PIOGLITAZONE
Πιογλιταζόνη
Η ακαρβόζη και η μιγλιτόλη είναι αναστολείς της α-γλυκοσιδάσης, η οποία φυσιολογικώς προκαλεί αποικοδόμηση των πολυ- και ολιγοσακχαριτών της τροφής. Συνεπεία της αναστολής παρεμποδίζεται η αύξηση της γλυκόζης που ακολουθεί ένα υδατανθρακούχο γεύμα. Η πιογλυταζόνη και η …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-GLITACT
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως
- Δόση έναρξης: 15 mg ή 30 mg
- Τιτλοποίηση: Η χορηγούμενη δόση μπορεί να αυξάνεται έως 45 mg, λαμβανόμενη μία φορά ημερησίως.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας. Οι ιατροί θα πρέπει να αρχίσουν την αγωγή με τη χαμηλότερη δυνταή δόση και να την αυξήσουν βαθμιαία, ιδιαίτερα όταν η πιογλιταζόνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ινσουλίνη.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης > 4 ml/min). Η πιογλιταζόνη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΗ πιογλιταζόνη δεν θα πρέπει να χορηγείται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-GLITACT
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
καρδιακή ανεπάρκεια ή ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας (NYHA βαθμού Ι έως IV)
-
ηπατική ανεπάρκεια
-
διαβητική κετοξέωση
-
ενεργό καρκίνο ουροδόχου κύστης ή ιστορικό καρκίνου ουροδόχου κύστης
-
μη διερευνημένη μακροσκοπική αιματουρία
warning
SPC-GLITACT
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Κατακράτηση υγρών και καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με τουλάχιστον έναν παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (π.χ. προγενέστερο έμφραγμα του μυοκαρδίου ή συμπτωματική στεφανιαία νόσο ή οι ηλικιωμένοι)να αρχίσουν με τη χαμηλότερη δυνατή δόση και να την αυξήσουν βαθμιαία. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία ή συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, αύξησης βάρους ή οίδημα, ειδικά εκείνοι με μειωμένη καρδιακή λειτουργία.
-
Κατακράτηση υγρών και καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν πιογλιταζόνη σε συνδυασμό με ινσουλίνηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία ή συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, αύξησης βάρους ή οίδημα.
-
Κατακράτηση υγρών και καρδιακή ανεπάρκειαH αγωγή με πιογλιταζόνη θα πρέπει να διακόπτεται εάν παρατηρηθεί επιβάρυνση της καρδιακής λειτουργίας.
-
ΗλικιωμένοιΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΗ χρήση συνδυασμού με ινσουλίνη πρέπει να εξεταστεί με προσοχή. Η ισορροπία των οφελών και των κινδύνων πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της αγωγής.
-
Καρκίνος ουροδόχου κύστηςΟι παράγοντες κινδύνου για καρκίνο ουροδόχου κύστης πρέπει να αξιολογηθούν πριν την έναρξη της αγωγής. Οποιαδήποτε μακροσκοπική αιματουρία πρέπει να διερευνηθεί πριν την έναρξη της αγωγής. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερωθούν, να ζητήσουν άμεσα τη βοήθεια του ιατρού τους εάν κατά τη διάρκεια της αγωγής παρουσιάσουν μακροσκοπική αιματουρία ή άλλα συμπτώματα όπως δυσουρία ή επείγουσα ανάγκη ούρησης.
-
Παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίαςΣυνιστάται ο περιοδικός έλεγχος των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων. Οι τιμές των ηπατικών ενζύμων θα πρέπει να ελέγχονται πριν την έναρξη της αγωγής. Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς που παρουσιάζουν αύξηση των ηπατικών ενζύμων (ALT > 2,5 φορές του ανώτερου φυσιολογικού) ή σε ασθενείς με ενδείξεις ηπατικής πάθησης. Συνιστάται η περιοδική παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων σε περιοδικά χρονικά διαστήματα. Εάν τα επίπεδα της ALT βρεθούν τριπλάσια του ανώτερου φυσιολογικού, οι τιμές αυτές θα πρέπει να επανεξετασθούν άμεσα. Εάν οι μετρήσεις της ALT παραμένουν 3-πλάσιες του ανώτερου φυσιολογικού, η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται. Εάν ο ασθενής εμφανίσει συμπτώματα ενδεχόμενης ηπατικής δυσλειτουργίας, θα πρέπει να πραγματοποιούνται μετρήσεις των ηπατικών ενζύμων. Εάν εμφανισθεί ίκτερος, η χορήγηση του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος θα πρέπει να διακόπτεται.
-
Αύξηση σωματικού βάρουςτο σωματικό βάρος των ασθενών θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ώστε να ακολουθούν αυστηρά μία διατροφή ελεγχόμενων θερμίδων.
-
ΥπογλυκαιμίαΠληθυσμόςασθενείς οι οποίοι είναι σε από του στόματος θεραπεία διπλού ή τριπλού συνδυασμού μαζί με μια σουλφονυλουρία ή διπλή θεραπεία με ινσουλίνη και λαμβάνουν πιογλιταζόνηενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης δοσο-εξαρτώμενης υπογλυκαιμίας και έτσι να καταστεί αναγκαία η μείωση της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της ινσουλίνης.
-
Οφθαλμικές διαταραχέςοι ιατροί πρέπει να είναι ενήμεροι για την ενδεχόμενη εμφάνιση οιδήματος της ωχράς κηλίδας σε ασθενείς που αναφέρουν διαταραχές στην οπτική οξύτητα και επομένως συνιστάται ειδική οφθαλμολογική εξέταση.
-
Άλλες (Κατάγματα)ΠληθυσμόςγυναίκεςΟ κίνδυνος καταγμάτων πρέπει να εκτιμάται κατά τη θεραπευτική αγωγή.
-
Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκώνΠληθυσμόςασθενείς με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκώνμπορεί να επιφέρει επανάληψη της ωορρηξίας. Αυτές οι ασθενείς μπορεί να εκτεθούν σε κίνδυνο ενδεχόμενης εγκυμοσύνης. Οι ασθενείς αυτές θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με την ενδεχόμενη εγκυμοσύνη και εάν η ασθενής επιθυμεί εγκυμοσύνη ή εάν είναι έγκυος, η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται (βλέπε Δοσολογία).
-
ΑλληλεπιδράσειςΗ πιογλιταζόνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή κατά τη διάρκεια συγχορήγησης με αναστολείς (π.χ. γεμφιβροζίλη) ή επαγωγείς (π.χ. ριφαμπικίνη) του κυτοχρώματος P450 2C8. Ο γλυκαιμικός έλεγχος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά. Η προσαρμογή της δόσης της πιογλιταζόνης εντός της συνιστώμενης δοσολογίας ή οι αλλαγές στην θεραπεία του διαβήτη θα πρέπει να εξετάζονται (βλέπε αλληλεπιδράσεις).
-
ΈκδοχαΤα δισκία Glitact περιέχουν μονοϋδρική λακτόζη, επομένως δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με σπάνιες κληρονομικές διαταραχές όπως η δυσανεξία της γαλακτόζης, η ανεπάρκεια της λακτάσης ή η δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζης.
swap_horiz
SPC-GLITACT
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Η πιογλιταζόνη δεν έχει καμία ουσιαστική επίδραση στις φαρμακοκινητικές ή φαρμακοδυναμικές ιδιότητές τους.
-
σουλφονυλουρίεςΗ συγχορήγηση της πιογλιταζόνης δεν φαίνεται να επηρεάζει τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της σουλφονυλουρίας.
-
από του στόματος αντισυλληπτικά, κυκλοσπορίνη, ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου, αναστολείς της HMGCoA ρεδουκτάσηςΔεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις, καθώς η πιογλιταζόνη δεν αναστέλλει τους σχετικούς μεταβολικούς ενζύμους P450.
-
γεμφιπροζίληπροσοχή3πλάσια αύξηση της AUC της πιογλιταζόνης.ΣύστασηΊσως είναι αναγκαία η μείωση στη δόση της πιογλιταζόνης. Συνιστάται στενή παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου.
-
προσοχήΜείωση κατά 54% της AUC της πιογλιταζόνης.ΣύστασηΊσως είναι αναγκαία η αύξηση της δόσης της πιογλιταζόνης. Συνιστάται στενή παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου.
sick
SPC-GLITACT
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Βρογχίτιδα
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Αναιμία
- Υπογλυκαιμία
- Όρεξη αυξημένη
- Υπαισθησία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Αϋπνία
- Οπτική διαταραχή
- Οίδημα της ωχράς κηλίδας
- Ίλιγγος
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Καρκίνος ουροδόχου κύστης
- Δύσπνοια
- Μετεωρισμός
- Εφίδρωση
- Κάταγμα οστού
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Αιματουρία
- Γλυκοζουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Στυτική δυσλειτουργία
- Οίδημα
- Κόπωση
- Σωματικό βάρος αυξημένο
- Κρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένη
- Γαλακτική αφυδρογονάση αυξημένη
- Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνήΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνήΒρογχίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνήΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνήΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνήΥπογλυκαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνήΥπογλυκαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνήΥπογλυκαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνήΌρεξη αυξημένηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνήΥπαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνήΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνήΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνήΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνήΑϋπνίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνήΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνήΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστήΟίδημα της ωχράς κηλίδαςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνήΊλιγγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνήΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνήΚαρκίνος ουροδόχου κύστηςΝεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
ΣυχνήΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνήΜετεωρισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνήΜετεωρισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνήΕφίδρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνήΚάταγμα οστούΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνήΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνήΟσφυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνήΑιματουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνήΓλυκοζουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνήΠρωτεϊνουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνήΣτυτική δυσλειτουργίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Πολύ συχνήΟίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνήΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνήΣωματικό βάρος αυξημένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνήΚρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνήΓαλακτική αφυδρογονάση αυξημένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστήΑμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένηΠαρακλινικές εξετάσεις
pregnant_woman
SPC-GLITACT
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηδεν πρέπει να χορηγείται
-
Γαλουχίαδεν πρέπει να χορηγείται
-
ΓονιμότηταΔεν υπήρξε καμία επίδραση
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-GLITACT
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-GLITACT
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-GLITACT
expand_more
Δοσολογία
Η αγωγή με πιογλιταζόνη μπορεί να ξεκινά σε δόσεις των 15 mg ή 30 mg, μία φορά ημερησίως. Η χορηγούμενη δόση μπορεί να αυξάνεται έως 45 mg, λαμβανόμενη μία φορά ημερησίως.
Στη συνδυασμένη αγωγή με ινσουλίνη, η ήδη χορηγούμενη δόση ινσουλίνης μπορεί να συνεχισθεί και μετά την έναρξη της θεραπείας με πιογλιταζόνη. Εάν οι ασθενείς αναφέρουν υπογλυκαιμία, η δόση της ινσουλίνης θα πρέπει να μειωθεί.
Ειδικός πληθυσμός
Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλέπε § 5.2). Οι ιατροί θα πρέπει να αρχίσουν την αγωγή με τη χαμηλότερη δυνταή δόση και να την αυξήσουν βαθμιαία, ιδιαίτερα όταν η πιογλιταζόνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ινσουλίνη (βλέπε § 4.4).
Νεφρική ανεπάρκεια Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης > 4 ml/min) (βλέπε § 5.2). Επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χορήγηση σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, η πιογλιταζόνη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς.
Ηπατική ανεπάρκεια Η πιογλιταζόνη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε § 4.3 και § 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της πιογλιταζόνης σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών, δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Τα δισκία πιογλιταζόνης λαμβάνονται από του στόματος μία φορά ημερησίως, με ή χωρίς φαγητό. Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται με ένα ποτήρι νερό.
block
Αντενδείξεις
SPC-GLITACT
expand_more
Αντενδείξεις
Η πιογλιταζόνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με:
- υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- καρδιακή ανεπάρκεια ή ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας (NYHA βαθμού Ι έως IV).
- ηπατική ανεπάρκεια.
- διαβητική κετοξέωση
- ενεργό καρκίνο ουροδόχου κύστης ή ιστορικό καρκίνου ουροδόχου κύστης
- μη διερευνημένη μακροσκοπική αιματουρία.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-GLITACT
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-GLITACT
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν δείξει ότι η πιογλιταζόνη δεν έχει καμία ουσιαστική επίδραση ούτε στις φαρμακοκινητικές ούτε στις φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της διγοξίνης, της βαρφαρίνης, της φαινοπροκουμόνης και της μετφορμίνης. Η συγχορήγηση της πιογλιταζόνης με σουλφονυλουρίες δεν φαίνεται να επηρεάζει τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της σουλφονυλουρίας. Μελέτες σε ανθρώπους έδειξαν ότι δεν παρατηρείται επαγωγή του κύριου επαγώγιμου κυτοχρώματος Ρ450, 1Α, 2C8/9 και 3Α4. Οι in vitro μελέτες δεν έχουν παρουσιάσει καμία ένδειξη αναστολής οποιουδήποτε υποτύπου του κυτοχρώματος Ρ450. Δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικές ουσίες που μεταβολίζονται από τα ένζυμα αυτά, όπως π.χ. από του στόματος αντισυλληπτικά, κυκλοσπορίνη, ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου και αναστολείς της HMGCoA ρεδουκτάσης.
Συγχορήγηση της πιογλιταζόνης με γεμφιπροζίλη (ένα αναστολέα του κυτοχρώματος P450 2C8) έχει αναφερθεί ότι έχει σαν αποτέλεσμα την 3πλάσια αύξηση της AUC της πιογλιταζόνης. Κατά τη συγχορήγηση με γεμφιπροζίλη, ίσως είναι αναγκαία, η μείωση στη δόση της πιογλιταζόνης επειδή υπάρχει το ενδεχόμενο μιας δοσο-εξαρτώμενης αύξησης των ανεπιθύμητων ενεργειών. Συνιστάται στενή παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου (βλέπε § 4.4).
Συγχορήγηση της πιογλιταζόνης με ριφαμπικίνη (έναν επαγωγέα του κυτοχρώματος P450 2C8) έχει αναφερθεί ότι επιφέρει μια μείωση κατά 54% της AUC της πιογλιταζόνης. Κατά τη συγχορήγηση με ριφαμπικίνη, ίσως είναι αναγκαία, η αύξηση της δόσης της πιογλιταζόνης. Συνιστάται στενή παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου (βλέπε § 4.4).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-GLITACT
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν, σε μεγαλύτερο βαθμό (> 0,5 %) συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo) καθώς και μεμονωμένες αναφορές, σε ασθενείς που έλαβαν πιογλιταζόνη στις διπλές-τυφλές μελέτες, δίδονται παρακάτω, σύμφωνα με τους προτεινόμενους όρους κατά MedDRA, ανά οργανικό σύστημα και απόλυτη συχνότητα εμφάνισης. Οι συχνότητες εμφάνισης αναφέρονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1000, <1/100), σπάνιες (≥1/10000, <1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10000), μη-γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Σε κάθε ομάδα συχνοτήτων, οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται σε φθίνουσα σειρά συχνότητας εμφάνισης και σοβαρότητας.
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (Συχνή)
- Βρογχίτιδα (Συχνή)
- Παραρρινοκολπίτιδα (Όχι συχνή)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Αναιμία (Συχνή)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Υπογλυκαιμία (Όχι συχνή / Πολύ συχνή / Συχνή)
- Όρεξη αυξημένη (Όχι συχνή)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Υπαισθησία (Συχνή)
- Κεφαλαλγία (Συχνή / Όχι συχνή)
- Ζάλη (Συχνή)
- Αϋπνία (Όχι συχνή)
Οφθαλμικές διαταραχές
- Οπτική διαταραχή (Συχνή / Όχι συχνή)
- Οίδημα της ωχράς κηλίδας (Μη γνωστή)
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
- Ίλιγγος (Όχι συχνή)
Καρδιακές διαταραχές
- Καρδιακή ανεπάρκεια (Συχνή)
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
- Καρκίνος ουροδόχου κύστης (Όχι συχνή)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Δύσπνοια (Συχνή)
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Μετεωρισμός (Όχι συχνή / Συχνή)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Εφίδρωση (Όχι συχνή)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Κάταγμα οστού (Συχνή)
- Αρθραλγία (Συχνή)
- Οσφυαλγία (Συχνή)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Αιματουρία (Συχνή)
- Γλυκοζουρία (Όχι συχνή)
- Πρωτεϊνουρία (Όχι συχνή)
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Στυτική δυσλειτουργία (Συχνή)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Οίδημα (Πολύ συχνή)
- Κόπωση (Όχι συχνή)
Παρακλινικές εξετάσεις
- Σωματικό βάρος αυξημένο (Συχνή)
- Κρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένη (Συχνή)
- Γαλακτική αφυδρογονάση αυξημένη (Όχι συχνή)
- Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη (Μη γνωστή)
Επεξηγήσεις:
- Οπτική διαταραχή: Κυρίως κατά την έναρξη της αγωγής, σχετίζεται με μεταβολές των επιπέδων της γλυκόζης αίματος, λόγω προσωρινής διόγκωσης και μεταβολής στο δείκτη διάθλασης των οπτικών φακών.
- Οίδημα: 6-9% σε θεραπεία >1 έτους σε κλινικές μελέτες. Ήπιο έως μέτριο, συνήθως δεν απαιτεί διακοπή.
- Καρδιακή ανεπάρκεια: Παρόμοιο ποσοστό με placebo/μετφορμίνη/σουλφονυλουρία, αυξάνεται σε συνδυασμό με ινσουλίνη. Σπάνια αναφορές, πιο συχνές με ινσουλίνη ή ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας.
- Κατάγματα οστών: Υψηλότερη συχνότητα σε γυναίκες (2.6% vs 1.7%), όχι σε άντρες. Στην PROactive μελέτη, 5.1% σε γυναίκες υπό πιογλιταζόνη vs 2.5% υπό placebo.
- Αύξηση σωματικού βάρους: Μέση αύξηση 2-3 Kg/έτος σε μονοθεραπεία. Παρόμοια αύξηση με σουλφονυλουρία. Σε συνδυασμό: 1.5 Kg με μετφορμίνη, 2.8 Kg με σουλφονυλουρία.
- Ηπατικά ένζυμα: Αυξημένες ALT (3x) παρόμοια με placebo, μικρότερη από μετφορμίνη/σουλφονυλουρία. Σπάνιες περιπτώσεις ηπατικής δυσλειτουργίας, σπάνια θανατηφόρες.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-GLITACT
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για ασφαλή χορήγηση της πιογλιταζόνης σε γυναίκες κατά τη διάρκεια της κύησης. Καθυστέρηση της ανάπτυξης του εμβρύου παρατηρήθηκε στις μελέτες χορήγησης της πιογλιταζόνης στα πειραματόζωα. Το σύμβαμα αυτό οφείλεται στη δράση της πιογλιταζόνης στη μείωση της μητρικής υπερινσουλιναιμίας καθώς και της αυξημένης αντίστασης στην ινσουλίνη που εμφανίζεται κατά την εγκυμοσύνη με αποτέλεσμα να μειώνεται η ποσότητα μεταβολικού υποστρώματος που είναι διαθέσιμο για την ανάπτυξη του εμβρύου. Η σημασία αυτού του μηχανισμού στους ανθρώπους δεν έχει εξακριβωθεί και επομένως, η πιογλιταζόνη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση.
Γαλουχία
‘Έχει αποδειχθεί ότι η πιογλιταζόνη ανιχνεύεται στο γάλα αρουραίων που θηλάζουν. Δεν είναι γνωστό εάν η πιογλιταζόνη αποβάλλεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Επομένως, η πιογλιταζόνη δεν πρέπει να χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες.
Γονιμότητα
Σε μελέτες γονιμότητας σε ζώα δεν υπήρξε καμία επίδραση στο ζευγάρωμα, στη γονιμοποίηση ή στο δείκτη γονιμότητας.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-GLITACT
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στο διαβήτη, για τη μείωση του σακχάρου του αίματος, εκτός ινσουλίνης. ATC κωδικός: Α10 BG 03.
Οι δράσεις της πιογλιταζόνης εμφανίζονται μέσω της μείωσης της αντίστασης στην ινσουλίνη. Η πιογλιταζόνη φάνηκε ότι δρα μέσω της ενεργοποίησης ειδικών πυρηνικών υποδοχέων (ενεργοποιημένος γ- υποδοχέας του πολλαπλασιαστή της περοξειζόμης), η οποία οδηγεί σε αυξημένη ευαισθησία των κυττάρων του ήπατος, του λιπώδους ιστού και του μυοσκελετικού συστήματος, σύμφωνα με τις μελέτες των πειραματοζώων. Η θεραπεία με πιογλιταζόνη έχει δειχθεί ότι μειώνει την ηπατική παραγωγή της γλυκόζης και αυξάνει την πρόσληψη της γλυκόζης από τους περιφερικούς ιστούς σε καταστάσεις αντίστασης στην ινσουλίνη. Ο γλυκαιμικός έλεγχος, σε κατάσταση νηστείας και μεταγευματικά, βελτιώνεται σε ασθενείς με τύπου 2 σακχαρώδη διαβήτη. Ο βελτιωμένος γλυκαιμικός έλεγχος συσχετίζεται με μία μείωση των συγκεντρώσεων της ινσουλίνης στο πλάσμα, σε κατάσταση νηστείας και μετά από τη λήψη γεύματος.
Μια κλινική μελέτη της πιογλιταζόνης έναντι της γλικλαζίδης σε μονοθεραπεία, έλαβε παράταση στα δύο έτη, με σκοπό την αξιολόγηση του χρόνου αποτυχίας στη ρύθμιση του διαβήτη (σαν αποτυχία στη ρύθμιση ορίζεται η εμφάνιση τιμής HbA 1c ≥ 8.0% μετά από έξι μήνες θεραπευτικής αγωγής). Η ανάλυση Kaplan-Meier έδειξε ότι εμφανίσθηκε αποτυχία στη ρύθμιση του διαβήτη σε συντομότερο χρονικό διάστημα κατά τη μονοθεραπεία με γλικλαζίδη συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με πιογλιταζόνη. Μετά τα δύο έτη, η γλυκαιμική ρύθμιση (οριζόμενη ως HbA 1c < 8.0%) διατηρήθηκε στο 69% των ασθενών που έλαβαν πιογλιταζόνη συγκριτικά με το 50% των ασθενών που έλαβαν γλικλαζίδη. Σε άλλη μελέτη, διάρκειας 2 ετών, συνδυασμένης θεραπευτικής αγωγής πιογλιταζόνης με προσθήκη μετφορμίνης έναντι γλικλαζίδης με προσθήκη μετφορμίνης, η γλυκαιμική ρύθμιση, υπολογιζόμενη ως η μέση μεταβολή από την αρχική τιμή της HbA 1c , ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων, μετά από ένα έτος θεραπείας. Το ποσοστό επιδείνωσης της HbA 1c κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους ήταν μικρότερο στην ομάδα της πιογλιταζόνης συγκριτικά με την ομάδα της γλικλαζίδης.
Σε μελέτη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο (placebo), ασθενείς που παρά την τρίμηνη περίοδο βελτιστοποίησης της αγωγής με ινσουλίνη είχαν ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο, τυχαιοποιήθηκαν σε πιογλιταζόνη ή εικονικό φάρμακο (placebo) για 12 μήνες. Οι ασθενείς λαμβάνοντας πιογλιταζόνη είχαν μια μέση μείωση HbA 1c 0,45% έναντι εκείνων που συνέχισαν να λαμβάνουν μόνο ινσουλίνη, καθώς επίσης και μείωση της δόσης της ινσουλίνης στην ομάδα που λάμβανε πιογλιταζόνη.
Η ανάλυση HOMA δείχνει ότι η πιογλιταζόνη βελτιώνει τη λειτουργία των β-κυττάρων καθώς και αυξάνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Κλινικές μελέτες διάρκειας δύο ετών έδειξαν τη διατήρηση αυτών των επιδράσεων.
Σε κλινικές μελέτες διάρκειας ενός έτους, η πιογλιταζόνη έδειξε σταθερή μείωση, στατιστικά σημαντική, του κλάσματος αλβουμίνης/κρεατινίνης συγκριτικά με την αρχική τιμή.
Η επίδραση της πιογλιταζόνης (45mg σε μονοθεραπεία έναντι εικονικού φαρμάκου-placebo) μελετήθηκε σε μία μικρή μελέτη διάρκειας 18- εβδομάδων, σε ασθενείς με τύπου 2 σακχαρώδη διαβήτη. Η πιογλιταζόνη συσχετίσθηκε με σημαντική αύξηση του σωματικού βάρους των ασθενών. Η εναπόθεση λίπους στη σπλαχνική περιοχή μειώθηκε σημαντικά ενώ παρατηρήθηκε αύξηση της εναπόθεσης λίπους στην υποδόρια (εξω-κοιλιακή) περιοχή. Παρόμοιες μεταβολές στην κατανομή λίπους σώματος από την πιογλιταζόνη, συνοδεύονται με ενίσχυση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη.
Στις περισσότερες κλινικές μελέτες έχουν αναφερθεί ελαττωμένα επίπεδα ολικών τριγλυκεριδίων και ελεύθερων λιπαρών οξέων και αυξημένα επίπεδα HDL-χοληστερόλης, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo), με μικρές, αλλά όχι κλινικά σημαντικές αυξήσεις των επιπέδων της LDL- χοληστερόλης.
Σε κλινικές μελέτες διάρκειας δύο ετών, η πιογλιταζόνη μείωσε τα επίπεδα ολικών τριγλυκεριδίων και ελευθέρων λιπαρών οξέων, στο πλάσμα και αύξησε τα επίπεδα της HDL χοληστερόλης συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo), τη μετφορμίνη ή τη γλικλαζίδη. Η πιογλιταζόνη δεν προκάλεσε στατιστικά σημαντικές αυξήσεις στα επίπεδα της LDL χοληστερόλης συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo), ενώ μειώσεις παρατηρήθηκαν με τη μετφορμίνη και τη γλικλαζίδη. Σε μελέτη διάρκειας 20- εβδομάδων, στην οποία μειώθηκαν τα επίπεδα τριγλυκεριδίων νηστείας, η πιογλιταζόνη μείωσε και την μεταγευματική υπερτριγλυκεριδαιμία, επιδρώντας στην απορρόφηση και στην ηπατική σύνθεση των τριγλυκεριδίων. Αυτά τα αποτελέσματα ήταν ανεξάρτητα της επίδρασης της πιογλιταζόνης στη γλυκαιμία και διέφεραν στατιστικά σημαντικά, από τα αντίστοιχα της γλιβενκλαμίδης.
Στην PROactive, μια κλινική μελέτη έκβασης καρδιαγγειακών συμβαμάτων, 5238 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και προϋπάρχουσα σοβαρή μακροαγγειακή νόσο τυχαιοποιήθηκαν σε πιογλιταζόνη ή εικονικό φάρμακο (placebo) στην ήδη υπάρχουσα αντιδιαβητική και καρδιαγγειακή θεραπεία διάρκειας το πολύ 3,5 έτη. Ο πληθυσμός της μελέτης είχε μέσο όρο ηλικίας τα 62 έτη. Ο μέσος όρος διάρκειας του διαβήτη ήταν 9.5 έτη. Περίπου το ένα τρίτο των ασθενών ελάμβαναν ινσουλίνη σε συνδυασμό με μετφορμίνη και/ή σουλφονυλουρία. Για να εισαχθούν οι ασθενείς στη μελέτη θα έπρεπε να είχαν υποβληθεί/ ή υποστεί ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω: Έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό, διαδερμική καρδιακή παρέμβαση ή στεφανιαίο αρτηριακό παρακαμπτήριο μόσχευμα, οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, στεφανιαία αρτηριακή νόσο ή περιφερική αρτηριακή αποφρακτική νόσο. Περίπου οι μισοί από τους ασθενείς είχαν ένα προηγούμενο έμφραγμα του μυοκαρδίου και περίπου 20% είχαν υποστεί εγκεφαλικό. Περίπου ο μισός πληθυσμός της μελέτης είχε τουλάχιστον δύο από τα καρδιαγγειακά κριτήρια εισαγωγής στη μελέτη. Σχεδόν όλοι οι ασθενείς (95%) ελάμβαναν φάρμακα για καρδιαγγειακή νόσο (β-αποκλειστές, αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου (ACE), ανταγωνιστές αγγειοτενσίνης ΙΙ, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, νιτρώδη, διουρητικά, ασπιρίνη, στατίνες, φιμπράτες).
Παρόλο που η μελέτη απέτυχε όσον αφορά το πρωτεύον τελικό της σημείο, το οποίο περιλάμβανε το σύνολο των παρακάτω, θνητότητα ανεξαρτήτου αιτίας, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό, οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, σοβαρό ακρωτηριασμό κάτω άκρων, επαναγγείωση στεφανιαίων και επαναγγείωση των κάτω άκρων, τα αποτελέσματα της όμως αποδεικνύουν ότι η χρήση της πιογλιταζόνης δε σχετίζεται με καρδιαγγειακές μακροπρόθεσμες ανησυχίες. Παρόλα αυτά οι επιπτώσεις του οιδήματος, της αύξησης βάρους και της καρδιακής ανεπάρκειας αυξήθηκαν. Δεν παρατηρήθηκε αύξηση της θνησιμότητας από καρδιακή ανεπάρκεια.
Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την πιογλιταζόνη στον Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2. Βλέπε § 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-GLITACT
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση, η πιογλιταζόνη απορροφάται ταχύτατα και οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος της αμετάβλητης πιογλιταζόνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται συνήθως εντός 2 ωρών μετά τη χορηγήγησή της. Ανάλογες αυξήσεις της συγκέντρωσης στο πλάσμα παρατηρήθηκαν με δόσεις εύρους 2 - 60mg. Κατάσταση σταθερής συγκέντρωσης επιτυγχάνεται μετά από 4-7 ημέρες χορήγησης. Οι επαναλαμβανόμενες δόσεις δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση της ουσίας ή των μεταβολιτών της. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι μεγαλύτερη από 80%.
Κατανομή Ο όγκος κατανομής έχει εκτιμηθεί ότι είναι 0,25 l/kg στους ανθρώπους. H πιογλιταζόνη καθώς και οι δραστικοί μεταβολίτες αυτής δεσμεύονται ευρέως από τις πρωτεΐνες του πλάσματος (> 99%).
Βιομετατροπή Η πιογλιταζόνη υπόκειται σε σημαντικό ηπατικό μεταβολισμό μέσω υδροξυλίωσης των αλειφατικών μεθυλενικών ομάδων αυτής. Αυτό γίνεται κυρίως μέσω του κυτοχρώματος Ρ450, 2C8, όμως και πολλαπλοί άλλοι ισότυποι ίσως εμπλέκονται σε μικρότερο βαθμό. Τρεις από τους έξι γνωστούς μεταβολίτες είναι δραστικοί (M-II, M-III και M-IV). Λαμβανομένης υπόψη της δραστικότητας, της συγκέντρωσης πλάσματος και της πρωτεϊνικής τους δέσμευσης, η πιογλιταζόνη και ο μεταβολίτης αυτής M-III συνεισφέρουν ισοδύναμη αποτελεσματικότητα. Βάσει των ίδιων μετρήσεων, o μεταβολίτης M-IV επιφέρει τριπλάσια αποτελεσματικότητα από αυτήν της πιογλιταζόνης, ενώ η σχετική αποτελεσματικότητα του μεταβολίτη M-IΙ είναι ελάχιστη.
Σε ιn vitro μελέτες δεν έχει σημειωθεί καμία ένδειξη ότι η πιογλιταζόνη αναστέλλει οποιοδήποτε υπότυπο του κυτοχρώματος Ρ450. Στον άνθρωπο, δεν υπάρχει επαγωγή των κύριων επαγώγιμων ισοενζύμων του Ρ450, 1Α, 2C8/9 και 3Α4.
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν δείξει ότι η πιογλιταζόνη δεν έχει καμία ουσιαστική επίδραση ούτε στις φαρμακοκινητικές ούτε στις φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της διγοξίνης, της βαρφαρίνης, της φαινοπροκουμόνης και της μετφορμίνης. Συγχορήγηση της πιογλιταζόνης με γεμφιπροζίλη (ένας αναστολέας του κυτοχρώματος P450 2C8) ή με ριφαμπικίνη (ένας επαγωγέας του κυτοχρώματος P450 2C8) έχει αναφερθεί ότι αυξάνει ή μειώνει, αντίστοιχα, τη συγκέντρωση της πιογλιταζόνης στο πλάσμα (βλέπε § 4.5).
Αποβολή Η ραδιοσεσημασμένη πιογλιταζόνη μετά την από του στόματος χορήγησή της στον άνθρωπο, ανιχνεύθηκε στα κόπρανα (σε ποσοστό 55%) και σε μικρότερη ποσότητα στα ούρα (σε ποσοστό 45%). Στα πειραματόζωα, μόνο μια μικρή ποσότητα αμετάβλητης πιογλιταζόνης ανιχνεύθηκε στα ούρα ή στα κόπρανα. Στον άνθρωπο, η μέση ημιπερίοδος αποβολής από το πλάσμα της μη μεταβολισμένης πιογλιταζόνης είναι 5 έως 6 ώρες και για όλους τους ενεργούς μεταβολίτες 16 έως 23 ώρες.
Ηλικιωμένοι Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της σταθερής κατάστασης είναι παρόμοιες στους ασθενείς άνω των 65 ετών όπως και στους νεότερους ασθενείς.
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της πιογλιταζόνης και των μεταβολιτών της είναι χαμηλότερες από εκείνες που παρατηρούνται σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, αλλά με παρόμοια κάθαρση της μητρικής ουσίας, μετά την από του στόματος χορήγηση. Επομένως, η συγκέντρωση ελεύθερης (μη δεσμευμένης) πιογλιταζόνης παραμένει αμετάβλητη.
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια Η συνολική συγκέντρωση της πιογλιταζόνης στο πλάσμα παραμένει αμετάβλητη αλλά με αυξημένο όγκο κατανομής. Επομένως, μειώνεται η ενδογενής κάθαρση, συνοδευόμενη από μεγαλύτερο μη δεσμευμένο κλάσμα πιογλιταζόνης.
ΕΟΦ · 6.1.2.3
Αλλα αντιδιαβητικά
expand_more
Αλλα αντιδιαβητικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
99%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η πιογλιταζόνη ενισχύει την κυτταρική ανταπόκριση στην ινσουλίνη, αυξάνει την εξαρτώμενη από την ινσουλίνη διάθεση γλυκόζης και βελτιώνει τη διαταραγμένη ομοιόσταση της γλυκόζης. Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, αυτές οι επιδράσεις οδηγούν σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις γλυκόζης στο πλάσμα, χαμηλότερες συγκεντρώσεις ινσουλίνης στο πλάσμα και χαμηλότερες τιμές HbA1c.
Έχει αναφερθεί σημαντική κατακράτηση υγρών που οδηγεί στην ανάπτυξη/επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας με την πιογλιταζόνη - αποφεύγετε τη χρήση της σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ή κίνδυνο ανάπτυξης καρδιακής ανεπάρκειας.
Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι η πιογλιταζόνη μπορεί να συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Η πιογλιταζόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ενεργό καρκίνο της ουροδόχου κύστης και πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό καρκίνου της ουροδόχου κύστης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η πιογλιταζόνη είναι ένας εκλεκτικός αγωνιστής των υποδοχέων ενεργοποιημένων από πολλαπλασιαστές υπεροξεισωμάτων-γάμμα (PPARγ) σε ιστούς-στόχους για τη δράση της ινσουλίνης, όπως ο λιπώδης ιστός, ο σκελετικός μυς και το ήπαρ. Η ενεργοποίηση του PPARγ αυξάνει τη μεταγραφή γονιδίων που ανταποκρίνονται στην ινσουλίνη και εμπλέκονται στον έλεγχο της παραγωγής, μεταφοράς και χρησιμοποίησης της γλυκόζης και των λιπιδίων.
Μέσω αυτού του μηχανισμού, η πιογλιταζόνη ενισχύει την ευαισθησία των ιστών στην ινσουλίνη και μειώνει την ηπατική παραγωγή γλυκόζης (δηλ. γλυκονεογένεση) - η αντίσταση στην ινσουλίνη που σχετίζεται με τον διαβήτη τύπου 2 βελτιώνεται έτσι χωρίς αύξηση της έκκρισης ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος.
Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση αγωνιστών των υποδοχέων ενεργοποιημένων από πολλαπλασιαστές υπεροξεισωμάτων-γάμμα (PPARgamma) μειώνει τη συμπεριφορά τύπου νευροπαθητικού πόνου και τις σχετιζόμενες αλλαγές στην ενεργοποίηση των γλοίων στο οπίσθιο κέρας του νωτιαίου μυελού. Καθώς ο PPARgamma είναι πυρηνικός υποδοχέας, οι παρατεταμένες αλλαγές στην γονιδιακή έκφραση πιστεύεται ευρέως ότι είναι ο μηχανισμός μείωσης του πόνου. Ωστόσο, αναφέραμε πρόσφατα ότι μία μόνο ενδοραχιαία (i.t.) χορήγηση πιογλιταζόνης, ενός αγωνιστή PPARgamma, μείωσε την υπεραλγησία εντός 30 λεπτών, ένα χρονικό διάστημα που είναι συνήθως μικρότερο από αυτό που απαιτείται για γονιδιακούς μηχανισμούς. Για να προσδιορίσουμε τις πολύ γρήγορες αντι-υπεραλγητικές δράσεις της ενεργοποίησης του PPARgamma, χορηγήσαμε πιογλιταζόνη σε αρουραίους με τραυματισμό του διατηρημένου νεύρου και αξιολογήσαμε την υπεραλγησία. Η πιογλιταζόνη ανέστειλε την υπεραλγησία εντός 5 λεπτών από τη χορήγηση, κάτι που είναι σύμφωνο με έναν μη-γονιδιακό μηχανισμό. Η συστηματική ή ενδοραχιαία χορήγηση GW9662, ενός ανταγωνιστή PPARgamma, ανέστειλε τις αντι-υπεραλγητικές δράσεις της περιφερειακής ή ενδοραχιαίας πιογλιταζόνης, υποδηλώνοντας έναν σπονδυλικό μηχανισμό εξαρτώμενο από τον PPARγ. Για να διερευνήσουμε περαιτέρω τη συμβολή των μη-γονιδιακών μηχανισμών, μπλοκάραμε τη νέα σύνθεση πρωτεϊνών στον νωτιαίο μυελό με ανισομυκίνη. Όταν χορηγήθηκε ενδοραχιακά, η ανισομυκίνη δεν άλλαξε την αντι-υπεραλγησία της πιογλιταζόνης σε ένα πρώιμο χρονικό σημείο 7,5 λεπτών, υποστηρίζοντας περαιτέρω έναν γρήγορο μη-γονιδιακό μηχανισμό. Σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία, η ανισομυκίνη μείωσε την αντι-υπεραλγησία της πιογλιταζόνης, υποδηλώνοντας καθυστερημένη ενεργοποίηση γονιδιακών μηχανισμών. Η μείωση της έκφρασης GFAP που προκαλείται από τον τραυματισμό του διατηρημένου νεύρου από την πιογλιταζόνη συνέβη νωρίτερα από το αναμενόμενο, εντός 60 λεπτών. Είμαστε οι πρώτοι που δείχνουμε ότι η ενεργοποίηση του σπονδυλικού PPARgamma μειώνει γρήγορα τον νευροπαθητικό πόνο ανεξάρτητα από την κανονική γονιδιακή δραστηριότητα. Συμπεραίνουμε ότι η οξεία πιογλιταζόνη αναστέλλει τον νευροπαθητικό πόνο εν μέρει μέσω της μείωσης της ενεργοποίησης των αστροκυττάρων και μέσω γονιδιακών και μη-γονιδιακών μηχανισμών PPARγ.
Το υδροχλωρικό άλας πιογλιταζόνης είναι μια θειαζολιδινεδιόνη που εξαρτάται από την παρουσία ινσουλίνης για τον μηχανισμό δράσης της. Το υδροχλωρικό άλας πιογλιταζόνης μειώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη στην περιφέρεια και στο ήπαρ, οδηγώντας σε αυξημένη εξαρτώμενη από την ινσουλίνη διάθεση γλυκόζης και μειωμένη ηπατική παραγωγή γλυκόζης. Η πιογλιταζόνη δεν είναι ινσουλινοεκκριτικό. Η πιογλιταζόνη είναι αγωνιστής του υποδοχέα ενεργοποιημένου από πολλαπλασιαστές υπεροξεισωμάτων-γάμμα (PPARγ). Οι υποδοχείς PPAR βρίσκονται σε ιστούς σημαντικούς για τη δράση της ινσουλίνης, όπως ο λιπώδης ιστός, ο σκελετικός μυς και το ήπαρ. Η ενεργοποίηση των πυρηνικών υποδοχέων PPARγ ρυθμίζει τη μεταγραφή ενός αριθμού γονιδίων που ανταποκρίνονται στην ινσουλίνη και εμπλέκονται στον έλεγχο του μεταβολισμού της γλυκόζης και των λιπιδίων.
Οι θειαζολιδινεδιόνες μειώνουν την αντίσταση στην ινσουλίνη όχι μόνο στον διαβήτη τύπου 2 αλλά και σε μη διαβητικές καταστάσεις που σχετίζονται με αντίσταση στην ινσουλίνη, όπως η παχυσαρκία. Ο μηχανισμός δράσης περιλαμβάνει τη σύνδεση με τον υποδοχέα ενεργοποιημένο από πολλαπλασιαστές υπεροξεισωμάτων (PPAR)γ, έναν μεταγραφικό παράγοντα που ρυθμίζει την έκφραση συγκεκριμένων γονιδίων, ιδιαίτερα στα λιποκύτταρα αλλά και σε άλλους ιστούς. Είναι πιθανό οι θειαζολιδινεδιόνες να δρουν κυρίως στον λιπώδη ιστό, όπου ο PPARγ εκφράζεται κατά κύριο λόγο. Οι θειαζολιδινεδιόνες έχουν αποδειχθεί ότι επεμβαίνουν στην έκφραση και την απελευθέρωση μεσολαβητών αντίστασης στην ινσουλίνη που προέρχονται από τον λιπώδη ιστό (π.χ. ελεύθερα λιπαρά οξέα, αδιποκίνες όπως ο παράγοντας νέκρωσης όγκων άλφα, ρεζιστίνη, αδιπονεκτίνη) με τρόπο που οδηγεί σε καθαρή βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη (δηλ. στον μυ και στο ήπαρ). Ωστόσο, μια άμεση μοριακή επίδραση στον σκελετικό μυ δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Η πιογλιταζόνη, ένας πλήρης αγωνιστής του υποδοχέα ενεργοποιημένου από πολλαπλασιαστές υπεροξεισωμάτων (PPAR)-γ, βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη αυξάνοντας τα επίπεδα αδιπονεκτίνης στον ορό. Ωστόσο, οι μοριακοί μηχανισμοί με τους οποίους η πιογλιταζόνη προκαλεί ευαισθητοποίηση στην ινσουλίνη δεν είναι πλήρως κατανοητοί. Σε αυτή τη μελέτη, διερευνήσαμε εάν η πιογλιταζόνη βελτιώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη μέσω της αύξησης της έκφρασης είτε των 2 διακριτών υποδοχέων για την αδιπονεκτίνη (AdipoR1 ή AdipoR2) σε 3T3-L1 λιποκύτταρα. Η πρόσληψη γλυκόζης αξιολογήθηκε με δοκιμασία πρόσληψης 2-[(3)H] δεοξυ-γλυκόζης σε 3T3-L1 λιποκύτταρα με θεραπεία πιογλιταζόνης. Οι εκφράσεις mRNA των AdipoR1 και AdipoR2 αναλύθηκαν με qRT-PCR. /Οι ερευνητές/ επιβεβαίωσαν πρώτα ότι η πιογλιταζόνη αύξησε σημαντικά την πρόσληψη 2-δεοξυ-γλυκόζης (2-DOG) που προκαλείται από την ινσουλίνη σε 3T3-L1 λιποκύτταρα. Στη συνέχεια, διερευνήσαμε την έκφραση και τη ρύθμιση του mRNA των AdipoR1 και AdipoR2 μετά από θεραπεία με πιογλιταζόνη. Ενδιαφέρον, η πιογλιταζόνη αύξησε σημαντικά την έκφραση του AdipoR2, αλλά δεν επηρέασε την έκφραση του AdipoR1. Επιπλέον, η έκφραση του PPARγ που ενισχύθηκε με αδενοϊό αυξήθηκε σημαντικά οι επιδράσεις της πιογλιταζόνης στην πρόσληψη 2-DOG που προκαλείται από την ινσουλίνη και στην έκφραση του AdipoR2 σε 3T3-L1 λιποκύτταρα. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η πιογλιταζόνη ενισχύει τις αυτοκρινικές και παρακρινικές δράσεις της αδιπονεκτίνης σε 3T3-L1 λιποκύτταρα μέσω της αύξησης της έκφρασης του AdipoR2 που διαμεσολαβείται από τον PPARγ. Επιπλέον, διαπιστώσαμε ότι η πιογλιταζόνη αύξησε σημαντικά τη φωσφορυλίωση της AMP-ενεργοποιημένης πρωτεϊνικής κινάσης (AMPK) σε 3T3-L1 λιποκύτταρα που προκαλείται από την ινσουλίνη, αλλά δεν οδήγησε σε φωσφορυλίωση των IRS-1, Akt ή πρωτεϊνικής κινάσης … Η πιογλιταζόνη αυξάνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, τουλάχιστον εν μέρει, μέσω της φωσφορυλίωσης AMPK που διαμεσολαβείται από τον PPARγ-AdipoR2 σε 3T3-L1 λιποκύτταρα. Συμπεραίνουμε ότι η αύξηση της έκφρασης του AdipoR2 μπορεί να είναι ένας από τους μηχανισμούς με τους οποίους η πιογλιταζόνη βελτιώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη σε 3T3-L1 λιποκύτταρα.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για την Πιογλιταζόνη (6 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση πιογλιταζόνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό παρατηρούνται εντός 2 ωρών (Tmax) - το φαγητό καθυστερεί ελαφρώς τον χρόνο μέγιστης συγκέντρωσης, αυξάνοντας τον Tmax σε περίπου 3-4 ώρες, αλλά δεν επηρεάζει την έκταση της απορρόφησης. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης τόσο της μητρικής ουσίας όσο και των κύριων ενεργών μεταβολιτών της επιτυγχάνονται μετά από 7 ημέρες χορήγησης πιογλιταζόνης μία φορά την ημέρα. Η Cmax και η AUC αυξάνονται ανάλογα με τις χορηγούμενες δόσεις.
Περίπου 15-30% της από του στόματος χορηγούμενης πιογλιταζόνης ανακτάται στα ούρα. Το μεγαλύτερο μέρος της απέκκρισής της, τότε, θεωρείται ότι είναι μέσω της απέκκρισης αμετάβλητου φαρμάκου στη χολή ή ως μεταβολιτών στα κόπρανα.
Ο μέσος εμφανής όγκος κατανομής της πιογλιταζόνης είναι 0,63 ± 0,41 L/kg.
Η εμφανής κάθαρση της από του στόματος χορηγούμενης πιογλιταζόνης είναι 5-7 L/h.
Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στο φαρμακοκινητικό προφίλ της πιογλιταζόνης σε άτομα με φυσιολογική ή μέτρια νεφρική λειτουργία. Σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αν και οι μέσες συγκεντρώσεις στον ορό της πιογλιταζόνης και των μεταβολιτών της αυξήθηκαν, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Μετά από επαναλαμβανόμενες από του στόματος δόσεις πιογλιταζόνης, οι μέσες τιμές AUC μειώθηκαν σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές με φυσιολογική νεφρική λειτουργία για την πιογλιταζόνη.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου 15% έως 30% της δόσης πιογλιταζόνης ανακτάται στα ούρα. Η νεφρική απέκκριση της πιογλιταζόνης είναι αμελητέα, και το φάρμακο απεκκρίνεται κυρίως ως μεταβολίτες και τα συζεύγματά τους. Θεωρείται ότι το μεγαλύτερο μέρος της από του στόματος δόσης απεκκρίνεται στη χολή είτε αμετάβλητο είτε ως μεταβολίτες και αποβάλλεται στα κόπρανα.
Η πιογλιταζόνη είναι ένας θειαζολιδινεδιόνη-ευαισθητοποιητής ινσουλίνης που έχει δείξει αποτελεσματικότητα σε διαβήτη τύπου 2 και ηπατική νόσο από μη αλκοολική λιπαρότητα σε ανθρώπους. Μπορεί να είναι χρήσιμη για τη θεραπεία παρόμοιων καταστάσεων σε γάτες. Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να διερευνηθούν οι φαρμακοκινητικές της πιογλιταζόνης σε αδύνατες και παχύσαρκες γάτες, ώστε να παράσχει μια βάση για την αξιολόγηση των επιδράσεών της στην ευαισθησία στην ινσουλίνη και στον μεταβολισμό των λιπιδίων. Η πιογλιταζόνη χορηγήθηκε ενδοφλεβίως (διάμεσος 0,2 mg/kg) ή από του στόματος (3 mg/kg) σε 6 υγιείς αδύνατες (3,96 ± 0,56 kg) και 6 παχύσαρκες (6,43 ± 0,48 kg) γάτες, σε σχεδιασμό λατινικού τετραγώνου 2x2 με περίοδο αποβολής 4 εβδομάδων. Δείγματα αίματος συλλέχθηκαν για 24 ώρες και οι συγκεντρώσεις πιογλιταζόνης μετρήθηκαν με επικυρωμένη μέθοδο υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι προσδιορίστηκαν χρησιμοποιώντας ανάλυση δύο διαμερισμάτων για ενδοφλέβια δεδομένα και ανάλυση μη διαμερισμάτων για από του στόματος δεδομένα. Μετά από από του στόματος χορήγηση, η μέση βιοδιαθεσιμότητα ήταν 55%, η t(1/2) ήταν 3,5 ώρες, η Tmax ήταν 3,6 ώρες, η Cmax ήταν 2131 ng/mL και η AUC(0-8) ήταν 15,56 ng/mL/hr. Δεν υπήρξαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ αδύνατων και παχύσαρκων γατών μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση. Η συστηματική έκθεση στην πιογλιταζόνη σε γάτες μετά από από του στόματος δόση 3 mg/kg προσεγγίζει αυτή που παρατηρείται σε ανθρώπους με θεραπευτικές δόσεις.
Ο μέσος εμφανής όγκος κατανομής (Vd/F) της πιογλιταζόνης μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης είναι 0,63 ± 0,41 (μέσος όρος ± Τυπική Απόκλιση) L/kg σωματικού βάρους. Η πιογλιταζόνη συνδέεται εκτενώς με πρωτεΐνες (> 99%) στον ανθρώπινο ορό, κυρίως με την αλβουμίνη του ορού. Η πιογλιταζόνη συνδέεται επίσης με άλλες πρωτεΐνες του ορού, αλλά με χαμηλότερη συγγένεια. Η M-III (κετο-παράγωγο της πιογλιταζόνης) και η M-IV (υδροξυ-παράγωγο της πιογλιταζόνης) συνδέονται επίσης εκτενώς (> 98%) με την αλβουμίνη του ορού.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Πιογλιταζόνη (6 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η πιογλιταζόνη συνδέεται >99% με πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα - η σύνδεση είναι κυρίως με την αλβουμίνη, αν και η πιογλιταζόνη έχει αποδειχθεί ότι συνδέεται με άλλες πρωτεΐνες του ορού με χαμηλότερη συγγένεια. Οι μεταβολίτες M-III και M-IV της πιογλιταζόνης συνδέονται >98% με πρωτεΐνες (επίσης κυρίως με την αλβουμίνη).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η πιογλιταζόνη μεταβολίζεται εκτενώς τόσο με υδροξυλίωση όσο και με οξείδωση - οι μεταβολίτες υφίστανται επίσης μερική μετατροπή σε συζεύγματα γλυκουρονιδίου ή θειικού άλατος. Οι φαρμακολογικά ενεργοί μεταβολίτες M-IV και M-III είναι οι κύριοι μεταβολίτες που βρίσκονται στον ανθρώπινο ορό και οι κυκλοφορούντες συγκεντρώσεις τους είναι ίσες ή μεγαλύτερες από αυτές της μητρικής ουσίας. Τα συγκεκριμένα ισοένζυμα CYP που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της πιογλιταζόνης είναι το CYP2C8 και, σε μικρότερο βαθμό, το CYP3A4. Υπάρχουν επίσης κάποιες ενδείξεις που υποδηλώνουν συμβολή από το εξωηπατικό CYP1A1.
Οι ισομορφές της κυτοχρωμικής P450 (CYP) εμπλέκονται στο μεταβολισμό της πιογλιταζόνης, συμπεριλαμβανομένων των CYP2C8 και, σε μικρότερο βαθμό, CYP3A4. Το CYP2C9 δεν εμπλέκεται σημαντικά στην απέκκριση της πιογλιταζόνης. Η πιογλιταζόνη δεν είναι ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4, και η πιογλιταζόνη δεν έχει αποδειχθεί ότι επάγει τα CYP.
Η πιογλιταζόνη μεταβολίζεται εκτενώς με υδροξυλίωση και οξείδωση· οι μεταβολίτες μετατρέπονται επίσης μερικώς σε συζεύγματα γλυκουρονιδίου ή θειικού άλατος. Οι μεταβολίτες M-III (κετο-παράγωγο της πιογλιταζόνης) και M-IV (υδροξυ-παράγωγο της πιογλιταζόνης) είναι οι κύριοι κυκλοφορούντες ενεργοί μεταβολίτες σε ανθρώπους.
Η πιογλιταζόνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 2-[6-(2-{4-[(2,4-διοξο-1,3-θειαζολιδιν-5-υλ)μεθυλ]φαινοξυ}αιθυλ)πυριδιν-3-υλ]οξικό οξύ, 5-({4-[2-(5-αιθυλοπυριδιν-2-υλ)-2-υδροξυαιθοξυ]φαινυλ}μεθυλ)-1,3-θειαζολιδιν-2,4-διόνη, και 5-[(4-{2-[5-(1-υδροξυαιθυλ)πυριδιν-2-υλ]αιθοξυ}φαινυλ)μεθυλ]-1,3-θειαζολιδιν-2,4-διόνη.
Ηπατικός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό της πιογλιταζόνης και των μεταβολιτών της (M-III και M-IV) κυμαίνεται από 3-7 ώρες και 16-24 ώρες, αντίστοιχα.
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό της πιογλιταζόνης και των μεταβολιτών της (M-III και M-IV) κυμαίνεται από τρεις έως επτά ώρες και 16 έως 24 ώρες, αντίστοιχα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA
X4OV71U42S
PIOGLITAZONE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αγωνιστής Υποδοχέα Ενεργοποιημένου από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων άλφα
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Υποδοχέα Ενεργοποιημένου από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων άλφα
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αγωνιστής Υποδοχέα Ενεργοποιημένου από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων γάμμα
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Υποδοχέα Ενεργοποιημένου από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων γάμμα
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Θειαζολιδινεδιόνη
Χημική Δομή [CS] - Θειαζολιδινεδιόνες
Η πιογλιταζόνη είναι Αγωνιστής Υποδοχέα Ενεργοποιημένου από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων άλφα, και Αγωνιστής Υποδοχέα Ενεργοποιημένου από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων γάμμα, και Θειαζολιδινεδιόνη. Ο μηχανισμός δράσης της πιογλιταζόνης είναι ως Αγωνιστής Υποδοχέα Ενεργοποιημένου από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων άλφα, και Αγωνιστής Υποδοχέα Ενεργοποιημένου από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων γάμμα.
PIOGLITAZONE
Αγωνιστές Υποδοχέων Ενεργοποιημένων από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων άλφα [MoA]· PPAR γ [CS]· PPAR α [CS]· Θειαζολιδινεδιόνες [CS]· Αγωνιστές Υποδοχέων Ενεργοποιημένων από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων γάμμα [MoA]· Θειαζολιδινεδιόνη [EPC]· Αγωνιστής Υποδοχέα Ενεργοποιημένου από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων άλφα [EPC]· Αγωνιστής Υποδοχέα Ενεργοποιημένου από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων γάμμα [EPC]· Δραστηριότητα Υποδοχέα Ενεργοποιημένου από Πολλαπλασιαστές Υπεροξεισωμάτων [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατηγοριοποίηση MeSH
Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α A10BG03ΣΔ τύπου 2 — Χωρίς εγκατεστημένη ΚΑ νόσο / καρδιακή ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: ρύθμιση γλυκόζης, έλεγχος συμπτωμάτων & σωματικού βάρους
Δοσολογία: Add-on · Συνεχής