες κινδύνου. Η ουδετεροπενία/ακοκκιοκυττάρωση είναι αναστρέψιμες μετά τη διακοπή του αναστολέα του ΜΕΑ.
To PRINIVIL πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, με ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη ή συνδυασμό όλων αυτών των επιπλεκόντων παραγόντων, ειδικά όταν υπάρχει νεφρική δυσλειτουργία. Μερικοί από αυτούς τους ασθενείς αναπτύσσουν σοβαρές λοιμώξεις, οι οποίες σε μερικές περιπτώσεις δεν αποκρίνονται στην εντατική αντιβιοτική θεραπεία. Αν το PRINIVIL χρησιμοποιηθεί σε αυτούς τους ασθενείς, πρέπει να γίνεται περιοδική παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων και οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν κάθε ένδειξη λοίμωξης.
Φυλή Η ανάπτυξη αγγειοοιδήματος από αναστολείς του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης εμφανίζεται σε μεγαλύτερο ποσοστό τους μαύρους ασθενείς από ότι στους υπόλοιπους. Όπως και με άλλους αναστολείς -ΜΕΑ το PRINIVIL μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικό στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε μαύρους ασθενείς από ότι στους υπόλοιπους. Αυτό συμβαίνει πιθανότατα λόγω του μεγαλύτερου ποσοστού ασθενών με χαμηλά επίπεδα ρενίνης ανάμεσα στον πληθυσμό των μαύρων υπερτασικών.
Βήχας Βήχας έχει αναφερθεί κατά τη χρήση αναστολέων του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης. Χαρακτηριστικά, ο βήχας αυτός είναι ξηρός, μη παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο βήχας που προκαλείται από αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση του βήχα.
Χειρουργική επέμβαση/Αναισθησία To PRINIVIL μπορεί να αναστείλει το σχηματισμό αγγειοτασίνης ΙΙ που προκαλείται από απελευθέρωση της ρενίνης σε ασθενείς που υφίστανται σοβαρή χειρουργική επέμβαση, όπως επίσης και κατά τη διάρκεια της αναισθησίας με αναισθητικά μέσα που προκαλούν υπόταση. Εάν εμφανισθεί υπόταση, η οποία θεωρηθεί ότι οφείλεται σε αυτόν το μηχανισμό μπορεί να διορθωθεί με χορήγηση υγρών για αύξηση του όγκου του πλάσματος.
Υπερκαλιαιμία Κατά τη διάρκεια της αγωγής με αναστολέα του ΜΕΑ, μπορεί να εμφανισθεί αύξηση του καλίου του ορού. Ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, διαβήτη ή ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιο ή φάρμακα τα οποία συνδέονται με αύξηση των επιπέδων καλίου του πλάσματος (π.χ. ηπαρίνη), είναι μεγαλύτερος ο κίνδυνος ανάπτυξης υπερκαλιαιμίας. Εάν όμως η ταυτόχρονη χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων θεωρείται απαραίτητη, πρέπει να χρησιμοποιούνται με συχνή παρακολούθηση των τιμών του καλίου του ορού.
Διαβητικοί ασθενείς Στους διαβητικούς ασθενείς, στους οποίους χορηγούνται αντιδιαβητικοί παράγοντες από το στόμα ή ινσουλίνη, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Λίθιο Γενικώς δεν συνιστάται ο συνδυασμός λιθίου με PRINIVIL (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS) Υπάρχουν αποδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RASS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.
Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Κύηση και γαλουχία Δεν πρέπει να ξεκινά θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ θεωρηθεί απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν θεραπεία και να λάβουν εναλλακτικές αντιϋπερτασικές θεραπείες που έχουν ένα τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας χορήγησης κατά την εγκυμοσύνη. Εάν έχει διαγνωσθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να σταματήσει αμέσως και, εάν θεωρηθεί απαραίτητο, πρέπει να ξεκινήσει μία εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
Η χρήση της λισινοπρίλης δεν ενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PRINIVIL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Διουρητικά Όταν ένα διουρητικό προστίθεται στη θεραπεία ενός ασθενούς ο οποίος λαμβάνει PRINIVIL, συνήθως το αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα είναι αθροιστικό.
Ασθενείς που λαμβάνουν ήδη διουρητικά και ιδιαίτερα όσοι πρόσφατα άρχισαν θεραπεία με διουρητικά μπορεί περιστασιακά να παρουσιάσουν υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης όταν προστίθεται το PRINIVIL.
Η πιθανότητα της συμπτωματικής υπότασης με το PRINIVIL μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με την διακοπή του διουρητικού πριν την έναρξη της θεραπείας με το PRINIVIL (βλέπε Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο Αν και στις κλινικές μελέτες το κάλιο του ορού συνήθως παρέμενε σε φυσιολογικά όρια, εμφανίσθηκε υπερκαλιαιμία σε ορισμένους ασθενείς. Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση υπερκαλιαιμίας περιλαμβάνουν νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη και ταυτόχρονη χρήση καλιοσυντηρητικών διουρητικών (π.χ σπιρονολακτόνης, τριαμτερένης ή αμιλορίδης), συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιο. Ειδικότερα σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία η χρήση συμπληρωμάτων καλίου, καλιοσυντηρητικών διουρητικών ή υποκατάστατων αλάτων που περιέχουν κάλιο μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του καλίου του ορού.
Εάν το PRINIVIL χορηγείται με ένα μη καλιοσυντηρητικό διουρητικό τότε η οφειλόμενη στο διουρητικό υποκαλιαιμία μπορεί να βελτιωθεί.
Λίθιο Έχουν αναφερθεί κατά την ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων ΜΕΑ με λίθιο, αναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο τοξικότητας του λιθίου και να επιτείνει την ήδη αυξημένη τοξικότητα του λιθίου με τους αναστολείς -ΜΕΑ.
Η χρήση λιθίου και PRINIVIL δεν συνιστάται, αλλά αν η συγχορήγηση αποδειχθεί απαραίτητη, τα επίπεδα του λιθίου του ορού πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος 3g/ημέρα Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 (αναστολείς COX-2) μπορεί να μειώσουν την δράση των διουρητικών και άλλων αντιϋπερτασικών φαρμάκων. Ως εκ τούτου, η χρόνια χορήγηση των ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσει το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα ενός ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή ενός αναστολέα ΜΕΑ.
Τα ΜΣΑΦ και οι αναστολείς ΜΕΑ ασκούν μία επιπρόσθετη δράση στην αύξηση του καλίου του ορού, και μπορεί να οδηγήσουν στην επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Αυτές οι επιδράσεις είναι συνήθως αναστρέψιμες.
Σε μερικούς ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. ηλικιωμένοι ασθενείς ή ασθενείς με μειωμένο όγκο υγρών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που λαμβάνουν διουρητική θεραπεία) οι οποίοι λαμβάνουν μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2, η συγχορήγηση των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή των αναστολέων ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Αυτές οι επιδράσεις είναι συνήθως αναστρέψιμες. Συνεπώς, ο συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία.
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RAΑS) Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAΑS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης συσχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνου παράγοντα που δρα στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAΑS) (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
Άλλοι Αντιϋπερτασικοί παράγοντες Ταυτόχρονη χρήση αυτών των παραγόντων μπορεί να αυξήσει την υποτασική δράση του PRINIVIL. Ταυτόχρονη χρήση με τρινιτρική γλυκερίνη και άλλα νιτρώδη ή άλλα αγγειοδιασταλτικά μπορεί να μειώσει ακόμα περισσότερο την αρτηριακή πίεση.
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/αντιψυχωτικά/αναισθητικά Ταυτόχρονη χρήση ορισμένων αναισθητικών φαρμάκων, τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και αντιψυχωσικών με αναστολείς -ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε επιπλέον μείωση της αρτηριακής πίεσης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Συμπαθητικομιμητικά Μπορεί να ελαττώσουν τις αντιϋπερτασικές ιδιότητες των αναστολέων του ΜΕΑ.
Αντιδιαβητικά φάρμακα Επιδημιολογικές μελέτες υποστηρίζουν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων του ΜΕΑ και αντιδιαβητικών φαρμάκων (ινσουλινών, από το στόμα χορηγούμενων υπογλυκαιμικών σκευασμάτων), μπορεί να προκαλέσει αυξημένη αποτελεσματικότητα στη μείωση της γλυκόζης του αίματος με κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Το φαινόμενο αυτό είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί τις πρώτες εβδομάδες της συνδυασμένης θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ, θρομβολυτικά, β-αναστολείς, νιτρώδη Το PRINIVIL μπορεί να χορηγείται ταυτόχρονα με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (σε καρδιολογικές δόσεις), θρομβολυτικά, β-αναστολείς, νιτρώδη.
Ενώσεις χρυσού Αντιδράσεις παρόμοιες με αυτές των νιτριτοειδών ενώσεων (συμπτώματα που περιλαμβάνουν έξαψη του προσώπου, ναυτία, έμετο και υπόταση) έχουν αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ενώσεις χρυσού ενέσιμης μορφής (νάτριο θειομηλικού χρυσού) και ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ συμπεριλαμβανομένης της εναλαπρίλης.
Αναστολείς mTOR (mammalian target of rapamycin (mTOR) inhibitors) Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με αναστολέα mTOR (π.χ. τεμσιρόλιμους, σιρόλιμους, εβερόλιμους) μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για αγγειοίδημα. (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση)
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PRINIVIL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί και αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με PRINIVIL και άλλους αναστολείς ΜΕΑ με την ακόλουθη συχνότητα:
Πολύ συχνές (> 1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (> 1/1.000, <1/100), σπάνιες ((> 1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) συμπεριλαμβανομένων και των μεμονωμένων αναφορών.
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος Σπάνιες: μείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη
Πολύ σπάνιες: ελαττωμένη δραστηριότητα του μυελού των οστών, αναιμία, θρομβοκυτοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυταραιμία (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις), αιμολυτική αναιμία, λεμφαδενοπάθεια, αυτοάνοση νόσος.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Πολύ σπάνιες: υπογλυκαιμία.
Νευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές: ζάλη, κεφαλαλγία
Όχι συχνές: αλλαγές της διάθεσης, παραισθησία, ίλιγγος, διαταραχές της γεύσης, διαταραχές του ύπνου
Σπάνιες: διανοητική σύγχυση.
Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές Συχνές: ορθοστατικές επιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της υπότασης)
Όχι συχνές: έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο, πιθανόν ως δευτερογενή συμβάματα λόγω της σοβαρής υπότασης σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις), αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, σύνδρομο Raynaud.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, θώρακα, μεσοθωρακίου Συχνές: βήχας
Όχι συχνές: ρινίτιδα
Πολύ σπάνιες: βρογχόσπασμος, παραρρινοκολπίτιδα, αλλεργική κυψελίτιδα/ηωσινοφιλική πνευμονία.
Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές: διάρροια, εμετός
Όχι συχνές: ναυτία, κοιλιακό άλγος και δυσπεψία
Σπάνιες: ξηροστομία
Πολύ σπάνιες: παγκρεατίτιδα, εντερικό αγγειοοίδημα, ηπατοκυτταρική ή χολοστατική ηπατίτιδα, ίκτερος και ηπατική ανεπάρκεια.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές: εξάνθημα, κνησμός
Σπάνιες: υπερευαισθησία/ αγγειονευρωτικό οίδημα: αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών, της γλώσσας, της γλωττίδας και/ή του λάρυγγα (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις), κνίδωση, αλωπεκία, ψωρίαση.
Πολύ σπάνιες: εφίδρωση, πέμφιγα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens Johnson, πολύμορφο ερύθημα.
Διαταραχές του νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος Συχνές: νεφρική δυσλειτουργία
Σπάνιες: ουραιμία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Πολύ σπάνιες: ολιγουρία/ανουρία
Διαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Όχι συχνές: ανικανότητα
Σπάνιες: γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Όχι συχνές: κόπωση, αδυναμία
Παρακλινικές εξετάσεις Όχι συχνές: αύξηση στην ουρία αίματος, αυξήσεις της κρεατινίνης ορού, αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων, υπερκαλιαιμία
Σπάνιες: αύξηση της χολερυθρίνης ορού, υπονατριαιμία
Έχει αναφερθεί ένα σύμπλεγμα συμπτωμάτων το οποίο περιλαμβάνει ένα ή και περισσότερα συμπτώματα από τα ακόλουθα: πυρετός, αγγειίτιδα, μυαλγία, αρθραλγία/αρθρίτιδα, θετικούς τίτλους αντιπυρηνικών αντισωμάτων (ΑΝΑ), αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ), ηωσινοφιλία και λευκοκυττάρωση, εξάνθημα, φωτοευαισθησία ή μπορεί να εμφανισθούν άλλες δερματολογικές εκδηλώσεις.
Δεδομένα ασφάλειας από κλινικές μελέτες υποστηρίζουν ότι η λισινοπρίλη είναι γενικά καλά ανεκτή σε υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς, και το προφίλ ασφάλειας σ΄αυτή την ηλικιακή κατηγορία είναι συγκρίσιμο με αυτό των ενηλίκων.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 210 6549585, Ιστότοπος: www. eof. gr).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PRINIVIL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Δοσολογία). Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Τα επιδημιολογικά δεδομένα αναφορικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης έπειτα από έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης δεν οδήγησαν σε κάποιο σαφές συμπέρασμα. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί μία μικρή αύξηση του κινδύνου.
Οι ασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να μεταβαίνουν σε εναλλακτική αντιυπερτασική αγωγή, η οποία έχει τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας κατά τη χορήγηση στην εγκυμοσύνη, εκτός αν κρίνεται απαραίτητη η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ.
Όταν διαγνωσθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να σταματήσει αμέσως και, εάν θεωρηθεί απαραίτητο, πρέπει να ξεκινήσει μία εναλλακτική θεραπεία.
Η έκθεση στη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης είναι γνωστό ότι προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοΰδράμνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλαιμία) (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Εάν υπάρχει έκθεση στους αναστολείς ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνει έλεγχος μέσω υπερηχογραφήματος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου.
Τα βρέφη των οποίων οι μητέρες έλαβαν αναστολείς ΜΕΑ, πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για υπόταση (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Γαλουχία
Επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την χρήση του PRINIVIL κατά τη γαλουχία το PRINIVIL δεν συνιστάται και είναι προτιμητέες εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένα προφίλ ασφάλειας κατά τη γαλουχία, ιδιαίτερα κατά τον θηλασμό ενός νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PRINIVIL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: 3.4.2.1.Καρδιαγγειακό σύστημα. Αντιυπερτασικό. Παράγοντες που επιδρούν στο σύστημα ρενίνης - αγγειοτενίνης. Αναστολείς ΜΕΑ
Κωδικός ΑΤC: C09AA03
Το PRINIVIL είναι αναστολέας της πεπτιδυλικής διπεπτιδάσης.
Το PRINIVIL είναι αναστολέας του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης (ΜΕΑ) που καταλύει την μετατροπής της αγγειοτασίνης Ι στο αγγειοσυσπαστικό πεπτίδιο, Αγγειοτασίνη ΙΙ. Η Αγγειοτασίνη ΙΙ διεγείρει την παραγωγή της αλδοστερόνης από τον επινεφριδιακό φλοιό.
Η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της Αγγειοτασίνης ΙΙ, που συνεπάγεται μείωση της αγγειοσυσπαστικής δραστηριότητας και ελάττωση έκκρισης της αλδοστερόνης. Η τελευταία μείωση μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης του καλίου του ορού.
Παρόλο που ο μηχανισμός, μέσω του οποίου η λισινοπρίλη μειώνει την αρτηριακή πίεση, θεωρείται η καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, η λισινοπρίλη έχει αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα ακόμα και σε υπερτασικούς ασθενείς με χαμηλά επίπεδα ρενίνης. Οι ΜΕΑ είναι ταυτόσημοι της κινινάσης ΙΙ, ένα ένζυμο το οποίο αποδομεί την βραδυκινίνη. Παραμένει να διευκρινισθεί εάν τα αυξημένα επίπεδα βραδυκινίνης, ένα ισχυρό αγγειοδιασταλτικό πεπτίδιο, παίζουν ρόλο στις θεραπευτικές ιδιότητες της λισινοπρίλης.
Στη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μελετήθηκε η επίδραση της λισινοπρίλης στη θνησιμότητα και νοσηρότητα, συγκρίνοντας την υψηλή δόση (32.5mg ή 35mg μία φορά την ημέρα) με μία χαμηλή δόση (2.5mg ή 5mg μία φορά την ημέρα). Σε μία μελέτη 3.164 ασθενών, με διάμεση περίοδο παρακολούθησης για τους επιζώντες ασθενείς 46 μήνες, η υψηλή δόση του PRINIVIL προκάλεσε μείωση στο συνδυασμένο τελικό σημείο κατά 12% του κινδύνου θνησιμότητας από όλες τις αιτίες και ενδονοσοκομειακής νοσηλείας από όλες τις αιτίες (p=0,002) και μείωση κατά 8% του κινδύνου θνησιμότητας από όλες τις αιτίες και ενδονοσοκομειακής νοσηλείας για καρδιαγγειακά προβλήματα (p=0,036), σε σύγκριση με τη χαμηλή δόση. Παρατηρήθηκε μείωση του κινδύνου θνησιμότητας από όλες τις αιτίες (8%, p=0,128) και του κινδύνου θνησιμότητας από το καρδιαγγειακό (10%, p=0,073). Σε μετανάλυση, ο αριθμός ενδονοσοκομειακών νοσηλειών για καρδιακή ανεπάρκεια μειώθηκε κατά 24% (P=0,0029) στους ασθενείς που έλαβαν υψηλή δόση λισινοπρίλης σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν χαμηλή δόση. Τα πλεονεκτήματα όσον αφορά στα συμπτώματα ήταν παρόμοια στους ασθενείς με υψηλές και χαμηλές δόσεις λισινοπρίλης.
Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η συνολική εικόνα των ανεπιθύμητων ενεργειών για τους ασθενείς που έλαβαν υψηλή ή χαμηλή δόση λισινοπρίλης ήταν παρόμοια ως προς τη φύση και τον αριθμό. Αναμενόμενα συμβάντα που προκύπτουν από την αναστολή του ΜΕΑ, όπως υπόταση ή τροποποίηση της νεφρικής λειτουργίας, ήταν αντιμετωπίσιμα και σπάνια οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας. Ο βήχας ήταν λιγότερο συχνός στους ασθενείς που έλαβαν υψηλή δόση λισινοπρίλης σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν χαμηλή δόση.
Στη μελέτη GISSI-3, στην οποία χορηγήθηκε 2x2 παραγοντικός σχεδιασμός, συγκρίθηκαν τα αποτελέσματα της χορήγησης λισινοπρίλης και της τρινιτρικής γλυκερίνης, σαν μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό έναντι ελέγχου, για 6 εβδομάδες, σε 19.394 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε η θεραπεία μέσα σε 24 ώρες μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, με το PRINIVIL παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική μείωση της θνησιμότητας κατά 11% έναντι του εικονικού φαρμάκου (p=0,03). H μείωση του κινδύνου με τρινιτρική γλυκερίνη δεν ήταν σημαντική, αλλά στην ομάδα που ελάμβανε το συνδυασμό λισινοπρίλης με τρινιτρική γλυκερίνη παρατηρήθηκε σημαντική μείωση του κινδύνου της θνησιμότητας κατά 17% έναντι ελέγχου, (p=0,02). Στις υποομάδες των ηλικιωμένων (ηλικίας >70 ετών) και στις γυναίκες οι οποίοι είναι ασθενείς με προκαθορισμένη υψηλή θνησιμότητα, παρατηρήθηκε σημαντικό όφελος στο συνδυασμένο τελικό σημείο της θνησιμότητας και της καρδιακής λειτουργίας. Στο συνδυασμένο αυτό τελικό σημείο για όλους τους ασθενείς περιλαμβανομένων και των υπο-ομάδων ασθενών υψηλής επικινδυνότητας στους 6 μήνες, παρατηρήθηκε επίσης σημαντικό όφελος για τις ομάδες ασθενών που έλαβαν λισινοπρίλη ή λισινοπρίλη και τρινιτρική γλυκερίνη στις 6 εβδομάδες, καταδεικνύοντας επίδραση στην πρόληψη για τη λισινοπρίλη.
Oπως θα ήταν αναμενόμενο κάθε αγγειοδιασταλτική θεραπεία, αυξημένη συχνότητα υπότασης και διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας συσχετίσθηκαν με την θεραπεία λισινοπρίλης, χωρίς να προκύπτει αναλογική αύξηση της θνησιμότητας.
Σε μία διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη η οποία συνέκρινε την λισινοπρίλη, με έναν ανταγωνιστή διαύλων ασβεστίου σε 355 υπερτασικούς διαβητικούς ασθενείς τύπου 2 με αρχόμενη νεφροπάθεια και μικρολευκωματινουρία, η λισινοπρίλη 10mg-20mg χορηγούμενη μία φορά την ημέρα, για 12 μήνες. μείωσε την συστολική/διαστολική αρτηριακή πίεση κατά 13/10mmHg και κατά 40% τον ρυθμό απέκκρισης της λευκωματίνης στα ούρα. Όταν συγκρίθηκε με ανταγωνιστή διαύλων ασβεστίου, οποίος επέφερε παρόμοια μείωση της αρτηριακής πίεσης, αυτοί που έλαβαν θεραπεία με λισινοπρίλη επέδειξαν σημαντικά μεγαλύτερη μείωση του ρυθμού απέκκρισης λευκωματίνης από τα ούρα, αποδεικνύοντας ότι ο μηχανισμός αναστολής του ΜΕΑ της λισινοπρίλης μείωσε την μικρολευκωματινουρία μέσω άμεσου μηχανισμού στους νεφρικούς ιστούς και μειώνει τη μικρολευκωματινουρία, επιπρόσθετα του αντιϋπερτασικού αποτελέσματος.
Η θεραπεία με τη λισινοπρίλη δεν επηρεάζει το γλυκαιμικό έλεγχο όπως φαίνεται από την απουσία σημαντικής επίδρασης στα επίπεδα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c).
Σε μία κλινική μελέτη που περιελάμβανε 115 παιδιατρικούς ασθενείς με υπέρταση, ηλικίας 6-16 ετών, ασθενείς που ζύγιζαν λιγότερο από 50 kg έλαβαν ή 0,625 mg, 2,5 mg ή 20 mg λισινοπρίλης μία φορά ημερησίως, και ασθενείς που ζύγιζαν 50 kg ή περισσότερο έλαβαν ή 1,25 mg, 5 mg ή 40 mg λισινοπρίλης μία φορά ημερησίως. Κατά το τέλος 2 εβδομάδων, η λισινοπρίλη χορηγούμενη μία φορά ημερησίως μείωσε την χαμηλή αρτηριακή πίεση κατά δοσοεξαρτώμενο τρόπο με σταθερή αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα εμφανή σε δόσεις μεγαλύτερες των 1,25 mg. Αυτό το αποτέλεσμα επιβεβαιώθηκε σε μία φάση απόσυρσης, όπου η διαστολική πίεση αυξήθηκε περίπου σε 9 mm Hg περισσότερο σε ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν εικονικό φάρμακο από ό,τι συνέβη σε ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν να παραμείνουν σε μέτριες και υψηλές δόσεις λισινοπρίλης.Το δοσοεξαρτώμενο αντιυπερτασικό αποτέλεσμα της λισινοπρίλης ήταν σταθερό ανάμεσα σε αρκετές δημογραφικές υποομάδες: ηλικία, στάδιο Tanner, φύλο, και φυλή.
Διπλός αποκλεισμός
Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (OΝgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ.
Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου.
Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια.
Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία.
Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειτενσίνης ΙΙ.
Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PRINIVIL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η λισινοπρίλη είναι ένας δραστικός αναστολέας ΜΕΑ χορηγούμενος από το στόμα, που δεν περιέχει σουλφυδρίλιο.
Απορρόφηση Μετά τη χορήγηση λισινοπρίλης από το στόμα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται μέσα σε περίπου 7 ώρες, παρ’όλο που υπήρξε μία τάση προς μικρή καθυστέρηση στο χρόνο που απαιτείται για να επιτευχθούν οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό, στους ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Με βάση την ανάκτηση από τα ούρα, ο μέσος βαθμός απορρόφησης της λισινοπρίλης είναι περίπου 25%, με διαφοροποίηση μεταξύ των ασθενών (6-60%), σε όλο το δοσολογικό εύρος που εξετάσθηκε (5-80mg). Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μειώνεται περίπου στο 16% σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Η απορρόφηση της λισινοπρίλης δεν επηρεάζεται από την παρουσία τροφής.
Κατανομή Η λισινοπρίλη δεν φαίνεται να συνδέεται με πρωτεΐνες του ορού εκτός από ότι με το κυκλοφορούν μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ).
Μελέτες με αρουραίους δείχνουν ότι η λισινοπρίλη διαπερνά ελάχιστα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Απομάκρυνση Η λισινοπρίλη δεν μεταβολίζεται και το φάρμακο που απορροφήθηκε αποβάλλεται πλήρως αναλλοίωτο στα ούρα. Μετά από πολλαπλές δόσεις η λισινοπρίλη έχει χρόνο ημίσειας ζωής συσσώρευσης 12,6 ώρες.
Η κάθαρση της λισινοπρίλης σε υγιείς ασθενείς είναι περίπου 50ml/min. Οι φθίνουσες συγκεντρώσεις στον ορό, παρουσιάζουν παρατεταμένη τελική φάση που δεν συμβάλλει στη συσσώρευση του φαρμάκου. Αυτή η τελική φάση παρουσιάζει κορέσιμη δέσμευση με το ΜΕΑ και δεν είναι δοσοεξαρτώμενη.
Ηπατικής δυσλειτουργία Η ηπατική δυσλειτουργία σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της απορρόφησης της λισινοπρίλης (περίπου 30% όπως υπολογίσθηκε με την ανάκτηση στα ούρα) αλλά λόγω της μειωμένης κάθαρσης του φαρμάκου υπάρχει αυξημένη έκθεση του ασθενούς σε σχέση με τους υγιείς (περίπου 50%).
Νεφρική δυσλειτουργία Η νεφρική δυσλειτουργία μειώνει την απομάκρυνση της λισινοπρίλης, η οποία αποβάλλεται μέσω των νεφρών, αλλά αυτή η μείωση είναι κλινικά σημαντική μόνον όταν ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης είναι κάτω από 30ml/min. Σε περιπτώσεις ασθενών με ήπια ή μέτρια μείωση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης 30-80ml/min) οι μέσες τιμές της ΑUC αυξήθηκαν μόνο κατά 13%, ενώ σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 5-30ml/min) παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση κατά 4,5φορές των μέσων τιμών της AUC.
H λισινοπρίλη μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοκάθαρση. Κατά την αιμοκάθαρση διάρκειας 4 ωρών οι συγκεντρώσεις της λισινοπρίλης στο πλάσμα μειώθηκαν κατά μέσο όρο 60%, με κάθαρση κατά την αιμοδιύλιση μεταξύ 40 και 55ml/min.
Καρδιακή ανεπάρκεια Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια έχουν μεγαλύτερη έκθεση στη λισινοπρίλη σε σύγκριση με τους υγιείς (αύξηση του AUC κατά μέσο όρο 125%), όμως με βάση την ανάκτηση από τα ούρα, ο βαθμός απορρόφησης της λισινοπρίλης μειώνεται περίπου 16% όταν συγκρίνονται με υγιείς.
Ηλικιωμένοι Οι ηλικιωμένοι ασθενείς εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα στο αίμα και μεγαλύτερες τιμές για την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης- χρόνου (αυξήθηκε περίπου 60%), από ότι οι νεότεροι ασθενείς.
Παιδιατρική Το προφίλ της φαρμακοκινητικής της λισινοπρίλης μελετήθηκε σε 20 παιδιατρικούς υπερτασικούς ασθενείς, ηλικίας μεταξύ 6 και 16 ετών, με GFR πάνω από 30 ml/min/1.73m . Μετά από δόσεις των 0,1 έως 0,2 mg/kg, ισορροπία της μέγιστης συγκέντρωσης λισινοπρίλης στο πλάσμα παρουσιάσθηκε εντός 6 ωρών, και το εύρος της απορρόφησης με βάση την ανάκτηση από τα ούρα ήταν περίπου 28%. Αυτές οι τιμές ήταν παρόμοιες με αυτές που ελήφθησαν προηγουμένως σε ενήλικες.
ΕΟΦ · 2.5.1
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης
expand_more
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης
Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αναστέλλουν την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Οι κυριότερες ενδείξεις τους είναι:
Υπέρταση. Χορηγούνται σε ήπια ή μέτρια υπέρταση, ιδιαίτερα αν αντενδείκνυνται ή δεν γίνονται ανεκτοί ή αποτύχουν οι β-αποκλειστές ή τα διουρητικά, αν και συνδυάζονται με τα τελευταία επιτυχώς. Οι ασθενείς με νεφραγγειακή υπέρταση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στους α-ΜΕΑ και η αγωγή πρέπει να αρχίζει με μικρότερες δόσεις. Προσοχή επίσης χρειάζεται σε περιπτώσεις στις οποίες κινητοποιείται το σύστημα ρενίνης, όπως λ.χ. στην καρδιακή ανεπάρκεια, σε προηγηθείσα χρήση διουρητικών ή σε αυστηρή άναλο δίαιτα, διότι μπορεί να προκληθεί σοβαρή υπόταση κατά την πρώτη λήψη του φαρμάκου. Για το λόγο αυτό τα διουρητικά διακόπτονται λίγες μέρες πριν δοθεί η πρώτη δόση των α-ΜΕΑ.
Καρδιακή ανεπάρκεια. Οι α-ΜΕΑ είναι ιδιαίτερα χρήσιμα φάρμακα σε όλα τα στάδια της καρδιακής ανεπάρκειας και πρέπει να συνδυάζονται με διουρητικά και δακτυλίτιδα όταν κρίνεται απαραίτητο. Βελτιώνουν την πρόγνωση και επομένως πλεονεκτούν θεραπευτικών σχημάτων όπως ο συνδυασμός νιτρωδών με υδραλαζίνη. Η χορήγηση α-ΜΕΑ ενδείκνυται σε κάθε ασθενή με καρδιακή ανεπάρκεια όταν δεν υπάρχει αντένδειξη. Για να αποφευχθεί η υπερκαλιαιμία πριν αρχίσει η χορήγηση α-ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί η χρήση διουρητικών προστατευτικών της απώλειας καλίου καθώς και σκευασμάτων υποκατάστασης καλίου. Η έναρξη χορήγησης α-ΜΕΑ σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που ήδη λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών της αγκύλης (π.χ. φουροσεμίδη 80 mg ημερησίως) είναι δυνατόν να προκαλέσει έντονη υπόταση. Η προσωρινή διακοπή του διουρητικού μειώνει τον κίνδυνο της υπότασης αλλά είναι δυνατόν να προκαλέσει σοβαρό πνευμονικό οίδημα. Ως εκ τούτου στις περιπτώσεις αυτές η πρώτη δόση των α-ΜΕΑ πρέπει να είναι ιδιαίτερα χαμηλή (π.χ. 6.25 mg Καπτοπρίλης) με τον ασθενή ξαπλωμένο, κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση και με δυνατότητα θεραπείας της υπότασης. Συμπερασματικά στις περιπτώσεις αυτές ο ασθενής πρέπει να εισάγεται στο νοσοκομείο για έναρξη της χορήγησης των α-ΜΕΑ.
Έμφραγμα του μυοκαρδίου. Οι α-ΜΕΑ βελτιώνουν την πρόγνωση ασθενών με έμφραγμα του μυοκαρδίου και είτε κλινικά διαπιστωμένη αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια είτε απλή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας. Η θεραπεία κλινικά σταθεροποιημένων ασθενών πρέπει να ξεκινά 3-10 μέρες μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λισινοπρίλη είναι ένας αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE) που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπέρτασης, της καρδιακής ανεπάρκειας και του εμφράγματος του μυοκαρδίου. Η λισινοπρίλη δεν είναι προφάρμακο και λειτουργεί μέσω της αναστολής του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, καθώς και του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης. Έχει ευρύ θεραπευτικό δείκτη και μεγάλη διάρκεια δράσης, καθώς οι ασθενείς συνήθως λαμβάνουν 10-80mg ημερησίως.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αγγειοτενσίνη ΙΙ συστέλλει τα στεφανιαία αιμοφόρα αγγεία και είναι θετικά ινοτρόπος, γεγονός που υπό κανονικές συνθήκες θα αύξανε την αγγειακή αντίσταση και την κατανάλωση οξυγόνου. Αυτή η δράση μπορεί τελικά να οδηγήσει σε υπερτροφία των μυοκυττάρων και πολλαπλασιασμό των κυττάρων των λείων μυών των αγγείων.
Η λισινοπρίλη είναι ένας αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACEI), εμποδίζοντας τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ. Αυτή η δράση εμποδίζει την υπερτροφία των μυοκυττάρων και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων των λείων μυών των αγγείων που παρατηρούνται σε μη θεραπευόμενους ασθενείς. Αυξημένα επίπεδα βραδυκινίνης εμφανίζουν επίσης αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις σε ασθενείς που λαμβάνουν ACEIs.
Η λισινοπρίλη αναστέλλει επίσης τη μετατροπή της ρενίνης της αγγειοτενσίνης σε αγγειοτενσίνη Ι.
Στοματικά ενεργός αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης.
Η λισινοπρίλη αναστέλλει το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ACE) σε ανθρώπους και ζώα. Το ACE είναι ένα πεπτιδικό διπεπτιδάσιο που καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι στην αγγειοσυσπαστική ουσία, αγγειοτενσίνη ΙΙ. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ διεγείρει επίσης την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Τα ευεργετικά αποτελέσματα της λισινοπρίλης στην υπέρταση και την καρδιακή ανεπάρκεια φαίνεται να προέρχονται κυρίως από την καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης. Η αναστολή του ACE οδηγεί σε μειωμένη αγγειοτενσίνη ΙΙ στο πλάσμα, η οποία οδηγεί σε μειωμένη αγγειοσυσταλτική δραστηριότητα και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης. Η τελευταία μείωση μπορεί να οδηγήσει σε μια μικρή αύξηση του καλίου στον ορό.
Η δράση του αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE) λισινοπρίλη στις συνέπειες της επαν-οξυγόνωσης του μυοκαρδίου και της οξειδωτικής βλάβης αξιολογήθηκε σε καλλιεργημένα εμβρυϊκά καρδιακά μυοκύτταρα της κοιλίας του εμβρύου κοτόπουλου. Η λισινοπρίλη, 10⁻⁸ M έως 10⁻⁶ M, παρήγαγε σημαντική (P < 0,05) δοσοεξαρτώμενη ενίσχυση της αποκατάστασης της συσταλτικής συχνότητας που συμβαίνει κατά την επαν-οξυγόνωση του μυοκαρδίου, αλλά δεν άλλαξε την κατάθλιψη της συσταλτικής συχνότητας κατά την υποξία. Η λισινοπρίλη μετέθεσε σημαντικά (P < 0,05) τη σχέση δόσης-απόκρισης της μείωσης της καρδιακής συσταλτικής συχνότητας που προκαλείται από το θειικό αμμώνιο. Η λισινοπρίλη μείωσε σημαντικά (P < 0,05) την επίδραση ενός άλλου οξειδωτικού παράγοντα, του τριτοταγούς βουτυλοϋπεροξειδίου, το οποίο προκάλεσε χρονικά εξαρτώμενη μείωση της καρδιακής συσταλτικής συχνότητας. Η λισινοπρίλη δεν άλλαξε την καρδιακή συσταλτική συχνότητα απουσία υποξίας ή θειικού αμμωνίου ή τριτοταγούς βουτυλοϋπεροξειδίου. Η βιωσιμότητα των μυοκυττάρων, όπως αξιολογήθηκε με την εκκίνηση μπλε της τρυπανόχρωσης, παραλληλίστηκε με τις αλλαγές στην καρδιακή συσταλτική συχνότητα. Η λισινοπρίλη βελτίωσε σημαντικά (P < 0,05) τη βιωσιμότητα των μυοκυττάρων που εκτέθηκαν σε θειικό αμμώνιο ή τριτοταγές βουτυλοϋπεροξείδιο. Η λισινοπρίλη δεν παρουσίασε καμία αντιοξειδωτική δράση έναντι της ελεύθερης ρίζας άλφα,άλφα-διφαινυλ-βήτα-πικρυλ-υδραζύλης. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η λισινοπρίλη επιταχύνει την ανάκαμψη των μυοκυττάρων κατά την επαν-οξυγόνωση και μειώνει τις επιδράσεις των οξειδωτικών παραγόντων μέσω μηχανισμών που περιλαμβάνουν το ενδογενές σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης ή/και άμεση κυτταρική δράση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βιοδιαθεσιμότητα της λισινοπρίλης από το στόμα κυμαίνεται από 6-60%, με μέσο όρο 25%.
Η λισινοπρίλη φτάνει σε Cmax 58ng/mL με Tmax 6-8 ώρες. Η απορρόφηση της λισινοπρίλης δεν επηρεάζεται από την τροφή.
Η λισινοπρίλη αποβάλλεται αποκλειστικά μέσω των νεφρών.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της λισινοπρίλης είναι 124L.
Ένα παιδί 30 κιλών έχει τυπική κάθαρση 10L/h, η οποία αυξάνεται με τη νεφρική λειτουργία. Η μέση νεφρική κάθαρση της λισινοπρίλης σε υγιείς ενήλικες άνδρες είναι 121mL/min.
Η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από δύο ημερήσιες δόσεις (κάθε 24 ώρες) σε υγιείς εθελοντές. Το φάρμακο δεν μεταβολίζεται αλλά αποβάλλεται μέσω των νεφρών.
Σε σκύλους, η βιοδιαθεσιμότητα της λισινοπρίλης κυμαίνεται από 24-50% με μέγιστες τιμές περίπου 4 ώρες μετά τη χορήγηση. Η λισινοπρίλη κατανέμεται ελάχιστα στο ΚΝΣ. Δεν είναι γνωστό αν κατανέμεται στο μητρικό γάλα, αλλά διαπερνά τον πλακούντα.
Μετά από από του στόματος χορήγηση Prinivil, οι μέγιστες συγκεντρώσεις λισινοπρίλης στον ορό εμφανίζονται εντός περίπου 7 ωρών, αν και υπήρχε μια τάση για μικρή καθυστέρηση στον χρόνο που απαιτείται για την επίτευξη μέγιστων συγκεντρώσεων στον ορό σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Οι φθίνουσες συγκεντρώσεις στον ορό εμφανίζουν μια παρατεταμένη τελική φάση που δεν συμβάλλει στη συσσώρευση του φαρμάκου. Αυτή η τελική φάση πιθανώς αντιπροσωπεύει κορεσμένη δέσμευση στο ACE και δεν είναι ανάλογη της δόσης.
Η λισινοπρίλη δεν φαίνεται να δεσμεύεται σε άλλες πρωτεΐνες του ορού. Η λισινοπρίλη δεν υφίσταται μεταβολισμό και απεκκρίνεται αμετάβλητη εξ ολοκλήρου στα ούρα. Με βάση την ανάκτηση στα ούρα, ο μέσος βαθμός απορρόφησης της λισινοπρίλης είναι περίπου 25%, με μεγάλη διατομεταβλητή μεταβλητότητα (6-60%) σε όλες τις δοκιμαζόμενες δόσεις (5-80 mg). Η απορρόφηση της λισινοπρίλης δεν επηρεάζεται από την παρουσία τροφής στον γαστρεντερικό σωλήνα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της λισινοπρίλης μειώνεται περίπου στο 16% σε ασθενείς με σταθερή καρδιακή ανεπάρκεια NYHA Class II-IV, και ο όγκος κατανομής φαίνεται να είναι ελαφρώς μικρότερος από αυτόν σε φυσιολογικά άτομα. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της λισινοπρίλης σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου είναι παρόμοια με αυτή σε υγιείς εθελοντές.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΛΙΣΙΝΟΠΡΙΛΗ (9 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η λισινοπρίλη δεν έχει αποδειχθεί ότι δεσμεύεται σε πρωτεΐνες του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λισινοπρίλη δεν μεταβολίζεται και αποβάλλεται ως αμετάβλητο φάρμακο.
Η λισινοπρίλη δεν υφίσταται μεταβολισμό και απεκκρίνεται αμετάβλητη εξ ολοκλήρου στα ούρα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η λισινοπρίλη έχει αποτελεσματικό χρόνο ημίσειας ζωής συσσώρευσης 12,6 ώρες και τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 46,7 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής του πλάσματος που ελέγχει τη συσσώρευση κατά τη χρόνια χορήγηση είναι 12-13 ώρες και το απορροφηθέν φάρμακο αποβάλλεται μέσω της σπειραματικής διήθησης.
Ο μέσος όρος του χρόνου ημίσειας ζωής συσσώρευσης είναι 12,6 ώρες παρά τον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής στον ορό περίπου 40 ώρες (σε υγιείς εθελοντές).
Μετά από πολλαπλές δόσεις, η λισινοπρίλη εμφανίζει αποτελεσματικό χρόνο ημίσειας ζωής 12 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής Ταξινόμησης
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους επίδραση κυρίως μέσω της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα διουρητικά (ειδικά τα θειαζιδικά διουρητικά), οι β-αποκλειστές, οι α-αποκλειστές, οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, οι αναστολείς διαύλων ασβεστίου, οι εναπομείναντες αποκλειστές και οι αγγειοδιασταλτικοί παράγοντες.
Παράγοντες που έχουν ενισχυτική δράση στην καρδιά ή μπορούν να αυξήσουν την καρδιακή παροχή. Μπορεί να είναι καρδιακές γλυκοσίδες, συμπαθητικομιμητικά ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, σε καταπληξία ή σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογικής Ταξινόμησης
7Q3P4BS2FD
LISINOPRIL ANHYDROUS
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης
Η άνυδρη λισινοπρίλη είναι Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης. Ο μηχανισμός δράσης της άνυδρης λισινοπρίλης είναι ως Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης.
LISINOPRIL
Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης [EPC]; Αναστολείς Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης [MoA]
Ημίσεια ζωή
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής Ταξινόμησης
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους επίδραση κυρίως μέσω της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα διουρητικά (ειδικά τα θειαζιδικά διουρητικά), οι β-αποκλειστές, οι α-αποκλειστές, οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, οι αναστολείς διαύλων ασβεστίου, οι εναπομείναντες αποκλειστές και οι αγγειοδιασταλτικοί παράγοντες.
Παράγοντες που έχουν ενισχυτική δράση στην καρδιά ή μπορούν να αυξήσουν την καρδιακή παροχή. Μπορεί να είναι καρδιακές γλυκοσίδες, συμπαθητικομιμητικά ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, σε καταπληξία ή σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (α-ΜΕΑ (Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΑΜΕΑ — Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.