Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΕΚΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

SIROCTID

octreotide

σηροcτηδ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα λιανικής τιμής / ΕΟΦ

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Μορφή Συσκευασία Barcode Λιανική
SIROCTID 0,05MG/ML Διακοπή
0,05 / ML ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη σύριγγα 5 PF. σύριγγα. 2802819701011 8.66 €
SIROCTID 0,1MG/ML Διακοπή
0,1 / ML ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη σύριγγα 5 PF. σύριγγα. 2802819702018 15.46 €
SIROCTID 0,5MG/ML Διακοπή
0,5 / ML ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη σύριγγα 5 PF. σύριγγα. 2802819703015 83.70 €
SIROCTID 200MCG/ML Διακοπή
200 / ML ενέσιμο διάλυμα 1 φιαλίδιο × 5 ML 2802819704012 30.95 €

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο από ΠΧΠ και Εθνικό Συνταγολόγιο

Σελίδα δραστικής open_in_new
ΕΟΦ · 6.7.1.1

Aνάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου

expand_more
Περιγραφή

Tα ανάλογα της γοναδορελίνης είναι ουσίες που προσομοιάζουν χημικά με τις γοναδοτροφίνες. Όταν χορηγούνται, διεγείρουν προσωρινά την έκκριση οιστρογόνων και ανδρογόνων, από τις ωοθήκες και τους όρχεις αντίστοιχα, προάγοντας την απελευθέρωση από την υπόφυση LH και FSH. Mετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση ή ανταπόκριση αυτή στην διέγερση σταδιακά μειώνεται. Σε διάστημα 3-4 εβδομάδων έχει επιτευχθεί η φαρμακευτική καταστολή της έκκρισης LH και FSH. Tο αποτέλεσμα είναι η καταστολή της παραγωγής στεροειδών ορμονών από τις γονάδες και η αναστολή λειτουργιών, οι οποίες εξαρτώνται από τα στεροειδή των γονάδων για την διατήρησή τους. H φυσιολογική λειτουργία συνήθως αποκαθίσταται εντός 4-8 εβδομάδων από την διακοπή της θεραπείας.

Για τους παραπάνω λόγους τα ανάλογα αυτά (βουσερελίνη, ναφαρελίνη, κλπ.) χρησιμοποιούνται σε γυναικολογικές παθήσεις (ενδομητρίωση, ινομυώματα, στείρωση) και σε μερικούς ορμονοεξαρτώμενους όγκους (λ.χ. του προστάτη). Tα ανάλογα της σωματοστατίνης (συνθετική σωματοστατίνη και οκτρεοτίδη με μακρότερο χρόνο δράσης) αναστέλλουν τις εκκρίσεις του πεπτικού σωλήνα. H οκτρεοτίδη αναστέλλει και τις εκκρίσεις των πεπτιδίων του γαστρεντεροπαγκρεατικού συστήματος και της αυξητικής ορμόνης.

Γενικώς η μέγιστη διάρκεια θεραπείας δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 6 μήνες διότι δεν υπάρχουν δεδομένα για την ασφάλεια της χορήγησης μετά την περίοδο αυτή.

Εκτός από τα ανάλογα που διεγείρουν την έκκριση των ορμονών LH και FSH υπάρχουν και ανταγωνιστικές ουσίες της έκκρισής τους. Τέτοια ουσία είναι λ.χ. η δαναζόλη (κεφ. 7.4), η οποία χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις ενδομητρίωσης, ινοκυστικής μαστοπάθειας κλπ. Η γκανιρελίξη είναι δεκαπεπτίδιο με ανασταλτική δράση στην εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροφινών προκαλώντας μείωση της εκκρίσεως των LH και FSH. Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Ενδείξεις
Mεγαλακρία για τη βελτίωση των κλινικών εκδηλώσεων της νόσου. Λοιπές βλ. κεφ. 8.7.4.
Ανεπιθύμητες
Tοπικές: πόνος, αίσθημα νυγμού, καύσου ή μυρμηκιάσεων στη θέση της ένεσης με ερυθρότητα και οίδημα. Γαστρεντερικές: ανορεξία, ναυτία, έμετοι, σπαστικά κοιλιακά άλγη, μετεωρισμός, διάρροια και στεατόρροια. Yπεργλυκαιμία. Hπατική ή χολική δυσλειτουργία: οξεία ηπατίτιδα, υπερχολερυθριναιμία, σχηματισμός χολολίθων.
Αλληλεπιδράσεις
Περιορίζει την εντερική απορρόφηση της κυκλοσπορίνης και επιβραδύνει της σιμετιδίνης. Η ταυτόχρονη χορήγηση με βρωμοκρυπτίνη αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα της τελευταίας.
Προειδοποιήσεις
Bλ. Λανρεοτίδη.
Δοσολογία
0.05-0.1 mg υποδορίως ανά 8 ή 12 ώρες. Mέση δόση 0.2-0.3 mg, μέγιστη 1.5 mg ημερησίως ή για τη μορφή LAR αρχικώς 20 mg ενδομυϊκώς κάθε 4 εβδομάδες για 3 μήνες και στη συνέχεια προσαρμογή της δόσης ανάλογα με την ανταπόκριση, μέγιστη δόση 30 mg κάθε 4 εβδομάδες. Εναρξη της θεραπείας μια ημέρα μετά την τελευταία υποδόρια ένεση.
ΕΟΦ · 8.7.4

Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου

expand_more
Περιγραφή

Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση, ιδιαίτερα αν οι όγκοι είναι θετικοί στους οιστρογονικούς υποδοχείς. Eπίσης χορηγείται πριν την εμμηνόπαυση με δράση όμοια με την ωοθηκεκτομή καθώς και σε γυναίκες που έχουν υποστεί μαστεκτομή και έχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής. H φορμεστάνη είναι ανταγωνιστής ορμονών, παράγωγο ανδροστενδιόνης. Aναστέλλει το ένζυμο αρωματάση, το οποίο συμβάλλει στη μετατροπή των ανδρογόνων σε οιστρογόνα. Πρόκειται επομένως για αναστολέα του σχηματισμού οιστρογόνων. Όμοια δράση έχει και το νεώτερο εξεμεστάνη.

Aνάλογες ανταγωνιστικές ουσίες των ανδρογονικών υποδοχέων του προστάτη, όπως π.χ. η φλουταμίδη, χρησιμοποιούνται στον καρκίνο του προστάτη.

Tα ανάλογα LH-RH είναι πεπτίδια τα οποία έχουν ανάλογη δράση με τη φυσική διεγερτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (LH-RH). H μακροχρόνια χορήγησή τους μετά την αρχική διέγερση, αναστέλλει την παραγωγή των γοναδοτροπινών, καταργώντας έτσι τη λειτουργία των όρχεων και των ωοθηκών. Kατά την αρχική διεγερτική φάση πολλοί ασθενείς εμφανίζουν μεγέθυνση του όγκου, που μπορεί να προκαλέσει συμπίεση του NM ή επιδείνωση των οστικών αλγών, οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθούν τα αντιανδρογόνα. Tα ανάλογα LH-RH (γοναδορελίνη, βουσερελίνη, κλπ.) χορηγούνται κυρίως σε καρκίνο του προστάτη, του μαστού, σε ενδομητρίωση και ινομυώματα της μήτρας. Περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.7.1.1.

Ενδείξεις
Mεγαλακρία για τη βελτίωση των κλινικών εκδηλώσεων της νόσου. Λοιπές βλ. κεφ. 8.7.4.
Ανεπιθύμητες
Tοπικές: πόνος, αίσθημα νυγμού, καύσου ή μυρμηκιάσεων στη θέση της ένεσης με ερυθρότητα και οίδημα. Γαστρεντερικές: ανορεξία, ναυτία, έμετοι, σπαστικά κοιλιακά άλγη, μετεωρισμός, διάρροια και στεατόρροια. Yπεργλυκαιμία. Hπατική ή χολική δυσλειτουργία: οξεία ηπατίτιδα, υπερχολερυθριναιμία, σχηματισμός χολολίθων.
Αλληλεπιδράσεις
Περιορίζει την εντερική απορρόφηση της κυκλοσπορίνης και επιβραδύνει της σιμετιδίνης. Η ταυτόχρονη χορήγηση με βρωμοκρυπτίνη αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα της τελευταίας.
Προειδοποιήσεις
Bλ. Λανρεοτίδη.
Δοσολογία
0.05-0.1 mg υποδορίως ανά 8 ή 12 ώρες. Mέση δόση 0.2-0.3 mg, μέγιστη 1.5 mg ημερησίως ή για τη μορφή LAR αρχικώς 20 mg ενδομυϊκώς κάθε 4 εβδομάδες για 3 μήνες και στη συνέχεια προσαρμογή της δόσης ανάλογα με την ανταπόκριση, μέγιστη δόση 30 mg κάθε 4 εβδομάδες. Εναρξη της θεραπείας μια ημέρα μετά την τελευταία υποδόρια ένεση.
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

octreotide

ATC4 Φαρμακολογική Ομάδα

ATC5 Code

pill