Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ G04BD07 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

TOLTERODINE

Τολτεροδίνη

Για τη θεραπεία της **υπερδραστήριας κύστης** (με συμπτώματα συχνουρίας, επιτακτικής ούρησης ή ακράτειας λόγω επιτακτικής ανάγκης).

Chemical structure of TOLTERODINE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Για τη θεραπεία της υπερδραστήριας κύστης (με συμπτώματα συχνουρίας, επιτακτικής ούρησης ή ακράτειας λόγω επιτακτικής ανάγκης).
medication
SPC-TOLDESOR

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από το στόμα
Χορήγηση:
Μία φορά ημερησίως
Δόση έναρξης:
4 mg
Τιτλοποίηση:
Σε περίπτωση εμφάνισης ενοχλητικών ανεπιθύμητων ενεργειών η δόση μπορεί να μειωθεί από τα 4 mg στα 2 mg μία φορά ημερησίως.
  • Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων ηλικιωμένων ατόμων)
    Δόση4 mg μία φορά ημερησίως
    Σε περίπτωση εμφάνισης ενοχλητικών ανεπιθύμητων ενεργειών η δόση μπορεί να μειωθεί από τα 4 mg στα 2 mg μία φορά ημερησίως. Τα σκληρά καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορούν να λαμβάνονται με ή χωρίς τροφή και πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα. Μετά την πάροδο 2-3 μηνών θα πρέπει να επανεκτιμηθεί το αποτέλεσμα της θεραπείας.
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR < 30 ml/min)
    Δόση2 mg μία φορά ημερησίως
    (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές)
block
SPC-TOLDESOR

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
  • Επίσχεση ούρων
  • Μη ελεγχόμενο γλαύκωμα κλειστής γωνίας
  • Βαρεία μυασθένεια (myasthenia gravis)
  • Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα
  • Τοξικό μεγάκολον
warning
SPC-TOLDESOR

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Σημαντική απόφραξη του ουρηθρικού στομίου της ουροδόχου κύστης με επαπειλούμενη επίσχεση ούρων
  • Αποφρακτικές βλάβες του γαστρεντερικού σωλήνα, π.χ. στένωση του πυλωρού
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
    (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
  • Ηπατική νόσο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική νόσο
    (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
  • Νευροπάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος
  • Κήλη του οισοφαγικού τρήματος
  • Κίνδυνος για μειωμένη γαστρεντερική κινητικότητα
  • Παράταση του διαστήματος QTc
    Η τολτεροδίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT συμπεριλαμβανομένων των εξής: Συγγενής ή τεκμηριωμένη επίκτητη παράταση του διαστήματος QT, Διαταραχές ηλεκτρολυτών όπως υπερκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία και υποασβεστιαιμία, Βραδυκαρδία, Σχετικές προϋπάρχουσες καρδιακές νόσοι (δηλ. καρδιομυοπάθεια, ισχαιμία του μυοκαραδίου, αρρυθμία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια), Συγχορήγηση φαρμάκων για τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT συμπεριλαμβα-νομένων των αντιρρυθμικών της κατηγορίας IA (π.χ. κινιδίνη, προκαϊναμίδη) και κατηγορίας III (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη). Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Θα πρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Οργανικά αίτια της επιτακτικής ούρησης και συχνουρίας
    Πριν από την θεραπεία να ελεγχθούν τα οργανικά αίτια της επιτακτικής ούρησης και συχνουρίας.
  • Λακτόζη
    Το φάρμακο αυτό περιέχει περίπου 67,2mg λακτόζης (33,6mg γλυκόζης και 33,6mg γαλακτόζης) ανά δόση. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο αυτό.
  • Νάτριο
    Το φάρμακο αυτό περιέχει 0,00404 mmol (ή 0,092988 mg) νατρίου ανά δόση. Το γεγονός αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση ασθενών που ακολουθούν δίαιτα ελεγχόμενης πρόσληψης νατρίου.
swap_horiz
SPC-TOLDESOR

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (αντιβιοτικά μακρολίδες, αντιμυκητιασικοί παράγοντες, αντιπρωτεάσες)
    Μη συνιστώμενη ταυτόχρονη θεραπεία
    Αυξημένες συγκεντρώσεις τολτεροδίνης στον ορό σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό CYP2D6 με κίνδυνο υπερδοσολογίας
  • Φάρμακα με αντιμουσκαρινικές ιδιότητες
    Παρακολούθηση
    Εντονότερη θεραπευτική δράση και ανεπιθύμητες ενέργειες
  • Αγωνιστές των μουσκαρινικών χολινεργικών υποδοχέων
    Παρακολούθηση
    Μείωση της θεραπευτικής δράσης της τολτεροδίνης
  • Αντιμουσκαρινικοί παράγοντες
    Παρακολούθηση
    Μείωση της γαστρεντερικής κινητικότητας, ενδεχόμενη επίδραση στην απορρόφηση άλλων φαρμάκων
  • Προκινητικά (μετοκλοπραμίδη, σισαπρίδη)
    Παρακολούθηση
    Μείωση της δράσης τους
  • Φλουοξετίνη (ισχυρός αναστολέας της CYP2D6)
    Παρακολούθηση
    Δεν προκαλεί κλινικώς σημαντική αλληλεπίδραση
  • Παρακολούθηση
    Δεν έδειξε αλληλεπίδραση
  • Συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά (αιθυνυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη)
    Παρακολούθηση
    Δεν έδειξε αλληλεπίδραση
sick
SPC-TOLDESOR

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Μη ειδική υπερευαισθησία
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Νευρικότητα
  • Σύγχυση
  • Ψευδαισθήσεις
  • Αποπροσανατολισμός
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ζάλη
  • Υπνηλία
  • Κεφαλαλγία
  • Παραισθησία
  • Διαταραχή της μνήμης
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Ξηροφθαλμία
  • Διαταραχές οράσεως (περιλαμβ. διαταραχών προσαρμογής)
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • Ίλιγγος
Καρδιακές διαταραχές
  • Αίσθημα παλμών
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
  • Αρρυθμία
  • Ταχυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές
  • Έξαψη
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Ξηροστομία
  • Δυσπεψία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Κοιλιακό άλγος
  • Μετεωρισμός
  • Διάρροια
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
  • Έμετος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αγγειοοίδημα
  • Ξηροδερμία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Δυσουρία
  • Επίσχεση ούρων
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Κόπωση
  • Περιφερικό οίδημα
  • Θωρακικό άλγος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ξηροστομία
    Πολύ συχνές (≥1/10)
  • Παραρινοκολπίτιδα
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Νευρικότητα
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Ζάλη
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Υπνηλία
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Κεφαλαλγία
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Ξηροφθαλμία
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Διαταραχές οράσεως (περιλαμβ. διαταραχών προσαρμογής)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Ίλιγγος
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Αίσθημα παλμών
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Αρρυθμία
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Έξαψη
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Δυσπεψία
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Δυσκοιλιότητα
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Κοιλιακό άλγος
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Μετεωρισμός
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Διάρροια
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Κόπωση
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Περιφερικό οίδημα
    Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
  • Μη ειδική υπερευαισθησία
    Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)
  • Σύγχυση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)
  • Ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)
  • Αποπροσανατολισμός
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)
  • Παραισθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)
  • Διαταραχή της μνήμης
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)
  • Έμετος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)
  • Δυσουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
  • Αγγειοοίδημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
  • Ξηροδερμία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
  • Επίσχεση ούρων
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
pregnant_woman
SPC-TOLDESOR

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    δεν συνιστάται
    Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της τολτεροδίνης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έδειξαν τοξικότητα αναπαραγωγής (βλ. Φαρμακοκινητική). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Δεν υπάρχουν στοιχεία σε σχέση με την απέκκριση της τολτεροδίνης στο μητρικό γάλα στον άνθρωπο.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν είναι διαθέσιμα στοιχεία από μελέτες γονιμότητας.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Τόσο η τολτεροδίνη όσο και ο ενεργός μεταβολίτης της, η 5-υδροξυμεθυλτολτεροδίνη, δρουν ως ανταγωνιστές των μουσκαρινικών υποδοχέων. Αυτός ο ανταγωνισμός οδηγεί σε αναστολή της σύσπασης της κύστης, μείωση της πίεσης του εξωστήρα και ατελή κένωση…
monitor_heart
SPC-TOLDESOR

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Ουρογεννητικό σύστημα και γεννητικές ορμόνες Φαρμακοθεραπευτική υποομάδα: Αντισπασμωδικά του ουροποιητικού Κωδικός ATC: G04B D07 Η τολτεροδίνη είναι συναγωνιστικός, ειδικός ανταγωνιστής των μουσκαρινικών…

biotech
SPC-TOLDESOR

Φαρμακοκινητική

expand_more

Φαρμακοκινητικές Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά ειδικά για την σύνθεση αυτή: Τα σκληρά καψάκια τολτεροδίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης παρέχουν βραδύτερη απορρόφηση τολτεροδίνης από τα δισκία άμεσης αποδέσμευσης. Σαν αποτέλεσμα αυτού, οι μέγιστες…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η τολτεροδίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν την 5-Υδροξυμεθυλ τολτεροδίνη και την N-Δεαλκυλιωμένη τολτεροδίνη.
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-TOLDESOR
expand_more

Δοσολογία

Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων ηλικιωμένων ατόμων):

Η συνιστώμενη δόση είναι 4 mg μία φορά ημερησίως, εκτός από ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR < 30 ml/min) για τους οποίους η συνιστώμενη δόση είναι 2 mg μία φορά ημερησίως (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).

Σε περίπτωση εμφάνισης ενοχλητικών ανεπιθύμητων ενεργειών η δόση μπορεί να μειωθεί από τα 4 mg στα 2 mg μία φορά ημερησίως.

Τα σκληρά καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορούν να λαμβάνονται με ή χωρίς τροφή και πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα.

Μετά την πάροδο 2-3 μηνών θα πρέπει να επανεκτιμηθεί το αποτέλεσμα της θεραπείας (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Παιδιατρικοί ασθενείς:

Η αποτελεσματικότητα του Toldesor SR στα παιδιά δεν έχει αποδειχθεί (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Επομένως, το Toldesor SR δεν συνιστάται για παιδιά.

block

Αντενδείξεις

SPC-TOLDESOR
expand_more

Η τολτεροδίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με:

  • Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
  • Επίσχεση ούρων
  • Μη ελεγχόμενο γλαύκωμα κλειστής γωνίας
  • Βαρεία μυασθένεια (myasthenia gravis)
  • Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα
  • Τοξικό μεγάκολον.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-TOLDESOR
expand_more

Η τολτεροδίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με:

  • Σημαντική απόφραξη του ουρηθρικού στομίου της ουροδόχου κύστης με επαπειλούμενη επίσχεση ούρων
  • Αποφρακτικές βλάβες του γαστρεντερικού σωλήνα, π.χ. στένωση του πυλωρού
  • Νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
  • Ηπατική νόσο (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
  • Νευροπάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος
  • Κήλη του οισοφαγικού τρήματος
  • Κίνδυνο για μειωμένη γαστρεντερική κινητικότητα. Πολλαπλές από του στόματος ημερήσιες δόσεις τολτεροδίνης άμεσης αποδέσμευσης 4 mg (θεραπευτική) και 8 mg (υπερθεραπευτική) έχει δειχθεί ότι παρατείνουν το διάστημα QTc (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η κλινική σημασία των ευρημάτων αυτών δεν είναι σαφής και εξαρτάται από τους υπάρχοντες παράγοντες κινδύνου και ευπάθειας κάθε μεμονωμένου ασθενή. Η τολτεροδίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT συμπεριλαμβανομένων των εξής:
  • Συγγενής ή τεκμηριωμένη επίκτητη παράταση του διαστήματος QT
  • Διαταραχές ηλεκτρολυτών όπως υπερκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία και υποασβεστιαιμία
  • Βραδυκαρδία
  • Σχετικές προϋπάρχουσες καρδιακές νόσοι (δηλ. καρδιομυοπάθεια, ισχαιμία του μυοκαραδίου, αρρυθμία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια)
  • Συγχορήγηση φαρμάκων για τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT συμπεριλαμβα-νομένων των αντιρρυθμικών της κατηγορίας IA (π.χ. κινιδίνη, προκαϊναμίδη) και κατηγορίας III (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη). Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Θα πρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Όπως με όλες τις θεραπείες για συμπτώματα επιτακτικής ούρησης και ακράτειας επιτακτικού τύπου, πρέπει πριν από την θεραπεία να ελεγχθούν τα οργανικά αίτια της επιτακτικής ούρησης και συχνουρίας. Το φάρμακο αυτό περιέχει περίπου 67,2mg λακτόζης (33,6mg γλυκόζης και 33,6mg γαλακτόζης) ανά δόση. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο αυτό. Το φάρμακο αυτό περιέχει 0,00404 mmol (ή 0,092988 mg) νατρίου ανά δόση. Το γεγονός αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση ασθενών που ακολουθούν δίαιτα ελεγχόμενης πρόσληψης νατρίου.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-TOLDESOR
expand_more

Αλληλεπιδράσεις

Η ταυτόχρονη συστηματική θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 όπως τα αντιβιοτικά μακρολίδες (ερυθρομυκίνη και κλαριθρομυκίνη), αντιμυκητιασικοί παράγοντες (π.χ. κετοκοναζόλη και ιτρακοναζόλη) και αντιπρωτεάσες δεν συνιστάται λόγω πρόκλησης αυξημένων συγκεντρώσεων τολτεροδίνης στον ορό σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό CYP2D6 με (επακόλουθο) κίνδυνο υπερδοσολογίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων με αντιμουσκαρινικές ιδιότητες μπορεί να προκαλέσει εντονότερη θεραπευτική δράση και ανεπιθύμητες ενέργειες. Αντίθετα, η θεραπευτική δράση της τολτεροδίνης μπορεί να μειωθεί από την ταυτόχρονη χορήγηση αγωνιστών των μουσκαρινικών χολινεργικών υποδοχέων. Η μείωση της γαστρεντερικής κινητικότητας που προκαλείται από αντιμουσκαρινικούς παράγοντες ενδέχεται να επηρεάσει την απορρόφηση άλλων φαρμάκων.

Η δράση προκινητικών όπως η μετοκλοπραμίδη και η σισαπρίδη μπορεί να μειωθεί από την τολτεροδίνη.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με φλουοξετίνη (ισχυρό αναστολέα της CYP2D6) δεν προκαλεί κλινικώς σημαντική αλληλεπίδραση καθώς η τολτεροδίνη είναι ισοδύναμη με τον CYP2D6-εξαρτώμενο μεταβολίτη της, την 5-υδροξυμεθυλο τολτεροδίνη.

Μελέτες αλληλεπίδρασης με άλλα φάρμακα δεν έδειξαν αλληλεπιδράσεις με βαρφαρίνη ή συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά (αιθυνυλοιστραδιόλη / λεβονοργεστρέλη).

Κλινική μελέτη έδειξε ότι η τολτεροδίνη δεν αποτελεί αναστολέα του μεταβολισμού των CYP2D6, 2C19, 2C9, 3A4 ή 1A2. Συνεπώς, δεν αναμένεται αύξηση των επιπέδων στο πλάσμα φαρμάκων που μεταβολίζονται από αυτά τα ισοένζυμα, όταν τα φάρμακα αυτά χορηγούνται σε συνδυασμό με τολτεροδίνη.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-TOLDESOR
expand_more

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Λόγω της φαρμακολογικής της επίδρασης, η τολτεροδίνη μπορεί να προκαλέσει ήπιες μέχρι μέτριες αντιμουσκαρινικές δράσεις, όπως π.χ. ξηροστομία, δυσπεψία και ξηροφθαλμία.

Παρακάτω αναφέρονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες, κατά κατηγορία οργάνων και κατά συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10) συχνές (≥1/100 ως < 1/10), ασυνήθεις (≥1/1,000 ως < 1/100), σπάνιες (≥1/10,000 ως <1/1,000), πολύ σπάνιες (< 1/10000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Στον παρακάτω πίνακα αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν για την τολτεροδίνη από κλινικές μελέτες και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά. Η ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με την μεγαλύτερη συχνότητα είναι η ξηροστομία, που παρατηρήθηκε στο 23,4% των ασθενών που έλαβαν τολτεροδίνη SR και στο 7,7% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo).

Κατηγορία Συστήματος
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Ψυχιατρικές διαταραχές
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Οφθαλμικές διαταραχές
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Καρδιακές διαταραχές
Αγγειακές διαταραχές
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Πολύ Συχνές (≥1/10)
Ξηροστομία
Συχνές (≥1/100 ως <1/10)
Παραρινοκολπίτιδα
Νευρικότητα
Ζάλη, υπνηλία, κεφαλαλγία
Ξηροφθαλμία, διαταραχές οράσεως (περιλαμβ. διαταραχών προσαρμογής)
Ίλιγγος
Αίσθημα παλμών, καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμία
Έξαψη
Δυσπεψία, δυσκοιλιότητα, κοιλιακό άλγος, μετεωρισμός, διάρροια
Κόπωση, περιφερικό οίδημα
Ασυνήθεις (≥1/1,000 ως <1/100)
Μη ειδική υπερευαισθησία
Σύγχυση, ψευδαισθήσεις, αποπροσανατολισμός
Παραισθησία, διαταραχή της μνήμης
Ταχυκαρδία
Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, έμετος
Δυσουρία
Θωρακικό άλγος
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
Αγγειοοίδημα, ξηροδερμία
Επίσχεση ούρων

Έχουν αναφερθεί περιστατικά με επιδείνωση των συμπτωμάτων της άνοιας (π.χ. σύγχυση, αποπροσανατολισμός, παραληρητική ιδέα) μετά από έναρξη θεραπείας με τολτεροδίνη σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς της χολινεστεράσης για την θεραπεία της άνοιας.

Παιδιατρικοί ασθενείς

Σε δύο παιδιατρικές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, διπλά τυφλές μελέτες φάσης ΙΙΙ, διάρκειας 12 εβδομάδων, στις οποίες εντάχθηκαν 710 παιδιατρικοί ασθενείς, η αναλογία των ασθενών με ουρολοίμωξη, διάρροια και μη φυσιολογική συμπεριφορά ήταν υψηλότερη σε ασθενείς που ήταν σε θεραπεία με τολτεροδίνη απ’ ότι με εικονικό φάρμακο (ουρολοίμωξη: τολτεροδίνη 6,8%, εικονικό φάρμακο 3,6% - διάρροια: τολτεροδίνη 3.3%, εικονικό φάρμακο 0,9% - μη φυσιολογική συμπεριφορά: τολτεροδίνη 1,6%, εικονικό φάρμακο 0,4%) (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-TOLDESOR
expand_more

Κύηση

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της τολτεροδίνης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έδειξαν τοξικότητα αναπαραγωγής (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός. Κατά συνέπεια, η τολτεροδίνη δεν συνιστάται κατά την διάρκεια της κύησης.

Γαλουχία

Δεν υπάρχουν στοιχεία σε σχέση με την απέκκριση της τολτεροδίνης στο μητρικό γάλα στον άνθρωπο. Η τολτεροδίνη πρέπει να αποφεύγεται κατά την διάρκεια του θηλασμού.

Γονιμότητα

Δεν είναι διαθέσιμα στοιχεία από μελέτες γονιμότητας

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-TOLDESOR
expand_more

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Ουρογεννητικό σύστημα και γεννητικές ορμόνες Φαρμακοθεραπευτική υποομάδα: Αντισπασμωδικά του ουροποιητικού Κωδικός ATC: G04B D07

Η τολτεροδίνη είναι συναγωνιστικός, ειδικός ανταγωνιστής των μουσκαρινικών υποδοχέων, που εμφανίζει επιλεκτικότητα για την ουροδόχο κύστη σε σύγκριση με τους σιελογόνους αδένες in vivo. Ένας από τους μεταβολίτες (το 5-υδροξυμεθυλο παράγωγο) της τολτεροδίνης εμφανίζει φαρμακολογική εικόνα δράσης όμοια με εκείνη της μητρικής ένωσης. Σε άτομα με έντονο μεταβολισμό, ο μεταβολίτης αυτός συμβάλλει σημαντικά στην θεραπευτική δράση της τολτεροδίνης (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Το αποτέλεσμα της θεραπείας μπορεί να αναμένεται εντός 4 εβδομάδων.

Στο πρόγραμμα Φάσης ΙΙΙ, το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μείωση των επεισοδίων ακράτειας επιτακτικού τύπου ανά εβδομάδα και τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η μείωση των επεισοδίων ούρησης ανά 24ωρο και η αύξηση του μέσου αποβαλλόμενου όγκου ούρων ανά ούρηση. Αυτές οι παράμετροι απεικονίζονται στον ακόλουθο πίνακα.

Η επίδραση της θεραπείας με τολτεροδίνη SR 4 mg μια φορά ημερησίως μετά από 12 εβδομάδες, σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο (placebo). Απόλυτη μεταβολή και ποσοστιαία μεταβολή σε σύγκριση με την αρχή της θεραπείας. Διαφορά θεραπείας σε σύγκριση με το placebo: Εκτίμηση μέσης μεταβολής με την μέθοδο των Ελαχίστων Τετραγώνων και διάστημα εμπιστοσύνης 95%:

Παράμετρος
Αριθμός επεισοδίων ακράτειας ανά εβδομάδα
Αριθμός ουρήσεων ανά 24 ώρες
Μέσος αποβαλλόμενος όγκος ούρων ανά ούρηση (ml)
τολτεροδίνη SR 4 mg μια φορά ημερησίως (n=507)
-11,8 (-54%)
-1.8 (-13%)
+34 (+27%)
Εικονικό Φάρμακο (Placebo) (n=508)
-6,9 (-28%)
-1.2 (-8%)
+14 (+12%)
Διαφορά θεραπείας έναντι placebo: Μέση μεταβολή και ΔΕ 95%
-4,8 (-7,2, -2.5)*
-0,6 (-1,0, -0,2)
+20 (14, 26)
Στατιστική σημαντικότητα έναντι του placebo (p-value)
<0,001
0,005
<0,001

*) 97,5% διάστημα εμπιστοσύνης σύμφωνα με Bonferroni

Μετά από 12 εβδομάδες θεραπείας, το 23,8% (121/507) στην ομάδα της τολτεροδίνης SR 4 mg και το 15,7% (80/508) στην ομάδα του placebo ανέφεραν ότι υποκειμενικά δεν παρουσίαζαν καθόλου ή παρουσίαζαν μόνο ελάχιστα προβλήματα κύστης.

Η δράση της τολτεροδίνης αξιολογήθηκε σε ασθενείς, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε ουροδυναμικό έλεγχο κατά την αρχή της θεραπείας και, ανάλογα με το αποτέλεσμα του ουροδυναμικού ελέγχου, κατανεμήθηκαν στην ουροδυναμικά θετική ομάδα (κινητικού τύπου επιτακτική ούρηση) ή στην ουροδυναμικά αρνητική ομάδα (αισθητηριακού τύπου επιτακτική ούρηση). Στην κάθε ομάδα, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν είτε τολτεροδίνη είτε εικονικό φάρμακο. Η μελέτη αυτή δεν έδωσε πειστικές αποδείξεις για την αποτελεσματικότητα της τολτεροδίνης έναντι του εικονικού φαρμάκου σε ασθενείς με αισθητηριακού τύπου επιτακτική ούρηση.

Οι κλινικές επιδράσεις της τολτεροδίνης επί του διαστήματος QT μελετήθηκαν σε ΗΚΓ που ελήφθησαν σε περισσότερους από 600 ασθενείς υπό θεραπεία, περιλαμβανομένων ηλικιωμένων και ασθενών με προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο. Οι μεταβολές στο διάστημα QT δεν διέφεραν σε σημαντικό βαθμό μεταξύ της ομάδας του placebo και της ομάδας θεραπείας.

Η επίδραση της τολτεροδίνης στην παράταση του διαστήματος QT διερευνήθηκε περαιτέρω σε 48 υγιείς εθελοντές, άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 18 - 55 ετών, οι οποίοι έλαβαν τολτεροδίνη άμεσης αποδέσμευσης 2 mg δις ημερησίως και 4 mg δις ημερησίως. Τα αποτελέσματα (διορθωμένα κατά Fridericia) στη μέγιστη συγκέντρωση τολτεροδίνης (1 ώρα) έδειξαν μέσες αυξήσεις του διαστήματος QTc ίσες προς 5,0 και 11,8 msec για δόσες τολτεροδίνης 2 mg δις ημερησίως και 4 mg δις ημερησίως αντίστοιχα, και 19,3 msec με την μοξιφλοξασίνη (400 mg) που χρησιμοποιήθηκε ως δραστικός ενεργός μάρτυρας. Ένα φαρμακοκινητικό/ φαρμακοδυναμικό μοντέλο υπολόγισε ότι οι αυξήσεις του διαστήματος QTc σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό (με ανεπάρκεια CYP2D6) που έλαβαν τολτεροδίνη 2 mg δις ημερησίως είναι συγκρίσιμες με εκείνες που παρατηρούνται σε άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμο που έλαβαν 4 mg δις ημερησίως. Και στις δύο δοσολογίες τολτεροδίνης, σε κανένα άτομο, ανεξαρτήτως της μεταβολικής του εικόνας, δεν υπερέβη τα 500 msec απόλυτου QTcF ή τα 60 msec μεταβολής από την αρχική τιμή, τιμές που θεωρούνται όρια (ουδοί) ιδιαίτερης σημασίας. Η δοσολογία των 4 mg δις ημερησίως αντιστοιχεί σε μέγιστη έκθεση (Cmax) τρεις φορές μεγαλύτερη εκείνης που επιτυγχάνεται με την υψηλότερη θεραπευτική δόση των καψακίων παρατεταμένης αποδέσμευσης Τολτεροδίνης 4 mg.

Παιδιατρικοί ασθενείς

Η αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχει αποδειχθεί. Διεξήχθηκαν δύο παιδιατρικές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, διπλά τυφλές μελέτες φάσης 3 διάρκειας 12 εβδομάδων με την χρήση καψακίων τολτεροδίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης. Μελετήθηκαν συνολικά 710 παιδιατρικοί ασθενείς (486 σε αγωγή τολτεροδίνης και 224 σε αγωγή με εικονικό φάρμακο) ηλικίας 5-10 ετών με συχνουρία και επιτακτικού τύπου ακράτεια ούρων. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων σε οιαδήποτε από τις δύο μελέτες σε ό,τι αφορά αλλαγές από τις αρχικές τιμές σε ό,τι αφορά συνολικό αριθμό επεισοδίων ακράτειας/εβδομάδα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-TOLDESOR
expand_more

Φαρμακοκινητικές

Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά ειδικά για την σύνθεση αυτή:

Τα σκληρά καψάκια τολτεροδίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης παρέχουν βραδύτερη απορρόφηση τολτεροδίνης από τα δισκία άμεσης αποδέσμευσης. Σαν αποτέλεσμα αυτού, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό παρατηρούνται 4 (2-6) ώρες μετά την χορήγηση των καψακίων. Η φαινομενική περίοδος ημιζωής της τολτεροδίνης όταν χορηγείται με την μορφή καψακίου είναι περίπου 6 ώρες σε άτομο με εκτεταμένο μεταβολισμό και περίπου 10 ώρες σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό (με ανεπάρκεια CYP2D6). Οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης επιτυγχάνονται εντός 4 ημερών μετά την χορήγηση των καψακίων.

Δεν υπάρχει επίδραση της τροφής στην βιοδιαθεσιμότητα των καψακίων.

A πορρόφηση:

Μετά την από του στόματος χορήγηση η τολτεροδίνη υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ, που καταλύεται από CYP2D6 και που έχει ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό του 5-υδροξυμεθυλο παραγώγου, μείζονος φαρμακολογικώς ισοδύναμου μεταβολίτη.

Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της τολτεροδίνης είναι 17% σε άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό, που αποτελούν την πλειονότητα των ασθενών, και 65% σε άτομα με ανεπααρκή μεταβολισμό (με ανεπάρκεια CYP2D6).

Κατανομή:

Η τολτεροδίνη και ο 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτης συνδέονται αρχικά με το οροζοβλεννοειδές. Τα αδέσμευτα κλάσματα είναι 3,7% και 36%, αντίστοιχα. Ο όγκος κατανομής της τολτεροδίνης είναι 113 l.

Αποβολή:

Η τολτεροδίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα από το ήπαρ μετά από του στόματος χορήγηση. Η κύρια μεταβολική οδός προάγεται με τη μεσολάβηση του πολυμορφικού ενζύμου CYP2D6 και οδηγεί στον σχηματισμό του 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη. Περαιτέρω μεταβολισμός οδηγεί σε σχηματισμό 5-καρβοξυλικού οξέος και Ν-απαλκυλιωμένου 5-υδδροξυλικού οξέος, μεταβολιτών που αντιπροσωπεύουν το 51% και 29% αντίστοιχα των μεταβολιτών που ανακτώνται στα ούρα. Ένα υποσύνολο (περίπου 7%) του πληθυσμού στερείται της δράσης του CYP2D6. Η ταυτοποιηθείσα μεταβολική όδός για τα άτομα αυτά (με ανεπαρκή μεταβολισμό) είναι απαλκυλίωση μέσω του CYP3A4 σε Ν-απαλκυλιωμένη τολτεροδίνη, που δεν συμβάλλει στο κλινικό αποτέλεσμα. Ο υπόλοιπος πληθυσμός αναφέρεται ως άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό. Η συστηματική κάθαρση της τολτεροδίνης σε άτομα με εκτενή μεταβολισμό είναι περίπου 30 L/h. Σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό η μειωμένη κάθαρση οδηγεί σε σημαντικώς υψηλότερες συγκεντρώσεις τολτεροδίνης στον ορό (περίπου 7-πλάσιες) ενώ παρατηρούνται αμελητέες συγκεντρώσεις του 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη.

Ο 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτης είναι φαρμακολογικά δραστικός και ισοδύναμος με την τολτεροδίνη. Λόγω των διαφορών της τολτεροδίνης και του 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη στα χαρακτηριστικά δέσμευσης με πρωτεΐνες, η έκθεση (AUC) σε μη δεσμευμένη τολτεροδίνη για άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό είναι παρόμοια με την συνδυασμένη έκθεση σε μη δεσμευμένη τολτεροδίνη και στον 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη για ασθενείς με δραστικότητα CYP2D6 στους οποίους χορηγήθηκε το ίδιο δοσολογικό σχήμα. Η ασφάλεια, ανεκτότητα και κλινική ανταπόκριση είναι παρόμοιες ανεξάρτητα από τον φαινότυπο.

Η απέκκριση ραδιενέργειας μετά από χορήγηση [14C]-τολτεροδίνης είναι περίπου 77% στα ούρα και 17% στα κόπρανα. Λιγότερο από 1% της δόσης ανακτάται ως αμετάβλητο φάρμακο και περίπου 4% ως 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτης. Ο καρβοξυλιωμένος μεταβολίτης και ο αντίστοιχος απαλκυλιωμένος μεταβολίτης αντιστοιχούν περίπου στο 51% και 29% της ποσότητας που ανακτάται στα ούρα, αντίστοιχα.

Η φαρμακοκινητική είναι γραμμική στο εύρος θεραπευτικής δοσολογίας.

Ειδικές ομάδες ασθενών:

Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια:

Διαπιστώνεται περίπου δύο φορές υψηλότερη έκθεση σε αδέσμευτη τολτεροδίνη και στον 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη σε άτομα με κίρρωση του ήπατος (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια:

Η μέση έκθεση σε αδέσμευτη τολτεροδίνη και τον 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη της είναι διπλάσια σε ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση ινουλίνης GFR < 30 ml/min). Τα επίπεδα άλλων μεταβολιτών στο πλάσμα ήταν σαφώς (έως και 12-πλάσια) αυξημένα στους ασθενείς αυτούς. Η κλινική σημασία της αυξημένης έκθεσης σε αυτούς τους μεταβολίτες είναι άγνωστη. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την περίπτωση ήπιας ως μέτριας νεφρικής ανεπάρκειας (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιατρικοί ασθενείς

Η έκθεση στην φαρμακολογικά δραστική ουσία σε mg δόσης είναι παρόμοια σε ενήλικους και εφήβους. Η μέση έκθεση στην φαρμακολογικά δραστική ουσία ανά mg δόσης είναι περίπου διπλάσια σε παιδιά μεταξύ 5-10 ετών απ’ ότι σε ενηλίκους (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοδυναμικές).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

1.9-3.7 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

96.3%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
443879
Μοριακός τύπος
C22H31NO
Μοριακό βάρος
325.5
IUPAC
2-[(1R)-3-[di(propan-2-yl)amino]-1-phenylpropyl]-4-methylphenol
InChIKey
OOGJQPCLVADCPB-HXUWFJFHSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Φάρμακα που δεσμεύουν, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή των εξωγενών αγωνιστών. Οι μουσκαρινικοί ανταγωνιστές έχουν εκτεταμένες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων στην ίριδα και τον ακτινωτό μυ του ματιού, την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία, τις εκκρίσεις της αναπνευστικής οδού, το γαστρεντερικό σύστημα και τους σιελογόνους αδένες, την κινητικότητα του ΓΕΣ, τον τόνο της ουροδόχου κύστης και το κεντρικό νευρικό σύστημα.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών, όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΩΛΗΝΑ.

Σχετικά Εργαλεία