Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΕΚΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Πρωτότυπο

ACCUPRON

quinapril

αccuπρον

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
ACCUPRON 20MG/TAB Διακοπή
20 / TAB 5.23 €
ACCUPRON 40MG/TAB Διακοπή
40 / TAB 9.04 €
ACCUPRON 5MG/TAB Διακοπή
5 / TAB 3.20 €

ACCUPRON — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής, περίπου την ίδια ώρα της ημέρας
Δόση έναρξης:
10 mg άπαξ ημερησίως
Τιτλοποίηση:
Για υπέρταση (μονοθεραπεία): Η δοσολογία αυξάνεται (διπλασιάζοντας τη δόση) σε μια δοσολογία συντήρησης 20 mg/ημέρα μέχρι 40 mg/ημέρα συνήθως εφάπαξ ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Προσαρμογές της δοσολογίας πρέπει να γίνονται σε διαστήματα 4 εβδομάδων. Για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια: Εφόσον η αρχική δόση είναι καλώς ανεκτή, μπορεί να πραγματοποιηθεί αύξηση της δόσης μέχρι την επίτευξη αποτελεσματικής δόσης, που συνήθως κυμαίνεται από 10 mg/ημέρα έως 40 mg/ημέρα, διαιρημένη σε δύο ίσες δόσεις. Για νεφρική ανεπάρκεια: Η δόση μπορεί να αυξηθεί σε εβδομαδιαία διαστήματα με βάση την κλινική και αιμοδυναμική ανταπόκριση.
  • Ενήλικες (Υπέρταση - μονοθεραπεία)
    Δόση10 mg άπαξ ημερησίως
    Μέγ. δόση40 mg/ημέρα (συντήρηση), 80 mg/ημέρα (σε ορισμένους ασθενείς)
    Προσαρμογές της δοσολογίας πρέπει να γίνονται σε διαστήματα 4 εβδομάδων.
  • Ενήλικες (Υπέρταση - ταυτόχρονη χορήγηση διουρητικών)
    Δόση2,5 mg ημερησίως
    Για να αποφευχθεί μεγάλη πτώση της αρτηριακής πίεσης. Η δοσολογία προσαρμόζεται με στόχο την επιθυμητή ανταπόκριση.
  • Ενήλικες (Συμφορητική Καρδιακή Ανεπάρκεια)
    Δόση2,5 mg εφάπαξ ή δύο φορές ημερησίως
    Μέγ. δόση10 mg/ημέρα έως 40 mg/ημέρα (διαιρημένη σε δύο ίσες δόσεις)
    Ως συμπληρωματική θεραπεία στα διουρητικά και/ή τους καρδιακούς γλυκοζίτες. Με στενή παρακολούθηση του ασθενούς για τυχόν εμφάνιση υποτασικού συνδρόμου. Δόσεις συντήρησης 10 mg/ημέρα έως 20 mg/ημέρα, χορηγούμενα σε δύο δόσεις.
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
    Οι υποδείξεις για τη δοσολογία πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση της κρεατινίνης. Εάν η αρχική δόση είναι καλώς ανεκτή, η κιναπρίλη μπορεί να χορηγηθεί από την επόμενη μέρα, δύο φορές ημερησίως. Απουσία σημαντικής υπότασης ή επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε εβδομαδιαία διαστήματα με βάση την κλινική και αιμοδυναμική ανταπόκριση.
  • Ασθενείς με ηπατική βλάβη
    Η αρχική δόση, η ημερήσια δόση συντήρησης και η μέγιστη ημερήσια δόση θα πρέπει να καθορίζονται ανάλογα.
  • Ηλικιωμένοι
    Δόση2,5 mg εφάπαξ ημερησίως
    Αρχική δόση. Η δόση πρέπει να καθορίζεται ανάλογα.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Δεν συνιστάται η χρήση σε παιδιά.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα ή σε οποιονδήποτε άλλο α-ΜΕΑ
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος που έχει σχέση με προηγούμενη θεραπευτική αγωγή με α-ΜΕΑ
  • Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης
  • Δυναμική απόφραξη του χώρου εξόδου της αριστερής κοιλίας
  • Περίοδος γαλουχίας
  • Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m2)
  • Συνδυασμός με sacubitril/βαλσαρτάνη
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αορτική στένωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με αορτική στένωση
    Θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ή χωρίς ιστορικό αλλεργίας ή βρογχικού άσθματος
    Μπορεί να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. πορφύρα, φωτοευαισθησία, κνίδωση, νεκρωτική αγγειίτιδα, αναπνευστική δυσχέρεια, πνευμονίτιδα, πνευμονικό οίδημα, αναφυλακτικές αντιδράσεις).
  • Συμπτωματική υπόταση
    ΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς που είναι υπογκαιμικοί (λόγω θεραπείας με διουρητικά, διαιτητικού περιορισμού του άλατος, αιμοδιύλισης, διάρροιας ή εμέτων) ή πάσχουν από σοβαρή υπέρταση εξαρτώμενη από τη ρενίνη
    Πιθανότερο να συμβεί υπόταση. Σε περίπτωση υπότασης, τοποθέτηση σε ύπτια θέση και ενδοφλέβια έγχυση φυσιολογικού ορού αν απαραίτητο. Εξετάστε μείωση δόσης κιναπρίλης ή διουρητικού.
  • Συμπτωματική υπόταση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια) ή ασυμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια
    Η θεραπεία με Κιναπρίλη πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τις δύο πρώτες εβδομάδες της θεραπείας και οποτεδήποτε αυξάνεται η δοσολογία. Υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να συνδέεται με ολιγουρία, αζωθαιμία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια και θάνατο. Εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική, ίσως χρειαστεί μείωση της δόσης ή διακοπή της αγωγής.
  • Έναρξη θεραπείας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν διουρητικά
    Είναι σημαντικό να διακόπτεται προσωρινά, εφόσον είναι δυνατό, το διουρητικό για δύο ή τρεις ημέρες πριν την έναρξη θεραπείας με την κιναπρίλη. Εάν δεν είναι δυνατό να διακοπεί η χορήγηση του διουρητικού, η θεραπεία με την κιναπρίλη να ξεκινά με μικρή αρχική δόση.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
    Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <60 ml/λεπτό απαιτούν μικρότερη αρχική δόση κιναπρίλης. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς με μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή νεφραγγειακή υπέρταση
    Θεραπεία να αρχίζει σε νοσοκομείο κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές δόσεις και προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης. Η αγωγή με διουρητικά πρέπει να διακόπτεται και η νεφρική λειτουργία να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων της θεραπείας.
  • Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min
    Δεν συνιστάται θεραπεία με κιναπρίλη.
  • Αγγειοοίδημα
    Αν παρουσιασθεί συριγμός του λάρυγγα ή αγγειοοίδημα του προσώπου, της γλώσσας ή της γλωττίδας, διακοπή θεραπείας, αντικατάσταση με παράγοντα άλλης κατηγορίας και κατάλληλη αντιμετώπιση (π.χ. αδρεναλίνη, νοσηλεία, παρακολούθηση 12-24 ώρες).
  • Αγγειοοίδημα με sacubitril/βαλσαρτάνη
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ή θα λάβουν sacubitril/βαλσαρτάνη
    Ο συνδυασμός κιναπρίλης με sacubitril/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται. Να μην γίνεται έναρξη sacubitril/βαλσαρτάνης μέχρι 36 ώρες μετά την τελευταία δόση κιναπρίλης, ούτε έναρξη κιναπρίλης μέχρι 36 ώρες μετά την τελευταία δόση sacubitril/βαλσαρτάνης.
  • Αγγειοοίδημα με αναστολείς NEP
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς NEP (π.χ. ρασεκαδοτρίλη)
    Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων NEP και α-MEΑ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αγγειοοιδήματος. Χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση κινδύνου-οφέλους πριν την έναρξη θεραπείας.
  • Αγγειοοίδημα με αναστολείς mTOR ή DPP-IV
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αναστολείς mTOR (π.χ. τεμσιρόλιμους) ή αναστολείς DPP-IV (π.χ. βιλνταγλιπτίνη)
    Μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αγγειοοιδήματος. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την έναρξη χορήγησης ενός αναστολέα mTOR ή ενός αναστολέα DPP-IV σε ασθενή που ήδη λαμβάνει έναν α-ΜΕΑ.
  • Αγγειοοίδημα σε ιστορικό
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος μη σχετιζόμενο με θεραπεία με α-ΜΕΑ
    Μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης αγγειοοιδήματος όταν λαμβάνουν αγωγή με α-ΜΕΑ.
  • Αγγειοοίδημα εντέρου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν α-ΜΕΑ και εμφανίζουν κοιλιακό άλγος
    Πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση. Τα συμπτώματα υποχωρούν μετά τη διακοπή του α-ΜΕΑ.
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)
    αντένδειξη
    Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης λόγω αυξημένου κινδύνου υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας. Εάν κρίνεται απαραίτητος, μόνο υπό επίβλεψη ειδικού με συχνή παρακολούθηση.
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβητική νεφροπάθεια
    Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.
  • Φυλετικές Διαφορές
    ΠληθυσμόςΑσθενείς της μαύρης φυλής
    Εμφανίζουν υψηλότερη επίπτωση αγγειοοιδήματος και μειωμένη επίδραση στην αρτηριακή πίεση σε σύγκριση με ασθενείς που δεν ανήκουν στη μαύρη φυλή.
  • Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, νόσο του συνδετικού ιστού, ανοσοκατασταλτική αγωγή, αλλοπουρινόλη, προκαϊναμίδη, ή συνδυασμό αυτών
    Συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του αριθμού των λευκοκυττάρων. Οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ένδειξη μόλυνσης.
  • Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου και/ή νεφρική νόσο
    Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων.
  • Απευαισθητοποίηση
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αγωγή με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια θεραπείας απευαισθητοποίησης με δηλητήριο υμενοπτέρων
    Έχουν υποστεί απειλητικές για τη ζωή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Αυτός ο συνδυασμός πρέπει να αποφευχθεί.
  • Αιμοδιύλιση και Αφαίρεση χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε αιμοκάθαρση με υψηλής ροής μεμβράνες πολυακρυλονιτριλίου (AN69) ή κατά τη διάρκεια αφαίρεσης LDL με θειική δεξτράνη
    Πολύ πιθανό να εμφανίσουν αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Αυτός ο συνδυασμός θα πρέπει να αποφευχθεί, είτε με τη χρήση εναλλακτικών αντιυπερτασικών φαρμάκων ή με τη χρήση εναλλακτικών μεμβρανών για αιμοκάθαρση.
  • Επηρεασμένη ηπατική λειτουργία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία ή εξελισσόμενη ηπατική νόσο
    Η κιναπρίλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Μπορεί να προκύψουν μικρές μεταβολές του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών που να οδηγήσουν σε ηπατικό κώμα. Προσαρμογή δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη.
  • Επηρεασμένη ηπατική λειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν ίκτερο ή σαφώς αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων κατά τη θεραπεία με α-ΜΕΑ
    Θα πρέπει να διακόψουν την κιναπρίλη και να λάβουν την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
  • Κύηση
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΓυναίκες σε κύηση ή που σχεδιάζουν κύηση
    Δεν πρέπει να ξεκινά θεραπεία με α-ΜΕΑ. Σε περίπτωση διαπίστωσης κύησης, η θεραπεία με α-ΜΕΑ πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία.
  • Λακτόζη
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης/γαλακτόζης
    Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν αυτό το φάρμακο.
  • Βήχας
    Ο βήχας που προκαλείται από α-ΜΕΑ πρέπει να εξετάζεται στα πλαίσια της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.
  • Χειρουργική επέμβαση/Αναισθησία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια της αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπόταση
    Η κιναπρίλη μπορεί να μπλοκάρει το σχηματισμό αγγειοτενσίνης ΙΙ, οδηγώντας σε υπόταση. Εάν εμφανισθεί υπόταση, μπορεί να διορθωθεί με αύξηση του όγκου του αίματος. Εάν δεν είναι δυνατόν να διακοπεί η χορήγηση του α-ΜΕΑ, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για τη διατήρηση του κυκλοφορούντος όγκου αίματος.
  • Υπερκαλιαιμία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνοι που λαμβάνουν ταυτόχρονα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, ή άλλα φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα του καλίου στον ορό
    Συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου στον ορό. Τα συμπληρώματα καλίου ή τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά γενικά δε συνιστώνται.
  • Υπερκαλιαιμία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε ταυτόχρονη θεραπεία με διουρητικά προστατευτικά της απώλειας καλίου
    Η έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας να γίνεται με προσοχή και οι τιμές καλίου στον ορό να παρακολουθούνται συχνά.
  • Υπογλυκαιμία σε διαβητικούς ασθενείς
    ΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες ή ινσουλίνη
    Ο γλυκαιμικός έλεγχος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, ιδιαίτερα κατά τον πρώτο μήνα της αγωγής με έναν α-ΜΕΑ.
  • Στένωση βαλβίδων/Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της ροής εξώθησης της αριστερής κοιλίας (όπως αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια)
    Οι α-ΜΕΑ θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή.
  • Μεταμόσχευση νεφρού
    ΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού
    Δεν υπάρχει σχετική εμπειρία από τη χορήγηση του φαρμάκου.
  • Ηλικιωμένοι
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς
    Συνιστάται η χορήγηση χαμηλών δόσεων αρχικά και αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της θεραπείας.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΠαιδιά
    Δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά.
  • Πρωτεϊνουρία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα βλάβη της νεφρικής λειτουργίας ή όταν χορηγούνται σχετικά υψηλές δόσεις των α-ΜΕΑ
    Μπορεί να παρουσιαστεί.
  • Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό
    Δεν συνιστάται η χορήγηση φαρμάκων που δρουν μέσω της αναστολής του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Τετρακυκλίνη, Άλλα Φάρμακα Που Αλληλεπιδρούν με Μαγνήσιο
    προσοχή
    Μείωση της απορρόφησης των τετρακυκλινών (περίπου 28-37%)
    ΣύστασηΗ αλληλεπίδραση αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
  • Διουρητικά
    προσοχή
    Υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης (υπόταση)
    ΣύστασηΔιακοπή του διουρητικού λίγες ημέρες πριν, ή μείωση της δόσης έναρξης της κιναπρίλης, ιατρική επίβλεψη μέχρι και δύο ώρες μετά την αρχική δόση της κιναπρίλης.
  • Φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα του καλίου του ορού (καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, άλατα καλίου, σουλφαμεθοξαζόλη/τριμεθοπρίμη)
    προσοχή
    Σημαντική αύξηση του καλίου του ορού, σοβαρή υπερκαλιαιμία
    ΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή και με τον κατάλληλο έλεγχο των επιπέδων καλίου του ορού.
  • Χειρουργική επέμβαση / Αναισθησία
    προσοχή
    Υπόταση λόγω μπλοκαρίσματος του σχηματισμού αγγειοτενσίνης ΙΙ
    ΣύστασηΠρέπει να δίδεται προσοχή, η υπόταση μπορεί να διορθωθεί με αύξηση του όγκου του αίματος.
  • προσοχή
    Ελάττωση της απέκκρισης του λιθίου, αυξημένα επίπεδα λιθίου στον ορό και συμπτώματα τοξικότητας λιθίου. Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας αν χορηγείται και διουρητικό.
    ΣύστασηΤα επίπεδα του λιθίου του ορού πρέπει να παρακολουθούνται συχνά.
  • Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ)
    προσοχή
    Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης, αύξηση του καλίου του ορού, επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας (πιθανή οξεία νεφρική ανεπάρκεια).
    ΣύστασηΗ νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται περιοδικά.
  • Άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν αγγειοοίδημα (αναστολείς mTOR, αναστολείς DPP-IV)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος εκδήλωσης αγγειοοιδήματος.
    ΣύστασηΠρέπει να δίδεται προσοχή κατά την έναρξη χορήγησης σε ασθενή που ήδη λαμβάνει α-ΜΕΑ.
  • Αναστολείς NEP (sacubitril, βαλσαρτάνη)
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης αγγειοοιδήματος.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να γίνεται έναρξη της sacubitril/βαλσαρτάνης μέχρι 36 ώρες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης κιναπρίλης. Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη της κιναπρίλης μέχρι 36 ώρες μετά την τελευταία δόση sacubitril/βαλσαρτάνης.
  • Άλλοι αναστολείς NEP (ρασεκαδοτρίλη)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης αγγειοοιδήματος.
  • Χρυσός (ενέσιμος χρυσός - χρυσοθειομηλικό νάτριο)
    παρακολούθηση
    Νιτριτοειδείς αντιδράσεις (έξαψη προσώπου, ναυτία, έμετος, υπόταση).
  • Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, συστηματικά κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδη
    παρακολούθηση
    Αυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
  • Οινόπνευμα, βαρβιτουρικά ή ναρκωτικά
    προσοχή
    Αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης ορθοστατικής υπότασης.
  • Άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα
    παρακολούθηση
    Αθροιστική ή ενισχυτική δράση.
  • Μη σημαντικές μεταβολές των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της ατορβαστατίνης.
  • Προπρανολόλη, υδροχλωροθειαζίδη, διγοξίνη ή σιμετιδίνη
    Δεν παρατηρήθηκαν κλινικώς σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις.
  • Η αντιπηκτική δράση δεν μεταβλήθηκε σημαντικά.
  • Αντιόξινα
    προσοχή
    Μείωση της βιοδιαθεσιμότητας της κιναπρίλης.
  • Αντιδιαβητικά φάρμακα (από του στόματος υπογλυκαιμικά φάρμακα και ινσουλίνη)
    προσοχή
    Ενίσχυση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, υπογλυκαιμία.
    ΣύστασηΟ γλυκαιμικός έλεγχος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, ιδιαίτερα κατά τον πρώτο μήνα της αγωγής.
  • Συμπαθητικομιμητικά
    παρακολούθηση
    Ελάττωση των αντιυπερτασικών ιδιοτήτων των αναστολέων του ΜΕΑ.
    ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά ώστε να επιβεβαιώνεται ότι επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα.
  • Τροφή
    Δεν υπάρχει αλληλεπίδραση.
  • Διπλός αποκλεισμός του Συστήματος Ρενίνης - Αγγειοτενσίνης (RAAS) (π.χ. αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης)
    αντένδειξη
    Υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων όπως υπόταση, υπερκαλιαιμία και μειωμένη νεφρική λειτουργία.
    ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Αιμολυτική αναιμία
  • Ουδετεροπενία
  • Θρομβοπενία
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
Μεταβολισμός
  • Υπερκαλιαιμία
  • Υπονατριαιμία
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Συγχυτική κατάσταση
  • Κατάθλιψη
  • Νευρικότητα
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
  • Παραισθησία
  • Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
  • Υπνηλία
  • Διαταραχή ισορροπίας
  • Συγκοπή
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
  • Ίλιγγος
  • Δυσγευσία
Οφθαλμικές
  • Αμβλυωπία
  • Θαμπή όραση
Αυτί
  • Εμβοές
Καρδιά
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Στηθάγχη
  • Ταχυκαρδία
  • Αίσθημα παλμών
Αγγειακές
  • Υπόταση
  • Αγγειοδιαστολή
  • Ορθοστατική υπόταση
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
  • Ξηρότητα φάρυγγα
  • Ηωσινοφιλική πνευμονία
  • Βρογχόσπασμος
  • Ρινίτιδα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Απόφραξη των ανώτερων αεραγωγών από αγγειοοίδημα (που μπορεί να αποβεί μοιραίο)
Γαστρεντερικό
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Δυσπεψία
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ναυτία
  • Μετεωρισμός
  • Ξηροστομία
  • Γλωσσίτιδα
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ειλεός
  • Αγγειοοίδημα λεπτού εντέρου
  • Παγκρεατίτιδα
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
  • Χολοστατικός ίκτερος
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
Δέρμα
  • Αγγειοοίδημα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Υπεριδρωσία
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Πέμφιγα
  • Κνίδωση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
  • Αλωπεκία
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Ψωριασική δερματίτιδα
  • Διαταραχές του δέρματος που μπορεί να σχετίζονται με πυρεξία, πόνο στους μυς και τις αρθρώσεις (μυαλγίες, αρθραλγίες, αρθρίτιδα), αγγειακή φλεγμονή (αγγειίτιδα), φλεγμονή ορωδών ιστών και συγκεκριμένες μεταβολές σε εργαστηριακές τιμές (ηωσινοφιλία, λευκοκυττάρωση και/ή αντιπυρηνικά αντισώματα αυξημένα, Ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων αυξημένη)
Μυοσκελετικό
  • Οσφυαλγία
  • Μυαλγία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική δυσλειτουργία
  • Πρωτεϊνουρία
Αναπαραγωγικό
  • Στυτική δυσλειτουργία
Γενικές
  • Κόπωση
  • Αδυναμία
  • Θωρακικό άλγος
  • Γενικευμένο οίδημα
  • Πυρεξία
  • Περιφερικό οίδημα
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
  • Μειωμένος αιματοκρίτης
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Μειώσεις στον αιματοκρίτη και στο WCXC
  • Αιμολυτική αναιμία (σε ασθενείς με συγγενή ανεπάρκεια G-6-PDH)
Λοιμώξεις
  • Φαρυγγίτιδα
  • Βρογχίτιδα
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
  • Ουρολοίμωξη
  • Παραρρινοκολπίτιδα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αδυναμία
    Γενικές
    Συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Υπερκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αγγειοδιαστολή
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αμβλυωπία
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Γενικευμένο οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ξηρότητα φάρυγγα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Παραρρινοκολπίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Πρωτεϊνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Στηθάγχη
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Γλωσσίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Διαταραχή ισορροπίας
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Ηωσινοφιλική πνευμονία
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Πέμφιγα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα λεπτού εντέρου
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Ειλεός
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Πολύ σπάνιες
  • Ψωριασική δερματίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Αιμολυτική αναιμία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Αιμολυτική αναιμία (σε ασθενείς με συγγενή ανεπάρκεια G-6-PDH)
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Απόφραξη των ανώτερων αεραγωγών από αγγειοοίδημα (που μπορεί να αποβεί μοιραίο)
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Μη γνωστές
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές του δέρματος που μπορεί να σχετίζονται με πυρεξία, πόνο στους μυς και τις αρθρώσεις (μυαλγίες, αρθραλγίες, αρθρίτιδα), αγγειακή φλεγμονή (αγγειίτιδα), φλεγμονή ορωδών ιστών και συγκεκριμένες μεταβολές σε εργαστηριακές τιμές (ηωσινοφιλία, λευκοκυττάρωση και/ή αντιπυρηνικά αντισώματα αυξημένα, Ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων αυξημένη)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Μειωμένος αιματοκρίτης
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Μειώσεις στον αιματοκρίτη και στο WCXC
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Χολοστατικός ίκτερος
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Η χρήση των α-ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η χρήση των α-ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι επιδημιολογικές ενδείξεις σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά την έκθεση σε α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης δεν οδήγησαν σε οριστικά συμπεράσματα. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια μικρή αύξηση εμφάνισης κινδύνου. Ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες που έχουν καθιερωμένο προφίλ ασφαλείας για χρήση κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με α-ΜΕΑ θεωρείται απολύτως αναγκαία. Εάν διαπιστωθεί κύηση κατά τη χρήση του φαρμάκου, η θεραπεία με α-ΜΕΑ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα και αν απαιτείται, θα πρέπει να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση σε θεραπεία α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι επιφέρει εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υποκαλιαιμία) (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εαν έχει πραγματοποιηθεί έκθεση σε α-ΜΕΑ κατά το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνεται έλεγχος με υπερηχογράφημα της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες λάμβαναν α-ΜΕΑ θα πρέπει να παρακολουθηθούν προσεκτικά για υπόταση (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Έχουν αναφερθεί σε σχέση με το ολιγοϋδράμνιο, βράχυνση των άκρων, κρανιοπροσωπικές δυσμορφίες, υποπλαστική ανάπτυξη πνευμόνων και καθυστέρηση της ενδομήτριας ανάπτυξης. Οι γυναίκες που μένουν έγκυες ενώ λαμβάνουν κάποιο α-ΜΕΑ πρέπει να ενημερώνονται για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο, ακόμα και εάν έχουν εκτεθεί μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Στις εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις όπου οι ασθενείς δεν μπορούν να αποφύγουν τη λήψη α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης πρέπει να ενημερώνονται για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο. Πρέπει να πραγματοποιείται συχνά υπερηχογραφικός έλεγχος για την ανίχνευση ολιγοϋδράμνιου. Οι ασθενείς και οι ιατροί θα πρέπει να είναι, ωστόσο, ενήμεροι ότι το ολιγοϋδράμνιο μπορεί να μην διαγνωστεί έως ότου το έμβρυο υποστεί μη αναστρέψιμη βλάβη. Εάν εμφανιστεί ολιγοϋδράμνιο, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί, εκτός και εάν θεωρείται σημαντικό για τη ζωή της μητέρας. Τα βρέφη που εκτέθηκαν σε α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για υπόταση, ολιγουρία και υπερκαλιαιμία. Η ολιγουρία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με διατήρηση της πίεσης του αίματος και της νεφρικής λειτουργίας. Έχουν επίσης αναφερθεί καθυστέρηση της ενδομήτριας ανάπτυξης, γεννήσεις πρόωρων, ανοικτός αρτηριακός πόρος και θάνατος των εμβρύων, αλλά δεν έχει απόλυτα διευκρινισθεί εάν σχετίζονται με την αναστολή του ΜΕΑ ή την υποκείμενη νόσο της μητέρας.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Από περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα καταδεικνύεται ότι εμφανίζονται πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα (βλ. Φαρμακοκινητικές). Αν και αυτές οι συγκεντρώσεις φαίνονται να είναι κλινικά μη σημαντικές, η χρήση κιναπρίλης κατά το θηλασμό δεν συνιστάται για τα πρόωρα νεογνά και για τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό, λόγω του δυνητικού κινδύνου καρδιαγγειακών και νεφρικών επιδράσεων και επειδή δεν υπάρχει αρκετή κλινική εμπειρία. Στην περίπτωση ενός μεγαλύτερου βρέφους, η χρήση κιναπρίλης από τη θηλάζουσα μητέρα μπορεί να εξεταστεί ως ενδεχόμενο, εφόσον είναι αναγκαία για τη μητέρα και το βρέφος παρακολουθείται για τυχούσα ανεπιθύμητη ενέργεια.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Η υδροχλωρική κιναπρίλη είναι ένα άλας της κιναπρίλης, που είναι ο αιθυλικός εστέρας ενός μη σουλφυδρυλωμένου α-ΜΕΑ, του quinaprilat.

Μηχανισμός δράσης

Η κιναπρίλη διασπάται ταχέως σε quinaprilat (quinapril diacid, τον κυριότερο μεταβολίτη της), η οποία σε μελέτες στον άνθρωπο και τα ζώα απεδείχθη ότι αποτελεί ισχυρό ΜΕΑ. Οι ευεργετικές επιδράσεις των α-ΜΕΑ στην υπέρταση και την καρδιακή ανεπάρκεια φαίνεται να είναι αποτέλεσμα κυρίως της καταστολής του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης στο πλάσμα. Η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα, που έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αγγειοσυσπαστικής δράσης και ελάττωση έκκρισης της αλδοστερόνης. Αν και η τελευταία μείωση είναι μικρή, μπορεί να παρατηρηθούν μικρές αυξήσεις της συγκέντρωσης του καλίου στον ορό, ταυτόχρονα με απώλεια νατρίου και υγρών.

Η διακοπή του φαινομένου της αρνητικής παλίνδρομης τροφοδότησης (negative feedback) της αγγειοτενσίνης ΙΙ στην έκκριση της ρενίνης έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της δράσης της ρενίνης στο πλάσμα.

Μία άλλη λειτουργία του μετατρεπτικού ενζύμου είναι να αποικοδομεί το ισχυρά αγγειοδιασταλτικό πεπτίδιο της κινίνης, τη βραδυκινίνη, σε ανενεργούς μεταβολίτες. Άρα η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της δράσης του κυκλοφορούντος τοπικού συστήματος καλικρεΐνης-κινίνης, το οποίο συμβάλλει σε περιφερική αγγειοδιαστολή ενεργοποιώντας το σύστημα των προσταγλανδινών. Είναι δυνατόν ο μηχανισμός αυτός να εμπλέκεται στην υποτασική δράση των αναστολέων του ΜΕΑ και να είναι υπεύθυνος για ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Ενώ ο κύριος μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της κιναπρίλης πιστεύεται ότι ασκείται μέσω του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης, η κιναπρίλη εξασκεί αντιυπερτασικές δράσεις ακόμα και σε ασθενείς με υπέρταση χαμηλών επιπέδων ρενίνης. Η μονοθεραπεία με κιναπρίλη ήταν μια αποτελεσματική αντιυπερτασική αγωγή σε όλες τις φυλές στις οποίες μελετήθηκε, αν και ήταν κάπως λιγότερο αποτελεσματική σε άτομα της μαύρης φυλής (πληθυσμιακή ομάδα που συνήθως επικρατούν χαμηλά επίπεδα ρενίνης) από ότι σε άτομα που δεν ανήκουν στην μαύρη φυλή.

Το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης είναι πανομοιότυπο με την κινινάση II, ένα ένζυμο που διασπά τη βραδυκινίνη, ένα ισχυρό αγγειοδιασταλτικό πεπτίδιο. Παραμένει να διευκρινιστεί εάν τα αυξημένα επίπεδα της βραδυκινίνης παίζουν κάποιο ρόλο στην θεραπευτική δράση της κιναπρίλης.

Σε μελέτες με πειραματόζωα η αντιυπερτασική δράση της κιναπρίλης διαρκεί περισσότερο της ανασταλτικής επίδρασης των κυκλοφορούντων α-ΜΕΑ, ενώ, η αναστολή του ΜΕΑ στους ιστούς συνδέεται πιο πολύ με τη διάρκεια του αντιυπερτασικού αποτελέσματος.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Οι α-ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της κιναπρίλης, μπορεί να ενισχύσουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη.

Σε ασθενείς με υπέρταση η χορήγηση των α-ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ύπτια και όρθια θέση, στον ίδιο περίπου βαθμό, χωρίς αντισταθμιστική αύξηση του καρδιακού ρυθμού. Οι περιφερικές αρτηριακές αντιστάσεις μειώνονται χωρίς καμία μεταβολή ή αύξηση της καρδιακής παροχής. Υπάρχει μία αύξηση στη νεφρική ροή αίματος και ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης παραμένει συνήθως αμετάβλητος. Η επίτευξη της μείωσης της αρτηριακής πίεσης στα ιδανικά επίπεδα μπορεί να απαιτήσει μερικές εβδομάδες θεραπείας σε ορισμένους ασθενείς. Οι αντιυπερτασικές ιδιότητες διατηρούνται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία. Η απότομη διακοπή της θεραπείας δεν έχει συσχετισθεί με ταχεία αύξηση της πίεσης του αίματος.

Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια οι αιμοδυναμικές επιδράσεις από τη θεραπεία με α-ΜΕΑ προκύπτουν από την αρτηριακή και φλεβική αγγειοδιαστολή. Η συστηματική αγγειακή αντίσταση μειώνεται και η φλεβική χωρητικότητα αυξάνεται. Επομένως, το προφορτίο και το μεταφορτίο μειώνονται. Οι συνέπειες είναι μείωση της πίεσης πλήρωσης της αριστερής κοιλίας/τριχοειδικής πίεσης (wedge) και αύξηση της καρδιακής παροχής. Ο καρδιακός ρυθμός παραμένει αμετάβλητος ή μπορεί και να μειωθεί. Κλινικά, τα σημεία και τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας θα βελτιωθούν και η ικανότητα για άσκηση θα αυξηθεί. Αυτές οι επιδράσεις διατηρούνται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία.

Η χορήγηση δόσεων κιναπρίλης από 10 mg έως 40 mg σε ασθενείς με ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση προκαλεί ελάττωση της πίεσης του αίματος τόσο σε όρθια όσο και σε καθιστή θέση, με ελάχιστη επίδραση στον καρδιακό ρυθμό. Η αντιυπερτασική δράση αρχίζει εντός 1 ώρας, ενώ η μέγιστη ανταπόκριση παρατηρείται συνήθως 2 έως 4 ώρες μετά τη λήψη. Σε μερικούς ασθενείς ίσως χρειαστεί θεραπεία 2 εβδομάδων για να επιτευχθεί η μέγιστη μείωση της πιέσεως του αίματος. Στη συνιστώμενη δοσολογία, η ελάττωση της πιέσεως του αίματος διαρκεί όλο το 24ώρο και συνεχίζεται κατά τη διάρκεια μακράς θεραπευτικής αγωγής.

Αιμοδυναμικές εκτιμήσεις σε ασθενείς με υπέρταση υποδεικνύουν ότι η μείωση της αρτηριακής πίεσης που προκαλείται από την κιναπρίλη συνοδεύεται από μείωση στην συνολική περιφερική αντίσταση και στη νεφρική αγγειακή αντίσταση με μικρή ή καθόλου επίδραση στον καρδιακό ρυθμό, στον καρδιακό δείκτη, στη νεφρική ροή του αίματος, στο GFR ή στο κλάσμα κάθαρσης.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με θειαζιδικά διουρητικά και/ή η προσθήκη στη θεραπευτική αγωγή β-αναστολέων, αυξάνει την αντιυπερτασική δράση του Κιναπρίλη, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται μεγαλύτερη μείωση της αρτηριακής πίεσης από ότι με κάθε φάρμακο χωριστά.

Το θεραπευτικό αποτέλεσμα εμφανίζεται να είναι το ίδιο για ηλικιωμένους (≥ 65 ετών) και νεότερους ασθενείς που λαμβάνουν τις ίδιες δόσεις ημερησίως, ενώ δεν παρατηρείται αύξηση της συχνότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στους ηλικιωμένους ασθενείς.

Η χορήγηση κιναπρίλης σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια μειώνει τις αντιστάσεις των περιφερικών αγγείων, τη μέση αρτηριακή πίεση (συστολική και διαστολική πίεση του αίματος) και την πίεση των πνευμονικών τριχοειδών, ενώ αυξάνει την καρδιακή παροχή.

Σε ασθενείς με διαγνωσμένη στεφανιαία νόσο (CAD) αλλά χωρίς έκδηλη υπέρταση ή καρδιακή ανεπάρκεια, η κιναπρίλη βελτιώνει τη μη φυσιολογική λειτουργία του ενδοθηλίου, όπως μετράται στις στεφανιαίες και βραχιόνιες αρτηρίες. Η κιναπρίλη βελτιώνει την ενδοθηλιακή λειτουργία με μηχανισμούς που έχουν ως αποτέλεσμα την αυξημένη διαθεσιμότητα του οξειδίου του αζώτου. Η μη φυσιολογική ενδοθηλιακή λειτουργία θεωρείται ένας σημαντικός παθοφυσιολογικός μηχανισμός στην CAD. Η κλινική σημασία της βελτίωσης της λειτουργίας του ενδοθηλίου δεν έχει εξακριβωθεί.

Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET και η VA NEPHRON-D) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Η ALTITUDE ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν α-ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία), αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητική

Μετά την από του στόματος χορήγηση, η μέγιστη συγκέντρωση της κιναπρίλης στο πλάσμα παρατηρείται εντός 1 ώρας. Βάσει της επανάκτησης της κιναπρίλης και των μεταβολιτών της στα ούρα, τουλάχιστον το 60% της από του στόματος χορηγούμενης δόσεως της κιναπρίλης απορροφάται από το γαστρεντερικό σύστημα. Το 38% της από του στόματος χορηγούμενης κιναπρίλης βρίσκεται στην κυκλοφορία ως quinaprilat. Η κιναπρίλη έχει ημιπερίοδο ζωής στο πλάσμα περίπου 1 ώρα.

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις του quinaprilat στο πλάσμα παρατηρούνται περίπου 2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση της κιναπρίλης. Το quinaprilat απεκκρίνεται κυρίως δια των νεφρών και μετά τη συσσώρευση του φαρμάκου η ημιπερίοδος ζωής του είναι περίπου 3 ώρες. Περίπου το 97% των κυκλοφορούντων στο πλάσμα κιναπρίλης ή quinaprilat, είναι συνδεδεμένο με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η ημιπερίοδος ζωής της απομάκρυνσης του quinaprilat αυξάνει όσο ελαττώνεται η κάθαρση κρεατινίνης. Φαρμακοκινητικές μελέτες σε ασθενείς υπό χρόνια αιμοκάθαρση ή συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή διύλιση, που πάσχουν από νεφρικές παθήσεις και βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο, δείχνουν ότι η διύλιση επηρεάζει ελάχιστα την απομάκρυνση της κιναπρίλης και του quinaprilat. Υπάρχει γραμμική συσχέτιση μεταξύ της κάθαρσης του quinaprilat από το πλάσμα και της κάθαρσης κρεατινίνης. Επίσης στους ηλικιωμένους ασθενείς (≥65 ετών), η απομάκρυνση του quinaprilat μειώνεται και έχει άμεση σχέση με την κατάσταση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Δοσολογία).

Λόγω μειωμένης αποεστεροποιήσεως της κιναπρίλης οι συγκεντρώσεις του quinaprilat στο πλάσμα σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση μειώνονται. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η κιναπρίλη και οι μεταβολίτες της δεν διαπερνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

Φαρμακοκινητική στους ηλικιωμένους:

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς εμφάνισαν αυξημένη AUC και αυξημένα επίπεδα quinaprilat σε σύγκριση με τις τιμές που παρατηρήθηκαν σε νεότερους ασθενείς. Αυτό φαίνεται να συσχετίζεται περισσότερο με τη μειωμένη νεφρική λειτουργία παρά με την ηλικία καθεαυτή. Σε ελεγχόμενες και μη ελεγχόμενες κλινικές μελέτες όπου το 21% των ασθενών ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω, σε γενικές γραμμές δεν παρατηρήθηκαν διαφορές ως προς την αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια μεταξύ ηλικιωμένων και νεότερων ασθενών. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η εμφάνιση μεγαλύτερης ευαισθησίας σε ηλικιωμένα άτομα.

Γαλουχία

Μετά από μια εφάπαξ από του στόματος δόση 20 mg κιναπρίλης σε έξι θηλάζουσες γυναίκες, ο λόγος Μ/Ρ (milk/plasma ratio) για την κιναπρίλη ήταν 0,12. Η κιναπρίλη δεν ανιχνεύθηκε στο γάλα μετά από 4 ώρες μετά τη δόση. Τα επίπεδα quinaprilat στο γάλα ήταν μη ανιχνεύσιμα (< 5 μg/L) σε όλα τα χρονικά σημεία. Υπολογίζεται ότι ένα θηλάζον βρέφος θα ελάμβανε περίπου 1,6% της μητρικής ρυθμισμένης κατά βάρος δόσης του quinaprilat.

Μηχανισμός δράσης
Υπάρχουν δύο ισομορφές ACE: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μια μονή πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277; και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι παίζει ρόλο στην ωρίμανση του σπέρματος…
Φαρμακοδυναμική
Η υδροχλωρική κιναπρίλη είναι ένα άλας της κιναπρίλης, που είναι ο αιθυλικός εστέρας ενός μη σουλφυδρυλωμένου α-ΜΕΑ, του quinaprilat. ### Μηχανισμός δράσης Η κιναπρίλη διασπάται ταχέως σε quinaprilat (quinapril diacid, τον κυριότερο μεταβολίτη…
Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητική Μετά την από του στόματος χορήγηση, η μέγιστη συγκέντρωση της κιναπρίλης στο πλάσμα παρατηρείται εντός 1 ώρας. Βάσει της επανάκτησης της κιναπρίλης και των μεταβολιτών της στα ούρα, τουλάχιστον το 60% της από του στόματος…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η κιναπρίλη απο-εστεροποιείται σε ενεργή κιναπριλάτη ή αφυδατώνεται για να σχηματίσει την ανενεργή PD109488. Η PD109488 μπορεί να υποστεί O-δεαιθυλίωση για να σχηματίσει έναν άλλο ανενεργό μεταβολίτη, την PD113413. Ηπατικός. Οδός Απέκκρισης:…
Απέκκριση
Νεφρά
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

quinapril

ATC4 Φαρμακολογική Ομάδα

Κωδικός ATC5

pill