PARACETAMOL
Παρακεταμόλη
Στην κατηγορία αυτή υπάγονται η παρακεταμόλη και διπυρόνη και από τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. 10.2). Tα υπόλοιπα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, μολονότι έχουν αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες, μπορούν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις να …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PARACETAMOL-KABI
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Το ελάχιστο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταξύ κάθε χορήγησης πρέπει να είναι τουλάχιστον 4 ώρες.
- Δόση έναρξης: 7.5 mg/kg (για ≤ 10 kg) ή 15 mg/kg (> 10 kg)
- Τιτλοποίηση: Όχι αναφέρεται
-
Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 33 kg (για φιαλίδιο/σάκο 100ml)ΔόσηΒάσει βάρους σώματος (βλ. πίνακα)Το ελάχιστο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταξύ κάθε χορήγησης πρέπει να είναι τουλάχιστον 4 ώρες. Για σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤30 ml/min) τουλάχιστον 6 ώρες.
-
Τελειόμηνα νεογνά, βρέφη, νήπια και παιδιά που ζυγίζουν μέχρι 33 kg (για φιαλίδιο/σάκο 50ml)ΔόσηΒάσει βάρους σώματος (βλ. πίνακα)Το ελάχιστο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταξύ κάθε χορήγησης πρέπει να είναι τουλάχιστον 4 ώρες. Για σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤30 ml/min) τουλάχιστον 6 ώρες.
-
Ενήλικες με ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια, χρόνιο αλκοολισμό, χρόνιο υποσιτισμό, αφυδάτωσηΔόση1 gΜέγ. δόση3 gΗ μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβεί τα 3 g.
-
Ενήλικες χωρίς επιπλέον παράγοντες κινδύνου για ηπατοτοξικότηταΔόση1 gΜέγ. δόση4 gΗ μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβεί τα 4 g.
-
Πρόωρα νεογνάΔεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
block
SPC-PARACETAMOL-KABI
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία, propacetamol hydrochloride (προφάρμακο της παρακεταμόλης) ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Οξεία υπατοκυτταρική ανεπάρκεια (Child-Pugh >9)
warning
SPC-PARACETAMOL-KABI
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες
-
Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στις παρακάτω περιπτώσειςΠληθυσμόςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργία και Ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια (Child-Pugh ≤9)
-
Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στις παρακάτω περιπτώσειςΠληθυσμόςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στις παρακάτω περιπτώσειςΠληθυσμόςΣύνδρομο Meulengracht Gilbert (γνωστό ως μη-αιμολυτικό ίκτερο)
-
Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στις παρακάτω περιπτώσειςΠληθυσμόςΣοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤30 ml/min)
-
Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στις παρακάτω περιπτώσειςΠληθυσμόςΧρόνια κατάχρηση αλκοόλ
-
Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στις παρακάτω περιπτώσειςΠληθυσμόςΧρόνιο υποσιτισμό (περιορισμένα αποθέματα της ηπατικής γλουταθειόνης)
-
Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στις παρακάτω περιπτώσειςΠληθυσμόςΧρήση ολικής παρεντερικής διατροφής
-
Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στις παρακάτω περιπτώσειςΠληθυσμόςΧρήση ενζυμικών επαγωγών
-
Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στις παρακάτω περιπτώσειςΠληθυσμόςΧρήση ηπατοτοξικών παραγόντων
-
Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στις παρακάτω περιπτώσειςΠληθυσμόςΣε ασθενείς που πάσχουν από γενετικά προκαλούμενη ανεπάρκεια της G-6-PD (κυαμισμός) η εμφάνιση μιας αιμολυτικής αναιμίας είναι δυνατή λόγω της μειωμένης κατανομής της γλουταθειόνης μετά από τη χορήγηση παρακεταμόλης
-
Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στις παρακάτω περιπτώσειςΠληθυσμόςΑφυδάτωση
-
Επιδράσεις στους εργαστηριακούς ελέγχουςΗ παρακεταμόλη μπορεί να επηρεάσει τους ελέγχους για ουρικό οξύ που χρησιμοποιούν φωσφοροβολφραμικό οξύ και εξετάσεις σακχάρου στο αίμα με γλυκόζη-οξειδάση-υπεροξειδάση.
swap_horiz
SPC-PARACETAMOL-KABI
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροβενεσίδηΜείωση της κάθαρσης της παρακεταμόλης κατά ~2 φορές.ΣύστασηΕξέταση μείωσης της δόσης της παρακεταμόλης.
-
ΣαλικυλαμίδηΜπορεί να παρατείνει το χρόνο ημίσειας ζωής απέκκρισης της παρακεταμόλης.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν τα ένζυμα (π.χ. ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, πιριμιδόνη)ΠαρακολούθησηΜειώνεται ο μεταβολισμός της παρακεταμόλης.
-
ΑλκοόλΠαρακολούθησηΜη αναμενόμενη ηπατοτοξικότητα (σε συνδυασμό με φάρμακα που επάγουν τα ένζυμα).
-
ΧλωραμφενικόληΜπορεί να παρατείνει τη δράση της χλωραμφενικόλης.
-
ΑΖΤ (ζιδοβουδίνη)Ενισχύει την τάση για ουδετεροπενία.
-
Από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικάΜπορεί να μειώσει τον χρόνο ημίσειας ζωής απέκκρισης της παρακεταμόλης.
-
Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά (παρακεταμόλη 4 g/ημέρα για τουλάχιστον 4 ημέρες)Ελαφρές διακυμάνσεις των τιμών INR.ΣύστασηΑυξημένη παρακολούθηση των τιμών INR κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης καθώς και για 1 εβδομάδα μετά τη διακοπή.
sick
SPC-PARACETAMOL-KABI
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Αιμοκκιοκυτταραι ία
- Υπερευαισθησία (που κυμαίνεται από δερματικό εξάνθημα ή κνίδωση έως αναφυλακτικό σοκ, το οποίο απαιτεί άμεση διακοπή της αγωγής)
- Βρογχόσπασμος
- Ταχυκαρδία
- Υπόταση
- Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
- Ερύθημα, έξαψη, κνησμός
- Αίσθηση κακουχίας
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΆγνωστεςΟυδετεροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΆγνωστεςΑιμοκκιοκυτταραι ίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΥπερευαισθησία (που κυμαίνεται από δερματικό εξάνθημα ή κνίδωση έως αναφυλακτικό σοκ, το οποίο απαιτεί άμεση διακοπή της αγωγής)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΒρογχόσπασμοςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣοβαρές δερματικές αντιδράσειςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΕρύθημα, έξαψη, κνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑίσθηση κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένες τρανσαμινάσεςΠαρακλινικές εξετάσεις
pregnant_woman
SPC-PARACETAMOL-KABI
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε χρήση στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο δυνατό διάστημα και με την χαμηλότερη δυνατή συχνότηταΗ παρακεταμόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εάν αυτή κρίνεται κλινικά απαραίτητη.
-
ΓαλουχίαΜπορεί να χρησιμοποιηθείΜετά την από του στόματος χορήγηση, η παρακεταμόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες σε θηλάζοντα βρέφη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PARACETAMOL-KABI
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-PARACETAMOL-KABI
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PARACETAMOL-KABI
expand_more
Δοσολογία
Ενδοφλέβια χρήση. Το φιαλίδιο ή o σάκος των 100 ml περιορίζεται στους ενήλικες, εφήβους και παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 33 kg. Το φιαλίδιο ή o σάκος των 50 ml περιορίζεται για τελειόμηνα νεογνά, βρέφη, νήπια και παιδιά που ζυγίζουν μέχρι 33 kg.
Δοσολογία
Δοσολογία που βασίζεται στο βάρος σώματος του ασθενή:
| Βάρος ασθενούς | Δόση ανά χορήγηση | Όγκος ανά χορήγηση | Μέγιστος όγκος Paracetamol Kabi 10 mg/ml διάλυμα για έγχυση ανά χορήγηση | Μέγιστη Ημερήσια Δόση** |
|---|---|---|---|---|
| ≤ 10 kg* | 7,5 mg/kg | 0,75 mL/kg | 7,5 mL | 30 mg/kg |
| > 10 kg έως ≤ 33 kg | 15 mg/kg | 1,5 mL/kg | 49,5 mL | 60 mg/kg, μη υπερβαίνοντ |
| ας τα 2 g | ||||
| > 33 kg έως ≤ 50 kg | 15 mg/kg | 1,5 mL/kg | 75 mL | 60 mg/kg, μη υπερβαίνοντ |
| ας τα 3 g | ||||
| > 50 kg και με επιπλέον παράγοντες κινδύνου για ηπατοτοξικό | ||||
| τητα | 1 g | 100 mL | 100 mL | 3 g |
| > 50 kg και χωρίς επιπλέον παράγοντες κινδύνου για | ||||
| ηπατοτοξικό | ||||
| τητα | 1 g | 100 mL | 100 mL | 4 g |
- Πρόωρα νεογνά: Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία ασφάλειας και αποτελεσματικότητας για πρόωρα νεογνά (βλ. παράγραφο 5.2). **Μέγιστη ημερήσια δόση: Η μέγιστη ημερήσια δόση όπως παρουσιάζεται στον παραπάνω πίνακα αφορά ασθενείς που δεν λαμβάνουν άλλα προϊόντα περιέχοντα παρακεταμόλη και πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα λαμβάνοντας υπόψη τέτοια προϊόντα. ***Ασθενείς με μικρότερο σωματικό βάρος θα χρειαστούν μικρότερους όγκους.
- Το ελάχιστο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταξύ κάθε χορήγησης πρέπει να είναι τουλάχιστον 4 ώρες.
- Το ελάχιστο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταξύ κάθε χορήγησης σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤30 ml/min) πρέπει να είναι τουλάχιστον 6 ώρες.
- Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβεί τα 3 g (βλ. παράγραφο 4.4) στους ενήλικες με ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια, χρόνιο αλκοολισμό, χρόνιο υποσιτισμό (χαμηλά αποθέματα ηπατικής γλουταθειόνης), αφυδάτωση
- Να μην χορηγηθούν περισσότερες από 4 δόσεις σε 24 ώρες.
Τρόπος χορήγησης
Προσέξτε κατά την συνταγογράφηση και την χορήγηση του Paracetamol Kabi 10 mg/ml διάλυμα για έγχυση για την αποφυγή λαθών στην δοσολογία λόγω σύγχυσης μεταξύ των χιλιοστόγραμμων (mg) και των χιλιοστόλιτρων (mL), η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε τυχαία υπερβολική δόση και το θάνατο. Φροντίστε να διασφαλιστεί ότι κοινοποιείται και διανέμεται η σωστή δόση. Κατά την συνταγογράφηση, συμπεριλάβετε τόσο την συνολική δόση σε mg όσο και την συνολική δόση σε όγκο. Φροντίστε να διασφαλίσετε ότι η δόση μετριέται και χορηγείται με ακρίβεια.
Για μία μόνο χρήση. Κάθε αχρησιμοποίητο διάλυμα πρέπει να απορρίπτεται.
Πριν από τη χορήγηση, το προϊόν πρέπει να επιθεωρείται οπτικά για τυχόν σωματίδια και αποχρωματισμό.
Το διάλυμα παρακεταμόλης χορηγείται ως ενδοφλέβια έγχυση 15 λεπτών.
Ασθενής με σωματικό βάρος ≤ 10 kg:
- Το γυάλινο φιαλίδιο ή ο σάκος του Paracetamol Kabi 10 mg/ml διάλυμα για έγχυση δεν πρέπει να αναρτάται ως έγχυση λόγω του μικρού όγκου του φαρμακευτικού προϊόντος που πρόκειται να χορηγηθεί σε αυτόν τον πληθυσμό
- Ο όγκος που πρόκειται να χορηγηθεί πρέπει να αφαιρείται από το φιαλίδιο ή τον σάκο και να αραιώνεται σε διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9% ή σε διάλυμα γλυκόζης 5% μέχρι ένα δέκατο (ένας όγκος Paracetamol Kabi 10 mg/ml διάλυμα για έγχυση σε εννέα όγκους διαλύτη) και να χορηγείται σε διάστημα 15 λεπτών
- Πρέπει να χρησιμοποιηθεί μια σύριγγα των 5 ή 10 mL για την μέτρηση της κατάλληλης δόσης για το σωματικό βάρος του παιδιού και τον επιθυμητό όγκο. Ωστόσο αυτός δεν πρέπει ποτέ να υπερβαίνει τα 7,5 mL ανά δόση.
- Ο χρήστης θα πρέπει να ανατρέξει στις πληροφορίες του προϊόντος για οδηγίες δοσολογίας.
Για την αραίωση του διαλύματος για έγχυση το Paracetamol/Kabi 10 mg/ml δείτε την παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-PARACETAMOL-KABI
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία, propacetamol hydrochloride (προφάρμακο της παρακεταμόλης) ή σε κάποιο από τα έκδοχα
- Οξεία υπατοκυτταρική ανεπάρκεια (Child-Pugh >9)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PARACETAMOL-KABI
expand_more
Προειδοποιήσεις
Προειδοποιήσεις
ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Φροντίστε να αποφεύγετε τα λάθη στην δοσολογία λόγω σύγχυσης μεταξύ του χιλιοστόγραμμου (mg) και του χιλιοστόλιτρου (ml), η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε τυχαία υπερβολική δόση και τον θάνατο (βλ. Δοσολογία).
Συνιστάται να χρησιμοποιήσετε μια κατάλληλη αναλγητική θεραπεία από το στόμα, όσο το δυνατόν συντομότερα αυτή η οδός χορήγησης είναι δυνατή.
Προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος της υπερδοσολογίας, ελέγξτε ότι άλλα χορηγούμενα φάρμακα δεν περιέχουν paracetamol ή propacetamol hydrochloride.
Δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες περικλείουν τον κίνδυνο πολύ σοβαρής ηπατικής βλάβης. Κλινικά σημεία και συμπτώματα ηπατικής βλάβης (συμπεριλαμβανομένης της αιφνίδιας εκδήλωσης ηπατίτιδας, ηπατικής ανεπάρκειας, χολοστατικής ηπατίτιδας, κυτταρολυτικής ηπατίτιδας) δεν παρατηρούνται συνήθως μέχρι δύο ημέρες, και με ανώτατο όριο των 4-6 ημερών, μετά τη χορήγηση. Θεραπεία με αντίδοτο πρέπει να δίνεται το συντομότερο δυνατό (βλ. Υπερδοσολογία).
Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στις παρακάτω περιπτώσεις:
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία και Ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια (Child-Pugh ≤9)
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Σύνδρομο Meulengracht Gilbert (γνωστό ως μη-αιμολυτικό ίκτερο)
- Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤30 ml/min), βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές
- Χρόνια κατάχρηση αλκοόλ
- Χρόνιο υποσιτισμό (περιορισμένα αποθέματα της ηπατικής γλουταθειόνης)
- Χρήση ολικής παρεντερικής διατροφής
- Χρήση ενζυμικών επαγωγών
- Χρήση ηπατοτοξικών παραγόντων
- Σε ασθενείς που πάσχουν από γενετικά προκαλούμενη ανεπάρκεια της G-6-PD (κυαμισμός) η εμφάνιση μιας αιμολυτικής αναιμίας είναι δυνατή λόγω της μειωμένης κατανομής της γλουταθειόνης μετά από τη χορήγηση παρακεταμόλης
- Αφυδάτωση
Επιδράσεις στους εργαστηριακούς ελέγχους
Η παρακεταμόλη μπορεί να επηρεάσει τους ελέγχους για ουρικό οξύ που χρησιμοποιούν φωσφοροβολφραμικό οξύ και εξετάσεις σακχάρου στο αίμα με γλυκόζη-οξειδάση-υπεροξειδάση.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PARACETAMOL-KABI
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PARACETAMOL-KABI
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στον ακόλουθο ορισμό της συχνότητας: Πολύ συχνές ≥1/10 Συχνές ≥1/100 έως <1/10 Όχι συχνές ≥1/1,000 έως <1/100 Σπάνιες ≥1/10,000 έως <1/1,000 Πολύ σπάνιες <1/10,000 Άγνωστες Η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα
Όπως με όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν παρακεταμόλη, οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι σπάνιες ή πολύ σπάνιες. Αυτές περιγράφονται στον παρακάτω πίνακα:
| Κατηγορία συστήματος
| οργάνων | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Άγνωστες |
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του | |||
| αιμοποιητικού και | |||
| του λεμφικού | |||
| συστήματος | θρομβοπενία, | ||
| λευκοπενία | |||
| ουδετεροπενία, | |||
| α αιμοκκιοκυτταραι | |||
| ία | |||
| Διαταραχές του | |||
| ανοσοποιητικού | |||
| συστήματος | Υπερευαισθησία (που | ||
| κυμαίνεται από | |||
| δερματικό εξάνθημα ή | |||
| κνίδωση έως | |||
| αναφυλακτικό σοκ, το | |||
| οποίο απαιτεί άμεση | |||
| διακοπή της αγωγής), | |||
| βρογχόσπασμος | |||
| Καρδιακές | |||
| διαταραχές | Ταχυκαρδία | ||
| Αγγειακές | |||
| διαταραχές | Υπόταση | ||
| Διαταραχές του | |||
| δέρματος και του | |||
| υποδόριου ιστού | Σοβαρές δερματικές | ||
| αντιδράσεις | Ερύθημα, έξαψη, | ||
| κνησμός | |||
| Γενικές διαταραχές | |||
| και καταστάσεις | |||
| της οδού χορήγησης | Αίσθηση | ||
| κακουχίας | |||
| Παρακλινικές | |||
| εξετάσεις | Αυξημένες | ||
| τρανσαμινάσες |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ:+30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PARACETAMOL-KABI
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων σε έγκυες γυναίκες καταδεικνύουν την μη ύπαρξη συγγενών διαμαρτυριών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό. Η παρακεταμόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εάν αυτή κρίνεται κλινικά απαραίτητη, ωστόσο, πρέπει να χρησιμοποιηθεί στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο δυνατό διάστημα και με την χαμηλότερη δυνατή συχνότητα.
Θηλασμός
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η παρακεταμόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες σε θηλάζοντα βρέφη. Συνεπώς, το Paracetamol Kabi μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε γυναίκες που θηλάζουν.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PARACETAMOL-KABI
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αναλγητικά και αντιπυρετικά, ανιλίδες, κωδικός ATC: N02BE01
Ο ακριβής αναλγητικός και αντιπυρετικός τρόπος δράσης της παρακεταμόλης δεν έχει τεκμηριωθεί. Ένα κεντρικό και περιφερικό αποτέλεσμα είναι πιθανό.
Το Paracetamol Kabi παρέχει έναρξη της ανακούφισης από τον πόνο μέσα σε 5 με 10 λεπτά μετά τη χορήγηση. Η μέγιστη αναλγητική δράση επιτυγχάνεται μέσα σε 1 ώρα και η αναλγησία παραμένει συνήθως 4 με 6 ώρες.
Το Paracetamol/Kabi μειώνει τον πυρετό εντός 30 λεπτών μετά τη χορήγηση. Η αντιπυρετική δράση διαρκεί για τουλάχιστον 6 ώρες.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PARACETAMOL-KABI
expand_more
Φαρμακοκινητική
Ενήλικες
Απορρόφηση
Μετά από εφάπαξ και διαλείπουσα χορήγηση κατά τη διάρκεια 24 ωρών η φαρμακοκινητική της παρακεταμόλης είναι γραμμική μέχρι τα 2 g. Η βιοδιαθεσιμότητα της παρακεταμόλης μετά την έγχυση των 500 mg και 1 g είναι παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε μετά την έγχυση του 1 g και 2 g παρακεταμόλης (που αντιστοιχεί σε 500 mg και 1 g παρακεταμόλη), αντίστοιχα. Η μέγιστη συγκέντρωση παρακεταμόλης στο πλάσμα (Cmax) που παρατηρήθηκε στο τέλος της 15λεπτης ενδοφλέβιας έγχυσης των 500 mg και 1 g παρακεταμόλης είναι περίπου 15 μg/ml και 30 μg/ml, αντίστοιχα.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής της παρακεταμόλης είναι περίπου 1 l/kg. Η παρακεταμόλη δεν δεσμεύεται εκτενώς με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 10%). Είκοσι λεπτά μετά την έγχυση του 1 g παρακεταμόλη, σημαντικές συγκεντρώσεις της παρακεταμόλης (περίπου 1,5 μg/ml) παρατηρήθηκαν στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Βιομετατροπή
Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ ακολουθώντας δύο μεγάλες ηπατικές οδούς: τη σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ και θειϊκό οξύ. Σε δόσεις που υπερβαίνουν τη θεραπευτική δόση, στη τελευταία οδό επέρχεται ραγδαίος κορεσμός. Ένα μικρό κλάσμα (μικρότερο από 4%) μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα P450 σε ένα δραστικό ενδιάμεσο (N- ακετυλο ιμίνη βενζοκινόνης), η οποία, με την κανονική δόση, γρήγορα αποτοξινώνεται από την ανηγμένη γλουταθειόνη και αποβάλλεται στα ούρα μετά τη σύζευξη με κυστεΐνη και μερκαπτουρικό οξύ. Ωστόσο, σε περίπτωση μαζικής υπερδοσολογίας, η ποσότητα αυτού του τοξικού μεταβολίτη είναι αυξημένη.
Αποβολή
Οι μεταβολίτες της παρακεταμόλης, αποβάλλονται κυρίως στα ούρα. Το 90% της χορηγηθείσας δόσης αποβάλλεται εντός 24 ωρών, κυρίως ως συζεύξεις γλυκουρονιδίου (60-80%) και θειϊκού (20-30%). Λιγότερο από 5% αποβάλλεται αμετάβλητη. Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι 2,7 ώρες και η συνολική κάθαρση από το σώμα είναι 18 l/h.
Νεογνά, βρέφη και παιδιά Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της παρακεταμόλης που παρατηρήθηκαν σε βρέφη και παιδιά είναι παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες, εκτός από τo χρόνο ημιζωής στο πλάσμα που είναι ελαφρώς μικρότερος (1,5 με 2 ώρες) από ό,τι στους ενήλικες. Σε νεογέννητα βρέφη, ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι μεγαλύτερος από ό,τι σε βρέφη, δηλαδή περίπου 3,5 ώρες. Νεογνά, βρέφη και παιδιά ηλικίας έως 10 ετών αποβάλλουν πολύ λιγότερο γλυκουρονικές και περισσότερο θειϊκές συζεύξεις από ότι οι ενήλικες.
Πίνακας: Φαρμακοκινητικές τιμές που σχετίζονται με την ηλικία (τυποποιημένη κάθαρση, *CL std /F oral (l.h -1 70 kg -1 )
| Ηλικία | Βάρος (kg) | CL std /F oral (l.h -1 70 kg -1
| ) | ||
|---|---|---|
| 40 εβδομάδες (ηλικία μετά | ||
| την σύλληψη) | 3,3 | 5,9 |
| 3 μήνες (ηλικία μετά την | ||
| γέννηση) | 6 | 8,8 |
| 6 μήνες (ηλικία μετά την | ||
| γέννηση) | 7,5 | 11,1 |
| 1 χρόνος (ηλικία μετά την | ||
| γέννηση) | 10 | 13,6 |
| 2 χρόνια (ηλικία μετά την | ||
| γέννηση) | 12 | 15,6 |
| 5 χρόνια (ηλικία μετά την | ||
| γέννηση) | 20 | 16,3 |
| 8 χρόνια (ηλικία μετά την | ||
| γέννηση) | 25 | 16,3 |
*CL std είναι η εκτίμηση πληθυσμού για CL
Ειδικός πληθυσμός
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 10-30 ml/min), η αποβολή της παρακεταμόλης έχει μια μικρή καθυστέρηση, ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης κυμαίνεται από 2 έως 5,3 ώρες. Για τα συζεύγματα γλυκουρονιδίου και του θειϊκού, το ποσοστό αποβολής είναι 3 φορές μικρότερο σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, από ό,τι σε υγιή άτομα. Ως εκ τούτου, όταν χορηγείται παρακεταμόλη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 ml / min), το ελάχιστο διάστημα μεταξύ κάθε χορήγησης θα πρέπει να αυξηθεί στις 6 ώρες (βλ. παράγραφο 4.2).
Ηλικιωμένοι
Οι φαρμακοκινητικές και ο μεταβολισμός της παρακεταμόλης δεν διαφοροποιούνται στους ενήλικες. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών.
ΕΟΦ · 10.1
Aναλγητικά - Αντιπυρετικά
expand_more
Aναλγητικά - Αντιπυρετικά
Στην κατηγορία αυτή υπάγονται η παρακεταμόλη και διπυρόνη και από τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. 10.2). Tα υπόλοιπα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, μολονότι έχουν αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες, μπορούν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις να χρησιμοποιηθούν ως αναλγητικά για βραχύ χρονικό διάστημα. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται και οι συνδυασμοί κωδεΐνης με ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή παρακεταμόλη.
H παρακεταμόλη χρησιμοποιείται σε ελαφράς ή μέτριας έντασης επώδυνες καταστάσεις και προτιμάται του ακετυλοσαλικυλικού οξέος σε άτομα που η χορήγηση του τελευταίου δεν συνιστάται. Σε σχέση με αυτό έχει ασθενέστερη αναλγητική ή αντιπυρετική δράση, αλλά στη συνιστώμενη δοσολογία στερείται ουσιαστικά ανεπιθύμητων ενεργειών.
H διπυρόνη, πυραζολονικό παράγωγο, έχει ισχυρή αναλγητική και αντιπυρετική δράση, παρουσιάζει όμως το σοβαρό μειονέκτημα της πρόκλησης, αν και σπάνια, ακοκκιοκυτταραιμίας συχνά θανατηφόρου.
Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται παρά μόνο κάτω από αυστηρές και συγκεκριμένες προϋποθέσεις (βλ. παρακάτω).
Συνδυασμοί κωδεΐνης με ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή παρακεταμόλη, έχει αποδειχθεί ότι έχουν συνεργική αναλγητική δράση και χορηγούνται σε επώδυνες καταστάσεις που δεν ανταποκρίνονται στα απλά αναλγητικά. Xρόνια χορήγησή τους θα πρέπει να αποφεύγεται λόγω του κινδύνου εξάρτησης (βλ. 4.11).
Tα ναρκωτικά αναλγητικά (κωδεΐνη, προποξυφαίνη, οπιούχα) μπορούν περιστασιακώς μόνο να χορηγηθούν, για βραχύ χρονικό διάστημα, σε περιπτώσεις οξέων επώδυνων συνδρόμων που δεν ανταποκρίνονται στη χρήση των προαναφερθέντων φαρμάκων ή άλλων θεραπευτικών μέσων (βλ. 4.11) και για βραχύ χρονικό διάστημα.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Σύμφωνα με την επισήμανση του FDA, ο ακριβής μηχανισμός δράσης της παρακεταμόλης δεν έχει πλήρως εξακριβωθεί - παρά ταύτα, συχνά κατηγοριοποιείται μαζί με τα ΜΣΑΦ (μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα) λόγω της ικανότητάς της να αναστέλλει τις οδούς κυκλοοξυγενάσης (COX). Θεωρείται ότι ασκεί κεντρικές δράσεις που τελικά οδηγούν στην ανακούφιση των συμπτωμάτων του πόνου. Μία θεωρία είναι ότι η παρακεταμόλη αυξάνει το κατώφλι πόνου αναστέλλοντας δύο ισομορφές της κυκλοοξυγενάσης, την COX-1 και την COX-2, οι οποίες εμπλέκονται στη σύνθεση προσταγλανδινών (PG). Οι προσταγλανδίνες είναι υπεύθυνες για την πρόκληση αισθήσεων πόνου. Η παρακεταμόλη δεν αναστέλλει την κυκλοοξυγενάση σε περιφερικούς ιστούς και, ως εκ τούτου, δεν έχει περιφερικές αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις. Αν και το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη) είναι ένας μη αναστρέψιμος αναστολέας της COX και μπλοκάρει άμεσα την ενεργό θέση αυτού του ενζύμου, μελέτες έχουν δείξει ότι η παρακεταμόλη (ακεταμινοφαίνη) μπλοκάρει την COX έμμεσα. Μελέτες επίσης υποδηλώνουν ότι η παρακεταμόλη μπλοκάρει επιλεκτικά μια παραλλαγή του ενζύμου COX που είναι μοναδική από τις γνωστές παραλλαγές COX-1 και COX-2. Αυτό το ένζυμο έχει αναφερθεί ως COX-3. Οι αντιπυρετικές δράσεις της παρακεταμόλης πιθανόν να οφείλονται σε άμεση δράση στα κέντρα ρύθμισης της θερμότητας στον εγκέφαλο, οδηγώντας σε περιφερική αγγειοδιαστολή, εφίδρωση και απώλεια θερμότητας σώματος. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης αυτού του φαρμάκου δεν είναι πλήρως κατανοητός αυτή τη στιγμή, αλλά η μελλοντική έρευνα μπορεί να συμβάλει σε βαθύτερη γνώση. Παρόλο που απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, ο ενεργός μεταβολίτης της παρακεταμόλης (AM404) έδειξε να αλληλεπιδρά με διάφορους μοριακούς στόχους, συμπεριλαμβανομένου του διαύλου ασβεστίου Cav3.2, των υποδοχέων κανναβινοειδών CB1, των υποδοχέων TRPV1 και των διαύλων Nav1.8 και Nav1.7.
Η παρακεταμόλη προκαλεί αναλγησία και αντιπυρεσία με μηχανισμό παρόμοιο με αυτόν των σαλικυλικών. Σε αντίθεση με τα σαλικυλικά, ωστόσο, η παρακεταμόλη δεν έχει ουρικοουρική δράση. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι η παρακεταμόλη έχει ασθενή αντιφλεγμονώδη δράση σε ορισμένες μη ρευματικές καταστάσεις (π.χ., σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε στοματική χειρουργική επέμβαση). … Η παρακεταμόλη μειώνει τη θερμοκρασία του σώματος σε ασθενείς με πυρετό, αλλά σπάνια μειώνει την κανονική θερμοκρασία του σώματος. Το φάρμακο δρα στον υποθάλαμο για να προκαλέσει αντιπυρεσία· η διάχυση θερμότητας αυξάνεται ως αποτέλεσμα αγγειοδιαστολής και αυξημένης περιφερικής ροής αίματος.
Οι επιδράσεις της παρακεταμόλης στην δραστηριότητα της κυκλοοξυγενάσης δεν έχουν προσδιοριστεί πλήρως. Η παρακεταμόλη είναι ένας ασθενής, αναστρέψιμος, μη-ισοειδικά-ειδικός αναστολέας της κυκλοοξυγενάσης σε δόσεις 1 g ημερησίως. Η ανασταλτική επίδραση της παρακεταμόλης στην κυκλοοξυγενάση-1 είναι περιορισμένη και το φάρμακο δεν αναστέλλει τη λειτουργία των αιμοπεταλίων. Θεραπευτικές δόσεις παρακεταμόλης φαίνεται να έχουν μικρή επίδραση στα καρδιαγγειακά και αναπνευστικά συστήματα· ωστόσο, τοξικές δόσεις μπορεί να προκαλέσουν καρδιαγγειακή ανεπάρκεια και ταχεία, ρηχή αναπνοή.
Η παρακεταμόλη (N-ακετυλ-p-αμινοφαινόλη (APAP)) είναι το πιο κοινό αντιπυρετικό/αναλγητικό φάρμακο παγκοσμίως. Εάν γίνει υπερδοσολογία APAP, ο μεταβολίτης της, N-ακετυλ-p-βενζο-κινόνημη (NAPQI), προκαλεί ηπατική βλάβη. Ωστόσο, επιδημιολογικά στοιχεία έχουν συνδέσει την προηγούμενη χρήση θεραπευτικών δόσεων APAP με τον κίνδυνο χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ) και άσθματος. Ο δίαυλος μεταβλητής μεταβατικής δυναμικής-1 (TRPA1) εκφράζεται από πεπτιδογονικά πρωτοπαθή αισθητικά νευρωνικά κύτταρα. Επειδή το NAPQI, όπως και άλλοι ενεργοποιητές TRPA1, είναι ηλεκτρονιόφιλη μόριο, οι ερευνητές υπέθεσαν ότι η APAP, μέσω του NAPQI, διεγείρει το TRPA1, προκαλώντας έτσι νευρογενή φλεγμονή των αεραγωγών. Το NAPQI διεγείρει επιλεκτικά ανθρώπινο ανασυνδυασμένο και εγγενές (νευροβλαστωματικά κύτταρα) TRPA1. Η ενεργοποίηση του TRPA1 από το NAPQI απελευθερώνει προφλεγμονώδη νευροπεπτίδια (ουσία P και πεπτίδιο που σχετίζεται με την καλσιτονίνη) από τερματικούς νευρικούς αισθητήρες στους αεραγωγούς αρουραίων, προκαλώντας έτσι νευρογενές οίδημα και ουδετεροφιλία. Η μεμονωμένη ή επαναλαμβανόμενη χορήγηση θεραπευτικών (15-60 mg/kg) δόσεων APAP σε ποντίκια παράγει ανιχνεύσιμα επίπεδα NAPQI στον πνεύμονα και αυξάνει τον αριθμό των ουδετερόφιλων, τη δραστηριότητα της μυελοπεροξειδάσης και τα επίπεδα κυτοκινών και χημειοκινών στους αεραγωγούς ή στο δέρμα. Οι φλεγμονώδεις αποκρίσεις που προκαλούνται από το NAPQI και την APAP αμβλύνονται από τον ανταγωνισμό του TRPA1 ή απουσιάζουν σε ποντίκια με έλλειψη TRPA1. Αυτή η νέα οδός, διακριτή από την ιστική βλάβη του NAPQI, μπορεί να συμβάλει στον κίνδυνο ΧΑΠ και άσθματος που σχετίζεται με τη θεραπευτική χρήση APAP.
Η παρακεταμόλη είναι αυτή τη στιγμή ένα από τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα αναλγητικά και αντιπυρετικά. Πρόσφατα στοιχεία έχουν υποδείξει ότι το οξειδωτικό στρες εμπλέκεται στον μηχανισμό της υπερδοσολογίας παρακεταμόλης. Η Παραοξονάση-1 (PON1) διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως ενδογενές μόριο σάρωσης ελεύθερων ριζών. Ο στόχος αυτής της μελέτης ήταν να αξιολογηθεί η επίδραση της δραστηριότητας της PON1 στον ορό και του οξειδωτικού στρες σε ασθενείς με υπερδοσολογία παρακεταμόλης. Συνολικά 20 ασθενείς με υπερδοσολογία παρακεταμόλης και 25 υγιείς μάρτυρες εντάχθηκαν. Μετρήθηκαν η ολική αντιοξειδωτική ικανότητα (TAC) του ορού, τα επίπεδα υδροϋπεροξειδίου λιπιδίων (LOOH) και οι δραστηριότητες παραοξονάσης και αρυλεστεράσης φασματοφωτομετρικά. Τα επίπεδα TAC του ορού και οι δραστηριότητες παραοξονάσης και αρυλεστεράσης ήταν σημαντικά χαμηλότερα σε ασθενείς με υπερδοσολογία παρακεταμόλης σε σύγκριση με τους μάρτυρες (όλα, p < 0,001), ενώ τα επίπεδα LOOH του ορού ήταν σημαντικά υψηλότερα (p < 0,001). Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η μειωμένη δραστηριότητα PON1 φαίνεται να σχετίζεται με αυξημένο οξειδωτικό στρες σε ασθενείς με υπερδοσολογία παρακεταμόλης. Η μέτρηση της δραστηριότητας PON1 στον ορό μπορεί να είναι χρήσιμη για την αξιολόγηση της ανάπτυξης κινδύνου τοξικότητας στην τοξικότητα της παρακεταμόλης. Θα ήταν χρήσιμο να συστηθούν βιταμίνες με αντιοξειδωτικές δράσεις όπως οι βιταμίνες C και E μαζί με ιατρικές θεραπείες.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για την ACETAMINOPHEN (9 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η παρακεταμόλη έχει 88% από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα και φτάνει στη μέγιστη πλασματική της συγκέντρωση 90 λεπτά μετά τη λήψη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ελεύθερης παρακεταμόλης στο αίμα δεν επιτυγχάνονται πριν από 3 ώρες μετά την ορθική χορήγηση της μορφής υποθέτου παρακεταμόλης και η μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα είναι περίπου 50% της συγκέντρωσης που παρατηρήθηκε μετά τη λήψη ισοδύναμης από του στόματος δόσης (10-20 mcg/mL). Το ποσοστό ενός συστηματικά απορροφημένου ορθικού δόσης παρακεταμόλης είναι ασυνεπές, όπως αποδεικνύεται από μεγάλες διαφορές στη βιοδιαθεσιμότητα της παρακεταμόλης μετά από χορήγηση ορθικής δόσης. Υψηλότερες ορθικές δόσεις ή αυξημένη συχνότητα χορήγησης μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να επιτευχθούν συγκεντρώσεις παρακεταμόλης στο αίμα παρόμοιες με αυτές που επιτυγχάνονται μετά από από του στόματος χορήγηση παρακεταμόλης.
Οι μεταβολίτες της παρακεταμόλης απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Λιγότερο από 5% απεκκρίνεται στα ούρα ως ελεύθερη (μη συζευγμένη) παρακεταμόλη και τουλάχιστον το 90% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται εντός 24 ωρών.
Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 0,9L/kg. 10 έως 20% του φαρμάκου συνδέεται με τα ερυθρά αιμοσφαίρια. Η παρακεταμόλη φαίνεται να κατανέμεται ευρέως σε όλους τους περισσότερους ιστούς του σώματος εκτός από το λίπος.
Ενήλικες: 0,27 L/h/kg μετά από ενδοφλέβια (IV) δόση 15 mg/kg. Παιδιά: 0,34 L/h/kg μετά από ενδοφλέβια (IV) δόση 15 mg/kg.
Η παρακεταμόλη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως από το γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση. Σε υγιείς άνδρες, η σταθερής κατάστασης από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα δόσεων 1,3-g παρακεταμόλης παρατεταμένης αποδέσμευσης που χορηγήθηκαν κάθε 8 ώρες για σύνολο 7 δόσεων ήταν ίση με δόσεις 1-g συμβατικών δισκίων παρακεταμόλης που δόθηκαν κάθε 6 ώρες για σύνολο 7 δόσεων. Το φαγητό μπορεί να καθυστερήσει ελαφρώς την απορρόφηση των δισκίων παρακεταμόλης παρατεταμένης αποδέσμευσης. Μετά από από του στόματος χορήγηση σκευασμάτων παρακεταμόλης άμεσης ή παρατεταμένης αποδέσμευσης, οι μέγιστες πλασμικές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται εντός 10-60 ή 60-120 λεπτών, αντίστοιχα. Μετά από από του στόματος χορήγηση ενός μεμονωμένου συμβατικού δισκίου 500 mg ή ενός μεμονωμένου δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης 650 mg, μέσες πλασμικές συγκεντρώσεις παρακεταμόλης 2,1 ή 1,8 ug/mL, αντίστοιχα, εμφανίζονται σε 6 ή 8 ώρες, αντίστοιχα. Επιπλέον, η διάλυση των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορεί να εξαρτάται ελαφρώς από το γαστρικό ή εντερικό pH. Η διάλυση φαίνεται να είναι ελαφρώς ταχύτερη σε αλκαλικό pH των εντέρων σε σύγκριση με το όξινο pH του στομάχου· ωστόσο, αυτό δεν έχει κλινική σημασία. Μετά τη χορήγηση συμβατικών σκευασμάτων παρακεταμόλης, μόνο μικρές ποσότητες του φαρμάκου ανιχνεύονται στο πλάσμα μετά από 8 ώρες. Τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης παρακεταμόλης απελευθερώνουν το φάρμακο για έως και 8 ώρες, αλλά τα δεδομένα in vitro υποδεικνύουν ότι τουλάχιστον το 95% της δόσης απελευθερώνεται εντός 5 ωρών.
Μετά από ορθική χορήγηση παρακεταμόλης, υπάρχει σημαντική διακύμανση στις μέγιστες πλασμικές συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται, και ο χρόνος για να επιτευχθούν οι μέγιστες πλασμικές συγκεντρώσεις είναι σημαντικά μεγαλύτερος από ό,τι μετά από από του στόματος χορήγηση.
Σε 12 θηλάζουσες μητέρες (θηλασμός 2-22 μηνών) που έλαβαν μία μεμονωμένη από του στόματος δόση 650 mg, οι μέγιστες συγκεντρώσεις παρακεταμόλης εμφανίστηκαν σε 1-2 ώρες στο εύρος 10-15 ug/mL. Υποθέτοντας ότι 90 mL γάλακτος καταναλώθηκαν σε διαστήματα 3, 6 και 9 ωρών μετά τη λήψη, η ποσότητα του φαρμάκου που διατέθηκε στο βρέφος εκτιμήθηκε ότι κυμαινόταν από 0,04% έως 0,23% της μητρικής δόσης.
Η παρακεταμόλη κατανέμεται ταχέως και ομοιόμορφα στους περισσότερους ιστούς του σώματος. Περίπου το 25% της παρακεταμόλης στο αίμα συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η παρακεταμόλη είναι ο κύριος μεταβολίτης της φινακετίνης και της ακετανιλλίδης. Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ με κινητική πρώτης τάξης και ο μεταβολισμός της περιλαμβάνει 3 οδούς: σύζευξη με γλυκουρονίδιο, σύζευξη με θειικό άλας και οξείδωση μέσω του ενζύμου κυτοχρώματος P450, κυρίως CYP2E1, για την παραγωγή ενός δραστικού μεταβολίτη (N-ακετυλ-p-βενζο-κινόνημη ή NAPQI). Σε κανονικές θεραπευτικές δόσεις, το NAPQI υφίσταται γρήγορη σύζευξη με γλουταθειόνη και στη συνέχεια μεταβολίζεται για να παράγει συζεύγματα κυστεΐνης και μερκαπτουρικού οξέος. Υψηλές δόσεις παρακεταμόλης (υπερδοσολογίες) μπορούν να οδηγήσουν σε ηπατική νέκρωση λόγω της εξάντλησης της γλουταθειόνης και της σύνδεσης υψηλών επιπέδων δραστικού μεταβολίτη (NAPQI) με σημαντικά μέρη των ηπατικών κυττάρων. Η παραπάνω βλάβη στο ήπαρ μπορεί να προληφθεί με την έγκαιρη χορήγηση ενώσεων θειόλης, για παράδειγμα, μεθειονίνης και N-ακετυλοκυστεΐνης.
Περίπου 80-85% της παρακεταμόλης στον οργανισμό υφίσταται σύζευξη κυρίως με γλυκουρονικό οξύ και σε μικρότερο βαθμό με θειικό οξύ. Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται επίσης από μικροσωμικά ενζυμικά συστήματα στο ήπαρ.
Δεδομένα in vitro και σε ζώα υποδεικνύουν ότι μικρές ποσότητες παρακεταμόλης μεταβολίζονται από ένα μικροσωμικό ένζυμο κυτοχρώματος P-450 σε έναν δραστικό ενδιάμεσο μεταβολίτη (N-ακετυλ-p-βενζο-κινόνημη, N-ακετυλιμιδοκινόνη, NAPQI), ο οποίος μεταβολίζεται περαιτέρω μέσω σύζευξης με γλουταθειόνη και τελικά απεκκρίνεται στα ούρα ως μερκαπτουρικό οξύ. Έχει προταθεί ότι αυτός ο ενδιάμεσος μεταβολίτης είναι υπεύθυνος για την ηπατική νέκρωση που προκαλείται από την παρακεταμόλη και ότι οι υψηλές δόσεις παρακεταμόλης μπορεί να εξαντλήσουν τη γλουταθειόνη, με αποτέλεσμα να μειώνεται η απενεργοποίηση αυτού του τοξικού μεταβολίτη. Σε υψηλές δόσεις, η ικανότητα των μεταβολικών οδών για σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ και θειικό οξύ μπορεί να ξεπεραστεί, οδηγώντας σε αυξημένο μεταβολισμό της παρακεταμόλης μέσω εναλλακτικών οδών. Επιπλέον, έχει επίσης προταθεί ότι σε άτομα που νηστεύουν η σύζευξη υψηλών δόσεων παρακεταμόλης με γλυκουρονικό οξύ μπορεί να μειωθεί, δευτερογενώς λόγω μειωμένων ηπατικών αποθεμάτων υδατανθράκων και η μικροσωμική οξείδωση μπορεί να αυξηθεί, οδηγώντας σε αυξημένο κίνδυνο ηπατοτοξικότητας.
Παράγει 4-ακεταμιδοκατεχόλη σε αρουραίο· παράγει s-(5-ακεταμιδο-2-υδροξυφαινυλ)-l-κυστεΐνη πιθανώς σε άνθρωπο. Παράγει p-ακεταμιδοφαινυλ-β-d-γλυκουρονίδιο σε κουνέλι· παράγει p-ακεταμιδοφαινυλ-β-d-γλυκουρονίδιο σε αρουραίο, σε ινδικό χοιρίδιο και σε φέρετ· παράγει p-ακεταμιδοφαινυλ-β-d-γλυκουρονίδιο σε άνθρωπο και σε σκύλο· παράγει p-ακεταμιδοφαινυλ θειικό άλας σε κουνέλι, ινδικό χοιρίδιο και φέρετ· παράγει p-ακεταμιδοφαινυλ θειικό άλας σε αρουραίο και σε άνθρωπο· παράγει p-μεθοξυακετανιλίδη σε ινδικό χοιρίδιο· παράγει κινόνη πιθανώς σε αρουραίο. /Από πίνακα/
Τα παιδιά έχουν μικρότερη ικανότητα γλυκουρονιδίωσης του φαρμάκου από τους ενήλικες. Μικρό ποσοστό παρακεταμόλης υφίσταται n-υδροξυλίωση για να σχηματίσει N-ακετυλ-βενζο-κινόνημη, έναν εξαιρετικά δραστικό ενδιάμεσο μεταβολίτη. Αυτός ο μεταβολίτης κανονικά αντιδρά με ομάδες θειόλης στη γλουταθειόνη. Ωστόσο, μετά από μεγάλες δόσεις παρακεταμόλης, ο μεταβολίτης σχηματίζεται σε ποσότητες επαρκείς για να εξαντλήσει την ηπατική γλουταθειόνη· υπό αυτές τις συνθήκες, η αντίδραση με ομάδες θειόλης σε ηπατικές πρωτεΐνες αυξάνεται και μπορεί να προκύψει ηπατική νέκρωση.
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) για την ACETAMINOPHEN (7 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η παρακεταμόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν Θειικό Άλας Παρακεταμόλης, N-Ακετυλ-p-βενζο-κινόνημη, 3-Υδροξυπαρακεταμόλη και (2S,3S,4S,5R)-6-(4-Ακεταμιδοφαινοξυ)-3,4,5-τριοξυοξάνιο-2-καρβοξυλικό οξύ.
Η παρακεταμόλη είναι γνωστός ανθρώπινος μεταβολίτης της p-Μεθοξυακετανιλίδης, O-ισοπροπυλικής παρακεταμόλης, φινακετίνης και ακετανιλλίδης.
Η παρακεταμόλη υφίσταται κυρίως γλυκουρονιδίωση (45-55% της δόσης) όπου αυτή η διαδικασία διευκολύνεται από UGT1A1, UGT1A6, UGT1A9, UGT2B15 στο ήπαρ ή UGT1A10 στο έντερο. 30-35% της δόσης υφίσταται θείωση. Αυτός ο βιομετασχηματισμός διευκολύνεται από SULT1A1, SULT1A3, SULT1A4, SULT1E1 και SULT2A1. Ένα μικρό ποσοστό παρακεταμόλης οξειδώνεται από το CYP2E1 για να σχηματίσει N-ακετυλ-p-βενζο-κινόνημη (NAPQI), έναν τοξικό μεταβολίτη ο οποίος στη συνέχεια συζευγνύεται με γλουταθειόνη και απεκκρίνεται νεφρικά. Μελέτες υποδηλώνουν ότι οι CYP3A4 και CYP2E1 είναι οι κύριες ισομορφές κυτοχρώματος P450 που είναι υπεύθυνες για τη δημιουργία τοξικών μεταβολιτών. Συσσώρευση NAPQI μπορεί να συμβεί εάν οι κύριες μεταβολικές οδοί είναι κορεσμένες. Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ, όπου το μεγαλύτερο μέρος της μετατρέπεται σε ανενεργές ενώσεις με σύζευξη με θειικό άλας και γλυκουρονίδιο, και στη συνέχεια απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Μόνο ένα μικρό μέρος μεταβολίζεται μέσω του συστήματος ενζύμων κυτοχρώματος P450 του ήπατος. Οι τοξικές επιδράσεις της παρακεταμόλης οφείλονται σε έναν δευτερεύοντα αλκυλιωτικό μεταβολίτη (N-ακετυλ-p-βενζο-κινόνημη), όχι στην ίδια την παρακεταμόλη ούτε σε οποιονδήποτε από τους κύριους μεταβολίτες. Αυτός ο τοξικός μεταβολίτης αντιδρά με ομάδες θειόλης. Σε συνήθεις δόσεις, απεξοντώνεται γρήγορα συνδυαζόμενος μη αναστρέψιμα με την ομάδα θειόλης της γλουταθειόνης για να παραγάγει ένα μη τοξικό σύζευγμα που τελικά απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Η τοξική δόση της παρακεταμόλης είναι εξαιρετικά μεταβλητή.
Οδός Απέκκρισης: Περίπου το 80% της παρακεταμόλης απεκκρίνεται στα ούρα μετά από σύζευξη και περίπου το 3% απεκκρίνεται αμετάβλητο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής για ενήλικες είναι 2,5 ώρες μετά από ενδοφλέβια δόση 15 mg/kg. Μετά από υπερδοσολογία, ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να κυμαίνεται από 4 έως 8 ώρες ανάλογα με τη σοβαρότητα της ηπατικής βλάβης, καθώς το ήπαρ μεταβολίζει σε μεγάλο βαθμό την παρακεταμόλη.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 1-3 ώρες μετά από θεραπευτική δόση, αλλά μπορεί να είναι μεγαλύτερος από 12 ώρες μετά από υπερδοσολογία.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη μείωση της θερμοκρασίας του σώματος σε περιπτώσεις πυρετού.
Μια υποκατηγορία αναλγητικών παραγόντων που συνήθως δεν συνδέονται με ΟΠΙΟΕΙΔΗ ΥΠΟΔΟΧΕΑ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη-ναρκωτικά αναλγητικά διατίθενται ως ΜΗ-ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη μείωση της θερμοκρασίας του σώματος σε περιπτώσεις πυρετού.
Μια υποκατηγορία αναλγητικών παραγόντων που συνήθως δεν συνδέονται με ΟΠΙΟΕΙΔΗ ΥΠΟΔΟΧΕΑ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη-ναρκωτικά αναλγητικά διατίθενται ως ΜΗ-ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.