TOLTERODINE
Τολτεροδίνη
Για τη θεραπεία της **υπερδραστήριας κύστης** (με συμπτώματα συχνουρίας, επιτακτικής ούρησης ή ακράτειας λόγω επιτακτικής ανάγκης).
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-TOLDESOR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: Μία φορά ημερησίως
- Δόση έναρξης: 4 mg
- Τιτλοποίηση: Σε περίπτωση εμφάνισης ενοχλητικών ανεπιθύμητων ενεργειών η δόση μπορεί να μειωθεί από τα 4 mg στα 2 mg μία φορά ημερησίως.
-
Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων ηλικιωμένων ατόμων)Δόση4 mg μία φορά ημερησίωςΣε περίπτωση εμφάνισης ενοχλητικών ανεπιθύμητων ενεργειών η δόση μπορεί να μειωθεί από τα 4 mg στα 2 mg μία φορά ημερησίως. Τα σκληρά καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορούν να λαμβάνονται με ή χωρίς τροφή και πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα. Μετά την πάροδο 2-3 μηνών θα πρέπει να επανεκτιμηθεί το αποτέλεσμα της θεραπείας.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR < 30 ml/min)Δόση2 mg μία φορά ημερησίως(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές)
block
SPC-TOLDESOR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
Επίσχεση ούρων
-
Μη ελεγχόμενο γλαύκωμα κλειστής γωνίας
-
Βαρεία μυασθένεια (myasthenia gravis)
-
Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα
-
Τοξικό μεγάκολον
warning
SPC-TOLDESOR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Σημαντική απόφραξη του ουρηθρικού στομίου της ουροδόχου κύστης με επαπειλούμενη επίσχεση ούρων
-
Αποφρακτικές βλάβες του γαστρεντερικού σωλήνα, π.χ. στένωση του πυλωρού
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια(βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
-
Ηπατική νόσοΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική νόσο(βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
-
Νευροπάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος
-
Κήλη του οισοφαγικού τρήματος
-
Κίνδυνος για μειωμένη γαστρεντερική κινητικότητα
-
Παράταση του διαστήματος QTcΗ τολτεροδίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT συμπεριλαμβανομένων των εξής: Συγγενής ή τεκμηριωμένη επίκτητη παράταση του διαστήματος QT, Διαταραχές ηλεκτρολυτών όπως υπερκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία και υποασβεστιαιμία, Βραδυκαρδία, Σχετικές προϋπάρχουσες καρδιακές νόσοι (δηλ. καρδιομυοπάθεια, ισχαιμία του μυοκαραδίου, αρρυθμία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια), Συγχορήγηση φαρμάκων για τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT συμπεριλαμβα-νομένων των αντιρρυθμικών της κατηγορίας IA (π.χ. κινιδίνη, προκαϊναμίδη) και κατηγορίας III (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη). Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Θα πρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Οργανικά αίτια της επιτακτικής ούρησης και συχνουρίαςΠριν από την θεραπεία να ελεγχθούν τα οργανικά αίτια της επιτακτικής ούρησης και συχνουρίας.
-
ΛακτόζηΤο φάρμακο αυτό περιέχει περίπου 67,2mg λακτόζης (33,6mg γλυκόζης και 33,6mg γαλακτόζης) ανά δόση. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο αυτό.
-
ΝάτριοΤο φάρμακο αυτό περιέχει 0,00404 mmol (ή 0,092988 mg) νατρίου ανά δόση. Το γεγονός αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση ασθενών που ακολουθούν δίαιτα ελεγχόμενης πρόσληψης νατρίου.
swap_horiz
SPC-TOLDESOR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (αντιβιοτικά μακρολίδες, αντιμυκητιασικοί παράγοντες, αντιπρωτεάσες)Μη συνιστώμενη ταυτόχρονη θεραπείαΑυξημένες συγκεντρώσεις τολτεροδίνης στον ορό σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό CYP2D6 με κίνδυνο υπερδοσολογίας
-
Φάρμακα με αντιμουσκαρινικές ιδιότητεςΠαρακολούθησηΕντονότερη θεραπευτική δράση και ανεπιθύμητες ενέργειες
-
Αγωνιστές των μουσκαρινικών χολινεργικών υποδοχέωνΠαρακολούθησηΜείωση της θεραπευτικής δράσης της τολτεροδίνης
-
Αντιμουσκαρινικοί παράγοντεςΠαρακολούθησηΜείωση της γαστρεντερικής κινητικότητας, ενδεχόμενη επίδραση στην απορρόφηση άλλων φαρμάκων
-
Προκινητικά (μετοκλοπραμίδη, σισαπρίδη)ΠαρακολούθησηΜείωση της δράσης τους
-
Φλουοξετίνη (ισχυρός αναστολέας της CYP2D6)ΠαρακολούθησηΔεν προκαλεί κλινικώς σημαντική αλληλεπίδραση
-
ΠαρακολούθησηΔεν έδειξε αλληλεπίδραση
-
Συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά (αιθυνυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη)ΠαρακολούθησηΔεν έδειξε αλληλεπίδραση
sick
SPC-TOLDESOR
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μη ειδική υπερευαισθησία
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Νευρικότητα
- Σύγχυση
- Ψευδαισθήσεις
- Αποπροσανατολισμός
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Διαταραχή της μνήμης
- Ξηροφθαλμία
- Διαταραχές οράσεως (περιλαμβ. διαταραχών προσαρμογής)
- Ίλιγγος
- Αίσθημα παλμών
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Αρρυθμία
- Ταχυκαρδία
- Έξαψη
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακό άλγος
- Μετεωρισμός
- Διάρροια
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Έμετος
- Αγγειοοίδημα
- Ξηροδερμία
- Δυσουρία
- Επίσχεση ούρων
- Κόπωση
- Περιφερικό οίδημα
- Θωρακικό άλγος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνές (≥1/10)Ξηροστομία
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Παραρινοκολπίτιδα
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Νευρικότητα
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Ζάλη
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Υπνηλία
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Κεφαλαλγία
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)ΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Διαταραχές οράσεως (περιλαμβ. διαταραχών προσαρμογής)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Ίλιγγος
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Αίσθημα παλμών
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Καρδιακή ανεπάρκεια
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Αρρυθμία
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Έξαψη
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Δυσπεψία
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Δυσκοιλιότητα
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Κοιλιακό άλγος
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Μετεωρισμός
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Διάρροια
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Κόπωση
-
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)Περιφερικό οίδημα
-
Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)Μη ειδική υπερευαισθησία
-
Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)ΣύγχυσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)ΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)ΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)ΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)Διαταραχή της μνήμηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)ΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)Γαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)ΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)ΔυσουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)Θωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)Αναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)ΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)ΞηροδερμίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)Επίσχεση ούρωνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
pregnant_woman
SPC-TOLDESOR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηδεν συνιστάταιΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της τολτεροδίνης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έδειξαν τοξικότητα αναπαραγωγής (βλ. Φαρμακοκινητική). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν στοιχεία σε σχέση με την απέκκριση της τολτεροδίνης στο μητρικό γάλα στον άνθρωπο.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν είναι διαθέσιμα στοιχεία από μελέτες γονιμότητας.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-TOLDESOR
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Ουρογεννητικό σύστημα και γεννητικές ορμόνες Φαρμακοθεραπευτική υποομάδα: Αντισπασμωδικά του ουροποιητικού Κωδικός ATC: G04B D07 Η τολτεροδίνη είναι συναγωνιστικός, ειδικός ανταγωνιστής των μουσκαρινικών…
biotech
SPC-TOLDESOR
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά ειδικά για την σύνθεση αυτή: Τα σκληρά καψάκια τολτεροδίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης παρέχουν βραδύτερη απορρόφηση τολτεροδίνης από τα δισκία άμεσης αποδέσμευσης. Σαν αποτέλεσμα αυτού, οι μέγιστες…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-TOLDESOR
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων ηλικιωμένων ατόμων):
Η συνιστώμενη δόση είναι 4 mg μία φορά ημερησίως, εκτός από ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR < 30 ml/min) για τους οποίους η συνιστώμενη δόση είναι 2 mg μία φορά ημερησίως (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Σε περίπτωση εμφάνισης ενοχλητικών ανεπιθύμητων ενεργειών η δόση μπορεί να μειωθεί από τα 4 mg στα 2 mg μία φορά ημερησίως.
Τα σκληρά καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορούν να λαμβάνονται με ή χωρίς τροφή και πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα.
Μετά την πάροδο 2-3 μηνών θα πρέπει να επανεκτιμηθεί το αποτέλεσμα της θεραπείας (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Παιδιατρικοί ασθενείς:
Η αποτελεσματικότητα του Toldesor SR στα παιδιά δεν έχει αποδειχθεί (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Επομένως, το Toldesor SR δεν συνιστάται για παιδιά.
block
Αντενδείξεις
SPC-TOLDESOR
expand_more
Αντενδείξεις
Η τολτεροδίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με:
- Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
- Επίσχεση ούρων
- Μη ελεγχόμενο γλαύκωμα κλειστής γωνίας
- Βαρεία μυασθένεια (myasthenia gravis)
- Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα
- Τοξικό μεγάκολον.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-TOLDESOR
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η τολτεροδίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με:
- Σημαντική απόφραξη του ουρηθρικού στομίου της ουροδόχου κύστης με επαπειλούμενη επίσχεση ούρων
- Αποφρακτικές βλάβες του γαστρεντερικού σωλήνα, π.χ. στένωση του πυλωρού
- Νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
- Ηπατική νόσο (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
- Νευροπάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος
- Κήλη του οισοφαγικού τρήματος
- Κίνδυνο για μειωμένη γαστρεντερική κινητικότητα. Πολλαπλές από του στόματος ημερήσιες δόσεις τολτεροδίνης άμεσης αποδέσμευσης 4 mg (θεραπευτική) και 8 mg (υπερθεραπευτική) έχει δειχθεί ότι παρατείνουν το διάστημα QTc (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η κλινική σημασία των ευρημάτων αυτών δεν είναι σαφής και εξαρτάται από τους υπάρχοντες παράγοντες κινδύνου και ευπάθειας κάθε μεμονωμένου ασθενή. Η τολτεροδίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT συμπεριλαμβανομένων των εξής:
- Συγγενής ή τεκμηριωμένη επίκτητη παράταση του διαστήματος QT
- Διαταραχές ηλεκτρολυτών όπως υπερκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία και υποασβεστιαιμία
- Βραδυκαρδία
- Σχετικές προϋπάρχουσες καρδιακές νόσοι (δηλ. καρδιομυοπάθεια, ισχαιμία του μυοκαραδίου, αρρυθμία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια)
- Συγχορήγηση φαρμάκων για τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT συμπεριλαμβα-νομένων των αντιρρυθμικών της κατηγορίας IA (π.χ. κινιδίνη, προκαϊναμίδη) και κατηγορίας III (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη). Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Θα πρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Όπως με όλες τις θεραπείες για συμπτώματα επιτακτικής ούρησης και ακράτειας επιτακτικού τύπου, πρέπει πριν από την θεραπεία να ελεγχθούν τα οργανικά αίτια της επιτακτικής ούρησης και συχνουρίας. Το φάρμακο αυτό περιέχει περίπου 67,2mg λακτόζης (33,6mg γλυκόζης και 33,6mg γαλακτόζης) ανά δόση. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο αυτό. Το φάρμακο αυτό περιέχει 0,00404 mmol (ή 0,092988 mg) νατρίου ανά δόση. Το γεγονός αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση ασθενών που ακολουθούν δίαιτα ελεγχόμενης πρόσληψης νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-TOLDESOR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Η ταυτόχρονη συστηματική θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 όπως τα αντιβιοτικά μακρολίδες (ερυθρομυκίνη και κλαριθρομυκίνη), αντιμυκητιασικοί παράγοντες (π.χ. κετοκοναζόλη και ιτρακοναζόλη) και αντιπρωτεάσες δεν συνιστάται λόγω πρόκλησης αυξημένων συγκεντρώσεων τολτεροδίνης στον ορό σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό CYP2D6 με (επακόλουθο) κίνδυνο υπερδοσολογίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων με αντιμουσκαρινικές ιδιότητες μπορεί να προκαλέσει εντονότερη θεραπευτική δράση και ανεπιθύμητες ενέργειες. Αντίθετα, η θεραπευτική δράση της τολτεροδίνης μπορεί να μειωθεί από την ταυτόχρονη χορήγηση αγωνιστών των μουσκαρινικών χολινεργικών υποδοχέων. Η μείωση της γαστρεντερικής κινητικότητας που προκαλείται από αντιμουσκαρινικούς παράγοντες ενδέχεται να επηρεάσει την απορρόφηση άλλων φαρμάκων.
Η δράση προκινητικών όπως η μετοκλοπραμίδη και η σισαπρίδη μπορεί να μειωθεί από την τολτεροδίνη.
Η ταυτόχρονη θεραπεία με φλουοξετίνη (ισχυρό αναστολέα της CYP2D6) δεν προκαλεί κλινικώς σημαντική αλληλεπίδραση καθώς η τολτεροδίνη είναι ισοδύναμη με τον CYP2D6-εξαρτώμενο μεταβολίτη της, την 5-υδροξυμεθυλο τολτεροδίνη.
Μελέτες αλληλεπίδρασης με άλλα φάρμακα δεν έδειξαν αλληλεπιδράσεις με βαρφαρίνη ή συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά (αιθυνυλοιστραδιόλη / λεβονοργεστρέλη).
Κλινική μελέτη έδειξε ότι η τολτεροδίνη δεν αποτελεί αναστολέα του μεταβολισμού των CYP2D6, 2C19, 2C9, 3A4 ή 1A2. Συνεπώς, δεν αναμένεται αύξηση των επιπέδων στο πλάσμα φαρμάκων που μεταβολίζονται από αυτά τα ισοένζυμα, όταν τα φάρμακα αυτά χορηγούνται σε συνδυασμό με τολτεροδίνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-TOLDESOR
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Λόγω της φαρμακολογικής της επίδρασης, η τολτεροδίνη μπορεί να προκαλέσει ήπιες μέχρι μέτριες αντιμουσκαρινικές δράσεις, όπως π.χ. ξηροστομία, δυσπεψία και ξηροφθαλμία.
Παρακάτω αναφέρονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες, κατά κατηγορία οργάνων και κατά συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10) συχνές (≥1/100 ως < 1/10), ασυνήθεις (≥1/1,000 ως < 1/100), σπάνιες (≥1/10,000 ως <1/1,000), πολύ σπάνιες (< 1/10000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Στον παρακάτω πίνακα αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν για την τολτεροδίνη από κλινικές μελέτες και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά. Η ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με την μεγαλύτερη συχνότητα είναι η ξηροστομία, που παρατηρήθηκε στο 23,4% των ασθενών που έλαβαν τολτεροδίνη SR και στο 7,7% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo).
| Κατηγορία Συστήματος |
|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος |
| Ψυχιατρικές διαταραχές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος |
| Οφθαλμικές διαταραχές |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου |
| Καρδιακές διαταραχές |
| Αγγειακές διαταραχές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης |
| Πολύ Συχνές (≥1/10) |
|---|
| Ξηροστομία |
| Συχνές (≥1/100 ως <1/10) |
|---|
| Παραρινοκολπίτιδα |
| Νευρικότητα |
| Ζάλη, υπνηλία, κεφαλαλγία |
| Ξηροφθαλμία, διαταραχές οράσεως (περιλαμβ. διαταραχών προσαρμογής) |
| Ίλιγγος |
| Αίσθημα παλμών, καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμία |
| Έξαψη |
| Δυσπεψία, δυσκοιλιότητα, κοιλιακό άλγος, μετεωρισμός, διάρροια |
| Κόπωση, περιφερικό οίδημα |
| Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100) |
|---|
| Μη ειδική υπερευαισθησία |
| Σύγχυση, ψευδαισθήσεις, αποπροσανατολισμός |
| Παραισθησία, διαταραχή της μνήμης |
| Ταχυκαρδία |
| Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, έμετος |
| Δυσουρία |
| Θωρακικό άλγος |
| Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|
| Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις |
| Αγγειοοίδημα, ξηροδερμία |
| Επίσχεση ούρων |
Έχουν αναφερθεί περιστατικά με επιδείνωση των συμπτωμάτων της άνοιας (π.χ. σύγχυση, αποπροσανατολισμός, παραληρητική ιδέα) μετά από έναρξη θεραπείας με τολτεροδίνη σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς της χολινεστεράσης για την θεραπεία της άνοιας.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Σε δύο παιδιατρικές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, διπλά τυφλές μελέτες φάσης ΙΙΙ, διάρκειας 12 εβδομάδων, στις οποίες εντάχθηκαν 710 παιδιατρικοί ασθενείς, η αναλογία των ασθενών με ουρολοίμωξη, διάρροια και μη φυσιολογική συμπεριφορά ήταν υψηλότερη σε ασθενείς που ήταν σε θεραπεία με τολτεροδίνη απ’ ότι με εικονικό φάρμακο (ουρολοίμωξη: τολτεροδίνη 6,8%, εικονικό φάρμακο 3,6% - διάρροια: τολτεροδίνη 3.3%, εικονικό φάρμακο 0,9% - μη φυσιολογική συμπεριφορά: τολτεροδίνη 1,6%, εικονικό φάρμακο 0,4%) (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-TOLDESOR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της τολτεροδίνης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έδειξαν τοξικότητα αναπαραγωγής (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός. Κατά συνέπεια, η τολτεροδίνη δεν συνιστάται κατά την διάρκεια της κύησης.
Γαλουχία
Δεν υπάρχουν στοιχεία σε σχέση με την απέκκριση της τολτεροδίνης στο μητρικό γάλα στον άνθρωπο. Η τολτεροδίνη πρέπει να αποφεύγεται κατά την διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν είναι διαθέσιμα στοιχεία από μελέτες γονιμότητας
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-TOLDESOR
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Ουρογεννητικό σύστημα και γεννητικές ορμόνες Φαρμακοθεραπευτική υποομάδα: Αντισπασμωδικά του ουροποιητικού Κωδικός ATC: G04B D07
Η τολτεροδίνη είναι συναγωνιστικός, ειδικός ανταγωνιστής των μουσκαρινικών υποδοχέων, που εμφανίζει επιλεκτικότητα για την ουροδόχο κύστη σε σύγκριση με τους σιελογόνους αδένες in vivo. Ένας από τους μεταβολίτες (το 5-υδροξυμεθυλο παράγωγο) της τολτεροδίνης εμφανίζει φαρμακολογική εικόνα δράσης όμοια με εκείνη της μητρικής ένωσης. Σε άτομα με έντονο μεταβολισμό, ο μεταβολίτης αυτός συμβάλλει σημαντικά στην θεραπευτική δράση της τολτεροδίνης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Το αποτέλεσμα της θεραπείας μπορεί να αναμένεται εντός 4 εβδομάδων.
Στο πρόγραμμα Φάσης ΙΙΙ, το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μείωση των επεισοδίων ακράτειας επιτακτικού τύπου ανά εβδομάδα και τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η μείωση των επεισοδίων ούρησης ανά 24ωρο και η αύξηση του μέσου αποβαλλόμενου όγκου ούρων ανά ούρηση. Αυτές οι παράμετροι απεικονίζονται στον ακόλουθο πίνακα.
Η επίδραση της θεραπείας με τολτεροδίνη SR 4 mg μια φορά ημερησίως μετά από 12 εβδομάδες, σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο (placebo). Απόλυτη μεταβολή και ποσοστιαία μεταβολή σε σύγκριση με την αρχή της θεραπείας. Διαφορά θεραπείας σε σύγκριση με το placebo: Εκτίμηση μέσης μεταβολής με την μέθοδο των Ελαχίστων Τετραγώνων και διάστημα εμπιστοσύνης 95%:
| Παράμετρος |
|---|
| Αριθμός επεισοδίων ακράτειας ανά εβδομάδα |
| Αριθμός ουρήσεων ανά 24 ώρες |
| Μέσος αποβαλλόμενος όγκος ούρων ανά ούρηση (ml) |
| τολτεροδίνη SR 4 mg μια φορά ημερησίως (n=507) |
|---|
| -11,8 (-54%) |
| -1.8 (-13%) |
| +34 (+27%) |
| Εικονικό Φάρμακο (Placebo) (n=508) |
|---|
| -6,9 (-28%) |
| -1.2 (-8%) |
| +14 (+12%) |
| Διαφορά θεραπείας έναντι placebo: Μέση μεταβολή και ΔΕ 95% |
|---|
| -4,8 (-7,2, -2.5)* |
| -0,6 (-1,0, -0,2) |
| +20 (14, 26) |
| Στατιστική σημαντικότητα έναντι του placebo (p-value) |
|---|
| <0,001 |
| 0,005 |
| <0,001 |
*) 97,5% διάστημα εμπιστοσύνης σύμφωνα με Bonferroni
Μετά από 12 εβδομάδες θεραπείας, το 23,8% (121/507) στην ομάδα της τολτεροδίνης SR 4 mg και το 15,7% (80/508) στην ομάδα του placebo ανέφεραν ότι υποκειμενικά δεν παρουσίαζαν καθόλου ή παρουσίαζαν μόνο ελάχιστα προβλήματα κύστης.
Η δράση της τολτεροδίνης αξιολογήθηκε σε ασθενείς, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε ουροδυναμικό έλεγχο κατά την αρχή της θεραπείας και, ανάλογα με το αποτέλεσμα του ουροδυναμικού ελέγχου, κατανεμήθηκαν στην ουροδυναμικά θετική ομάδα (κινητικού τύπου επιτακτική ούρηση) ή στην ουροδυναμικά αρνητική ομάδα (αισθητηριακού τύπου επιτακτική ούρηση). Στην κάθε ομάδα, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν είτε τολτεροδίνη είτε εικονικό φάρμακο. Η μελέτη αυτή δεν έδωσε πειστικές αποδείξεις για την αποτελεσματικότητα της τολτεροδίνης έναντι του εικονικού φαρμάκου σε ασθενείς με αισθητηριακού τύπου επιτακτική ούρηση.
Οι κλινικές επιδράσεις της τολτεροδίνης επί του διαστήματος QT μελετήθηκαν σε ΗΚΓ που ελήφθησαν σε περισσότερους από 600 ασθενείς υπό θεραπεία, περιλαμβανομένων ηλικιωμένων και ασθενών με προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο. Οι μεταβολές στο διάστημα QT δεν διέφεραν σε σημαντικό βαθμό μεταξύ της ομάδας του placebo και της ομάδας θεραπείας.
Η επίδραση της τολτεροδίνης στην παράταση του διαστήματος QT διερευνήθηκε περαιτέρω σε 48 υγιείς εθελοντές, άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 18 - 55 ετών, οι οποίοι έλαβαν τολτεροδίνη άμεσης αποδέσμευσης 2 mg δις ημερησίως και 4 mg δις ημερησίως. Τα αποτελέσματα (διορθωμένα κατά Fridericia) στη μέγιστη συγκέντρωση τολτεροδίνης (1 ώρα) έδειξαν μέσες αυξήσεις του διαστήματος QTc ίσες προς 5,0 και 11,8 msec για δόσες τολτεροδίνης 2 mg δις ημερησίως και 4 mg δις ημερησίως αντίστοιχα, και 19,3 msec με την μοξιφλοξασίνη (400 mg) που χρησιμοποιήθηκε ως δραστικός ενεργός μάρτυρας. Ένα φαρμακοκινητικό/ φαρμακοδυναμικό μοντέλο υπολόγισε ότι οι αυξήσεις του διαστήματος QTc σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό (με ανεπάρκεια CYP2D6) που έλαβαν τολτεροδίνη 2 mg δις ημερησίως είναι συγκρίσιμες με εκείνες που παρατηρούνται σε άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμο που έλαβαν 4 mg δις ημερησίως. Και στις δύο δοσολογίες τολτεροδίνης, σε κανένα άτομο, ανεξαρτήτως της μεταβολικής του εικόνας, δεν υπερέβη τα 500 msec απόλυτου QTcF ή τα 60 msec μεταβολής από την αρχική τιμή, τιμές που θεωρούνται όρια (ουδοί) ιδιαίτερης σημασίας. Η δοσολογία των 4 mg δις ημερησίως αντιστοιχεί σε μέγιστη έκθεση (Cmax) τρεις φορές μεγαλύτερη εκείνης που επιτυγχάνεται με την υψηλότερη θεραπευτική δόση των καψακίων παρατεταμένης αποδέσμευσης Τολτεροδίνης 4 mg.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Η αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχει αποδειχθεί. Διεξήχθηκαν δύο παιδιατρικές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, διπλά τυφλές μελέτες φάσης 3 διάρκειας 12 εβδομάδων με την χρήση καψακίων τολτεροδίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης. Μελετήθηκαν συνολικά 710 παιδιατρικοί ασθενείς (486 σε αγωγή τολτεροδίνης και 224 σε αγωγή με εικονικό φάρμακο) ηλικίας 5-10 ετών με συχνουρία και επιτακτικού τύπου ακράτεια ούρων. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων σε οιαδήποτε από τις δύο μελέτες σε ό,τι αφορά αλλαγές από τις αρχικές τιμές σε ό,τι αφορά συνολικό αριθμό επεισοδίων ακράτειας/εβδομάδα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-TOLDESOR
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά ειδικά για την σύνθεση αυτή:
Τα σκληρά καψάκια τολτεροδίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης παρέχουν βραδύτερη απορρόφηση τολτεροδίνης από τα δισκία άμεσης αποδέσμευσης. Σαν αποτέλεσμα αυτού, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό παρατηρούνται 4 (2-6) ώρες μετά την χορήγηση των καψακίων. Η φαινομενική περίοδος ημιζωής της τολτεροδίνης όταν χορηγείται με την μορφή καψακίου είναι περίπου 6 ώρες σε άτομο με εκτεταμένο μεταβολισμό και περίπου 10 ώρες σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό (με ανεπάρκεια CYP2D6). Οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης επιτυγχάνονται εντός 4 ημερών μετά την χορήγηση των καψακίων.
Δεν υπάρχει επίδραση της τροφής στην βιοδιαθεσιμότητα των καψακίων.
A πορρόφηση:
Μετά την από του στόματος χορήγηση η τολτεροδίνη υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ, που καταλύεται από CYP2D6 και που έχει ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό του 5-υδροξυμεθυλο παραγώγου, μείζονος φαρμακολογικώς ισοδύναμου μεταβολίτη.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της τολτεροδίνης είναι 17% σε άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό, που αποτελούν την πλειονότητα των ασθενών, και 65% σε άτομα με ανεπααρκή μεταβολισμό (με ανεπάρκεια CYP2D6).
Κατανομή:
Η τολτεροδίνη και ο 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτης συνδέονται αρχικά με το οροζοβλεννοειδές. Τα αδέσμευτα κλάσματα είναι 3,7% και 36%, αντίστοιχα. Ο όγκος κατανομής της τολτεροδίνης είναι 113 l.
Αποβολή:
Η τολτεροδίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα από το ήπαρ μετά από του στόματος χορήγηση. Η κύρια μεταβολική οδός προάγεται με τη μεσολάβηση του πολυμορφικού ενζύμου CYP2D6 και οδηγεί στον σχηματισμό του 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη. Περαιτέρω μεταβολισμός οδηγεί σε σχηματισμό 5-καρβοξυλικού οξέος και Ν-απαλκυλιωμένου 5-υδδροξυλικού οξέος, μεταβολιτών που αντιπροσωπεύουν το 51% και 29% αντίστοιχα των μεταβολιτών που ανακτώνται στα ούρα. Ένα υποσύνολο (περίπου 7%) του πληθυσμού στερείται της δράσης του CYP2D6. Η ταυτοποιηθείσα μεταβολική όδός για τα άτομα αυτά (με ανεπαρκή μεταβολισμό) είναι απαλκυλίωση μέσω του CYP3A4 σε Ν-απαλκυλιωμένη τολτεροδίνη, που δεν συμβάλλει στο κλινικό αποτέλεσμα. Ο υπόλοιπος πληθυσμός αναφέρεται ως άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό. Η συστηματική κάθαρση της τολτεροδίνης σε άτομα με εκτενή μεταβολισμό είναι περίπου 30 L/h. Σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό η μειωμένη κάθαρση οδηγεί σε σημαντικώς υψηλότερες συγκεντρώσεις τολτεροδίνης στον ορό (περίπου 7-πλάσιες) ενώ παρατηρούνται αμελητέες συγκεντρώσεις του 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη.
Ο 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτης είναι φαρμακολογικά δραστικός και ισοδύναμος με την τολτεροδίνη. Λόγω των διαφορών της τολτεροδίνης και του 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη στα χαρακτηριστικά δέσμευσης με πρωτεΐνες, η έκθεση (AUC) σε μη δεσμευμένη τολτεροδίνη για άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό είναι παρόμοια με την συνδυασμένη έκθεση σε μη δεσμευμένη τολτεροδίνη και στον 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη για ασθενείς με δραστικότητα CYP2D6 στους οποίους χορηγήθηκε το ίδιο δοσολογικό σχήμα. Η ασφάλεια, ανεκτότητα και κλινική ανταπόκριση είναι παρόμοιες ανεξάρτητα από τον φαινότυπο.
Η απέκκριση ραδιενέργειας μετά από χορήγηση [14C]-τολτεροδίνης είναι περίπου 77% στα ούρα και 17% στα κόπρανα. Λιγότερο από 1% της δόσης ανακτάται ως αμετάβλητο φάρμακο και περίπου 4% ως 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτης. Ο καρβοξυλιωμένος μεταβολίτης και ο αντίστοιχος απαλκυλιωμένος μεταβολίτης αντιστοιχούν περίπου στο 51% και 29% της ποσότητας που ανακτάται στα ούρα, αντίστοιχα.
Η φαρμακοκινητική είναι γραμμική στο εύρος θεραπευτικής δοσολογίας.
Ειδικές ομάδες ασθενών:
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια:
Διαπιστώνεται περίπου δύο φορές υψηλότερη έκθεση σε αδέσμευτη τολτεροδίνη και στον 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη σε άτομα με κίρρωση του ήπατος (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια:
Η μέση έκθεση σε αδέσμευτη τολτεροδίνη και τον 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη της είναι διπλάσια σε ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση ινουλίνης GFR < 30 ml/min). Τα επίπεδα άλλων μεταβολιτών στο πλάσμα ήταν σαφώς (έως και 12-πλάσια) αυξημένα στους ασθενείς αυτούς. Η κλινική σημασία της αυξημένης έκθεσης σε αυτούς τους μεταβολίτες είναι άγνωστη. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την περίπτωση ήπιας ως μέτριας νεφρικής ανεπάρκειας (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικοί ασθενείς
Η έκθεση στην φαρμακολογικά δραστική ουσία σε mg δόσης είναι παρόμοια σε ενήλικους και εφήβους. Η μέση έκθεση στην φαρμακολογικά δραστική ουσία ανά mg δόσης είναι περίπου διπλάσια σε παιδιά μεταξύ 5-10 ετών απ’ ότι σε ενηλίκους (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοδυναμικές).
ΕΟΦ · 7.6.2
Φάρμακα για την ακράτεια των ούρων (αντιμουσκαρινικά)
expand_more
Φάρμακα για την ακράτεια των ούρων (αντιμουσκαρινικά)
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η τολτεροδίνη είναι ένας ανταγωνιστής των μουσκαρινικών υποδοχέων. Τόσο η σύσπαση της ουροδόχου κύστης όσο και η σιελόρροια ρυθμίζονται μέσω χολινεργικών μουσκαρινικών υποδοχέων. Μετά τη χορήγηση από το στόμα, η τολτεροδίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ, σχηματίζοντας το 5-υδροξυμεθυλ παράγωγο, έναν κύριο φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη. Ο 5-υδροξυμεθυλ μεταβολίτης, ο οποίος παρουσιάζει παρόμοια αντιμουσκαρινική δράση με την τολτεροδίνη, συμβάλλει σημαντικά στη θεραπευτική δράση. Τόσο η τολτεροδίνη όσο και ο 5-υδροξυμεθυλ μεταβολίτης παρουσιάζουν υψηλή ειδικότητα για τους μουσκαρινικούς υποδοχείς, καθώς και οι δύο εμφανίζουν αμελητέα δράση ή συγγένεια για άλλους νευροδιαβιβαστικούς υποδοχείς και άλλους πιθανούς κυτταρικούς στόχους, όπως τα κανάλια ασβεστίου.
Η τολτεροδίνη έχει έντονη επίδραση στη λειτουργία της ουροδόχου κύστης. Οι κύριες επιδράσεις της τολτεροδίνης είναι η αύξηση των υπολειπόμενων ούρων, που αντανακλά την ατελή κένωση της κύστης, και η μείωση της πίεσης του εξωθιτή, που συνάδει με αντιμουσκαρινική δράση στον κατώτερο ουροποιητικό σωλήνα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Τόσο η τολτεροδίνη όσο και ο ενεργός μεταβολίτης της, η 5-υδροξυμεθυλτολτεροδίνη, δρουν ως ανταγωνιστές στους μουσκαρινικούς υποδοχείς. Αυτός ο ανταγωνισμός οδηγεί στην αναστολή της σύσπασης της ουροδόχου κύστης, στη μείωση της πίεσης του εξωθιτή και στην ατελή κένωση της κύστης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά τη χορήγηση από το στόμα δόσης 5 mg 14C-τολτεροδίνης σε υγιείς εθελοντές, ανακτήθηκε το 77% της ραδιενέργειας στα ούρα και το 17% στα κόπρανα σε 7 ημέρες.
113 ± 26.7 L
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Περίπου 96,3%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η τολτεροδίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν την 5-Υδροξυμεθυλ τολτεροδίνη και την N-Δεαλκυλιωμένη τολτεροδίνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
1.9-3.7 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που δεσμεύουν, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή των εξωγενών αγωνιστών. Οι μουσκαρινικοί ανταγωνιστές έχουν εκτεταμένες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων στην ίριδα και τον ακτινωτό μυ του ματιού, την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία, τις εκκρίσεις της αναπνευστικής οδού, το γαστρεντερικό σύστημα και τους σιελογόνους αδένες, την κινητικότητα του ΓΕΣ, τον τόνο της ουροδόχου κύστης και το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών, όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΩΛΗΝΑ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
WHE7A56U7K
TOLTERODINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Χολινεργικών Μουσκαρινικών Υποδοχέων
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Χολινεργικών Μουσκαρινικών Υποδοχέων
Η τολτεροδίνη είναι ένας Ανταγωνιστής Χολινεργικών Μουσκαρινικών Υποδοχέων. Ο μηχανισμός δράσης της τολτεροδίνης είναι ως Ανταγωνιστής Χολινεργικών Μουσκαρινικών Υποδοχέων.
TOLTERODINE
Ανταγωνιστής Χολινεργικών Μουσκαρινικών Υποδοχέων [EPC]; Ανταγωνιστές Χολινεργικών Μουσκαρινικών Υποδοχέων [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που δεσμεύουν, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή των εξωγενών αγωνιστών. Οι μουσκαρινικοί ανταγωνιστές έχουν εκτεταμένες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων στην ίριδα και τον ακτινωτό μυ του ματιού, την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία, τις εκκρίσεις της αναπνευστικής οδού, το γαστρεντερικό σύστημα και τους σιελογόνους αδένες, την κινητικότητα του ΓΕΣ, τον τόνο της ουροδόχου κύστης και το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών, όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΩΛΗΝΑ.