Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΕΚΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

RAZYLAN

raloxifene

ραζυλαν

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
RAZYLAN 60MG/TAB Διακοπή
60 / TAB 14.74 €
RAZYLAN 60MG/TAB Διακοπή
60 / TAB 9.79 €

RAZYLAN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
ημερησίως
Δόση έναρξης:
ένα δισκίο ημερησίως
  • Ηλικιωμένες γυναίκες
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν πρέπει να χορηγείται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Ασθενείς με μέτρια και ήπια νεφρική δυσλειτουργία
    Πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν πρέπει να χορηγείται (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ανεξαρτήτως ηλικίας. Δεν υπάρχει ενδεδειγμένη χρήση.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν
    Πληθυσμόςγυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν
  • Ενεργό ή προηγούμενο ιστορικό φλεβικών θρομβοεμβολικών επεισοδίων (VTE), περιλαμβανομένων των εν τω βάθει φλεβικών θρομβώσεων, πνευμονικής εμβολής και θρόμβωσης των αμφιβληστροειδικών φλεβών
  • Ηπατική ανεπάρκεια συμπεριλαμβανομένης της χολόστασης
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
  • Ανεξήγητη αιμορραγία από τη μήτρα
  • Σημεία ή συμπτώματα καρκίνου ενδομητρίου
    Πληθυσμόςασθενείς με σημεία ή συμπτώματα καρκίνου ενδομητρίου
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια
    Πληθυσμόςασθενείς με κίνδυνο για φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια οποιασδήποτε αιτιολογίας
    Το Ραλοξιφαίνη πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση νόσου ή κατάστασης η οποία οδηγεί σε παρατεταμένο διάστημα ακινησίας. Διακοπή της αγωγής πρέπει να εφαρμόζεται αμέσως στην περίπτωση της παραπάνω κατάστασης, ή 3 ημέρες πριν συμβεί η ακινησία. Η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά εκ νέου παρά μόνον εάν η αρχική κατάσταση έχει αποδράμει και η ασθενής έχει πλήρως κινητοποιηθεί.
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Πληθυσμόςμετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή με άλλους σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, όπως παροδική ισχαιμική προσβολή ή κολπική μαρμαρυγή
    Το εύρημα αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, όταν συνταγογραφείται η ραλοξιφαίνη.
  • Αιμορραγία από τη μήτρα
    Κάθε αιμορραγία από τη μήτρα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Ραλοξιφαίνη είναι μη αναμενόμενη και θα πρέπει να διερευνάται πλήρως από ειδικευμένο ιατρό.
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Πληθυσμόςασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (με κίρρωση ήπατος και ελαφρά ηπατική ανεπάρκεια (κατηγορίας Α κατά Child-Pugh))
    Το Ραλοξιφαίνη δεν συνιστάται να λαμβάνεται.
  • Υπερ-τριγλυκεριδαιμία
    Πληθυσμόςασθενείς με ιστορικό υπερ-τριγλυκεριδαιμίας (>5,6 mmol/l) προκαλούμενη από τη λήψη οιστρογόνων από του στόματος
    τα επίπεδα τριγλυκεριδίων στον ορό θα πρέπει να ελέγχονται κατά την διάρκεια της αγωγής με ραλοξιφαίνη.
  • Καρκίνος του μαστού
    Πληθυσμόςασθενείς με καρκίνο του μαστού
    Το Ραλοξιφαίνη θα πρέπει να χορηγείται, για την πρόληψη και τη θεραπεία της οστεοπόρωσης, μόνο μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας του καρκίνου του μαστού, περιλαμβανομένης και της επικουρικής θεραπείας.
  • Συγχορήγηση με οιστρογόνα
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν οιστρογόνα χορηγούμενα συστηματικά
    Η συγχορήγηση αυτή δεν συνιστάται.
  • Συμπτώματα εμμηνόπαυσης
    Το Ραλοξιφαίνη δεν επιδρά στην μείωση της αγγειοδιαστολής (εξάψεις), ή άλλων συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης που σχετίζονται με την έλλειψη οιστρογόνων.
  • Λακτόζη (έκδοχα)
    Πληθυσμόςασθενείς με σπάνιες κληρονομικές διαταραχές όπως η δυσανεξία της γαλακτόζης, η ανεπάρκεια της λακτάσης ή η δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αντιόξινα (ανθρακικό ασβέστιο, υδροξείδιο μαγνησίου και αργιλίου)
    παρακολούθηση
    Δεν επηρεάζεται η συστηματική λήψη της ραλοξιφαίνης
  • Βαρφαρίνη ή άλλα παράγωγα κουμαρίνης
    προσοχή
    Μικρές μειώσεις στο χρόνο προθρομβίνης
    ΣύστασηΟ χρόνος προθρομβίνης πρέπει να παρακολουθείται
  • Μεθυλοπρεδνιζολόνη
    παρακολούθηση
    Δεν επιδρά στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες
  • παρακολούθηση
    Δεν επηρεάζεται η AUC, Cmax αυξήθηκε κατά λιγότερο από 5%
  • παρακολούθηση
    Μη κλινικά σχετικά ευρήματα στην συγκέντρωση της ραλοξιφαίνης στο πλάσμα
  • Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη σκευάσματα (ακετυλσαλικυλικό οξύ, ιβουπροφαίνη, ναπροξαίνη)
    παρακολούθηση
    Μη κλινικά σχετικά ευρήματα στην συγκέντρωση της ραλοξιφαίνης στο πλάσμα
  • Από του στόματος αντιβιοτικά
    παρακολούθηση
    Μη κλινικά σχετικά ευρήματα στην συγκέντρωση της ραλοξιφαίνης στο πλάσμα
  • H1 ανταγωνιστές
    παρακολούθηση
    Μη κλινικά σχετικά ευρήματα στην συγκέντρωση της ραλοξιφαίνης στο πλάσμα
  • H2 ανταγωνιστές
    παρακολούθηση
    Μη κλινικά σχετικά ευρήματα στην συγκέντρωση της ραλοξιφαίνης στο πλάσμα
  • Βενζοδιαζεπίνες
    παρακολούθηση
    Μη κλινικά σχετικά ευρήματα στην συγκέντρωση της ραλοξιφαίνης στο πλάσμα
  • Ενδοκολπικά σκευάσματα οιστρογόνων
    παρακολούθηση
    Συγχορήγηση ανεκτή
  • Βαρφαρίνη (πρωτεϊνική δέσμευση)
    παρακολούθηση
    Δεν επιδρά στην πρωτεϊνική δέσμευση
  • Φαινυτοΐνη (πρωτεϊνική δέσμευση)
    παρακολούθηση
    Δεν επιδρά στην πρωτεϊνική δέσμευση
  • Ταμοξιφαίνη (πρωτεϊνική δέσμευση)
    παρακολούθηση
    Δεν επιδρά στην πρωτεϊνική δέσμευση
  • Χολεστυραμίνη (ή άλλες ρετίνες-ανταλλαγής ιόντων)
    αντένδειξη
    Ελαττώνει σημαντικά την απορρόφηση και τον εντεροηπατικό κύκλο της ραλοξιφαίνης
    ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται
  • παρακολούθηση
    Ελάττωση μέγιστων συγκεντρώσεων ραλοξιφαίνης, αλλά δεν επηρεάζεται η συνολική απορρόφηση και ο ρυθμός απομάκρυνσης
    ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγείται
  • Ορμόνες συνδεδεμένες με σφαιρίνες (SHBG, TBG, CBG)
    παρακολούθηση
    Ελάχιστη αύξηση συγκεντρώσεων, χωρίς επίδραση στις ελεύθερες ορμόνες
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Θρομβοπενία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Κεφαλαλγία, περιλαμβανομένης και της ημικρανίας
Νευρικό
  • Θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Αγγειακές
  • Αγγειοδιαστολή
  • Εξάψεις
  • Αρτηριακό θρομβοεμβολικό επεισόδιο
Αγγειακές διαταραχές
  • Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια, συμπεριλαμβανομένων των εν τω βάθει φλεβικών θρομβώσεων, πνευμονική εμβολή, θρόμβωση αμφιβληστροειδικής φλέβας επιπολής θρομβοφλεβίτιδα
Γαστρενετερικές διαταραχές
  • γαστρεντερικά συμπτώματα όπως ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία
Δέρμα
  • Εξάνθημα
Μυοσκελετικό
  • Κράμπες κάτω άκρων
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Ήπια συμπτώματα από το μαστό όπως πόνο, πρήξιμο και ευαισθησία
Γενικές
  • Συμπτώματα γρίπης
  • Περιφερικό οίδημα
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Aυξημένη αρτηριακή πίεση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Aυξημένη αρτηριακή πίεση
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Πολύ συχνές
  • Αγγειοδιαστολή
    Αγγειακές
    Πολύ συχνές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Πολύ συχνές
  • Συμπτώματα γρίπης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • γαστρεντερικά συμπτώματα όπως ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία
    Γαστρενετερικές διαταραχές
    Πολύ συχνές
  • Ήπια συμπτώματα από το μαστό όπως πόνο, πρήξιμο και ευαισθησία
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία, περιλαμβανομένης και της ημικρανίας
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Κράμπες κάτω άκρων
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Αρτηριακό θρομβοεμβολικό επεισόδιο
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια, συμπεριλαμβανομένων των εν τω βάθει φλεβικών θρομβώσεων, πνευμονική εμβολή, θρόμβωση αμφιβληστροειδικής φλέβας επιπολής θρομβοφλεβίτιδα
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Το Ραλοξιφαίνη προορίζεται για χρήση μόνο σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Το Ραλοξιφαίνη δεν πρέπει να λαμβάνεται από γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν. Η ραλοξιφαίνη ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυο γυναίκα. Εάν το φαρμακευτικό αυτό προϊόν χρησιμοποιηθεί κατά λάθος κατά τη διάρκεια της κύησης ή η ασθενής συλλάβει ενώ λαμβάνει αυτό, η ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για τις δυνητικές βλάβες στο έμβρυο.
  • Γαλουχία
    Δεν ενδείκνυται σε θηλάζουσες γυναίκες.
    Δεν είναι γνωστό εάν η ραλοξιφαίνη/οι μεταβολίτες της ραλοξιφαίνης απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το Ραλοξιφαίνη ενδέχεται να επιδράσει στην ανάπτυξη του βρέφους.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Εκλεκτικός Ρυθμιστής των Οιστρογονικών Υποδοχέων ATC κωδικός: G03X C01.

Μηχανισμός δράσης και Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Ως ένας εκλεκτικός ρυθμιστής των οιστρογονικών υποδοχέων (SERM), η ραλοξιφαίνη έχει δράση είτε εκλεκτικού αγωνιστού είτε εκλεκτικού ανταγωνιστού στους ιστούς που ανταποκρίνονται στα οιστρογόνα. Δρα ως ένας αγωνιστής στα οστά και μερικώς στο μεταβολισμό της χοληστερόλης (μειώνει την ολική και την LDL- χοληστερόλη), αλλά δεν δρα στον υποθάλαμο, στην μήτρα ή στους μαστικούς αδένες.

Οι βιολογικές λειτουργίες της ραλοξιφαίνης, όπως και αυτές των οιστρογόνων, επιτελούνται μέσω της υψηλής συγγένειας πρόσδεσης με τους οιστρογονικούς υποδοχείς και τη ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης. Η πρόσδεση αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη διαφορετική γονιδιακή έκφραση σε πολλαπλά γονίδια οιστρογόνο-ελεγχόμενα σε διαφόρους ιστούς. Δεδομένα έδειξαν ότι ο υποδοχέας των οιστρογόνων μπορεί να ρυθμίσει την γονιδιακή ρύθμιση μέσω τουλάχιστον δύο διακριτών οδών, οι οποίοι είναι ειδικοί της συνδεδεμένης ουσίας, του ιστού και/ή του γονιδίου.

Επιδράσεις στο Σκελετό

Η μείωση στη διαθεσιμότητα των οιστρογόνων η οποία συμβαίνει στην εμμηνόπαυση, οδηγεί σε σημαντικές αυξήσεις στην οστική απορρόφηση, στην απώλεια οστού και στο κίνδυνο καταγμάτων. Απώλεια οστού επιτελείται, αρχικά, ταχέως για τα πρώτα 10 χρόνια μετά την εμμηνόπαυση, όπου η αντισταθμιστική αύξηση του σχηματισμού των οστών είναι ανεπαρκής για την αντιστάθμιση των απωλειών εξ απορροφήσεως. Πρόσθετοι παράγοντες κινδύνου, οι οποίοι μπορεί να οδηγήσουν στην ανάπτυξη της οστεοπόρωσης, περιλαμβάνουν: πρόωρη εμμηνόπαυση, οστεοπενία (τουλάχιστον 1 SD κάτω από την μεγίστη οστική μάζα), λεπτή κατασκευή σκελετού, Καυκάσιοι ή Ασιατικής καταγωγής πληθυσμοί, και οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης. Θεραπείες υποκατάστασης γενικά αναστρέφουν την υπερβολική οστική απορρόφηση. Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση, το Ραλοξιφαίνη μειώνει την συχνότητα των σπονδυλικών καταγμάτων, διατηρεί την οστική μάζα και αυξάνει την οστική πυκνότητα (BMD).

Με βάση αυτούς τους παράγοντες κινδύνου, η πρόληψη της οστεοπόρωσης με Ραλοξιφαίνη ενδείκνυται σε γυναίκες εντός των δέκα ετών μετά την εμμηνόπαυση, με οστική πυκνότητα (BMD) της σπονδυλικής στήλης από 1,0 έως 2,5 SD κάτω της μέσης τιμής του υγειούς νεαρού πληθυσμού, λαμβανομένου υπ’ όψιν του υψηλού κινδύνου εμφάνισης καταγμάτων οφειλομένων σε οστεοπόρωση κατά την διάρκεια της ζωής. Επίσης, το Ραλοξιφαίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης ή της εγκατεστημένης οστεοπόρωσης σε γυναίκες με οστική πυκνότητα (BMD) της σπονδυλικής στήλης 2,5 SD κάτω της μέσης τιμής του υγειούς νεαρού πληθυσμού και/ή με σπονδυλικά κατάγματα, ανεξάρτητα της οστικής πυκνότητας (BMD).

i) Συχνότητα καταγμάτων. Σε μία μελέτη με 7.705 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με μέση ηλικία των 66 ετών με οστεοπόρωση ή με οστεοπόρωση και ένα υπαρκτό κάταγμα, η θεραπεία με Ραλοξιφαίνη για τρία (3) χρόνια ελάττωσε την συχνότητα των σπονδυλικών καταγμάτων σε ποσοστό 47% (RR 0,53, CI 0,35, 0,79, p < 0,001) και σε ποσοστό 31% (RR 0,69, CI 0,56, 0,86, p < 0,001) αντίστοιχα. Σαράντα πέντε (45) γυναίκες με οστεοπόρωση ή 15 γυναίκες με οστεοπόρωση και υπαρκτό κάταγμα απαιτείται να λαμβάνουν θεραπεία με Ραλοξιφαίνη για τρία (3) έτη, για την πρόληψη ενός ή περισσοτέρων σπονδυλικών καταγμάτων. Η θεραπεία με Ραλοξιφαίνη για τέσσερα (4) έτη ελάττωσε την συχνότητα των σπονδυλικών καταγμάτων σε ποσοστό 46% (RR 0,54, CI 0,38, 0,75) και σε ποσοστό 32% (RR 0,68, CI 0,56, 0,83) σε ασθενείς με οστεοπόρωση ή με οστεοπόρωση και υπαρκτό κάταγμα, αντίστοιχα. Στο 4ο έτος της μελέτης μόνο, η θεραπεία με Ραλοξιφαίνη μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης νέου σπονδυλικού κατάγματος κατά 39% (RR 0,61, CI 0,43, 0,88).

Αποτελεσματικότητα στα μη-σπονδυλικά κατάγματα δεν έχει αποδειχθεί. Από το 4ο έως το 8ο έτος της μελέτης, οι ασθενείς μπορούσαν να λάβουν ταυτόχρονα διφωσφονικά, καλσιτονίνη και φθοριούχα άλατα και όλες οι ασθενείς στην μελέτη αυτή έλαβαν συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D. Στη μελέτη RUTH τα συνολικά κλινικά κατάγματα συλλέχθησαν ως δευτερεύοντα τελικά σημεία. Το Ραλοξιφαίνη μείωσε τη συχνότητα των κλινικών σπονδυλικών καταγμάτων κατά 35% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (HR 0.65, CI 0.47 0.89). Τα αποτελέσματα αυτά μπορεί να έχουν επηρεαστεί από διαφορές της BMD κατά την έναρξη της μελέτης καθώς και από σπονδυλικά κατάγματα. Δεν υπήρξε διαφορά μεταξύ των ομάδων θεραπείας όσον αφορά τη συχνότητα των νέων μη σπονδυλικών καταγμάτων. Η συγχορήγηση άλλων φαρμάκων με δράση στα οστά ήταν επιτρεπτή καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης.

ii) Οστική Πυκνότητα (BMD). Η αποτελεσματικότητα του Ραλοξιφαίνη χορηγουμένου άπαξ ημερησίως σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ηλικίας έως 60 ετών, με ή χωρίς αφαίρεση μήτρας, έχει τεκμηριωθεί σε διάστημα θεραπείας δύο ετών. Οι γυναίκες αυτές ήταν 2 έως 8 έτη μετεμμηνοπαυσιακές. Τρεις μελέτες περιελάμβαναν 1.764 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες οι οποίες ελάμβαναν αγωγή με Ραλοξιφαίνη και συμπληρώματα ασβεστίου ή εικονικό φάρμακο (placebo) και συμπληρώματα ασβεστίου. Σε μία από αυτές τις μελέτες οι γυναίκες είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε υστερεκτομή. Το Ραλοξιφαίνη προκάλεσε σημαντικές αυξήσεις στην πυκνότητα της οστικής μάζας του ισχύου και της σπονδυλικής στήλης καθώς και της συνολικής οστικής πυκνότητας συγκριτικά με εικονικό φάρμακο (placebo). Αυτή η αύξηση ήταν περίπου 2% αύξηση της BMD συγκριτικά με εικονικό φάρμακο. Μία παρόμοια αύξηση της BMD παρατηρήθηκε και στον πληθυσμό ασθενών υπό θεραπεία που έλαβαν Ραλοξιφαίνη για 7 χρόνια το μέγιστο. Στις κλινικές μελέτες πρόληψης, τα ποσοστά των ασθενών όπου παρατηρήθηκε αύξηση ή μείωση της BMD ήταν: για την σπονδυλική στήλη 37% μείωση και 63% αύξηση, και για το ολικό ισχίο 29% μείωση και 71% αύξηση.

iii) Κινητική του ασβεστίου. Το Ραλοξιφαίνη και τα οιστρογόνα επιδρούν στο οστικό ανασχηματισμό και στον μεταβολισμό του ασβεστίου, παρόμοια. Το Ραλοξιφαίνη συσχετίσθηκε με ελαττωμένη οστική απορρόφηση και μία μέση θετική μετατόπιση του ισοζυγίου του ασβεστίου στα 60 mg την ημέρα, οφειλόμενη κυρίως σε ελαττωμένη απώλεια ασβεστίου από τα ούρα.

iv) Ιστομορφομετρία (ποιότητα οστών). Σε μελέτη συγκριτική του Ραλοξιφαίνη με τα οιστρογόνα, οστό από ασθενείς στους οποίους είχαν χορηγηθεί τα φαρμακευτικά αυτά προϊόντα ήταν ιστολογικά φυσιολογικό, χωρίς ενδείξεις διαταραχών οστεοποίησης, οστικής σπογγοποίησης ή μυελικής ίνωσης. Η ραλοξιφαίνη μειώνει την οστική απορρόφηση. Η επίδραση αυτή στα οστά εκδηλώθηκε ως μειώσεις στον ορό αίματος και στα ούρα των δεικτών του οστικού μεταβολισμού, από τις μειώσεις της οστικής απορρόφησης βάση των αποτελεσμάτων των κινητικών μελετών με ενεργό ασβέστιο, από τις αυξήσεις της BMD και από τις μειώσεις στην συχνότητα των καταγμάτων.

Επιδράσεις στο μεταβολισμό των λιπιδίων και κίνδυνοι καρδιαγγειακού συστήματος

Κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η δόση των 60 mg/ημερησίως Ραλοξιφαίνη ελάττωσε σημαντικά την ολική χοληστερόλη (3-6%), και τη LDL- χοληστερόλη (4-10%). Οι γυναίκες με την υψηλότερη τιμή χοληστερόλης παρουσίασαν τις μεγαλύτερες μειώσεις. Οι συγκεντρώσεις της HDL-χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά. Μετά από περίοδο 3 χρόνων, η θεραπεία με Ραλοξιφαίνη ελάττωσε το ινωδογόνο (σε ποσοστό 6,71%). Στην μελέτη της θεραπείας της οστεοπόρωσης, σε σημαντικά λιγότερες ασθενείς οι οποίες έλαβαν Ραλοξιφαίνη χρειάσθηκε έναρξη υπολιπιδαιμικής θεραπείας συγκριτικά με εικονικό φάρμακο (placebo).

Η θεραπεία με Ραλοξιφαίνη για 8 έτη, δεν είχε σημαντική επίδραση, στον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων, στις ασθενείς που μετείχαν στη μελέτη θεραπείας της οστεοπόρωσης. Παρομοίως, στη μελέτη RUTH, η ραλοξιφαίνη δεν επηρέασε την επίπτωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου, του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου που απαιτεί ενδονοσοκομειακή νοσηλεία, του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή τη συνολική θνησιμότητα, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής καρδιοαγγειακής θνησιμότητας, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo) (για την αύξηση του κινδύνου για θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ο σχετικός κίνδυνος των φλεβικών θρομβοεμβολικών επεισοδίων που έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ραλοξιφαίνη ήταν 1,60 (CI 0,95, 2,71) συγκριτικά με εικονικό φάρμακο και 1,0 (CI 0,3, 6,2) συγκριτικά με θεραπεία υποκατάστασης ορμονών ή οιστρογόνων. Ο κίνδυνος ενός θρομβοεμβολικού επεισοδίου ήταν μεγαλύτερος στους αρχικούς τέσσερις μήνες της θεραπείας.

Επιδράσεις στο ενδομήτριο και στο πυελικό έδαφος

Σε κλινικές μελέτες, το Ραλοξιφαίνη δεν διέγειρε το μετεμμηνοπαυσιακό ενδομήτριο. Συγκριτικά με εικονικό φάρμακο (placebo), η ραλοξιφαίνη δεν σχετιζόταν με μικροαπώλειες αίματος ή αιμορραγίες ή υπερπλασία του ενδομητρίου. Περίπου 3.000 εξετάσεις υπερηχογραφήματος του ενδομήτριου (TVUs) προερχόμενες από 831 γυναίκες σε όλες τις δοσολογικές ομάδες, αξιολογήθηκαν. Οι γυναίκες που ελάμβαναν ραλοξιφαίνη παρουσίαζαν σταθερά ένα ενδομήτριο πάχος το οποίο δεν ήταν διαφορετικό από αυτό του εικονικού φαρμάκου (placebo). Μετά από θεραπεία 3 ετών, μία αύξηση τουλάχιστον 5 mm στο πάχος ενδομητρίου, κατόπιν εξετάσεως με υπερηχογράφημα του ενδομήτριου, παρατηρήθηκε σε ποσοστό 1,9% από τις 211 γυναίκες οι οποίες έλαβαν ραλοξιφαίνη 60 mg/ημερησίως συγκριτικά με ποσοστό 1,8% από τις 219 γυναίκες οι οποίες έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo). Περαιτέρω, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές ανάμεσα στη ραλοξιφαίνη και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (placebo) σχετικά με τη συχνότητα εμφάνισης αιμορραγιών μήτρας. Ενδομήτριες βιοψίες λαμβανόμενες μετά την πάροδο έξι μηνών θεραπείας με Ραλοξιφαίνη 60 mg/ημερησίως παρουσίασαν μη αυξανόμενο ενδομήτριο σε όλες τις ασθενείς. Επιπλέον, σε μία μελέτη με 2,5 φορές ανώτερη της συνιστώμενης ημερήσιας δόσης Ραλοξιφαίνη, δεν υπήρξαν ενδείξεις πολλαπλασιασμού των κυττάρων του ενδομητρίου και αύξησης του όγκου της μήτρας.

Στην μελέτη της θεραπείας της οστεοπόρωσης, το πάχος του ενδομητρίου εξετάσθηκε σε ετήσια βάση σε ένα τμήμα του υπό μελέτη πληθυσμού (1.644 ασθενείς) για περίοδο 4 ετών. Οι μετρήσεις του πάχους του ενδομητρίου στις γυναίκες οι οποίες έλαβαν Ραλοξιφαίνη δεν ήταν διαφορετικές από τις τιμές αναφοράς μετά την περίοδο των 4 ετών θεραπείας. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά ανάμεσα στις γυναίκες οι οποίες έλαβαν Ραλοξιφαίνη και στις γυναίκες οι οποίες έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo) στις συχνότητες της κολπικής αιμορραγίας (ή μικροαιμορραγίες δίκην κηλίδων) ή των κολπικών εκκρίσεων. Σε λιγότερες γυναίκες οι οποίες έλαβαν Ραλοξιφαίνη συγκριτικά με γυναίκες οι οποίες έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo) απαιτήθηκε χειρουργική επέμβαση για πρόπτωση μήτρας. Τα δεδομένα ασφάλειας χορήγησης ραλοξιφαίνης για 3 έτη, έδειξαν ότι η θεραπεία με ραλοξιφαίνη δεν αυξάνει τη χαλάρωση του πυελικού εδάφους και την πυελική χειρουργική επέμβαση.

Μετά από 4 έτη θεραπείας, η ραλοξιφαίνη δεν αυξάνει το κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου ή των ωοθηκών. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, οι οποίες έλαβαν θεραπεία με ραλοξιφαίνη για τέσσερα (4) έτη, καλοήθης πολύπους ενδομητρίου έχει αναφερθεί σε ποσοστό 0,9% συγκριτικά με ποσοστό 0,3% σε γυναίκες οι οποίες έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo).

Επιδράσεις στο μαστικό ιστό

Το Ραλοξιφαίνη δεν διεγείρει τον μαστικό ιστό. Σε όλες τις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) κλινικές μελέτες, το Ραλοξιφαίνη δεν διέφερε από το εικονικό φάρμακο (placebo) όσον αφορά την συχνότητα εμφάνισης και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων του μαστού (δεν παρατηρήθηκε διόγκωση, ευαισθησία μαστού και μαστοδυνία).

Μετά από 4 χρόνια στη μελέτη θεραπείας της οστεοπόρωσης (περιελάμβανε 7.705 ασθενείς), η αγωγή με Ραλοξιφαίνη μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνων μαστού συνολικά σε ποσοστό 62% (RR 0,38, CI 0,21, 0,69), τον κίνδυνο εμφάνισης διηθητικού καρκίνου μαστού σε ποσοστό 71% (RR 0,29, CI 0,13, 0,58) και τον κίνδυνο εμφάνισης διηθητικού καρκίνου μαστού με ενεργοποιημένους οιστρογονικούς υποδοχείς σε ποσοστό 79% (RR 0,21, CI 0,07, 0,50), συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo). Tο Ραλοξιφαίνη δεν έχει επίδραση στον κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου μαστού με μη ενεργοποιημένους οιστρογονικούς υποδοχείς. Τα ευρήματα αυτά ενίσχυσαν το συμπέρασμα ότι η ραλοξιφαίνη δεν έχει ενδογενή ευεργετική δράση αγωνιστού οιστρογόνων στο μαστικό ιστό.

Επιδράσεις στην λειτουργία συνείδησης

Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητα συμβάντα στην λειτουργία συνείδησης.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Απορρόφηση Η ραλοξιφαίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Περίπου ποσοστό 60% της χορηγούμενης από του στόματος δόσης απορροφάται. Η προ-συστηματική μετατροπή της σε παράγωγα γλυκουρονιδίου είναι εκτενής. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ραλοξιφαίνης είναι 2%. Ο χρόνος για την επίτευξη της μέσης μέγιστης συγκέντρωσης πλάσματος και η βιοδιαθεσιμότητα είναι εξαρτώμενες από την ενδομετατροπή και τον εντεροηπατικό κύκλο της ραλοξιφαίνης και των μεταβολιτών γλυκουρονιδίου.

Κατανομή Η ραλοξιφαίνη κατανέμεται ευρέως στο σώμα. Ο όγκος κατανομής δεν είναι δοσοεξαρτώμενος. Η ραλοξιφαίνη δεσμεύεται σημαντικά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (98-99%).

Βιομετασχηματισμός Η ραλοξιφαίνη μεταβολίζεται ευρέως σε πρώτο επίπεδο σε συζυγή γλυκουρονιδίου: ραλοξιφαίνη-4’-γλυκουρονίδιο, ραλοξιφαίνη-6-γλυκουρονίδιο και ραλοξιφαίνη-6,4’-γλυκουρονίδιο. Δεν έχουν ανιχνευθεί άλλοι μεταβολίτες. Η ραλοξιφαίνη εμπεριέχει λιγότερο από 1% των συνδυασμένων συγκεντρώσεων της ραλοξιφαίνης και των μεταβολιτών γλυκουρονιδίου. Τα επίπεδα ραλοξιφαίνης διατηρούνται μέσω του εντεροηπατικού κύκλου, παρέχοντας ένα χρόνο ημιζωής στο πλάσμα των 27,7 ωρών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα από την χορήγηση εφάπαξ από του στόματος δόσης ραλοξιφαίνης αναμένεται ίδια φαρμακοκινητική με εκείνη των πολλαπλών δόσεων. Αυξάνοντας τις δόσεις της ραλοξιφαίνης επιφέρεται μία ελάχιστα μικρότερη από την ανάλογη αύξηση στην περιοχή συγκέντρωσης κάτω από την καμπύλη (AUC).

Αποβολή Το μεγαλύτερο ποσοστό μιας δόσης ραλοξιφαίνης και των μεταβολιτών γλυκουρονιδίου απεκκρίνονται εντός 5 ημερών και ανευρίσκονται κυρίως στα κόπρανα και λιγότερο από 6% απεκκρίνονται στα ούρα.

Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική ανεπάρκεια: Λιγότερο από 6% της συνολικής δόσης αποβάλλεται στα ούρα. Σε μία πληθυσμιακή φαρμακοκινητική μελέτη, μία ελάττωση κατά 47% της κάθαρσης κρεατινίνης προσαρμοσμένης στο ιδανικό σωματικό βάρος επέφερε μία ελάττωση κατά 17% στην κάθαρση ραλοξιφαίνης και μια ελάττωση κατά 15% στην κάθαρση των συμπλόκων της ραλοξιφαίνης.

Ηπατική ανεπάρκεια: Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες μιας εφάπαξ δόσης ραλοξιφαίνης σε ασθενείς με κίρρωση και ήπια ηπατική ανεπάρκεια (κατηγορίας Α κατά Child-Pugh) έχουν συγκριθεί με αυτές σε υγιείς γυναίκες. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος της ραλοξιφαίνης ήταν περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερες από αυτές της ομάδας ελέγχου και σχετίσθηκαν με τις συγκεντρώσεις χολερυθρίνης.

Μηχανισμός δράσης
Η ραλοξιφαίνη συνδέεται με τους οιστρογονικούς υποδοχείς, οδηγώντας σε διαφορική έκφραση πολλαπλών οιστρογονικά ρυθμιζόμενων γονιδίων σε διαφορετικούς ιστούς. Η ραλοξιφαίνη παράγει οιστρογονικές επιδράσεις στα οστά, μειώνοντας την οστική απορρόφηση και…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Εκλεκτικός Ρυθμιστής των Οιστρογονικών Υποδοχέων ATC κωδικός: G03X C01. ### Μηχανισμός δράσης και Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Ως ένας εκλεκτικός ρυθμιστής των οιστρογονικών υποδοχέων (SERM), η…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Η ραλοξιφαίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Περίπου ποσοστό 60% της χορηγούμενης από του στόματος δόσης απορροφάται. Η προ-συστηματική μετατροπή της σε παράγωγα γλυκουρονιδίου είναι εκτενής. Η…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η ραλοξιφαίνη υφίσταται μεταβολισμό στο έντερο και στο ήπαρ, χωρίς τη συμμετοχή του συστήματος κυτοχρώματος P450. * Κύριοι μεταβολίτες: * Σχηματίζει εκτεταμένα συζεύγματα γλυκουρονιδίου: * ραλοξιφαίνη-4’-γλυκουρονίδιο *…
Απέκκριση
Κόπρανα
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

raloxifene

ATC4 Φαρμακολογική Ομάδα

Κωδικός ATC5

pill