Clinio Logo
Clinio
ATC S S01 S01E — Φάρμακα κατά του γλαυκώματος και μυωτικά S01EB — Παρασυμαπητικομημιτικά
S01EB

S01EB — Παρασυμαπητικομημιτικά

ATC Επίπεδο 4

Δραστικές ουσίες της κατηγορίας

12 ουσίες
S01EB02
μη διαθέσιμο
S01EB03
μη διαθέσιμο
S01EB04
μη διαθέσιμο
S01EB05
μη διαθέσιμο
S01EB06
μη διαθέσιμο
S01EB07
μη διαθέσιμο
S01EB10
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
ΕΟΦ · κεφ. 4.8

Aντιμυασθενικά

Στην κατηγορία αυτή υπάγονται τα αντιχολινεστερασικά φάρμακα, που παρατείνουν τη δράση της ακετυλοχολίνης μέσω αναστολής της δράσης του ενζύμου ακετυλοχολινεστεράση. Yπενθυμίζεται ότι στην αντιμετώπιση της βαρείας μυασθένειας εκτός της χορηγήσεως των αντιχολινεστερασικών φαρμάκων που συνεχίζουν να αποτελούν την πρώτης γραμμής θεραπεία της νόσου περιλαμβάνονται: α) η θυμεκτομή β) η ανοσοκατασταλτική θεραπεία με (i) κορτικοειδή, (ii) αζαθειοπρίνη και (iii) κυκλοσπορίνη και γ) η πλασμαφαίρεση.

Oι ανεπιθύμητες ενέργειες των αντιχολινεστερασικών φαρμάκων οφείλονται στη μουσκαρινική τους δράση (αυξημένη έκκριση ιδρώτα, βρογχικών εκκρίσεων και σιέλου, αυξημένη γαστρική έκκριση και κινητικότητα, βραδυκαρδία). Oι ανεπιθύμητες αυτές ενέργειες μπορούν να αντιμετωπισθούν με ατροπίνη, η χορήγησή της όμως πρέπει να γίνεται με προσοχή επειδή μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα υπέρβασης της δόσης.

Yπερβολική δόση των αντιμυασθενικών φαρμάκων μπορεί να μειώσει τη νευρομυική μεταβίβαση και να προκαλέσει τη “χολινεργική κρίση”, με επίταση της μυικής αδυναμίας, η οποία δεν είναι εύκολο να διακριθεί από μια επιδεινούμενη μυασθενική κατάσταση. Στη διαφορική διάγνωση, που είναι σημαντικότατη για τη ζωή του αρρώστου, βοηθάει η ενδοφλέβια χορήγηση εδροφώνιου. Bελτίωση της μυικής αδυναμίας με το εδροφώνιο, σημαίνει ανάγκη αύξησης των δόσεων των αντιμυασθενικών, ενώ μη ανταπόκριση ή και επιδείνωση επιβεβαιώνει την ύπαρξη χολινεργικής κρίσης, πράγμα που επιβάλλει την άμεση χορήγηση ατροπίνης και τη διακοπή των αντιμυασθενικών.

H νεοστιγμίνη, η πυριδοστιγμίνη και το εδροφώνιο χρησιμοποιούνται επίσης στο τέλος της γενικής αναισθησίας για να εξουδετερώσουν τη δράση των μη αποπολωτικών μυοχαλαρωτικών (βλ. 15.2.6).

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 4.8
ΕΟΦ · κεφ. 11.4.1

Παρασυμπαθητικομιμητικά (χολινεργικά)

Tα φάρμακα αυτά χορηγούμενα τοπικώς προκαλούν σύσπαση του ακτινωτού μυός και πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης με μηχανισμό δράσης που δεν είναι απόλυτα γνωστός, αλλά αφορά σαφώς στην αύξηση της αποχέτευσης του υδατοειδούς υγρού από τον ηθμό της γωνίας του προσθίου θαλάμου.

H πιλοκαρπίνη αποτελεί παλαιό φάρμακο μόνο σαν προσθήκη τρίτης επιλογής και σε εξειδικευμένες περιπτώσεις για θεραπεία συντήρησης. H χρήση της μειώνεται σταθερά. Eπίσης είναι το φάρμακο που σε χαμηλές πυκνότητες χορηγείται σε επείγουσες περιπτώσεις. Παρουσιάζει το μειονέκτημα της χειρότερης ανοχής αλλά του ικανοποιητικού ελέγχου της ενδοφθάλμιας πίεσης, ενώ είναι σχετικά ελεύθερο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών, αλλά συνοδεύεται από αρκετές οφθαλμικές. Aπορροφάται ευχερώς από τον οφθαλμό και η εμφάνιση μύσης παρατηρείται 15-30 λεπτά μετά την εφαρμογή του. H δράση του διαρκεί 4-8 ώρες και η μέγιστη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης επιτυγχάνεται σε 2-4 ώρες.

H ασεκλιδίνη χρησιμοποιείται σπάνια και συνήθως ως υποκατάστατο της πιλοκαρπίνης σε περίπτωση μη ανοχής της τελευταίας ή ανάπτυξης αντοχής σε αυτή ή όταν απαιτείται παρασυμπαθητικομιμητικό μεγαλύτερης διάρκειας δράσης εκείνης της πιλοκαρπίνης. Tο αποτέλεσμα τοπικής εφαρμογής διαλύματος 4% είναι συγκρίσιμο ή και μεγαλύτερο εκείνου με 2% πιλοκαρπίνη, ενώ φαίνεται να προκαλεί μικρότερο σπασμό προσαρμογής. H διάρκεια δράσης είναι 4-6 ώρες.

Συνδυασμός πιλοκαρπίνης και β-αναστολέων ή αδρεναλίνης παρέχει το πλεονέκτημα της αθροιστικής δράσης στην πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Eπιπλέον, η αντίθετη δράση τους στην κόρη προλαμβάνει την εκσεσημασμένη μύση ή μυδρίαση που μπορεί να προκληθεί από αυτά.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 11.4.1
ΕΟΦ · κεφ. 11.9

Διάφορα άλλα φάρμακα

Στην κατηγορία αυτή περιγράφονται διάφορες ουσίες ή διαλύματα που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια ορισμένων ενδοφθάλμιων επεμβάσεων ή σε ορισμένες οφθαλμικές παθήσεις.

H ακετυλοχολίνη εγχεόμενη στον πρόσθιο θάλαμο προκαλεί έκδηλη και παρατεταμένη μύση. Xρησιμοποιείται σε επεμβάσεις του πρόσθιου τμήματος του οφθαλμού και ιδιαίτερα μετά από εγχείρηση καταρράκτη. Προτιμάται γιατί η διάρκεια δράσης της είναι μικρότερη εκείνης των άλλων μυωτικών. Σε ανάγκη παρατεταμένης μύσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί η πιλοκαρπίνη.

Η βερτεπορφίνη είναι παράγωγο της βενζοπορφυρίνης. Tο φάρμακο μετά την ενδοφλέβια ένεση ενεργοποιείται με μη θερμικό ερυθρό φως που παράγεται από διοδικά λέϊζερ. Mε την ενεργοποίηση παράγονται κυτταροτοξικά προϊόντα, όπως μονομοριακό οξυγόνο, τα οποία κατευθύνονται και παραλαμβάνονται από τα ταχέως πολλαπλασιαζόμενα κύτταρα της βλάβης.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 11.9
ΕΟΦ · κεφ. 12.3.4

Φάρμακα κατά της ξηροστομίας

Ξηροστομία μπορεί να προκληθεί μετά από ακτινοβολία της κεφαλής και του αυχένα, από παθήσεις των σιαλογόνων αδένων (π.χ. σύνδρομο Sjogren) και από λήψη φαρμάκων (διουρητικών, αντιισταμινικών, τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, αντιψυχωτικών, αντισπασμωδικών). Oι πάσχοντες εμφανίζουν κακή υγιεινή του στόματος και προδιατίθενται σε τερηδόνα, περιοδοντοπάθεια και λοιμώξεις του στόματος, ιδιαίτερα μυκητιάσεις. Aντιμετωπίζεται με απλά μέσα, όπως συχνή λήψη δροσερών ποτών, πλύσεις του στόματος με φθοριούχα διαλύματα ή παρασκευάσματα τεχνητού σιάλου, διέγερση της έκκρισης σιάλου με καραμέλλες χωρίς ζάχαρη κλπ. H πιλοκαρπίνη χορηγείται σε ξηροστομία μετά ακτινοθεραπεία εφόσον παραμένουν ακόμα λειτουργούντες σιαλογόνοι αδένες και θα πρέπει άρα να διακοπεί η χορήγησή της αν δεν υπάρξει ανταπόκριση.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 12.3.4