Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N05AG02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

PIMOZIDE

Πιμοζίδη

Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη …

Chemical structure of PIMOZIDE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Ψυχωσικές καταστάσεις ιδίως στη θεραπεία συντήρησης.
medication
SPC-PIRIUM

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
μία εφάπαξ πρωινή λήψη
Δόση έναρξης:
2 έως 4 mg μία φορά την ημέρα
Τιτλοποίηση:
Αυξήσεις ανά εβδομαδιαία διαστήματα από 2 έως 4 mg
  • Ενήλικες
    Δόση2 έως 4 mg μία φορά την ημέρα
    Μέγ. δόση20 mg
    Η μέση δόση συντήρησης είναι 6 mg την ημέρα με συνήθη διακύμανση από 2 έως 12 mg την ημέρα. Η έναρξη της θεραπείας και ο καθορισμός της ακριβούς δοσολογίας πρέπει να πραγματοποιείται κάτω από στενή κλινική παρακολούθηση. Οι ασθενείς πρέπει να επανεξετάζονται τακτικά ώστε να εξασφαλιστεί ότι χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (άνω των 12 ετών)
    ΔόσηΗ μισή από αυτή των ενηλίκων
    Η εμπειρία στους παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 3 ετών είναι πολύ περιορισμένη. Δε συνιστάται για παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετών.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    ΔόσηΗ δόση συντήρησης είναι η ίδια με αυτή των ενηλίκων
    Συνιστάται η έναρξη της θεραπείας να γίνεται με τη μισή εναρκτήρια δόση των ενηλίκων.
  • Ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό όσο αφορά στο CYP2D6 (Ενήλικες και ηλικιωμένοι)
    ΔόσηΔεν πρέπει να ξεπερνά τα 4 mg/ημέρα
    Συνιστάται ο γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP2D6 να πραγματοποιείται σε δόσεις των 4 mg/ημέρα ή άνω. Να μην αυξάνονται οι δόσεις νωρίτερα από κάθε 14 ημέρες.
  • Ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό όσο αφορά στο CYP2D6 (Παιδιατρικοί)
    ΔόσηΔεν πρέπει να ξεπερνά τα 0,05 mg/kg/ημέρα (με ένα μέγιστο των 4 mg/ημέρα)
    Συνιστάται γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP2D6 να πραγματοποιείται σε δόσεις των 0,05 mg/kg/ημέρα ή άνω. Να μην αυξάνονται οι δόσεις νωρίτερα από κάθε 14 ημέρες.
block
SPC-PIRIUM

Αντενδείξεις

expand_more
  • Καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, κωματώδεις καταστάσεις.
  • Υπερευαισθησία στο φάρμακο.
  • Καταθλιπτικές διαταραχές.
  • Νόσος του Parkinson.
  • Σύνδρομο συγγενούς παράτασης του διαστήματος QT ή οικογενειακό ιστορικό του συνδρόμου.
  • Ιστορικό καρδιακών αρρυθμιών ή κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes).
  • Επίκτητο παρατεταμένο διάστημα QT.
  • Συσχέτιση με ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που παρατείνουν το διάστημα QT.
  • Γνωστή υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία.
  • Κλινικά σημαντική βραδυκαρδία ή κλινικά σημαντικές καρδιακές διαταραχές (π.χ. πρόσφατο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμίες που αντιμετωπίζονται με αντιαρρυθμικά κλάσης ΙΑ και ΙΙΙ).
  • Ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων αναστολέων του CYP 3A4 (αντιμυκητιασικά αζόλης, αντιϊκά αναστολείς πρωτεάσης, μακρολιδικά αντιβιοτικά, νεφαζοδόνη).
  • Ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων αναστολέων του CYP 2D6 (π.χ. κινιδίνη).
  • Ταυτόχρονη χρήση αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (σερτραλίνη, παροξετίνη, σιταλοπράμη, εσιταλοπράμη).
warning
SPC-PIRIUM

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Αυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με σχετιζόμενη με άνοια ψύχωση
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με σχετιζόμενη με άνοια ψύχωση
    Ασθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικά φάρμακα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Να παρακολουθείται στενά.
  • Έλεγχος καρδιακής λειτουργίας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT
    Πολύ σπάνιες αναφορές παράτασης του διαστήματος QT, κοιλιακής αρρυθμίας, κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes). Να διενεργείται ΗΚΓ πριν την έναρξη και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν εμφανιστούν διαταραχές επαναπόλωσης ή αρρυθμίες, να αναθεωρείται η αναγκαιότητα της θεραπείας, να παρακολουθούνται στενά, να μειώνεται η δόση ή να διακόπτεται το φάρμακο. Να διακόπτεται αν το διάστημα QT ή QTc υπερβεί τα 500 msec.
  • Προσοχή σε ασθενείς με καρδιαγγειακές νόσους
    Συνιστάται προσοχή.
  • Ηλεκτρολυτικές διαταραχές
    Αποτελούν παράγοντα κινδύνου. Συνιστάται περιοδικός έλεγχος των ηλεκτρολυτών. Δεν πρέπει να χορηγούνται φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν ηλεκτρολυτικές διαταραχές σε ασθενείς που λαμβάνουν πιμοζίδη μακροχρόνια.
  • Φλεβική θρομβοεμβολή (VTE)
    Περιστατικά έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φάρμακα. Πρέπει να προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
  • Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
    Χαρακτηρίζεται από υπερθερμία, μυϊκή δυσκαμψία, αστάθεια αυτόνομου νευρικού συστήματος, μεταβολές επιπέδου συνείδησης. Η υπερθερμία είναι πρώιμο σημείο. Να διακοπεί άμεσα η αγωγή, να χορηγηθεί υποστηρικτική θεραπεία και να γίνει προσεκτική παρακολούθηση.
  • Όψιμη δυσκινησία
    Μπορεί να παρουσιαστεί σε μακροχρόνια θεραπεία ή μετά από διακοπή. Χαρακτηρίζεται από ρυθμικές ακούσιες κινήσεις. Οι εκδηλώσεις μπορεί να είναι μόνιμες. Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί όσο το δυνατόν συντομότερα.
  • Επιληπτικές κρίσεις
    Χρήση με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή καταστάσεων που μειώνουν τον ουδό σπασμών. Έχουν αναφερθεί σπασμοί γενικευμένης επιληψίας.
  • Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
    Μπορεί να εμφανιστούν. Αντιπαρκινσονικά φάρμακα αντιχολινεργικού τύπου μπορούν να χορηγηθούν όταν χρειάζεται, αλλά όχι συστηματικά ως προληπτικό μέτρο.
  • Γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP 2D6
    Σε ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό του CYP2D6 (5-10% του πληθυσμού) παρατηρούνται υψηλότερες συγκεντρώσεις πιμοζίδης. Ο χρόνος επίτευξης σταθερής κατάστασης είναι μεγαλύτερος. Συνιστάται ο προσδιορισμός σε δόσεις 4 mg/ημέρα ή άνω (ενήλικες/ηλικιωμένοι) ή 0,05 mg/kg/ημέρα (παιδιατρικοί). Συνιστώνται εναλλακτικές στρατηγικές δοσολογίας σε αυτούς τους ασθενείς.
  • Ηπατική νόσος
    Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με ηπατική νόσο γιατί η πιμοζίδη μεταβολίζεται στο ήπαρ.
  • Κινητική της ανταπόκρισης/διακοπής
    Η ανταπόκριση μπορεί να καθυστερήσει. Η επανεμφάνιση συμπτωμάτων μετά από διακοπή μπορεί να μην είναι εμφανής για εβδομάδες/μήνες. Οξεία συμπτώματα απόσυρσης (ναυτία, έμετος, δυσκινησία, εφίδρωση, αϋπνία) έχουν περιγραφεί σπάνια μετά από απότομη διακοπή. Συνιστάται βαθμιαία διακοπή.
  • Ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος
    Η διαταραχή της ικανότητας μείωσης της κεντρικής θερμοκρασίας έχει αποδοθεί σε αντιψυχωσικούς παράγοντες. Συνιστάται κατάλληλη φροντίδα σε καταστάσεις που μπορεί να αυξήσουν τη θερμοκρασία (επίπονη άσκηση, υπερβολική θερμοκρασία, αντιχολινεργικά φάρμακα, αφυδάτωση).
  • Αυξημένη ψυχοκινητική δραστηριότητα
    Η πιμοζίδη είναι είτε αναποτελεσματική είτε ελάχιστα αποτελεσματική στη διαχείριση της διέγερσης, του ενθουσιασμού και του σοβαρού άγχους.
  • Ενδοκρινικές επιδράσεις
    Σχετίζονται με υπερπρολακτιναιμία (γαλακτόρροια, γυναικομαστία, ολιγο-/αμηνόρροια, στυτική δυσλειτουργία).
swap_horiz
SPC-PIRIUM

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. αντιμυκητιασικά αζόλης, αντιϊκά αναστολείς πρωτεάσης, μακρολιδικά αντιβιοτικά, νεφαζοδόνη)
    αντένδειξη
    Αναστολή του μεταβολισμού της πιμοζίδης, οδηγώντας σε σημαντικά αυξημένα επίπεδα στο πλάσμα.
  • αντένδειξη
    Μείωση του εξαρτώμενου από το CYP 2D6 μεταβολισμού της πιμοζίδης.
  • Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά Κατηγορίας ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, τετρακυκλικά αντικαταθλιπτικά, άλλα αντιψυχωσικά, αντιισταμινικά, σιζαπρίδη, βεπριδίλη, αλοφαντρίνη, σπαρφλοξασίνη)
    αντένδειξη
    Αντένδειξη λόγω αυξημένου κινδύνου παράτασης του διαστήματος QT.
  • Φάρμακα που προκαλούν μεταβολή των ηλεκτρολυτών (ειδικά διουρητικά που προκαλούν υποκαλιαιμία)
    προσοχή
    Να μη χορηγείται σε συνδυασμό.
  • Χυμός γκρέιπφρουτ
    προσοχή
    Αναστολή του μεταβολισμού μέσω CYP3A4, πρέπει να αποφεύγεται.
  • Κατασταλτικά του ΚΝΣ (αναλγητικά, ηρεμιστικά, αγχολυτικά, αλκοόλη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση της καταστολής του ΚΝΣ.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση κατά 40% της AUC και Cmax της πιμοζίδης.
  • παρακολούθηση
    Μέση αύξηση των τιμών QTc περίπου κατά 10 milliseconds.
  • παρακολούθηση
    Μέσες αυξήσεις κατά 151% στην AUC και 62% στην Cmax της πιμοζίδης.
  • Αναστολείς του CYP1A2
    παρακολούθηση
    Θεωρητική πιθανότητα για φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις.
  • παρακολούθηση
    Παρεμπόδιση της αντιπαρκινσονικής δράσης με δοσοεξαρτώμενο τρόπο.
  • Αντιεπιληπτικά φάρμακα
    παρακολούθηση
    Μπορεί να χρειαστεί αύξηση της δόσης λόγω μειωμένης ουδού των σπασμών.
sick
SPC-PIRIUM

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • Υπεργλυκαιμία (σε ασθενείς με προϋπάρχοντα διαβήτη)
  • υπερπρολακτιναιμία
  • αυξημένη προλακτίνη αίματος
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Ανορεξία
  • Υπονατριαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Κατάθλιψη
  • αϋπνία
  • διέγερση
  • ανησυχία
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ζάλη
  • υπνηλία
  • Εξωπυραμιδική διαταραχή
  • ακαθησία
  • κεφαλαλγία
  • τρόμος
  • λήθαργος
  • μυϊκή ακαμψία
  • Βραδυκινησία
  • σημείο οδοντωτού τροχού
  • δυσκινησία
  • δυστονία
  • δυσαρθρία
  • Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
  • σπασμός γενικευμένης επιληψίας
  • όψιμη δυσκινησία
  • αυχενική ακαμψία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Θαμπή όραση
  • Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών
Καρδιακές διαταραχές
  • Ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
  • κοιλιακή ταχυκαρδία
  • κοιλιακή μαρμαρυγή
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Δυσκοιλιότητα
  • ξηροστομία
  • έμετος
  • υπερέκκριση σιέλου
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Υπεριδρωσία
  • Υπερδραστηριότητα σμηγματογόνων αδένων
  • Κνησμός
  • εξάνθημα
  • Κνίδωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • μυικοί σπασμοί
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Νυκτουρία
  • Πολλακιουρία
  • Γλυκοζουρία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών
  • Στυτική διαταραχή
  • Αμηνόρροια
  • Γαλακτόρροια
  • γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Κατάπτωση
  • Οίδημα προσώπου
  • Υποθερμία
  • Διαταραχή της ρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
  • Ηλεκτροκαρδιογράφημα, διάστημα QT παρατεταμένο, μη φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα
Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου
  • Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (βλ. λήμμα 4.6)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ζάλη
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Υπνηλία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Υπεριδρωσία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • Νυκτουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Εξωπυραμιδική διαταραχή
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Μυϊκή ακαμψία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Υπερπρολακτιναιμία
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Ανορεξία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Ανησυχία
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Ακαθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Τρόμος
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Λήθαργος
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Έμετος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Υπερέκκριση σιέλου
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Υπερδραστηριότητα σμηγματογόνων αδένων
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Πολλακιουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Στυτική διαταραχή
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών
    Συχνές
  • Αμηνόρροια
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών
    Όχι συχνές
  • Γαλακτόρροια
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών
    Όχι συχνές
  • Γυναικομαστία
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών
    Όχι συχνές
  • Κατάπτωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Οίδημα προσώπου
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Υποθερμία
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή της ρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Ηλεκτροκαρδιογράφημα, διάστημα QT παρατεταμένο, μη φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών
    Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου
    Μη γνωστές
  • Υπονατριαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Βραδυκινησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Σημείο οδοντωτού τροχού
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Δυσκινησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Δυστονία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Δυσαρθρία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Γλυκοζουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Σπασμός γενικευμένης επιληψίας
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Όψιμη δυσκινησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αυχενική ακαμψία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Κοιλιακή μαρμαρυγή
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Υπεργλυκαιμία (σε ασθενείς με προϋπάρχοντα διαβήτη)
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    Πολύ συχνές
pregnant_woman
SPC-PIRIUM

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης, εκτός αν κατά τη γνώμη του θεράποντος ιατρού, τα αναμενόμενα οφέλη από τη χορήγηση του φαρμάκου στην ασθενή αντισταθμίζουν το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα αλλά δεν παρατηρήθηκαν τερατογόνες επιδράσεις (βλ. λήμμα 5.3). Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά φάρμακα (συμπεριλαμβανομένης της πιμοζίδης) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης κινδυνεύουν από εξωπυραμιδικά συμπτώματα και/ή συμπτώματα απόσυρσης που μπορεί να ποικίλλουν σε σοβαρότητα μετά από τη γέννηση. Αυτά τα συμπτώματα στα νεογνά μπορεί να περιλαμβάνουν διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή πρόσληψης τροφής.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Το PIRIUM μπορεί να απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Αν η χρήση του PIRIUM θεωρείται απαραίτητη, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η ικανότητα της πιμοζίδης να καταστέλλει τα κινητικά και φωνητικά τικ στη Διαταραχή Tourette θεωρείται ότι είναι κυρίως λειτουργία της ντοπαμινεργικής αποκλειστικής της δράσης. Η πιμοζίδη δεσμεύει και αναστέλλει τον υποδοχέα D2…
monitor_heart
SPC-PIRIUM

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικά, παράγωγα διφαινυλβουτυλπιπεριδίνης, κωδικός ATC: N05AG02 Η πιμοζίδη είναι ένα διφαινυλοβουτυλπιπεριδινικό παράγωγο με νευροληπτικές ιδιότητες που διαπιστώθηκε ότι είναι χρήσιμες στην αντιμετώπιση των χρόνιων…
biotech
SPC-PIRIUM

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση Περισσότερο από το 50% της δόσης της πιμοζίδης απορροφάται μετά από του στόματος χορήγηση. Τα μέγιστα επίπεδα στον ορό επιτυγχάνονται γενικά 6-8ώρες (διακύμανση: 4-12 ώρες) μετά την χορήγηση της δόσης. Μεταβολισμός Η πιμοζίδη φαίνεται να υπόκειται…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Σημαντικός μεταβολισμός πρώτης διόδου στο ήπαρ, κυρίως μέσω N-αποαλκυλίωσης μέσω των ισοενζύμων CYP3A και CYP1A2 του κυτοχρώματος P450 (και πιθανώς CYP2D6). Η δραστηριότητα των δύο κύριων μεταβολιτών δεν έχει προσδιοριστεί. Η πιμοζίδη έχει…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Μεγαλύτερη από 50% απορρόφηση μετά από από του στόματος χορήγηση. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα εμφανίζεται 6-8 ώρες μετά την κατάποση.

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-PIRIUM
expand_more

Η ατομική ανταπόκριση στην αντιψυχωσική θεραπεία ποικίλλει, η δοσολογία πρέπει να καθορίζεται εξατομικευμένα και η έναρξη και ο καθορισμός της ακριβούς δοσολογίας πρέπει να πραγματοποιείται κάτω από στενή κλινική παρακολούθηση.

Ενήλικες

Η συνιστώμενη εναρκτήρια δόση για ασθενείς με χρόνια σχιζοφρένεια είναι 2 έως 4 mg μία φορά την ημέρα, με αυξήσεις ανά εβδομαδιαία διαστήματα από 2 έως 4 mg μέχρις ότου επιτευχθεί ικανοποιητικό θεραπευτικό επίπεδο ή εμφανισθούν ανεπιθύμητες ενέργειες. Η μέση δόση συντήρησης είναι 6 mg την ημέρα με συνήθη διακύμανση από 2 έως 12 mg την ημέρα. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 20 mg.

Οι ασθενείς πρέπει να επανεξετάζονται τακτικά ώστε να εξασφαλιστεί ότι χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η συνιστώμενη δόση στους παιδιατρικούς ασθενείς είναι η μισή από αυτή των ενηλίκων. Η εμπειρία στους παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 3 ετών είναι πολύ περιορισμένη. Δε συνιστάται για παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετών.

Ηλικιωμένοι ασθενείς

Η δόση συντήρησης στους ηλικιωμένους ασθενείς είναι η ίδια με αυτή των ενηλίκων αλλά συνιστάται η έναρξη της θεραπείας να γίνεται με τη μισή εναρκτήρια δόση των ενηλίκων.

Ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό όσο αφορά στο CYP2D6

  • Ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς - συνιστάται ο γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP2D6 να πραγματοποιείται σε δόσεις των 4 mg/ημέρα ή άνω. Σε ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό όσο αφορά στο CYP2D6, συνιστάται η δόση να μην ξεπερνά τα 4 mg/ημέρα, και να μην αυξάνονται οι δόσεις νωρίτερα από κάθε 14 ημέρες (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις- Γονοτυπικός προσδιορισμός CYP 2 D 6).
  • Παιδιατρικοί ασθενείς - συνιστάται γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP2D6 να πραγματοποιείται σε δόσεις των 0,05 mg/kg/ημέρα ή άνω. Σε ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό όσο αφορά στο CYP2D6, συνιστάται η δόση να μην ξεπερνά τα 0,05 mg/kg/ημέρα (με ένα μέγιστο των 4 mg/ημέρα) και να μην αυξάνονται οι δόσεις νωρίτερα από κάθε 14 ημέρες (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις - Γονοτυπικός προσδιορισμός CYP 2 D 6).

Τρόπος χορήγησης

Για όλους τους ασθενείς συνιστάται μία εφάπαξ πρωινή λήψη.

block

Αντενδείξεις

SPC-PIRIUM
expand_more
Το PIRIUM αντενδείκνυται σε καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, κωματώδεις καταστάσεις και σε ασθενείς που έχουν προηγούμενα εμφανίσει υπερευαισθησία στο φάρμακο.. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε καταθλιπτικές διαταραχές και σε νόσο του Parkinson. Το PIRIUM αντενδείκνυται σε ασθενείς με σύνδρομο συγγενούς παράτασης του διαστήματος QT ή με οικογενειακό ιστορικό του συνδρόμου αυτού και σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακών αρρυθμιών ή κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Τοrsades de Pointes). Προκειμένου να αποκλεισθούν οι καταστάσεις αυτές, συνιστάται να διενεργείται ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) πριν τη θεραπεία. Το PIRIUM δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις επίκτητου παρατεταμένου διαστήματος QT, σε συσχετισμό με ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (βλέπε παράγραφο 4.5), σε γνωστή υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία ή σε κλινικά σημαντική βραδυκαρδία ή κλινικά σημαντικές καρδιακές διαταραχές (π.χ. πρόσφατο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμίες οι οποίες αντιμετωπίζονται με αντιαρρυθμικά κλάσης ΙΑ και ΙΙΙ). Αντενδείκνυται η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων αναστολέων του CYP 3A4 όπως αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών, αντιϊκά της ομάδας των αναστολέων πρωτεάσης, μακρολιδικά αντιβιοτικά και νεφαζοδόνη. Επίσης, αντενδείκνυται η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων αναστολέων του CYP 2D6 όπως η κινιδίνη. Η αναστολή του ενός ή και των δύο αυτών συστημάτων του κυτοχρώματος Ρ450 μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των συγκεντρώσεων της πιμοζίδης στο αίμα και αύξηση της πιθανότητας παράτασης του διαστήματος QT. Το PIRIUM αντενδείκνυται με ταυτόχρονη χρήση αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης όπως σερτραλίνη, παροξετίνη, σιταλοπράμη και εσιταλοπράμη (βλέπε παράγραφο 4.5).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-PIRIUM
expand_more

Αυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με σχετιζόμενη με

άνοια ψύχωση Οι ηλικιωμένοι ασθενείς με σχετιζόμενη με άνοια ψύχωση που λαμβάνουν αντιψυχωσικά φάρμακα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Οι αναλύσεις δεκαεπτά ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών (μέσης διάρκειας 10 εβδομάδων), κυρίως σε ασθενείς που λάμβαναν άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα, αποκάλυψαν κίνδυνο θανάτου σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία από 1,6 έως 1,7 φορές μεγαλύτερο σε σχέση με τον κίνδυνο θανάτου σε ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Κατά τη διάρκεια μίας τυπικής ελεγχόμενης δοκιμής διάρκειας 10 εβδομάδων, η συχνότητα θανάτου σε ασθενείς που λάμβαναν φάρμακα ήταν περίπου 4,5%, σε σύγκριση με συχνότητα περίπου 2,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Παρόλο που οι αιτίες του θανάτου ήταν ποικίλες, οι περισσότεροι θάνατοι φάνηκαν να είναι είτε καρδιαγγειακής φύσεως (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, αιφνίδιος θάνατος) είτε λοιμώδους φύσεως (π.χ. πνευμονία). Μελέτες παρατήρησης υποδεικνύουν ότι η θεραπεία με συμβατικά αντιψυχωσικά φάρμακα, όπως και με άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα, μπορεί να αυξήσει τη θνησιμότητα. Δεν είναι σαφής η έκταση στην οποία τα ευρήματα αυξημένης θνησιμότητας σε μελέτες παρατήρησης μπορούν να αποδοθούν σε αντιψυχωσικά φάρμακα, σε αντίθεση με ορισμένα χαρακτηριστικά των ασθενών.

Έλεγχος καρδιακής λειτουργίας (βλέπε επίσης παράγραφο 4.3

Αντενδείξεις) Έχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές παράτασης του διαστήματος QT, κοιλιακής αρρυθμίας και κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes), σε ασθενείς χωρίς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT στους οποίους χορηγήθηκαν θεραπευτικές δόσεις πιμοζίδης και στα πλαίσια υπερδοσολογίας. Έχουν επίσης αναφερθεί κοιλιακή ταχυκαρδία και κοιλιακή μαρμαρυγή (σε μερικές περιπτώσεις με θανατηφόρες εκβάσεις), επιπρόσθετα των πολύ σπάνιων αναφορών αιφνίδιου θανάτου και καρδιακής ανακοπής. Όπως συμβαίνει με άλλα νευροληπτικά, περιπτώσεις αιφνίδιου, μη αναμενόμενου θανάτου έχουν αναφερθεί με την πιμοζίδη, στις συνιστώμενες δοσολογίες και στα πλαίσια υπερδοσολογίας. Πριν την έναρξη της θεραπείας με πιμοζίδη, πρέπει να διενεργείται ΗΚΓ (βλ. παράγραφο 4.3), και να επαναλαμβάνεται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν εμφανισθούν διαταραχές επαναπόλωσης (παράταση του διαστήματος QT, αλλαγές κύματος Τ ή ανάπτυξη κύματος U) ή αναπτυχθούν αρρυθμίες, πρέπει σε αυτούς τους ασθενείς να αναθεωρηθεί η αναγκαιότητα της θεραπείας με πιμοζίδη. Πρέπει να παρακολουθούνται στενά και πρέπει να ελαττωθεί η δόση της πιμοζίδης που λαμβάνουν ή να διακοπεί το φάρμακο. Η πιμοζίδη πρέπει να διακοπεί αν το διάστημα QT ή QTc υπερβεί τα 500 msec. Όπως με άλλα νευροληπτικά, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με καρδιαγγειακές νόσους. Οι ηλεκτρολυτικές διαταραχές αποτελούν επίσης παράγοντα κινδύνου (βλ. παραγράφους 4.4 «Αντενδείξεις» και 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης» γι’ αυτό συνιστάται ο περιοδικός έλεγχος των ηλεκτρολυτών. Σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα πιμοζίδη δεν πρέπει να χορηγούνται φάρμακα τα οποία μπορεί να προκαλέσουν ηλεκτρολυτικές διαταραχές.

Φλεβική θρομβοεμβολή

Περιστατικά φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φάρμακα. Δεδομένου ότι οι ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με αντιψυχωσικά συχνά παρουσιάζουν επίκτητους παράγοντες κινδύνου για VTE, όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE πρέπει να προσδιορίζονται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Pirium και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.

Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο

Όπως και τα άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, το PIRIUM συσχετίσθηκε με κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο: μια ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση χαρακτηριζόμενη από υπερθερμία, γενικευμένη μυϊκή δυσκαμψία, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, μεταβολές του επιπέδου συνείδησης. Η υπερθερμία είναι συχνά ένα πρώιμο σημείο αυτού του συνδρόμου. Πρέπει να διακοπεί αμέσως η αντιψυχωσική αγωγή, να χορηγηθεί κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία και να γίνει προσεκτική παρακολούθηση.

Όψιμη δυσκινησία

Όπως με όλα τα αντιψυχωσικά φάρμακα, βραδυκινησία μπορεί να παρουσιαστεί σε ορισμένους ασθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία ή μετά από διακοπή του φαρμάκου. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται κυρίως από ρυθμικές ακούσιες κινήσεις της γλώσσας, του προσώπου, του στόματος ή της γνάθου. Οι εκδηλώσεις μπορεί να είναι μόνιμες σε ορισμένους ασθενείς. Το σύνδρομο μπορεί να συγκαλυφθεί όταν η θεραπεία ξαναρχίσει, όταν η δόση αυξηθεί ή όταν γίνει αλλαγή της θεραπείας σε ένα διαφορετικό αντιψυχωσικό φάρμακο. Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί όσο το δυνατό συντομότερα.

Επιληπτικές κρίσεις

Όπως με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, το PIRIUM πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή άλλων καταστάσεων που δυνητικά μειώνουν τον ουδό των επιληπτικών σπασμών. Επιπρόσθετα έχουν αναφερθεί σπασμοί γενικευμένης επιληψίας σχετιζόμενοι με το PIRIUM.

Εξωπυραμιδικά συμπτώματα

Όπως με όλα τα αντιψυχωσικά, μπορεί να εμφανιστούν εξωπυραμιδικά συμπτώματα (βλέπε παράγραφο 4.8). Αντιπαρκινσονικά φάρμακα αντιχολινεργικού τύπου μπορούν να χορηγηθούν όταν χρειάζεται, αλλά δεν πρέπει να συνταγογραφούνται συστηματικά σαν προληπτικό μέτρο.

Γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP 2 D 6

Σε μία κλινική μελέτη, ασθενείς με γενετικές ποικιλομορφίες που οδήγησαν σε ελλιπή μεταβολισμό του CYP2D6 (περίπου το 5 με 10% του πληθυσμού) παρουσίασαν υψηλότερες συγκεντρώσεις πιμοζίδης σε σύγκριση με εκτεταμένο μεταβολισμό του CYP2D6. Οι συγκεντρώσεις που παρατηρήθηκαν σε χαμηλό μεταβολισμό του CYP2D6 ήταν παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν με ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6 όπως η παροξετίνη (βλ. παράγραφο 4.5). Ο χρόνος για την επίτευξη συγκεντρώσεων πιμοζίδης σε σταθερή κατάσταση αναμένεται να είναι μεγαλύτερος (περίπου 2 εβδομάδες) σε ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό του CYP2D6 λόγω της παρατεταμένης ημίσειας ζωής. Συνιστάται η γονοτυπικός προσδιορισμός του CYP2D6 να πραγματοποιείται σε δόσεις των 4 mg/ημέρα ή άνω (ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς) ή 0,05 mg/kg/ημέρα (παιδιατρικοί ασθενείς), και εναλλακτικές στρατηγικές δοσολογίας συνιστώνται σε ασθενείς που είναι γενετικά παρουσιάζουν ελλιπή μεταβολισμό του CYP2D6 (βλ. παράγραφο 4.2 - Ασθενείς με ελλιπή μεταβολισμό όσο αφορά στο CYP2D6).

Ηπατική νόσος

Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με ηπατική νόσο γιατί η πιμοζίδη μεταβολίζεται στο ήπαρ.

Κινητική της ανταπόκρισης/ διακοπής

Στη σχιζοφρένεια, η ανταπόκριση στην αγωγή με αντιψυχωσικά φάρμακα μπορεί να καθυστερήσει. Αν διακοπούν τα φάρμακα, η επανεμφάνιση των συμπτωμάτων μπορεί να μην γίνει εμφανής για αρκετές εβδομάδες ή μήνες. Οξεία συμπτώματα απόσυρσης, που περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, παροδικά σημεία δυσκινησίας, εφίδρωση και αϋπνία, έχουν περιγραφεί πολύ σπάνια μετά από απότομη διακοπή υψηλών δόσεων αντιψυχωσικών φαρμάκων. Συνιστάται βαθμιαία διακοπή του φαρμάκου.

Ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος

Η διαταραχή της ικανότητας του οργανισμού να ελαττώσει την κεντρική θερμοκρασία του σώματος έχει αποδοθεί σε αντιψυχωσικούς παράγοντες. Συνιστάται κατάλληλη φροντίδα όταν η πιμοζίδη συνταγογραφείται σε ασθενείς οι οποίοι θα βιώσουν καταστάσεις που μπορεί να συνεισφέρουν στην αύξηση της κεντρικής θερμοκρασίας του σώματος π.χ. επίπονη άσκηση, έκθεση σε υπερβολική θερμοκρασία, ταυτόχρονη λήψη φαρμάκων με αντιχολινεργική δράση ή αφυδάτωση.

Αυξημένη ψυχοκινητική δραστηριότητα

Κλινικές δοκιμές με πιμοζίδη δείχνουν ότι είτε δεν είναι ή είναι μόνο ελάχιστα αποτελεσματική στη διαχείριση της διέγερσης, του ενθουσιασμού και του σοβαρού άγχους.

Ενδοκρινικές επιδράσεις

Οι ορμονικές επιδράσεις των αντιψυχωσικών νευροληπτικών φαρμάκων που σχετίζονται με την πιμοζίδη περιλαμβάνουν υπερπρολακτιναιμία, η οποία μπορεί να προκαλέσει γαλακτόρροια, γυναικομαστία, ολιγομηνόρροια ή αμηνόρροια και στυτική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.8).

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-PIRIUM
expand_more

Ο μεταβολισμός της πιμοζίδης καταλύεται κυρίως από το κυτόχρωμα P450 3A4 (CYP3A4) και CYP2D6 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP1A2.

Δεδομένα in - vitro υποδηλώνουν ότι ειδικά οι ισχυροί αναστολείς του ενζυμικού συστήματος CYP 3A4 όπως αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών, αντιϊκά της ομάδας των αναστολέων πρωτεάσης, μακρολιδικά αντιβιοτικά και νεφαζοδόνη θα αναστείλουν το μεταβολισμό της πιμοζίδης, οδηγώντας σε σημαντικά αυξημένα επίπεδα της πιμοζίδης στο πλάσμα. In-vitro στοιχεία υποδηλώνουν επίσης, ότι η κινιδίνη ελαττώνει τον εξαρτώμενο από το CYP 2D6 μεταβολισμό της πιμοζίδης. Αυξημένα επίπεδα πιμοζίδης μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο παράτασης του διαστήματος QT. Η ταυτόχρονη χρήση της πιμοζίδης με φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν το κυτόχρωμα P450 CYP 3A4 ή CYP 2D6 του κυτοχρώματος αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3).

Ταυτόχρονη χρήση της πιμοζίδης με φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3). Παραδείγματα περιλαμβάνουν ορισμένα αντιαρρυθμικά, όπως αυτά της Κατηγορίας ΙΑ (όπως κινιδίνη, δισοπυραμίδη και προκαϊναμίδη) και της Κατηγορίας ΙΙΙ (όπως αμιοδαρόνη και σοταλόλη), τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (όπως αμιτριπτυλίνη), ορισμένα τετρακυκλικά αντικαταθλιπτικά (όπως μαπροτιλίνη), ορισμένα άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα (όπως φαινοθειαζίνες και σερτινδόλη), ορισμένα αντιισταμινικά (όπως αστεμιζόλη και τερφεναδίνη), σιζαπρίδη, βεπριδίλη, αλοφαντρίνη και σπαρφλοξασίνη. Η λίστα αυτή είναι μόνο ενδεικτική και όχι εξαντλητική.

Να μη χορηγείται σε συνδυασμό με φάρμακα που προκαλούν μεταβολή των ηλεκτρολυτών. Πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με διουρητικά, ειδικά με εκείνα που προκαλούν υποκαλιαιμία. Επειδή ο χυμός γκρέιπφρουτ είναι γνωστό ότι αναστέλλει το μεταβολισμό των φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω του ενζύμου CYP3A4, η ταυτόχρονη χρήση χυμού γκρέιπφρουτ και PIRIUM πρέπει να αποφεύγεται.

Όπως συμβαίνει και με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, το PIRIUM μπορεί να αυξήσει την καταστολή του ΚΝΣ που προκαλείται από άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των αναλγητικών, των ηρεμιστικών, των αγχολυτικών και της αλκοόλης.

Μια μελέτη in vivo κατά την οποία προστέθηκε πιμοζίδη σε θεραπεία με σερτραλίνη σε σταθερή κατάσταση αποκάλυψε αύξηση κατά 40% της AUC και Cmax της πιμοζίδης (βλέπε παράγραφο 4.3).

Μια μελέτη in vivo κατά την οποία συγχορηγήθηκαν πιμοζίδη και σιταλοπράμη είχε ως αποτέλεσμα μια μέση αύξηση των τιμών QTc περίπου κατά 10 milliseconds. Η σιταλοπράμη δεν επηρέασε την AUC και Cmax της πιμοζίδης (βλέπε παράγραφο 4.3).

Μια μελέτη in vivo κατά την οποία συγχορηγήθηκαν πιμοζίδη (μία εφάπαξ δόση 2 mg) και παροξετίνη (60 mg ημερησίως) συσχετίστηκε με μέσες αυξήσεις κατά 151% στην AUC της πιμοζίδης και κατά 62% στην Cmax της πιμοζίδης (βλέπε παράγραφο 4.3).

Λόγω του ότι το ένζυμο CYP1A2 μπορεί επίσης να συμβάλλει στο μεταβολισμό του PIRIUM, οι γιατροί που συνταγογραφούν πρέπει να λάβουν υπόψη τη θεωρητική πιθανότητα για φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις με αναστολείς αυτού του ενζυμικού συστήματος.

Το PIRIUM μπορεί να παρεμποδίσει με δοσοεξαρτώμενο τρόπο την αντιπαρκινσονική δράση της λεβοντόπα.

Η δόση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων μπορεί να χρειαστεί να αυξηθεί λαμβάνοντας υπόψη την μειωμένη ουδό των σπασμών.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-PIRIUM
expand_more

Η ασφάλεια του PIRIUM αξιολογήθηκε σε 165 ασθενείς που έλαβαν πιμοζίδη και συμμετείχαν σε επτά δοκιμές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο σε ασθενείς με σχιζοφρένεια, ή σε ασθενείς με άγχος ή διαταραχές στη συμπεριφορά, και σε 303 άτομα που έλαβαν πιμοζίδη και συμμετείχαν σε έντεκα κλινικές δοκιμές ελεγχόμενες με δραστικό φάρμακο σε ασθενείς με σχιζοφρένεια (10 κλινικές δοκιμές, συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας σχιζοφρένειας) ή με συμπτωματολογία ψυχικής εξασθένησης (1 κλινική δοκιμή). Με βάση συγκεντρωτικά δεδομένα από αυτές τις κλινικές δοκιμές, οι πιο συχνά αναφερόμενες (συχνότητα εμφάνισης  9%) ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν (με% συχνότητα εμφάνισης): διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος: ζάλη (11) και υπνηλία (11), εξωπυραμιδική διαταραχή (9), μυϊκή ακαμψία (9), υπεριδρωσία (13) και νυκτουρία (12).

Συμπεριλαμβανομένων των ανεπιθύμητων ενεργειών που προαναφέρθηκαν, ο ακόλουθος πίνακας παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη χρήση του PIRIUM είτε σε κλινικές δοκιμές είτε από την εμπειρία κατά την κυκλοφορία του προϊόντος.

Οι συχνότητες που παρουσιάζονται ακολουθούν την εξής συνθήκη: Πολύ συχνές ( 1/10), συχνές ( 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες ( 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία/Οργανικό σύστημα
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Ψυχιατρικές διαταραχές
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Οφθαλμικές διαταραχές
Καρδιακές διαταραχές
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Παρακλινικές εξετάσεις
Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου
Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου Κατηγορία συχνότητας
Υπεργλυκαιμία (σε ασθενείς με προϋπάρχοντα διαβήτη), υπερπρολακτιναιμία, αυξημένη προλακτίνη αίματος Πολύ συχνές ( 1/10)
Ανορεξία Συχνές ( 1/100 έως < 1/10)
Κατάθλιψη, αϋπνία, διέγερση, ανησυχία Συχνές ( 1/100 έως < 1/10)
Ζάλη, υπνηλία Πολύ συχνές ( 1/10)
Θαμπή όραση Συχνές ( 1/100 έως < 1/10)
Ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου, κοιλιακή ταχυκαρδία, κοιλιακή μαρμαρυγή Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Δυσκοιλιότητα, ξηροστομία, έμετος, υπερέκκριση σιέλου Συχνές ( 1/100 έως < 1/10)
Υπεριδρωσία, Υπερδραστηριότητα σμηγματογόνων αδένων Πολύ συχνές ( 1/10)
μυικοί σπασμοί Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100)
Νυκτουρία Συχνές ( 1/100 έως < 1/10)
Στυτική διαταραχή Συχνές ( 1/100 έως < 1/10)
Κατάπτωση Συχνές ( 1/100 έως < 1/10)
Αυξημένο σωματικό βάρος Συχνές ( 1/100 έως < 1/10)
Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (βλ. λήμμα 4.6) Μη γνωστές

| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπονατριαιμία | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Ψυχιατρικές διαταραχές | Μειωμένη γενετήσια ορμή | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Εξωπυραμιδική διαταραχή, ακαθησία, κεφαλαλγία, τρόμος, λήθαργος, μυϊκή ακαμψία | Συχνές ( 1/100 έως < 1/10) | | Οφθαλμικές διαταραχές | Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός, εξάνθημα | Συχνές ( 1/100 έως < 1/10) | | Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πολλακιουρία | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών | Αμηνόρροια | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Οίδημα προσώπου | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Παρακλινικές εξετάσεις | Ηλεκτροκαρδιογράφημα, διάστημα QT παρατεταμένο, μη φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) |

| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Βραδυκινησία, σημείο οδοντωτού τροχού, δυσκινησία, δυστονία, δυσαρθρία | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνίδωση | Σπάνιες ( 1/10.000 έως <1/1.000) | | Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Γλυκοζουρία | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών | Γαλακτόρροια, γυναικομαστία | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) | | Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Υποθερμία, Διαταραχή της ρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος | Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100) |

| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο, σπασμός γενικευμένης επιληψίας, όψιμη δυσκινησία, αυχενική ακαμψία | Μη γνωστές |

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http:// www. eof. gr

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-PIRIUM
expand_more

Εγκυμοσύνη

Η ασφάλεια χρήσης της πιμοζίδης κατά τη διάρκεια της κύησης δεν έχει τεκμηριωθεί. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης, εκτός αν κατά τη γνώμη του θεράποντος γιατρού, τα αναμενόμενα οφέλη από τη χορήγηση του φαρμάκου στην ασθενή αντισταθμίζουν το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα αλλά δεν παρατηρήθηκαν τερατογόνες επιδράσεις (βλ. λήμμα 5.3). Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά φάρμακα (συμπεριλαμβανομένης της πιμοζίδης) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης κινδυνεύουν από εξωπυραμιδικά συμπτώματα και/ή συμπτώματα απόσυρσης που μπορεί να ποικίλλουν σε σοβαρότητα μετά από τη γέννηση. Αυτά τα συμπτώματα στα νεογνά μπορεί να περιλαμβάνουν διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή πρόσληψης τροφής.

Θηλασμός

Το PIRIUM μπορεί να απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Αν η χρήση του PIRIUM θεωρείται απαραίτητη, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-PIRIUM
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικά, παράγωγα διφαινυλβουτυλπιπεριδίνης, κωδικός ATC: N05AG02

Η πιμοζίδη είναι ένα διφαινυλοβουτυλπιπεριδινικό παράγωγο με νευροληπτικές ιδιότητες που διαπιστώθηκε ότι είναι χρήσιμες στην αντιμετώπιση των χρόνιων σχιζοφρενικών ασθενών. Έχει σχετικώς μη κατασταλτική δράση και μπορεί να χορηγείται με εφάπαξ ημερήσια δοσολογία.

Η πιμοζίδη βελτιώνει εκλεκτικώς τις διαταραχές της αντίληψης και του ιδεασμού. Προάγει την κοινωνική συναναστροφή, το ενδιαφέρον, την πρωτοβουλία και την εναισθησία.

Πειραματικές μελέτες σε συναισθηματικά ασταθή άτομα έδειξαν ότι η πιμοζίδη προκαλεί συναισθηματική σταθερότητα και βελτιώνει τα κίνητρα, τα κατορθώματα και το αίσθημα ευεξίας.

Θεωρείται ότι ο κύριος μηχανισμός δράσης της πιμοζίδης σχετίζεται με τη δράση της στους κεντρικούς αμινεργικούς υποδοχείς. Φαίνεται ότι κατέχει ικανότητα εκλεκτικού αποκλεισμού των κεντρικών ντοπαμινεργικών υποδοχέων, επηρεάζοντας την αναδιοργάνωση των υποδοχέων της νοραδρεναλίνης σε υψηλές δόσεις μόνο. Τα εξωπυραμιδικά φαινόμενα, τυπικά και των άλλων νευροληπτικών φαρμάκων, εμφανίζονται και με την πιμοζίδη, αλλά φαίνεται ότι αυτή έχει μικρότερη δράση στο αυτόνομο νευρικό σύστημα. Όπως και με τα άλλα νευροληπτικά, έχουν αναφερθεί επιδράσεις στο ενδοκρινικό σύστημα καθώς και μεταβολή του ΗΚΓ κατά την διάρκεια της αγωγής με πιμοζίδη.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-PIRIUM
expand_more

Απορρόφηση Περισσότερο από το 50% της δόσης της πιμοζίδης απορροφάται μετά από του στόματος χορήγηση. Τα μέγιστα επίπεδα στον ορό επιτυγχάνονται γενικά 6-8ώρες (διακύμανση: 4-12 ώρες) μετά την χορήγηση της δόσης.

Μεταβολισμός Η πιμοζίδη φαίνεται να υπόκειται σε σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου. Η πιμοζίδη μεταβολίζεται εκτενώς, κυρίως με Ν-απαλκυλίωση, στο ήπαρ. Αυτός ο μεταβολισμός καταλύεται κυρίως από το CYP3A4 και CYP2D6 και σε ένα μικρότερο βαθμό από το CYP1A2 (βλ. παράγραφο 4.5). Δύο κύριοι μεταβολίτες έχουν ανιχνευθεί: η 1-(4-πιπεριδυλ)-2-βενζιμιδαζολινόνη και το 4,4-δις(4-φλουοροφαινυλ) βουτυρικό οξύ. Αυτοί οι μεταβολίτες δεν έχουν καμιά αντιψυχωσική δράση.

Αποβολή Μόνο ένα πολύ μικρό κλάσμα πιμοζίδης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Η κύρια οδός απέκκρισης των μεταβολιτών είναι μέσω των νεφρών.

Η μέση ημίσεια ζωή αποβολής στον ορό σε σχιζοφρενείς ασθενείς ήταν περίπου 55 ώρες. Μεταξύ των ασθενών που μελετήθηκαν διαπιστώθηκε πάνω από δεκαπλάσια διατομική διαφορά στην περιοχή κάτω της καμπύλης των συγκεντρώσεων της πιμοζίδης στο πλάσμα ως προς το χρόνο και αντίστοιχος βαθμός διακύμανσης των μεγίστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Η σημασία των παραπάνω είναι ασαφής λόγω του ότι υπάρχει μικρή συσχέτιση ανάμεσα στα επίπεδα του πλάσματος και τα κλινικά ευρήματα.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

29 ± 10 ώρες
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

>50%
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
16362
Μοριακός τύπος
C28H29F2N3O
Μοριακό βάρος
461.5
IUPAC
3-[1-[4,4-bis(4-fluorophenyl)butyl]piperidin-4-yl]-1H-benzimidazol-2-one
InChIKey
YVUQSNJEYSNKRX-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας

Παράγοντες που ελέγχουν την ανήσυχη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, άνοια ηλικιωμένων, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα συχνά αναφέρονται ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να παράγουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.

Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία διαταραχών κίνησης. Τα περισσότερα από αυτά δρουν κεντρικά στα ντοπαμινεργικά ή χολινεργικά συστήματα. Μεταξύ των πιο σημαντικών κλινικά είναι αυτά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον (ΑΝΤΙΠΑΡΚΙΝΣΟΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) και αυτά για τις όψιμες δυσκινησίες.

Σχετικά Εργαλεία