Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C09AA06 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

QUINAPRIL

Κιναπρίλη

Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αναστέλλουν την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Οι κυριότερες ενδείξεις τους είναι: Υπέρταση. Χορηγούνται σε ήπια ή μέτρια υπέρταση, ιδιαίτερα αν αντενδείκνυνται ή δεν γίνονται ανεκτοί ή αποτύχουν οι β-αποκλειστές ή τα διουρητικά, αν …

Chemical structure of QUINAPRIL

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Αρτηριακή υπέρταση μόνη ή σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά, ιδίως διουρητικά. Συμπληρωματική θεραπεία σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια μαζί με διουρητικό και/ή δακτυλίτιδα.
medication
SPC-ACCUPRON

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Περίπου την ίδια ώρα της ημέρας, ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής.
Δόση έναρξης:
10 mg (για υπέρταση χωρίς διουρητικά)
Τιτλοποίηση:
Προσαρμογές της δοσολογίας πρέπει να γίνονται σε διαστήματα 4 εβδομάδων. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, η αύξηση μπορεί να γίνει μετά από 1-2 εβδομάδες. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε εβδομαδιαία διαστήματα.
  • Υπερτασικοί ασθενείς
    Δόση10 mg άπαξ ημερησίως
    Μέγ. δόση40 mg/ημέρα
    Αύξηση δόσης κάθε 4 εβδομάδες, μπορεί να χορηγηθεί έως 80 mg/ημέρα σε ορισμένους ασθενείς. Μέγιστη δόση συντήρησης 20-40 mg/ημέρα (διηρημένη σε δύο δόσεις).
  • Ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά
    Δόση2,5 mg ημερησίως
    Μέγ. δόση40 mg/ημέρα
    Προσαρμογή δόσης με στόχο την επιθυμητή ανταπόκριση.
  • Ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Δόση2,5 mg εφάπαξ ή δύο φορές ημερησίως
    Μέγ. δόση40 mg/ημέρα
    Ενδείκνυται ως συμπληρωματική θεραπεία στα διουρητικά και/ή τους καρδιακούς γλυκοζίτες. Δόση συντήρησης 10-20 mg/ημέρα (διηρημένη σε δύο δόσεις).
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης >30 ml/min)
    Δόση5 mg
    Μέγ. δόση10 mg
    Αρχική δόση. Η δόση μπορεί να αυξηθεί σε εβδομαδιαία διαστήματα.
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 10-30 ml/min)
    Δόση2,5 mg
    Μέγ. δόση5 mg
    Αρχική δόση. Η δόση μπορεί να αυξηθεί σε εβδομαδιαία διαστήματα.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥65 ετών)
    Δόση2,5 mg εφάπαξ ημερησίως
    Προσαρμογή δόσης με στόχο την επιθυμητή ανταπόκριση.
block
SPC-ACCUPRON

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή σε οποιονδήποτε άλλο α-ΜΕΑ.
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος που έχει σχέση με προηγούμενη θεραπευτική αγωγή με α-ΜΕΑ.
  • Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα.
  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης
    Πληθυσμόςκύηση (2ο και 3ο τρίμηνο)
  • Δυναμική απόφραξη του χώρου εξόδου της αριστερής κοιλίας.
  • Περίοδος γαλουχίας.
  • Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) < 60 ml/min/1,73 m2).
  • Συνδυασμός με sacubitril/βαλσαρτάνη.
warning
SPC-ACCUPRON

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Γενικές προειδοποιήσεις
    Η κιναπρίλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε επιλεγμένους ασθενείς με αορτική στένωση.
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Μπορεί να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό αλλεργίας ή βρογχικού άσθματος, π.χ., πορφύρα, φωτοευαισθησία, κνίδωση, νεκρωτική αγγειίτιδα, αναπνευστική δυσχέρεια, συμπεριλαμβανομένων πνευμονίτιδας και πνευμονικού οιδήματος, αναφυλακτικές αντιδράσεις.
  • Συμπτωματική υπόταση
    Η συμπτωματική υπόταση εμφανίζεται σπάνια σε ανεπίπλεκτους υπερτασικούς ασθενείς. Σε υπερτασικούς ασθενείς που λαμβάνουν κιναπρίλη, είναι πιο πιθανό να συμβεί υπόταση εάν ο ασθενής είναι υπογκαιμικός, π.χ. λόγω θεραπείας με διουρητικά, διαιτητικού περιορισμού του άλατος, αιμοδιύλισης, διάρροιας ή εμέτων ή πάσχει από σοβαρή υπέρταση εξαρτώμενη από τη ρενίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια, η αντιυπερτασική θεραπεία με α-ΜΕΑ μπορεί να προκαλέσει υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης, η οποία μπορεί να συνδέεται με ολιγουρία, αζωθαιμία, και σε σπάνιες περιπτώσεις, με οξεία νεφρική ανεπάρκεια και θάνατο σε αυτούς τους ασθενείς. Η θεραπεία με Accupron θα πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, για τις δύο πρώτες εβδομάδες της θεραπείας και οποτεδήποτε αυξάνεται η δοσολογία. Έχει παρατηρηθεί συμπτωματική υπόταση σε ασθενείς με ασυμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς συσχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς με σοβαρότερο βαθμό καρδιακής ανεπάρκειας, πράγμα που αντικατοπτρίζεται από τη χορήγηση υψηλών δόσεων διουρητικών της αγκύλης, υπονατριαιμία ή λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο συμπτωματικής υπότασης, η έναρξη της αγωγής και η προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Εάν παρουσιαστεί συμπτωματική υπόταση, ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετείται σε ύπτια θέση και, αν είναι απαραίτητο, να λάβει ενδοφλέβια έγχυση φυσιολογικού ορού. Μια παροδική υποτασική αντίδραση δεν αποτελεί αντένδειξη για περαιτέρω χορήγηση του φαρμάκου. Ωστόσο, εάν αυτό συμβεί, θα πρέπει να εξεταστεί η λήψη χαμηλότερων δόσεων κιναπρίλης ή οποιασδήποτε ταυτόχρονης θεραπείας με διουρητικά. Σε ορισμένους ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια που έχουν φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, μπορεί να συμβεί επιπρόσθετη μείωση της συστηματικής αρτηριακής πίεσης με τους α-ΜEA. Αυτή η επίδραση είναι αναμενόμενη και συνήθως δεν αποτελεί λόγο για τη διακοπή της αγωγής. Αν η υπόταση γίνει συμπτωματική, ίσως χρειαστεί μείωση της δόσης ή διακοπή της αγωγής με τον α-ΜΕΑ. Είναι σημαντικό για τους ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά να διακόπτουν προσωρινά, εφόσον είναι δυνατό, το διουρητικό για δύο ή τρεις ημέρες πριν την έναρξη θεραπείας με την κιναπρίλη. Εάν η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται μόνο με την κιναπρίλη, πρέπει να επαναχορηγείται η διουρητική αγωγή. Εάν δεν είναι δυνατό να διακοπεί η χορήγηση του διουρητικού, πρέπει η θεραπεία με την κιναπρίλη να ξεκινά με μικρή αρχική δόση (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, που είναι επιρρεπείς σε σημαντική υπόταση, η θεραπεία με κιναπρίλη θα πρέπει να αρχίζει με τη συνιστώμενη δοσολογία, υπό στενή παρακολούθηση. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τις δύο πρώτες εβδομάδες της θεραπείας, καθώς και κάθε φορά που αυξάνεται η δοσολογία του Accupron. Παρόμοιες προφυλάξεις ισχύουν επίσης για ασθενείς με ισχαιμία του μυοκαρδίου ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο, στους οποίους η υπερβολική πτώση της πίεσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να λαμβάνει χώρα, όπως αρμόζει, αν και στην πλειονότητα των ασθενών η νεφρική λειτουργία δεν θα επηρεαστεί ή μπορεί και να βελτιωθεί. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της quinaprilat παρατείνεται, καθώς η κάθαρση κρεατινίνης ελαττώνεται. Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <60 ml/λεπτό απαιτούν μικρότερη αρχική δόση κιναπρίλης (βλ. Δοσολογία). Η δοσολογία αυτών των ασθενών θα πρέπει να τιτλοποιείται προς τα πάνω με βάση την θεραπευτική ανταπόκριση, και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, αν και αρχικές μελέτες δεν υποδεικνύουν ότι η κιναπρίλη επιδεινώνει περαιτέρω τη νεφρική λειτουργία. Σε κλινικές μελέτες με υπερτασικούς ασθενείς με μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας, έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις του αζώτου της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης ορού σε μερικούς ασθενείς μετά από θεραπεία με α-ΜΕΑ. Οι αυξήσεις αυτές ήταν σχεδόν πάντα αναστρέψιμες με τη διακοπή του α-ΜΕΑ και/ή της θεραπείας με διουρητικά. Αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Σε αυτούς τους ασθενείς, η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων εβδομάδων θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η απώλεια της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να παρουσιαστεί και με ήπιες μεταβολές της κρεατινίνης του πλάσματος ακόμα και σε ασθενείς με μονόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας. Στους ασθενείς αυτούς η θεραπεία πρέπει να αρχίζει σε νοσοκομείο κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές δόσεις και προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης. Η αγωγή με διουρητικά πρέπει να διακόπτεται και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων της θεραπείας. Μερικοί ασθενείς με υπέρταση ή καρδιακή ανεπάρκεια, χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο ανέπτυξαν αυξήσεις του αζώτου της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού (> 1,25 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο), συνήθως ήπιες και παροδικές, ιδίως όταν η κιναπρίλη είχε χορηγηθεί ταυτόχρονα με ένα διουρητικό. Έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις στο άζωτο της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού στο 2% και 2%, αντίστοιχα, των υπερτασικών ασθενών σε μονοθεραπεία με κιναπρίλη και στο 4% και 3%, αντίστοιχα, των υπερτασικών ασθενών σε θεραπεία με Accuretic. Οι αυξήσεις αυτές είναι πιο πιθανό να συμβούν σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να απαιτηθεί ελάττωση της δοσολογίας και/ή διακοπή του διουρητικού και/ή της κιναπρίλης. Σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας, η αρχική δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενή και στη συνέχεια ως συνάρτηση της απόκρισης του ασθενή στη θεραπεία. Η τακτική παρακολούθηση του καλίου και της κρεατινίνης αποτελούν μέρος της συνηθισμένης ιατρικής πρακτικής για τους ασθενείς αυτούς. Δεν υπάρχει επαρκής εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <10 ml / min). Ως εκ τούτου δεν συνιστάται θεραπεία με κιναπρίλη σε αυτούς τους ασθενείς. Σε ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια, η υπόταση μετά από την έναρξη της αγωγής με α-ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις έχει αναφερθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη. Αν συνυπάρχει και νεφραγγειακή υπέρταση, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας Σε αυτούς τους ασθενείς η αγωγή θα πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές δόσεις και προσεκτική τιτλοποίηση δόσεων. Δεδομένου ότι η αγωγή με διουρητικά μπορεί να είναι παράγοντας συνεισφοράς στα προαναφερθέντα, πρέπει να διακόπτονται τα διουρητικά και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της αγωγής. Σε ευπαθή άτομα, ενδέχεται να παρουσιαστούν μεταβολές στη νεφρική λειτουργία, ως συνέπεια της αναστολής του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης. Σε ασθενείς με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια, η νεφρική λειτουργία των οποίων εξαρτάται από τη δραστικότητα του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης, η θεραπεία με α-ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένου της κιναπρίλης, μπορεί να συσχετιστεί με ολιγουρία και/ή προοδευτική αζωθαιμία και σπανίως με οξεία νεφρική ανεπάρκεια και/ή θάνατο.
  • Αγγειοοίδημα
    Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με α-ΜΕΑ (συμπεριλαμβανομένου του 0,1% ασθενών που έλαβαν κιναπρίλη) έχει αναφερθεί αγγειοοίδημα. Αυτό μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή της αγωγής. Αν παρουσιασθεί συριγμός του λάρυγγα ή αγγειοοίδημα του προσώπου, της γλώσσας ή της γλωττίδας, τότε θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως η θεραπεία, να αντικαθίσταται από κάποιο παράγοντα που θα ανήκει σε κάποια άλλη κατηγορία φαρμάκων και ο ασθενής να αντιμετωπίζεται καταλλήλως, σύμφωνα με την αποδεκτή ιατρική περίθαλψη, και να παρακολουθείται προσεκτικά μέχρι την αποδρομή του οιδήματος. Σε περιπτώσεις όπου το οίδημα περιορίζεται στο πρόσωπο και τα χείλη, η κατάσταση γενικά υποχωρεί χωρίς θεραπεία. Αντιισταμινικά μπορεί να είναι χρήσιμα στην ανακούφιση των συμπτωμάτων. Αγγειοοίδημα σχετιζόμενο με συμμετοχή του λάρυγγα μπορεί να αποβεί μοιραίο. Όταν υπάρχει συμμετοχή της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα που μπορεί να προκαλέσει απόφραξη των αεροφόρων οδών, θα πρέπει να χορηγείται αμέσως κατάλληλη θεραπεία, π.χ., υποδορίως χορηγούμενο διάλυμα αδρεναλίνης 1:1.000 (0,3 - 0,5 ml) και με έλεγχο του ΗΚΓ και της αρτηριακής πίεσης. Ο ασθενής πρέπει να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο, να παρακολουθείται για τουλάχιστον 12 με 24 ώρες και να μη λάβει εξιτήριο πριν υποχωρήσουν πλήρως τα συμπτώματα. Ο συνδυασμός κιναπρίλης με sacubitril/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται λόγω του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης αγγειοοιδήματος (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Δεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη της sacubitril/βαλσαρτάνης μέχρι 36 ώρες μετά από τη λήψη της τελευταίας δόσης θεραπείας με κιναπρίλη. Εάν η θεραπεία με sacubitril/βαλσαρτάνη διακοπεί, δεν πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με κιναπρίλη μέχρι 36 ώρες μετά την τελευταία δόση sacubitril/βαλσαρτάνης (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Η ταυτόχρονη χρήση άλλων αναστολέων NEP (π.χ. ρασεκαδοτρίλη) και α-MEΑ μπορεί επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Συνεπώς, χρειάζεται μία προσεκτική αξιολόγηση του κινδύνου-οφέλους πριν την έναρξη θεραπείας με αναστολείς NEP (π.χ. ρασεκαδοτρίλη) σε ασθενείς υπό κιναπρίλη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με mTOR αναστολέα (mammalian target of rapamycin - στόχος της ραπαμυκίνης στα θηλαστικά) (π.χ. τεμσιρόλιμους) ή αναστολέα DPP-IV (dipeptidyl peptidase IV - διπεπτιδυλοπεπτιδάση IV) (π.χ. βιλνταγλιπτίνη) μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης αγγειοοιδήματος. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την έναρξη χορήγησης ενός αναστολέα mTOR ή ενός αναστολέα DPP-IV σε ασθενή που ήδη λαμβάνει έναν α-ΜΕΑ. Οι ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος μη σχετιζόμενο με θεραπεία με α-ΜΕΑ μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης αγγειοοιδήματος όταν λαμβάνουν αγωγή με α-ΜΕΑ (βλ. Αντενδείξεις).
  • Αγγειοοίδημα εντέρου
    Αγγειοοίδημα εντέρου έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με α-ΜΕΑ. Αυτοί οι ασθενείς εμφάνισαν κοιλιακό άλγος (με ή χωρίς ναυτία ή έμετο). Σε ορισμένες δε περιπτώσεις, δεν υπήρχε ιστορικό αγγειοοιδήματος του προσώπου και τα επίπεδα των C-1 εστερασών ήταν φυσιολογικά. Το αγγειοοίδημα διεγνώσθη με αξονική τομογραφία ή υπερηχογράφημα κοιλίας ή κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης και τα συμπτώματα απέδραμαν μετά τη διακοπή του α-ΜΕΑ. Το αγγειοοίδημα εντέρου πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στην διαφορική διάγνωση των ασθενών που λαμβάνουν α-ΜΕΑ και προσέρχονται με κοιλιακό άλγος. Οι ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος, το οποίο δεν σχετίζεται με θεραπεία με α-ΜΕΑ, ενδεχομένως να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος ενώ λαμβάνουν α-ΜΕΑ (βλ. Αντενδείξεις).
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)
    Υπάρχουν αποδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται (βλέπε Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές). Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
  • Φυλετικές Διαφορές
    Έχει αναφερθεί ότι ασθενείς της μαύρης φυλής που λαμβάνουν θεραπεία με α-ΜΕΑ εμφανίζουν υψηλότερη επίπτωση αγγειοοιδήματος σε σύγκριση με ασθενείς που δεν ανήκουν στην μαύρη φυλή. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, οι α-ΜΕΑ έχουν μειωμένη επίδραση στην αρτηριακή πίεση σε ασθενείς της μαύρης φυλής σε σύγκριση με ασθενείς που δεν ανήκουν στην μαύρη φυλή. Η συχνότητα εμφάνισης αγγειοοιδήματος σε ασθενείς της μαύρης φυλής και σε άλλους ασθενείς που δεν ανήκουν στη μαύρη φυλή, κατά τη διάρκεια θεραπείας με κιναπρίλη, έχει υπολογισθεί σε δύο μεγάλες ανοικτές κλινικές μελέτες για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της κιναπρίλης στην αντιμετώπιση της υπέρτασης. Σε μία μελέτη, όπου συμμετείχαν 1.656 ασθενείς της μαύρης φυλής και 10.583 ασθενείς που δεν που δεν ανήκαν στη μαύρη φυλή, η συχνότητα εμφάνισης αγγειοοιδήματος, ανεξάρτητα της συσχέτισης με την κιναπρίλη, ήταν 0,3% στους ασθενείς της μαύρης φυλής και 0,39% στους άλλους ασθενείς. Στην άλλη μελέτη (1.443 ασθενείς της μαύρης φυλής και 9300 άλλοι ασθενείς) η συχνότητα εμφάνισης αγγειοοιδήματος ήταν 0,55% στους ασθενείς της μαύρης φυλής και 0,17% στους άλλους ασθενείς.
  • Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία
    Οι α-ΜΕΑ έχουν συσχετισθεί σπανίως με ακοκκιοκυτταραιμία και καταστολή του μυελού των οστών σε ασθενείς με μη επιπλεγμένη υπέρταση, αλλά πιο συχνά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ειδικά αν συνυπάρχει νόσος του συνδετικού ιστού, που ακολουθούν ανοσοκατασταλτική αγωγή, αγωγή με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη ή που έχουν συνδυασμό αυτών των παραγόντων επιπλοκής, ιδίως αν προϋπάρχει βλάβη στη νεφρική λειτουργία. Μερικοί από αυτούς τους ασθενείς εμφάνισαν σοβαρές μολύνσεις, οι οποίες σε λίγες περιπτώσεις δεν ανταποκρίθηκαν σε εντατική αντιβιοτική θεραπεία. Αν χρησιμοποιηθεί Accupron σε αυτούς τους ασθενείς, συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του αριθμού των λευκοκυττάρων και θα πρέπει να δοθεί οδηγία στους ασθενείς ώστε να αναφέρουν οποιαδήποτε ένδειξη μόλυνσης. Ακοκκιοκυτταραιμία έχει σπάνια αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με κιναπρίλη. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων σε ασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου και/ή νεφρική νόσο.
  • Απευαισθητοποίηση
    Οι ασθενείς υπό αγωγή με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια θεραπείας απευαισθητοποίησης με δηλητήριο υμενοπτέρων έχουν υποστεί απειλητικές για τη ζωή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Στους ίδιους ασθενείς, αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν όταν οι α-ΜΕΑ διακόπηκαν προσωρινά, αλλά επανεμφανίστηκαν σε ακούσια επαναπρόκληση.
  • Αιμοδιύλιση και Αφαίρεση χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών
    Οι ασθενείς σε αιμοκάθαρση με υψηλής ροής μεμβράνες πολυακρυλονιτριλίου (AN69) είναι πολύ πιθανό να εμφανίσουν αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις όπως οίδημα και ερυθρότητα προσώπου, υπόταση και δύσπνοια, μέσα σε λίγα λεπτά από την έναρξη της αιμοδιύλισης, αν βρίσκονται υπό θεραπεία με α-ΜΕΑ. Αυτός ο συνδυασμός θα πρέπει επομένως να αποφευχθεί, είτε με τη χρήση εναλλακτικών αντιυπερτασικών φαρμάκων ή με τη χρήση εναλλακτικών μεμβρανών για αιμοκάθαρση. Παρόμοιες αντιδράσεις έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια αφαίρεσης χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (LDL) με θειική δεξτράνη. Η μέθοδος αυτή επομένως δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με α-ΜΕΑ.
  • Επηρεασμένη ηπατική λειτουργία
    H κιναπρίλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία ή εξελισσόμενη ηπατική νόσο, δεδομένου ότι μπορεί να προκύψουν μικρές μεταβολές του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε ηπατικό κώμα. Ο μεταβολισμός της κιναπρίλης κανονικά εξαρτάται από την ηπατική εστεράση. Οι συγκεντρώσεις της quinaprilat είναι μειωμένες σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση, λόγω της επηρεασμένης αποεστεροποίησης της κιναπρίλης. Οι ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία που είναι σε αγωγή με α-ΜΕΑ, που μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ, μπορεί να παρουσιάσουν πολύ αυξημένα επίπεδα στο πλάσμα. Η προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη, εξαρτάται δε, από τη βαρύτητα της ηπατικής ανεπάρκειας και την οδό που μεταβολίζεται ο α-ΜΕΑ. Σπάνια, οι α-ΜΕΑ έχουν συσχετισθεί με ένα σύνδρομο, το οποίο αρχικά εμφανίζει χολοστατικό ίκτερο και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο ηπατική νέκρωση (σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρο). Οι ασθενείς, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της θεραπείας με α-ΜΕΑ παρουσιάζουν ίκτερο ή σαφώς αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων, θα πρέπει να διακόψουν την κιναπρίλη και να λάβουν την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να ξεκινά θεραπεία με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της κύησης. Εκτός εάν η συνεχιζόμενη θεραπεία με α-ΜΕΑ κρίνεται απαραίτητη, οι ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες, που θα μπορούσαν να μείνουν έγκυες ή δεν λαμβάνουν αξιόπιστα μέτρα αντισύλληψης, θα πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες, με καθιερωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση. Όταν διαπιστωθεί κύηση, η θεραπεία με α-ΜΕΑ θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως, και ανάλογα με την περίπτωση, θα πρέπει να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
  • Λακτόζη
    Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης/γαλακτόζης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν αυτό το φάρμακο.
  • Βήχας
    Έχουν αναφερθεί περιστατικά εμφάνισης βήχα κατά τη διάρκεια αγωγής με α-ΜΕΑ. Χαρακτηριστικά, ο βήχας είναι μη παραγωγικός, επίμονος και υφίεται μετά τη διακοπή της αγωγής. Ο βήχας που προκαλείται από α-ΜΕΑ πρέπει να εξετάζεται στα πλαίσια της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.
  • Χειρουργική επέμβαση/Αναισθησία
    Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια της αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπόταση, η κιναπρίλη μπορεί να μπλοκάρει το σχηματισμό αγγειοτενσίνης ΙΙ, δευτερευόντως στην αντιρροπιστική απελευθέρωση της ρενίνης. Εάν εμφανισθεί υπόταση και θεωρείται ότι οφείλεται στο μηχανισμό αυτό, μπορεί να διορθωθεί με αύξηση του όγκου του αίματος. Εάν δεν είναι δυνατόν να διακοπεί η χορήγηση του α-ΜΕΑ, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για τη διατήρηση του κυκλοφορούντος όγκου αίματος (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Υπερκαλιαιμία και Καλιοσυντηρητικά διουρητικά
    Αυξήσεις στο κάλιο του ορού έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λάμβαναν κιναπρίλη. Στους ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο να εμφανίσουν υπερκαλιαιμία περιλαμβάνονται εκείνοι που πάσχουν από νεφρική ανεπάρκεια, αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνοι που λαμβάνουν ταυτόχρονα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, ή οι ασθενείς εκ εκείνοι που λαμβάνουν άλλα φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν τα επίπεδα του καλίου στον ορό (π.χ. ηπαρίνη). Εφόσον η χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου στον ορό. Όταν συγχορηγείται με διουρητικό, η κιναπρίλη μπορεί να μειώσει την υποκαλιαιμία που προκαλείται από θειαζιδικά διουρητικά. Τα συμπληρώματα καλίου ή τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά γενικά δε συνιστώνται, διότι μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του καλίου του πλάσματος. Η κιναπρίλη δεν έχει μελετηθεί σε ταυτόχρονη θεραπεία με διουρητικά προστατευτικά της απώλειας καλίου. Λόγω του ότι υπάρχει κίνδυνος για επιπλέον αύξηση του καλίου στον ορό, συνιστάται η έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας να γίνεται με προσοχή και οι τιμές καλίου στον ορό να παρακολουθούνται συχνά (βλ. παραπάνω ‘Υπόταση’ και Αλληλεπιδράσεις).
  • Διαβητικοί ασθενείς
    Οι α-ΜΕΑ μπορεί να ενισχύσουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη σε διαβητικούς ασθενείς και έχουν συσχετιστεί με υπογλυκαιμία σε ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες ή ινσουλίνη. Ο γλυκαιμικός έλεγχος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, ιδιαίτερα κατά τον πρώτο μήνα της αγωγής με έναν α-ΜΕΑ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας/υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια
    Οι α-ΜΕΑ, θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της ροής εξώθησης της αριστερής κοιλίας, όπως αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.
  • Εμβρυική/νεογνική θνητότητα και νοσηρότητα
    Βλ. Κύηση και γαλουχία
  • Μεταμόσχευση νεφρού
    Δεν υπάρχει σχετική εμπειρία από τη χορήγηση του φαρμάκου σε ασθενείς οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού.
  • Ηλικιωμένοι
    Μερικοί ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να ανταποκρίνονται καλύτερα σε κάποιο α-ΜΕΑ απ’ ότι οι νεότεροι ασθενείς. Συνιστάται η χορήγηση χαμηλών δόσεων αρχικά και αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της θεραπείας
  • Παιδιά
    Δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά.
  • Αορτική στένωση/Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια
    Οι α-ΜΕΑ πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με απόφραξη της ροής εξωθήσεως της αριστερής κοιλίας.
  • Πρωτεϊνουρία
    Μπορεί να παρουσιαστεί ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα βλάβη της νεφρικής λειτουργίας ή όταν χορηγούνται σχετικά υψηλές δόσεις των α-ΜΕΑ.
  • Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός
    Δεν συνιστάται η χορήγηση φαρμάκων που δρουν μέσω της αναστολής του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό.
swap_horiz
SPC-ACCUPRON

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Τετρακυκλίνες
    παρακολούθηση
    Μείωση απορρόφησης τετρακυκλίνης κατά 28-37%
    ΣύστασηΝα λαμβάνεται υπόψη κατά την ταυτόχρονη συνταγογράφηση.
  • Διουρητικά
    προσοχή
    Κίνδυνος υπερβολικής μείωσης της αρτηριακής πίεσης μετά την έναρξη της θεραπείας με κιναπρίλη.
    ΣύστασηΔιακοπή διουρητικού λίγες ημέρες πριν την έναρξη, ή μείωση της δόσης έναρξης της κιναπρίλης. Ιατρική επίβλεψη για 2 ώρες μετά την αρχική δόση.
  • Φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα καλίου (π.χ. καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου)
    προσοχή
    Σημαντική αύξηση του καλίου του ορού.
    ΣύστασηΧρήση με προσοχή και έλεγχο των επιπέδων καλίου.
  • Σουλφαμεθοξαζόλη/Τριμεθοπρίμη
    προσοχή
    Σοβαρή υπερκαλιαιμία (σε υπερήλικες ή ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία).
    ΣύστασηΠροσοχή και παρακολούθηση των επιπέδων καλίου.
  • Αναισθητικά
    παρακολούθηση
    Κίνδυνος υπότασης.
    ΣύστασηΠροσοχή κατά τη διάρκεια μείζονας χειρουργικής επέμβασης ή αναισθησίας.
  • προσοχή
    Μείωση απέκκρισης λιθίου, αυξημένα επίπεδα λιθίου στον ορό, συμπτώματα τοξικότητας.
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου. Αυξημένος κίνδυνος με διουρητικό.
  • Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ)
    παρακολούθηση
    Μείωση αντιυπερτασικής δράσης, αύξηση καλίου ορού, μείωση νεφρικής λειτουργίας.
    ΣύστασηΠαρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας. Αναστρέψιμες επιδράσεις.
  • mTOR αναστολείς (π.χ. τεμσιρόλιμους)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
    ΣύστασηΠροσοχή κατά την έναρξη χορήγησης.
  • DPP-IV αναστολείς (π.χ. βιλνταγλιπτίνη)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
    ΣύστασηΠροσοχή κατά την έναρξη χορήγησης.
  • Sacubitril, Valsartan
    αντένδειξη
    Αντενδείκνυται. Αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να γίνεται έναρξη sacubitril/βαλσαρτάνης μέχρι 36 ώρες μετά την τελευταία δόση κιναπρίλης και αντίστροφα.
  • Άλλοι αναστολείς NEP (π.χ. ρασεκαδοτρίλη)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
    ΣύστασηΠροσοχή.
  • Ενέσιμος χρυσός (χρυσοθειομηλικό νάτριο)
    σπάνια
    Σπάνιες νιτριτοειδείς αντιδράσεις (έξαψη, ναυτία, έμετος, υπόταση).
  • Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί, ανοσοκατασταλτικοί, συστηματικά κορτικοστεροειδή, προκαϊναμίδη
    παρακολούθηση
    Αυξημένος κίνδυνος λευκοπενίας.
  • Οινόπνευμα, βαρβιτουρικά, ναρκωτικά
    παρακολούθηση
    Αυξημένη πιθανότητα ορθοστατικής υπότασης.
  • Άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα
    παρακολούθηση
    Αθροιστική ή ενισχυτική δράση.
  • Αντιόξινα
    παρακολούθηση
    Μείωση της βιοδιαθεσιμότητας της κιναπρίλης.
  • Αντιδιαβητικά φάρμακα (από του στόματος, ινσουλίνη)
    προσοχή
    Ενίσχυση ευαισθησίας στην ινσουλίνη, συσχέτιση με υπογλυκαιμία.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση γλυκαιμικού ελέγχου, ιδιαίτερα τον πρώτο μήνα.
  • Συμπαθητικομιμητικά
    παρακολούθηση
    Μείωση αντιυπερτασικών ιδιοτήτων.
    ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση για επίτευξη επιθυμητού αποτελέσματος.
  • Διπλός αποκλεισμός του RAS (ΑΜΕΑ + ARB ή αλισκιρένη)
    αντένδειξη
    Αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων (υπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία).
    ΣύστασηΝα αποφεύγεται.
sick
SPC-ACCUPRON

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • αιμολυτική αναιμία
  • ουδετεροπενία
  • θρομβοπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υπερκαλιαιμία
  • Υπονατριαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Αϋπνία
  • Συγχυτική κατάσταση
  • κατάθλιψη
  • νευρικότητα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ζάλη
  • κεφαλαλγία
  • παραισθησία
  • Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
  • υπνηλία
  • Διαταραχή ισορροπίας
  • συγκοπή
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Αμβλυωπία
  • Όραση θαμπή
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • Ίλιγγος
  • εμβοές
Καρδιακές διαταραχές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • στηθάγχη
  • ταχυκαρδία
  • αίσθημα παλμών
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπόταση
  • Αγγειοδιαστολή
  • Ορθοστατική υπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Δύσπνοια
  • βήχας
  • Ξηρότητα του φάρυγγα
  • Ηωσινοφιλική πνευμονία
  • Βρογχόσπασμος
  • Απόφραξη των ανώτερων αεραγωγών από αγγειοοίδημα (που μπορεί να αποβεί μοιραίο)
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Έμετος
  • διάρροια
  • δυσπεψία
  • κοιλιακό άλγος
  • ναυτία
  • Μετεωρισμός
  • ξηροστομία
  • Γλωσσίτιδα
  • δυσκοιλιότητα
  • δυσγευσία
  • Ειλεός
  • αγγειοοίδημα του λεπτού εντέρου
  • Παγκρεατίτιδα*
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ηπατίτιδα
  • ίκτερος χολοστατικός
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αγγειοοίδημα
  • εξάνθημα
  • κνησμός
  • υπεριδρωσία
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • πέμφιγα
  • κνίδωση
  • Ψωριασική δερματίτιδα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • δερματίτιδα αποφολιδωτική
  • αλωπεκία
  • αντίδραση φωτοευαισθησίας
  • Διαταραχές του δέρματος που μπορεί να σχετίζονται με πυρεξία, πόνο στους μυς και τις αρθρώσεις (μυαλγίες, αρθραλγίες, αρθρίτιδα), αγγειακή φλεγμονή (αγγειίτιδα), φλεγμονή ορωδών ιστών και συγκεκριμένες μεταβολές σε εργαστηριακές τιμές (ηωσινοφιλία, λευκοκυττάρωση και/ή αντιπυρηνικά αντισώματα αυξημένα, Ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων αυξημένη).
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Οσφυαλγία
  • μυαλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Νεφρική δυσλειτουργία
  • πρωτεϊνουρία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Στυτική δυσλειτουργία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Κόπωση
  • αδυναμία
  • θωρακικό άλγος
  • Γενικευμένο οίδημα
  • πυρεξία
  • περιφερικό οίδημα
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Κρεατινίνη αίματος αυξημένη
  • ουρία αίματος αυξημένη**
  • Αιμοσφαιρίνη μειωμένη
  • αιματοκρίτης μειωμένος
  • μειώσεις στον αιματοκρίτη και στο WCXC
  • ηπατικά ένζυμα αυξημένα
  • χολερυθρίνη αίματος αυξημένη
  • Σε ασθενείς με συγγενή ανεπάρκεια G-6-PDH, έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας.
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Φαρυγγίτιδα
  • ρινίτιδα
  • Βρογχίτιδα
  • λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
  • ουρολοίμωξη
  • παραρρινοκολπίτιδα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Ζάλη
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Βήχας
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Συχνές
  • Αίσθημα κόπωσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Ναυτία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Έμετος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Συχνές
  • Υπερκαλιαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Συχνές
  • Διάρροια
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Οσφυαλγία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Συχνές
  • Κρεατινίνη αίματος αυξημένη
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Ουρία αίματος αυξημένη
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Αγγειοδιαστολή
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αμβλυωπία
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Όχι συχνές
  • Εμβοές
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Όχι συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Στηθάγχη
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ξηρότητα του φάρυγγα
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Υπεριδρωσία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Πρωτεϊνουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Γενικευμένο οίδημα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Παραρρινοκολπίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή ισορροπίας
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Συγκοπή
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Ηωσινοφιλική πνευμονία
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Σπάνιες
  • Γλωσσίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Δυσκοιλιότητα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Δυσγευσία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Πέμφιγα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Όραση θαμπή
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Ειλεός
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Πολύ σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα του λεπτού εντέρου
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Πολύ σπάνιες
  • Ψωριασική δερματίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αιμολυτική αναιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Ουδετεροπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Θρομβοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Υπονατριαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Μη γνωστές
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Βρογχόσπασμος
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Μη γνωστές
  • Απόφραξη των ανώτερων αεραγωγών από αγγειοοίδημα
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Μη γνωστές
  • Παγκρεατίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Μη γνωστές
  • Ηπατίτιδα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Ίκτερος χολοστατικός
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Δερματίτιδα αποφολιδωτική
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Αλωπεκία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Αιμοσφαιρίνη μειωμένη
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Αιματοκρίτης μειωμένος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Ηπατικά ένζυμα αυξημένα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Χολερυθρίνη αίματος αυξημένη
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Αιμολυτική αναιμία (σε ασθενείς με G-6-PDH ανεπάρκεια)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-ACCUPRON

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Η χρήση των α-ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης.
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Η χρήση των α-ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης.
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες που έχουν καθιερωμένο προφίλ ασφαλείας για χρήση κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με α-ΜΕΑ θεωρείται απολύτως αναγκαία.
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Εάν διαπιστωθεί κύηση κατά τη χρήση του φαρμάκου, η θεραπεία με α-ΜΕΑ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα και αν απαιτείται, θα πρέπει να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία.
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Στην περίπτωση ενός μεγαλύτερου βρέφους, η χρήση κιναπρίλης από τη θηλάζουσα μητέρα μπορεί να εξεταστεί ως ενδεχόμενο, εφόσον είναι αναγκαία για τη μητέρα και το βρέφος παρακολουθείται για τυχούσα ανεπιθύμητη ενέργεια.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Η χρήση κιναπρίλης κατά το θηλασμό δεν συνιστάται για τα πρόωρα νεογνά και για τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό, λόγω του δυνητικού κινδύνου καρδιαγγειακών και νεφρικών επιδράσεων και επειδή δεν υπάρχει αρκετή κλινική εμπειρία.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Υπάρχουν δύο ισομορφές ACE: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μια μονή πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277; και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι παίζει ρόλο στην ωρίμανση του σπέρματος…
monitor_heart
SPC-ACCUPRON

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Η υδροχλωρική κιναπρίλη είναι ένα άλας της κιναπρίλης, που είναι ο αιθυλικός εστέρας ενός μη σουλφυδρυλωμένου α-ΜΕΑ, του quinaprilat. ### Μηχανισμός δράσης Η κιναπρίλη διασπάται ταχέως σε quinaprilat (quinapril diacid, τον κυριότερο μεταβολίτη της), η οποία…
biotech
SPC-ACCUPRON

Φαρμακοκινητική

expand_more
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η μέγιστη συγκέντρωση της κιναπρίλης στο πλάσμα παρατηρείται εντός 1 ώρας. Βάσει της επανάκτησης της κιναπρίλης και των μεταβολιτών της στα ούρα, τουλάχιστον το 60% της από του στόματος χορηγούμενης δόσεως της κιναπρίλης…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η κιναπρίλη απο-εστεροποιείται σε ενεργή κιναπριλάτη ή αφυδατώνεται για να σχηματίσει την ανενεργή PD109488. Η PD109488 μπορεί να υποστεί O-δεαιθυλίωση για να σχηματίσει έναν άλλο ανενεργό μεταβολίτη, την PD113413. Ηπατικός. Οδός Απέκκρισης:…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-ACCUPRON
expand_more

Για κάθε ένδειξη, θα πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενή και με την κλινική ανταπόκριση η αρχική δόση, η συνήθης δόση συντήρησης και η μέγιστη δόση. Όσο πιο υψηλός είναι ο κίνδυνος για υπόταση της πρώτης δόσης, τόσο χαμηλότερη θα πρέπει να είναι η αρχική δόση. Σε υπερτασικούς ασθενείς, εάν το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε διάστημα 3-4 εβδομάδων με χορήγηση μίας συγκεκριμένης δοσολογίας, η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω. Η προσθήκη ενός διουρητικού θα αυξήσει ακόμα περισσότερο την υποτασική δράση στους ασθενείς αυτούς. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να απαιτείται μία περίοδος 1-2 εβδομάδων πριν την περαιτέρω αύξηση της δόσης. Υπόταση με την πρώτη δόση μπορεί να συμβεί σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4). Μετά από την έναρξη της αγωγής με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (α-ΜΕΑ) μπορεί να παρουσιαστεί συμπτωματική υπόταση. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς, στους οποίους χορηγούνται ταυτόχρονα διουρητικά. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή, αφού αυτοί οι ασθενείς μπορεί να έχουν μείωση όγκου αίματος και/ή άλατος. Ως εκ τούτου, πριν από την έναρξη της θεραπείας απαιτείται, εάν είναι δυνατόν, ρύθμιση της ένδειας άλατος ή/και των διαταραχών των υγρών του οργανισμού, αν είναι δυνατόν, το διουρητικό πρέπει να διακόπτεται 2 έως 3 ημέρες πριν την έναρξη της αγωγής με α-ΜΕΑ και πρέπει να γίνει εφαρμογή της χαμηλότερης αρχικά δόσης. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, η αρχική δόση πρέπει να είναι το ήμισυ της προτεινόμενης δόσης εκκίνησης. Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο για μεγάλου βαθμού οξεία υπόταση πρέπει να έχουν ιατρική παρακολούθηση, κατά προτίμηση στο νοσοκομείο, για όσο χρονικό διάστημα αναμένεται η μέγιστη επίδραση μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης και όποτε η δόση του α-ΜΕΑ και/ή του διουρητικού αυξάνεται. Αυτό ισχύει και για τους ασθενείς με στηθάγχη ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο, στους οποίους η υπερβολική υπόταση θα μπορούσε να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε ασθενείς με κακοήθη υπέρταση ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια και σε άλλους ασθενείς που θεωρούνται υψηλού κινδύνου (ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία και με τάση να έχουν διαταραχές ηλεκτρολυτών, ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με διουρητικά και/ή αγωγή με αγγειοδιασταλτικούς παράγοντες), η αγωγή θα πρέπει να αρχίζει κάτω από προσεκτική επίβλεψη (βλ. παράγραφο 4.4). Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο για εμφάνιση συμπτωματικής υπότασης, όπως για παράδειγμα ασθενείς με μειωμένη πρόσληψη άλατος με ή χωρίς υπονατριαιμία, ασθενείς με υποογκοαιμία ή ασθενείς που έχουν λάβει ισχυρή διουρητική αγωγή θα πρέπει να διορθώσουν αυτές τις καταστάσεις, αν είναι δυνατόν, πριν την έναρξη της αγωγής με α-ΜΕΑ. Η πίεση του αίματος, η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα του καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της αγωγής με α-ΜΕΑ (βλ. παράγραφο 4.4). Παρόμοιες προφυλάξεις ισχύουν επίσης για ασθενείς με ισχαιμία του μυοκαρδίου ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο, στους οποίους η υπερβολική πτώση της πίεσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Θα πρέπει να υποδεικνύεται εάν ο α-ΜΕΑ θα πρέπει να χορηγείται πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά από τα γεύματα. Η δόση θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται περίπου την ίδια ώρα της ημέρας, γεγονός που βοηθάει στη βελτίωση της συμμόρφωσης στην αγωγή. Το Accupron χορηγείται ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής. Υπέρταση Μονοθεραπεία: Η συνιστώμενη αρχική δοσολογία του Accupron σε ασθενείς στους οποίους δεν χορηγούνται διουρητικά είναι 10 mg άπαξ ημερησίως. Ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση, η δοσολογία αυξάνεται (διπλασιάζοντας τη δόση) σε μια δοσολογία συντήρησης 20 mg/ημέρα μέχρι 40 mg/ημέρα συνήθως εφάπαξ ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Γενικά, προσαρμογές της δοσολογίας πρέπει να γίνονται σε διαστήματα 4 εβδομάδων. Μακράς διάρκειας ρύθμιση επιτυγχάνεται με εφάπαξ ημερήσια δόση του φαρμάκου στην πλειονότητα των ασθενών. Σε ορισμένους ασθενείς χορηγήθηκε Accupron μέχρι 80 mg/ημέρα. Ταυτόχρονη χορήγηση διουρητικών: Σε ασθενείς στους οποίους παράλληλα χορηγούνται και διουρητικά, για να αποφευχθεί μεγάλη πτώση της αρτηριακής πίεσης, η αρχική δοσολογία του Accupron είναι 2,5 mg ημερησίως. Στη συνέχεια η δοσολογία προσαρμόζεται (όπως περιγράφεται παραπάνω) με στόχο την επιθυμητή ανταπόκριση (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4, 4.5 και 5.1). Συμφορητική Καρδιακή Ανεπάρκεια Το Accupron ενδείκνυται ως συμπληρωματική θεραπεία στα διουρητικά και/ή τους καρδιακούς γλυκοζίτες. H αρχική συνιστώμενη δοσολογία σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια είναι 2,5 mg εφάπαξ ή δύο φορές ημερησίως, με στενή παρακολούθηση του ασθενούς για τυχόν εμφάνιση υποτασικού συνδρόμου. Εφόσον η αρχική δόση του φαρμάκου είναι καλώς ανεκτή, μπορεί να πραγματοποιηθεί αύξηση της δόσης μέχρι την επίτευξη αποτελεσματικής δόσης, που συνήθως κυμαίνεται από 10 mg/ημέρα έως 40 mg/ημέρα, διαιρημένη σε δύο ίσες δόσεις, με ταυτόχρονη χορήγηση και άλλης φαρμακευτικής αγωγής. Πάντως, οι ασθενείς ελέγχονται αποτελεσματικά με δόσεις συντήρησης 10 mg/ημέρα έως 20 mg/ημέρα, χορηγούμενα σε δύο δόσεις, με ταυτόχρονη χορήγηση και άλλης φαρμακευτικής αγωγής. Δοσολογία σε νεφρική ανεπάρκεια: (Βλ. παράγραφο 4.4). Δεδομένου ότι οι α-ΜΕΑ ή οι δραστικοί μεταβολίτες τους απεκκρίνονται κυρίως μέσω των νεφρών σε ασθενείς με ανεπαρκή νεφρική λειτουργία, η δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια θα πρέπει να ελαττώνεται προκειμένου να αποφευχθεί η συσσώρευση και ο κίνδυνος τοξικότητας που σχετίζεται με τη συγκέντρωση του φαρμάκου, ή πρέπει να αυξάνονται τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων. Οι υποδείξεις για τη δοσολογία πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση της κρεατινίνης (να γίνονται ανάλογα με τον βαθμό της νεφρικής βλάβης). Το ίδιο ισχύει και για τους ασθενείς που κάνουν αιμοδιύλιση. Φαρμακοκινητικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι η αποβολή της κιναπρίλης εξαρτάται από το επίπεδο της νεφρικής λειτουργίας. Η συνιστώμενη αρχική δόση της κιναπρίλης είναι 5 mg σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεγαλύτερη από 30 ml/min και 2,5 mg σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 10-30 ml/min. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min. Εάν η αρχική δόση είναι καλώς ανεκτή, η κιναπρίλη μπορεί να χορηγηθεί από την επόμενη μέρα, δύο φορές ημερησίως. Απουσία σημαντικής υπότασης ή επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε εβδομαδιαία διαστήματα με βάση την κλινική και αιμοδυναμική ανταπόκριση. Βάσει των κλινικών και των φαρμακοκινητικών στοιχείων ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια, οι συνιστώμενες αρχικές δοσολογίες είναι οι ακόλουθες: Κάθαρση κρεατινίνης

  • Μέγιστη Συνιστώμενη Αρχική Δοσολογία

60 ml/min 10 mg 30-60 ml/min 5 mg 10-30 ml/min 2,5 mg <10 ml/min Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία επί του παρόντος Δοσολογία σε ασθενείς με ηπατική βλάβη: Η αρχική δόση, η ημερήσια δόση συντήρησης και η μέγιστη ημερήσια δόση θα πρέπει να καθορίζονται ανάλογα. Δοσολογία σε ηλικιωμένους και στην ηπατική ανεπάρκεια: Η ηλικία αυτή καθεαυτή, δεν επηρεάζει την αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια της κιναπρίλης. Η δόση πρέπει να καθορίζεται ανάλογα. Η συνιστώμενη αρχική δοσολογία σε υπερήλικες είναι 2,5 mg εφάπαξ ημερησίως. Στη συνέχεια, η δοσολογία προσαρμόζεται με στόχο την επιθυμητή ανταπόκριση. Παιδιατρική χρήση: Δεν έχει τεκμηριωθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια για χρήση σε παιδιά. Συνεπώς, δεν συνιστάται η χρήση σε παιδιά.

block

Αντενδείξεις

SPC-ACCUPRON
expand_more

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή σε οποιονδήποτε άλλο α-ΜΕΑ.
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος που έχει σχέση με προηγούμενη θεραπευτική αγωγή με α-ΜΕΑ.
  • Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα.
  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
  • H κιναπρίλη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με δυναμική απόφραξη του χώρου εξόδου της αριστερής κοιλίας.
  • Περίοδος γαλουχίας.
  • Η ταυτόχρονη χρήση του Accupron με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) < 60 ml/min/1,73 m2) (βλέπε Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
  • Συνδυασμός με sacubitril/βαλσαρτάνη λόγω του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης αγγειοοιδήματος.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-ACCUPRON
expand_more

Ειδικές προειδοποιήσεις

Η κιναπρίλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε επιλεγμένους ασθενείς με αορτική στένωση.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας: Μπορεί να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό αλλεργίας ή βρογχικού άσθματος, π.χ., πορφύρα, φωτοευαισθησία, κνίδωση, νεκρωτική αγγειίτιδα, αναπνευστική δυσχέρεια, συμπεριλαμβανομένων πνευμονίτιδας και πνευμονικού οιδήματος, αναφυλακτικές αντιδράσεις.

Συμπτωματική υπόταση: Η συμπτωματική υπόταση εμφανίζεται σπάνια σε ανεπίπλεκτους υπερτασικούς ασθενείς. Σε υπερτασικούς ασθενείς που λαμβάνουν κιναπρίλη, είναι πιο πιθανό να συμβεί υπόταση εάν ο ασθενής είναι υπογκαιμικός, π.χ. λόγω θεραπείας με διουρητικά, διαιτητικού περιορισμού του άλατος, αιμοδιύλισης, διάρροιας ή εμέτων ή πάσχει από σοβαρή υπέρταση εξαρτώμενη από τη ρενίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια, η αντιυπερτασική θεραπεία με α-ΜΕΑ μπορεί να προκαλέσει υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης, η οποία μπορεί να συνδέεται με ολιγουρία, αζωθαιμία, και σε σπάνιες περιπτώσεις, με οξεία νεφρική ανεπάρκεια και θάνατο σε αυτούς τους ασθενείς. Η θεραπεία με Accupron θα πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, για τις δύο πρώτες εβδομάδες της θεραπείας και οποτεδήποτε αυξάνεται η δοσολογία. Έχει παρατηρηθεί συμπτωματική υπόταση σε ασθενείς με ασυμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς συσχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς με σοβαρότερο βαθμό καρδιακής ανεπάρκειας, πράγμα που αντικατοπτρίζεται από τη χορήγηση υψηλών δόσεων διουρητικών της αγκύλης, υπονατριαιμία ή λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο συμπτωματικής υπότασης, η έναρξη της αγωγής και η προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Εάν παρουσιαστεί συμπτωματική υπόταση, ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετείται σε ύπτια θέση και, αν είναι απαραίτητο, να λάβει ενδοφλέβια έγχυση φυσιολογικού ορού. Μια παροδική υποτασική αντίδραση δεν αποτελεί αντένδειξη για περαιτέρω χορήγηση του φαρμάκου. Ωστόσο, εάν αυτό συμβεί, θα πρέπει να εξεταστεί η λήψη χαμηλότερων δόσεων κιναπρίλης ή οποιασδήποτε ταυτόχρονης θεραπείας με διουρητικά. Σε ορισμένους ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια που έχουν φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, μπορεί να συμβεί επιπρόσθετη μείωση της συστηματικής αρτηριακής πίεσης με τους α-ΜEA. Αυτή η επίδραση είναι αναμενόμενη και συνήθως δεν αποτελεί λόγο για τη διακοπή της αγωγής. Αν η υπόταση γίνει συμπτωματική, ίσως χρειαστεί μείωση της δόσης ή διακοπή της αγωγής με τον α-ΜΕΑ. Είναι σημαντικό για τους ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά να διακόπτουν προσωρινά, εφόσον είναι δυνατό, το διουρητικό για δύο ή τρεις ημέρες πριν την έναρξη θεραπείας με την κιναπρίλη. Εάν η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται μόνο με την κιναπρίλη, πρέπει να επαναχορηγείται η διουρητική αγωγή. Εάν δεν είναι δυνατό να διακοπεί η χορήγηση του διουρητικού, πρέπει η θεραπεία με την κιναπρίλη να ξεκινά με μικρή αρχική δόση (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, που είναι επιρρεπείς σε σημαντική υπόταση, η θεραπεία με κιναπρίλη θα πρέπει να αρχίζει με τη συνιστώμενη δοσολογία, υπό στενή παρακολούθηση. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τις δύο πρώτες εβδομάδες της θεραπείας, καθώς και κάθε φορά που αυξάνεται η δοσολογία του Accupron. Παρόμοιες προφυλάξεις ισχύουν επίσης για ασθενείς με ισχαιμία του μυοκαρδίου ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο, στους οποίους η υπερβολική πτώση της πίεσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Νεφρική δυσλειτουργία: Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να λαμβάνει χώρα, όπως αρμόζει, αν και στην πλειονότητα των ασθενών η νεφρική λειτουργία δεν θα επηρεαστεί ή μπορεί και να βελτιωθεί. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της quinaprilat παρατείνεται, καθώς η κάθαρση κρεατινίνης ελαττώνεται. Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <60 ml/λεπτό απαιτούν μικρότερη αρχική δόση κιναπρίλης (βλ. Δοσολογία). Η δοσολογία αυτών των ασθενών θα πρέπει να τιτλοποιείται προς τα πάνω με βάση την θεραπευτική ανταπόκριση, και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, αν και αρχικές μελέτες δεν υποδεικνύουν ότι η κιναπρίλη επιδεινώνει περαιτέρω τη νεφρική λειτουργία. Σε κλινικές μελέτες με υπερτασικούς ασθενείς με μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας, έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις του αζώτου της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης ορού σε μερικούς ασθενείς μετά από θεραπεία με α-ΜΕΑ. Οι αυξήσεις αυτές ήταν σχεδόν πάντα αναστρέψιμες με τη διακοπή του α-ΜΕΑ και/ή της θεραπείας με διουρητικά. Αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Σε αυτούς τους ασθενείς, η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων εβδομάδων θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η απώλεια της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να παρουσιαστεί και με ήπιες μεταβολές της κρεατινίνης του πλάσματος ακόμα και σε ασθενείς με μονόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας. Στους ασθενείς αυτούς η θεραπεία πρέπει να αρχίζει σε νοσοκομείο κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές δόσεις και προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης. Η αγωγή με διουρητικά πρέπει να διακόπτεται και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων της θεραπείας. Μερικοί ασθενείς με υπέρταση ή καρδιακή ανεπάρκεια, χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο ανέπτυξαν αυξήσεις του αζώτου της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού (> 1,25 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο), συνήθως ήπιες και παροδικές, ιδίως όταν η κιναπρίλη είχε χορηγηθεί ταυτόχρονα με ένα διουρητικό. Έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις στο άζωτο της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού στο 2% και 2%, αντίστοιχα, των υπερτασικών ασθενών σε μονοθεραπεία με κιναπρίλη και στο 4% και 3%, αντίστοιχα, των υπερτασικών ασθενών σε θεραπεία με Accuretic. Οι αυξήσεις αυτές είναι πιο πιθανό να συμβούν σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να απαιτηθεί ελάττωση της δοσολογίας και/ή διακοπή του διουρητικού και/ή της κιναπρίλης. Σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας, η αρχική δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενή και στη συνέχεια ως συνάρτηση της απόκρισης του ασθενή στη θεραπεία. Η τακτική παρακολούθηση του καλίου και της κρεατινίνης αποτελούν μέρος της συνηθισμένης ιατρικής πρακτικής για τους ασθενείς αυτούς. Δεν υπάρχει επαρκής εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <10 ml / min). Ως εκ τούτου δεν συνιστάται θεραπεία με κιναπρίλη σε αυτούς τους ασθενείς. Σε ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια, η υπόταση μετά από την έναρξη της αγωγής με α-ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις έχει αναφερθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη. Αν συνυπάρχει και νεφραγγειακή υπέρταση, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας Σε αυτούς τους ασθενείς η αγωγή θα πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές δόσεις και προσεκτική τιτλοποίηση δόσεων. Δεδομένου ότι η αγωγή με διουρητικά μπορεί να είναι παράγοντας συνεισφοράς στα προαναφερθέντα, πρέπει να διακόπτονται τα διουρητικά και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της αγωγής. Σε ευπαθή άτομα, ενδέχεται να παρουσιαστούν μεταβολές στη νεφρική λειτουργία, ως συνέπεια της αναστολής του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης. Σε ασθενείς με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια, η νεφρική λειτουργία των οποίων εξαρτάται από τη δραστικότητα του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης, η θεραπεία με α-ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένου της κιναπρίλης, μπορεί να συσχετιστεί με ολιγουρία και/ή προοδευτική αζωθαιμία και σπανίως με οξεία νεφρική ανεπάρκεια και/ή θάνατο.

Αγγειοοίδημα: Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με α-ΜΕΑ (συμπεριλαμβανομένου του 0,1% ασθενών που έλαβαν κιναπρίλη) έχει αναφερθεί αγγειοοίδημα. Αυτό μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή της αγωγής. Αν παρουσιασθεί συριγμός του λάρυγγα ή αγγειοοίδημα του προσώπου, της γλώσσας ή της γλωττίδας, τότε θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως η θεραπεία, να αντικαθίσταται από κάποιο παράγοντα που θα ανήκει σε κάποια άλλη κατηγορία φαρμάκων και ο ασθενής να αντιμετωπίζεται καταλλήλως, σύμφωνα με την αποδεκτή ιατρική περίθαλψη, και να παρακολουθείται προσεκτικά μέχρι την αποδρομή του οιδήματος. Σε περιπτώσεις όπου το οίδημα περιορίζεται στο πρόσωπο και τα χείλη, η κατάσταση γενικά υποχωρεί χωρίς θεραπεία. Αντιισταμινικά μπορεί να είναι χρήσιμα στην ανακούφιση των συμπτωμάτων. Αγγειοοίδημα σχετιζόμενο με συμμετοχή του λάρυγγα μπορεί να αποβεί μοιραίο. Όταν υπάρχει συμμετοχή της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα που μπορεί να προκαλέσει απόφραξη των αεροφόρων οδών, θα πρέπει να χορηγείται αμέσως κατάλληλη θεραπεία, π.χ., υποδορίως χορηγούμενο διάλυμα αδρεναλίνης 1:1.000 (0,3 - 0,5 ml) και με έλεγχο του ΗΚΓ και της αρτηριακής πίεσης. Ο ασθενής πρέπει να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο, να παρακολουθείται για τουλάχιστον 12 με 24 ώρες και να μη λάβει εξιτήριο πριν υποχωρήσουν πλήρως τα συμπτώματα. Ο συνδυασμός κιναπρίλης με sacubitril/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται λόγω του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης αγγειοοιδήματος (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Δεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη της sacubitril/βαλσαρτάνης μέχρι 36 ώρες μετά από τη λήψη της τελευταίας δόσης θεραπείας με κιναπρίλη. Εάν η θεραπεία με sacubitril/βαλσαρτάνη διακοπεί, δεν πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με κιναπρίλη μέχρι 36 ώρες μετά την τελευταία δόση sacubitril/βαλσαρτάνης (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Η ταυτόχρονη χρήση άλλων αναστολέων NEP (π.χ. ρασεκαδοτρίλη) και α-MEΑ μπορεί επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Συνεπώς, χρειάζεται μία προσεκτική αξιολόγηση του κινδύνου-οφέλους πριν την έναρξη θεραπείας με αναστολείς NEP (π.χ. ρασεκαδοτρίλη) σε ασθενείς υπό κιναπρίλη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με mTOR αναστολέα (mammalian target of rapamycin - στόχος της ραπαμυκίνης στα θηλαστικά) (π.χ. τεμσιρόλιμους) ή αναστολέα DPP-IV (dipeptidyl peptidase IV - διπεπτιδυλοπεπτιδάση IV) (π.χ. βιλνταγλιπτίνη) μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης αγγειοοιδήματος. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την έναρξη χορήγησης ενός αναστολέα mTOR ή ενός αναστολέα DPP-IV σε ασθενή που ήδη λαμβάνει έναν α-ΜΕΑ. Οι ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος μη σχετιζόμενο με θεραπεία με α-ΜΕΑ μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης αγγειοοιδήματος όταν λαμβάνουν αγωγή με α-ΜΕΑ (βλ. Αντενδείξεις).

Αγγειοοίδημα εντέρου: Αγγειοοίδημα εντέρου έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με α-ΜΕΑ. Αυτοί οι ασθενείς εμφάνισαν κοιλιακό άλγος (με ή χωρίς ναυτία ή έμετο). Σε ορισμένες δε περιπτώσεις, δεν υπήρχε ιστορικό αγγειοοιδήματος του προσώπου και τα επίπεδα των C-1 εστερασών ήταν φυσιολογικά. Το αγγειοοίδημα διεγνώσθη με αξονική τομογραφία ή υπερηχογράφημα κοιλίας ή κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης και τα συμπτώματα απέδραμαν μετά τη διακοπή του α-ΜΕΑ. Το αγγειοοίδημα εντέρου πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στην διαφορική διάγνωση των ασθενών που λαμβάνουν α-ΜΕΑ και προσέρχονται με κοιλιακό άλγος. Οι ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος, το οποίο δεν σχετίζεται με θεραπεία με α-ΜΕΑ, ενδεχομένως να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος ενώ λαμβάνουν α-ΜΕΑ (βλ. Αντενδείξεις).

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS): Υπάρχουν αποδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται (βλέπε Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές). Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Φυλετικές Διαφορές: Έχει αναφερθεί ότι ασθενείς της μαύρης φυλής που λαμβάνουν θεραπεία με α-ΜΕΑ εμφανίζουν υψηλότερη επίπτωση αγγειοοιδήματος σε σύγκριση με ασθενείς που δεν ανήκουν στην μαύρη φυλή. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, οι α-ΜΕΑ έχουν μειωμένη επίδραση στην αρτηριακή πίεση σε ασθενείς της μαύρης φυλής σε σύγκριση με ασθενείς που δεν ανήκουν στην μαύρη φυλή. Η συχνότητα εμφάνισης αγγειοοιδήματος σε ασθενείς της μαύρης φυλής και σε άλλους ασθενείς που δεν ανήκουν στη μαύρη φυλή, κατά τη διάρκεια θεραπείας με κιναπρίλη, έχει υπολογισθεί σε δύο μεγάλες ανοικτές κλινικές μελέτες για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της κιναπρίλης στην αντιμετώπιση της υπέρτασης. Σε μία μελέτη, όπου συμμετείχαν 1.656 ασθενείς της μαύρης φυλής και 10.583 ασθενείς που δεν που δεν ανήκαν στη μαύρη φυλή, η συχνότητα εμφάνισης αγγειοοιδήματος, ανεξάρτητα της συσχέτισης με την κιναπρίλη, ήταν 0,3% στους ασθενείς της μαύρης φυλής και 0,39% στους άλλους ασθενείς. Στην άλλη μελέτη (1.443 ασθενείς της μαύρης φυλής και 9300 άλλοι ασθενείς) η συχνότητα εμφάνισης αγγειοοιδήματος ήταν 0,55% στους ασθενείς της μαύρης φυλής και 0,17% στους άλλους ασθενείς.

Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία: Οι α-ΜΕΑ έχουν συσχετισθεί σπανίως με ακοκκιοκυτταραιμία και καταστολή του μυελού των οστών σε ασθενείς με μη επιπλεγμένη υπέρταση, αλλά πιο συχνά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ειδικά αν συνυπάρχει νόσος του συνδετικού ιστού, που ακολουθούν ανοσοκατασταλτική αγωγή, αγωγή με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη ή που έχουν συνδυασμό αυτών των παραγόντων επιπλοκής, ιδίως αν προϋπάρχει βλάβη στη νεφρική λειτουργία. Μερικοί από αυτούς τους ασθενείς εμφάνισαν σοβαρές μολύνσεις, οι οποίες σε λίγες περιπτώσεις δεν ανταποκρίθηκαν σε εντατική αντιβιοτική θεραπεία. Αν χρησιμοποιηθεί Accupron σε αυτούς τους ασθενείς, συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του αριθμού των λευκοκυττάρων και θα πρέπει να δοθεί οδηγία στους ασθενείς ώστε να αναφέρουν οποιαδήποτε ένδειξη μόλυνσης. Ακοκκιοκυτταραιμία έχει σπάνια αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με κιναπρίλη. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων σε ασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου και/ή νεφρική νόσο.

Απευαισθητοποίηση: Οι ασθενείς υπό αγωγή με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια θεραπείας απευαισθητοποίησης με δηλητήριο υμενοπτέρων έχουν υποστεί απειλητικές για τη ζωή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Στους ίδιους ασθενείς, αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν όταν οι α-ΜΕΑ διακόπηκαν προσωρινά, αλλά επανεμφανίστηκαν σε ακούσια επαναπρόκληση.

Αιμοδιύλιση και Αφαίρεση χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών: Οι ασθενείς σε αιμοκάθαρση με υψηλής ροής μεμβράνες πολυακρυλονιτριλίου (AN69) είναι πολύ πιθανό να εμφανίσουν αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις όπως οίδημα και ερυθρότητα προσώπου, υπόταση και δύσπνοια, μέσα σε λίγα λεπτά από την έναρξη της αιμοδιύλισης, αν βρίσκονται υπό θεραπεία με α-ΜΕΑ. Αυτός ο συνδυασμός θα πρέπει επομένως να αποφευχθεί, είτε με τη χρήση εναλλακτικών αντιυπερτασικών φαρμάκων ή με τη χρήση εναλλακτικών μεμβρανών για αιμοκάθαρση. Παρόμοιες αντιδράσεις έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια αφαίρεσης χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (LDL) με θειική δεξτράνη. Η μέθοδος αυτή επομένως δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με α-ΜΕΑ.

Επηρεασμένη ηπατική λειτουργία: H κιναπρίλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία ή εξελισσόμενη ηπατική νόσο, δεδομένου ότι μπορεί να προκύψουν μικρές μεταβολές του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε ηπατικό κώμα. Ο μεταβολισμός της κιναπρίλης κανονικά εξαρτάται από την ηπατική εστεράση. Οι συγκεντρώσεις της quinaprilat είναι μειωμένες σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση, λόγω της επηρεασμένης αποεστεροποίησης της κιναπρίλης. Οι ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία που είναι σε αγωγή με α-ΜΕΑ, που μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ, μπορεί να παρουσιάσουν πολύ αυξημένα επίπεδα στο πλάσμα. Η προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη, εξαρτάται δε, από τη βαρύτητα της ηπατικής ανεπάρκειας και την οδό που μεταβολίζεται ο α-ΜΕΑ. Σπάνια, οι α-ΜΕΑ έχουν συσχετισθεί με ένα σύνδρομο, το οποίο αρχικά εμφανίζει χολοστατικό ίκτερο και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο ηπατική νέκρωση (σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρο). Οι ασθενείς, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της θεραπείας με α-ΜΕΑ παρουσιάζουν ίκτερο ή σαφώς αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων, θα πρέπει να διακόψουν την κιναπρίλη και να λάβουν την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.

Κύηση: Δεν πρέπει να ξεκινά θεραπεία με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της κύησης. Εκτός εάν η συνεχιζόμενη θεραπεία με α-ΜΕΑ κρίνεται απαραίτητη, οι ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες, που θα μπορούσαν να μείνουν έγκυες ή δεν λαμβάνουν αξιόπιστα μέτρα αντισύλληψης, θα πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες, με καθιερωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση. Όταν διαπιστωθεί κύηση, η θεραπεία με α-ΜΕΑ θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως, και ανάλογα με την περίπτωση, θα πρέπει να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).

Λακτόζη: Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης/γαλακτόζης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν αυτό το φάρμακο.

Βήχας: Έχουν αναφερθεί περιστατικά εμφάνισης βήχα κατά τη διάρκεια αγωγής με α-ΜΕΑ. Χαρακτηριστικά, ο βήχας είναι μη παραγωγικός, επίμονος και υφίεται μετά τη διακοπή της αγωγής. Ο βήχας που προκαλείται από α-ΜΕΑ πρέπει να εξετάζεται στα πλαίσια της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.

Χειρουργική επέμβαση/Αναισθησία: Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια της αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπόταση, η κιναπρίλη μπορεί να μπλοκάρει το σχηματισμό αγγειοτενσίνης ΙΙ, δευτερευόντως στην αντιρροπιστική απελευθέρωση της ρενίνης. Εάν εμφανισθεί υπόταση και θεωρείται ότι οφείλεται στο μηχανισμό αυτό, μπορεί να διορθωθεί με αύξηση του όγκου του αίματος. Εάν δεν είναι δυνατόν να διακοπεί η χορήγηση του α-ΜΕΑ, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για τη διατήρηση του κυκλοφορούντος όγκου αίματος (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Υπερκαλιαιμία και Καλιοσυντηρητικά διουρητικά: Αυξήσεις στο κάλιο του ορού έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λάμβαναν κιναπρίλη. Στους ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο να εμφανίσουν υπερκαλιαιμία περιλαμβάνονται εκείνοι που πάσχουν από νεφρική ανεπάρκεια, αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνοι που λαμβάνουν ταυτόχρονα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, ή οι ασθενείς εκ εκείνοι που λαμβάνουν άλλα φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν τα επίπεδα του καλίου στον ορό (π.χ. ηπαρίνη). Εφόσον η χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου στον ορό. Όταν συγχορηγείται με διουρητικό, η κιναπρίλη μπορεί να μειώσει την υποκαλιαιμία που προκαλείται από θειαζιδικά διουρητικά. Τα συμπληρώματα καλίου ή τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά γενικά δε συνιστώνται, διότι μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του καλίου του πλάσματος. Η κιναπρίλη δεν έχει μελετηθεί σε ταυτόχρονη θεραπεία με διουρητικά προστατευτικά της απώλειας καλίου. Λόγω του ότι υπάρχει κίνδυνος για επιπλέον αύξηση του καλίου στον ορό, συνιστάται η έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας να γίνεται με προσοχή και οι τιμές καλίου στον ορό να παρακολουθούνται συχνά (βλ. παραπάνω ‘Υπόταση’ και Αλληλεπιδράσεις).

Διαβητικοί ασθενείς: Οι α-ΜΕΑ μπορεί να ενισχύσουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη σε διαβητικούς ασθενείς και έχουν συσχετιστεί με υπογλυκαιμία σε ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες ή ινσουλίνη. Ο γλυκαιμικός έλεγχος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, ιδιαίτερα κατά τον πρώτο μήνα της αγωγής με έναν α-ΜΕΑ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας/υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια: Οι α-ΜΕΑ, θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της ροής εξώθησης της αριστερής κοιλίας, όπως αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.

Εμβρυική/νεογνική θνητότητα και νοσηρότητα: Βλ. Κύηση και γαλουχία

Μεταμόσχευση νεφρού: Δεν υπάρχει σχετική εμπειρία από τη χορήγηση του φαρμάκου σε ασθενείς οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού.

Ηλικιωμένοι: Μερικοί ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να ανταποκρίνονται καλύτερα σε κάποιο α-ΜΕΑ απ’ ότι οι νεότεροι ασθενείς. Συνιστάται η χορήγηση χαμηλών δόσεων αρχικά και αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της θεραπείας

Παιδιά: Δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά.

Αορτική στένωση/Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια: Οι α-ΜΕΑ πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με απόφραξη της ροής εξωθήσεως της αριστερής κοιλίας.

Πρωτεϊνουρία: Μπορεί να παρουσιαστεί ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα βλάβη της νεφρικής λειτουργίας ή όταν χορηγούνται σχετικά υψηλές δόσεις των α-ΜΕΑ.

Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός: Δεν συνιστάται η χορήγηση φαρμάκων που δρουν μέσω της αναστολής του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-ACCUPRON
expand_more
Tετρακυκλίνη και Άλλα Φάρμακα Που Αλληλεπιδρούν με Μαγνήσιο: Λόγω της παρουσίας ανθρακικού μαγνησίου στη σύνθεση του φαρμάκου, έχει καταδειχθεί ότι η ταυτόχρονη χορήγηση της κιναπρίλης με τετρακυκλίνες μειώνει την απορρόφηση των τετρακυκλινών περίπου κατά 28-37% σε υγιείς εθελοντές. Η αλληλεπίδραση αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ταυτόχρονη συνταγογράφηση κιναπρίλης με τετρακυκλίνη. Ταυτόχρονη θεραπεία με διουρητικά: Οι ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά, ιδιαίτερα όσοι ξεκίνησαν πρόσφατα τη διουρητική θεραπεία, μπορεί να παρουσιάσουν περιστασιακά υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης μετά την έναρξη της θεραπείας με κιναπρίλη. Οι υποτασικές επιδράσεις μετά την πρώτη δόση της κιναπρίλης μπορεί να ελαχιστοποιηθούν με την διακοπή του διουρητικού λίγες ημέρες πριν από την έναρξη της θεραπείας. Εάν δεν είναι δυνατόν να διακοπεί το διουρητικό, η δόση έναρξης της κιναπρίλης πρέπει να μειωθεί. Σε ασθενείς στους οποίους η χορήγηση του διουρητικού συνεχίζεται, θα πρέπει να παρέχεται ιατρική επίβλεψη μέχρι και δύο ώρες μετά την αρχική δόση της κιναπρίλης (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4). Περαιτέρω αυξήσεις στη δοσολογία θα πρέπει να γίνονται με προσοχή. Φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα του καλίου του ορού: Η κιναπρίλη είναι ένας α-ΜΕΑ, ικανός να μειώσει τα επίπεδα αλδοστερόνης, το οποίο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων καλίου του ορού. Οι α-ΜΕΑ, κατά συνέπεια, μετριάζουν την προκαλούμενη από τα διουρητικά απώλεια καλίου. Τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, π.χ. σπειρονολακτόνη, τριαμτερένη ή αμιλορίδη, τα συμπληρώματα καλίου ή τα υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του καλίου του ορού. Η ταυτόχρονη θεραπεία με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, άλατα καλίου, ή άλλα φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν τα επίπεδα του καλίου στον ορό θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με τον κατάλληλο έλεγχο των επιπέδων καλίου του ορού. Σε υπερήλικες ασθενείς ή σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, η συγχορήγηση ενός α-ΜΕΑ με σουλφαμεθοξαζόλη/τριμεθοπρίμη έχει συσχετιστεί με σοβαρή υπερκαλιαιμία, η οποία πιθανόν αποδίδεται στην τριμεθοπρίμη. Ως εκ τούτου, η κιναπρίλη και τα προϊόντα που περιέχουν τριμεθοπρίμη πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή και με την κατάλληλη παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στον ορό. Χειρουργική επέμβαση/ Αναισθησία: Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα που να υποδεικνύουν ότι υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ κιναπρίλης και αναισθητικών παραγόντων που προκαλούν υπόταση, πρέπει να δίδεται προσοχή όταν οι ασθενείς υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση ή αναισθησία, αφού οι α-ΜΕΑ έχουν αποδειχθεί ότι μπλοκάρουν το σχηματισμό αγγειοτενσίνης ΙΙ, δευτερευόντως στην αντιρροπιστική απελευθέρωση της ρενίνης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υπόταση, η οποία μπορεί να διορθωθεί με αύξηση του όγκου του αίματος (βλ. παράγραφο 4.4). Λίθιο: Η ταυτόχρονη χορήγηση α-ΜΕΑ με λίθιο μπορεί να ελαττώσει την απέκκριση του λιθίου. Έχουν αναφερθεί αυξημένα επίπεδα λιθίου στον ορό και συμπτώματα τοξικότητας λιθίου σε ασθενείς που βρίσκονταν υπό ταυτόχρονη θεραπεία με λίθιο και α-ΜΕΑ, λόγω της επίδρασης των φαρμάκων αυτών στην απώλεια νατρίου. Η ταυτόχρονη χορηγή τους πρέπει να γίνεται με προσοχή ενώ τα επίπεδα του λιθίου του ορού πρέπει να παρακολουθούνται συχνά. Εάν χρησιμοποιείται επίσης και διουρητικό, ο κίνδυνος για τοξικότητα λιθίου είναι ακόμα πιο αυξημένος. Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ): Η χορήγηση ενός ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσει την αντιυπερτασική δράση ενός α-ΜΕΑ. Επιπλέον, έχει περιγραφεί ότι τα ΜΣΑΦ και οι α-ΜΕΑ ασκούν μια αθροιστική δράση στην αύξηση του καλίου του ορού, ενώ η νεφρική λειτουργία μπορεί να μειωθεί. Αυτές οι επιδράσεις είναι κατά κανόνα αναστρέψιμες και παρουσιάζονται κυρίως σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Σε ασθενείς οι οποίοι είναι ηλικιωμένοι, με μειωμένο ενδαγγειακό όγκο (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά) ή με μειωμένη νεφρική λειτουργία, η συγχορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2), με α-ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της κιναπρίλης, μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Αυτές οι επιδράσεις είναι συνήθως αναστρέψιμες. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται περιοδικά σε ασθενείς που βρίσκονται υπό θεραπεία με κιναπρίλη και ΜΣΑΦ. Η αντιυπερτασική δράση των α-ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της κιναπρίλης μπορεί να εξασθενήσει λόγω των ΜΣΑΦ. Άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν αγγειοοίδημα: Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με mTOR αναστολέα (π.χ. τεμσιρόλιμους) ή αναστολέα DPP-IV (π.χ. βιλνταγλιπτίνη) μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης αγγειοοιδήματος. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την έναρξη χορήγησης ενός αναστολέα mTOR ή ενός αναστολέα DPP-IV σε ασθενή που ήδη λαμβάνει έναν α-ΜΕΑ. Αναστολείς NEP Η ταυτόχρονη χρήση κιναπρίλης με sacubitril/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται, καθώς η ταυτόχρονη αναστολή της νεπριλυσίνης (NEP) και του MEΑ (μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος. Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη της sacubitril/βαλσαρτάνης μέχρι 36 ώρες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης θεραπείας με κιναπρίλη. Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη της θεραπείας με κιναπρίλη μέχρι 36 ώρες μετά την τελευταία δόση sacubitril/βαλσαρτάνης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Η ταυτόχρονη χρήση άλλων αναστολέων NEP (π.χ. ρασεκαδοτρίλη) και κιναπρίλης μπορεί επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος (βλ. παράγραφο 4.4). Χρυσός: Οι νιτριτοειδείς αντιδράσεις (συμπτώματα περιλαμβάνουν έξαψη προσώπου, ναυτία, έμετο, και υπόταση) έχουν αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς υπό θεραπεία με ενέσιμο χρυσό (χρυσοθειομηλικό νάτριο) και ταυτόχρονη θεραπεία με α-ΜΕΑ. Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, συστηματικά κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδη: Η ταυτόχρονη χορήγηση με α-ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για λευκοπενία (βλ. παράγραφο 4.4). Οινόπνευμα, βαρβιτουρικά ή ναρκωτικά: Ενδέχεται να παρουσιαστεί αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης ορθοστατικής υπότασης. Άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν αγγειοοίδημα: Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με mTOR αναστολέα (π.χ. τεμσιρόλιμους) ή αναστολέα DPP-IV (π.χ. βιλνταγλιπτίνη) μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης αγγειοοιδήματος. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την έναρξη χορήγησης ενός αναστολέα mTOR ή ενός αναστολέα DPP-IV σε ασθενή που ήδη λαμβάνει έναν α-ΜΕΑ. Αναστολείς NEP Η ταυτόχρονη χρήση κιναπρίλης με sacubitril/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται, καθώς η ταυτόχρονη αναστολή της νεπριλυσίνης (NEP) και του MEΑ (μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος. Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη της sacubitril/βαλσαρτάνης μέχρι 36 ώρες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης θεραπείας με κιναπρίλη. Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη της θεραπείας με κιναπρίλη μέχρι 36 ώρες μετά την τελευταία δόση sacubitril/βαλσαρτάνης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Η ταυτόχρονη χρήση άλλων αναστολέων NEP (π.χ. ρασεκαδοτρίλη) και κιναπρίλης μπορεί επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος (βλ. παράγραφο 4.4). Χρυσός: Οι νιτριτοειδείς αντιδράσεις (συμπτώματα περιλαμβάνουν έξαψη προσώπου, ναυτία, έμετο, και υπόταση) έχουν αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς υπό θεραπεία με ενέσιμο χρυσό (χρυσοθειομηλικό νάτριο) και ταυτόχρονη θεραπεία με α-ΜΕΑ. Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, συστηματικά κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδη: Η ταυτόχρονη χορήγηση με α-ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για λευκοπενία (βλ. παράγραφο 4.4). Οινόπνευμα, βαρβιτουρικά ή ναρκωτικά: Ενδέχεται να παρουσιαστεί αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης ορθοστατικής υπότασης. Άλλα φάρμακα Συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων 10 mg ατορβαστατίνης με 80 mg με κιναπρίλης είχε ως αποτέλεσμα μη σημαντικές μεταβολές των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της ατορβαστατίνης στη σταθεροποιημένη κατάσταση. Κατά την ταυτόχρονη χορήγηση κιναπρίλης με προπρανολόλη, υδροχλωροθειαζίδη, διγοξίνη ή σιμετιδίνη, δεν παρατηρήθηκαν κλινικώς σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις. Η αντιπηκτική δράση μιας μονής δόσης βαρφαρίνης (υπολογισμένη με βάση το χρόνο προθρομβίνης) δεν μεταβλήθηκε σημαντικά με συγχορήγηση κιναπρίλης, δύο φορές ημερησίως. Αντιόξινα: Τα αντιόξινα μπορεί να μειώσει τη βιοδιαθεσιμότητα της κιναπρίλης. Αντιδιαβητικά φάρμακα (από του στόματος υπογλυκαιμικά φάρμακα και ινσουλίνη) Σε διαβητικούς ασθενείς οι α-ΜΕΑ μπορεί να ενισχύσουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη και έχουν συσχετιστεί με υπογλυκαιμία σε ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες ή ινσουλίνη. Ο γλυκαιμικός έλεγχος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, ιδιαίτερα κατά τον πρώτο μήνα της αγωγής με έναν α-ΜΕΑ (βλ. παράγραφο 4.4). Άλλοι αναστολείς του ΜΕΑ: Δεν έχει αξιολογηθεί η αλληλεπίδραση του φαρμάκου με άλλους αναστολείς του ΜΕΑ. Συμπαθητικομιμητικά: Μπορεί να ελαττώσουν τις αντιυπερτασικές ιδιότητες των αναστολέων του ΜΕΑ. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά ώστε να επιβεβαιώνεται ότι επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα. Τροφή: Το Accupron χορηγείται ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής. Διπλός αποκλεισμός του Συστήματος Ρενίνης - Αγγειοτενσίνης (RAS): Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης συσχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας), σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνου παράγοντα που δρα στο σύστημα ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RAAS) (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.1).
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-ACCUPRON
expand_more

Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως ≤ 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως ≤ 1/1.000), πολύ σπάνιες (≤ 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες ήταν κεφαλαλγία (7,2%), ζάλη (5,5%), βήχας (3,9%), αίσθημα κόπωσης (3,5%), ρινίτιδα (3,2%), ναυτία και/ή έμετος (2,8%) και μυαλγία (2,2%).

Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Συχνότητ α Ανεπιθύμητες ενέργειες Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Μη γνωστές Ακοκκιοκυτταραιμία, αιμολυτική αναιμία, ουδετεροπενία, θρομβοπενία Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Μη γνωστές Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Συχνές Υπερκαλιαιμία Μη γνωστές Υπονατριαιμία (βλ. παράγραφο 4.4) Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές Αϋπνία Όχι συχνές Συγχυτική κατάσταση, κατάθλιψη, νευρικότητα Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές Ζάλη, κεφαλαλγία, παραισθησία Όχι συχνές Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, υπνηλία Σπάνιες Διαταραχή ισορροπίας, συγκοπή Μη γνωστές Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο Οφθαλμικές διαταραχές Όχι συχνές Αμβλυωπία Πολύ σπάνιες Όραση θαμπή Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Όχι συχνές Ίλιγγος, εμβοές Καρδιακές διαταραχές Όχι συχνές Έμφραγμα του μυοκαρδίου, στηθάγχη, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών Αγγειακές διαταραχές Συχνές Υπόταση Όχι συχνές Αγγειοδιαστολή Μη γνωστές Ορθοστατική υπόταση Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Συχνές Δύσπνοια, βήχας Όχι συχνές Ξηρότητα του φάρυγγα Σπάνιες Ηωσινοφιλική πνευμονία Μη γνωστές Βρογχόσπασμος Σε μεμονωμένες περιπτώσεις απόφραξη των ανώτερων αεραγωγών από αγγειοοίδημα (που μπορεί να αποβεί μοιραίο) Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές Έμετος, διάρροια, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, ναυτία Όχι συχνές Μετεωρισμός, ξηροστομία Σπάνιες Γλωσσίτιδα, δυσκοιλιότητα, δυσγευσία Πολύ σπάνιες Ειλεός, αγγειοοίδημα του λεπτού εντέρου Μη γνωστές Παγκρεατίτιδα* Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Μη γνωστές Ηπατίτιδα, ίκτερος χολοστατικός Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές Αγγειοοίδημα, εξάνθημα, κνησμός, υπεριδρωσία Σπάνιες Πολύμορφο ερύθημα, πέμφιγα, κνίδωση Πολύ σπάνιες Ψωριασική δερματίτιδα Μη γνωστές Σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, δερματίτιδα αποφολιδωτική, αλωπεκία, αντίδραση φωτοευαισθησίας. Διαταραχές του δέρματος που μπορεί να σχετίζονται με πυρεξία, πόνο στους μυς και τις αρθρώσεις (μυαλγίες, αρθραλγίες, αρθρίτιδα), αγγειακή φλεγμονή (αγγειίτιδα), φλεγμονή ορωδών ιστών και συγκεκριμένες μεταβολές σε εργαστηριακές τιμές (ηωσινοφιλία, λευκοκυττάρωση και/ή αντιπυρηνικά αντισώματα αυξημένα, Ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων αυξημένη). Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Συχνές Οσφυαλγία, μυαλγία Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Όχι συχνές Νεφρική δυσλειτουργία, πρωτεϊνουρία Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Όχι συχνές Στυτική δυσλειτουργία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές Κόπωση, αδυναμία, θωρακικό άλγος Όχι συχνές Γενικευμένο οίδημα, πυρεξία, περιφερικό οίδημα Παρακλινικές εξετάσεις Συχνές Κρεατινίνη αίματος αυξημένη, ουρία αίματος αυξημένη** Μη γνωστές Αιμοσφαιρίνη μειωμένη, αιματοκρίτης μειωμένος, μειώσεις στον αιματοκρίτη και στο WCXC, ηπατικά ένζυμα αυξημένα, χολερυθρίνη αίματος αυξημένη. Σε ασθενείς με συγγενή ανεπάρκεια G-6- PDH, έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας. Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Συχνές Φαρυγγίτιδα, ρινίτιδα Όχι συχνές Βρογχίτιδα, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, ουρολοίμωξη, παραρρινοκολπίτιδα

  • Σπανίως έχει αναφερθεί παγκρεατίτιδα σε ασθενείς υπό θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει αποβεί μοιραία. ** Τέτοιες αυξήσεις είναι πιο πιθανό να συμβούν σε ασθενείς που βρίσκονται υπό ταυτόχρονη θεραπεία με διουρητικό από εκείνους που λαμβάνουν μόνο κιναπρίλη. Αυτές οι αυξήσεις που έχουν παρατηρηθεί συνήθως υποχωρούν με τη συνέχιση της θεραπείας. Αγγειίτιδα και γυναικομαστία έχουν αναφερθεί με άλλους αναστολείς ΜΕΑ και δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να οφείλονται στη συγκεκριμένη κατηγορία φαρμάκων. Έχει παρατηρηθεί σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH) και επακόλουθη υπονατριαιμία σε ορισμένους ασθενείς υπό θεραπεία με άλλους αναστολείς ΜΕΑ (βλ. παράγραφο 4.4). Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω: Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Φαξ: + 357 22608649 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-ACCUPRON
expand_more

Κύηση

Η χρήση των α-ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. Δοσολογία). Η χρήση των α-ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι επιδημιολογικές ενδείξεις σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά την έκθεση σε α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης δεν οδήγησαν σε οριστικά συμπεράσματα. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια μικρή αύξηση εμφάνισης κινδύνου. Ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες που έχουν καθιερωμένο προφίλ ασφαλείας για χρήση κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με α-ΜΕΑ θεωρείται απολύτως αναγκαία. Εάν διαπιστωθεί κύηση κατά τη χρήση του φαρμάκου, η θεραπεία με α-ΜΕΑ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα και αν απαιτείται, θα πρέπει να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση σε θεραπεία α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι επιφέρει εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υποκαλιαιμία) (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εαν έχει πραγματοποιηθεί έκθεση σε α-ΜΕΑ κατά το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνεται έλεγχος με υπερηχογράφημα της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες λάμβαναν α-ΜΕΑ θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για υπόταση (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Έχουν αναφερθεί σε σχέση με το ολιγοϋδράμνιο, βράχυνση των άκρων, κρανιοπροσωπικές δυσμορφίες, υποπλαστική ανάπτυξη πνευμόνων και καθυστέρηση της ενδομήτριας ανάπτυξης. Οι γυναίκες που μένουν έγκυες ενώ λαμβάνουν κάποιο α-ΜΕΑ πρέπει να ενημερώνονται για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο, ακόμα και εάν έχουν εκτεθεί μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Στις εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις όπου οι ασθενείς δεν μπορούν να αποφύγουν τη λήψη α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης πρέπει να ενημερώνονται για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο. Πρέπει να πραγματοποιείται συχνά υπερηχογραφικός έλεγχος για την ανίχνευση ολιγοϋδράμνιου. Οι ασθενείς και οι ιατροί θα πρέπει να είναι, ωστόσο, ενήμεροι ότι το ολιγοϋδράμνιο μπορεί να μην διαγνωστεί έως ότου το έμβρυο υποστεί μη αναστρέψιμη βλάβη. Εάν εμφανιστεί ολιγοϋδράμνιο, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί, εκτός και εάν θεωρείται σημαντικό για τη ζωή της μητέρας. Τα βρέφη που εκτέθηκαν σε α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για υπόταση, ολιγουρία και υπερκαλιαιμία. Η ολιγουρία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με διατήρηση της πίεσης του αίματος και της νεφρικής λειτουργίας. Έχουν επίσης αναφερθεί καθυστέρηση της ενδομήτριας ανάπτυξης, γεννήσεις πρόωρων, ανοικτός αρτηριακός πόρος και θάνατος των εμβρύων, αλλά δεν έχει απόλυτα διευκρινισθεί εάν σχετίζονται με την αναστολή του ΜΕΑ ή την υποκείμενη νόσο της μητέρας.

Θηλασμός

Από περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα καταδεικνύεται ότι εμφανίζονται πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα (βλ. Φαρμακοκινητικές). Αν και αυτές οι συγκεντρώσεις φαίνονται να είναι κλινικά μη σημαντικές, η χρήση κιναπρίλης κατά το θηλασμό δεν συνιστάται για τα πρόωρα νεογνά και για τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό, λόγω του δυνητικού κινδύνου καρδιαγγειακών και νεφρικών επιδράσεων και επειδή δεν υπάρχει αρκετή κλινική εμπειρία. Στην περίπτωση ενός μεγαλύτερου βρέφους, η χρήση κιναπρίλης από τη θηλάζουσα μητέρα μπορεί να εξεταστεί ως ενδεχόμενο, εφόσον είναι αναγκαία για τη μητέρα και το βρέφος παρακολουθείται για τυχούσα ανεπιθύμητη ενέργεια.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-ACCUPRON
expand_more

Η υδροχλωρική κιναπρίλη είναι ένα άλας της κιναπρίλης, που είναι ο αιθυλικός εστέρας ενός μη σουλφυδρυλωμένου α-ΜΕΑ, του quinaprilat.

Μηχανισμός δράσης

Η κιναπρίλη διασπάται ταχέως σε quinaprilat (quinapril diacid, τον κυριότερο μεταβολίτη της), η οποία σε μελέτες στον άνθρωπο και τα ζώα απεδείχθη ότι αποτελεί ισχυρό ΜΕΑ. Οι ευεργετικές επιδράσεις των α-ΜΕΑ στην υπέρταση και την καρδιακή ανεπάρκεια φαίνεται να είναι αποτέλεσμα κυρίως της καταστολής του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης στο πλάσμα. Η ρενίνη είναι ένα ενδογενές ένζυμο που συντίθεται στους νεφρούς και απελευθερώνεται στην κυκλοφορία όπου μετατρέπει το αγγειοτασινογόνο σε αγγειοτενσίνη Ι, ένα σχετικά αδρανές δεκαπεπτίδιο. Η αγγειοτενσίνη Ι μετατρέπεται στη συνέχεια από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης, μία πεπτιδυλοδιπεπτιδάση, σε αγγειοτενσίνη ΙΙ. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ είναι ένα ισχυρό αγγειοσυσταλτικό, υπεύθυνο για την αρτηριακή αγγειοσυστολή και την αυξημένη αρτηριακή πίεση, όπως επίσης και για τη διέγερση των επινεφριδίων για έκκριση αλδοστερόνης. Ο μηχανισμός δράσης της κιναπρίλης στον άνθρωπο και τα ζώα είναι η αναστολή της δράσης του ΜΕΑ (του κυκλοφορούντος και του ιστικού). Η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα, που έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αγγειοσυσπαστικής δράσης και ελάττωση έκκρισης της αλδοστερόνης. Αν και η τελευταία μείωση είναι μικρή, μπορεί να παρατηρηθούν μικρές αυξήσεις της συγκέντρωσης του καλίου στον ορό, ταυτόχρονα με απώλεια νατρίου και υγρών. Η διακοπή του φαινομένου της αρνητικής παλίνδρομης τροφοδότησης (negative feedback) της αγγειοτενσίνης ΙΙ στην έκκριση της ρενίνης έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της δράσης της ρενίνης στο πλάσμα. Μία άλλη λειτουργία του μετατρεπτικού ενζύμου είναι να αποικοδομεί το ισχυρά αγγειοδιασταλτικό πεπτίδιο της κινίνης, τη βραδυκινίνη, σε ανενεργούς μεταβολίτες. Άρα η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της δράσης του κυκλοφορούντος τοπικού συστήματος καλικρεΐνης- κινίνης, το οποίο συμβάλλει σε περιφερική αγγειοδιαστολή ενεργοποιώντας το σύστημα των προσταγλανδινών. Είναι δυνατόν ο μηχανισμός αυτός να εμπλέκεται στην υποτασική δράση των αναστολέων του ΜΕΑ και να είναι υπεύθυνος για ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες. Ενώ ο κύριος μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της κιναπρίλης πιστεύεται ότι ασκείται μέσω του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης, η κιναπρίλη εξασκεί αντιυπερτασικές δράσεις ακόμα και σε ασθενείς με υπέρταση χαμηλών επιπέδων ρενίνης. Η μονοθεραπεία με κιναπρίλη ήταν μια αποτελεσματική αντιυπερτασική αγωγή σε όλες τις φυλές στις οποίες μελετήθηκε, αν και ήταν κάπως λιγότερο αποτελεσματική σε άτομα της μαύρης φυλής (πληθυσμιακή ομάδα που συνήθως επικρατούν χαμηλά επίπεδα ρενίνης) από ότι σε άτομα που δεν ανήκουν στην μαύρη φυλή. Το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης είναι πανομοιότυπο με την κινινάση II, ένα ένζυμο που διασπά τη βραδυκινίνη, ένα ισχυρό αγγειοδιασταλτικό πεπτίδιο. Παραμένει να διευκρινιστεί εάν τα αυξημένα επίπεδα της βραδυκινίνης παίζουν κάποιο ρόλο στην θεραπευτική δράση της κιναπρίλης.. Σε μελέτες με πειραματόζωα η αντιυπερτασική δράση της κιναπρίλης διαρκεί περισσότερο της ανασταλτικής επίδρασης των κυκλοφορούντων α-ΜΕΑ, ενώ, η αναστολή του ΜΕΑ στους ιστούς συνδέεται πιο πολύ με τη διάρκεια του αντιυπερτασικού αποτελέσματος. Οι α-ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της κιναπρίλης μπορεί να ενισχύσουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Σε ασθενείς με υπέρταση η χορήγηση των α-ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ύπτια και όρθια θέση, στον ίδιο περίπου βαθμό, χωρίς αντισταθμιστική αύξηση του καρδιακού ρυθμού. Οι περιφερικές αρτηριακές αντιστάσεις μειώνονται χωρίς καμία μεταβολή ή αύξηση της καρδιακής παροχής. Υπάρχει μία αύξηση στη νεφρική ροή αίματος και ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης παραμένει συνήθως αμετάβλητος. Η επίτευξη της μείωσης της αρτηριακής πίεσης στα ιδανικά επίπεδα μπορεί να απαιτήσει μερικές εβδομάδες θεραπείας σε ορισμένους ασθενείς. Οι αντιυπερτασικές ιδιότητες διατηρούνται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία. Η απότομη διακοπή της θεραπείας δεν έχει συσχετισθεί με ταχεία αύξηση της πίεσης του αίματος. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια οι αιμοδυναμικές επιδράσεις από τη θεραπεία με α-ΜΕΑ προκύπτουν από την αρτηριακή και φλεβική αγγειοδιαστολή. Η συστηματική αγγειακή αντίσταση μειώνεται και η φλεβική χωρητικότητα αυξάνεται. Επομένως, το προφορτίο και το μεταφορτίο μειώνονται. Οι συνέπειες είναι μείωση της πίεσης πλήρωσης της αριστερής κοιλίας/τριχοειδικής πίεσης (wedge) και αύξηση της καρδιακής παροχής. Ο καρδιακός ρυθμός παραμένει αμετάβλητος ή μπορεί και να μειωθεί. Κλινικά, τα σημεία και τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας θα βελτιωθούν και η ικανότητα για άσκηση θα αυξηθεί. Αυτές οι επιδράσεις διατηρούνται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία. Η χορήγηση δόσεων κιναπρίλης από 10 mg έως 40 mg σε ασθενείς με ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση προκαλεί ελάττωση της πίεσης του αίματος τόσο σε όρθια όσο και σε καθιστή θέση, με ελάχιστη επίδραση στον καρδιακό ρυθμό. Η αντιυπερτασική δράση αρχίζει εντός 1 ώρας, ενώ η μέγιστη ανταπόκριση παρατηρείται συνήθως 2 έως 4 ώρες μετά τη λήψη. Σε μερικούς ασθενείς ίσως χρειαστεί θεραπεία 2 εβδομάδων για να επιτευχθεί η μέγιστη μείωση της πιέσεως του αίματος. Στη συνιστώμενη δοσολογία, η ελάττωση της πιέσεως του αίματος διαρκεί όλο το 24ώρο και συνεχίζεται κατά τη διάρκεια μακράς θεραπευτικής αγωγής. Η ταυτόχρονη θεραπεία με θειαζιδικά διουρητικά και/ή η προσθήκη στη θεραπευτική αγωγή β-αναστολέων, αυξάνει την αντιυπερτασική δράση του Accupron, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται μεγαλύτερη μείωση της αρτηριακής πίεσης από ότι με κάθε φάρμακο χωριστά. Το θεραπευτικό αποτέλεσμα εμφανίζεται να είναι το ίδιο για ηλικιωμένους ( 65 ετών) και νεότερους ασθενείς που λαμβάνουν τις ίδιες δόσεις ημερησίως, ενώ δεν παρατηρείται αύξηση της συχνότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στους ηλικιωμένους ασθενείς. Η χορήγηση κιναπρίλης σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια μειώνει τις αντιστάσεις των περιφερικών αγγείων, τη μέση αρτηριακή πίεση (συστολική και διαστολική πίεση του αίματος) και την πίεση των πνευμονικών τριχοειδών, ενώ αυξάνει την καρδιακή παροχή. Σε ασθενείς με διαγνωσμένη στεφανιαία νόσο (CAD) αλλά χωρίς έκδηλη υπέρταση ή καρδιακή ανεπάρκεια, η κιναπρίλη βελτιώνει τη μη φυσιολογική λειτουργία του ενδοθηλίου, όπως μετράται στις στεφανιαίες και βραχιόνιες αρτηρίες. Η κιναπρίλη βελτιώνει την ενδοθηλιακή λειτουργία με μηχανισμούς που έχουν ως αποτέλεσμα την αυξημένη διαθεσιμότητα του οξειδίου του αζώτου. Η μη φυσιολογική ενδοθηλιακή λειτουργία θεωρείται ένας σημαντικός παθοφυσιολογικός μηχανισμός στην CAD. Η κλινική σημασία της βελτίωσης της λειτουργίας του ενδοθηλίου δεν έχει εξακριβωθεί. Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans A‹airs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια. Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν α-ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία), αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-ACCUPRON
expand_more
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η μέγιστη συγκέντρωση της κιναπρίλης στο πλάσμα παρατηρείται εντός 1 ώρας. Βάσει της επανάκτησης της κιναπρίλης και των μεταβολιτών της στα ούρα, τουλάχιστον το 60% της από του στόματος χορηγούμενης δόσεως της κιναπρίλης απορροφάται από το γαστρεντερικό σύστημα. Το 38% της από του στόματος χορηγούμενης κιναπρίλης βρίσκεται στην κυκλοφορία ως quinaprilat. Η κιναπρίλη έχει ημιπερίοδο ζωής στο πλάσμα περίπου 1 ώρα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις του quinaprilat στο πλάσμα παρατηρούνται περίπου 2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση της κιναπρίλης. Το quinaprilat απεκκρίνεται κυρίως δια των νεφρών και μετά τη συσσώρευση του φαρμάκου η ημιπερίοδος ζωής του είναι περίπου 3 ώρες. Περίπου το 97% των κυκλοφορούντων στο πλάσμα κιναπρίλης ή quinaprilat, είναι συνδεδεμένο με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η ημιπερίοδος ζωής της απομάκρυνσης του quinaprilat αυξάνει όσο ελαττώνεται η κάθαρση κρεατινίνης. Φαρμακοκινητικές μελέτες σε ασθενείς υπό χρόνια αιμοκάθαρση ή συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή διύλιση, που πάσχουν από νεφρικές παθήσεις και βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο, δείχνουν ότι η διύλιση επηρεάζει ελάχιστα την απομάκρυνση της κιναπρίληςκαι του quinaprilat. Υπάρχει γραμμική συσχέτιση μεταξύ της κάθαρσης του quinaprilat από το πλάσμα και της κάθαρσης κρεατινίνης. Επίσης στους ηλικιωμένους ασθενείς (65 ετών), η απομάκρυνση του quinaprilat μειώνεται και έχει άμεση σχέση με την κατάσταση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.2). Λόγω μειωμένης αποεστεροποιήσεως της κιναπρίλης οι συγκεντρώσεις του quinaprilat στο πλάσμα σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση μειώνονται. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η κιναπρίλη και οι μεταβολίτες της δεν διαπερνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Φαρμακοκινητική στους ηλικιωμένους: Οι ηλικιωμένοι ασθενείς εμφάνισαν αυξημένη AUC και αυξημένα επίπεδα quinaprilat σε σύγκριση με τις τιμές που παρατηρήθηκαν σε νεότερους ασθενείς. Αυτό φαίνεται να συσχετίζεται περισσότερο με τη μειωμένη νεφρική λειτουργία παρά με την ηλικία καθεαυτή. Σε ελεγχόμενες και μη ελεγχόμενες κλινικές μελέτες όπου το 21% των ασθενών ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω, σε γενικές γραμμές δεν παρατηρήθηκαν διαφορές ως προς την αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια μεταξύ ηλικιωμένων και νεότερων ασθενών. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η εμφάνιση μεγαλύτερης ευαισθησίας σε ηλικιωμένα άτομα. Γαλουχία Μετά από μια εφάπαξ από του στόματος δόση 20 mg κιναπρίλης σε έξι θηλάζουσες γυναίκες, ο λόγος Μ/Ρ (milk/plasma ratio) για την κιναπρίλη ήταν 0,12. Η κιναπρίλη δεν ανιχνεύθηκε στο γάλα μετά από 4 ώρες μετά τη δόση. Τα επίπεδα quinaprilat στο γάλα ήταν μη ανιχνεύσιμα (< 5 μg/L) σε όλα τα χρονικά σημεία. Υπολογίζεται ότι ένα θηλάζον βρέφος θα ελάμβανε περίπου 1,6% της μητρικής ρυθμισμένης κατά βάρος δόσης του quinaprilat.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

2-25 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

97%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

τουλάχιστον 60%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
54892
Μοριακός τύπος
C25H30N2O5
Μοριακό βάρος
438.5
IUPAC
(3S)-2-[(2S)-2-[[(2S)-1-ethoxy-1-oxo-4-phenylbutan-2-yl]amino]propanoyl]-3,4-dihydro-1H-isoquinoline-3-carboxylic acid
InChIKey
JSDRRTOADPPCHY-HSQYWUDLSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως με την αναστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ). Β-ΑΝΑΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ. Α-ΑΝΑΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ. ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΕΞΟΔΟΥ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ. ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ. και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.

Παράγοντες που επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής συστολής, τη διαμέτρο των αιμοφόρων αγγείων ή τον όγκο του αίματος.