PIMOZIDE
Πιμοζίδη
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PIRIUM
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μία εφάπαξ πρωινή λήψη
- Δόση έναρξης: 2 έως 4 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Αυξήσεις ανά εβδομαδιαία διαστήματα από 2 έως 4 mg
-
ΕνήλικεςΔόση2 έως 4 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση20 mgΗ μέση δόση συντήρησης είναι 6 mg την ημέρα με συνήθη διακύμανση από 2 έως 12 mg την ημέρα. Η έναρξη της θεραπείας και ο καθορισμός της ακριβούς δοσολογίας πρέπει να πραγματοποιείται κάτω από στενή κλινική παρακολούθηση. Οι ασθενείς πρέπει να επανεξετάζονται τακτικά ώστε να εξασφαλιστεί ότι χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (άνω των 12 ετών)ΔόσηΗ μισή από αυτή των ενηλίκωνΗ εμπειρία στους παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 3 ετών είναι πολύ περιορισμένη. Δε συνιστάται για παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετών.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔόσηΗ δόση συντήρησης είναι η ίδια με αυτή των ενηλίκωνΣυνιστάται η έναρξη της θεραπείας να γίνεται με τη μισή εναρκτήρια δόση των ενηλίκων.
-
Ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό όσο αφορά στο CYP2D6 (Ενήλικες και ηλικιωμένοι)ΔόσηΔεν πρέπει να ξεπερνά τα 4 mg/ημέραΣυνιστάται ο γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP2D6 να πραγματοποιείται σε δόσεις των 4 mg/ημέρα ή άνω. Να μην αυξάνονται οι δόσεις νωρίτερα από κάθε 14 ημέρες.
-
Ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό όσο αφορά στο CYP2D6 (Παιδιατρικοί)ΔόσηΔεν πρέπει να ξεπερνά τα 0,05 mg/kg/ημέρα (με ένα μέγιστο των 4 mg/ημέρα)Συνιστάται γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP2D6 να πραγματοποιείται σε δόσεις των 0,05 mg/kg/ημέρα ή άνω. Να μην αυξάνονται οι δόσεις νωρίτερα από κάθε 14 ημέρες.
block
SPC-PIRIUM
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, κωματώδεις καταστάσεις.
-
Υπερευαισθησία στο φάρμακο.
-
Καταθλιπτικές διαταραχές.
-
Νόσος του Parkinson.
-
Σύνδρομο συγγενούς παράτασης του διαστήματος QT ή οικογενειακό ιστορικό του συνδρόμου.
-
Ιστορικό καρδιακών αρρυθμιών ή κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes).
-
Επίκτητο παρατεταμένο διάστημα QT.
-
Συσχέτιση με ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που παρατείνουν το διάστημα QT.
-
Γνωστή υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία.
-
Κλινικά σημαντική βραδυκαρδία ή κλινικά σημαντικές καρδιακές διαταραχές (π.χ. πρόσφατο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμίες που αντιμετωπίζονται με αντιαρρυθμικά κλάσης ΙΑ και ΙΙΙ).
-
Ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων αναστολέων του CYP 3A4 (αντιμυκητιασικά αζόλης, αντιϊκά αναστολείς πρωτεάσης, μακρολιδικά αντιβιοτικά, νεφαζοδόνη).
-
Ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων αναστολέων του CYP 2D6 (π.χ. κινιδίνη).
-
Ταυτόχρονη χρήση αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (σερτραλίνη, παροξετίνη, σιταλοπράμη, εσιταλοπράμη).
warning
SPC-PIRIUM
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με σχετιζόμενη με άνοια ψύχωσηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με σχετιζόμενη με άνοια ψύχωσηΑσθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικά φάρμακα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Να παρακολουθείται στενά.
-
Έλεγχος καρδιακής λειτουργίαςΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QTΠολύ σπάνιες αναφορές παράτασης του διαστήματος QT, κοιλιακής αρρυθμίας, κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes). Να διενεργείται ΗΚΓ πριν την έναρξη και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν εμφανιστούν διαταραχές επαναπόλωσης ή αρρυθμίες, να αναθεωρείται η αναγκαιότητα της θεραπείας, να παρακολουθούνται στενά, να μειώνεται η δόση ή να διακόπτεται το φάρμακο. Να διακόπτεται αν το διάστημα QT ή QTc υπερβεί τα 500 msec.
-
Προσοχή σε ασθενείς με καρδιαγγειακές νόσουςΣυνιστάται προσοχή.
-
Ηλεκτρολυτικές διαταραχέςΑποτελούν παράγοντα κινδύνου. Συνιστάται περιοδικός έλεγχος των ηλεκτρολυτών. Δεν πρέπει να χορηγούνται φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν ηλεκτρολυτικές διαταραχές σε ασθενείς που λαμβάνουν πιμοζίδη μακροχρόνια.
-
Φλεβική θρομβοεμβολή (VTE)Περιστατικά έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φάρμακα. Πρέπει να προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
-
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΧαρακτηρίζεται από υπερθερμία, μυϊκή δυσκαμψία, αστάθεια αυτόνομου νευρικού συστήματος, μεταβολές επιπέδου συνείδησης. Η υπερθερμία είναι πρώιμο σημείο. Να διακοπεί άμεσα η αγωγή, να χορηγηθεί υποστηρικτική θεραπεία και να γίνει προσεκτική παρακολούθηση.
-
Όψιμη δυσκινησίαΜπορεί να παρουσιαστεί σε μακροχρόνια θεραπεία ή μετά από διακοπή. Χαρακτηρίζεται από ρυθμικές ακούσιες κινήσεις. Οι εκδηλώσεις μπορεί να είναι μόνιμες. Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί όσο το δυνατόν συντομότερα.
-
Επιληπτικές κρίσειςΧρήση με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή καταστάσεων που μειώνουν τον ουδό σπασμών. Έχουν αναφερθεί σπασμοί γενικευμένης επιληψίας.
-
Εξωπυραμιδικά συμπτώματαΜπορεί να εμφανιστούν. Αντιπαρκινσονικά φάρμακα αντιχολινεργικού τύπου μπορούν να χορηγηθούν όταν χρειάζεται, αλλά όχι συστηματικά ως προληπτικό μέτρο.
-
Γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP 2D6Σε ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό του CYP2D6 (5-10% του πληθυσμού) παρατηρούνται υψηλότερες συγκεντρώσεις πιμοζίδης. Ο χρόνος επίτευξης σταθερής κατάστασης είναι μεγαλύτερος. Συνιστάται ο προσδιορισμός σε δόσεις 4 mg/ημέρα ή άνω (ενήλικες/ηλικιωμένοι) ή 0,05 mg/kg/ημέρα (παιδιατρικοί). Συνιστώνται εναλλακτικές στρατηγικές δοσολογίας σε αυτούς τους ασθενείς.
-
Ηπατική νόσοςΣυνιστάται προσοχή σε ασθενείς με ηπατική νόσο γιατί η πιμοζίδη μεταβολίζεται στο ήπαρ.
-
Κινητική της ανταπόκρισης/διακοπήςΗ ανταπόκριση μπορεί να καθυστερήσει. Η επανεμφάνιση συμπτωμάτων μετά από διακοπή μπορεί να μην είναι εμφανής για εβδομάδες/μήνες. Οξεία συμπτώματα απόσυρσης (ναυτία, έμετος, δυσκινησία, εφίδρωση, αϋπνία) έχουν περιγραφεί σπάνια μετά από απότομη διακοπή. Συνιστάται βαθμιαία διακοπή.
-
Ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματοςΗ διαταραχή της ικανότητας μείωσης της κεντρικής θερμοκρασίας έχει αποδοθεί σε αντιψυχωσικούς παράγοντες. Συνιστάται κατάλληλη φροντίδα σε καταστάσεις που μπορεί να αυξήσουν τη θερμοκρασία (επίπονη άσκηση, υπερβολική θερμοκρασία, αντιχολινεργικά φάρμακα, αφυδάτωση).
-
Αυξημένη ψυχοκινητική δραστηριότηταΗ πιμοζίδη είναι είτε αναποτελεσματική είτε ελάχιστα αποτελεσματική στη διαχείριση της διέγερσης, του ενθουσιασμού και του σοβαρού άγχους.
-
Ενδοκρινικές επιδράσειςΣχετίζονται με υπερπρολακτιναιμία (γαλακτόρροια, γυναικομαστία, ολιγο-/αμηνόρροια, στυτική δυσλειτουργία).
swap_horiz
SPC-PIRIUM
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. αντιμυκητιασικά αζόλης, αντιϊκά αναστολείς πρωτεάσης, μακρολιδικά αντιβιοτικά, νεφαζοδόνη)αντένδειξηΑναστολή του μεταβολισμού της πιμοζίδης, οδηγώντας σε σημαντικά αυξημένα επίπεδα στο πλάσμα.
-
αντένδειξηΜείωση του εξαρτώμενου από το CYP 2D6 μεταβολισμού της πιμοζίδης.
-
Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά Κατηγορίας ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, τετρακυκλικά αντικαταθλιπτικά, άλλα αντιψυχωσικά, αντιισταμινικά, σιζαπρίδη, βεπριδίλη, αλοφαντρίνη, σπαρφλοξασίνη)αντένδειξηΑντένδειξη λόγω αυξημένου κινδύνου παράτασης του διαστήματος QT.
-
Φάρμακα που προκαλούν μεταβολή των ηλεκτρολυτών (ειδικά διουρητικά που προκαλούν υποκαλιαιμία)προσοχήΝα μη χορηγείται σε συνδυασμό.
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΑναστολή του μεταβολισμού μέσω CYP3A4, πρέπει να αποφεύγεται.
-
Κατασταλτικά του ΚΝΣ (αναλγητικά, ηρεμιστικά, αγχολυτικά, αλκοόλη)παρακολούθησηΑύξηση της καταστολής του ΚΝΣ.
-
παρακολούθησηΑύξηση κατά 40% της AUC και Cmax της πιμοζίδης.
-
παρακολούθησηΜέση αύξηση των τιμών QTc περίπου κατά 10 milliseconds.
-
παρακολούθησηΜέσες αυξήσεις κατά 151% στην AUC και 62% στην Cmax της πιμοζίδης.
-
Αναστολείς του CYP1A2παρακολούθησηΘεωρητική πιθανότητα για φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις.
-
παρακολούθησηΠαρεμπόδιση της αντιπαρκινσονικής δράσης με δοσοεξαρτώμενο τρόπο.
-
Αντιεπιληπτικά φάρμακαπαρακολούθησηΜπορεί να χρειαστεί αύξηση της δόσης λόγω μειωμένης ουδού των σπασμών.
sick
SPC-PIRIUM
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπεργλυκαιμία (σε ασθενείς με προϋπάρχοντα διαβήτη)
- υπερπρολακτιναιμία
- αυξημένη προλακτίνη αίματος
- Ανορεξία
- Υπονατριαιμία
- Κατάθλιψη
- αϋπνία
- διέγερση
- ανησυχία
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Ζάλη
- υπνηλία
- Εξωπυραμιδική διαταραχή
- ακαθησία
- κεφαλαλγία
- τρόμος
- λήθαργος
- μυϊκή ακαμψία
- Βραδυκινησία
- σημείο οδοντωτού τροχού
- δυσκινησία
- δυστονία
- δυσαρθρία
- Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
- σπασμός γενικευμένης επιληψίας
- όψιμη δυσκινησία
- αυχενική ακαμψία
- Θαμπή όραση
- Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών
- Ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- κοιλιακή ταχυκαρδία
- κοιλιακή μαρμαρυγή
- Δυσκοιλιότητα
- ξηροστομία
- έμετος
- υπερέκκριση σιέλου
- Υπεριδρωσία
- Υπερδραστηριότητα σμηγματογόνων αδένων
- Κνησμός
- εξάνθημα
- Κνίδωση
- μυικοί σπασμοί
- Νυκτουρία
- Πολλακιουρία
- Γλυκοζουρία
- Στυτική διαταραχή
- Αμηνόρροια
- Γαλακτόρροια
- γυναικομαστία
- Κατάπτωση
- Οίδημα προσώπου
- Υποθερμία
- Διαταραχή της ρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Ηλεκτροκαρδιογράφημα, διάστημα QT παρατεταμένο, μη φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα
- Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (βλ. λήμμα 4.6)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΥπεριδρωσίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΝυκτουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΕξωπυραμιδική διαταραχήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜυϊκή ακαμψίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΥπερπρολακτιναιμίαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑκαθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπερέκκριση σιέλουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΥπερδραστηριότητα σμηγματογόνων αδένωνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΠολλακιουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΣτυτική διαταραχήΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών
-
Όχι συχνέςΑμηνόρροιαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών
-
Όχι συχνέςΓαλακτόρροιαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών
-
ΣυχνέςΚατάπτωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΥποθερμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή της ρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΗλεκτροκαρδιογράφημα, διάστημα QT παρατεταμένο, μη φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνώνΚαταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΒραδυκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣημείο οδοντωτού τροχούΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυστονίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσαρθρίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΓλυκοζουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΚακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΣπασμός γενικευμένης επιληψίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΌψιμη δυσκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑυχενική ακαμψίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΤαχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚοιλιακή μαρμαρυγήΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβώνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΥπεργλυκαιμία (σε ασθενείς με προϋπάρχοντα διαβήτη)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-PIRIUM
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης, εκτός αν κατά τη γνώμη του θεράποντος ιατρού, τα αναμενόμενα οφέλη από τη χορήγηση του φαρμάκου στην ασθενή αντισταθμίζουν το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα αλλά δεν παρατηρήθηκαν τερατογόνες επιδράσεις (βλ. λήμμα 5.3). Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά φάρμακα (συμπεριλαμβανομένης της πιμοζίδης) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης κινδυνεύουν από εξωπυραμιδικά συμπτώματα και/ή συμπτώματα απόσυρσης που μπορεί να ποικίλλουν σε σοβαρότητα μετά από τη γέννηση. Αυτά τα συμπτώματα στα νεογνά μπορεί να περιλαμβάνουν διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή πρόσληψης τροφής.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΤο PIRIUM μπορεί να απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Αν η χρήση του PIRIUM θεωρείται απαραίτητη, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PIRIUM
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-PIRIUM
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PIRIUM
expand_more
Δοσολογία
Η ατομική ανταπόκριση στην αντιψυχωσική θεραπεία ποικίλλει, η δοσολογία πρέπει να καθορίζεται εξατομικευμένα και η έναρξη και ο καθορισμός της ακριβούς δοσολογίας πρέπει να πραγματοποιείται κάτω από στενή κλινική παρακολούθηση.
Ενήλικες
Η συνιστώμενη εναρκτήρια δόση για ασθενείς με χρόνια σχιζοφρένεια είναι 2 έως 4 mg μία φορά την ημέρα, με αυξήσεις ανά εβδομαδιαία διαστήματα από 2 έως 4 mg μέχρις ότου επιτευχθεί ικανοποιητικό θεραπευτικό επίπεδο ή εμφανισθούν ανεπιθύμητες ενέργειες. Η μέση δόση συντήρησης είναι 6 mg την ημέρα με συνήθη διακύμανση από 2 έως 12 mg την ημέρα. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 20 mg.
Οι ασθενείς πρέπει να επανεξετάζονται τακτικά ώστε να εξασφαλιστεί ότι χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η συνιστώμενη δόση στους παιδιατρικούς ασθενείς είναι η μισή από αυτή των ενηλίκων. Η εμπειρία στους παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 3 ετών είναι πολύ περιορισμένη. Δε συνιστάται για παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετών.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Η δόση συντήρησης στους ηλικιωμένους ασθενείς είναι η ίδια με αυτή των ενηλίκων αλλά συνιστάται η έναρξη της θεραπείας να γίνεται με τη μισή εναρκτήρια δόση των ενηλίκων.
Ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό όσο αφορά στο CYP2D6
- Ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς - συνιστάται ο γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP2D6 να πραγματοποιείται σε δόσεις των 4 mg/ημέρα ή άνω. Σε ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό όσο αφορά στο CYP2D6, συνιστάται η δόση να μην ξεπερνά τα 4 mg/ημέρα, και να μην αυξάνονται οι δόσεις νωρίτερα από κάθε 14 ημέρες (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις- Γονοτυπικός προσδιορισμός CYP 2 D 6).
- Παιδιατρικοί ασθενείς - συνιστάται γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP2D6 να πραγματοποιείται σε δόσεις των 0,05 mg/kg/ημέρα ή άνω. Σε ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό όσο αφορά στο CYP2D6, συνιστάται η δόση να μην ξεπερνά τα 0,05 mg/kg/ημέρα (με ένα μέγιστο των 4 mg/ημέρα) και να μην αυξάνονται οι δόσεις νωρίτερα από κάθε 14 ημέρες (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις - Γονοτυπικός προσδιορισμός CYP 2 D 6).
Τρόπος χορήγησης
Για όλους τους ασθενείς συνιστάται μία εφάπαξ πρωινή λήψη.
block
Αντενδείξεις
SPC-PIRIUM
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PIRIUM
expand_more
Προειδοποιήσεις
Αυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με σχετιζόμενη με
άνοια ψύχωση Οι ηλικιωμένοι ασθενείς με σχετιζόμενη με άνοια ψύχωση που λαμβάνουν αντιψυχωσικά φάρμακα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Οι αναλύσεις δεκαεπτά ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών (μέσης διάρκειας 10 εβδομάδων), κυρίως σε ασθενείς που λάμβαναν άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα, αποκάλυψαν κίνδυνο θανάτου σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία από 1,6 έως 1,7 φορές μεγαλύτερο σε σχέση με τον κίνδυνο θανάτου σε ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Κατά τη διάρκεια μίας τυπικής ελεγχόμενης δοκιμής διάρκειας 10 εβδομάδων, η συχνότητα θανάτου σε ασθενείς που λάμβαναν φάρμακα ήταν περίπου 4,5%, σε σύγκριση με συχνότητα περίπου 2,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Παρόλο που οι αιτίες του θανάτου ήταν ποικίλες, οι περισσότεροι θάνατοι φάνηκαν να είναι είτε καρδιαγγειακής φύσεως (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, αιφνίδιος θάνατος) είτε λοιμώδους φύσεως (π.χ. πνευμονία). Μελέτες παρατήρησης υποδεικνύουν ότι η θεραπεία με συμβατικά αντιψυχωσικά φάρμακα, όπως και με άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα, μπορεί να αυξήσει τη θνησιμότητα. Δεν είναι σαφής η έκταση στην οποία τα ευρήματα αυξημένης θνησιμότητας σε μελέτες παρατήρησης μπορούν να αποδοθούν σε αντιψυχωσικά φάρμακα, σε αντίθεση με ορισμένα χαρακτηριστικά των ασθενών.
Έλεγχος καρδιακής λειτουργίας (βλέπε επίσης παράγραφο 4.3
Αντενδείξεις) Έχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές παράτασης του διαστήματος QT, κοιλιακής αρρυθμίας και κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes), σε ασθενείς χωρίς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT στους οποίους χορηγήθηκαν θεραπευτικές δόσεις πιμοζίδης και στα πλαίσια υπερδοσολογίας. Έχουν επίσης αναφερθεί κοιλιακή ταχυκαρδία και κοιλιακή μαρμαρυγή (σε μερικές περιπτώσεις με θανατηφόρες εκβάσεις), επιπρόσθετα των πολύ σπάνιων αναφορών αιφνίδιου θανάτου και καρδιακής ανακοπής. Όπως συμβαίνει με άλλα νευροληπτικά, περιπτώσεις αιφνίδιου, μη αναμενόμενου θανάτου έχουν αναφερθεί με την πιμοζίδη, στις συνιστώμενες δοσολογίες και στα πλαίσια υπερδοσολογίας. Πριν την έναρξη της θεραπείας με πιμοζίδη, πρέπει να διενεργείται ΗΚΓ (βλ. παράγραφο 4.3), και να επαναλαμβάνεται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν εμφανισθούν διαταραχές επαναπόλωσης (παράταση του διαστήματος QT, αλλαγές κύματος Τ ή ανάπτυξη κύματος U) ή αναπτυχθούν αρρυθμίες, πρέπει σε αυτούς τους ασθενείς να αναθεωρηθεί η αναγκαιότητα της θεραπείας με πιμοζίδη. Πρέπει να παρακολουθούνται στενά και πρέπει να ελαττωθεί η δόση της πιμοζίδης που λαμβάνουν ή να διακοπεί το φάρμακο. Η πιμοζίδη πρέπει να διακοπεί αν το διάστημα QT ή QTc υπερβεί τα 500 msec. Όπως με άλλα νευροληπτικά, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με καρδιαγγειακές νόσους. Οι ηλεκτρολυτικές διαταραχές αποτελούν επίσης παράγοντα κινδύνου (βλ. παραγράφους 4.4 «Αντενδείξεις» και 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης» γι’ αυτό συνιστάται ο περιοδικός έλεγχος των ηλεκτρολυτών. Σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα πιμοζίδη δεν πρέπει να χορηγούνται φάρμακα τα οποία μπορεί να προκαλέσουν ηλεκτρολυτικές διαταραχές.
Φλεβική θρομβοεμβολή
Περιστατικά φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φάρμακα. Δεδομένου ότι οι ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με αντιψυχωσικά συχνά παρουσιάζουν επίκτητους παράγοντες κινδύνου για VTE, όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE πρέπει να προσδιορίζονται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Pirium και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
Όπως και τα άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, το PIRIUM συσχετίσθηκε με κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο: μια ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση χαρακτηριζόμενη από υπερθερμία, γενικευμένη μυϊκή δυσκαμψία, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, μεταβολές του επιπέδου συνείδησης. Η υπερθερμία είναι συχνά ένα πρώιμο σημείο αυτού του συνδρόμου. Πρέπει να διακοπεί αμέσως η αντιψυχωσική αγωγή, να χορηγηθεί κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία και να γίνει προσεκτική παρακολούθηση.
Όψιμη δυσκινησία
Όπως με όλα τα αντιψυχωσικά φάρμακα, βραδυκινησία μπορεί να παρουσιαστεί σε ορισμένους ασθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία ή μετά από διακοπή του φαρμάκου. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται κυρίως από ρυθμικές ακούσιες κινήσεις της γλώσσας, του προσώπου, του στόματος ή της γνάθου. Οι εκδηλώσεις μπορεί να είναι μόνιμες σε ορισμένους ασθενείς. Το σύνδρομο μπορεί να συγκαλυφθεί όταν η θεραπεία ξαναρχίσει, όταν η δόση αυξηθεί ή όταν γίνει αλλαγή της θεραπείας σε ένα διαφορετικό αντιψυχωσικό φάρμακο. Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί όσο το δυνατό συντομότερα.
Επιληπτικές κρίσεις
Όπως με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, το PIRIUM πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή άλλων καταστάσεων που δυνητικά μειώνουν τον ουδό των επιληπτικών σπασμών. Επιπρόσθετα έχουν αναφερθεί σπασμοί γενικευμένης επιληψίας σχετιζόμενοι με το PIRIUM.
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
Όπως με όλα τα αντιψυχωσικά, μπορεί να εμφανιστούν εξωπυραμιδικά συμπτώματα (βλέπε παράγραφο 4.8). Αντιπαρκινσονικά φάρμακα αντιχολινεργικού τύπου μπορούν να χορηγηθούν όταν χρειάζεται, αλλά δεν πρέπει να συνταγογραφούνται συστηματικά σαν προληπτικό μέτρο.
Γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP 2 D 6
Σε μία κλινική μελέτη, ασθενείς με γενετικές ποικιλομορφίες που οδήγησαν σε ελλιπή μεταβολισμό του CYP2D6 (περίπου το 5 με 10% του πληθυσμού) παρουσίασαν υψηλότερες συγκεντρώσεις πιμοζίδης σε σύγκριση με εκτεταμένο μεταβολισμό του CYP2D6. Οι συγκεντρώσεις που παρατηρήθηκαν σε χαμηλό μεταβολισμό του CYP2D6 ήταν παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν με ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6 όπως η παροξετίνη (βλ. παράγραφο 4.5). Ο χρόνος για την επίτευξη συγκεντρώσεων πιμοζίδης σε σταθερή κατάσταση αναμένεται να είναι μεγαλύτερος (περίπου 2 εβδομάδες) σε ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό του CYP2D6 λόγω της παρατεταμένης ημίσειας ζωής. Συνιστάται η γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP2D6 να πραγματοποιείται σε δόσεις των 4 mg/ημέρα ή άνω (ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς) ή 0,05 mg/kg/ημέρα (παιδιατρικοί ασθενείς), και εναλλακτικές στρατηγικές δοσολογίας συνιστώνται σε ασθενείς που είναι γενετικά παρουσιάζουν ελλιπή μεταβολισμό του CYP2D6 (βλ. παράγραφο 4.2 - Ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό όσο αφορά στο CYP2D6).
Ηπατική νόσος
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με ηπατική νόσο γιατί η πιμοζίδη μεταβολίζεται στο ήπαρ.
Κινητική της ανταπόκρισης/ διακοπής
Στη σχιζοφρένεια, η ανταπόκριση στην αγωγή με αντιψυχωσικά φάρμακα μπορεί να καθυστερήσει. Αν διακοπούν τα φάρμακα, η επανεμφάνιση των συμπτωμάτων μπορεί να μην γίνει εμφανής για αρκετές εβδομάδες ή μήνες. Οξεία συμπτώματα απόσυρσης, που περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, παροδικά σημεία δυσκινησίας, εφίδρωση και αϋπνία, έχουν περιγραφεί πολύ σπάνια μετά από απότομη διακοπή υψηλών δόσεων αντιψυχωσικών φαρμάκων. Συνιστάται βαθμιαία διακοπή του φαρμάκου.
Ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος
Η διαταραχή της ικανότητας του οργανισμού να ελαττώσει την κεντρική θερμοκρασία του σώματος έχει αποδοθεί σε αντιψυχωσικούς παράγοντες. Συνιστάται κατάλληλη φροντίδα όταν η πιμοζίδη συνταγογραφείται σε ασθενείς οι οποίοι θα βιώσουν καταστάσεις που μπορεί να συνεισφέρουν στην αύξηση της κεντρικής θερμοκρασίας του σώματος π.χ. επίπονη άσκηση, έκθεση σε υπερβολική θερμοκρασία, ταυτόχρονη λήψη φαρμάκων με αντιχολινεργική δράση ή αφυδάτωση.
Αυξημένη ψυχοκινητική δραστηριότητα
Κλινικές δοκιμές με πιμοζίδη δείχνουν ότι είτε δεν είναι ή είναι μόνο ελάχιστα αποτελεσματική στη διαχείριση της διέγερσης, του ενθουσιασμού και του σοβαρού άγχους.
Ενδοκρινικές επιδράσεις
Οι ορμονικές επιδράσεις των αντιψυχωσικών νευροληπτικών φαρμάκων που σχετίζονται με την πιμοζίδη περιλαμβάνουν υπερπρολακτιναιμία, η οποία μπορεί να προκαλέσει γαλακτόρροια, γυναικομαστία, ολιγομηνόρροια ή αμηνόρροια και στυτική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.8).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PIRIUM
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Ο μεταβολισμός της πιμοζίδης καταλύεται κυρίως από το κυτόχρωμα P450 3A4 (CYP3A4) και CYP2D6 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP1A2.
Δεδομένα in - vitro υποδηλώνουν ότι ειδικά οι ισχυροί αναστολείς του ενζυμικού συστήματος CYP 3A4 όπως αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών, αντιϊκά της ομάδας των αναστολέων πρωτεάσης, μακρολιδικά αντιβιοτικά και νεφαζοδόνη θα αναστείλουν το μεταβολισμό της πιμοζίδης, οδηγώντας σε σημαντικά αυξημένα επίπεδα της πιμοζίδης στο πλάσμα. In-vitro στοιχεία υποδηλώνουν επίσης, ότι η κινιδίνη ελαττώνει τον εξαρτώμενο από το CYP 2D6 μεταβολισμό της πιμοζίδης. Αυξημένα επίπεδα πιμοζίδης μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο παράτασης του διαστήματος QT. Η ταυτόχρονη χρήση της πιμοζίδης με φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν το κυτόχρωμα P450 CYP 3A4 ή CYP 2D6 του κυτοχρώματος αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3).
Ταυτόχρονη χρήση της πιμοζίδης με φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3). Παραδείγματα περιλαμβάνουν ορισμένα αντιαρρυθμικά, όπως αυτά της Κατηγορίας ΙΑ (όπως κινιδίνη, δισοπυραμίδη και προκαϊναμίδη) και της Κατηγορίας ΙΙΙ (όπως αμιοδαρόνη και σοταλόλη), τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (όπως αμιτριπτυλίνη), ορισμένα τετρακυκλικά αντικαταθλιπτικά (όπως μαπροτιλίνη), ορισμένα άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα (όπως φαινοθειαζίνες και σερτινδόλη), ορισμένα αντιισταμινικά (όπως αστεμιζόλη και τερφεναδίνη), σιζαπρίδη, βεπριδίλη, αλοφαντρίνη και σπαρφλοξασίνη. Η λίστα αυτή είναι μόνο ενδεικτική και όχι εξαντλητική.
Να μη χορηγείται σε συνδυασμό με φάρμακα που προκαλούν μεταβολή των ηλεκτρολυτών. Πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με διουρητικά, ειδικά με εκείνα που προκαλούν υποκαλιαιμία. Επειδή ο χυμός γκρέιπφρουτ είναι γνωστό ότι αναστέλλει το μεταβολισμό των φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω του ενζύμου CYP3A4, η ταυτόχρονη χρήση χυμού γκρέιπφρουτ και PIRIUM πρέπει να αποφεύγεται.
Όπως συμβαίνει και με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, το PIRIUM μπορεί να αυξήσει την καταστολή του ΚΝΣ που προκαλείται από άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των αναλγητικών, των ηρεμιστικών, των αγχολυτικών και της αλκοόλης.
Μια μελέτη in vivo κατά την οποία προστέθηκε πιμοζίδη σε θεραπεία με σερτραλίνη σε σταθερή κατάσταση αποκάλυψε αύξηση κατά 40% της AUC και Cmax της πιμοζίδης (βλέπε παράγραφο 4.3).
Μια μελέτη in vivo κατά την οποία συγχορηγήθηκαν πιμοζίδη και σιταλοπράμη είχε ως αποτέλεσμα μια μέση αύξηση των τιμών QTc περίπου κατά 10 milliseconds. Η σιταλοπράμη δεν επηρέασε την AUC και Cmax της πιμοζίδης (βλέπε παράγραφο 4.3).
Μια μελέτη in vivo κατά την οποία συγχορηγήθηκαν πιμοζίδη (μία εφάπαξ δόση 2 mg) και παροξετίνη (60 mg ημερησίως) συσχετίστηκε με μέσες αυξήσεις κατά 151% στην AUC της πιμοζίδης και κατά 62% στην Cmax της πιμοζίδης (βλέπε παράγραφο 4.3).
Λόγω του ότι το ένζυμο CYP1A2 μπορεί επίσης να συμβάλλει στο μεταβολισμό του PIRIUM, οι γιατροί που συνταγογραφούν πρέπει να λάβουν υπόψη τη θεωρητική πιθανότητα για φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις με αναστολείς αυτού του ενζυμικού συστήματος.
Το PIRIUM μπορεί να παρεμποδίσει με δοσοεξαρτώμενο τρόπο την αντιπαρκινσονική δράση της λεβοντόπα.
Η δόση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων μπορεί να χρειαστεί να αυξηθεί λαμβάνοντας υπόψη την μειωμένη ουδό των σπασμών.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PIRIUM
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η ασφάλεια του PIRIUM αξιολογήθηκε σε 165 ασθενείς που έλαβαν πιμοζίδη και συμμετείχαν σε επτά δοκιμές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο σε ασθενείς με σχιζοφρένεια, ή σε ασθενείς με άγχος ή διαταραχές στη συμπεριφορά, και σε 303 άτομα που έλαβαν πιμοζίδη και συμμετείχαν σε έντεκα κλινικές δοκιμές ελεγχόμενες με δραστικό φάρμακο σε ασθενείς με σχιζοφρένεια (10 κλινικές δοκιμές, συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας σχιζοφρένειας) ή με συμπτωματολογία ψυχικής εξασθένησης (1 κλινική δοκιμή). Με βάση συγκεντρωτικά δεδομένα από αυτές τις κλινικές δοκιμές, οι πιο συχνά αναφερόμενες (συχνότητα εμφάνισης 9%) ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν (με% συχνότητα εμφάνισης): διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος: ζάλη (11) και υπνηλία (11), εξωπυραμιδική διαταραχή (9), μυϊκή ακαμψία (9), υπεριδρωσία (13) και νυκτουρία (12).
Συμπεριλαμβανομένων των ανεπιθύμητων ενεργειών που προαναφέρθηκαν, ο ακόλουθος πίνακας παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη χρήση του PIRIUM είτε σε κλινικές δοκιμές είτε από την εμπειρία κατά την κυκλοφορία του προϊόντος.
Οι συχνότητες που παρουσιάζονται ακολουθούν την εξής συνθήκη: Πολύ συχνές ( 1/10), συχνές ( 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες ( 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/Οργανικό σύστημα |
|---|
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης |
| Ψυχιατρικές διαταραχές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος |
| Οφθαλμικές διαταραχές |
| Καρδιακές διαταραχές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης |
| Παρακλινικές εξετάσεις |
| Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου |
| Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου | Κατηγορία συχνότητας |
|---|---|
| Υπεργλυκαιμία (σε ασθενείς με προϋπάρχοντα διαβήτη), υπερπρολακτιναιμία, αυξημένη προλακτίνη αίματος | Πολύ συχνές ( 1/10) |
| Ανορεξία | Συχνές ( 1/100 έως < 1/10) |
| Κατάθλιψη, αϋπνία, διέγερση, ανησυχία | Συχνές ( 1/100 έως < 1/10) |
| Ζάλη, υπνηλία | Πολύ συχνές ( 1/10) |
| Θαμπή όραση | Συχνές ( 1/100 έως < 1/10) |
| Ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου, κοιλιακή ταχυκαρδία, κοιλιακή μαρμαρυγή | Πολύ σπάνιες (<1/10.000) |
| Δυσκοιλιότητα, ξηροστομία, έμετος, υπερέκκριση σιέλου | Συχνές ( 1/100 έως < 1/10) |
| Υπεριδρωσία, Υπερδραστηριότητα σμηγματογόνων αδένων | Πολύ συχνές ( 1/10) |
| μυικοί σπασμοί | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) |
| Νυκτουρία | Συχνές ( 1/100 έως < 1/10) |
| Στυτική διαταραχή | Συχνές ( 1/100 έως < 1/10) |
| Κατάπτωση | Συχνές ( 1/100 έως < 1/10) |
| Αυξημένο σωματικό βάρος | Συχνές ( 1/100 έως < 1/10) |
| Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (βλ. λήμμα 4.6) | Μη γνωστές |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπονατριαιμία | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Ψυχιατρικές διαταραχές | Μειωμένη γενετήσια ορμή | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Εξωπυραμιδική διαταραχή, ακαθησία, κεφαλαλγία, τρόμος, λήθαργος, μυϊκή ακαμψία | Συχνές ( 1/100 έως < 1/10) | | Οφθαλμικές διαταραχές | Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός, εξάνθημα | Συχνές ( 1/100 έως < 1/10) | | Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πολλακιουρία | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών | Αμηνόρροια | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Οίδημα προσώπου | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Παρακλινικές εξετάσεις | Ηλεκτροκαρδιογράφημα, διάστημα QT παρατεταμένο, μη φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Βραδυκινησία, σημείο οδοντωτού τροχού, δυσκινησία, δυστονία, δυσαρθρία | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνίδωση | Σπάνιες ( 1/10.000 έως <1/1.000) | | Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Γλυκοζουρία | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών | Γαλακτόρροια, γυναικομαστία | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Υποθερμία, Διαταραχή της ρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο, σπασμός γενικευμένης επιληψίας, όψιμη δυσκινησία, αυχενική ακαμψία | Μη γνωστές |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http:// www. eof. gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PIRIUM
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Η ασφάλεια χρήσης της πιμοζίδης κατά τη διάρκεια της κύησης δεν έχει τεκμηριωθεί. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης, εκτός αν κατά τη γνώμη του θεράποντος γιατρού, τα αναμενόμενα οφέλη από τη χορήγηση του φαρμάκου στην ασθενή αντισταθμίζουν το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα αλλά δεν παρατηρήθηκαν τερατογόνες επιδράσεις (βλ. λήμμα 5.3). Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά φάρμακα (συμπεριλαμβανομένης της πιμοζίδης) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης κινδυνεύουν από εξωπυραμιδικά συμπτώματα και/ή συμπτώματα απόσυρσης που μπορεί να ποικίλλουν σε σοβαρότητα μετά από τη γέννηση. Αυτά τα συμπτώματα στα νεογνά μπορεί να περιλαμβάνουν διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή πρόσληψης τροφής.
Θηλασμός
Το PIRIUM μπορεί να απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Αν η χρήση του PIRIUM θεωρείται απαραίτητη, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PIRIUM
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικά, παράγωγα διφαινυλβουτυλπιπεριδίνης, κωδικός ATC: N05AG02
Η πιμοζίδη είναι ένα διφαινυλοβουτυλπιπεριδινικό παράγωγο με νευροληπτικές ιδιότητες που διαπιστώθηκε ότι είναι χρήσιμες στην αντιμετώπιση των χρόνιων σχιζοφρενικών ασθενών. Έχει σχετικώς μη κατασταλτική δράση και μπορεί να χορηγείται με εφάπαξ ημερήσια δοσολογία.
Η πιμοζίδη βελτιώνει εκλεκτικώς τις διαταραχές της αντίληψης και του ιδεασμού. Προάγει την κοινωνική συναναστροφή, το ενδιαφέρον, την πρωτοβουλία και την εναισθησία.
Πειραματικές μελέτες σε συναισθηματικά ασταθή άτομα έδειξαν ότι η πιμοζίδη προκαλεί συναισθηματική σταθερότητα και βελτιώνει τα κίνητρα, τα κατορθώματα και το αίσθημα ευεξίας.
Θεωρείται ότι ο κύριος μηχανισμός δράσης της πιμοζίδης σχετίζεται με τη δράση της στους κεντρικούς αμινεργικούς υποδοχείς. Φαίνεται ότι κατέχει ικανότητα εκλεκτικού αποκλεισμού των κεντρικών ντοπαμινεργικών υποδοχέων, επηρεάζοντας την αναδιοργάνωση των υποδοχέων της νοραδρεναλίνης σε υψηλές δόσεις μόνο. Τα εξωπυραμιδικά φαινόμενα, τυπικά και των άλλων νευροληπτικών φαρμάκων, εμφανίζονται και με την πιμοζίδη, αλλά φαίνεται ότι αυτή έχει μικρότερη δράση στο αυτόνομο νευρικό σύστημα. Όπως και με τα άλλα νευροληπτικά, έχουν αναφερθεί επιδράσεις στο ενδοκρινικό σύστημα καθώς και μεταβολή του ΗΚΓ κατά την διάρκεια της αγωγής με πιμοζίδη.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PIRIUM
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Περισσότερο από το 50% της δόσης της πιμοζίδης απορροφάται μετά από του στόματος χορήγηση. Τα μέγιστα επίπεδα στον ορό επιτυγχάνονται γενικά 6-8ώρες (διακύμανση: 4-12 ώρες) μετά την χορήγηση της δόσης.
Μεταβολισμός Η πιμοζίδη φαίνεται να υπόκειται σε σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου. Η πιμοζίδη μεταβολίζεται εκτενώς, κυρίως με Ν-απαλκυλίωση, στο ήπαρ. Αυτός ο μεταβολισμός καταλύεται κυρίως από το CYP3A4 και CYP2D6 και σε ένα μικρότερο βαθμό από το CYP1A2 (βλ. παράγραφο 4.5). Δύο κύριοι μεταβολίτες έχουν ανιχνευθεί: η 1-(4-πιπεριδυλ)-2-βενζιμιδαζολινόνη και το 4,4-δις(4-φλουοροφαινυλ) βουτυρικό οξύ. Αυτοί οι μεταβολίτες δεν έχουν καμιά αντιψυχωσική δράση.
Αποβολή Μόνο ένα πολύ μικρό κλάσμα πιμοζίδης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Η κύρια οδός απέκκρισης των μεταβολιτών είναι μέσω των νεφρών.
Η μέση ημίσεια ζωή αποβολής στον ορό σε σχιζοφρενείς ασθενείς ήταν περίπου 55 ώρες. Μεταξύ των ασθενών που μελετήθηκαν διαπιστώθηκε πάνω από δεκαπλάσια διατομική διαφορά στην περιοχή κάτω της καμπύλης των συγκεντρώσεων της πιμοζίδης στο πλάσμα ως προς το χρόνο και αντίστοιχος βαθμός διακύμανσης των μεγίστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Η σημασία των παραπάνω είναι ασαφής λόγω του ότι υπάρχει μικρή συσχέτιση ανάμεσα στα επίπεδα του πλάσματος και τα κλινικά ευρήματα.
ΕΟΦ · 4.2
Aντιψυχωσικά φάρμακα
expand_more
Aντιψυχωσικά φάρμακα
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται το πρότυπο άτυπο κλοζαπίνη και τα νεώτερα αντιψυχωσικά ολανζαπίνη και κουετιαπίνη. Η ρισπεριδόνη έχει χαρακτηριστικά και των δύο κατηγοριών.
H κυριότερη ένδειξη είναι η σχιζοφρενική ψύχωση. Άλλες ενδείξεις χορήγησης είναι μανία, οξύ ψυχωσικό επεισόδιο, παραληρητικές μορφές κατάθλιψης (με ταυτόχρονη χορήγηση αντικαταθλιπτικού), οργανικές ψυχώσεις (οφειλόμενες σε οργανική πάθηση). Λιγότερο αποτελεσματικά είναι στις χρόνιες παραληρητικές διαταραχές. H συστηματική χορήγηση αντιψυχωσικών σε αγχώδεις διαταραχές ή ψυχοσωματικά νοσήματα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί έχουν πολύ περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από τα αγχολυτικά.
Tα αντιψυχωσικά βελτιώνουν τις διαταραχές της σκέψης, της αντίληψης, του συναισθήματος, την υπερκινητική συμπεριφορά και επηρεάζουν θετικά την επανασύνδεση του σχιζοφρενούς με το περιβάλλον του. H χορήγηση των αντιψυχωσικών επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο των οξέων σχιζοφρενικών επεισοδίων και των υποτροπών της νόσου. H μακροχρόνια συνέχιση της χορήγησης των αντιψυχωσικών μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, συχνά σε μειωμένες δόσεις συντήρησης, αποβλέπει στην πρόληψη των υποτροπών που εμφανίζονται εβδομάδες ή και μήνες μετά τη διακοπή των φαρμάκων. Για τη περίπτωση αυτή υπάρχουν μορφές παρατεταμένης δράσεως.
Πιο πιθανός τρόπος δράσεως θεωρείται ο αποκλεισμός των υποδοχέων D2 της ντοπαμίνης. H ιδιότητα αυτή φαίνεται να συσχετίζεται θετικά με τη θεραπευτική τους αποτελεσματικότητα. Ωστόσο το άτυπο αντιψυχωσικό κλοζαπίνη δεσμεύει σε μικρότερο βαθμό τους D2 υποδοχείς, αλλά δεσμεύει ταυτόχρονα σε σημαντικό βαθμό τους υποδοχείς τύπου 2 της σεροτονίνης (5HT2), σε αντίθεση με τα κλασικά αντιψυχωσικά. Aκόμη, η εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και η αύξηση της προλακτίνης οφείλεται στην αντιντοπαμινεργική τους δράση. Eπίσης τα αντιψυχωσικά αποκλείουν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τους αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς και άλλους σεροτονινεργικούς υποδοχείς, ιδιότητες που συνδέονται με ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα κ.ά. (βλ. και Πίνακα 4.2).
t4.2.jpg:
Tα αντιψυχωσικά έχουν την ίδια αντιψυχωσική ισχύ και το καθένα μπορεί να αντικατασταθεί με ισοδύναμες δόσεις άλλου φαρμάκου. Eξαίρεση αποτελούν η κλοζαπίνη, η οποία είναι δυνατόν να έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε ανθεκτικές μορφές σχιζοφρένειας καθώς και η προμαζίνη και η λεβοπρομαζίνη, οι οποίες έχουν ασθενέστερη δράση και χορηγούνται σαν συμπληρωματικά της κύριας αντιψυχωσικής αγωγής φάρμακα.
H επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από το αν είναι επιθυμητό μικρότερο ή μεγαλύτερο κατασταλτικό αποτέλεσμα, καθώς και από την ευαισθησία του ασθενούς στις εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα νεότερα άτυπα αντιψυχωσικά, σε αντίθεση με τα κλασικά νευροληπτικά, πλεονεκτούν σημαντικά από πλευράς ανεπιθύμητων ενεργειών καθώς και στην αντιμετώπιση των αρνητικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας. H απάντηση στη θεραπεία και η ανοχή στις ανεπιθύμητες ενέργειες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών. H χορήγηση περισσότερων του ενός αντιψυχωσικών στον ασθενή πρέπει να αποφεύγεται, καθότι δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιορίζονται. Aσθενής με καλή ανταπόκριση σε ένα αντιψυχωσικό στο παρελθόν είναι αρκετά πιθανό να απαντήσει πάλι εξίσου καλά. Aντίθετα, αντιψυχωσικά που στο παρελθόν έχουν προκαλέσει έντονα εξωπυραμιδικά συμπτώματα πρέπει να αποφεύγονται ως πρώτη επιλογή. Για ειδικές κατηγορίες ασθενών, π.χ. ασθενείς με ιστορικό αποπειρών αυτοκαταστροφής, πρέπει να χορηγούνται αντιψυχωσικά που είναι περισσότερο ασφαλή. Aντιψυχωσικά που σε υπερβολικές δόσεις είναι καρδιοτοξικά, όπως η θειοριδαζίνη και η πιμοζίδη, πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Σε ασθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτη ή άλλες αντενδείξεις σε αντιχολινεργικά φάρμακα, πρέπει να αποφεύγονται φαινοθειαζίνες ή θειοξανθένια με αυξημένες αντίστοιχες ιδιότητες, όπως η θειοριδαζίνη. H ηρεμιστική κατασταλτική δράση των αντιψυχωσικών εμφανίζεται 1 εβδομάδα πριν από την απάντηση των ψυχωσικών συμπτωμάτων, όπως οι παραληρητικές ιδέες και οι ψευδαισθήσεις. Συνεπώς η αύξηση της δόσης πριν από την παρέλευση χρονικού διαστήματος πρέπει να αποφεύγεται γιατί οδηγεί σε υπερδοσολογία, η οποία δεν προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα και δημιουργεί κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Eφόσον ο ασθενής είναι διεγερτικός χορηγούνται προσωρινά μεγαλύτερες δόσεις κατά προτίμηση σε ενδομυϊκές μορφές.
H ασφαλής και αποτελεσματική χορήγηση σκευασμάτων παρατεταμένης δράσεως προϋποθέτει τα ακόλουθα:
o Έναρξη με χαμηλή δόση, π.χ. 1 ml αλοπεριδόλης δοκιμαστικά για τον έλεγχο ανεπιθύμητων ενεργειών.
o Mε τις αρχικές χαμηλές δόσεις μπορεί να είναι αναγκαία η συγχορήγηση αντιψυχωσικού από του στόματος.
o Oι ασθενείς πρέπει να ελεγχθούν για ακινητικά συμπτώματα και συμπτώματα που προσομοιάζουν με κατάθλιψη. Στην περίπτωση αυτή, επειδή οφείλονται στο φάρμακο, οι δόσεις πρέπει να μειωθούν.
o Tυπικά παρκινσονικά συμπτώματα και ακαθισία εμφανίζονται συχνά και αντιμετωπίζονται με αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά.
o H ανάγκη για συνέχιση της αντιπαρκινσονικής θεραπείας πρέπει να επανεκτιμάται ανά διαστήματα. H οξεία δυστονία (έντονη, ασύμμετρη σύσπαση μυικών ομάδων με συνέπεια παραμορφωτικές στάσεις κεφαλής, κάτω γνάθου, γλώσσας, οφθαλμικών βολβών, άκρων ή και κορμού) παρουσιάζεται στην αρχή της θεραπείας. Για την άμεση αντιμετώπισή της χρησιμοποιούνται ενέσιμα αντιπαρκινσονικά.
H χορήγηση κλοζαπίνης είναι δυνατόν να προκαλέσει ουδετεροπενία έως και ακοκκιοκυτταραιμία. Γι αυτό είναι απαραίτητος ο έλεγχος του αίματος πριν από την έναρξη της θεραπείας, κάθε εβδομάδα τις πρώτες 18 εβδομάδες θεραπείας, και μετά κάθε μήνα όσο διαρκεί η θεραπεία. Aν διαπιστωθεί διαταραχή η χορήγηση διακόπτεται.
Yπάρχει ο κίνδυνος μετά από μακρόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικών να εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή της θεραπείας όψιμη δυσκινησία. Πρόκειται για ένα σύνδρομο ανώμαλων κινήσεων που συνήθως αφορά τους περιστοματικούς μυς, τους μυς της παρειάς και της γλώσσας. Kινήσεις των άκρων και του κορμού είναι πιο σπάνιες. Για την εμφάνιση όψιμης δυσκινησίας απαιτούνται κατά κανόνα μήνες και χρόνια. Hλικιωμένα άτομα, γυναίκες, ασθενείς με οργανικές εγκεφαλικές βλάβες και ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλες δόσεις νευροληπτικών έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν όψιμη δυσκινησία χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποκλεισθεί για άλλα άτομα. H κατά το δυνατό μειωμένη δόση συντήρησης φαίνεται ότι περιορίζει τις πιθανότητες εμφάνισης της όψιμης δυσκινησίας.
Tα αντιψυχωσικά δεν προκαλούν εξάρτηση.
Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο είναι μια εξαιρετικά σοβαρή ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Tα κυριότερα συμπτώματα είναι δυσκαμψία, πυρετός, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος (υπόταση ή υπέρταση, ταχυκαρδία, ωχρότητα) και εγκεφαλοπάθεια. Aναπτύσσονται σε 24-32 ώρες και η δυσκαμψία προηγείται των άλλων. O πυρετός μπορεί να είναι υψηλός με θερμοκρασίες 41° C και υψηλότερες, ενώ ο μυϊκός τόνος είναι αυξημένος και σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε νέκρωση του μυϊκού ιστού με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας από μυοσφαιρινουρία. Παρατηρούνται ακόμη καρδιακή αρρυθμία, ακινησία, τρόμος και ακούσιες κινήσεις. O ασθενής είναι συνήθως συγχυτικός και αμίλητος. Tο επίπεδο συνειδήσεως παρουσιάζει μεταβολές και ο ασθενής εκδηλώνει διέγερση ή βρίσκεται μέχρι και σε εμβροντησία. Aυξημένη είναι η δραστικότητα της κρεατινοφωσφοκινάσης και των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες και γαλακτική αφυδρογονάση). Aν και όλα τα νευροληπτικά έχουν συνδυασθεί με το κακοήθες σύνδρομο, σε υψηλές δόσεις αυτών που έχουν μεγαλύτερη ισχύ ο κίνδυνος αυξάνεται. Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο αποβαίνει θανατηφόρο σε ποσοστό 20%. Aντιμετώπιση: Άμεση διακοπή χορήγησης αντιψυχωσικών, ενυδάτωση του ασθενούς, παρακολούθηση της καρδιακής, αναπνευστικής και νεφρικής λειτουργίας, χρήση ψυχρών επιθεμάτων και χορήγηση συνδυασμού μυοχαλαρωτικών (νατριούχος δανδρολένη 1-3 mg/kg ημερησίως από του στόματος ή ενδοφλεβίως), βενζοδιαζεπινών και βρωμοκρυπτίνης 5-10 mg ημερησίως.
Αλλες χρήσεις: Mερικά αντιψυχωτικά φάρμακα, κυρίως η χλωροπρομαζίνη και η αλοπεριδόλη, χρησιμοποιούνται σε μικρές δόσεις για την καταπολέμηση του επίμονου λόξυγγα, της ναυτίας και του εμέτου. Eπίσης η αλοπεριδόλη σε διάφορες υπερκινησίες, όπως η χορεία του Huntington, τα τικς, το σύνδρομο Gilles de la Tourette, κ.ά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Μια διφαινυλβουτυλπιπεριδίνη που είναι αποτελεσματική ως αντιψυχωσικός παράγοντας και ως εναλλακτική λύση για τη χολοπεριδόλη για την καταστολή φωνητικών και κινητικών τικ σε ασθενείς με σύνδρομο Tourette. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης είναι άγνωστος, έχει υποτεθεί ο αποκλεισμός μετασυναπτικών υποδοχέων ντοπαμίνης. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.403)
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Χρησιμοποιείται για την καταστολή κινητικών και φωνητικών τικ σε ασθενείς με Διαταραχή Tourette που δεν ανταποκρίθηκαν ικανοποιητικά στην τυπική θεραπεία.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η πιμοζίδη είναι ένας από του στόματος ενεργός αντιψυχωσικός φαρμακευτικός παράγοντας που μοιράζεται με άλλους αντιψυχωσικούς την ικανότητα αποκλεισμού των ντοπαμινεργικών υποδοχέων σε νευρώνες του κεντρικού νευρικού συστήματος. Ωστόσο, ο αποκλεισμός των υποδοχέων συχνά συνοδεύεται από μια σειρά δευτερογενών αλλαγών στο μεταβολισμό και τη λειτουργία της κεντρικής ντοπαμίνης, οι οποίες μπορεί να συμβάλλουν τόσο στις θεραπευτικές όσο και στις ανεπιθύμητες δράσεις της πιμοζίδης. Επιπλέον, η πιμοζίδη, όπως και άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, έχει διάφορες επιδράσεις σε άλλα συστήματα υποδοχέων του κεντρικού νευρικού συστήματος που δεν έχουν πλήρως χαρακτηριστεί. Η πιμοζίδη έχει επίσης λιγότερο δυναμικό για πρόκληση καταστολής και υπότασης, καθώς έχει πιο ειδική δραστηριότητα αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης από άλλους νευροληπτικούς παράγοντες (και επομένως είναι κατάλληλη εναλλακτική λύση για τη χολοπεριδόλη).
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η ικανότητα της πιμοζίδης να καταστέλλει τα κινητικά και φωνητικά τικ στη Διαταραχή Tourette θεωρείται ότι είναι κυρίως λειτουργία της ντοπαμινεργικής αποκλειστικής της δράσης. Η πιμοζίδη δεσμεύει και αναστέλλει τον υποδοχέα D2 ντοπαμίνης στο ΚΝΣ.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Μεγαλύτερη από 50% απορρόφηση μετά από από του στόματος χορήγηση. Η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό εμφανίζεται 6-8 ώρες μετά την κατάποση.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
29 ± 10 ώρες (μελέτη εφάπαξ δόσης σε υγιείς εθελοντές).
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
LD50 = 1100 mg/kg (αρουραίος, από του στόματος), 228 mg/kg (ποντικός, από του στόματος)
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η πιμοζίδη είναι ένα αντιψυχωσικό φάρμακο από του στόματος, το οποίο μοιράζεται με άλλα αντιψυχωσικά την ικανότητα αποκλεισμού των ντοπαμινεργικών υποδοχέων στους νευρώνες του κεντρικού νευρικού συστήματος. Ωστόσο, ο αποκλεισμός των υποδοχέων συχνά συνοδεύεται από μια σειρά δευτερογενών αλλοιώσεων στον κεντρικό μεταβολισμό και τη λειτουργία της ντοπαμίνης, οι οποίες μπορεί να συμβάλλουν τόσο στις θεραπευτικές όσο και στις μη αναμενόμενες επιδράσεις της πιμοζίδης. Επιπλέον, η πιμοζίδη, όπως και άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, έχει διάφορες επιδράσεις σε άλλα συστήματα υποδοχέων του κεντρικού νευρικού συστήματος που δεν έχουν πλήρως χαρακτηριστεί. Η πιμοζίδη έχει επίσης λιγότερο δυναμικό πρόκλησης καταστολής και υπότασης, καθώς έχει πιο ειδική δραστηριότητα αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης σε σύγκριση με άλλους νευροληπτικούς παράγοντες (και επομένως αποτελεί κατάλληλη εναλλακτική λύση για τη χαλοπεριδόλη).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ικανότητα της πιμοζίδης να καταστέλλει τα κινητικά και φωνητικά τικ στη διαταραχή Tourette θεωρείται ότι είναι πρωταρχικά συνάρτηση της ντοπαμινεργικής αποκλειστικής της δράσης. Η πιμοζίδη δεσμεύεται και αναστέλλει τον υποδοχέα ντοπαμίνης D2 στο ΚΝΣ.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μεγαλύτερη από 50% απορρόφηση μετά από από του στόματος χορήγηση. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα εμφανίζεται 6-8 ώρες μετά την κατάποση.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Σημαντικός μεταβολισμός πρώτης διόδου στο ήπαρ, κυρίως μέσω N-αποαλκυλίωσης μέσω των ισοενζύμων CYP3A και CYP1A2 του κυτοχρώματος P450 (και πιθανώς CYP2D6). Η δραστηριότητα των δύο κύριων μεταβολιτών δεν έχει προσδιοριστεί.
Η πιμοζίδη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν την 1,3-διυδρο-1-(4-πιπεριδινυλ)-2H-βενζιμιδαζολ-2-όνη (DHPBI).
Σημαντικός μεταβολισμός πρώτης διόδου στο ήπαρ, κυρίως μέσω N-αποαλκυλίωσης μέσω των ισοενζύμων CYP3A και CYP1A2 του κυτοχρώματος P450 (και πιθανώς CYP2D6). Η δραστηριότητα των δύο κύριων μεταβολιτών δεν έχει προσδιοριστεί.
Χρόνος ημιζωής: 29 ± 10 ώρες (μελέτη εφάπαξ δόσης σε υγιείς εθελοντές).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
29 ± 10 ώρες (μελέτη εφάπαξ δόσης σε υγιείς εθελοντές).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που ελέγχουν την ανήσυχη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, άνοια ηλικιωμένων, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα συχνά αναφέρονται ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να παράγουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία διαταραχών κίνησης. Τα περισσότερα από αυτά δρουν κεντρικά στα ντοπαμινεργικά ή χολινεργικά συστήματα. Μεταξύ των πιο σημαντικών κλινικά είναι αυτά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον (ΑΝΤΙΠΑΡΚΙΝΣΟΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) και αυτά για τις όψιμες δυσκινησίες.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
1HIZ4DL86F
PIMOZIDE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Τυπικό Αντιψυχωσικό
Η Πιμοζίδη είναι ένα Τυπικό Αντιψυχωσικό.
PIMOZIDE
Τυπικό Αντιψυχωσικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Βιοδιαθεσιμότητα
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που ελέγχουν την ανήσυχη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, άνοια ηλικιωμένων, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα συχνά αναφέρονται ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να παράγουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία διαταραχών κίνησης. Τα περισσότερα από αυτά δρουν κεντρικά στα ντοπαμινεργικά ή χολινεργικά συστήματα. Μεταξύ των πιο σημαντικών κλινικά είναι αυτά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον (ΑΝΤΙΠΑΡΚΙΝΣΟΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) και αυτά για τις όψιμες δυσκινησίες.