Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C09AA03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LISINOPRIL

Λισινοπρίλη

Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αναστέλλουν την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Οι κυριότερες ενδείξεις τους είναι: Υπέρταση. Χορηγούνται σε ήπια ή μέτρια υπέρταση, ιδιαίτερα αν αντενδείκνυνται ή δεν γίνονται ανεκτοί ή αποτύχουν οι β-αποκλειστές ή τα διουρητικά, αν …

Chemical structure of LISINOPRIL

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Υπέρταση, συµπτωµατική καρδιακή ανεπάρκεια (ως επικουρικό), θεραπεία µικρής διάρκειας - σε αιμοδυναμικά σταθεροποιηµένους ασθενείς - μετά από οξύ έµφραγµα του µυοκαρδίου, θεραπεία νεφρικής νόσου σε υπερτασικούς ασθενείς µε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και…
medication
SPC-PRINIVIL

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
εφάπαξ δόση ημερησίως, περίπου την ίδια ώρα κάθε ημέρα
Δόση έναρξης:
10 mg
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί αυξανόμενη έως ότου ρυθμιστεί η αρτηριακή πίεση ή μέχρι το μέγιστο των 40 mg ημερησίως (για υπέρταση). Η δόση του PRINIVIL πρέπει να αυξάνεται: Κατά ποσότητες όχι μεγαλύτερες από 10 mg, σε διαστήματα όχι μικρότερα των 2 εβδομάδων, μέχρι την υψηλότερη δόση που ανέχεται ο ασθενής, έως τη μέγιστη δόση των 35 mg μία φορά την ημέρα (για καρδιακή ανεπάρκεια). Για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου: 5 mg, 5 mg μετά από 24 ώρες, 10 mg μετά από 48 ώρες και στη συνέχεια 10 mg μία φορά την ημέρα. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί αυξανόμενη έως ότου ρυθμιστεί η αρτηριακή πίεση ή μέχρι το μέγιστο των 40 mg ημερησίως (για νεφρική δυσλειτουργία). Για νεφρικές επιπλοκές του σακχαρώδους διαβήτη: 10 mg μία φορά ημερησίως, η οποία μπορεί να αυξηθεί σε 20 mg μία φορά ημερησίως.
  • Υπέρταση
    Δόση10 mg
    Σε ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο το σύστημα ρενίνης - αγγειοτενίνης - αλδοστερόνης (και ειδικά με νεφραγγειακή υπέρταση, έλλειψη άλατος και /ή όγκου υγρών, καρδιακή αντιστάθμιση ή σοβαρή υπέρταση) μπορεί να παρουσιάσουν εκσεσημασμένη πτώση της αρτηριακής πίεσης μετά τη χορήγηση της δόσης έναρξης. Μία αρχική δόση 2,5-5 mg συνιστάται σε τέτοιους ασθενείς και η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται με ιατρική παρακολούθηση. Μία χαμηλότερη αρχική δόση απαιτείται επί παρουσίας νεφρικής δυσλειτουργίας.
  • Υπέρταση - Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά
    Δόση5 mg
    Εάν η διουρητική θεραπεία δεν μπορεί να διακοπεί, η θεραπεία με PRINIVIL πρέπει να αρχίσει με τη δόση των 5 mg. Η νεφρική λειτουργία και το κάλιο του ορού πρέπει να παρακολουθούνται.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (Κάθαρση κρεατινίνης 10-30 ml/min)
    Δόση2.5-5 mg
  • Νεφρική δυσλειτουργία (Κάθαρση κρεατινίνης 31-80 ml/min)
    Δόση5-10 mg
  • Νεφρική δυσλειτουργία (Λιγότερη από 10 ml/min)
    Δόση2.5 mg*
    *Η δοσολογία και/ή συχνότητα χορήγησης πρέπει να προσαρμόζεται εξαρτώμενη από την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (20 έως < 50 kg)
    Δόση2.5 mg μία φορά την ημέρα
    Μέγ. δόση20 mg
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (≥ 50 kg)
    Δόση5 mg μία φορά την ημέρα
    Μέγ. δόση40 mg
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Δόση2.5 mg μία φορά την ημέρα
    Μέγ. δόση35 mg μία φορά την ημέρα
    Η δόση πρέπει να αυξάνεται κατά ποσότητες όχι μεγαλύτερες από 10 mg σε διαστήματα όχι μικρότερα των 2 εβδομάδων, μέχρι την υψηλότερη δόση που ανέχεται ο ασθενής. Σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης συμπτωματικής υπότασης, π.χ. ασθενείς με έλλειμμα άλατος με ή χωρίς υπονατριαιμία, ασθενείς με ελαττωμένο όγκο υγρών ή ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε έντονη διουρητική θεραπεία, θα πρέπει αν είναι δυνατόν, αυτές οι καταστάσεις να διορθώνονται πριν από την έναρξη της θεραπείας.
  • Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου - Δόση έναρξης (πρώτες 3 ημέρες)
    Δόση5 mg
    Η θεραπεία με PRINIVIL μπορεί να αρχίσει μέσα σε 24 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων. Δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με συστολική αρτηριακή πίεση < 100 mmHg. Η πρώτη δόση είναι 5 mg, ακολουθούμενα από 5 mg μετά από 24 ώρες, 10 mg μετά από 48 ώρες και στη συνέχεια 10 mg μία φορά την ημέρα.
  • Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου - Χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεση (≤ 120 mmHg)
    Δόση2.5 mg
    Ασθενείς με χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεση (≤ 120 mmHg) κατά την έναρξη της θεραπείας ή κατά τη διάρκεια των 3 πρώτων ημερών μετά το έμφραγμα, πρέπει να λαμβάνουν χαμηλότερη δόση.
  • Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου - Δόση συντήρησης
    Δόση10 mg μία φορά την ημέρα
    Εάν εμφανισθεί υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση ≤ 100 mmHg), μπορεί να χορηγηθεί ημερήσια δόση συντήρησης 5mg με προσωρινές μειώσεις σε 2.5 mg, εάν απαιτείται. Εάν εμφανισθεί παρατεταμένη υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση < 90 mmHg για χρονικό διάστημα > 1 ώρα), το PRINIVIL πρέπει να διακοπεί.
  • Νεφρικές Επιπλοκές του Σακχαρώδους Διαβήτη
    Δόση10 mg μία φορά ημερησίως
    Μέγ. δόση20 mg μία φορά ημερησίως
    Απαιτείται για να επιτευχθεί διαστολική αρτηριακή πίεση κάτω των 90 mmHg.
  • Ηλικιωμένοι με μειωμένη νεφρική λειτουργία
    Οι οδηγίες που αναφέρονται στον Πίνακα 1 πρέπει να χρησιμοποιούνται για να προσδιορίζεται η αρχική δόση. Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
block
SPC-PRINIVIL

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Υπερευαισθησία σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ)
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος, που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ
  • Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
  • Δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο της κύησης
    ΠληθυσμόςΚύηση
  • Η ταυτόχρονη χρήση του PRINIVIL με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη
    ΠληθυσμόςΣακχαρώδης διαβήτης ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m²)
warning
SPC-PRINIVIL

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Συμπτωματική υπόταση
    Πληθυσμόςασθενείς με μη επιπλεγμένη υπέρταση
    Εάν εμφανισθεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και αν κριθεί αναγκαίο, να του χορηγηθεί ενδοφλεβίως διάλυμα φυσιολογικού ορού.
  • Συμπτωματική υπόταση
    Πληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια
    Σε μερικούς ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, που έχουν φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, μπορεί να εμφανισθεί επιπλέον μείωση της συστηματικής αρτηριακής πίεσης με τη χορήγηση του PRINIVIL. Εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική, μπορεί να είναι απαραίτητη η μείωση της δοσολογίας ή η διακοπή του PRINIVIL.
  • Υπόταση σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με PRINIVIL σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, που βρίσκονται σε κίνδυνο σοβαρής περαιτέρω αιμοδυναμικής επιδείνωσης μετά από θεραπεία με ένα αγγειοδιασταλτικό. Αυτοί είναι ασθενείς που εμφανίζουν συστολική αρτηριακή πίεση 100 mmHg ή μικρότερη ή καρδιογενές shock. Κατά τις πρώτες τρεις ημέρες μετά το έμφραγμα, η δόση πρέπει να ελαττώνεται εάν η συστολική αρτηριακή πίεση είναι 120 mmHg ή μικρότερη. Οι δόσεις συντήρησης πρέπει να ελαττώνονται σε 5 mg ή προσωρινά σε 2.5 mg, εάν η συστολική αρτηριακή πίεση είναι 100 mmHg ή μικρότερη. Εάν η υπόταση επιμείνει (συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη από 90 mmHg για περισσότερο από 1 ώρα), το PRINIVIL πρέπει να διακοπεί.
  • Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας/υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια
    Όπως και με τους άλλους αναστολείς ΜΕΑ το PRINIVIL πρέπει να δίνεται με προσοχή σε ασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη στη ροή εξόδου της αριστεράς κοιλίας όπως επί στένωσης της αορτής ή υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Πληθυσμόςασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <80 ml/min)
    η αρχική δόση PRINIVIL πρέπει να προσαρμόζεται με την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενούς (βλ. Πίνακα 1 στην παράγραφο 4.2) και κατόπιν σύμφωνα με την απόκριση του ασθενούς στη θεραπεία. Στους ασθενείς αυτούς, η μέτρηση των επιπέδων καλίου και κρεατινίνης, είναι μέρος της συνήθους κλινικής πρακτικής.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Πληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια
    η υπόταση που οφείλεται στην έναρξη της θεραπείας με αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Σε αυτήν την περίπτωση έχει αναφερθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια, συνήθως αναστρέψιμη.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Πληθυσμόςασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας μονήρους νεφρού
    έχει παρατηρηθεί αύξηση της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας. Αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Πληθυσμόςασθενείς με νεφραγγειακή υπέρταση
    υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για σοβαρή υπόταση και νεφρική ανεπάρκεια. Σ’ αυτούς τους ασθενείς η θεραπεία πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση, με χαμηλές δόσεις και προσεκτική ρύθμιση της δόσης. Επειδή η θεραπεία με διουρητικά μπορεί να είναι ένας συμβάλλων παράγοντας στα παραπάνω, αυτή θα πρέπει να διακόπτεται και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας με PRINIVIL.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Πληθυσμόςυπερτασικοί ασθενείς χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφραγγειακή νόσο
    έχουν εμφανίσει αυξήσεις της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού, συνήθως μικρή και παροδική, ιδιαίτερα όταν το PRINIVIL χορηγήθηκε μαζί με διουρητικό. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να χρειασθεί μείωση της δόσης και/ή διακοπή του διουρητικού και/ή του PRINIVIL.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Πληθυσμόςασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με PRINIVIL, σε ασθενείς με ένδειξη νεφρικής δυσλειτουργίας, η οποία προσδιορίζεται με συγκεντρώσεις κρεατινίνης ορού πάνω από 177 micromol/l και/ή πρωτεϊνουρία που υπερβαίνει τα 500mg/24h. Εάν εμφανισθεί νεφρική δυσλειτουργία κατά τη διάρκεια θεραπείας με PRINIVIL (συγκέντρωση κρεατινίνης ορού πάνω από 265 micromol /l ή διπλασιασμός από την τιμή προ της θεραπείας), ο γιατρός πρέπει να εξετάσει την διακοπή της θεραπείας με PRINIVIL.
  • Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημα
    Σε αυτές τις περιπτώσεις, το PRINIVIL πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να αρχίζει κατάλληλη θεραπεία και παρακολούθηση για να επιβεβαιωθεί ότι υποχώρησαν τελείως τα συμπτώματα πριν την έξοδο του ασθενή.
  • Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημα
    Πληθυσμόςασθενείς με οίδημα της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα
    Οι ασθενείς με οίδημα της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα, είναι πιθανόν να παρουσιάσουν απόφραξη των αεροφόρων οδών, ειδικά εκείνοι με ιστορικό χειρουργικής επέμβασης στις αεροφόρους οδούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται επείγουσα θεραπευτική αγωγή. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει χορήγηση αδρεναλίνης και/ή διατήρηση ανοικτών των αεραγωγών. Ο ασθενής πρέπει να βρίσκεται σε στενή ιατρική παρακολούθηση μέχρι να υποχωρήσουν τελείως και επί μακρόν τα συμπτώματα.
  • Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημα
    μεγαλύτερο ποσοστό αγγειοοιδήματος
    Πληθυσμόςμαύροι ασθενείς
  • Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημα
    αυξημένο κίνδυνο για αγγειοοίδημα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος, που δεν είχε σχετισθεί με θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ
  • Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημα
    αυξημένο κίνδυνο για αγγειοίδημα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία συγχορήγησης αναστολέα ΜΕΑ και αναστολέα mTOR (στόχος ραπαμυκίνης στα θηλαστικά) (π.χ. τεμσιρόλιμους, σιρόλιμους, εβερόλιμους)
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις σε ασθενείς σε αιμοδιύλιση
    Πληθυσμόςασθενείς που υφίστανται αιμοδιύλιση με μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας (π.χ. ΑΝ69®) και συγχρόνως λαμβάνουν αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης
    Σε αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης διύλισης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικών.
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της αφαίρεσης LDL (Λιπιδιοαφαίρεση)
    Αυτές οι αντιδράσεις μπορούν να αποφευχθούν με την προσωρινή διακοπή της θεραπείας με αναστολείς -ΜΕΑ, πριν την κάθε αφαίρεση.
  • Απευαισθητοποίηση
    Ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, κατά τη διάρκεια θεραπείας απευαισθητοποίησης (π.χ. δηλητήριο υμενοπτέρων), εμφάνισαν επιμένουσες αναφυλακτικές αντιδράσεις. Στους ίδιους ασθενείς, αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν, όταν διεκόπη προσωρινά η χορήγηση αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, αλλά εμφανίστηκαν πάλι όταν επαναχορηγήθηκε από αμέλεια.
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Οι ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν PRINIVIL και αναπτύσσουν ίκτερο ή αύξηση των ηπατικών ενζύμων πρέπει να σταματούν το PRINIVIL και να τυγχάνουν της απαραίτητης ιατρικής παρακολούθησης.
  • Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυττάρωση
    Πληθυσμόςασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, με ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη ή συνδυασμό όλων αυτών των επιπλεκόντων παραγόντων, ειδικά όταν υπάρχει νεφρική δυσλειτουργία
    To PRINIVIL πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή. Αν το PRINIVIL χρησιμοποιηθεί σε αυτούς τους ασθενείς, πρέπει να γίνεται περιοδική παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων και οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν κάθε ένδειξη λοίμωξης.
  • Φυλή
    μεγαλύτερο ποσοστό αγγειοοιδήματος
    Πληθυσμόςμαύροι ασθενείς
  • Βήχας
    Ο βήχας που προκαλείται από αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση του βήχα.
  • Χειρουργική επέμβαση/Αναισθησία
    Εάν εμφανισθεί υπόταση, η οποία θεωρηθεί ότι οφείλεται σε αυτόν το μηχανισμό μπορεί να διορθωθεί με χορήγηση υγρών για αύξηση του όγκου του πλάσματος.
  • Υπερκαλιαιμία
    Εάν όμως η ταυτόχρονη χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων θεωρείται απαραίτητη, πρέπει να χρησιμοποιούνται με συχνή παρακολούθηση των τιμών του καλίου του ορού.
  • Διαβητικοί ασθενείς
    Στους διαβητικούς ασθενείς, στους οποίους χορηγούνται αντιδιαβητικοί παράγοντες από το στόμα ή ινσουλίνη, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Λίθιο
    Γενικώς δεν συνιστάται ο συνδυασμός λιθίου με PRINIVIL (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)
    Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
  • Κύηση και γαλουχία
    Δεν πρέπει να ξεκινά θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ θεωρηθεί απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν θεραπεία και να λάβουν εναλλακτικές αντιϋπερτασικές θεραπείες που έχουν ένα τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας χορήγησης κατά την εγκυμοσύνη. Εάν έχει διαγνωσθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να σταματήσει αμέσως και, εάν θεωρηθεί απαραίτητο, πρέπει να ξεκινήσει μία εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
swap_horiz
SPC-PRINIVIL

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Διουρητικά
    Αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα είναι αθροιστικό. Πιθανότητα υπερβολικής μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
    ΣύστασηΗ πιθανότητα της συμπτωματικής υπότασης μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με τη διακοπή του διουρητικού πριν την έναρξη της θεραπείας με PRINIVIL.
  • Συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο
    προσοχή
    Εμφάνιση υπερκαλιαιμίας.
    ΣύστασηΕιδικότερα σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία η χρήση μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του καλίου του ορού.
  • προσοχή
    Αναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας του λιθίου όταν συνδυάζεται με θειαζιδικά διουρητικά.
    ΣύστασηΗ χρήση λιθίου και PRINIVIL δεν συνιστάται, αλλά αν η συγχορήγηση αποδειχθεί απαραίτητη, τα επίπεδα του λιθίου του ορού πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος 3g/ημέρα
    προσοχή
    Μείωση του αντιϋπερτασικού αποτελέσματος. Αύξηση του καλίου του ορού. Επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.
    ΣύστασηΟ συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία.
  • Άλλοι Αντιϋπερτασικοί παράγοντες
    Αυξημένη υποτασική δράση.
    ΣύστασηΤαυτόχρονη χρήση με τρινιτρική γλυκερίνη και άλλα νιτρώδη ή άλλα αγγειοδιασταλτικά μπορεί να μειώσει ακόμα περισσότερο την αρτηριακή πίεση.
  • Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/αντιψυχωτικά/αναισθητικά
    Επιπλέον μείωση της αρτηριακής πίεσης.
  • Συμπαθητικομιμητικά
    Μπορεί να ελαττώσουν τις αντιϋπερτασικές ιδιότητες.
  • Αντιδιαβητικά φάρμακα
    προσοχή
    Αυξημένη αποτελεσματικότητα στη μείωση της γλυκόζης του αίματος με κίνδυνο υπογλυκαιμίας.
    ΣύστασηΤο φαινόμενο αυτό είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί τις πρώτες εβδομάδες της συνδυασμένης θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
  • Ενώσεις χρυσού
    σπάνιες
    Αντιδράσεις παρόμοιες με αυτές των νιτριτοειδών ενώσεων (έξαψη του προσώπου, ναυτία, έμετο και υπόταση).
  • Αναστολείς mTOR
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος για αγγειοίδημα.
sick
SPC-PRINIVIL

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
  • μείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη
  • ελαττωμένη δραστηριότητα του μυελού των οστών
  • αναιμία
  • θρομβοκυτοπενία
  • λευκοπενία
  • ουδετεροπενία
  • ακοκκιοκυταραιμία
  • αιμολυτική αναιμία
  • λεμφαδενοπάθεια
  • αυτοάνοση νόσος
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • υπογλυκαιμία
Νευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
  • ζάλη
  • κεφαλαλγία
  • αλλαγές της διάθεσης
  • παραισθησία
  • ίλιγγος
  • διαταραχές της γεύσης
  • διαταραχές του ύπνου
  • διανοητική σύγχυση
Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
  • ορθοστατικές επιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της υπότασης)
  • έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο
  • αισθημα παλμών
  • ταχυκαρδία
  • σύνδρομο Raynaud
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, θώρακα, μεσοθωρακίου
  • βήχας
  • ρινίτιδα
  • βρογχόσπασμος
  • παραρρινοκολπίτιδα
  • αλλεργική κυψελίτιδα/ηωσινοφιλική πνευμονία
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • διάρροια
  • εμετός
  • ναυτία
  • κοιλιακό άλγος και δυσπεψία
  • ξηροστομία
  • παγκρεατίτιδα
  • εντερικό αγγειοοίδημα
  • ηπατοκυτταρική ή χολοστατική ηπατίτιδα
  • ίκτερος
  • ηπατική ανεπάρκεια
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • εξάνθημα
  • κνησμός
  • υπερευαισθησία/ αγγειονευρωτικό οίδημα
  • κνίδωση
  • αλωπεκία
  • ψωρίαση
  • εφίδρωση
  • πέμφιγα
  • τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • σύνδρομο Stevens Johnson
  • πολύμορφο ερύθημα
Διαταραχές του νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος
  • νεφρική δυσλειτουργία
  • ουραιμία
  • οξεία νεφρική ανεπάρκεια
  • ολιγουρία/ανουρία
Διαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • ανικανότητα
  • γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • κόπωση
  • αδυναμία
Παρακλινικές εξετάσεις
  • αύξηση στην ουρία αίματος
  • αυξήσεις της κρεατινίνης ορού
  • αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων
  • υπερκαλιαιμία
  • αύξηση της χολερυθρίνης ορού
  • υπονατριαιμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • μείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη
    Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • ελαττωμένη δραστηριότητα του μυελού των οστών, αναιμία, θρομβοκυτοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυταραιμία, αιμολυτική αναιμία, λεμφαδενοπάθεια, αυτοάνοση νόσος
    Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • υπογλυκαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Πολύ σπάνιες
  • ζάλη, κεφαλαλγία
    Νευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • αλλαγές της διάθεσης, παραισθησία, ίλιγγος, διαταραχές της γεύσης, διαταραχές του ύπνου
    Νευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • διανοητική σύγχυση
    Νευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • ορθοστατικές επιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της υπότασης)
    Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο, πιθανόν ως δευτερογενή συμβάματα λόγω της σοβαρής υπότασης σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, σύνδρομο Raynaud
    Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • βήχας
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, θώρακα, μεσοθωρακίου
    Συχνές
  • ρινίτιδα
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, θώρακα, μεσοθωρακίου
    Όχι συχνές
  • βρογχόσπασμος, παραρρινοκολπίτιδα, αλλεργική κυψελίτιδα/ηωσινοφιλική πνευμονία
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, θώρακα, μεσοθωρακίου
    Πολύ σπάνιες
  • διάρροια, εμετός
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • ναυτία, κοιλιακό άλγος και δυσπεψία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • ξηροστομία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • παγκρεατίτιδα, εντερικό αγγειοοίδημα, ηπατοκυτταρική ή χολοστατική ηπατίτιδα, ίκτερος και ηπατική ανεπάρκεια
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Πολύ σπάνιες
  • εξάνθημα, κνησμός
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • υπερευαισθησία/ αγγειονευρωτικό οίδημα: αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών, της γλώσσας, της γλωττίδας και/ή του λάρυγγα, κνίδωση, αλωπεκία, ψωρίαση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • εφίδρωση, πέμφιγα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens Johnson, πολύμορφο ερύθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • νεφρική δυσλειτουργία
    Διαταραχές του νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος
    Συχνές
  • ουραιμία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Διαταραχές του νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • ολιγουρία/ανουρία
    Διαταραχές του νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • ανικανότητα
    Διαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • γυναικομαστία
    Διαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Σπάνιες
  • κόπωση, αδυναμία
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • αύξηση στην ουρία αίματος, αυξήσεις της κρεατινίνης ορού, αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων, υπερκαλιαιμία
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • αύξηση της χολερυθρίνης ορού, υπονατριαιμία
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Σπάνιες
pregnant_woman
SPC-PRINIVIL

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης. Όταν διαγνωσθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να σταματήσει αμέσως και, εάν θεωρηθεί απαραίτητο, πρέπει να ξεκινήσει μία εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση στη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης είναι γνωστό ότι προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοΰδράμνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλαιμία). Εάν υπάρχει έκθεση στους αναστολείς ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνει έλεγχος μέσω υπερηχογραφήματος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την χρήση του PRINIVIL κατά τη γαλουχία το PRINIVIL δεν συνιστάται και είναι προτιμητέες εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένα προφίλ ασφάλειας κατά τη γαλουχία, ιδιαίτερα κατά τον θηλασμό ενός νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Υπάρχουν δύο ισομορφές ACE: η σωματική ισομορφή, που υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη με μια μόνο πολυπεπτιδική αλυσίδα μήκους 1277 αμινοξέων, και η δοκιμαστική ισομορφή, που έχει μικρότερο μοριακό βάρος και θεωρείται ότι παίζει ρόλο στη γονιμοποίηση και στη…
monitor_heart
SPC-PRINIVIL

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: 3.4.2.1.Καρδιαγγειακό σύστημα. Αντιυπερτασικό. Παράγοντες που επιδρούν στο σύστημα ρενίνης - αγγειοτενίνης. Αναστολείς ΜΕΑ Κωδικός ΑΤC: C09AA03 Το PRINIVIL είναι αναστολέας της πεπτιδυλικής διπεπτιδάσης. Το PRINIVIL είναι…
biotech
SPC-PRINIVIL

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η λισινοπρίλη είναι ένας δραστικός αναστολέας ΜΕΑ χορηγούμενος από το στόμα, που δεν περιέχει σουλφυδρίλιο. Απορρόφηση Μετά τη χορήγηση λισινοπρίλης από το στόμα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται μέσα σε περίπου 7 ώρες, παρ’όλο που…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η λισινοπρίλη δεν μεταβολίζεται και αποβάλλεται ως αμετάβλητο φάρμακο. Η λισινοπρίλη δεν υφίσταται μεταβολισμό και απεκκρίνεται αμετάβλητη εξ ολοκλήρου στα ούρα.
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-PRINIVIL
expand_more

Το PRINIVIL πρέπει να χορηγείται από το στόμα ως εφάπαξ δόση ημερησίως. Όπως και με άλλες θεραπευτικές αγωγές που λαμβάνονται μία φορά την ημέρα, το PRINIVIL πρέπει να λαμβάνεται περίπου την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Η απορρόφηση των δισκίων PRINIVIL δεν επηρεάζεται από την τροφή. Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται σύμφωνα με το προφίλ του ασθενούς και την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Υπέρταση

Το PRINIVIL μπορεί να χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλες κατηγορίες αντιϋπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις, Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).

Δόση έναρξης Σε ασθενείς με υπέρταση η συνήθης συνιστώμενη δόση είναι 10 mg.

Ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο το σύστημα ρενίνης - αγγειοτενίνης - αλδοστερόνης (και ειδικά με νεφραγγειακή υπέρταση, έλλειψη άλατος και /ή όγκου υγρών, καρδιακή αντιστάθμιση ή σοβαρή υπέρταση) μπορεί να παρουσιάσουν εκσεσημασμένη πτώση της αρτηριακής πίεσης μετά τη χορήγηση της δόσης έναρξης. Μία αρχική δόση 2,5-5 mg συνιστάται σε τέτοιους ασθενείς και η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται με ιατρική παρακολούθηση. Μία χαμηλότερη αρχική δόση απαιτείται επί παρουσίας νεφρικής δυσλειτουργίας (βλέπε παρακάτω Πίνακα 1).

Δόση συντήρησης Η συνήθης αποτελεσματική δόση συντήρησης είναι 20 mg χορηγούμενη ως εφάπαξ δόση ημερησίως. Γενικά, εάν το επιθυμητό θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε διάστημα 2 έως 4 εβδομάδων σε συγκεκριμένη δοσολογία, η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω.

Η μέγιστη δόση η οποία χρησιμοποιήθηκε σε μακράς διάρκειας ελεγχόμενες κλινικές μελέτες ήταν 80 mg/ημερησίως.

Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά Συμπτωματική υπόταση μπορεί να εμφανισθεί μετά την έναρξη της θεραπείας με PRINIVIL. Αυτό είναι πιθανότερο να συμβεί σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν τώρα θεραπεία με διουρητικά. Ως εκ τούτου, συνιστάται προσοχή, επειδή αυτοί οι ασθενείς μπορούν να έχουν έλλειμμα όγκου υγρών και/ή άλατος.

Εάν είναι δυνατόν, η θεραπεία με διουρητικά πρέπει να διακόπτεται 2 έως 3 ημέρες πριν από την έναρξη της θεραπείας με PRINIVIL. Σε υπερτασικούς ασθενείς, στους οποίους η διουρητική θεραπεία δεν μπορεί να διακοπεί, η θεραπεία με PRINIVIL πρέπει να αρχίσει με τη δόση των 5 mg. Η νεφρική λειτουργία και το κάλιο του ορού πρέπει να παρακολουθούνται. Η μετέπειτα δοσολογία του PRINIVIL πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την απόκριση της αρτηριακής πίεσης. Εάν απαιτείται, η διουρητική θεραπεία μπορεί να επαναρχίσει (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).

Αναπροσαρμογή της Δοσολογίας σε Νεφρική Δυσλειτουργία Η δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση κρεατινίνης όπως αναγράφεται στον παρακάτω Πίνακα 1:

Πίνακας 1. Αναπροσαρμογή της Δοσολογίας σε Νεφρική Δυσλειτουργία

Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) Αρχική δόση (mg/ημέρα)
Λιγότερη από 10 ml/min (συμπεριλαμβανομένων των ασθενών σε αιμοδιύλιση) 2.5 mg*
10-30 ml/min 2.5-5 mg
31-80 ml/min 5-10 mg

*H δοσολογία και/ή συχνότητα χορήγησης πρέπει να προσαρμόζεται εξαρτώμενη από την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.

Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί αυξανόμενη έως ότου ρυθμιστεί η αρτηριακή πίεση ή μέχρι το μέγιστο των 40 mg ημερησίως.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Χρήση σε υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6-16 ετών.

Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 2,5 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς 20 έως < 50 kg, και 5 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς ≥ 50 kg. Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται ατομικά έως την μέγιστη δόση των 20mg ημερησίως σε ασθενείς που έχουν βάρος 20 έως < 50 kg και 40 mg σε ασθενείς που έχουν βάρος ≥ 50 kg. Οι δόσεις πάνω από 0,61mg/kg (ή πλέον των 40mg) δεν έχουν μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Σε παιδιά με μειωμένη νεφρική λειτουργία, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μίας μικρότερης δόσης έναρξης ή μεγαλύτερο διάστημα δοσολογίας.

Καρδιακή ανεπάρκεια

Σε ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια το PRINIVIL πρέπει να χορηγείται ως επιπρόσθετη θεραπεία μαζί με διουρητικά και όπου είναι κατάλληλο, δακτυλίτιδα ή β-αναστολείς. Η χορήγηση του PRINIVIL μπορεί να αρχίσει με αρχική δόση 2.5 mg μία φορά την ημέρα, χορηγούμενα υπό ιατρική παρακολούθηση έτσι ώστε να προσδιορίζεται το αρχικό αποτέλεσμα στην αρτηριακή πίεση. Η δόση του PRINIVIL πρέπει να αυξάνεται:

  • Κατά ποσότητες όχι μεγαλύτερες από 10 mg
  • Σε διαστήματα όχι μικρότερα των 2 εβδομάδων
  • Μέχρι την υψηλότερη δόση που ανέχεται ο ασθενής, έως τη μέγιστη δόση των 35 mg μία φορά την ημέρα.

Η ρύθμιση της δόσης πρέπει να βασίζεται στην κλινική απόκριση εκάστου ασθενούς.

Σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης συμπτωματικής υπότασης, π.χ. ασθενείς με έλλειμμα άλατος με ή χωρίς υπονατριαιμία, ασθενείς με ελαττωμένο όγκο υγρών ή ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε έντονη διουρητική θεραπεία, θα πρέπει αν είναι δυνατόν, αυτές οι καταστάσεις να διορθώνονται πριν από την έναρξη της θεραπείας με PRINIVIL.

Η νεφρική λειτουργία και το κάλιο του ορού πρέπει να ελέγχονται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου

Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν, όπως αρμόζει, την καθιερωμένη συνιστώμενη θεραπεία, όπως θρομβολυτικά, ασπιρίνη και β-αναστολείς. Ενδοφλέβια ή διαδερμικά χορηγούμενη τρινιτρική γλυκερίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί μαζί με το PRINIVIL.

Δόση έναρξης (πρώτες 3 ημέρες μετά το έμφραγμα) Η θεραπεία με PRINIVIL μπορεί να αρχίσει μέσα σε 24 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων. Η θεραπεία δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη από 100 mmHg.

Η πρώτη δόση του PRINIVIL είναι 5 mg χορηγούμενο από το στόμα, ακολουθούμενα από 5 mg μετά από 24 ώρες, 10 mg μετά από 48 ώρες και στη συνέχεια 10 mg μία φορά την ημέρα. Ασθενείς με χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεση (≤ 120 mmHg) κατά την έναρξη της θεραπείας ή κατά τη διάρκεια των 3 πρώτων ημερών μετά το έμφραγμα, πρέπει να λαμβάνουν χαμηλότερη δόση: 2,5mg από το στόμα (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Σε περιπτώσεις νεφρικής δυσλειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης <80 ml/min), η αρχική δόση του PRINIVIL πρέπει να προσαρμοσθεί σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενούς (βλέπε Πίνακα 1).

Δόση συντήρησης Η δόση συντήρησης είναι 10 mg χορηγούμενα μία φορά την ημέρα.

Εάν εμφανισθεί υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη ή ίση με 100 mmHg), μπορεί να χορηγηθεί ημερήσια δόση συντήρησης 5mg με προσωρινές μειώσεις σε 2.5 mg, εάν απαιτείται.

Εάν εμφανισθεί παρατεταμένη υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη από 90 mmHg για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 1 ώρα), το PRINIVIL πρέπει να διακοπεί.

Η θεραπεία πρέπει να συνεχισθεί για 6 εβδομάδες και να επανεκτιμώνται οι ασθενείς. Ασθενείς που θα παρουσιάσουν συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, πρέπει να συνεχίσουν με το PRINIVIL (βλέπε Δοσολογία).

Νεφρικές Επιπλοκές του Σακχαρώδους Διαβήτη

Σε υπερτασικούς ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και αρχόμενη νεφροπάθεια, η δόση είναι 10 mg PRINIVIL μία φορά ημερησίως η οποία μπορεί να αυξηθεί σε 20 mg μία φορά ημερησίως, εάν είναι απαραίτητο για να επιτευχθεί διαστολική αρτηριακή πίεση κάτω των 90 mmHg.

Σε περιπτώσεις νεφρικής δυσλειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης <80 ml/min), η αρχική δόση PRINIVIL θα πρέπει να καθορισθεί ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης (βλέπε Πίνακα 1).

Παιδιατρική χρήση

Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία σχετικά με την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε υπερτασικά παιδιά ηλικίας > των 6 ετών, αλλά καμία εμπειρία σχετικά με άλλες ενδείξεις (βλέπε Φαρμακοδυναμικές). Η λισινοπρίλη δεν συνιστάται σε παιδιά για άλλες ενδείξεις εκτός από την υπέρταση.

Η λισινοπρίλη δεν συνιστάται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών ή σε παιδιά με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30ml/min/1.73m ) (βλέπε Φαρμακοκινητικές).

Χρήση στους ηλικιωμένους

Σε κλινικές μελέτες δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά σε σχέση με την ηλικία, όσον αφορά το προφίλ αποτελεσματικότητας και ασφάλειας του φαρμάκου. Ωστόσο, όταν η προχωρημένη ηλικία σχετίζεται με μείωση της νεφρικής λειτουργίας, οι οδηγίες που αναφέρονται στον Πίνακα 1 πρέπει να χρησιμοποιούνται για να προσδιορίζεται η αρχική δόση του PRINIVIL. Κατόπιν, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.

Σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού

Δεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με την χρήση του PRINIVIL σε ασθενείς με πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρού. Ως εκ τούτου, η θεραπεία με PRINIVIL δεν συνιστάται.

block

Αντενδείξεις

SPC-PRINIVIL
expand_more

Αντενδείξεις

To PRINIVIL αντενδείκνυται σε ασθενείς με

  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Υπερευαισθησία σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ)
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος, που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ
  • Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
  • Δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία)
  • Η ταυτόχρονη χρήση του PRINIVIL με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m²) (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-PRINIVIL
expand_more

Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Συμπτωματική υπόταση Συμπτωματική υπόταση έχει παρατηρηθεί σπάνια σε ασθενείς με μη επιπλεγμένη υπέρταση. Σε υπερτασικούς ασθενείς που παίρνουν PRINIVIL, είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί υπόταση, εάν ο ασθενής έχει μειωμένο όγκο υγρών, π.χ. μετά από θεραπεία με διουρητικά, δίαιτα με περιορισμό άλατος, αιμοκάθαρση, διάρροια ή έμετο ή έχει σοβαρή υπέρταση εξαρτώμενη από την ρενίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια, έχει παρατηρηθεί συμπτωματική υπόταση. Αυτό είναι πιθανότερο να συμβεί σε εκείνους τους ασθενείς με περισσότερο σοβαρό βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια, που χαρακτηρίζεται από τη χρήση υψηλών δόσεων διουρητικών της αγκύλης, υπονατριαιμία ή νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο για συμπτωματική υπόταση, η έναρξη της θεραπείας και η προσαρμογή της δοσολογίας πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται για τους ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή αγγειοεγκεφαλική νόσο, στους οποίους υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο.

Εάν εμφανισθεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και αν κριθεί αναγκαίο, να του χορηγηθεί ενδοφλεβίως διάλυμα φυσιολογικού ορού.

Μία παροδική υποτασική απόκριση δεν είναι αντένδειξη για περαιτέρω χορήγηση, που μπορεί συνήθως να συνεχισθεί χωρίς δυσκολία, εφόσον αυξηθεί η αρτηριακή πίεση μετά την αποκατάσταση του όγκου των υγρών.

Σε μερικούς ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, που έχουν φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, μπορεί να εμφανισθεί επιπλέον μείωση της συστηματικής αρτηριακής πίεσης με τη χορήγηση του PRINIVIL. Αυτό το αποτέλεσμα αναμένεται και συνήθως δεν είναι αιτία διακοπής της θεραπείας. Εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική, μπορεί να είναι απαραίτητη η μείωση της δοσολογίας ή η διακοπή του PRINIVIL.

Υπόταση σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με PRINIVIL σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, που βρίσκονται σε κίνδυνο σοβαρής περαιτέρω αιμοδυναμικής επιδείνωσης μετά από θεραπεία με ένα αγγειοδιασταλτικό. Αυτοί είναι ασθενείς που εμφανίζουν συστολική αρτηριακή πίεση 100 mmHg ή μικρότερη ή καρδιογενές shock. Κατά τις πρώτες τρεις ημέρες μετά το έμφραγμα, η δόση πρέπει να ελαττώνεται εάν η συστολική αρτηριακή πίεση είναι 120 mmHg ή μικρότερη. Οι δόσεις συντήρησης πρέπει να ελαττώνονται σε 5 mg ή προσωρινά σε 2.5 mg, εάν η συστολική αρτηριακή πίεση είναι 100 mmHg ή μικρότερη. Εάν η υπόταση επιμείνει (συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη από 90 mmHg για περισσότερο από 1 ώρα), το PRINIVIL πρέπει να διακοπεί.

Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας/υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια Όπως και με τους άλλους αναστολείς ΜΕΑ το PRINIVIL πρέπει να δίνεται με προσοχή σε ασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη στη ροή εξόδου της αριστεράς κοιλίας όπως επί στένωσης της αορτής ή υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας.

Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <80 ml/min), η αρχική δόση PRINIVIL πρέπει να προσαρμόζεται με την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενούς (βλ. Πίνακα 1 στην παράγραφο 4.2) και κατόπιν σύμφωνα με την απόκριση του ασθενούς στη θεραπεία. Στους ασθενείς αυτούς, η μέτρηση των επιπέδων καλίου και κρεατινίνης, είναι μέρος της συνήθους κλινικής πρακτικής.

Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, η υπόταση που οφείλεται στην έναρξη της θεραπείας με αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Σε αυτήν την περίπτωση έχει αναφερθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια, συνήθως αναστρέψιμη.

Σε μερικούς ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας μονήρους νεφρού, που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, έχει παρατηρηθεί αύξηση της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας. Αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.

Εάν υπάρχει επίσης νεφραγγειακή υπέρταση, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για σοβαρή υπόταση και νεφρική ανεπάρκεια. Σ’ αυτούς τους ασθενείς η θεραπεία πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση, με χαμηλές δόσεις και προσεκτική ρύθμιση της δόσης.

Επειδή η θεραπεία με διουρητικά μπορεί να είναι ένας συμβάλλων παράγοντας στα παραπάνω, αυτή θα πρέπει να διακόπτεται και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας με PRINIVIL.

Μερικοί υπερτασικοί ασθενείς χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφραγγειακή νόσο έχουν εμφανίσει αυξήσεις της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού, συνήθως μικρή και παροδική, ιδιαίτερα όταν το PRINIVIL χορηγήθηκε μαζί με διουρητικό. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να χρειασθεί μείωση της δόσης και/ή διακοπή του διουρητικού και/ή του PRINIVIL.

Σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, δεν πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με PRINIVIL, σε ασθενείς με ένδειξη νεφρικής δυσλειτουργίας, η οποία προσδιορίζεται με συγκεντρώσεις κρεατινίνης ορού πάνω από 177 micromol/l και/ή πρωτεϊνουρία που υπερβαίνει τα 500mg/24h. Εάν εμφανισθεί νεφρική δυσλειτουργία κατά τη διάρκεια θεραπείας με PRINIVIL (συγκέντρωση κρεατινίνης ορού πάνω από 265 micromol /l ή διπλασιασμός από την τιμή προ της θεραπείας), ο γιατρός πρέπει να εξετάσει την διακοπή της θεραπείας με PRINIVIL.

Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημα Αγγειοοίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών, της γλώσσας, της γλωττίδας και/ή του λάρυγγα, έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκαν αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, συμπεριλαμβανομένου του PRINIVIL. Αυτό, μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε στη διάρκεια της θεραπείας.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το PRINIVIL πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να αρχίζει κατάλληλη θεραπεία και παρακολούθηση για να επιβεβαιωθεί ότι υποχώρησαν τελείως τα συμπτώματα πριν την έξοδο του ασθενή.

Ακόμη και σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου το οίδημα περιορίζεται στη γλώσσα, χωρίς διαταραχή της αναπνευστικής λειτουργίας, οι ασθενείς μπορεί να χρειασθούν παρατεταμένη παρακολούθηση διότι μπορεί τα αντισταμινικά και τα κορτικοστεροειδή να μην είναι αποτελεσματικά.

Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί θάνατοι από αγγειοοίδημα που σχετίζεται με οίδημα της γλώσσας ή του λάρυγγα. Οι ασθενείς με οίδημα της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα, είναι πιθανόν να παρουσιάσουν απόφραξη των αεροφόρων οδών, ειδικά εκείνοι με ιστορικό χειρουργικής επέμβασης στις αεροφόρους οδούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται επείγουσα θεραπευτική αγωγή. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει χορήγηση αδρεναλίνης και/ή διατήρηση ανοικτών των αεραγωγών. Ο ασθενής πρέπει να βρίσκεται σε στενή ιατρική παρακολούθηση μέχρι να υποχωρήσουν τελείως και επί μακρόν τα συμπτώματα.

Οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης προκαλούν μεγαλύτερο ποσοστό αγγειοοιδήματος στους μαύρους ασθενείς από ότι στους μη μαύρους.

Ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος, που δεν είχε σχετισθεί με θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ, ίσως διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για αγγειοοίδημα κατά τη διάρκεια θεραπείας με αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης (βλ. Αντενδείξεις).

Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία συγχορήγησης αναστολέα ΜΕΑ και αναστολέα mTOR (στόχος ραπαμυκίνης στα θηλαστικά) (π.χ. τεμσιρόλιμους, σιρόλιμους, εβερόλιμους) μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για αγγειοίδημα.

Αναφυλακτικές αντιδράσεις σε ασθενείς σε αιμοδιύλιση Σε ασθενείς που υφίστανται αιμοδιύλιση με μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας (π.χ. ΑΝ69®) και συγχρόνως λαμβάνουν αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, έχουν αναφερθεί αναφυλακτικές αντιδράσεις. Σε αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης διύλισης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικών.

Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της αφαίρεσης LDL (Λιπιδιοαφαίρεση) Σπάνια παρουσιάσθηκαν απειλητικές για τη ζωή αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια αφαίρεσης LDL με θειϊκή δεξτράνη. Αυτές οι αντιδράσεις μπορούν να αποφευχθούν με την προσωρινή διακοπή της θεραπείας με αναστολείς -ΜΕΑ, πριν την κάθε αφαίρεση.

Απευαισθητοποίηση Ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, κατά τη διάρκεια θεραπείας απευαισθητοποίησης (π.χ. δηλητήριο υμενοπτέρων), εμφάνισαν επιμένουσες αναφυλακτικές αντιδράσεις. Στους ίδιους ασθενείς, αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν, όταν διεκόπη προσωρινά η χορήγηση αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, αλλά εμφανίστηκαν πάλι όταν επαναχορηγήθηκε από αμέλεια.

Ηπατική ανεπάρκεια Πολύ σπάνια, οι αναστολείς -ΜΕΑ έχουν συσχετισθεί με ένα σύνδρομο το οποίο αρχίζει με χολοστατικό ίκτερο ή ηπατίτιδα και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο νέκρωση και (μερικές φορές) θάνατο. Ο μηχανισμός αυτού του συνδρόμου δεν έχει γίνει κατανοητός. Οι ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν PRINIVIL και αναπτύσσουν ίκτερο ή αύξηση των ηπατικών ενζύμων πρέπει να σταματούν το PRINIVIL και να τυγχάνουν της απαραίτητης ιατρικής παρακολούθησης.

Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυττάρωση Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυττάρωση, θρομβοκυτοπενία και αναιμία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν αναστολείς -ΜΕΑ. Ουδετεροπενία εμφανίζεται σπάνια σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και χωρίς άλλους παράγοντες κινδύνου. Η ουδετεροπενία/ακοκκιοκυττάρωση είναι αναστρέψιμες μετά τη διακοπή του αναστολέα του ΜΕΑ.

To PRINIVIL πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, με ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη ή συνδυασμό όλων αυτών των επιπλεκόντων παραγόντων, ειδικά όταν υπάρχει νεφρική δυσλειτουργία. Μερικοί από αυτούς τους ασθενείς αναπτύσσουν σοβαρές λοιμώξεις, οι οποίες σε μερικές περιπτώσεις δεν αποκρίνονται στην εντατική αντιβιοτική θεραπεία. Αν το PRINIVIL χρησιμοποιηθεί σε αυτούς τους ασθενείς, πρέπει να γίνεται περιοδική παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων και οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν κάθε ένδειξη λοίμωξης.

Φυλή Η ανάπτυξη αγγειοοιδήματος από αναστολείς του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης εμφανίζεται σε μεγαλύτερο ποσοστό τους μαύρους ασθενείς από ότι στους υπόλοιπους. Όπως και με άλλους αναστολείς -ΜΕΑ το PRINIVIL μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικό στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε μαύρους ασθενείς από ότι στους υπόλοιπους. Αυτό συμβαίνει πιθανότατα λόγω του μεγαλύτερου ποσοστού ασθενών με χαμηλά επίπεδα ρενίνης ανάμεσα στον πληθυσμό των μαύρων υπερτασικών.

Βήχας Βήχας έχει αναφερθεί κατά τη χρήση αναστολέων του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης. Χαρακτηριστικά, ο βήχας αυτός είναι ξηρός, μη παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο βήχας που προκαλείται από αναστολέα του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση του βήχα.

Χειρουργική επέμβαση/Αναισθησία To PRINIVIL μπορεί να αναστείλει το σχηματισμό αγγειοτασίνης ΙΙ που προκαλείται από απελευθέρωση της ρενίνης σε ασθενείς που υφίστανται σοβαρή χειρουργική επέμβαση, όπως επίσης και κατά τη διάρκεια της αναισθησίας με αναισθητικά μέσα που προκαλούν υπόταση. Εάν εμφανισθεί υπόταση, η οποία θεωρηθεί ότι οφείλεται σε αυτόν το μηχανισμό μπορεί να διορθωθεί με χορήγηση υγρών για αύξηση του όγκου του πλάσματος.

Υπερκαλιαιμία Κατά τη διάρκεια της αγωγής με αναστολέα του ΜΕΑ, μπορεί να εμφανισθεί αύξηση του καλίου του ορού. Ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, διαβήτη ή ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιο ή φάρμακα τα οποία συνδέονται με αύξηση των επιπέδων καλίου του πλάσματος (π.χ. ηπαρίνη), είναι μεγαλύτερος ο κίνδυνος ανάπτυξης υπερκαλιαιμίας. Εάν όμως η ταυτόχρονη χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων θεωρείται απαραίτητη, πρέπει να χρησιμοποιούνται με συχνή παρακολούθηση των τιμών του καλίου του ορού.

Διαβητικοί ασθενείς Στους διαβητικούς ασθενείς, στους οποίους χορηγούνται αντιδιαβητικοί παράγοντες από το στόμα ή ινσουλίνη, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Λίθιο Γενικώς δεν συνιστάται ο συνδυασμός λιθίου με PRINIVIL (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS) Υπάρχουν αποδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RASS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).

Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.

Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Κύηση και γαλουχία Δεν πρέπει να ξεκινά θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ θεωρηθεί απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν θεραπεία και να λάβουν εναλλακτικές αντιϋπερτασικές θεραπείες που έχουν ένα τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας χορήγησης κατά την εγκυμοσύνη. Εάν έχει διαγνωσθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να σταματήσει αμέσως και, εάν θεωρηθεί απαραίτητο, πρέπει να ξεκινήσει μία εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).

Η χρήση της λισινοπρίλης δεν ενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-PRINIVIL
expand_more

Αλληλεπιδράσεις

Διουρητικά Όταν ένα διουρητικό προστίθεται στη θεραπεία ενός ασθενούς ο οποίος λαμβάνει PRINIVIL, συνήθως το αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα είναι αθροιστικό.

Ασθενείς που λαμβάνουν ήδη διουρητικά και ιδιαίτερα όσοι πρόσφατα άρχισαν θεραπεία με διουρητικά μπορεί περιστασιακά να παρουσιάσουν υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης όταν προστίθεται το PRINIVIL.

Η πιθανότητα της συμπτωματικής υπότασης με το PRINIVIL μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με την διακοπή του διουρητικού πριν την έναρξη της θεραπείας με το PRINIVIL (βλέπε Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο Αν και στις κλινικές μελέτες το κάλιο του ορού συνήθως παρέμενε σε φυσιολογικά όρια, εμφανίσθηκε υπερκαλιαιμία σε ορισμένους ασθενείς. Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση υπερκαλιαιμίας περιλαμβάνουν νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη και ταυτόχρονη χρήση καλιοσυντηρητικών διουρητικών (π.χ σπιρονολακτόνης, τριαμτερένης ή αμιλορίδης), συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιο. Ειδικότερα σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία η χρήση συμπληρωμάτων καλίου, καλιοσυντηρητικών διουρητικών ή υποκατάστατων αλάτων που περιέχουν κάλιο μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του καλίου του ορού.

Εάν το PRINIVIL χορηγείται με ένα μη καλιοσυντηρητικό διουρητικό τότε η οφειλόμενη στο διουρητικό υποκαλιαιμία μπορεί να βελτιωθεί.

Λίθιο Έχουν αναφερθεί κατά την ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων ΜΕΑ με λίθιο, αναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο τοξικότητας του λιθίου και να επιτείνει την ήδη αυξημένη τοξικότητα του λιθίου με τους αναστολείς -ΜΕΑ.

Η χρήση λιθίου και PRINIVIL δεν συνιστάται, αλλά αν η συγχορήγηση αποδειχθεί απαραίτητη, τα επίπεδα του λιθίου του ορού πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος 3g/ημέρα Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 (αναστολείς COX-2) μπορεί να μειώσουν την δράση των διουρητικών και άλλων αντιϋπερτασικών φαρμάκων. Ως εκ τούτου, η χρόνια χορήγηση των ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσει το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα ενός ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή ενός αναστολέα ΜΕΑ.

Τα ΜΣΑΦ και οι αναστολείς ΜΕΑ ασκούν μία επιπρόσθετη δράση στην αύξηση του καλίου του ορού, και μπορεί να οδηγήσουν στην επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Αυτές οι επιδράσεις είναι συνήθως αναστρέψιμες.

Σε μερικούς ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. ηλικιωμένοι ασθενείς ή ασθενείς με μειωμένο όγκο υγρών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που λαμβάνουν διουρητική θεραπεία) οι οποίοι λαμβάνουν μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2, η συγχορήγηση των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή των αναστολέων ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Αυτές οι επιδράσεις είναι συνήθως αναστρέψιμες. Συνεπώς, ο συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία.

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RAΑS) Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAΑS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης συσχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνου παράγοντα που δρα στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAΑS) (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).

Άλλοι Αντιϋπερτασικοί παράγοντες Ταυτόχρονη χρήση αυτών των παραγόντων μπορεί να αυξήσει την υποτασική δράση του PRINIVIL. Ταυτόχρονη χρήση με τρινιτρική γλυκερίνη και άλλα νιτρώδη ή άλλα αγγειοδιασταλτικά μπορεί να μειώσει ακόμα περισσότερο την αρτηριακή πίεση.

Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/αντιψυχωτικά/αναισθητικά Ταυτόχρονη χρήση ορισμένων αναισθητικών φαρμάκων, τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και αντιψυχωσικών με αναστολείς -ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε επιπλέον μείωση της αρτηριακής πίεσης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Συμπαθητικομιμητικά Μπορεί να ελαττώσουν τις αντιϋπερτασικές ιδιότητες των αναστολέων του ΜΕΑ.

Αντιδιαβητικά φάρμακα Επιδημιολογικές μελέτες υποστηρίζουν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων του ΜΕΑ και αντιδιαβητικών φαρμάκων (ινσουλινών, από το στόμα χορηγούμενων υπογλυκαιμικών σκευασμάτων), μπορεί να προκαλέσει αυξημένη αποτελεσματικότητα στη μείωση της γλυκόζης του αίματος με κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Το φαινόμενο αυτό είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί τις πρώτες εβδομάδες της συνδυασμένης θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Ακετυλοσαλικυλικό οξύ, θρομβολυτικά, β-αναστολείς, νιτρώδη Το PRINIVIL μπορεί να χορηγείται ταυτόχρονα με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (σε καρδιολογικές δόσεις), θρομβολυτικά, β-αναστολείς, νιτρώδη.

Ενώσεις χρυσού Αντιδράσεις παρόμοιες με αυτές των νιτριτοειδών ενώσεων (συμπτώματα που περιλαμβάνουν έξαψη του προσώπου, ναυτία, έμετο και υπόταση) έχουν αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ενώσεις χρυσού ενέσιμης μορφής (νάτριο θειομηλικού χρυσού) και ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ συμπεριλαμβανομένης της εναλαπρίλης.

Αναστολείς mTOR (mammalian target of rapamycin (mTOR) inhibitors) Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με αναστολέα mTOR (π.χ. τεμσιρόλιμους, σιρόλιμους, εβερόλιμους) μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για αγγειοίδημα. (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση)

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-PRINIVIL
expand_more

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί και αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με PRINIVIL και άλλους αναστολείς ΜΕΑ με την ακόλουθη συχνότητα:

Πολύ συχνές (> 1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (> 1/1.000, <1/100), σπάνιες ((> 1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) συμπεριλαμβανομένων και των μεμονωμένων αναφορών.

Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος Σπάνιες: μείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη

Πολύ σπάνιες: ελαττωμένη δραστηριότητα του μυελού των οστών, αναιμία, θρομβοκυτοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυταραιμία (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις), αιμολυτική αναιμία, λεμφαδενοπάθεια, αυτοάνοση νόσος.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Πολύ σπάνιες: υπογλυκαιμία.

Νευρικό σύστημα και ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές: ζάλη, κεφαλαλγία

Όχι συχνές: αλλαγές της διάθεσης, παραισθησία, ίλιγγος, διαταραχές της γεύσης, διαταραχές του ύπνου

Σπάνιες: διανοητική σύγχυση.

Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές Συχνές: ορθοστατικές επιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της υπότασης)

Όχι συχνές: έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο, πιθανόν ως δευτερογενή συμβάματα λόγω της σοβαρής υπότασης σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις), αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, σύνδρομο Raynaud.

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, θώρακα, μεσοθωρακίου Συχνές: βήχας

Όχι συχνές: ρινίτιδα

Πολύ σπάνιες: βρογχόσπασμος, παραρρινοκολπίτιδα, αλλεργική κυψελίτιδα/ηωσινοφιλική πνευμονία.

Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές: διάρροια, εμετός

Όχι συχνές: ναυτία, κοιλιακό άλγος και δυσπεψία

Σπάνιες: ξηροστομία

Πολύ σπάνιες: παγκρεατίτιδα, εντερικό αγγειοοίδημα, ηπατοκυτταρική ή χολοστατική ηπατίτιδα, ίκτερος και ηπατική ανεπάρκεια.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές: εξάνθημα, κνησμός

Σπάνιες: υπερευαισθησία/ αγγειονευρωτικό οίδημα: αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών, της γλώσσας, της γλωττίδας και/ή του λάρυγγα (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις), κνίδωση, αλωπεκία, ψωρίαση.

Πολύ σπάνιες: εφίδρωση, πέμφιγα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens Johnson, πολύμορφο ερύθημα.

Διαταραχές του νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος Συχνές: νεφρική δυσλειτουργία

Σπάνιες: ουραιμία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια

Πολύ σπάνιες: ολιγουρία/ανουρία

Διαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Όχι συχνές: ανικανότητα

Σπάνιες: γυναικομαστία

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Όχι συχνές: κόπωση, αδυναμία

Παρακλινικές εξετάσεις Όχι συχνές: αύξηση στην ουρία αίματος, αυξήσεις της κρεατινίνης ορού, αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων, υπερκαλιαιμία

Σπάνιες: αύξηση της χολερυθρίνης ορού, υπονατριαιμία

Έχει αναφερθεί ένα σύμπλεγμα συμπτωμάτων το οποίο περιλαμβάνει ένα ή και περισσότερα συμπτώματα από τα ακόλουθα: πυρετός, αγγειίτιδα, μυαλγία, αρθραλγία/αρθρίτιδα, θετικούς τίτλους αντιπυρηνικών αντισωμάτων (ΑΝΑ), αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ), ηωσινοφιλία και λευκοκυττάρωση, εξάνθημα, φωτοευαισθησία ή μπορεί να εμφανισθούν άλλες δερματολογικές εκδηλώσεις.

Δεδομένα ασφάλειας από κλινικές μελέτες υποστηρίζουν ότι η λισινοπρίλη είναι γενικά καλά ανεκτή σε υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς, και το προφίλ ασφάλειας σ΄αυτή την ηλικιακή κατηγορία είναι συγκρίσιμο με αυτό των ενηλίκων.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 210 6549585, Ιστότοπος: www. eof. gr).

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-PRINIVIL
expand_more

Κύηση

Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Δοσολογία). Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Τα επιδημιολογικά δεδομένα αναφορικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης έπειτα από έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης δεν οδήγησαν σε κάποιο σαφές συμπέρασμα. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί μία μικρή αύξηση του κινδύνου.

Οι ασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να μεταβαίνουν σε εναλλακτική αντιυπερτασική αγωγή, η οποία έχει τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας κατά τη χορήγηση στην εγκυμοσύνη, εκτός αν κρίνεται απαραίτητη η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ.

Όταν διαγνωσθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να σταματήσει αμέσως και, εάν θεωρηθεί απαραίτητο, πρέπει να ξεκινήσει μία εναλλακτική θεραπεία.

Η έκθεση στη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης είναι γνωστό ότι προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοΰδράμνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλαιμία) (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

Εάν υπάρχει έκθεση στους αναστολείς ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνει έλεγχος μέσω υπερηχογραφήματος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου.

Τα βρέφη των οποίων οι μητέρες έλαβαν αναστολείς ΜΕΑ, πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για υπόταση (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Γαλουχία

Επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την χρήση του PRINIVIL κατά τη γαλουχία το PRINIVIL δεν συνιστάται και είναι προτιμητέες εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένα προφίλ ασφάλειας κατά τη γαλουχία, ιδιαίτερα κατά τον θηλασμό ενός νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-PRINIVIL
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: 3.4.2.1.Καρδιαγγειακό σύστημα. Αντιυπερτασικό. Παράγοντες που επιδρούν στο σύστημα ρενίνης - αγγειοτενίνης. Αναστολείς ΜΕΑ

Κωδικός ΑΤC: C09AA03

Το PRINIVIL είναι αναστολέας της πεπτιδυλικής διπεπτιδάσης.

Το PRINIVIL είναι αναστολέας του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης (ΜΕΑ) που καταλύει την μετατροπής της αγγειοτασίνης Ι στο αγγειοσυσπαστικό πεπτίδιο, Αγγειοτασίνη ΙΙ. Η Αγγειοτασίνη ΙΙ διεγείρει την παραγωγή της αλδοστερόνης από τον επινεφριδιακό φλοιό.

Η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της Αγγειοτασίνης ΙΙ, που συνεπάγεται μείωση της αγγειοσυσπαστικής δραστηριότητας και ελάττωση έκκρισης της αλδοστερόνης. Η τελευταία μείωση μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης του καλίου του ορού.

Παρόλο που ο μηχανισμός, μέσω του οποίου η λισινοπρίλη μειώνει την αρτηριακή πίεση, θεωρείται η καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, η λισινοπρίλη έχει αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα ακόμα και σε υπερτασικούς ασθενείς με χαμηλά επίπεδα ρενίνης. Οι ΜΕΑ είναι ταυτόσημοι της κινινάσης ΙΙ, ένα ένζυμο το οποίο αποδομεί την βραδυκινίνη. Παραμένει να διευκρινισθεί εάν τα αυξημένα επίπεδα βραδυκινίνης, ένα ισχυρό αγγειοδιασταλτικό πεπτίδιο, παίζουν ρόλο στις θεραπευτικές ιδιότητες της λισινοπρίλης.

Στη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μελετήθηκε η επίδραση της λισινοπρίλης στη θνησιμότητα και νοσηρότητα, συγκρίνοντας την υψηλή δόση (32.5mg ή 35mg μία φορά την ημέρα) με μία χαμηλή δόση (2.5mg ή 5mg μία φορά την ημέρα). Σε μία μελέτη 3.164 ασθενών, με διάμεση περίοδο παρακολούθησης για τους επιζώντες ασθενείς 46 μήνες, η υψηλή δόση του PRINIVIL προκάλεσε μείωση στο συνδυασμένο τελικό σημείο κατά 12% του κινδύνου θνησιμότητας από όλες τις αιτίες και ενδονοσοκομειακής νοσηλείας από όλες τις αιτίες (p=0,002) και μείωση κατά 8% του κινδύνου θνησιμότητας από όλες τις αιτίες και ενδονοσοκομειακής νοσηλείας για καρδιαγγειακά προβλήματα (p=0,036), σε σύγκριση με τη χαμηλή δόση. Παρατηρήθηκε μείωση του κινδύνου θνησιμότητας από όλες τις αιτίες (8%, p=0,128) και του κινδύνου θνησιμότητας από το καρδιαγγειακό (10%, p=0,073). Σε μετανάλυση, ο αριθμός ενδονοσοκομειακών νοσηλειών για καρδιακή ανεπάρκεια μειώθηκε κατά 24% (P=0,0029) στους ασθενείς που έλαβαν υψηλή δόση λισινοπρίλης σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν χαμηλή δόση. Τα πλεονεκτήματα όσον αφορά στα συμπτώματα ήταν παρόμοια στους ασθενείς με υψηλές και χαμηλές δόσεις λισινοπρίλης.

Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η συνολική εικόνα των ανεπιθύμητων ενεργειών για τους ασθενείς που έλαβαν υψηλή ή χαμηλή δόση λισινοπρίλης ήταν παρόμοια ως προς τη φύση και τον αριθμό. Αναμενόμενα συμβάντα που προκύπτουν από την αναστολή του ΜΕΑ, όπως υπόταση ή τροποποίηση της νεφρικής λειτουργίας, ήταν αντιμετωπίσιμα και σπάνια οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας. Ο βήχας ήταν λιγότερο συχνός στους ασθενείς που έλαβαν υψηλή δόση λισινοπρίλης σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν χαμηλή δόση.

Στη μελέτη GISSI-3, στην οποία χορηγήθηκε 2x2 παραγοντικός σχεδιασμός, συγκρίθηκαν τα αποτελέσματα της χορήγησης λισινοπρίλης και της τρινιτρικής γλυκερίνης, σαν μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό έναντι ελέγχου, για 6 εβδομάδες, σε 19.394 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε η θεραπεία μέσα σε 24 ώρες μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, με το PRINIVIL παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική μείωση της θνησιμότητας κατά 11% έναντι του εικονικού φαρμάκου (p=0,03). H μείωση του κινδύνου με τρινιτρική γλυκερίνη δεν ήταν σημαντική, αλλά στην ομάδα που ελάμβανε το συνδυασμό λισινοπρίλης με τρινιτρική γλυκερίνη παρατηρήθηκε σημαντική μείωση του κινδύνου της θνησιμότητας κατά 17% έναντι ελέγχου, (p=0,02). Στις υποομάδες των ηλικιωμένων (ηλικίας >70 ετών) και στις γυναίκες οι οποίοι είναι ασθενείς με προκαθορισμένη υψηλή θνησιμότητα, παρατηρήθηκε σημαντικό όφελος στο συνδυασμένο τελικό σημείο της θνησιμότητας και της καρδιακής λειτουργίας. Στο συνδυασμένο αυτό τελικό σημείο για όλους τους ασθενείς περιλαμβανομένων και των υπο-ομάδων ασθενών υψηλής επικινδυνότητας στους 6 μήνες, παρατηρήθηκε επίσης σημαντικό όφελος για τις ομάδες ασθενών που έλαβαν λισινοπρίλη ή λισινοπρίλη και τρινιτρική γλυκερίνη στις 6 εβδομάδες, καταδεικνύοντας επίδραση στην πρόληψη για τη λισινοπρίλη.

Oπως θα ήταν αναμενόμενο κάθε αγγειοδιασταλτική θεραπεία, αυξημένη συχνότητα υπότασης και διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας συσχετίσθηκαν με την θεραπεία λισινοπρίλης, χωρίς να προκύπτει αναλογική αύξηση της θνησιμότητας.

Σε μία διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη η οποία συνέκρινε την λισινοπρίλη, με έναν ανταγωνιστή διαύλων ασβεστίου σε 355 υπερτασικούς διαβητικούς ασθενείς τύπου 2 με αρχόμενη νεφροπάθεια και μικρολευκωματινουρία, η λισινοπρίλη 10mg-20mg χορηγούμενη μία φορά την ημέρα, για 12 μήνες. μείωσε την συστολική/διαστολική αρτηριακή πίεση κατά 13/10mmHg και κατά 40% τον ρυθμό απέκκρισης της λευκωματίνης στα ούρα. Όταν συγκρίθηκε με ανταγωνιστή διαύλων ασβεστίου, οποίος επέφερε παρόμοια μείωση της αρτηριακής πίεσης, αυτοί που έλαβαν θεραπεία με λισινοπρίλη επέδειξαν σημαντικά μεγαλύτερη μείωση του ρυθμού απέκκρισης λευκωματίνης από τα ούρα, αποδεικνύοντας ότι ο μηχανισμός αναστολής του ΜΕΑ της λισινοπρίλης μείωσε την μικρολευκωματινουρία μέσω άμεσου μηχανισμού στους νεφρικούς ιστούς και μειώνει τη μικρολευκωματινουρία, επιπρόσθετα του αντιϋπερτασικού αποτελέσματος.

Η θεραπεία με τη λισινοπρίλη δεν επηρεάζει το γλυκαιμικό έλεγχο όπως φαίνεται από την απουσία σημαντικής επίδρασης στα επίπεδα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c).

Σε μία κλινική μελέτη που περιελάμβανε 115 παιδιατρικούς ασθενείς με υπέρταση, ηλικίας 6-16 ετών, ασθενείς που ζύγιζαν λιγότερο από 50 kg έλαβαν ή 0,625 mg, 2,5 mg ή 20 mg λισινοπρίλης μία φορά ημερησίως, και ασθενείς που ζύγιζαν 50 kg ή περισσότερο έλαβαν ή 1,25 mg, 5 mg ή 40 mg λισινοπρίλης μία φορά ημερησίως. Κατά το τέλος 2 εβδομάδων, η λισινοπρίλη χορηγούμενη μία φορά ημερησίως μείωσε την χαμηλή αρτηριακή πίεση κατά δοσοεξαρτώμενο τρόπο με σταθερή αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα εμφανή σε δόσεις μεγαλύτερες των 1,25 mg. Αυτό το αποτέλεσμα επιβεβαιώθηκε σε μία φάση απόσυρσης, όπου η διαστολική πίεση αυξήθηκε περίπου σε 9 mm Hg περισσότερο σε ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν εικονικό φάρμακο από ό,τι συνέβη σε ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν να παραμείνουν σε μέτριες και υψηλές δόσεις λισινοπρίλης.Το δοσοεξαρτώμενο αντιυπερτασικό αποτέλεσμα της λισινοπρίλης ήταν σταθερό ανάμεσα σε αρκετές δημογραφικές υποομάδες: ηλικία, στάδιο Tanner, φύλο, και φυλή.

Διπλός αποκλεισμός

Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (OΝgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ.

Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου.

Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια.

Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία.

Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειτενσίνης ΙΙ.

Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-PRINIVIL
expand_more

Η λισινοπρίλη είναι ένας δραστικός αναστολέας ΜΕΑ χορηγούμενος από το στόμα, που δεν περιέχει σουλφυδρίλιο.

Απορρόφηση Μετά τη χορήγηση λισινοπρίλης από το στόμα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται μέσα σε περίπου 7 ώρες, παρ’όλο που υπήρξε μία τάση προς μικρή καθυστέρηση στο χρόνο που απαιτείται για να επιτευχθούν οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό, στους ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Με βάση την ανάκτηση από τα ούρα, ο μέσος βαθμός απορρόφησης της λισινοπρίλης είναι περίπου 25%, με διαφοροποίηση μεταξύ των ασθενών (6-60%), σε όλο το δοσολογικό εύρος που εξετάσθηκε (5-80mg). Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μειώνεται περίπου στο 16% σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Η απορρόφηση της λισινοπρίλης δεν επηρεάζεται από την παρουσία τροφής.

Κατανομή Η λισινοπρίλη δεν φαίνεται να συνδέεται με πρωτεΐνες του ορού εκτός από ότι με το κυκλοφορούν μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ).

Μελέτες με αρουραίους δείχνουν ότι η λισινοπρίλη διαπερνά ελάχιστα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

Απομάκρυνση Η λισινοπρίλη δεν μεταβολίζεται και το φάρμακο που απορροφήθηκε αποβάλλεται πλήρως αναλλοίωτο στα ούρα. Μετά από πολλαπλές δόσεις η λισινοπρίλη έχει χρόνο ημίσειας ζωής συσσώρευσης 12,6 ώρες.

Η κάθαρση της λισινοπρίλης σε υγιείς ασθενείς είναι περίπου 50ml/min. Οι φθίνουσες συγκεντρώσεις στον ορό, παρουσιάζουν παρατεταμένη τελική φάση που δεν συμβάλλει στη συσσώρευση του φαρμάκου. Αυτή η τελική φάση παρουσιάζει κορέσιμη δέσμευση με το ΜΕΑ και δεν είναι δοσοεξαρτώμενη.

Ηπατικής δυσλειτουργία Η ηπατική δυσλειτουργία σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της απορρόφησης της λισινοπρίλης (περίπου 30% όπως υπολογίσθηκε με την ανάκτηση στα ούρα) αλλά λόγω της μειωμένης κάθαρσης του φαρμάκου υπάρχει αυξημένη έκθεση του ασθενούς σε σχέση με τους υγιείς (περίπου 50%).

Νεφρική δυσλειτουργία Η νεφρική δυσλειτουργία μειώνει την απομάκρυνση της λισινοπρίλης, η οποία αποβάλλεται μέσω των νεφρών, αλλά αυτή η μείωση είναι κλινικά σημαντική μόνον όταν ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης είναι κάτω από 30ml/min. Σε περιπτώσεις ασθενών με ήπια ή μέτρια μείωση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης 30-80ml/min) οι μέσες τιμές της ΑUC αυξήθηκαν μόνο κατά 13%, ενώ σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 5-30ml/min) παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση κατά 4,5φορές των μέσων τιμών της AUC.

H λισινοπρίλη μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοκάθαρση. Κατά την αιμοκάθαρση διάρκειας 4 ωρών οι συγκεντρώσεις της λισινοπρίλης στο πλάσμα μειώθηκαν κατά μέσο όρο 60%, με κάθαρση κατά την αιμοδιύλιση μεταξύ 40 και 55ml/min.

Καρδιακή ανεπάρκεια Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια έχουν μεγαλύτερη έκθεση στη λισινοπρίλη σε σύγκριση με τους υγιείς (αύξηση του AUC κατά μέσο όρο 125%), όμως με βάση την ανάκτηση από τα ούρα, ο βαθμός απορρόφησης της λισινοπρίλης μειώνεται περίπου 16% όταν συγκρίνονται με υγιείς.

Ηλικιωμένοι Οι ηλικιωμένοι ασθενείς εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα στο αίμα και μεγαλύτερες τιμές για την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης- χρόνου (αυξήθηκε περίπου 60%), από ότι οι νεότεροι ασθενείς.

Παιδιατρική Το προφίλ της φαρμακοκινητικής της λισινοπρίλης μελετήθηκε σε 20 παιδιατρικούς υπερτασικούς ασθενείς, ηλικίας μεταξύ 6 και 16 ετών, με GFR πάνω από 30 ml/min/1.73m . Μετά από δόσεις των 0,1 έως 0,2 mg/kg, ισορροπία της μέγιστης συγκέντρωσης λισινοπρίλης στο πλάσμα παρουσιάσθηκε εντός 6 ωρών, και το εύρος της απορρόφησης με βάση την ανάκτηση από τα ούρα ήταν περίπου 28%. Αυτές οι τιμές ήταν παρόμοιες με αυτές που ελήφθησαν προηγουμένως σε ενήλικες.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

12 ώρες
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

25%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
5362119
Μοριακός τύπος
C21H31N3O5
Μοριακό βάρος
405.5
IUPAC
(2S)-1-[(2S)-6-amino-2-[[(1S)-1-carboxy-3-phenylpropyl]amino]hexanoyl]pyrrolidine-2-carboxylic acid
InChIKey
RLAWWYSOJDYHDC-BZSNNMDCSA-N
Κατάταξη MeSH

Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής Ταξινόμησης

Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους επίδραση κυρίως μέσω της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα διουρητικά (ειδικά τα θειαζιδικά διουρητικά), οι β-αποκλειστές, οι α-αποκλειστές, οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, οι αναστολείς διαύλων ασβεστίου, οι εναπομείναντες αποκλειστές και οι αγγειοδιασταλτικοί παράγοντες.

Παράγοντες που έχουν ενισχυτική δράση στην καρδιά ή μπορούν να αυξήσουν την καρδιακή παροχή. Μπορεί να είναι καρδιακές γλυκοσίδες, συμπαθητικομιμητικά ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, σε καταπληξία ή σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Καρδιακή Ανεπάρκεια Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (α-ΜΕΑ (Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.

📋 Αρτηριακή Υπέρταση Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΑΜΕΑ — Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.