PARACETAMOL
Παρακεταμόλη
### Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες **Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία**: Άλλα αναλγητικά και αντιπυρετικά, ανιλίδες **κωδικός ATC**: N02BE01.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
R50 Πυρετός άλλης αιτιολογίας
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πυρετός
-
R52 Πόνος, αλλού ταξινομημένος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πόνος
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος APOTEL
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Το ελάχιστο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταξύ κάθε χορήγησης πρέπει να είναι τουλάχιστον 4 ώρες σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια τουλάχιστον 6 ώρες. Σε ασθενείς που απαιτείται αιμοδιύλιση τουλάχιστον 8 ώρες. Όχι περισσότερες από 4 δόσεις σε 24 ώρες. Ενδοφλέβια έγχυση 15 λεπτών.
- Δόση έναρξης: 1g
-
Τελειόμηνα νεογνά, βρέφη, νήπια, παιδιά και ενήλικεςΗ φύσιγγα (6,7 ml) ενδείκνυται για χορήγηση.
-
Πρόωρα νεογνάΔεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
-
Ασθενείς ≤10 kgΔόση7,5 mg/kg (0,75 ml/kg)Μέγ. δόση30 mg/kgΟ όγκος που πρόκειται να χορηγηθεί πρέπει να αφαιρείται από τη φύσιγγα και να αραιώνεται. Να χρησιμοποιείται σύριγγα 5 ή 10 mL. Μην υπερβαίνει τα 7,5 mL ανά δόση.
-
Ασθενείς >10 kg έως ≤33 kgΔόση15 mg/kg (1,5 ml/kg)Μέγ. δόση60 mg/kg, έως 2 g (49,5 ml)
-
Ασθενείς >33 kg έως ≤50 kgΔόση15 mg/kg (1,5 ml/kg)Μέγ. δόση60 mg/kg, έως 3 g (75 ml)
-
Ενήλικες >50 kg με επιπλέον παράγοντες κινδύνου για ηπατοτοξικότηταΔόση1g (100 ml)Μέγ. δόση3g (100 ml)
-
Ενήλικες >50 kg χωρίς επιπλέον παράγοντες κινδύνου για ηπατοτοξικότηταΔόση1g (100 ml)Μέγ. δόση4g (100 ml)
-
Ενήλικες ασθενείς με χρόνια ή αντισταθμισμένη ενεργό ηπατική νόσο, ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια, χρόνιο αλκοολισμό, χρόνιο υποσιτισμό, αφυδάτωση, σύνδρομο Meulengracht Gilbert, που ζυγίζουν λιγότερο από 50 kgΜέγ. δόση3 gΗ μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβεί τα 3 g.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην παρακεταμόλη ή στην υδροχλωρικήπροπακεταμόλη (προφάρμακο της παρακεταμόλης) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Εγκυμοσύνη (λόγω του εκδόχου Glycerol Formal που ενοχοποιείται για τερατογένεση σε πειραματόζωα)ΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκες
-
Οξεία ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια (Child-Pugh >9)ΠληθυσμόςΑσθενείς με οξεία ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια (Child-Pugh >9)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Κίνδυνος σφαλμάτων στη χορήγηση της θεραπείαςΝα αποφεύγονται τα λάθη στην δοσολογία λόγω σύγχυσης μεταξύ του χιλιοστόγραμμου (mg) και του χιλιοστόλιτρου (ml), η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε τυχαία υπερβολική δόση και το θάνατο (βλ. Δοσολογία).
-
Κίνδυνος υπερδοσολογίαςΝα ελέγχεται ότι άλλα φάρμακα που λαμβάνονται μαζί με το Παρακεταμόλη δεν περιέχουν παρακεταμόλη ή υδροχλωρική προπακεταμόλη.
-
Ηπατική βλάβηΠολύ σοβαρήΝα αποφεύγονται δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες λόγω κινδύνου πολύ σοβαρής ηπατικής βλάβης. Σε περίπτωση συμπτωμάτων, χορήγηση αντιδότου το συντομότερο δυνατό.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα ενημερώνονται οι ασθενείς για τα πρώιμα σημεία. Διακοπή χρήσης με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος ή άλλης ένδειξης υπερευαισθησίας.
-
Μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων (HAGMA) με φλουκλοξακιλλίνηΑυξημένος κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, σήψη, υποσιτισμό, χρόνιο αλκοολισμό ή χρήση μέγιστων ημερήσιων δόσεων παρακεταμόληςΠροσοχή при ταυτόχρονη χορήγηση. Στενή παρακολούθηση, συμπεριλαμβανομένης της μέτρησης της ουροποιητικής 5-οξοπρολίνης. Εάν η φλουκλοξακιλλίνη συνεχιστεί μετά τη διακοπή της παρακεταμόλης, να διασφαλιστεί ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις HAGMA.
-
Εμβολή αέραΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν διαλύματα για έγχυση σε φιαλίδια ή σάκουςΣτενή παρακολούθηση κυρίως στο τέλος της έγχυσης για την αποφυγή εμβολής αέρα.
-
Χρήση κατά τη γαλουχία (λόγω Glycerol Formal)ΠληθυσμόςΓυναίκες που θηλάζουνΣυνιστάται προσοχή.
-
Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία και ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια (Child-Pugh ≤9)ΠληθυσμόςΑσθενείς με μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία και ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια (Child-Pugh ≤9)Ιδιαίτερη προσοχή
-
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΙδιαίτερη προσοχή
-
Σύνδρομο Meulengracht GilbertΠληθυσμόςΑσθενείς με Σύνδρομο Meulengracht GilbertΙδιαίτερη προσοχή
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 ml/min)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 ml/min)Ιδιαίτερη προσοχή (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
-
Χρόνια κατάχρηση αλκοόλΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια κατάχρηση αλκοόλΙδιαίτερη προσοχή
-
Χρόνιος υποσιτισμόςΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνιο υποσιτισμό (περιορισμένα αποθέματα ηπατικής γλουταθειόνης)Ιδιαίτερη προσοχή
-
Χρήση ολικής παρεντερικής διατροφήςΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν ολική παρεντερική διατροφήΙδιαίτερη προσοχή
-
Χρήση ενζυμικών επαγωγώνΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν ενζυμικούς επαγωγείςΙδιαίτερη προσοχή
-
Χρήση ηπατοτοξικών παραγόντωνΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν ηπατοτοξικούς παράγοντεςΙδιαίτερη προσοχή
-
Ανεπάρκεια G-6-PD (κυαμισμός) και αιμολυτική αναιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς που πάσχουν από γενετικά προκαλούμενη ανεπάρκεια της G-6-PD (κυαμισμός)Ιδιαίτερη προσοχή λόγω κινδύνου εμφάνισης αιμολυτικής αναιμίας.
-
ΑφυδάτωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με αφυδάτωσηΙδιαίτερη προσοχή
-
Επίδραση σε εργαστηριακούς ελέγχους ουρικού οξέος και σακχάρου αίματοςΗ παρακεταμόλη μπορεί να επηρεάσει τους ελέγχους για ουρικό οξύ που χρησιμοποιούν φωσφοροβολφραμικό οξύ και εξετάσεις σακχάρου στο αίμα με γλυκόζη-οξειδάση-υπεροξειδάση.
-
Περιεκτικότητα σε αιθανόληΑυτό το φάρμακο περιέχει 528,6 mg αλκοόλης (αιθανόλης) σε κάθε φύσιγγα. Η μικρή ποσότητα της αλκοόλης σε αυτό το φάρμακο δεν θα έχει αξιοσημείωτες επιδράσεις.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φύσιγγα και είναι «ελεύθερο νατρίου».
-
Μεταδιθειώδες νάτριοΣπάνια, σοβαρέςΜπορεί σπάνια να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας και βρογχόσπασμο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροβενεσίδηπροσοχήΣχεδόν διπλάσια μείωση της κάθαρσης της παρακεταμόλης, παρεμποδίζοντας τη σύζευξή της με το γλυκουρονικό οξύ.ΣύστασηΘα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της παρακεταμόλης.
-
παρακολούθησηΜπορεί να παρατείνει το χρόνο ημίσειας ζωής της απέκκρισης της παρακεταμόλης.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν ηπατικά ένζυμα (ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη)προσοχήΜειώνεται ο μεταβολισμός της παρακεταμόλης.
-
ΑλκοόλπροσοχήΜη αναμενόμενη ηπατοτοξικότητα.
-
ΧλωραμφενικόληπαρακολούθησηΜπορεί να παρατείνει τη δράση της χλωραμφενικόλης.
-
AZT (ζιδοβουδίνη)προσοχήΕνισχύει την τάση για ουδετεροπενία.
-
Από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικάπαρακολούθησηΜπορεί να μειώσει τον χρόνο ημίσειας ζωής απέκκρισης της παρακεταμόλης.
-
Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά (4 g παρακεταμόλης την ημέρα για τουλάχιστον 4 ημέρες)παρακολούθησηΜπορεί να οδηγήσει σε ελαφρές διακυμάνσεις των τιμών INR.ΣύστασηΑυξημένη παρακολούθηση των τιμών INR κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης καθώς και για 1 εβδομάδα μετά την διακοπή της θεραπείας με παρακεταμόλη.
-
προσοχήΣυσχετίζεται με μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων, ειδικά σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου.ΣύστασηΘα πρέπει να δίνεται προσοχή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αναφυλακτικό σοκ
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Βρογχόσπασμος
- Μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων (HAGMA)
- Ταχυκαρδία
- Υπόταση
- Έξαψη
- Ερύθημα
- Κνησμός
- Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αντίδραση στην οδό χορήγησης (πόνος και αίσθημα καύσου)
- Αίσθημα κακουχίας
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑντίδραση στην οδό χορήγησης (πόνος και αίσθημα καύσου)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσεςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣπάνιεςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικό σοκΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑντίδραση υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΣοβαρές δερματικές αντιδράσειςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων (HAGMA)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε πιθανότητα εγκυμοσύνης.Η κλινική εμπειρία ενδοφλέβιας χορήγησης παρακεταμόλης είναι περιορισμένη. Από επιδημιολογικές μελέτες σχετικά με τη νευροανάπτυξη των παιδιών που έχουν εκτεθεί σε παρακεταμόλη εντός της μήτρας δεν προκύπτουν αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί η τερατογόνος επίδραση στους ανθρώπους από το έκδοχο Glycerol Formal (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΜπορεί να χρησιμοποιηθεί, αλλά συνιστάται προσοχή λόγω του εκδόχου.Η παρακεταμόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες σε θηλάζοντα βρέφη. Δεν υπάρχουν μελέτες για τις επιδράσεις του εκδόχου Glycerol Formal κατά τη διάρκεια της γαλουχίας και ως εκ τούτου συνιστάται προσοχή.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ναυτία
- έμετο
- ανορεξία
- ωχρότητα
- κοιλιακό άλγος
- νέκρωση των ηπατικών κυττάρων
- ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια
- μεταβολική οξέωση
- εγκεφαλοπάθεια
- κώμα
- αυξημένα επίπεδα των ηπατικών τρανσαμινασών (AST, ALT)
- αυξημένα επίπεδα γαλακτικής δεϋδρογενάσης
- αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης
- μειωμένα επίπεδα προθρομβίνης
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αναλγητικά και αντιπυρετικά, ανιλίδες κωδικός ATC: N02BE01.
Μηχανισμός δράσης
Ο ακριβής αναλγητικός και αντιπυρετικός τρόπος δράσης της παρακεταμόλης δεν έχει τεκμηριωθεί. Ένα κεντρικό και περιφερικό αποτέλεσμα είναι πιθανό.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η παρακεταμόλη στη μορφή του διαλύματος προς έγχυση παρέχει έναρξη της ανακούφισης από τον πόνο μέσα σε 5 με 10 λεπτά μετά τη χορήγηση. Η μέγιστη αναλγητική δράση επιτυγχάνεται μέσα σε μία ώρα και η αναλγησία παραμένει συνήθως 4 με 6 ώρες. Επίσης, η παρακεταμόλη μειώνει τον πυρετό μέσα σε 30 λεπτά μετά τη χορήγηση. Η αντιπυρετική δράση διαρκεί για τουλάχιστον 6 ώρες.
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Ενήλικες:
Απορρόφηση Μετά από εφάπαξ και διαλείπουσα χορήγηση κατά τη διάρκεια 24 ωρών η φαρμακοκινητική της παρακεταμόλης είναι γραμμική μέχρι τα 2 g. Η βιοδιαθεσιμότητα της παρακεταμόλης μετά την έγχυση των 500 mg και 1 g είναι παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε μετά την έγχυση του 1 g και 2 g προπακεταμόλης (που αντιστοιχεί σε 500 mg και 1 g παρακεταμόλη), αντίστοιχα. Η μέγιστη συγκέντρωση παρακεταμόλης στο πλάσμα (Cmax) που παρατηρήθηκε στο τέλος της 15λεπτης ενδοφλέβιας έγχυσης των 500 mg και 1 g παρακεταμόλης είναι περίπου 15 μg/ml και 30 μg/ml, αντίστοιχα.
Κατανομή Ο όγκος κατανομής της παρακεταμόλης είναι περίπου 1 l/kg. Η παρακεταμόλη δεν δεσμεύεται εκτενώς με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 10%). Είκοσι λεπτά μετά την έγχυση 1 g παρακεταμόλης, παρατηρήθηκαν σημαντικές συγκεντρώσεις της παρακεταμόλης (περίπου 1,5 μg/ml) στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Βιομετασχηματισμός Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ ακολουθώντας δύο μεγάλες ηπατικές οδούς: τη σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ και θειϊκό οξύ. Σε δόσεις που υπερβαίνουν τη θεραπευτική δόση, στην τελευταία οδό επέρχεται ραγδαίος κορεσμός. Ένα μικρό κλάσμα (μικρότερο από 4%) μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα Ρ450 σε ένα δραστικό ενδιάμεσο (N-ακετυλο ιμίνη βενζοκινόνης), η οποία, με την κανονική δόση, γρήγορα αποτοξινώνεται από την ανηγμένη γλουταθειόνη και αποβάλλεται στα ούρα μετά τη σύζευξη με κυστεΐνη και μερκαπτουρικό οξύ. Ωστόσο, σε περίπτωση μαζικής υπερδοσολογίας, η ποσότητα αυτού του τοξικού μεταβολίτη είναι αυξημένη.
Αποβολή Οι μεταβολίτες της παρακεταμόλης αποβάλλονται κυρίως στα ούρα. Το 90% της χορηγηθείσας δόσης αποβάλλεται εντός 24 ωρών, κυρίως ως συζεύξεις γλυκουρονιδίου (60-80%) και θειϊκού (20-30%). Λιγότερο από 5% αποβάλλεται αμετάβλητη. Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι 2,7 ώρες και η συνολική κάθαρση από το σώμα είναι 18 l/h.
Νεογνά, βρέφη και παιδιά: Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της παρακεταμόλης που παρατηρούνται σε βρέφη και παιδιά είναι όμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες, εκτός από τo χρόνο ημιζωής στο πλάσμα που είναι ελαφρώς μικρότερος (1,5 έως 2 ώρες) από ότι στους ενήλικες. Σε νεογέννητα βρέφη, ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι μεγαλύτερος από ότι σε βρέφη, δηλαδή περίπου 3,5 ώρες. Τα νεογνά, τα βρέφη και τα παιδιά ηλικίας έως 10 ετών αποβάλλουν πολύ λιγότερο γλυκουρονικές και περισσότερο θειϊκές συζεύξεις από ότι οι ενήλικες.
Πίνακας: Φαρμακοκινητικές τιμές που σχετίζονται με την ηλικία (τυποποιημένη κάθαρση, CLstd/Foral (l.h-1 70 kg-1))
| Ηλικία | Βάρος (kg) | CLstd/Foral (l.h-1 70 kg-1) |
|---|---|---|
| 40 εβδομάδες (ηλικία μετά την σύλληψη) | 3,3 | 5,9 |
| 3 μήνες (ηλικία μετά την γέννηση) | 6 | 8,8 |
| 6 μήνες (ηλικία μετά την γέννηση) | 7,5 | 11,1 |
| 1 χρόνος (ηλικία μετά την γέννηση) | 10 | 13,6 |
| 2 χρόνια (ηλικία μετά την γέννηση) | 12 | 15,6 |
| 5 χρόνια (ηλικία μετά την γέννηση) | 20 | 16,3 |
| 8 χρόνια (ηλικία μετά την γέννηση) | 25 | 16,3 |
*CLstd είναι η εκτίμηση της CL με βάση πληθυσμιακά δεδομένα.
Ειδικός πληθυσμός:
Νεφρική ανεπάρκεια Σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 10-50 ml/min), η αποβολή της παρακεταμόλης έχει μια μικρή καθυστέρηση, ο χρόνος ημίσειας ζωής της απέκκρισης κυμαίνεται από 2 έως 5,3 ώρες. Για τα γλυκουρονικά και τα θειϊκά σύμπλοκα, το ποσοστό αποβολής είναι 3 φορές μικρότερο σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τα υγιή άτομα. Ως εκ τούτου, όταν χορηγείται παρακεταμόλη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 10-50 ml/min), το ελάχιστο διάστημα μεταξύ κάθε χορήγησης θα πρέπει να αυξηθεί στις 6 ώρες (βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες και ο μεταβολισμός της παρακεταμόλης δεν διαφοροποιούνται στους ηλικιωμένους ασθενείς. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών.
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αναλγητικά και αντιπυρετικά, ανιλίδες κωδικός ATC: N02BE01. ### Μηχανισμός δράσης Ο ακριβής αναλγητικός και αντιπυρετικός τρόπος δράσης της παρακεταμόλης δεν έχει τεκμηριωθεί. Ένα…
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες Ενήλικες: Απορρόφηση Μετά από εφάπαξ και διαλείπουσα χορήγηση κατά τη διάρκεια 24 ωρών η φαρμακοκινητική της παρακεταμόλης είναι γραμμική μέχρι τα 2 g. Η βιοδιαθεσιμότητα της παρακεταμόλης μετά την έγχυση των 500 mg και…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ουροποιητική 5-οξοπρολίνη | more_horizΆλλο / λοιπά | Στενή παρακολούθηση | Συγχορήγηση με φλουκλοξακιλλίνη |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Σύμφωνα με την επισήμανση του FDA, ο ακριβής μηχανισμός δράσης της παρακεταμόλης δεν έχει πλήρως εξακριβωθεί - παρά ταύτα, συχνά κατηγοριοποιείται μαζί με τα ΜΣΑΦ (μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα) λόγω της ικανότητάς της να αναστέλλει τις οδούς κυκλοοξυγενάσης (COX). Θεωρείται ότι ασκεί κεντρικές δράσεις που τελικά οδηγούν στην ανακούφιση των συμπτωμάτων του πόνου. Μία θεωρία είναι ότι η παρακεταμόλη αυξάνει το κατώφλι πόνου αναστέλλοντας δύο ισομορφές της κυκλοοξυγενάσης, την COX-1 και την COX-2, οι οποίες εμπλέκονται στη σύνθεση προσταγλανδινών (PG). Οι προσταγλανδίνες είναι υπεύθυνες για την πρόκληση αισθήσεων πόνου. Η παρακεταμόλη δεν αναστέλλει την κυκλοοξυγενάση σε περιφερικούς ιστούς και, ως εκ τούτου, δεν έχει περιφερικές αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις. Αν και το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη) είναι ένας μη αναστρέψιμος αναστολέας της COX και μπλοκάρει άμεσα την ενεργό θέση αυτού του ενζύμου, μελέτες έχουν δείξει ότι η παρακεταμόλη (ακεταμινοφαίνη) μπλοκάρει την COX έμμεσα. Μελέτες επίσης υποδηλώνουν ότι η παρακεταμόλη μπλοκάρει επιλεκτικά μια παραλλαγή του ενζύμου COX που είναι μοναδική από τις γνωστές παραλλαγές COX-1 και COX-2. Αυτό το ένζυμο έχει αναφερθεί ως COX-3. Οι αντιπυρετικές δράσεις της παρακεταμόλης πιθανόν να οφείλονται σε άμεση δράση στα κέντρα ρύθμισης της θερμότητας στον εγκέφαλο, οδηγώντας σε περιφερική αγγειοδιαστολή, εφίδρωση και απώλεια θερμότητας σώματος. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης αυτού του φαρμάκου δεν είναι πλήρως κατανοητός αυτή τη στιγμή, αλλά η μελλοντική έρευνα μπορεί να συμβάλει σε βαθύτερη γνώση. Παρόλο που απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, ο ενεργός μεταβολίτης της παρακεταμόλης (AM404) έδειξε να αλληλεπιδρά με διάφορους μοριακούς στόχους, συμπεριλαμβανομένου του διαύλου ασβεστίου Cav3.2, των υποδοχέων κανναβινοειδών CB1, των υποδοχέων TRPV1 και των διαύλων Nav1.8 και Nav1.7.
Η παρακεταμόλη προκαλεί αναλγησία και αντιπυρεσία με μηχανισμό παρόμοιο με αυτόν των σαλικυλικών. Σε αντίθεση με τα σαλικυλικά, ωστόσο, η παρακεταμόλη δεν έχει ουρικοουρική δράση. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι η παρακεταμόλη έχει ασθενή αντιφλεγμονώδη δράση σε ορισμένες μη ρευματικές καταστάσεις (π.χ., σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε στοματική χειρουργική επέμβαση). … Η παρακεταμόλη μειώνει τη θερμοκρασία του σώματος σε ασθενείς με πυρετό, αλλά σπάνια μειώνει την κανονική θερμοκρασία του σώματος. Το φάρμακο δρα στον υποθάλαμο για να προκαλέσει αντιπυρεσία· η διάχυση θερμότητας αυξάνεται ως αποτέλεσμα αγγειοδιαστολής και αυξημένης περιφερικής ροής αίματος.
Οι επιδράσεις της παρακεταμόλης στην δραστηριότητα της κυκλοοξυγενάσης δεν έχουν προσδιοριστεί πλήρως. Η παρακεταμόλη είναι ένας ασθενής, αναστρέψιμος, μη-ισοειδικά-ειδικός αναστολέας της κυκλοοξυγενάσης σε δόσεις 1 g ημερησίως. Η ανασταλτική επίδραση της παρακεταμόλης στην κυκλοοξυγενάση-1 είναι περιορισμένη και το φάρμακο δεν αναστέλλει τη λειτουργία των αιμοπεταλίων. Θεραπευτικές δόσεις παρακεταμόλης φαίνεται να έχουν μικρή επίδραση στα καρδιαγγειακά και αναπνευστικά συστήματα· ωστόσο, τοξικές δόσεις μπορεί να προκαλέσουν καρδιαγγειακή ανεπάρκεια και ταχεία, ρηχή αναπνοή.
Η παρακεταμόλη (N-ακετυλ-p-αμινοφαινόλη (APAP)) είναι το πιο κοινό αντιπυρετικό/αναλγητικό φάρμακο παγκοσμίως. Εάν γίνει υπερδοσολογία APAP, ο μεταβολίτης της, N-ακετυλ-p-βενζο-κινόνημη (NAPQI), προκαλεί ηπατική βλάβη. Ωστόσο, επιδημιολογικά στοιχεία έχουν συνδέσει την προηγούμενη χρήση θεραπευτικών δόσεων APAP με τον κίνδυνο χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ) και άσθματος. Ο δίαυλος μεταβλητής μεταβατικής δυναμικής-1 (TRPA1) εκφράζεται από πεπτιδογονικά πρωτοπαθή αισθητικά νευρωνικά κύτταρα. Επειδή το NAPQI, όπως και άλλοι ενεργοποιητές TRPA1, είναι ηλεκτρονιόφιλη μόριο, οι ερευνητές υπέθεσαν ότι η APAP, μέσω του NAPQI, διεγείρει το TRPA1, προκαλώντας έτσι νευρογενή φλεγμονή των αεραγωγών. Το NAPQI διεγείρει επιλεκτικά ανθρώπινο ανασυνδυασμένο και εγγενές (νευροβλαστωματικά κύτταρα) TRPA1. Η ενεργοποίηση του TRPA1 από το NAPQI απελευθερώνει προφλεγμονώδη νευροπεπτίδια (ουσία P και πεπτίδιο που σχετίζεται με την καλσιτονίνη) από τερματικούς νευρικούς αισθητήρες στους αεραγωγούς αρουραίων, προκαλώντας έτσι νευρογενές οίδημα και ουδετεροφιλία. Η μεμονωμένη ή επαναλαμβανόμενη χορήγηση θεραπευτικών (15-60 mg/kg) δόσεων APAP σε ποντίκια παράγει ανιχνεύσιμα επίπεδα NAPQI στον πνεύμονα και αυξάνει τον αριθμό των ουδετερόφιλων, τη δραστηριότητα της μυελοπεροξειδάσης και τα επίπεδα κυτοκινών και χημειοκινών στους αεραγωγούς ή στο δέρμα. Οι φλεγμονώδεις αποκρίσεις που προκαλούνται από το NAPQI και την APAP αμβλύνονται από τον ανταγωνισμό του TRPA1 ή απουσιάζουν σε ποντίκια με έλλειψη TRPA1. Αυτή η νέα οδός, διακριτή από την ιστική βλάβη του NAPQI, μπορεί να συμβάλει στον κίνδυνο ΧΑΠ και άσθματος που σχετίζεται με τη θεραπευτική χρήση APAP.
Η παρακεταμόλη είναι αυτή τη στιγμή ένα από τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα αναλγητικά και αντιπυρετικά. Πρόσφατα στοιχεία έχουν υποδείξει ότι το οξειδωτικό στρες εμπλέκεται στον μηχανισμό της υπερδοσολογίας παρακεταμόλης. Η Παραοξονάση-1 (PON1) διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως ενδογενές μόριο σάρωσης ελεύθερων ριζών. Ο στόχος αυτής της μελέτης ήταν να αξιολογηθεί η επίδραση της δραστηριότητας της PON1 στον ορό και του οξειδωτικού στρες σε ασθενείς με υπερδοσολογία παρακεταμόλης. Συνολικά 20 ασθενείς με υπερδοσολογία παρακεταμόλης και 25 υγιείς μάρτυρες εντάχθηκαν. Μετρήθηκαν η ολική αντιοξειδωτική ικανότητα (TAC) του ορού, τα επίπεδα υδροϋπεροξειδίου λιπιδίων (LOOH) και οι δραστηριότητες παραοξονάσης και αρυλεστεράσης φασματοφωτομετρικά. Τα επίπεδα TAC του ορού και οι δραστηριότητες παραοξονάσης και αρυλεστεράσης ήταν σημαντικά χαμηλότερα σε ασθενείς με υπερδοσολογία παρακεταμόλης σε σύγκριση με τους μάρτυρες (όλα, p < 0,001), ενώ τα επίπεδα LOOH του ορού ήταν σημαντικά υψηλότερα (p < 0,001). Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η μειωμένη δραστηριότητα PON1 φαίνεται να σχετίζεται με αυξημένο οξειδωτικό στρες σε ασθενείς με υπερδοσολογία παρακεταμόλης. Η μέτρηση της δραστηριότητας PON1 στον ορό μπορεί να είναι χρήσιμη για την αξιολόγηση της ανάπτυξης κινδύνου τοξικότητας στην τοξικότητα της παρακεταμόλης. Θα ήταν χρήσιμο να συστηθούν βιταμίνες με αντιοξειδωτικές δράσεις όπως οι βιταμίνες C και E μαζί με ιατρικές θεραπείες.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για την ACETAMINOPHEN (9 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η παρακεταμόλη έχει 88% από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα και φτάνει στη μέγιστη πλασματική της συγκέντρωση 90 λεπτά μετά τη λήψη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ελεύθερης παρακεταμόλης στο αίμα δεν επιτυγχάνονται πριν από 3 ώρες μετά την ορθική χορήγηση της μορφής υποθέτου παρακεταμόλης και η μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα είναι περίπου 50% της συγκέντρωσης που παρατηρήθηκε μετά τη λήψη ισοδύναμης από του στόματος δόσης (10-20 mcg/mL). Το ποσοστό ενός συστηματικά απορροφημένου ορθικού δόσης παρακεταμόλης είναι ασυνεπές, όπως αποδεικνύεται από μεγάλες διαφορές στη βιοδιαθεσιμότητα της παρακεταμόλης μετά από χορήγηση ορθικής δόσης. Υψηλότερες ορθικές δόσεις ή αυξημένη συχνότητα χορήγησης μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να επιτευχθούν συγκεντρώσεις παρακεταμόλης στο αίμα παρόμοιες με αυτές που επιτυγχάνονται μετά από από του στόματος χορήγηση παρακεταμόλης.
Οι μεταβολίτες της παρακεταμόλης απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Λιγότερο από 5% απεκκρίνεται στα ούρα ως ελεύθερη (μη συζευγμένη) παρακεταμόλη και τουλάχιστον το 90% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται εντός 24 ωρών.
Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 0,9L/kg. 10 έως 20% του φαρμάκου συνδέεται με τα ερυθρά αιμοσφαίρια. Η παρακεταμόλη φαίνεται να κατανέμεται ευρέως σε όλους τους περισσότερους ιστούς του σώματος εκτός από το λίπος.
Ενήλικες: 0,27 L/h/kg μετά από ενδοφλέβια (IV) δόση 15 mg/kg. Παιδιά: 0,34 L/h/kg μετά από ενδοφλέβια (IV) δόση 15 mg/kg.
Η παρακεταμόλη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως από το γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση. Σε υγιείς άνδρες, η σταθερής κατάστασης από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα δόσεων 1,3-g παρακεταμόλης παρατεταμένης αποδέσμευσης που χορηγήθηκαν κάθε 8 ώρες για σύνολο 7 δόσεων ήταν ίση με δόσεις 1-g συμβατικών δισκίων παρακεταμόλης που δόθηκαν κάθε 6 ώρες για σύνολο 7 δόσεων. Το φαγητό μπορεί να καθυστερήσει ελαφρώς την απορρόφηση των δισκίων παρακεταμόλης παρατεταμένης αποδέσμευσης. Μετά από από του στόματος χορήγηση σκευασμάτων παρακεταμόλης άμεσης ή παρατεταμένης αποδέσμευσης, οι μέγιστες πλασμικές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται εντός 10-60 ή 60-120 λεπτών, αντίστοιχα. Μετά από από του στόματος χορήγηση ενός μεμονωμένου συμβατικού δισκίου 500 mg ή ενός μεμονωμένου δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης 650 mg, μέσες πλασμικές συγκεντρώσεις παρακεταμόλης 2,1 ή 1,8 ug/mL, αντίστοιχα, εμφανίζονται σε 6 ή 8 ώρες, αντίστοιχα. Επιπλέον, η διάλυση των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορεί να εξαρτάται ελαφρώς από το γαστρικό ή εντερικό pH. Η διάλυση φαίνεται να είναι ελαφρώς ταχύτερη σε αλκαλικό pH των εντέρων σε σύγκριση με το όξινο pH του στομάχου· ωστόσο, αυτό δεν έχει κλινική σημασία. Μετά τη χορήγηση συμβατικών σκευασμάτων παρακεταμόλης, μόνο μικρές ποσότητες του φαρμάκου ανιχνεύονται στο πλάσμα μετά από 8 ώρες. Τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης παρακεταμόλης απελευθερώνουν το φάρμακο για έως και 8 ώρες, αλλά τα δεδομένα in vitro υποδεικνύουν ότι τουλάχιστον το 95% της δόσης απελευθερώνεται εντός 5 ωρών.
Μετά από ορθική χορήγηση παρακεταμόλης, υπάρχει σημαντική διακύμανση στις μέγιστες πλασμικές συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται, και ο χρόνος για να επιτευχθούν οι μέγιστες πλασμικές συγκεντρώσεις είναι σημαντικά μεγαλύτερος από ό,τι μετά από από του στόματος χορήγηση.
Σε 12 θηλάζουσες μητέρες (θηλασμός 2-22 μηνών) που έλαβαν μία μεμονωμένη από του στόματος δόση 650 mg, οι μέγιστες συγκεντρώσεις παρακεταμόλης εμφανίστηκαν σε 1-2 ώρες στο εύρος 10-15 ug/mL. Υποθέτοντας ότι 90 mL γάλακτος καταναλώθηκαν σε διαστήματα 3, 6 και 9 ωρών μετά τη λήψη, η ποσότητα του φαρμάκου που διατέθηκε στο βρέφος εκτιμήθηκε ότι κυμαινόταν από 0,04% έως 0,23% της μητρικής δόσης.
Η παρακεταμόλη κατανέμεται ταχέως και ομοιόμορφα στους περισσότερους ιστούς του σώματος. Περίπου το 25% της παρακεταμόλης στο αίμα συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η παρακεταμόλη είναι ο κύριος μεταβολίτης της φινακετίνης και της ακετανιλλίδης. Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ με κινητική πρώτης τάξης και ο μεταβολισμός της περιλαμβάνει 3 οδούς: σύζευξη με γλυκουρονίδιο, σύζευξη με θειικό άλας και οξείδωση μέσω του ενζύμου κυτοχρώματος P450, κυρίως CYP2E1, για την παραγωγή ενός δραστικού μεταβολίτη (N-ακετυλ-p-βενζο-κινόνημη ή NAPQI). Σε κανονικές θεραπευτικές δόσεις, το NAPQI υφίσταται γρήγορη σύζευξη με γλουταθειόνη και στη συνέχεια μεταβολίζεται για να παράγει συζεύγματα κυστεΐνης και μερκαπτουρικού οξέος. Υψηλές δόσεις παρακεταμόλης (υπερδοσολογίες) μπορούν να οδηγήσουν σε ηπατική νέκρωση λόγω της εξάντλησης της γλουταθειόνης και της σύνδεσης υψηλών επιπέδων δραστικού μεταβολίτη (NAPQI) με σημαντικά μέρη των ηπατικών κυττάρων. Η παραπάνω βλάβη στο ήπαρ μπορεί να προληφθεί με την έγκαιρη χορήγηση ενώσεων θειόλης, για παράδειγμα, μεθειονίνης και N-ακετυλοκυστεΐνης.
Περίπου 80-85% της παρακεταμόλης στον οργανισμό υφίσταται σύζευξη κυρίως με γλυκουρονικό οξύ και σε μικρότερο βαθμό με θειικό οξύ. Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται επίσης από μικροσωμικά ενζυμικά συστήματα στο ήπαρ.
Δεδομένα in vitro και σε ζώα υποδεικνύουν ότι μικρές ποσότητες παρακεταμόλης μεταβολίζονται από ένα μικροσωμικό ένζυμο κυτοχρώματος P-450 σε έναν δραστικό ενδιάμεσο μεταβολίτη (N-ακετυλ-p-βενζο-κινόνημη, N-ακετυλιμιδοκινόνη, NAPQI), ο οποίος μεταβολίζεται περαιτέρω μέσω σύζευξης με γλουταθειόνη και τελικά απεκκρίνεται στα ούρα ως μερκαπτουρικό οξύ. Έχει προταθεί ότι αυτός ο ενδιάμεσος μεταβολίτης είναι υπεύθυνος για την ηπατική νέκρωση που προκαλείται από την παρακεταμόλη και ότι οι υψηλές δόσεις παρακεταμόλης μπορεί να εξαντλήσουν τη γλουταθειόνη, με αποτέλεσμα να μειώνεται η απενεργοποίηση αυτού του τοξικού μεταβολίτη. Σε υψηλές δόσεις, η ικανότητα των μεταβολικών οδών για σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ και θειικό οξύ μπορεί να ξεπεραστεί, οδηγώντας σε αυξημένο μεταβολισμό της παρακεταμόλης μέσω εναλλακτικών οδών. Επιπλέον, έχει επίσης προταθεί ότι σε άτομα που νηστεύουν η σύζευξη υψηλών δόσεων παρακεταμόλης με γλυκουρονικό οξύ μπορεί να μειωθεί, δευτερογενώς λόγω μειωμένων ηπατικών αποθεμάτων υδατανθράκων και η μικροσωμική οξείδωση μπορεί να αυξηθεί, οδηγώντας σε αυξημένο κίνδυνο ηπατοτοξικότητας.
Παράγει 4-ακεταμιδοκατεχόλη σε αρουραίο· παράγει s-(5-ακεταμιδο-2-υδροξυφαινυλ)-l-κυστεΐνη πιθανώς σε άνθρωπο. Παράγει p-ακεταμιδοφαινυλ-β-d-γλυκουρονίδιο σε κουνέλι· παράγει p-ακεταμιδοφαινυλ-β-d-γλυκουρονίδιο σε αρουραίο, σε ινδικό χοιρίδιο και σε φέρετ· παράγει p-ακεταμιδοφαινυλ-β-d-γλυκουρονίδιο σε άνθρωπο και σε σκύλο· παράγει p-ακεταμιδοφαινυλ θειικό άλας σε κουνέλι, ινδικό χοιρίδιο και φέρετ· παράγει p-ακεταμιδοφαινυλ θειικό άλας σε αρουραίο και σε άνθρωπο· παράγει p-μεθοξυακετανιλίδη σε ινδικό χοιρίδιο· παράγει κινόνη πιθανώς σε αρουραίο. /Από πίνακα/
Τα παιδιά έχουν μικρότερη ικανότητα γλυκουρονιδίωσης του φαρμάκου από τους ενήλικες. Μικρό ποσοστό παρακεταμόλης υφίσταται n-υδροξυλίωση για να σχηματίσει N-ακετυλ-βενζο-κινόνημη, έναν εξαιρετικά δραστικό ενδιάμεσο μεταβολίτη. Αυτός ο μεταβολίτης κανονικά αντιδρά με ομάδες θειόλης στη γλουταθειόνη. Ωστόσο, μετά από μεγάλες δόσεις παρακεταμόλης, ο μεταβολίτης σχηματίζεται σε ποσότητες επαρκείς για να εξαντλήσει την ηπατική γλουταθειόνη· υπό αυτές τις συνθήκες, η αντίδραση με ομάδες θειόλης σε ηπατικές πρωτεΐνες αυξάνεται και μπορεί να προκύψει ηπατική νέκρωση.
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) για την ACETAMINOPHEN (7 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η παρακεταμόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν Θειικό Άλας Παρακεταμόλης, N-Ακετυλ-p-βενζο-κινόνημη, 3-Υδροξυπαρακεταμόλη και (2S,3S,4S,5R)-6-(4-Ακεταμιδοφαινοξυ)-3,4,5-τριοξυοξάνιο-2-καρβοξυλικό οξύ.
Η παρακεταμόλη είναι γνωστός ανθρώπινος μεταβολίτης της p-Μεθοξυακετανιλίδης, O-ισοπροπυλικής παρακεταμόλης, φινακετίνης και ακετανιλλίδης.
Η παρακεταμόλη υφίσταται κυρίως γλυκουρονιδίωση (45-55% της δόσης) όπου αυτή η διαδικασία διευκολύνεται από UGT1A1, UGT1A6, UGT1A9, UGT2B15 στο ήπαρ ή UGT1A10 στο έντερο. 30-35% της δόσης υφίσταται θείωση. Αυτός ο βιομετασχηματισμός διευκολύνεται από SULT1A1, SULT1A3, SULT1A4, SULT1E1 και SULT2A1. Ένα μικρό ποσοστό παρακεταμόλης οξειδώνεται από το CYP2E1 για να σχηματίσει N-ακετυλ-p-βενζο-κινόνημη (NAPQI), έναν τοξικό μεταβολίτη ο οποίος στη συνέχεια συζευγνύεται με γλουταθειόνη και απεκκρίνεται νεφρικά. Μελέτες υποδηλώνουν ότι οι CYP3A4 και CYP2E1 είναι οι κύριες ισομορφές κυτοχρώματος P450 που είναι υπεύθυνες για τη δημιουργία τοξικών μεταβολιτών. Συσσώρευση NAPQI μπορεί να συμβεί εάν οι κύριες μεταβολικές οδοί είναι κορεσμένες. Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ, όπου το μεγαλύτερο μέρος της μετατρέπεται σε ανενεργές ενώσεις με σύζευξη με θειικό άλας και γλυκουρονίδιο, και στη συνέχεια απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Μόνο ένα μικρό μέρος μεταβολίζεται μέσω του συστήματος ενζύμων κυτοχρώματος P450 του ήπατος. Οι τοξικές επιδράσεις της παρακεταμόλης οφείλονται σε έναν δευτερεύοντα αλκυλιωτικό μεταβολίτη (N-ακετυλ-p-βενζο-κινόνημη), όχι στην ίδια την παρακεταμόλη ούτε σε οποιονδήποτε από τους κύριους μεταβολίτες. Αυτός ο τοξικός μεταβολίτης αντιδρά με ομάδες θειόλης. Σε συνήθεις δόσεις, απεξοντώνεται γρήγορα συνδυαζόμενος μη αναστρέψιμα με την ομάδα θειόλης της γλουταθειόνης για να παραγάγει ένα μη τοξικό σύζευγμα που τελικά απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Η τοξική δόση της παρακεταμόλης είναι εξαιρετικά μεταβλητή.
Οδός Απέκκρισης: Περίπου το 80% της παρακεταμόλης απεκκρίνεται στα ούρα μετά από σύζευξη και περίπου το 3% απεκκρίνεται αμετάβλητο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής για ενήλικες είναι 2,5 ώρες μετά από ενδοφλέβια δόση 15 mg/kg. Μετά από υπερδοσολογία, ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να κυμαίνεται από 4 έως 8 ώρες ανάλογα με τη σοβαρότητα της ηπατικής βλάβης, καθώς το ήπαρ μεταβολίζει σε μεγάλο βαθμό την παρακεταμόλη.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 1-3 ώρες μετά από θεραπευτική δόση, αλλά μπορεί να είναι μεγαλύτερος από 12 ώρες μετά από υπερδοσολογία.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη μείωση της θερμοκρασίας του σώματος σε περιπτώσεις πυρετού.
Μια υποκατηγορία αναλγητικών παραγόντων που συνήθως δεν συνδέονται με ΟΠΙΟΕΙΔΗ ΥΠΟΔΟΧΕΑ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη-ναρκωτικά αναλγητικά διατίθενται ως ΜΗ-ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Απόσυρση / Deprescribing
Αναλγητικά – μη οπιοειδή
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη μείωση της θερμοκρασίας του σώματος σε περιπτώσεις πυρετού.
Μια υποκατηγορία αναλγητικών παραγόντων που συνήθως δεν συνδέονται με ΟΠΙΟΕΙΔΗ ΥΠΟΔΟΧΕΑ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη-ναρκωτικά αναλγητικά διατίθενται ως ΜΗ-ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.