VALSARTAN
Βαλσαρτάνη
### Φαρμακοδυναμικές ### Μηχανισμός δράσης Η βαλσαρτάνη είναι ένας από του στόματος δραστικός, ισχυρός και ειδικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υπέρταση
-
I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ασυμπτωματική συστολική δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας · Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος VALSARTAN-ACTAVIS
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Δις ημερησίως, άπαξ ημερησίως, ανεξάρτητα από τα γεύματα
- Δόση έναρξης: 20 mg δις ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Για πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου: τιτλοποιείται στα 40 mg, 80 mg και 160 mg δις ημερησίως κατά τη διάρκεια των επόμενων λίγων εβδομάδων. Για καρδιακή ανεπάρκεια: αύξηση της δόσης σε 80 mg και 160 mg δις ημερησίως σε διαστήματα τουλάχιστον δύο εβδομάδων έως την υψηλότερη δόση, ανάλογα με την ανοχή του ασθενούς.
-
Ενήλικες - Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίουΜέγ. δόση160 mg δις ημερησίωςΘεραπεία μπορεί να ξεκινήσει ήδη από τις 12 ώρες μετά ένα έμφραγμα του μυοκαρδίου σε κλινικά σταθερούς ασθενείς. Εάν εμφανιστεί συμπτωματική υπόταση ή νεφρική δυσλειτουργία, εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης. Ο συνδυασμός με αναστολείς ΜΕΑ δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
-
Ενήλικες - Καρδιακή ανεπάρκειαΜέγ. δόση320 mg σε διαιρεμένες δόσεις (μέγιστη ημερήσια δόση)Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των συγχορηγούμενων διουρητικών. Ο τριπλός συνδυασμός ενός αναστολέα ΜΕΑ, ενός β-αποκλειστή και της βαλσαρτάνης δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
-
Ενήλικες - ΥπέρτασηΜέγ. δόση320 mgΣε ορισμένους ασθενείς, των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 160 mg και κατά μέγιστο στα 320 mg.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται οποιαδήποτε ρύθμιση της δόσης.
-
Ενήλικες - Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται οποιαδήποτε ρύθμιση της δόσης σε ενήλικους ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης >10 ml/min. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Ενήλικες - Ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, χολική κίρρωση και σε ασθενείς με χολόσταση (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, χωρίς χολόσταση, η δόση της βαλσαρτάνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 80 mg.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 6 έως 18 ετών - ΥπέρτασηΔόση40 mg άπαξ ημερησίως για παιδιά <35 kg, 80 mg άπαξ ημερησίως για παιδιά ≥35 kgΜέγ. δόση80 mg (<35 kg), 160 mg (35 kg - <80 kg), 320 mg (80 kg - ≤160 kg)Η δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται με βάση την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης. Δόσεις μεγαλύτερες από τις αναφερόμενες δεν έχουν μελετηθεί και δεν συνιστώνται.
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βαλσαρτάνης σε παιδιά ηλικίας 1 έως 6 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Η βαλσαρτάνη δεν συνιστάται σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 6 έως 18 ετών - Νεφρική δυσλειτουργίαΗ χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min και σε παιδιατρικούς ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση δεν έχει μελετηθεί και δεν συνιστάται. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε παιδιατρικούς ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης >30 ml/min. Η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 6 έως 18 ετών - Ηπατική δυσλειτουργίαΜέγ. δόση80 mgΑντενδείκνυται σε παιδιατρικούς ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, χολική κίρρωση, καθώς και σε ασθενείς με χολόσταση. Η δόση της βαλσαρτάνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 80 mg σε αυτούς τους ασθενείς (με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία).
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετών - Καρδιακή ανεπάρκεια και πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίουΔεν συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων ασφαλείας και αποτελεσματικότητας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες), το έλαιο σόγιας, το αραχιδέλαιο ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, χολική κίρρωση και χολόσταση
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπερκαλιαιμίαΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση με συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλους παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου (ηπαρίνη, κ.λπ.)
-
Ένδεια νατρίου ή/και μειωμένος όγκος υγρώνΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ένδεια νατρίου ή/και μειωμένο όγκο υγρών (π.χ. όσοι λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών)Η ένδεια νατρίου ή/και ο μειωμένος όγκος υγρών θα πρέπει να διορθώνονται πριν από την έναρξη της θεραπείας με Valsartan/Βαλσαρτάνη
-
Στένωση νεφρικής αρτηρίαςΠληθυσμόςΑσθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση νεφρικής αρτηρίας ή στένωση σε μονήρη νεφρόΗ ασφάλεια της χρήσης της βαλσαρτάνης δεν έχει τεκμηριωθεί. Συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας
-
Μεταμόσχευση νεφρούΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν υποβληθεί πρόσφατα σε μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει επί του παρόντος πείρα σχετικά με την ασφαλή χρήση
-
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμόςΠληθυσμόςΑσθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμόΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με βαλσαρτάνη
-
Στένωση αορτικής ή μιτροειδούς βαλβίδας / Αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαΠληθυσμόςΑσθενείς που πάσχουν από στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας ή από αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαΙδιαίτερη προσοχή ενδείκνυται
-
Επηρεασμένη νεφρική λειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρσηΗ βαλσαρτάνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Επηρεασμένη νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης >10 ml/minΔεν απαιτείται οποιαδήποτε ρύθμιση της δοσολογίας
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία χωρίς χολόστασηΗ βαλσαρτάνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
-
ΚύησηΠληθυσμόςΓυναίκεςΗ θεραπεία με Ανταγωνιστές των Υποδοχέων της Αγγειοτασίνης II (AIIRA) δεν θα πρέπει να ξεκινά κατά τη διάρκεια της κύησης
-
ΚύησηΠληθυσμόςΑσθενείς που προγραμματίζουν να μείνουν έγκυοιΘα πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες
-
ΚύησηΠληθυσμόςΕγκυμονούσεςΌταν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με AIIRA θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και, εάν κρίνεται κατάλληλο, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία
-
Συνδυασμός βαλσαρτάνης με αναστολέα ΜΕΑΠληθυσμόςΑσθενείς μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίουΔεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών
-
Έναρξη θεραπείας μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίουΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίουΘα πρέπει να δίνεται προσοχή
-
Τριπλός συνδυασμός (αναστολέας ΜΕΑ, β-αποκλειστής, βαλσαρτάνη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή ανεπάρκειαΔεν συνιστάται λόγω απουσίας κλινικού οφέλους και αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών
-
Έναρξη θεραπείας σε καρδιακή ανεπάρκειαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή ανεπάρκειαΘα πρέπει να δίνεται προσοχή
-
Νεφρική λειτουργία σε καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς των οποίων η νεφρική λειτουργία μπορεί να εξαρτάται από τη δραστηριότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια)Η χρήση της βαλσαρτάνης μπορεί να συσχετίζεται με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (ολιγουρία ή/και προοδευτική αζωθαιμία και σε σπάνιες περιπτώσεις με οξεία νεφρική ανεπάρκεια ή/και θάνατο)
-
Επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (Παιδιατρικός πληθυσμός)ΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min και σε παιδιατρικούς ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρσηΔεν συνιστάται
-
Επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (Παιδιατρικός πληθυσμός)ΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης >30 ml/minΔεν απαιτείται οποιαδήποτε ρύθμιση της δοσολογίας
-
Επηρεασμένη ηπατική λειτουργία (Παιδιατρικός πληθυσμός)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς με σοβαρή ηπατική βλάβη, χολική κίρρωση, καθώς και στους ασθενείς με χολόστασηΑντενδείκνυται
-
Επηρεασμένη ηπατική λειτουργία (Παιδιατρικός πληθυσμός)ΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΗ δόση της βαλσαρτάνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 80 mg
-
Σπάνιες κληρονομικές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσανεξία στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο
-
Υπερευαισθησία σε φιστίκια ή σόγια (Λεκιθίνη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερευαισθησία στα φιστίκια ή τη σόγιαΤο φάρμακο αυτό δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό, καθώς και τοξικότηταΣύστασηΕάν ο συνδυασμός αποδειχθεί απαραίτητος, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο και άλλες ουσίες που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καλίουπροσοχήΑύξηση των επιπέδων καλίου στο πλάσμαΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου στο πλάσμα.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων COX-2, του ακετυλοσαλικυλικού οξέος σε δόση >3 g/ημέρα και των μη εκλεκτικών ΜΣΑΦπροσοχήΕξασθένηση της αντιυπερτασικής δράσης, αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και αύξηση των επιπέδων καλίου στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της θεραπείας, καθώς επίσης και επαρκής ενυδάτωση του ασθενούς.
-
Δεν έχουν βρεθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις
-
Ουσίες που αναστέλλουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (σε παιδιατρικούς ασθενείς με υπέρταση και υποκείμενες νεφρικές ανωμαλίες)προσοχήΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα καλίου στον ορό.ΣύστασηΗ νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μείωση αιμοσφαιρίνης
- Μείωση αιματοκρίτη
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοκυτταροπενία
- Θρομβοκυτταροπενία (Άγνωστης συχνότητας, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Υπερευαισθησία (Άγνωστης συχνότητας)
- Ορονοσία (Άγνωστης συχνότητας)
- Υπερευαισθησία (Άγνωστης συχνότητας, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Ορονοσία (Άγνωστης συχνότητας, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Αύξηση επιπέδων καλίου ορού
- Υπονατριαιμία
- Υπερκαλιαιμία (Μη γνωστές, σε παιδιά με χρόνια νεφρική νόζος)
- Υπερκαλιαιμία (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Αύξηση των επιπέδων καλίου ορού (Άγνωστης συχνότητας, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Υπονατριαιμία (Άγνωστης συχνότητας, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Ίλιγγος
- Ίλιγγος (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Αγγειίτιδα
- Υπόταση (Συνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Ορθοστατική υπόταση (Συνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Αγγειίτιδα (Άγνωστης συχνότητας, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Βήχας
- Βήχας (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Κοιλιακό άλγος
- Κοιλιακό άλγος (Μη γνωστές, σε παιδιά)
- Ναυτία (Μη γνωστές, σε παιδιά)
- Έμετος (Μη γνωστές, σε παιδιά)
- Ναυτία (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Διάρροια (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Αύξηση στις τιμές των εξετάσεων ηπατικής λειτουργίας (Άγνωστης συχνότητας)
- Αύξηση των επιπέδων χολερυθρίνης ορού (Άγνωστης συχνότητας)
- Αύξηση στις τιμές των εξετάσεων ηπατικής λειτουργίας (Άγνωστης συχνότητας, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Αγγειοοίδημα (Άγνωστης συχνότητας)
- Αγγειοοίδημα (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Εξάνθημα (Άγνωστης συχνότητας, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Κνησμός (Άγνωστης συχνότητας, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Μυαλγία
- Μυαλγία (Άγνωστης συχνότητας, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Νεφρική ανεπάρκεια και δυσλειτουργία (Άγνωστης συχνότητας)
- Αύξηση των επιπέδων κρεατινίνης ορού (Άγνωστης συχνότητας)
- Νεφρική ανεπάρκεια και δυσλειτουργία (Συνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Αύξηση των επιπέδων κρεατινίνης ορού (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Αύξηση των επιπέδων αζώτου ουρίας αίματος (Άγνωστης συχνότητας, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Κόπωση
- Εξασθένηση (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Κόπωση (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Ζάλη (Συνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Ορθοστατική ζάλη (Συνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Συγκοπή (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Κεφαλαλγία (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
- Καρδιακή ανεπάρκεια (Ασυνήθεις, μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΑσυνήθειςΊλιγγοςΝευρικό
-
Άγνωστης συχνότηταςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Άγνωστης συχνότηταςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Άγνωστης συχνότηταςΑύξηση αζώτου ουρίας αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Άγνωστης συχνότηταςΑύξηση καλίου ορούΜεταβολισμός
-
Άγνωστης συχνότηταςΑύξηση κρεατινίνης ορούΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Άγνωστης συχνότηταςΑύξηση στις τιμές των εξετάσεων ηπατικής λειτουργίαςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Άγνωστης συχνότηταςΑύξηση στις τιμές των εξετάσεων ηπατικής λειτουργίαςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων (μετά από έμφραγμα/ΚΑ)
-
Άγνωστης συχνότηταςΑύξηση των επιπέδων χολερυθρίνης ορούΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΑσυνήθειςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΑσυνήθειςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Άγνωστης συχνότηταςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΑσυνήθειςΕξασθένησηΓενικές
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Άγνωστης συχνότηταςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
ΑσυνήθειςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΑσυνήθειςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Άγνωστης συχνότηταςΚνησμόςΔέρμα
-
ΑσυνήθειςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΑσυνήθειςΚόπωσηΓενικές
-
Άγνωστης συχνότηταςΜείωση αιματοκρίτηΑίμα
-
Άγνωστης συχνότηταςΜείωση αιμοσφαιρίνηςΑίμα
-
Άγνωστης συχνότηταςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Άγνωστης συχνότηταςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Άγνωστης συχνότηταςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΑσυνήθειςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυνήθειςΟρθοστατική ζάληΝευρικό
-
ΣυνήθειςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Άγνωστης συχνότηταςΟρονοσίαΑνοσοποιητικό
-
Άγνωστης συχνότηταςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΑσυνήθειςΣυγκοπήΝευρικό
-
Άγνωστης συχνότηταςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Άγνωστης συχνότηταςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυνήθειςΥπότασηΑγγειακές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ χρήση AIIRA δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Η χρήση των AIIRA αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης.Οι επιδημιολογικές ενδείξεις σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης δεν οδήγησαν σε ασφαλή συμπεράσματα. Ωστόσο, μία μικρή αύξηση του κινδύνου δεν μπορεί να αποκλειστεί. Καθώς δεν υπάρχουν ελεγχόμενα επιδημιολογικά δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο από τη χρήση των AIIRA, παρόμοιοι κίνδυνοι μπορεί να υφίστανται για αυτή την κατηγορία φαρμάκων. Εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με AIIRA κρίνεται απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν να μείνουν έγκυοι θα πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες με εδραιωμένο προφίλ ασφαλείας για τη χρήση τους κατά την κύηση. Όταν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με AIIRA θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και, εάν κρίνεται κατάλληλο, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση σε AIIRA κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης, είναι γνωστό ότι προκαλεί εµβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράµνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιµία). Εάν υπάρξει έκθεση στους AIIRA κατά το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου του εμβρύου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει AIIRA θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την εμφάνιση υπότασης.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάται.Επειδή δεν διατίθενται πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της βαλσαρτάνης κατά τη διάρκεια του θηλασμού, η χορήγηση Valsartan/Βαλσαρτάνη δεν συνιστάται, ενώ είναι προτιμότερες εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένο προφίλ ασφαλείας κατά τη διάρκεια του θηλασμού, ιδιαιτέρως κατά τον θηλασμό ενός νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.
-
ΓονιμότηταΔεν είχε οποιαδήποτε αρνητική επίδραση στην αναπαραγωγική απόδοση αρσενικών ή θηλυκών αρουραίων.Η βαλσαρτάνη δεν είχε οποιαδήποτε αρνητική επίδραση στην αναπαραγωγική απόδοση αρσενικών ή θηλυκών αρουραίων σε από του στόματος χορηγούμενες δόσεις έως και 200 mg/kg/ημέρα. Αυτή η δόση είναι 6 φορές η μέγιστη συνιστώμενη δόση στον άνθρωπο στη βάση mg/m (οι υπολογισμοί υποθέτουν μία από του στόματος χορηγούμενη δόση 320 mg/ημέρα και έναν ασθενή 60 κιλών).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σημαντική υπόταση
- μειωμένα επίπεδα συνείδησης
- κυκλοφορική κατέρρευσση
- σοκ
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Μηχανισμός δράσης
Η βαλσαρτάνη είναι ένας από του στόματος δραστικός, ισχυρός και ειδικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ. Δρα εκλεκτικά στον υποτύπο του υποδοχέα AT1, ο οποίος ευθύνεται για τις γνωστές δράσεις της αγγειοτασίνης ΙΙ (Ang II). Τα αυξημένα επίπεδα αγγειοτασίνης ΙΙ στο πλάσμα μετά από τον αποκλεισμό του υποδοχέα AT1 από τη βαλσαρτάνη μπορεί να διεγείρουν τον μη αποκλεισμένο υποδοχέα AT2, ο οποίος φαίνεται ότι εξισορροπεί τις επιδράσεις του υποδοχέα AT1. Η βαλσαρτάνη δεν επιδεικνύει οποιαδήποτε δράση μερικού αγωνιστή στον υποδοχέα ΑΤ1 και έχει πολύ μεγαλύτερη (σχεδόν κατά 20.000 φορές) συγγένεια με τον υποδοχέα AT1 από ό,τι με τον υποδοχέα AT2. Η βαλσαρτάνη είναι γνωστό ότι δεν συνδέεται ούτε αναστέλλει άλλους ορμονικούς υποδοχείς ή διαύλους ιόντων που είναι γνωστό ότι είναι σημαντικοί στη ρύθμιση του καρδιαγγειακού συστήματος. Η βαλσαρτάνη δεν αναστέλλει το ΜΕΑ (επίσης γνωστό και ως κινινάση ΙΙ), το οποίο μετατρέπει την Ang I σε Ang II και αποικοδομεί τη βραδυκινίνη. Καθώς δεν υπάρχει επίδραση στο ΜΕΑ και δεν υφίσταται ενίσχυση της βραδυκινίνης ή της ουσίας P, οι ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης ΙΙ είναι απίθανο να σχετίζονται με την εμφάνιση βήχα. Σε κλινικές μελέτες όπου η βαλσαρτάνη συγκρίθηκε με έναν αναστολέα ΜΕΑ, η επίπτωση του ξηρού βήχα ήταν σημαντικά μικρότερη (P<0,05) σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με βαλσαρτάνη σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ (2,6% έναντι 7,9%, αντίστοιχα). Σε μία κλινική μελέτη σε ασθενείς με ιστορικό ξηρού βήχα κατά τη διάρκεια θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ, 19,5% των ασθενών της μελέτης που λάμβαναν θεραπεία με βαλσαρτάνη και 19,0% εκείνων που λάμβαναν ένα θειαζιδικό διουρητικό εμφάνισαν βήχα σε σύγκριση με 68,5% εκείνων που λάμβαναν θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ (P<0,05).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου Η VALIANT (VALsartan In Acute Myocardial iNfarcTion Trial - Μελέτη της Βαλσαρτάνης στο Οξύ Έμφραγμα του Μυοκαρδίου) ήταν μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, πολυεθνική, διπλά τυφλή μελέτη σε 14.703 ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και σημεία, συμπτώματα ή ακτινολογικές ενδείξεις συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας ή/και ενδείξεις συστολικής δυσλειτουργίας της αριστερής κοιλίας (η οποία είχε εκδηλωθεί ως κλάσμα εξώθησης ≤ 40% σύμφωνα με τη ραδιοϊσοτοπική κοιλιογραφία ή ≤ 35% σύμφωνα με ηχοκαρδιογραφία ή αγγειογραφία κοιλιών με σκιαγραφικό μέσο). Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν, εντός 12 ωρών έως 10 ημερών από την έναρξη των συμπτωμάτων του εμφράγματος του μυοκαρδίου, σε ομάδες για να λάβουν βαλσαρτάνη, καπτοπρίλη ή τον συνδυασμό και των δύο. Η μέση διάρκεια της θεραπείας ήταν δύο έτη. Το κύριο τελικό σημείο ήταν ο χρόνος έως τη θνησιμότητα πάσης αιτιολογίας. Η βαλσαρτάνη ήταν εξίσου αποτελεσματική με την καπτοπρίλη ως προς τη μείωση της θνησιμότητας πάσης αιτιολογίας μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η θνησιμότητα πάσης αιτιολογίας ήταν παρόμοια στις ομάδες της βαλσαρτάνης (19,9%), της καπτοπρίλης (19,5%) και του συνδυασμού βαλσαρτάνης και καπτοπρίλης (19,3%). Ο συνδυασμός βαλσαρτάνης και καπτοπρίλης δεν επέφερε επιπρόσθετο όφελος έναντι της χορήγησης μόνο καπτοπρίλης. Δεν σημειώθηκε διαφορά μεταξύ της βαλσαρτάνης και της καπτοπρίλης ως προς τη θνησιμότητα πάσης αιτιολογίας με βάση την ηλικία, το φύλο, τη φυλή, τις θεραπείες που λαμβάνονταν κατά την έναρξη της μελέτης ή την υποκείμενη νόσο. Η βαλσαρτάνη ήταν επίσης αποτελεσματική ως προς την παράταση του χρόνου έως την εμφάνιση θνησιμότητας καρδιαγγειακής αιτιολογίας και τη μείωση της θνησιμότητας καρδιαγγειακής αιτιολογίας, τις νοσηλείες για καρδιακή ανεπάρκεια, την υποτροπή του εμφράγματος του μυοκαρδίου, την καρδιακή ανακοπή με καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση και το μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (δευτερεύον σύνθετο τελικό σημείο). Το προφίλ ασφαλείας της βαλσαρτάνης εναρμονιζόταν με την κλινική πορεία των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Σε σχέση με τη νεφρική λειτουργία, παρατηρήθηκε διπλασιασμός των επιπέδων κρεατινίνης ορού στο 4,2% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με βαλσαρτάνη, στο 4,8% των ασθενών που λάμβαναν τον συνδυασμό βαλσαρτάνης και καπτοπρίλης και στο 3,4% των ασθενών που λάμβαναν καπτοπρίλη. Διακοπή της θεραπείας λόγω της εμφάνισης διαφόρων τύπων νεφρικής δυσλειτουργίας σημειώθηκε στο 1,1% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με βαλσαρτάνη, στο 1,3% των ασθενών που λάμβαναν τον συνδυασμό βαλσαρτάνης και καπτοπρίλης και στο 0,8% των ασθενών που λάμβαναν καπτοπρίλη. Μία αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να περιλαμβάνεται στην αξιολόγηση των ασθενών μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Δεν σημειώθηκε οποιαδήποτε διαφορά ως προς τη θνησιμότητα πάσης αιτιολογίας και τη θνησιμότητα ή τη νοσηρότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας κατά τη συγχορήγηση β-αποκλειστών με τον συνδυασμό βαλσαρτάνης και καπτοπρίλης, με τη βαλσαρτάνη μόνο ή με την καπτοπρίλη μόνο. Ανεξάρτητα από τη θεραπεία, η θνησιμότητα ήταν χαμηλότερη στην ομάδα των ασθενών που λάμβαναν β-αποκλειστές, γεγονός το οποίο υποδηλώνει ότι το γνωστό όφελος των β-αποκλειστών σε αυτόν τον πληθυσμό διατηρήθηκε στη συγκεκριμένη μελέτη.
Καρδιακή ανεπάρκεια Η Val-HeFT ήταν μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, πολυεθνική κλινική μελέτη της βαλσαρτάνης σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο ως προς τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα σε 5.010 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια τάξης ΙΙ (62%), τάξης III (36%) και τάξης IV (2%) κατά NYHA, οι οποίοι λάμβαναν τη συνήθη θεραπεία και είχαν κλάσμα εξώθησης αριστεράς κοιλίας (LVEF) <40% και εσωτερική διάμετρο αριστεράς κοιλίας κατά τη διαστολική φάση (LVIDD) >2,9 cm/m2. Η θεραπεία κατά την έναρξη της μελέτης περιλάμβανε αναστολείς ΜΕΑ (93%), διουρητικά (86%), διγοξίνη (67%) και β-αποκλειστές (36%). Η διάμεση διάρκεια της παρακολούθησης ήταν σχεδόν δύο έτη. Η μέση ημερήσια δόση της βαλσαρτάνης στη Val-HeFT ήταν 254 mg. Η μελέτη είχε δύο κύρια τελικά σημεία: τη θνησιμότητα πάσης αιτιολογίας (χρόνος έως τον θάνατο) και το σύνθετο τελικό σημείο θνησιμότητας και νοσηρότητας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας (χρόνος έως την εμφάνιση του πρώτου νοσηρού συμβάματος), το οποίο οριζόταν ως θάνατος, αιφνίδιος θάνατος με καρδιοπνευμονική ανάνηψη, νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια ή ενδοφλέβια χορήγηση ινότροπων ή αγγειοδιασταλτικών παραγόντων για τέσσερις ώρες ή περισσότερο χωρίς νοσηλεία. Η θνησιμότητα πάσης αιτιολογίας ήταν παρόμοια (p=NS) στις ομάδες της βαλσαρτάνης (19,7%) και του εικονικού φαρμάκου (19,4%). Το κύριο όφελος ήταν μία μείωση του κινδύνου κατά 27,5% (95% CI: 17% έως 37%) για τον χρόνο έως την πρώτη νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια (13,9% έναντι 18,5%). Αποτελέσματα που φαίνεται ότι ευνοούν το εικονικό φάρμακο (το σύνθετο τελικό σημείο θνησιμότητας και νοσηρότητας ήταν 21,9% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου έναντι 25,4% στην ομάδα της βαλσαρτάνης) παρατηρήθηκαν για εκείνους τους ασθενείς που λάμβαναν τον τριπλό συνδυασμό ενός αναστολέα ΜΕΑ, ενός β-αποκλειστή και βαλσαρτάνης. Σε μία υποομάδα ασθενών που δεν λάμβαναν αναστολέα ΜΕΑ (n=366), τα οφέλη ως προς τη νοσηρότητα ήταν τα μεγαλύτερα. Σε αυτήν την υποομάδα, η θνησιμότητα πάσης αιτιολογίας ήταν σημαντικά μειωμένη με τη βαλσαρτάνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο κατά 33% (95% CI: -6% έως 58%) (17,3% για τη βαλσαρτάνη έναντι 27,1% για το εικονικό φάρμακο) και ο κίνδυνος του σύνθετου τελικού σημείου θνησιμότητας και νοσηρότητας ήταν σημαντικά μειωμένος κατά 44% (24,9% για τη βαλσαρτάνη έναντι 42,5% για το εικονικό φάρμακο). Στους ασθενείς που λάμβαναν αναστολέα ΜΕΑ χωρίς β-αποκλειστή, η θνησιμότητα πάσης αιτιολογίας ήταν παρόμοια (p=NS) στις ομάδες της βαλσαρτάνης (21,8%) και του εικονικού φαρμάκου (22,5%). Ο κίνδυνος του σύνθετου τελικού σημείου θνησιμότητας και νοσηρότητας ήταν σημαντικά μειωμένος κατά 18,3% (95% CI: 8% έως 28%) με τη βαλσαρτάνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (31,0% έναντι 36,3%). Στον συνολικό πληθυσμό της Val-HeFT, οι ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με βαλσαρτάνη επέδειξαν σημαντική βελτίωση της τάξης κατά NYHA και των σημείων και συμπτωμάτων της καρδιακής ανεπάρκειας, συμπεριλαμβανομένων της δύσπνοιας, της κόπωσης, του οιδήματος και των ρόγχων, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Οι ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με βαλσαρτάνη είχαν καλύτερη ποιότητα ζωής, όπως καταδείχθηκε από τη μεταβολή στη βαθμολογία της Ποιότητας Ζωής με την Καρδιακή Ανεπάρκεια της Minnesota, από την έναρξη έως το τελικό σημείο της μελέτης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Το κλάσμα εξώθησης στους ασθενείς που λάμβαναν βαλσαρτάνη ήταν σημαντικά αυξημένο και η LVIDD ήταν σημαντικά μειωμένη από την έναρξη της μελέτης έως το τελικό σημείο σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Υπέρταση Η χορήγηση βαλσαρτάνης σε ασθενείς με υπέρταση προκαλεί μείωση της αρτηριακής πίεσης χωρίς να επηρεάζεται η συχνότητα παλμών. Στους περισσότερους ασθενείς, μετά τη χορήγηση μίας και μόνης δόσης από του στόματος, η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης προκύπτει εντός 2 ωρών και η μέγιστη μείωση της αρτηριακής πίεσης επιτυγχάνεται εντός 4-6 ωρών. Η αντιυπερτασική δράση εμμένει για διάστημα 24 ωρών μετά τη χορήγηση. Κατά τη διάρκεια επαναλαμβανόμενης δοσολογίας, η αντιυπερτασική δράση είναι ουσιωδώς αισθητή εντός 2 εβδομάδων και οι μέγιστες επιδράσεις επιτυγχάνονται εντός 4 εβδομάδων και διατηρούνται κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας. Σε συνδυασμό με υδροχλωροθειαζίδη επιτυγχάνεται μία σημαντική επιπρόσθετη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Η αιφνίδια διακοπή της χορήγησης βαλσαρτάνης δεν έχει συσχετιστεί με επανεμφάνιση της υπέρτασης ή άλλα ανεπιθύμητα κλινικά συμβάματα. Σε υπερτασικούς ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και μικρολευκωματινουρία, η βαλσαρτάνη έχει καταδειχθεί ότι μειώνει την απέκκριση της λευκωματίνης στα ούρα. Η μελέτη MARVAL (Μείωση της Μικρολευκωματινουρίας με τη Βαλσαρτάνη) αξιολόγησε τη μείωση της απέκκρισης της λευκωματίνης στα ούρα (UAE) με τη χρήση βαλσαρτάνης (80-160 mg/od) έναντι της χρήσης αμλοδιπίνης (5-10 mg/od) σε 332 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 (μέση ηλικία: 58 έτη, 265 άνδρες) και μικρολευκωματινουρία (βαλσαρτάνη: 58 μg/min, αμλοδιπίνη: 55,4 μg/min), φυσιολογική ή υψηλή αρτηριακή πίεση και διατηρούμενη νεφρική λειτουργία (κρεατινίνη αίματος <120 μmol/l). Στις 24 εβδομάδες, η UAE ήταν μειωμένη (p<0,001) κατά 42% (-24,2 μg/min, 95% CI: -40,4 έως -19,1) με τη βαλσαρτάνη και περίπου κατά 3% (-1,7 μg/min, 95% CI: -5,6 έως 14,9) με την αμλοδιπίνη παρά τα παρόμοια ποσοστά μείωσης της αρτηριακής πίεσης και στις δύο ομάδες. Η μελέτη DROP (Μείωση της Πρωτεϊνουρίας με τη Βαλσαρτάνη) εξέτασε περαιτέρω την αποτελεσματικότητα της βαλσαρτάνης ως προς τη μείωση της UAE σε 391 υπερτασικούς ασθενείς (ΑΠ=150/88 mmHg) με διαβήτη τύπου 2, λευκωματινουρία (μέση τιμή=102 μg/min, 20-700 μg/min) και διατηρούμενη νεφρική λειτουργία (μέση κρεατινίνη ορού = 80 μmol/l). Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μία από τις 3 δόσεις της βαλσαρτάνης (160, 320 και 640 mg/od) και έλαβαν θεραπεία για 30 εβδομάδες. Ο σκοπός της μελέτης ήταν ο προσδιορισμός της βέλτιστης δόσης της βαλσαρτάνης για τη μείωση της UAE σε υπερτασικούς ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Στις 30 εβδομάδες, η ποσοστιαία μεταβολή της UAE ήταν σημαντικά μειωμένη κατά 36% από την έναρξη της θεραπείας με βαλσαρτάνη 160 mg (95% CI: 22 έως 47%) και κατά 44% με βαλσαρτάνη 320 mg (95% CI: 31 έως 54%). Εξήχθη το συμπέρασμα ότι μία δόση 160-320 mg βαλσαρτάνης προκάλεσε κλινικά σχετικές μειώσεις της UAE σε υπερτασικούς ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Υπέρταση Οι αντιυπερτασικές επιδράσεις της βαλσαρτάνης έχουν αξιολογηθεί σε τέσσερις τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές κλινικές μελέτες σε 561 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας μεταξύ 6 και 18 ετών και σε 165 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας μεταξύ 1 και 6 ετών. Νεφρικές και ουροποιητικές διαταραχές και παχυσαρκία ήταν οι συχνότερες υποκείμενες ιατρικές παθήσεις που συνέβαλλαν δυνητικά στην υπέρταση για τα παιδιά που εντάχθηκαν σε αυτές τις μελέτες.
Κλινική πείρα σε παιδιά ηλικίας 6 ετών και άνω Σε μία κλινική μελέτη στην οποία συμμετείχαν 261 υπερτασικοί παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας μεταξύ 6 και 16 ετών, οι ασθενείς με σωματικό βάρος <35 kg λάμβαναν δισκία βαλσαρτάνης 10, 40 ή 80 mg ημερησίως (χαμηλή, ενδιάμεση και υψηλή δόση), ενώ οι ασθενείς με σωματικό βάρος ≥35 kg λάμβαναν δισκία βαλσαρτάνης 20, 80 και 160 mg ημερησίως (χαμηλή, ενδιάμεση και υψηλή δόση). Κατά την ολοκλήρωση των 2 εβδομάδων, η βαλσαρτάνη μείωσε τόσο τη συστολική όσο και τη διαστολική αρτηριακή πίεση με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Συνολικά, τα τρία δοσολογικά επίπεδα της βαλσαρτάνης (χαμηλή, ενδιάμεση και υψηλή δόση) μείωσαν σημαντικά τη συστολική αρτηριακή πίεση κατά 8, 10 και 12 mm Hg από την έναρξη της μελέτης, αντίστοιχα. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν εκ νέου είτε για να συνεχίσουν να λαμβάνουν την ίδια δόση βαλσαρτάνης είτε για να αλλάξουν σε εικονικό φάρμακο. Στους ασθενείς που συνέχισαν να λαμβάνουν την ενδιάμεση και την υψηλή δόση βαλσαρτάνης, η συστολική αρτηριακή πίεση στα κατώτατα επίπεδά της ήταν κατά 4 και 7 mm Hg, αντίστοιχα, χαμηλότερη από ό,τι στους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Στους ασθενείς που λάμβαναν τη χαμηλή δόση της βαλσαρτάνης, η συστολική αρτηριακή πίεση στα κατώτατα επίπεδά της ήταν παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε στους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Συνολικά, η δοσοεξαρτώμενη αντιυπερτασική δράση της βαλσαρτάνης ήταν σταθερή σε όλες τις δημογραφικές υποομάδες. Σε μία άλλη κλινική μελέτη στην οποία συμμετείχαν 300 υπερτασικοί παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας μεταξύ 6 και 18 ετών, κατάλληλοι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν δισκία βαλσαρτάνης ή εναλαπρίλης για 12 εβδομάδες. Τα παιδιά με σωματικό βάρος μεταξύ ≥18 kg και <35 kg λάμβαναν βαλσαρτάνη 80 mg ή εναλαπρίλη 10 mg, εκείνα με σωματικό βάρος μεταξύ ≥35 kg και <80 kg λάμβαναν βαλσαρτάνη 160 mg ή εναλαπρίλη 20 mg, ενώ εκείνα με σωματικό βάρος ≥80 kg λάμβαναν βαλσαρτάνη 320 mg ή εναλαπρίλη 40 mg. Οι μειώσεις στη συστολική αρτηριακή πίεση ήταν συγκρίσιμες στους ασθενείς που λάμβαναν βαλσαρτάνη (15 mmHg) και εναλαπρίλη (14 mm Hg) (τιμή p μη κατωτερότητας <0,0001). Σταθερά αποτελέσματα παρατηρήθηκαν για τη διαστολική αρτηριακή πίεση με μειώσεις κατά 9,1 mmHg και 8,5 mmHg, αντίστοιχα, με τη βαλσαρτάνη και την εναλαπρίλη.
Κλινική πείρα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών Δύο κλινικές μελέτες διεξήχθησαν σε ασθενείς ηλικίας μεταξύ 1 και 6 ετών με 90 και 75 ασθενείς, αντίστοιχα. Δεν εντάχθηκαν σε αυτές τις μελέτες παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους. Στην πρώτη μελέτη, η αποτελεσματικότητα της βαλσαρτάνης επιβεβαιώθηκε σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο αλλά δεν ήταν δυνατόν να καταδειχθεί ανταπόκριση στη δόση. Στη δεύτερη μελέτη, οι υψηλότερες δόσεις της βαλσαρτάνης σχετίστηκαν με μεγαλύτερες μειώσεις της ΑΠ αλλά η τάση της ανταπόκρισης στη δόση δεν ήταν στατιστικά σημαντική και η διαφορά της θεραπείας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο δεν ήταν σημαντική. Λόγω αυτών των ασυνεπειών, η βαλσαρτάνη δεν συνιστάται σε αυτή την ηλικιακή ομάδα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τη βαλσαρτάνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην καρδιακή ανεπάρκεια και στην καρδιακή ανεπάρκεια μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Βλέπε (βλ. Δοσολογία) για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.
Απορρόφηση
Μετά από χορήγηση μόνο βαλσαρτάνης από του στόματος, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της βαλσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες με δισκία και σε 1-2 ώρες με σκευάσματα σε μορφή διαλύματος. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 23% και 39% με δισκία και σκευάσματα σε μορφή διαλύματος, αντίστοιχα. Η τροφή μειώνει την έκθεση (όπως μετριέται από την AUC) στη βαλσαρτάνη κατά περίπου 40% και τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) κατά περίπου 50%, αν και από τις 8 περίπου ώρες μετά τη χορήγηση οι συγκεντρώσεις της βαλσαρτάνης στο πλάσμα είναι παρόμοιες για την ομάδα των ασθενών που έχουν καταναλώσει τροφή και την ομάδα των ασθενών που βρίσκονται σε κατάσταση νηστείας. Αυτή η μείωση της AUC δεν συνοδεύεται, ωστόσο, από μία κλινικά σημαντική μείωση στη θεραπευτική επίδραση και κατά συνέπεια η βαλσαρτάνη μπορεί να χορηγείται είτε με είτε χωρίς τροφή.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής της βαλσαρτάνης σε σταθερή κατάσταση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 17 λίτρα, υποδεικνύοντας ότι η βαλσαρτάνη δεν κατανέμεται εκτενώς στους ιστούς. Η βαλσαρτάνη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό από τις πρωτεΐνες του ορού (94-97%) και κυρίως από τη λευκωματίνη ορού.
Βιομετατροπή
Η βαλσαρτάνη δεν υφίσταται βιομετατροπή σε μεγάλο βαθμό, καθώς μόνο το 20% περίπου της δόσης ανακτάται με τη μορφή μεταβολιτών. Ένας υδρόξυ μεταβολίτης έχει ταυτοποιηθεί στο πλάσμα σε χαμηλές συγκεντρώσεις (κάτω από το 10% της AUC της βαλσαρτάνης). Αυτός ο μεταβολίτης είναι φαρμακολογικά αδρανής.
Απέκκριση
Η βαλσαρτάνη παρουσιάζει πολυεκθετική κινητική διάσπασης (t½α <1 ώρα και t½ß περίπου 9 ώρες). Η βαλσαρτάνη αποβάλλεται κατά κύριο λόγο μέσω χολικής απέκκρισης στα κόπρανα (περίπου 83% της δόσης) και μέσω νεφρικής απέκκρισης στα ούρα (περίπου 13% της δόσης), κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η κάθαρση της βαλσαρτάνης στο πλάσμα είναι περίπου 2 l/h και η νεφρική της κάθαρση είναι 0,62 l/h (περίπου 30% της συνολικής κάθαρσης). Ο χρόνος ημίσειας ζωής της βαλσαρτάνης είναι 6 ώρες.
Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια Ο μέσος χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση και ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης της βαλσαρτάνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια είναι παρόμοιοι με εκείνους που παρατηρήθηκαν σε υγιείς εθελοντές. Οι τιμές AUC και Cmax της βαλσαρτάνης είναι σχεδόν αναλογικές με την αύξηση της δόσης εντός του κλινικού δοσολογικού εύρους (40 έως 160 mg δις ημερησίως). Ο μέσος συντελεστής συσσώρευσης είναι περίπου 1,7. Η φαινομενική κάθαρση της βαλσαρτάνης μετά από χορήγηση από του στόματος είναι περίπου 4,5 l/h. Η ηλικία δεν επηρεάζει τη φαινομενική κάθαρση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Μία κάπως υψηλότερη συστηματική έκθεση στη βαλσαρτάνη παρατηρήθηκε σε ορισμένους ηλικιωμένους ασθενείς σε σύγκριση με νεότερους ασθενείς. Ωστόσο, αυτό δεν καταδείχθηκε να έχει κλινική σημαντικότητα.
Επηρεασμένη νεφρική λειτουργία Όπως ήταν αναμενόμενο για ένα σύμπλοκο για το οποίο η νεφρική κάθαρση ευθύνεται μόνο για το 30% της συνολικής κάθαρσης στο πλάσμα, δεν έχει παρατηρηθεί οποιαδήποτε συσχέτιση μεταξύ της νεφρικής λειτουργίας και της συστηματικής έκθεσης στη βαλσαρτάνη. Συνεπώς, δεν απαιτείται κάποια ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης >10 ml/min). Δεν υπάρχει επί του παρόντος πείρα σχετικά με την ασφαλή χρήση σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Συνεπώς, η βαλσαρτάνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Η βαλσαρτάνη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό από τις πρωτεΐνες του πλάσματος και είναι απίθανο να απομακρυνθεί μέσω αιμοκάθαρσης.
Ηπατική δυσλειτουργία Περίπου το 70% της απορροφηθείσας δόσης απεκκρίνεται στη χολή, κυρίως σε αμετάβλητη μορφή. Η βαλσαρτάνη δεν υπόκειται σε αξιοσημείωτη βιομετατροπή. Διπλασιασμός της έκθεσης (AUC) παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με υγιή άτομα. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε συσχέτιση μεταξύ της συγκέντρωσης της βαλσαρτάνης στο πλάσμα και του βαθμού ηπατικής δυσλειτουργίας. Η βαλσαρτάνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μία μελέτη 26 παιδιατρικών υπερτασικών ασθενών (ηλικίας 1 έως 16 ετών) στους οποίους χορηγήθηκε μία και μόνη δόση εναιωρήματος βαλσαρτάνης (μέση δόση: 0,9 έως 2 mg/kg, με μέγιστη δόση 80 mg), η κάθαρση (λίτρα/ώρα/kg) της βαλσαρτάνης ήταν συγκρίσιμη σε ολόκληρο το ηλικιακό εύρος από 1 έως 16 έτη και παρόμοια με εκείνη των ενηλίκων που λάμβαναν το ίδιο σκεύασμα.
Επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (Παιδιατρικός) Η χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min και σε παιδιατρικούς ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση δεν έχει μελετηθεί. Συνεπώς, η βαλσαρτάνη δεν συνιστάται σε αυτούς τους ασθενείς. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης για παιδιατρικούς ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης >30 ml/min. Η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Φαρμακοδυναμικές ### Μηχανισμός δράσης Η βαλσαρτάνη είναι ένας από του στόματος δραστικός, ισχυρός και ειδικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ. Δρα εκλεκτικά στον υποτύπο του υποδοχέα AT1, ο οποίος ευθύνεται για τις γνωστές δράσεις της…
Απορρόφηση Μετά από χορήγηση μόνο βαλσαρτάνης από του στόματος, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της βαλσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες με δισκία και σε 1-2 ώρες με σκευάσματα σε μορφή διαλύματος. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 23% και 39%…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Στένωση νεφρικής αρτηρίας |
| — | Έναρξη θεραπείας μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου | ||
| — | Έναρξη θεραπείας σε καρδιακή ανεπάρκεια | ||
| στενά | Παιδιατρικοί ασθενείς με πυρετό, αφυδάτωση ή άλλες συνθήκες που επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία | ||
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | όπως προβλέπεται | — |
| στενά | Παιδιατρικοί ασθενείς με πυρετό, αφυδάτωση ή άλλες συνθήκες που επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 17 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 2 L/h [IV χορήγηση]
- 4.5 L/h [Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που λαμβάνουν από του στόματος χορήγηση 40 έως 160 mg δύο φορές την ημέρα]
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βαλσαρτάνη αναστέλλει τις πιεστικές επιδράσεις της αγγειοτενσίνης ΙΙ, με από του στόματος δόσεις 80 mg να αναστέλλουν την πιεστική επίδραση κατά περίπου 80% στην κορύφωση, με περίπου 30% αναστολή να διαρκεί για 24 ώρες.
Η αφαίρεση της αρνητικής ανάδρασης της αγγειοτενσίνης ΙΙ οδηγεί σε 2- έως 3-πλάσια αύξηση της ρενίνης στο πλάσμα και επακόλουθη αύξηση της συγκέντρωσης αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα σε υπερτασικούς ασθενείς.
Παρατηρήθηκαν ελάχιστες μειώσεις της αλδοστερόνης στο πλάσμα μετά τη χορήγηση βαλσαρτάνης.
Σε μελέτες πολλαπλών δόσεων σε υπερτασικούς ασθενείς, η βαλσαρτάνη δεν είχε αξιοσημείωτες επιδράσεις στην ολική χοληστερόλη, τα νηστικά τριγλυκερίδια, τη νηστική γλυκόζη ορού ή το ουρικό οξύ.
Υπόταση
Σπάνια παρατηρήθηκε υπερβολική υπόταση (0,1%) σε ασθενείς με απλή υπέρταση που λάμβαναν μόνο βαλσαρτάνη. Σε ασθενείς με ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης, όπως οι ασθενείς με υπόταση και/ή έλλειψη αλάτων που λάμβαναν υψηλές δόσεις διουρητικών, μπορεί να εμφανιστεί συμπτωματική υπόταση. Αυτή η κατάσταση πρέπει να διορθωθεί πριν από τη χορήγηση της βαλσαρτάνης ή η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
Πρέπει να λαμβάνεται προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που λαμβάνουν βαλσαρτάνη παρουσιάζουν συνήθως κάποια μείωση της αρτηριακής πίεσης, αλλά η διακοπή της θεραπείας λόγω συνεχιζόμενης συμπτωματικής υπότασης συνήθως δεν είναι απαραίτητη εφόσον ακολουθούνται οι οδηγίες δοσολογίας. Σε ελεγχόμενες μελέτες σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, η συχνότητα εμφάνισης υπότασης σε ασθενείς που έλαβαν βαλσαρτάνη ήταν 5,5% σε σύγκριση με 1,8% σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Εάν εμφανιστεί υπερβολική υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και, εάν είναι απαραίτητο, να λάβει ενδοφλέβια έγχυση φυσιολογικού ορού. Μια παροδική υπόταση δεν αποτελεί αντένδειξη για περαιτέρω θεραπεία, η οποία συνήθως μπορεί να συνεχιστεί χωρίς δυσκολία μόλις σταθεροποιηθεί η αρτηριακή πίεση.
Διαταραχή Νεφρικής Λειτουργίας
Αλλαγές στη νεφρική λειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, μπορεί να προκληθούν από φάρμακα που αναστέλλουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης και από διουρητικά. Ασθενείς των οποίων η νεφρική λειτουργία μπορεί να εξαρτάται εν μέρει από τη δραστηριότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης (π.χ., ασθενείς με στένωση νεφρικής αρτηρίας, χρόνια νεφρική νόσο, σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή υποογκαιμία) μπορεί να διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο ανάπτυξης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας από τη βαλσαρτάνη. Παρακολουθείτε περιοδικά τη νεφρική λειτουργία σε αυτούς τους ασθενείς. Εξετάστε το ενδεχόμενο αναστολής ή διακοπής της θεραπείας σε ασθενείς που εμφανίζουν κλινικά σημαντική μείωση της νεφρικής λειτουργίας με βαλσαρτάνη.
Υπερκαλιαιμία
Ορισμένοι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια εμφάνισαν αυξήσεις στο κάλιο. Αυτές οι επιδράσεις είναι συνήθως ήπιες και παροδικές, και είναι πιθανότερο να συμβούν σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια. Μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης ή/και διακοπή της βαλσαρτάνης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η βαλσαρτάνη ανήκει στην οικογένεια των αποκλειστών υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARB) που δεσμεύονται εκλεκτικά στον υποδοχέα αγγειοτενσίνης 1 (AT1) και εμποδίζουν την αγγειοτενσίνη ΙΙ να συνδεθεί και να ασκήσει τις υπέρτασεις επιδράσεις της. Αυτές περιλαμβάνουν αγγειοσύσπαση, διέγερση και σύνθεση αλδοστερόνης και ADH, καρδιακή διέγερση και επαναρρόφηση νατρίου από τους νεφρούς, μεταξύ άλλων. Συνολικά, οι φυσιολογικές επιδράσεις της βαλσαρτάνης οδηγούν σε μειωμένη αρτηριακή πίεση, χαμηλότερα επίπεδα αλδοστερόνης, μειωμένη καρδιακή δραστηριότητα και αυξημένη απέκκριση νατρίου.
Η βαλσαρτάνη επηρεάζει επίσης το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS), το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στην αιμόσταση και τη ρύθμιση των νεφρικών, αγγειακών και καρδιακών λειτουργιών. Ο φαρμακολογικός αποκλεισμός του RAAS μέσω αποκλεισμού των υποδοχέων AT1 αναστέλλει την αρνητική ρυθμιστική ανάδραση εντός του RAAS, η οποία συμβάλλει στην παθογένεση και την πρόοδο των καρδιαγγειακών παθήσεων, της καρδιακής ανεπάρκειας και των νεφρικών παθήσεων. Συγκεκριμένα, η καρδιακή ανεπάρκεια σχετίζεται με χρόνια ενεργοποίηση του RAAS, οδηγώντας σε ακατάλληλη κατακράτηση υγρών, αγγειοσύσπαση και τελικά περαιτέρω μείωση της λειτουργίας της αριστερής κοιλίας. Οι ARB έχουν αποδειχθεί ότι έχουν προστατευτική δράση στην καρδιά βελτιώνοντας την καρδιακή λειτουργία, μειώνοντας το μεταφορτίο, αυξάνοντας την καρδιακή παροχή και προλαμβάνοντας την κοιλιακή υπερτροφία.
Η κατηγορία φαρμάκων αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACEI) (που περιλαμβάνει φάρμακα όπως η ραμιπρίλη, η λισινοπρίλη και η περινδοπρίλη) αναστέλλει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ αναστέλλοντας το ένζυμο ACE, αλλά δεν εμποδίζει τον σχηματισμό όλης της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η δράση των ARB είναι μοναδική στο ότι αποκλείει όλη τη δραστηριότητα της αγγειοτενσίνης ΙΙ, ανεξάρτητα από το πού ή πώς συντέθηκε.
Η βαλσαρτάνη χρησιμοποιείται συνήθως για τη διαχείριση της υπέρτασης, της καρδιακής ανεπάρκειας και της νεφροπάθειας που σχετίζεται με τον διαβήτη τύπου 2, ιδιαίτερα σε ασθενείς που δεν ανέχονται τους αναστολείς ACE. Οι ARB όπως η βαλσαρτάνη έχουν αποδειχθεί σε πολλές μεγάλες κλινικές μελέτες έκβασης ότι βελτιώνουν τα καρδιαγγειακά αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης του κινδύνου εμφράγματος του μυοκαρδίου, εγκεφαλικού επεισοδίου, της εξέλιξης της καρδιακής ανεπάρκειας και των νοσηλειών. Η βαλσαρτάνη επιβραδύνει επίσης την εξέλιξη της διαβητικής νεφροπάθειας λόγω των νεφροπροστατευτικών της επιδράσεων. Οι βελτιώσεις στη χρόνια νεφρική νόσο με βαλσαρτάνη περιλαμβάνουν τόσο κλινικά όσο και στατιστικά σημαντικές μειώσεις στην απέκκριση λευκώματος και πρωτεΐνης στα ούραρα σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και σε μη διαβητικούς ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο.
Η βαλσαρτάνη δεσμεύεται επίσης στον υποδοχέα AT2, ωστόσο ο AT2 δεν είναι γνωστό ότι σχετίζεται με την καρδιαγγειακή ομοιόσταση όπως ο AT1. Η βαλσαρτάνη έχει περίπου 20.000 φορές υψηλότερη συγγένεια για τον υποδοχέα AT1 παρά για τον υποδοχέα AT2. Τα αυξημένα επίπεδα αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα μετά τον αποκλεισμό του υποδοχέα AT1 με βαλσαρτάνη μπορεί να διεγείρουν τον μη αποκλεισμένο υποδοχέα AT2.
Η βαλσαρτάνη, ένα μη πεπτιδικό παράγωγο τετραζόλης, είναι ανταγωνιστής του υποδοχέα αγγειοτενσίνης τύπου 1 (AT1). Η βαλσαρτάνη έχει φαρμακολογικές δράσεις παρόμοιες με αυτές της λοσαρτάνης· ωστόσο, σε αντίθεση με τη λοσαρτάνη, η βαλσαρτάνη δεν είναι προφάρμακο και η φαρμακολογική της δραστηριότητα δεν εξαρτάται από την υδρόλυση στο ήπαρ. Η βαλσαρτάνη αποκλείει τις φυσιολογικές δράσεις της αγγειοτενσίνης ΙΙ, συμπεριλαμβανομένων των αγγειοσυσπαστικών και αλδοστερονο-εκκριτικών επιδράσεων, αναστέλλοντας εκλεκτικά την πρόσβαση της αγγειοτενσίνης ΙΙ στους υποδοχείς AT1 σε πολλούς ιστούς, συμπεριλαμβανομένου του λείου μυός των αγγείων και των επινεφριδίων. Συγκριτικά, οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE, κινινάση ΙΙ) αναστέλλουν τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ· ωστόσο, ο αποκλεισμός της παραγωγής αγγειοτενσίνης ΙΙ από τους αναστολείς ACE δεν είναι πλήρης, καθώς η αγγειοδραστική ορμόνη μπορεί να σχηματιστεί μέσω άλλων ενζύμων που δεν αναστέλλονται από τους αναστολείς ACE. Επειδή η βαλσαρτάνη, σε αντίθεση με τους αναστολείς ACE, δεν αναστέλλει την ACE, το φάρμακο δεν παρεμβαίνει στην απόκριση στις βραδυκινίνες και την ουσία Ρ· μια ευεργετική συνέπεια είναι η απουσία ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούνται από αναστολείς ACE (π.χ., βήχας), αλλά μπορεί να θυσιαστούν πιθανές νεφρικές ή/και καρδιοπροστατευτικές επιδράσεις. Η βαλσαρτάνη δεν παρεμβαίνει επίσης στη σύνθεση της αγγειοτενσίνης ΙΙ.
Η αγγειοτενσίνη ΙΙ σχηματίζεται από την αγγειοτενσίνη Ι σε αντίδραση που καταλύεται από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ACE, κινινάση ΙΙ). Η αγγειοτενσίνη ΙΙ είναι ο κύριος πιεστικός παράγοντας του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης, με επιδράσεις που περιλαμβάνουν αγγειοσύσπαση, διέγερση της σύνθεσης και απελευθέρωσης αλδοστερόνης, καρδιακή διέγερση και επαναρρόφηση νατρίου από τους νεφρούς. Η Diovan (βαλσαρτάνη) αποκλείει τις αγγειοσυσπαστικές και αλδοστερονο-εκκριτικές επιδράσεις της αγγειοτενσίνης ΙΙ, αναστέλλοντας εκλεκτικά τη δέσμευση της αγγειοτενσίνης ΙΙ στον υποδοχέα AT1 σε πολλούς ιστούς, όπως ο λείος μυς των αγγείων και τα επινεφρίδια. Η δράση της είναι επομένως ανεξάρτητη από τις οδούς σύνθεσης της αγγειοτενσίνης ΙΙ.
Υπάρχει επίσης ένας υποδοχέας AT2 που βρίσκεται σε πολλούς ιστούς, αλλά ο AT2 δεν είναι γνωστό ότι σχετίζεται με την καρδιαγγειακή ομοιόσταση. Η βαλσαρτάνη έχει πολύ μεγαλύτερη συγγένεια (περίπου 20.000 φορές) για τον υποδοχέα AT1 παρά για τον υποδοχέα AT2. Τα αυξημένα επίπεδα αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα μετά τον αποκλεισμό του υποδοχέα AT1 με βαλσαρτάνη μπορεί να διεγείρουν τον μη αποκλεισμένο υποδοχέα AT2.
Ο κύριος μεταβολίτης της βαλσαρτάνης είναι ουσιαστικά ανενεργός, με συγγένεια για τον υποδοχέα AT1 περίπου 1/200 της ίδιας της βαλσαρτάνης.
Ο αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης με αναστολείς ACE, οι οποίοι αναστέλλουν τη βιοσύνθεση της αγγειοτενσίνης ΙΙ από την αγγειοτενσίνη Ι, χρησιμοποιείται ευρέως στη θεραπεία της υπέρτασης. Οι αναστολείς ACE αναστέλλουν επίσης την αποδόμηση της βραδυκινίνης, μια αντίδραση που καταλύεται επίσης από την ACE. Επειδή η βαλσαρτάνη δεν αναστέλλει την ACE (κινινάση ΙΙ), δεν επηρεάζει την απόκριση στη βραδυκινίνη. Δεν είναι ακόμη γνωστό εάν αυτή η διαφορά έχει κλινική σημασία. Η βαλσαρτάνη δεν δεσμεύεται ούτε αποκλείει άλλους ορμονικούς υποδοχείς ή ιοντικά κανάλια που είναι γνωστό ότι είναι σημαντικά στην καρδιαγγειακή ρύθμιση.
Ο αποκλεισμός του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ αναστέλλει την αρνητική ρυθμιστική ανάδραση της αγγειοτενσίνης ΙΙ στην έκκριση ρενίνης, αλλά η επακόλουθη αυξημένη δραστηριότητα ρενίνης στο πλάσμα και τα κυκλοφορούντα επίπεδα αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν υπερνικούν την επίδραση της βαλσαρτάνης στην αρτηριακή πίεση.
Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι το αντιυπερτασικό φάρμακο βαλσαρτάνη βελτίωσε τη χωρική και επεισοδιακή μνήμη σε ζωικά μοντέλα της νόσου Alzheimer (AD) και σε ανθρώπους με υπέρταση. Ωστόσο, ο μοριακός μηχανισμός με τον οποίο η βαλσαρτάνη μπορεί να ρυθμίσει τη γνωστική λειτουργία είναι ακόμη άγνωστος. Διερευνήθηκε η επίδραση της βαλσαρτάνης στον σχηματισμό δενδριτικών ακάνθων σε πρωτογενείς νευρώνες του ιππόκαμπου, ο οποίος συσχετίζεται με τη μάθηση και τη μνήμη. Διαπιστώθηκε ότι η βαλσαρτάνη προάγει την σπινογένεση σε αναπτυσσόμενους και ώριμους νευρώνες. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι η βαλσαρτάνη αυξάνει τον αριθμό των στιγμιαίων σημείων (puncta) του PSD-95 και τείνει προς αύξηση στον αριθμό των στιγμιαίων σημείων (puncta) του synaptophysin. Επιπλέον, η βαλσαρτάνη αύξησε τα επίπεδα των AMPA υποδοχέων στην επιφάνεια των κυττάρων και τροποποίησε επιλεκτικά τα επίπεδα πρωτεϊνών που σχετίζονται με τη σπινογένεση, συμπεριλαμβανομένων των CaMKIIa και phospho-CDK5. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η βαλσαρτάνη μπορεί να προάγει τη σπινογένεση ενισχύοντας την κυκλοφορία των AMPA υποδοχέων και τη σηματοδότηση της συναπτικής πλαστικότητας.
Οι μηχανισμοί που κρύβονται πίσω από την καρδιοπροστασία της βαλσαρτάνης έναντι της ισχαιμίας/επαναιμάτωσης (I/R) είναι περίπλοκοι και παραμένουν ασαφείς. Στόχος αυτής της μελέτης ήταν να διερευνηθεί εάν ο μηχανισμός της αυτοφαγίας εμπλέκεται στην προστασία έναντι της I/R βλάβης που προκαλείται από τη βαλσαρτάνη. Σε πειραματόζωα (αρουραίοι) η καρδιά υποβλήθηκε σε ισχαιμία με απολίνωση της αριστερής πρόσθιας κατιούσας στεφανιαίας αρτηρίας για 30 λεπτά, ακολουθούμενη από επαναιμάτωση για 120 λεπτά. Χρησιμοποιήθηκε 3-μεθυλαδενίνη (3-MA), ένας ειδικός αναστολέας της αυτοφαγικής δέσμευσης, για την αναστολή της αυτοφαγίας. Μετρήθηκαν η αιμοδυναμική, το μέγεθος του εμφράγματος της κοιλίας και η πρωτεΐνη LC3B. Πραγματοποιήθηκε ανάλυση Western blot για τη διερεύνηση του μηχανισμού μέσω του οποίου η αυτοφαγία προκαλείται από τη βαλσαρτάνη.
Η προετοιμασία με βαλσαρτάνη οδήγησε σε σημαντική μείωση του μεγέθους του εμφράγματος και προκάλεσε αυτοφαγία στην καρδιά αρουραίου που υποβλήθηκε σε I/R βλάβη. Η αιμοδυναμική ανάλυση έδειξε ότι η αποκατάσταση της καρδιακής λειτουργίας που προκλήθηκε από τη βαλσαρτάνη εξασθένησε από τη 3-MA. Αντίθετα, η 3-MA μείωσε τη βελτίωση που προκλήθηκε από τη βαλσαρτάνη στην ιστολογία και το έμφραγμα της καρδιάς αρουραίου που υποβλήθηκε σε I/R βλάβη.
Η προετοιμασία με βαλσαρτάνη προκάλεσε αυτοφαγία μέσω της οδού AKT/mTOR/S6K, ανεξάρτητα από την Beclin1. Συμπερασματικά, η προετοιμασία με βαλσαρτάνη προκάλεσε αυτοφαγία μέσω της οδού AKT/mTOR/S6K, η οποία συνέβαλε στην καρδιοπροστασία έναντι της I/R βλάβης.
Για περισσότερες Πλήρεις Πληροφορίες Μηχανισμού Δράσης για τη ΒΑΛΣΑΡΤΑΝΗ (18 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από μία από του στόματος δόση, η αντιυπερτασική δράση της βαλσαρτάνης αρχίζει εντός περίπου 2 ωρών και κορυφώνεται εντός 4-6 ωρών στους περισσότερους ασθενείς.
Το φαγητό μειώνει την έκθεση στη χορηγούμενη από του στόματος βαλσαρτάνη κατά περίπου 40% και τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα κατά περίπου 50%.
Οι τιμές AUC και Cmax της βαλσαρτάνης γενικά αυξάνονται γραμμικά με την αύξηση της δόσης εντός του θεραπευτικού εύρους δόσης.
Η βαλσαρτάνη δεν συσσωρεύεται σημαντικά στο πλάσμα μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση.
Η βαλσαρτάνη, όταν χορηγείται ως από του στόματος διάλυμα, ανακτάται κυρίως στα κόπρανα (περίπου 83% της δόσης) και στα ούρα (περίπου 13% της δόσης).
Η ανάκτηση είναι κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο, με μόνο περίπου 20% της δόσης να ανακτάται ως μεταβολίτες.
Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση της βαλσαρτάνης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι μικρός (17 L), υποδεικνύοντας ότι η βαλσαρτάνη δεν κατανέμεται εκτενώς στους ιστούς.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η κάθαρση της βαλσαρτάνης από το πλάσμα είναι περίπου 2 L/ώρα και η νεφρική της κάθαρση είναι 0,62 L/ώρα (περίπου 30% της συνολικής κάθαρσης).
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα για τη μορφή κάψουλας είναι περίπου 25% (εύρος, 10-35%).
Η μέγιστη συγκέντρωση της βαλσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνεται 2 έως 4 ώρες μετά τη χορήγηση.
Η βαλσαρτάνη εμφανίζει διεκθετική κινητική αποσύνθεσης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής εξάλειψης περίπου 6 ώρες.
Η βιοδιαθεσιμότητα του εναιωρήματος είναι 1,6 φορές μεγαλύτερη από αυτή του δισκίου.
Η βαλσαρτάνη είναι υψηλά δεσμευμένη σε πρωτεΐνες του ορού (95%), κυρίως αλβουμίνη ορού.
Για περισσότερες Πλήρεις Πληροφορίες Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης για τη ΒΑΛΣΑΡΤΑΝΗ (6 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η βαλσαρτάνη είναι υψηλά δεσμευμένη σε πρωτεΐνες του ορού (95%), κυρίως αλβουμίνη ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η βαλσαρτάνη υφίσταται ελάχιστο μεταβολισμό στο ήπαρ και δεν βιομετασχηματίζεται σε μεγάλο βαθμό, καθώς μόνο περίπου 20% μιας μεμονωμένης δόσης ανακτάται ως μεταβολίτες.
Ο κύριος μεταβολίτης, που αντιστοιχεί περίπου στο 9% της δόσης, είναι η βαλαιρυλ-4-υδροξυ-βαλσαρτάνη.
Μελέτες μεταβολισμού in vitro που περιλάμβαναν ανασυνδυασμένους ενζύμους CYP 450 έδειξαν ότι το ισόμορφο CYP 2C9 είναι υπεύθυνο για τον σχηματισμό της βαλαιρυλ-4-υδροξυ-βαλσαρτάνης.
Η βαλσαρτάνη δεν αναστέλλει τα ισόμορφα CYP 450 σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις.
Οι αλληλεπιδράσεις φαρμάκων που διαμεσολαβούνται από το CYP 450 μεταξύ της βαλσαρτάνης και συγχορηγούμενων φαρμάκων είναι απίθανες λόγω του χαμηλού βαθμού μεταβολισμού.
Η βαλσαρτάνη είναι γνωστό ότι απεκκρίνεται σε μεγάλο βαθμό ως αμετάβλητη ένωση και μεταβολίζεται ελάχιστα στον άνθρωπο.
Αν και ο μόνος αξιόλογος μεταβολίτης είναι ο 4-υδροξυ-βαλαιρυλ μεταβολίτης (4-OH βαλσαρτάνη), το υπεύθυνο ένζυμο δεν έχει διευκρινιστεί προς το παρόν.
Οι παρούσες μελέτες in vitro διεξήχθησαν για τον προσδιορισμό των ενζύμων κυτοχρώματος P450 (CYP) που εμπλέκονται στον σχηματισμό της 4-OH βαλσαρτάνης.
Η βαλσαρτάνη μεταβολίστηκε σε 4-OH βαλσαρτάνη από μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος και οι γραφικές παραστάσεις Eadie-Hofstee ήταν γραμμικές.
Οι τιμές Km και Vmax για τον σχηματισμό της 4-OH βαλσαρτάνης ήταν 41,9-55,8 μM και 27,2-216,9 pmol/min/mg πρωτεΐνης, αντίστοιχα.
Υπήρξε καλή συσχέτιση μεταξύ των ρυθμών σχηματισμού της 4-OH βαλσαρτάνης και των δραστηριοτήτων υδροξυλίωσης του διφλονακίου 4’- (αντιπροσωπευτική δραστηριότητα CYP2C9) σε μικροσώματα 11 ατόμων (r = 0,889).
Δεν παρατηρήθηκε καλή συσχέτιση με καμία από τις άλλες δραστηριότητες δεικτών ενζύμων CYP (CYP2A6, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1, CYP3A4 και CYP4A).
Μεταξύ των εξεταζόμενων ανασυνδυασμένων ενζύμων CYP (CYPs 1A2, 2A6, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1, 3A4, 3A5 και 4A11), το CYP2C9 καταλυσε αξιοσημείωτα την 4-υδροξυλίωση της βαλσαρτάνης.
Για τους ειδικούς αναστολείς ή υποστρώματα CYP που εξετάστηκαν (φουραφυλλίνη, διφλονακικό, S(+)-μεφεντοΐνη, κινιδίνη και τρολεαντομυκίνη), μόνο το διφλονακικό ανέστειλε τον σχηματισμό της 4-OH βαλσαρτάνης.
Αυτά τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το CYP2C9 είναι η μόνη μορφή υπεύθυνη για την 4-υδροξυλίωση της βαλσαρτάνης σε μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος.
Αν και το CYP2C9 εμπλέκεται στον μεταβολισμό της βαλσαρτάνης, οι αλληλεπιδράσεις φαρμάκων που διαμεσολαβούνται από το CYP μεταξύ της βαλσαρτάνης και άλλων συγχορηγούμενων φαρμάκων θα είναι αμελητέες.
Η βαλσαρτάνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 4-υδροξυ-βαλσαρτάνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μετά από ενδοφλέβια (IV) χορήγηση, η βαλσαρτάνη εμφανίζει διεκθετική κινητική αποσύνθεσης, με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής εξάλειψης περίπου 6 ώρες.
Σε μια διερεύνηση φαρμακοκινητικής και φαρμακοδυναμικής σε υγιείς άνδρες εθελοντές, η βαλσαρτάνη απορροφήθηκε ταχέως με τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση να συμβαίνει 2-3 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης ήταν περίπου 4-6 ώρες, η βαλσαρτάνη μεταβολίστηκε ελάχιστα και το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου απεκκρίθηκε μέσω των κοπράνων.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ· (ιδίως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ)· Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· Α-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΔΙΩΡΩΝ ΤΟΥ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ 1 ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΙΙ. Περιλαμβάνονται ανάλογα της ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΙΙ όπως η ΣΑΡΑΛΑΣΙΝΗ και οι διφαινυλιμιδαζόλες όπως η ΛΟΣΑΡΤΑΝΗ. Ορισμένα χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΥΠΕΡΤΑΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
80M03YXJ7I
ΒΑΛΣΑΡΤΑΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αποκλειστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2
Η βαλσαρτάνη είναι ένας Αποκλειστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2.
Ο μηχανισμός δράσης της βαλσαρτάνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2.
ΒΑΛΣΑΡΤΑΝΗ
Αποκλειστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2 [EPC]· Ανταγωνιστές Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ HFrEF-ARB-Alt C09CA03HFrEF — ΑΥΑ ως εναλλακτική όταν δεν ανέχονται α-ΜΕΑΑσθενείς που δεν ανέχονται α-ΜΕΑ (βήχας/αγγειοοίδημα)Δοσολογία: 40 mg → στόχος 160 mg ×2 · Δια βίου
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 C09CA03ΒΗΜΑ 1 — Διπλός συνδυασμός
- Έναρξη φαρμακευτικής αγωγής — προτεινόμενος ο διπλός συνδυασμός
- Μονοθεραπεία μόνο σε: χαμηλό ΚΑ κίνδυνο & ΑΠ < 150/95· υψηλή-φυσιολογική ΑΠ με πολύ υψηλό κίνδυνο· κακή κατάσταση/προχωρημένη ηλικία
Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση · Συνεχής
Απόσυρση / Deprescribing
Αναστολείς υποδοχέα αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARBs)
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ· (ιδίως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ)· Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· Α-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΔΙΩΡΩΝ ΤΟΥ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ 1 ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΙΙ. Περιλαμβάνονται ανάλογα της ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΙΙ όπως η ΣΑΡΑΛΑΣΙΝΗ και οι διφαινυλιμιδαζόλες όπως η ΛΟΣΑΡΤΑΝΗ. Ορισμένα χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΥΠΕΡΤΑΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.