Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
VANCOMYCIN/KABI 1G/VIAL
Διακοπή
|
1 / VIAL | 10.46 € |
|
VANCOMYCIN/KABI 500MG/VIAL
Διακοπή
|
500 / VIAL | 5.87 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πολύπλοκες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
-
Αντιβακτηριακή προφύλαξη
-
I33 Οξεία και υποξεία ενδοκαρδίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μολυσματική ενδοκαρδίτιδα
-
M86 Οστεομυελίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη των οστών
-
J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ενδονοσοκομειακή πνευμονία · Πνευμονία της κοινότητας
-
M00 Πυογόνος αρθρίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη των αρθρώσεων
VANCOMYCIN-KABI — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: κάθε 8 έως 12 ώρες, κάθε 6 ώρες
- Δόση έναρξης: 15 έως 20 mg/kg σωματικού βάρους
- Τιτλοποίηση: Οι επακόλουθες προσαρμογές της δόσης πρέπει να βασίζονται στις συγκεντρώσεις στον ορό για να επιτευχθούν στοχευμένες θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Για τις επόμενες δόσεις και το διάστημα χορήγησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η νεφρική λειτουργία.
-
Ασθενείς ηλικίας 12 ετών και άνωΔόση15 έως 20 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 8 έως 12 ώρεςΜέγ. δόση2 g ανά δόσηΣε σοβαρά ασθενείς, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια δόση εφόδου 25-30 mg/kg σωματικού βάρους για να διευκολυνθεί η ταχεία επίτευξη της στοχευόμενης συγκέντρωσης βανκομυκίνης ορού.
-
Βρέφη και παιδιά ηλικίας από ενός μηνός έως 12 ετώνΔόση10 έως 15 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 6 ώρες
-
Νεογνά (από τη γέννηση έως τις 27 ημέρες μετά τη γέννηση) και πρόωρα νεογνάΓια τη θέσπιση του δοσολογικού σχήματος για νεογνά, θα πρέπει να ζητείται η συμβουλή ενός γιατρού με εμπειρία στη διαχείριση νεογνών. Δοσολογία ανάλογα με τη μετεμμηνοροϊκή ηλικία (PMA).
-
Όλες οι ηλικιακές ομάδες για περιεπεμβατική προφύλαξη βακτηριακής ενδοκαρδίτιδαςΔόσηαρχική δόση 15 mg/kg πριν από την πρόκληση της αναισθησίαςΑνάλογα με τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, μπορεί να απαιτείται μια δεύτερη δόση βανκομυκίνης.
-
ΗλικιωμένοιΜπορεί να απαιτούνται χαμηλότερες δόσεις συντήρησης λόγω της μείωσης της νεφρικής λειτουργίας που σχετίζεται με την ηλικία.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Έγκυες γυναίκεςΜπορεί να απαιτούνται σημαντικά αυξημένες δόσεις για την επίτευξη θεραπευτικών συγκεντρώσεων ορού.
-
Παχύσαρκοι ασθενείςΗ αρχική δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται μεμονωμένα ανάλογα με το συνολικό σωματικό βάρος, όπως σε μη παχύσαρκους ασθενείς.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ενδομυϊκή χορήγηση
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΗ θεραπεία με βανκομυκίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να εφαρμόζονται τα κατάλληλα επείγοντα μέτρα.
-
Διασταυρούμενη υπερευαισθησίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αλλεργικές αντιδράσεις στην τεϊκοπλανίνηΗ βανκομυκίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Φάσμα αντιβακτηριακής δραστικότηταςΔεν είναι κατάλληλη για χρήση ως μεμονωμένος παράγοντας για τη θεραπεία ορισμένων τύπων λοιμώξεων εκτός εάν ο παθογόνος παράγοντας έχει ήδη τεκμηριωθεί και είναι γνωστό ότι είναι ευαίσθητος ή υπάρχουν ικανές υπόνοιες.
-
ΩτοτοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς με προηγούμενη κώφωσηΝα αποφεύγεται η βανκομυκίνη.
-
ΩτοτοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΘα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη ή διαδοχική χρήση άλλων ωτοτοξικών ουσιών.
-
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση (σύνδρομο ερυθρού ανθρώπου)Η βανκομυκίνη θα πρέπει να εγχέεται βραδέως εντός αραιού διαλύματος (2,5 ως 5,0 mg/ml) με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των 10mg/ml σε περίοδο όχι μικρότερη από 60 λεπτά.
-
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση και αναισθητικάΜπορεί να μειωθεί με τη χορήγηση βανκομυκίνης με έγχυση για τουλάχιστον 60 λεπτά, πριν από την επαγωγή αναισθησίας.
-
Σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS)Εάν εμφανιστούν συμπτώματα ή σημάδια SJS, η θεραπεία με βανκομυκίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να αναζητείται εξειδικευμένη δερματολογική αξιολόγηση.
-
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με το σημείο χορήγησης (θρομβοφλεβίτιδα)Η συχνότητα και η σοβαρότητα της θρομβοφλεβίτιδας μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με τη χορήγηση του φαρμάκου αργά ως αραιωμένο διάλυμα και με τακτική αλλαγή των σημείων έγχυσης.
-
Ενδορραχιαία, ενδοοσφυϊκή και ενδοκοιλιακή χορήγησηΗ αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της βανκομυκίνης δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
ΝεφροτοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, συμπεριλαμβανομένης της ανουρίαςΗ βανκομυκίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Υποθεραπευτικά επίπεδα βανκομυκίνηςΠληθυσμόςΠαιδιά κάτω των 12 ετώνΔεν μπορούν γενικά να συνιστώνται δόσεις υψηλότερες από 60 mg/kg/ημέρα, καθώς η ασφάλεια δεν έχει αξιολογηθεί.
-
Νεφρική ανωριμότηταπροσοχήΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνά και νεαρά βρέφηΗ βανκομυκίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή.
-
Αλληλεπιδράσεις με αναισθητικάΠληθυσμόςΠαιδιάΗ ταυτόχρονη χορήγηση βανκομυκίνης και αναισθητικών παραγόντων έχει συσχετιστεί με ερύθημα και ισταμινικού τύπου εξάνθημα.
-
Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότηταςΠληθυσμόςΠαιδιάΤαυτόχρονη χρήση με νεφροτοξικούς παράγοντες όπως αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά, NSAIDs ή αμφοτερικίνη Β.
-
Αυξημένες συγκεντρώσεις βανκομυκίνης στον ορόΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΗ δοσολογία πρέπει να ρυθμίζεται λόγω φυσικής μείωσης της σπειραματικής διήθησης.
-
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με αναισθητικά μέσαπροσοχήΗ προκαλούμενη από την αναισθησία καταστολή του μυοκαρδίου μπορεί να ενισχυθεί από τη βανκομυκίνη. Οι δόσεις πρέπει να αραιώνονται και να χορηγούνται αργά. Οι αλλαγές θέσης θα πρέπει να καθυστερούν.
-
Ψευδομεμβρανική εντεροκολίτιδαΣε περίπτωση σοβαρής επίμονης διάρροιας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα. Δεν πρέπει να χορηγούνται αντιδιαρροϊκά φάρμακα.
-
ΕπιλοίμωξηΗ παρατεταμένη χρήση βανκομυκίνης μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών. Εάν εμφανιστεί επιλοίμωξη, πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναισθητικοί παράγοντεςπροσοχήΕρύθημα, έξαψη τύπου ισταμίνης, αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, αύξηση της συχνότητας των σχετιζόμενων με την έγχυση εκδηλώσεωνΣύστασηΧορήγηση βανκομυκίνης ως έγχυση διάρκειας 60 λεπτών πριν από την εισαγωγή του αναισθητικού.
-
Ωτοτοξικά, νευροτοξικά ή νεφροτοξικά φάρμακα (π.χ. αμφοτερικίνη Β, αμινογλυκοσίδες, βακιτρακίνη, πολυμυξίνη Β, κολιστίνη, βιομυκίνη, σισπλατίνη)παρακολούθησηΠιθανή αύξηση ωτοτοξικότητας, νευροτοξικότητας ή νεφροτοξικότηταςΣύστασηΑπαιτεί προσεκτική παρακολούθηση.
-
Παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμούπροσοχήΑυξημένο δυναμικό νευρομυϊκού αποκλεισμού
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναστρέψιμη ουδετεροπενία (Σπάνιες)
- Ακοκκιοκυτταραιμία (Σπάνιες)
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Μεταβατική ή μόνιμη απώλεια της ακοής (Όχι συχνές)
- Ίλιγγος (Σπάνιες)
- Εμβοές
- Ζάλη
- Καρδιακό επεισόδιο (Πολύ σπάνιες)
- Μείωση της αρτηριακής πιέσεως (Συχνές)
- Αγγειίτιδα (Σπάνιες)
- Δύσπνοια
- Συριγμός (Συχνές)
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδα (Πολύ σπάνιες)
- Έξαψη του ανώτερου σώματος («σύνδρομο ερυθρού ανθρώπου») (Συχνές)
- Εξάνθημα και φλεγμονή του βλεννογόνου (Συχνές)
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα (Πολύ σπάνιες)
- Γραμμική IgA πομφολυγώδης δερμάτωση (Πολύ σπάνιες)
- Ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS) (Μη γνωστές)
- AGEP (Οξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση) (Μη γνωστές)
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Σύνδρομο Lyell
- Νεφρική ανεπάρκεια που εκδηλώνεται κυρίως με αυξημένη κρεατινίνη και ουρία ορού (Συχνές)
- Διάμεση νεφρίτιδα (Σπάνιες)
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια (Σπάνιες)
- Οξεία σωληνωτή νέκρωση (Μη γνωστές)
- Φλεβίτιδα
- Ερυθρότητα του άνω σώματος και του προσώπου (Συχνές)
- Φαρμακευτικός πυρετός (Σπάνιες)
- Ρίγος (Σπάνιες)
- Πόνος και μυϊκός σπασμός των μυών του στήθους και της πλάτης (Σπάνιες)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈξαψη ανώτερου σώματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη ορούΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ουρία ορούΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρυθρότητα άνω σώματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρυθρότητα προσώπουΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΜείωση αρτηριακής πίεσηςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΣυριγμόςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣύνδρομο ερυθρού ανθρώπουΔέρμα
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεγμονή βλεννογόνουΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑπώλεια ακοήςΑυτί
-
ΣπάνιεςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑναστρέψιμη ουδετεροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΕμβοέςΑυτί
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜυϊκός σπασμόςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠόνος στην πλάτηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΠόνος στο στήθοςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΡίγοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΦαρμακευτικός πυρετόςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΓραμμική IgA πομφολυγώδης δερμάτωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακό επεισόδιοΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο LyellΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΨευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΟξεία σωληνωτή νέκρωσηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΣυστηματικά συμπτώματαΓενικές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ βανκομυκίνη πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση μόνον εάν σαφώς απαιτείται και έπειτα από προσεκτική αξιολόγηση του κινδύνου/οφέλους.Δεν υπάρχει επαρκής εμπειρία για την ασφάλεια. Τοξικολογικές μελέτες σε πειραματόζωα δεν δείχνουν επιδράσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου, του κυήματος ή την περίοδο κύησης. Διαπερνά τον πλακούντα. Υπάρχει δυνητικός κίνδυνος εμβρυονικής και νεογνικής ωτοτοξικότητας και νεφροτοξικότητας.
-
ΓαλουχίαΘα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την περίοδο της γαλουχίας μόνον εάν τα άλλα αντιβιοτικά έχουν αποτύχει. Να δίδεται με προσοχή.Εκκρίνεται στο γάλα του ανθρώπου. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες στο βρέφος (διαταραχές στην χλωρίδα του εντέρου με διάρροια, αποικισμός με μύκητες που μοιάζουν με ζυμομύκητες και πιθανή ευαισθητοποίηση). Να εξεταστεί η απόφαση για διακοπή της γαλουχίας.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: «αντιβακτηριακά συστηματικής χρήσης Γλυκοπεπτίδια Αντιβακτηριακά», κωδικός ATC: JO1X A01.
Μηχανισμός δράσης
Η βανκομυκίνη είναι ένα τρικυκλικό γλυκοπεπτιδικό αντιβιοτικό που αναστέλλει τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος σε ευαίσθητα βακτήρια συνδεόμενη με υψηλή συγγένεια στο άκρο της D-αλανυλ-D-αλανίνης μονάδων πρόδρομων κυτταρικών τοιχωμάτων. Το φάρμακο είναι βακτηριοκτόνο για τη διαίρεση μικροοργανισμών. Επιπλέον, εμποδίζει τη διαπερατότητα της βακτηριακής κυτταρικής μεμβράνης και τη σύνθεση RNA.
Φαρμακοκινητική/Φαρμακοδυναμική σχέση
Η βανκομυκίνη εμφανίζει ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση δραστικότητα με το εμβαδόν κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης (AUC) διαιρούμενο με την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) του οργανισμού-στόχου ως την κύρια προγνωστική παράμετρο από πλευράς αποτελεσματικότητας. Με βάση in vitro, ζωικά και περιορισμένα ανθρώπινα δεδομένα, ένας λόγος AUC/MIC ίσος με 400 έχει καθοριστεί ως PK/PD στόχος για την επίτευξη κλινικής αποτελεσματικότητας με βανκομυκίνη. Για την επίτευξη αυτού του στόχου όταν η MIC είναι ≥ 1,0 mg/l, απαιτούνται δοσολογία στο ανώτερο εύρος και υψηλά ελάχιστα συγκεντρώσεων ορού (15-20 mg/l) (βλ. Δοσολογία).
Μηχανισμός ανθεκτικότητας
Η επίκτητη ανθεκτικότητα σε γλυκοπεπτίδια είναι συνηθέστατη στους εντερόκοκκους και βασίζεται στην απόκτηση διαφόρων van γονιδιακών συμπλόκων που τροποποιούν τον στόχο D-αλανυλ-D-αλανίνη σε D-αλανυλ-D-γαλακτικό ή D-αλανυλ-D-σερίνη που συνδέεται ασθενώς με βανκομυκίνη. Σε ορισμένες χώρες παρατηρούνται αυξανόμενες περιπτώσεις ανθεκτικότητας, ιδιαίτερα σε εντεροκόκκους. Ιδιαιτέρως ανησυχητικά είναι πολυανθεκτικά στελέχη Enterococcus faecium. Van γονίδια σπάνια ανευρίσκονται στο Staphylococcus aureus, όπου οι μεταβολές στη δομή του κυτταρικού τοιχώματος απολήγουν σε «ενδιάμεση» ευαισθησία, η οποία συνηθέστερα είναι ετερογενής. Επίσης, έχουν αναφερθεί ανθεκτικά στη μεθικιλλίνη στελέχη σταφυλοκόκκου (MRSA) με μειωμένη ευαισθησία για βανκομυκίνη. Η μειωμένη ευαισθησία ή αντοχή σε βανκομυκίνη στον Staphylococcus δεν είναι καλά κατανοητή. Απαιτούνται αρκετά γενετικά στοιχεία και πολλαπλές μεταλλάξεις. Δεν υπάρχει διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ της βανκομυκίνης και άλλων κατηγοριών αντιβιοτικών. Διασταυρούμενη ανθεκτικότητα εμφανίζεται με άλλα γλυκοπεπτιδικά αντιβιοτικά, όπως η τεϊκοπλανίνη. Δευτερογενής ανάπτυξη ανθεκτικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας είναι σπάνια.
Συνέργεια
Ο συνδυασμός βανκομυκίνης με αντιβιοτικό αμινογλυκοσίδης έχει συνεργιστική δράση έναντι πολλών στελεχών Staphylococcus aureus, μη εντεροκοκκικών ομάδων D-στρεπτοκόκκων, εντεροκόκκων και στρεπτόκοκκων της ομάδας Viridans. Ο συνδυασμός βανκομυκίνης με κεφαλοσπορίνη έχει συνεργιστική επίδραση έναντι ορισμένων ανθεκτικών σε οξακιλλίνη στελεχών Staphylococcus epidermidis ενώ ο συνδυασμός βανκομυκίνης με ριφαμπικίνη έχει συνεργιστική επίδραση έναντι του Staphylococcus epidermidis και μερική συνεργική δράση έναντι ορισμένων στελεχών Staphylococcus aureus. Καθώς η βανκομυκίνη σε συνδυασμό με κεφαλοσπορίνη μπορεί να έχει ανταγωνιστική δράση και έναντι κάποιων στελεχών Staphylococcus epidermidis και σε συνδυασμό με ριφαμπικίνη έναντι ορισμένων στελεχών Staphylococcus aureus, η προηγούμενη δοκιμή συνεργιστικής δράσης είναι χρήσιμη. Πρέπει να λαμβάνονται δείγματα για βακτηριακές καλλιέργειες προκειμένου να απομονωθούν και να προσδιοριστούν οι αιτιολογικοί οργανισμοί και να προσδιοριστεί η ευαισθησία τους στη βανκομυκίνη.
Κρίσιμες συγκεντρώσεις στη δοκιμή ευαισθησίας
Η βανκομυκίνη είναι δραστική έναντι των θετικών κατά Gram βακτηρίων, όπως σταφυλόκοκκοι, στρεπτόκοκκοι, εντερόκοκκοι, πνευμονιόκοκκοι και κλωστρίδια. Τα αρνητικά κατά Gram βακτήρια είναι ανθεκτικά. Ο επιπολασμός επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να ποικίλει γεωγραφικά και με το χρόνο για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η τοπική πληροφόρηση σχετικά με την αντίσταση, ιδιαίτερα όταν θεραπεύονται σοβαρές λοιμώξεις. Εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να ζητούνται συμβουλές από ειδικούς, όταν ο τοπικός επιπολασμός της αντοχής είναι τέτοιος ώστε η χρησιμότητα του παράγοντα σε ορισμένους τουλάχιστον τύπους λοιμώξεων είναι αμφισβητήσιμη. Αυτές οι πληροφορίες παρέχουν μόνο προσεγγιστική καθοδήγηση σχετικά με το εάν οι μικροοργανισμοί είναι ευαίσθητοι στη βανκομυκίνη. Οι κρίσιμες ελάχιστες συγκεντρώσεις αναστολής (Minimum inhibitory concentration, MIC) που καθορίστηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιμών Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακά (EUCAST) έχουν ως εξής:
| Ευαίσθητο | Ανθεκτικό | |
|---|---|---|
| Staphylococcus aureus | ≤ 2 mg/L | > 2 mg/L |
| Coagulase-negative staphylococci | ≤ 4 mg/L | > 4 mg/L |
| Enterococcus spp. | ≤ 4 mg/L | > 4 mg/L |
| Streptococcus groups A, B, C and G | ≤ 2 mg/L | > 2 mg/L |
| Streptococcus pneumoniae | ≤ 2 mg/L | > 2 mg/L |
| Gram positive anaerobes | ≤ 2 mg/L | > 2 mg/L |
Ο S.aureus με τιμές MIC έναντι βανκομυκίνης 2 mg/L είναι στα όρια της κατανομής άγριου τύπου και μπορεί να παρουσιαστεί κάποια προβληματική κλινική απόκριση.
Κοινώς ευαίσθητα είδη
- Θετικά κατά Gram:
- Enterococcus faecalis
- Staphylococcus aureus
- Methicillin-resistant Staphylococcus aureus
- coagulase negative Staphylococci
- Streptococcus spp.
- Streptococcus pneumonia
- Enteroccocus spp.
- Staphylococcus spp.
- Αναερόβια είδη:
- Clostridium spp. except Clostridium innocuum
- Eubacterium spp.
- Peptostreptococcus spp.
Είδη για τα οποία μπορεί να υπάρχει πρόβλημα επίκτητης ανθεκτικότητας
- Enterococcus faecium
Εγγενώς ανθεκτικά
- Όλα τα κατά Gram αρνητικά βακτήρια
- Θετικά κατά Gram αερόβια είδη:
- Erysipelothrix rhusiopathiae
- Heterofermentative Lactobacillus
- Leuconostoc spp.
- Pediococcus spp.
- Αναερόβια είδη:
- Clostridium innocuum
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση
Η βανκομυκίνη χορηγείται ενδοφλεβίως για την θεραπεία συστηματικών λοιμώξεων. Στην περίπτωση ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η ενδοφλέβια έγχυση πολλαπλών δόσεων 1g βανκομυκίνης (15 mg/kg) για 60 λεπτά παράγει κατά προσέγγιση μέσες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 50-60 mg/L, 20-25 mg/L και 5-10 mg/L, αμέσως, 2 ώρες και 11 ώρες μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης, αντιστοίχως. Τα επίπεδα πλάσματος που λαμβάνονται μετά από πολλαπλές δόσεις είναι παρόμοια με εκείνα που επιτυγχάνονται μετά από μια εφάπαξ δόση.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 60 L/1,73 m² σωματικής επιφάνειας. Σε συγκεντρώσεις βανκομυκίνης των 10 mg/l έως 100 mg/l στον ορό, η δέσμευση του φαρμάκου στις πρωτεΐνες πλάσματος είναι περίπου 30-55%, μετρούμενη με υπερδιήθηση. Η βανκομυκίνη διαχέεται εύκολα στον πλακούντα και διανέμεται στο αίμα του ομφάλιου λώρου. Σε μη φλεγμονώδη μηνιγγίτιδα, η βανκομυκίνη διέρχεται από τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό σε χαμηλό μόνο βαθμό.
Βιομεταχηματισμός
Ο μεταβολισμός του φαρμάκου είναι πολύ μικρός. Μετά από παρεντερική χορήγηση απεκκρίνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου ως μικροβιολογικώς δραστική ουσία (περίπου 75-90% εντός 24 ωρών) μέσω σπειραματικής διήθησης μέσω των νεφρών.
Αποβολή
Η ημιζωή αποβολής της βανκομυκίνης είναι 4 με 6 ώρες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και 2,2-3 ώρες σε παιδιά. Η κάθαρση στο πλάσμα είναι περίπου 0,058 L/kg/h και η κάθαρση στα νεφρά είναι περίπου 0,048 L/kg/h. Στις πρώτες 24 ώρες, περίπου το 80% μιας χορηγηθείσας δόσης βανκομυκίνης απεκκρίνεται στα ούρα μέσω σπειραματικής διήθησης. Η νεφρική δυσλειτουργία καθυστερεί την απέκκριση της βανκομυκίνης. Σε ανεφρικούς ασθενείς, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 7,5 ημέρες. Λόγω της ωτοτοξικότητας της θεραπείας με βανκομυκίνη-ανοσοενισχυτικό, σε τέτοιες περιπτώσεις ενδείκνυται η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Η χολική απέκκριση είναι ασήμαντη (λιγότερο από 5% μιας δόσης). Αν και η βανκομυκίνη δεν αποβάλλεται αποτελεσματικά με αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αύξησης της κάθαρσης βανκομυκίνης με αιμοδιάχυση και αιμοδιήθηση.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η συγκέντρωση βανκομυκίνης αυξάνεται εν γένει αναλογικά με την αύξηση της δόσης. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα κατά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων είναι παρόμοιες με αυτές μετά τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης.
Χαρακτηριστικά σε συγκεκριμένες ομάδες
Νεφρική δυσλειτουργία
Η βανκομυκίνη καθάρεται κυρίως με σπειραματική διήθηση. Σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής της βανκομυκίνης παρατείνεται και μειώνεται η συνολική κάθαρση του σώματος. Κατά συνέπεια, η βέλτιστη δόση θα πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με τις συστάσεις δοσολογίας που αναφέρονται στην (βλ. Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της βανκομυκίνης δεν μεταβάλλεται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Έγκυοι γυναίκες
Για την επίτευξη θεραπευτικών συγκεντρώσεων ορού σε έγκυες γυναίκες μπορεί να απαιτούνται σημαντικά αυξημένες δόσεις (βλ. Κύηση και γαλουχία).
Υπέρβαροι ασθενείς
Η κατανομή της βανκομυκίνης μπορεί να μεταβληθεί σε υπέρβαρους ασθενείς λόγω της αύξησης του όγκου κατανομής, της νεφρικής κάθαρσης και πιθανών αλλαγών στη δέσμευση πρωτεϊνών στο πλάσμα. Σε αυτούς τους υποπληθυσμούς, η συγκέντρωση βανκομυκίνης στον ορό βρέθηκε υψηλότερη από την αναμενόμενη σε άρρενες υγιείς ενήλικες (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η βανκομυκίνη PK έχει δείξει μεγάλη μεταξύ ατόμων μεταβλητότητα σε πρόωρα και νεογνά. Στα νεογνά, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής βανκομυκίνης κυμαίνεται μεταξύ 0,38 και 0,97 L/kg, παρόμοια με τις τιμές για ενήλικες, ενώ η κάθαρση κυμαίνεται μεταξύ 0,63 και 1,4 ml/kg/min. Ο χρόνος ημιζωής ποικίλει μεταξύ 3,5 και 10 ωρών και είναι μεγαλύτερος από ό, τι στους ενήλικες, αντικατοπτρίζοντας τις συνήθεις χαμηλότερες τιμές για κάθαρση στο νεογνό. Στα βρέφη και στα μεγαλύτερα παιδιά, ο όγκος κατανομής κυμαίνεται μεταξύ 0,26-1,05 L/kg ενώ η κάθαρση κυμαίνεται μεταξύ 0,33-1,87 ml/kg/min.