Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 1MG/TAB | — | |
| 2 / ML | 5.06 € |
BURINEX — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλεβίως, ενδομυϊκώς, ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: κάθε 20 λεπτά, κάθε 6-8 ώρες, κάθε 4 ώρες, συνεχής έγχυση
- Δόση έναρξης: 0,5-1 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται προσεκτικά ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς.
-
ΕνήλικεςΔόση0,5-1 mgΕνδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς
-
Πνευμονικό οίδημαΔόση2 mgΕνδοφλεβίως, επαναλαμβανόμενα κάθε 20 λεπτά εάν υπάρχει ανάγκη.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΔόση2-6,25 mg σε 500 ml υγρού για έγχυσηΧορηγούμενα σε 30-60 λεπτά. Επαναλαμβάνεται, εάν είναι ανάγκη, κάθε 6-8 ώρες. Ο ρυθμός συνεχούς έγχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2 mg/ώρα.
-
Δηλητηριάσεις από σαλικυλικά ή βαρβιτουρικάΔόσηΑρχικά 2 mg ενδοφλεβίως, ακολουθούμενα από 1 mg κάθε 4 ώρεςΣυνολικά 7 mg σε 24 ώρες.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν συνιστάται λόγω περιορισμένων πληροφοριών.
-
ΗλικιωμένοιΙσχύουν οι δοσολογικές συστάσεις για ενήλικες, αλλά η bumetanide αποβάλλεται πιο αργά. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται μέχρι την επίτευξη της απαιτούμενης ανταπόκρισης.
-
Ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκειαΗ δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα της ανταπόκρισης του ασθενούς και της απαιτούμενης θεραπευτικής δράσης.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, φορμαλδεΰδη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή μείωση των ηλεκτρολυτών
-
Εμμένουσα ανουρία
-
Ηπατική εγκεφαλοπάθεια συμπεριλαμβανομένου κώματος
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΦορμαλδεΰδηπροσοχήΠρέπει να δίνεται προσοχή λόγω πιθανής αναφυλακτικής αντίδρασης.
-
Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) και σύνδρομο Stevens Johnson (SJS)απειλητική για τη ζωή/θανατηφόραΠληθυσμόςΑσθενείςΝα ενημερώνονται για τα σημεία και συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά. Εάν εμφανιστούν, η bumetanide πρέπει να αποσυρθεί και να εξεταστεί εναλλακτική θεραπεία. Εάν έχει εμφανιστεί σοβαρή αντίδραση στο παρελθόν, η θεραπεία με bumetanide πρέπει να διακοπεί οριστικά.
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΣυνιστάται προσοχή.
-
ΥπότασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Διαταραχή υγρών και ηλεκτρολυτώνπροσοχήΠρέπει να εφαρμοσθεί θεραπεία υποκατάστασης όπου ενδείκνυται.
-
Συγχορήγηση με αναστολείς αντλίας πρωτονίωνπροσοχήΙδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στα επίπεδα του μαγνησίου λόγω πιθανής επιδείνωσης υπομαγνησιαιμίας.
-
Αύξηση ουρικού οξέος στο αίμαΗ bumetanide μπορεί να προκαλέσει αύξηση του ουρικού οξέος στο αίμα.
-
Πιθανή απόφραξη του ουροποιητικού συστήματοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΘα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Σοβαρή ή εξελισσόμενη νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΣυνιστάται προσοχή.
-
Αυξημένα επίπεδα ουρίας/(BUN) ή κρεατινίνηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΣυνιστάται προσοχή.
-
Υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδεςπροσοχήΜπορεί να υπάρχει πιθανός κίνδυνος υπερευαισθησίας στην bumetanide.
-
ΝτόπινγκΠληθυσμόςΑθλητέςΗ bumetanide που ανιχνεύεται στα ούρα κατά τον έλεγχο ντόπινγκ είναι αιτία αποκλεισμού των αθλητών.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νάτριο (23 mg) ανά δόση, δηλαδή είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Δακτυλίτιδα (Digitalis glycosides)προσοχήΗ υποκαλιαιμία αυξάνει την ευαισθησία στη δακτυλίτιδα, προκαλώντας τοξικό δακτυλιδισμό (ναυτία, έμετο, αρρυθμίες).ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων καλίου και κλινικών σημείων τοξικού δακτυλιδισμού. Εξετάστε υποκατάσταση καλίου και μικρότερη δόση δακτυλίτιδας.
-
Μη εκπολωτικοί νευρομυϊκοί ανασταλτικοί παράγοντεςπροσοχήΗ υποκαλιαιμία αυξάνει την ευαισθησία.
-
προσοχήΜείωση της κάθαρσης του λιθίου, οδηγώντας σε υψηλά επίπεδα λιθίου στον ορό.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό. Μπορεί να απαιτηθούν μικρότερες δόσεις λιθίου.
-
Αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΙΙπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ηλεκτρολυτικών διαταραχών και καρδιοτοξικότητας (παράταση QT, torsades de pointes, καρδιακή ανακοπή).ΣύστασηΈλεγχος επιπέδων ηλεκτρολυτών και συμπτωμάτων αρρυθμίας.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)προσοχήΑναστέλλουν τη δράση της bumetanide. Τα διουρητικά μπορεί να ενισχύσουν την νεφροτοξικότητα των ΜΣΑΦ.ΣύστασηΠαρακολούθηση δράσεων (π.χ. πίεση αίματος, σημεία νεφρικής ανεπάρκειας).
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες και φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν ορθοστατική υπότασηπροσοχήΕνίσχυση της δράσης των αντιυπερτασικών παραγόντων. Μπορεί να συμβεί υπόταση μετά την πρώτη δόση.
-
Παράγοντες μείωσης του καλίουπροσοχήΗ μείωση του καλίου λόγω της bumetanide μπορεί να αυξηθεί.
-
ΑμινογλυκοσίδεςπροσοχήΟι ωτοτοξικές δράσεις των αμινογλυκοσιδών μπορεί να αυξηθούν.
-
ΠροβενεσίδηπροσοχήΑναστέλλει την νεφρική σωληναριακή απέκκριση της bumetanide, οδηγώντας σε μειωμένη νατριούρηση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ανεπάρκεια του μυελού των οστών και πανκυτταροπενία
- Λευκοπενία περιλαμβανομένης ουδετεροπενίας
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Ηλεκτρολυτικές διαταραχές (περιλαμβανομένων της υποκαλιαιμίας, υπονατριαιμίας, υποχλωραιμίας και υπερκαλιαιμίας)
- Υπερουριχαιμία και ουρική αρθρίτιδα
- Αφυδάτωση
- Διαταραχή μεταβολισμού γλυκόζης
- Δίψα
- Ζάλη (περιλαμβανομένων της ορθοστατικής υπότασης και ιλίγγου)
- Κόπωση (περιλαμβανομένου του λήθαργου, υπνηλίας, αδυναμίας και αισθήματος κακουχίας)
- Κεφαλαλγία
- Συγκοπή
- Διαταραχές ακοής
- Θωρακικό άλγος
- Θωρακική δυσφορία
- Περιφερικό οίδημα
- Υπόταση
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Κοιλιακό άλγος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Εξάνθημα
- Δερματίτιδα
- Έκζεμα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Φωτοευαισθησία
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Μυϊκοί σπασμοί
- Πόνος
- Μυαλγία
- Διαταραχή ούρησης
- Νεφρική βλάβη
- Νεφρική ανεπάρκεια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΖάλη (περιλαμβανομένων της ορθοστατικής υπότασης και ιλίγγου)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΗλεκτρολυτικές διαταραχές (περιλαμβανομένων της υποκαλιαιμίας, υπονατριαιμίας, υποχλωραιμίας και υπερκαλιαιμίας)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωση (περιλαμβανομένου του λήθαργου, υπνηλίας, αδυναμίας και αισθήματος κακουχίας)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠόνοςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑνεπάρκεια του μυελού των οστών και πανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔίψαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ακοήςΑυτί
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή μεταβολισμού γλυκόζηςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΛευκοπενία περιλαμβανομένης ουδετεροπενίαςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΝεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερουριχαιμία και ουρική αρθρίτιδαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία και το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου στο έμβρυο (μόνο σε περίπτωση καρδιακής ανεπάρκειας).Η bumetanide μπορεί να προκαλέσει επιβλαβείς δράσεις κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, στο έμβρυο ή στο νεογνό.
-
ΘηλασμόςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν κλινικές μελέτες.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Διουρητικά της αγκύλης, Κωδικός ATC: C03CA02.
Η Bumetanide είναι ένα ισχυρό διουρητικό της αγκύλης.
Η Bumetanide ασκεί μια ανασταλτική δράση επι του μηχανισμού επαναρρόφησης των ηλεκτρολυτών στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle και επί των εγγύς νεφρικών σωληναρίων.
Η bumetanide προκαλεί έτσι την παρατηρούμενη διουρητική και νατριουρητική δράση.
Το ενέσιμο Βουμετανίδη μπορεί να χορηγηθεί ενδομυϊκώς, ενδοφλεβίως ή με ενδοφλέβια έγχυση.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η διούρηση αρχίζει μέσα σε λίγα λεπτά και σταματάει σε 2 ώρες περίπου.
Είναι ισχυρά δεσμευμένο στις πρωτεΐνες του πλάσματος και η νεφρική απέκκριση του αμετάβλητου φαρμάκου αιτιολογεί το ήμισυ περίπου της συνολικής κάθαρσης. Ο ηπατικός μεταβολισμός και η απέκκριση μέσω των χοληφόρων αιτιολογεί το άλλο μισό. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι συνδεδεμένες αλκοόλες της bumetanide. Δεν έχουν βρεθεί ενεργοί μεταβολίτες. To Βουμετανίδη® έχει μία οξυκόρυφη ανταπόκρισης της δόσης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε νεογνά και βρέφη, η απομάκρυνση εμφανίζεται πιο αργή σε σχέση με τους μεγαλύτερους παιδιατρικούς ασθενείς και ενήλικες, πιθανώς λόγω ανώριμων νεφρικών και ηπατοχολιφόρων λειτουργιών. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης του ορού μειώνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα ζωής από 6 ώρες σε νεογνά έως 2,4 ώρες σε βρέφη ηλικίας 1 μηνός. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης από τον ορό είναι 2,5 και 1,5 ώρες σε βρέφη μικρότερα των 2 μηνών και σε αυτά ηλικίας 2-6 μηνών, αντίστοιχα. Ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής της απομάκρυνσης μπορεί να παραταθεί σε περίπου 6 ώρες (με εύρος μέχρι 15 ώρες) μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε πρόωρα ή τελειόμηνα νεογνά με αναπνευστικές διαταραχές. Τα δεδομένα για τα μικρότερα παιδιά, συμπεριλαμβανομένων των νεογνών και των παιδιών, δεν είναι επαρκή ώστε να επιτρέψουν συστάσεις για τη δοσολογία (βλ. Δοσολογία).