Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C09AA08 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CILAZAPRIL

Σιλαζαπρίλη

Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αναστέλλουν την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Οι κυριότερες ενδείξεις τους είναι: Υπέρταση. Χορηγούνται σε ήπια ή μέτρια υπέρταση, ιδιαίτερα αν αντενδείκνυνται ή δεν γίνονται ανεκτοί ή αποτύχουν οι β-αποκλειστές ή τα διουρητικά, αν …

Chemical structure of CILAZAPRIL

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Το cilazapril είναι φάρμακο της κατηγορίας ACE αναστολέων που χρησιμοποιείται στη θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας.
medication
SPC-VASCACE

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
μια φορά την ημέρα, περίπου την ίδια ώρα κάθε μέρα
Δόση έναρξης:
1 mg
Τιτλοποίηση:
Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται σύμφωνα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης. Σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο, συνιστάται δόση έναρξης 0,5 mg. Για χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, η δόση μπορεί να αυξάνεται σε εβδομαδιαία διαστήματα. Για ηλικιωμένους με υπέρταση, η δόση συντήρησης προσαρμόζεται στην ατομική ανεκτικότητα.
  • Γενικός πληθυσμός υπέρτασης
    Δόση2,5 έως 5,0 mg μια φορά ημερησίως
    Η αρχική δόση είναι 1 mg/ημέρα. Πρέπει να μετράται η αρτηριακή πίεση και η δόση να εξατομικεύεται σύμφωνα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
  • Ασθενείς με ισχυρά ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης
    Δόση0,5 mg μία φορά ημερησίως
    Συνιστάται η χαμηλότερη δόση έναρξης. Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να πραγματοποιείται κάτω από ιατρική παρακολούθηση.
  • Υπερτασικοί ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά
    Δόση0,5 mg μια φορά ημερησίως
    Εάν είναι δυνατόν, το διουρητικό πρέπει να διακόπτεται 2-3 ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με Vascace. Μπορεί να ξεκινήσει να λαμβάνεται ξανά αργότερα, εάν χρειαστεί.
  • Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
    Δόση0,5 mg μία φορά την ημέρα
    Μέγ. δόση5,0 mg
    Η δόση πρέπει να διατηρείται για περίπου 1 εβδομάδα. Μπορεί να αυξάνεται σε εβδομαδιαία διαστήματα σε 1,0 mg ή 2,5 mg.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης >40 ml/min)
    Δόση1 mg μια φορά την ημέρα
    Μέγ. δόση5 mg μια φορά την ημέρα
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 10-40 ml/min)
    Δόση0,5 mg μια φορά την ημέρα
    Μέγ. δόση2,5 mg μια φορά την ημέρα
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min)
    Δε συνιστάται
  • Κίρρωση του ήπατος (χωρίς ασκίτη)
    Δόση0,5 mg/ημέρα
    Δόσεις που δεν υπερβαίνουν τα 0,5 mg/ημέρα, με σύγχρονη προσεκτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
  • Ηλικιωμένοι με υπέρταση
    Δόση0,5 και 1,0 mg μια φορά την ημέρα
    Η δόση συντήρησης πρέπει να προσαρμόζεται στην ατομική ανεκτικότητα, απόκριση και κλινική κατάσταση.
  • Ηλικιωμένοι με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
    Δόση0,5 mg
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
SPC-VASCACE

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που παρατίθενται στην παράγραφο 6.1 ή σε άλλους αναστολείς του ΜΕΑ.
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπευτική αγωγή με αναστολέα του ΜΕΑ
  • Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα.
  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης
    Πληθυσμόςέγκυες
  • Η ταυτόχρονη χρήση του Vascace με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη
    Πληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m2)
warning
SPC-VASCACE

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Κύηση
    Η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ δεν θα πρέπει να ξεκινάει κατά τη διάρκεια της κύησης. Αν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να διακόπτεται άμεσα, και εάν είναι κατάλληλο, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.6).
  • Υπόταση
    Η υπόταση πρέπει να θεραπεύεται με τοποθέτηση του ασθενή σε ύπτια θέση και αποκατάσταση του όγκου αίματος. Η σιλαζαπρίλη μπορεί να συνεχιστεί όταν ο όγκος αίματος αποκατασταθεί, όμως πρέπει να χορηγηθεί σε χαμηλότερη δόση ή να διακοπεί εάν η υπόταση επιμένει. Οι ασθενείς που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο πρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία με σιλαζαπρίλη κάτω από ιατρική παρακολούθηση, με χαμηλή αρχική δόση και προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης. Εάν είναι δυνατό η διουρητική αγωγή πρέπει να διακοπεί προσωρινά. Παρόμοιες προφυλάξεις πρέπει να λαμβάνονται για ασθενείς με στηθάγχη ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο, στους οποίους η υπόταση μπορεί να προκαλέσει ισχαιμία του μυοκαρδίου ή εγκεφαλική ισχαιμία.
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)
    Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η δοσολογία της σιλαζαπρίλης πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης (βλέπε παράγραφο 4.2). Η τακτική παρακολούθηση του καλίου και της κρεατινίνης αποτελούν μέρος της συνηθισμένης ιατρικής πρακτικής για τους ασθενείς αυτούς. Οι αναστολείς του ΜΕΑ έχουν καθιερωμένες νεφροπροστατευτικές δράσεις, όμως μπορούν να προκαλέσουν αναστρέψιμη βλάβη της νεφρικής λειτουργίας σε καταστάσεις μειωμένης νεφρικής αιμάτωσης, εξαιτίας είτε αμφοτερόπλευρης στένωσης της νεφρικής αρτηρίας, σοβαρής συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, μειωμένου όγκου, υπονατριαιμίας ή υψηλών δόσεων διουρητικών, και σε αυτούς που λαμβάνουν θεραπεία με ΜΣΑΦ. Στα προληπτικά μέτρα περιλαμβάνονται η διακοπή ή προσωρινή αναστολή χορήγησης διουρητικών, η έναρξη της θεραπείας με πολύ χαμηλές δόσεις αναστολέων του ΜΕΑ και η πολύ προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης. Σε ασθενείς με στένωση της νεφρικής αρτηρίας, η ενεργοποίηση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης βοηθά στη διατήρηση της νεφρικής αιμάτωσης, καθώς προκαλεί σύσπαση των φυγόκεντρων αρτηριολίων. Έτσι, η αναστολή του σχηματισμού της αγγειοτασίνης ΙΙ, και πιθανώς επίσης μια αύξηση της παραγωγής βραδυκινίνης προκαλεί αγγειοδιαστολή των φυγόκεντρων αρτηριολίων που οδηγεί σε μείωση της πίεσης σπειραματικής διήθησης. Η υπόταση συμβάλλει επιπλέον στη μείωση της νεφρικής αιμάτωσης (βλ. παράγραφο 4.4“Υπόταση”). Όπως και με άλλους παράγοντες που δρουν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος νεφρικής ανεπάρκειας, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, όταν οι ασθενείς με στένωση της νεφρικής αρτηρίας υποβάλλονται σε θεραπεία με σιλαζαπρίλη. Ως εκ τούτου, απαιτείται προσοχή στους ασθενείς αυτούς. Εάν συμβεί νεφρική ανεπάρκεια, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
  • Υπερευαισθησία/αγγειοοίδημα
    Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ με θεραπεία με αναστολέα του mTOR (π.χ. temsirolimus, everolimus) ή αναστολέα DPP-IV (π.χ. vildagliptin) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αγγειοοιδήματος. Θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την έναρξη θεραπείας με αναστολέα mTOR ή αναστολέα DPP-IV σε ασθενή ο οποίος ήδη λαμβάνει έναν αναστολέα του ΜΕΑ.
  • Αναφυλαξία
    Συνιστάται προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς ώστε να χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικού παράγοντα. Αυτό μπορεί να αποφευχθεί με προσωρινή διακοπή της αγωγής με τον αναστολέα του ΜΕΑ πριν από κάθε αφαίρεση. Η σιλαζαπρίλη πρέπει να διακοπεί πριν από την έναρξη της θεραπείας απευαισθητοποίησης και δε θα πρέπει να αντικαθίσταται από β-αναστολέα.
  • Ηπατικές διαταραχές
    Οι ασθενείς που λαμβάνουν σιλαζαπρίλη και εμφανίζουν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων πρέπει να διακόπτουν την αγωγή με σιζαπρίλη και να λαμβάνουν κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση. Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος (αλλά χωρίς ασκίτη) που χρειάζονται αντιυπερτασική θεραπεία, η σιλαζαπρίλη πρέπει να ξεκινάει με χαμηλότερη δόση και με μεγάλη προσοχή γιατί μπορεί να εμφανιστεί σοβαρή υπόταση (βλέπε παράγραφο 4.2). Σε ασθενείς με ασκίτη, η χορήγηση σιλαζαπρίλης δε συνιστάται.
  • Αιματολογικές διαταραχές
    Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του αριθμού των λευκοκυττάρων.
  • Κάλιο ορού
    Τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ, και το κάλιο του ορού και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται.
  • Διαβήτης
    Σε αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα γλυκόζης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας με έναν αναστολέα ΜΕΑ.
  • Χειρουργική επέμβαση/ Αναισθησία
    Η υπόταση σε αυτή την κατάσταση μπορεί να διορθωθεί με αύξηση του όγκου αίματος.
  • Αορτική στένωση / Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια
    Οι αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με αποφρακτικές καρδιακές διαταραχές (π.χ. με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας, αορτική στένωση, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια), καθώς η καρδιακή παροχή δε μπορεί να αυξηθεί για να αντισταθμίσει την συστηματική αγγειοδιαστολή και υπάρχει κίνδυνος σοβαρής υπότασης.
  • Το Vascace περιέχει λακτόζη
    Ασθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
  • Εθνικότητα
    Οι αναστολείς του ΜΕΑ είναι λιγότερο αποτελεσματικοί, στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε μαύρους ασθενείς. Αυτοί οι ασθενείς βρίσκονται επίσης σε υψηλότερο κίνδυνο για αγγειοοίδημα.
swap_horiz
SPC-VASCACE

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος υπότασης, υπερκαλιαιμίας, μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (οξεία νεφρική ανεπάρκεια).
    ΣύστασηΑντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m2) και δε συνιστάται σε άλλους ασθενείς.
  • προσοχή
    Αναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις λιθίου στον ορό και στην τοξικότητα.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο τοξικότητας του λιθίου. Η χρήση με λίθιο δεν συνιστάται, αλλά εάν ο συνδυασμός αποδειχθεί αναγκαίος, θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
  • Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες
    παρακολούθηση
    Πρόσθετη επίδραση στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.
  • Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιο
    προσοχή
    Σημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία).
    ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται λόγω αποδεδειγμένης υποκαλιαιμίας, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • Διουρητικά (θειαζίδη ή διουρητικά της αγκύλης)
    παρακολούθηση
    Μείωση του όγκου και κίνδυνος για υπόταση κατά την έναρξη της θεραπείας.
    ΣύστασηΟι υποτασικές επιδράσεις μπορεί να μειωθούν με διακοπή του διουρητικού, με αύξηση του όγκου ή πρόσληψη άλατος ή με έναρξη της θεραπείας με χαμηλή δόση σιλαζαπρίλης.
  • Αναισθητικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά
    παρακολούθηση
    Περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
  • Μη-Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φαρμακευτικά προϊόντα (ΜΣΑΦ) με ασπιρίνη ≥ 3 g /ημερησίως
    προσοχή
    Εξασθένηση της αντιυπερτασικής δράσης. Αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και αύξηση του καλίου του ορού.
    ΣύστασηΧορηγείται με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς. Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας, και περιοδικά στη συνέχεια.
  • Αναστολείς mTOR (temsirolimus, everolimus)
    παρακολούθηση
    Αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
  • Συμπαθητικομιμητικά
    παρακολούθηση
    Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης.
  • Αντιδιαβητικά (ινσουλίνες, από του στόματος υπογλυκαιμικοί παράγοντες)
    παρακολούθηση
    Αυξημένη υπογλυκαιμική επίδραση με κίνδυνο υπογλυκαιμίας.
    ΣύστασηΤο φαινόμενο αυτό είναι πιθανότερο να συμβεί κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της συνδυασμένης θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
  • Αναστολέας DPP-IV (vildagliptin)
    παρακολούθηση
    Αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
  • Χρυσός (θειομηλικό νάτριο)
    σπάνιες
    Νιτριτοειδείς αντιδράσεις (έξαψη, ναυτία, έμετος, υπόταση).
  • Διγοξίνη, νιτρώδη, κουμαρινικά αντιπηκτικά, αναστολείς των υποδοχέων
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
sick
SPC-VASCACE

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αίματος και λεμφικού συστήματος
  • Ουδετεροπενία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Θρομβοπενία
  • Αναιμία
Ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αγγειοοίδημα (μπορεί να περιλαμβάνει πρόσωπο, χείλη, γλώσσα, λάρυγγα ή γαστρεντερικό σωλήνα)
  • Αναφυλαξία
  • Σύνδρομο προσομοιάζον του ερυθηματώδους λύκου
Νευρικού συστήματος
  • Κεφαλαλγία
  • Δυσγευσία
  • Εγκεφαλική ισχαιμία
  • Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
  • Ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο
  • Περιφερική νευροπάθεια
Καρδιακές διαταραχές
  • Μυοκαρδιακή ισχαιμία
  • Σταθερή στηθάγχη
  • Ταχυκαρδία
  • Αίσθημα παλμών
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Αρρυθμία
Αγγειακές διαταραχές
  • Ζάλη
  • Υπόταση
  • Ορθοστατική υπόταση
Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
  • Βήχας
  • Δύσπνοια
  • Βρογχόσπασμος
  • Ρινίτιδα
  • Διάμεσος πνευμονική νόσος
  • Βρογχίτιδα
  • Ιγμορίτιδα
Γαστρεντερικό σύστημα
  • Ναυτία
  • Ξηροστομία
  • Αφθώδης στοματίτιδα
  • Μειωμένη όρεξη
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Γλωσσίτιδα
  • Παγκρεατίτιδα
Ήπατος και χολής
  • Μη φυσιολογικές δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας
  • Χολοστατική ηπατίτιδα με ή χωρίς νέκρωση
Δέρματος και υποδόριου ιστού
  • Εξάνθημα
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
  • Δερματίτιδα τύπου ψωρίασης
  • Ψωρίαση (επιδείνωση)
  • Επίπεδο λειχήνας
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
  • Κνίδωση
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
  • Πεμφίγα
  • Σάρκωμα Kaposi
  • Αγγειίτιδα/πορφύρα
  • Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
  • Αλωπεκία
  • Ονυχόλυση
Μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
  • Μυϊκές κράμπες
  • Μυαλγία
  • Αρθραλγία
Νεφρών και ουροφόρων οδών
  • Νεφρική δυσλειτουργία
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Υπερκαλιαιμία
  • Υπονατριαιμία
  • Πρωτεϊνουρία
  • Νεφρωσικό σύνδρομο
  • Νεφρίτιδα
Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
  • Ανικανότητα
  • Γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της θέσης χορήγησης
  • Κόπωση
  • Υπερβολική εφίδρωση
  • Εξάψεις
  • Εξασθένηση
  • Διαταραχές του ύπνου
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ουδετεροπενία
    Αίματος και λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αίματος και λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Θρομβοπενία
    Αίματος και λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αναιμία
    Αίματος και λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα (μπορεί να περιλαμβάνει πρόσωπο, χείλη, γλώσσα, λάρυγγα ή γαστρεντερικό σωλήνα)
    Ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο προσομοιάζον του ερυθηματώδους λύκου
    Ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Εγκεφαλική ισχαιμία
    Νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
    Νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Μυοκαρδιακή ισχαιμία
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Σταθερή στηθάγχη
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Αρρυθμία
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ζάλη
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
    Όχι συχνές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
    Όχι συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
    Όχι συχνές
  • Διάμεσος πνευμονική νόσος
    Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
    Σπάνιες
  • Βρογχίτιδα
    Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
    Σπάνιες
  • Ιγμορίτιδα
    Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
    Σπάνιες
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Όχι συχνές
  • Αφθώδης στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Όχι συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Όχι συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Όχι συχνές
  • Γλωσσίτιδα
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Μη φυσιολογικές δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας
    Ήπατος και χολής
    Σπάνιες
  • Χολοστατική ηπατίτιδα με ή χωρίς νέκρωση
    Ήπατος και χολής
    Σπάνιες
  • Εξάνθημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Δερματίτιδα τύπου ψωρίασης
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Ψωρίαση (επιδείνωση)
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Επίπεδο λειχήνας
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Πεμφίγα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Σάρκωμα Kaposi
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αγγειίτιδα/πορφύρα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αλωπεκία
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Ονυχόλυση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Μυϊκές κράμπες
    Μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Υπερκαλιαιμία
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Υπονατριαιμία
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Πρωτεϊνουρία
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Νεφρωσικό σύνδρομο
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Νεφρίτιδα
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Ανικανότητα
    Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
    Όχι συχνές
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
    Σπάνιες
  • Κόπωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της θέσης χορήγησης
    Συχνές
  • Υπερβολική εφίδρωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της θέσης χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Εξάψεις
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της θέσης χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Εξασθένηση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της θέσης χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές του ύπνου
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της θέσης χορήγησης
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-VASCACE

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ όπως η σιλαζαπρίλη δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ όπως η σιλαζαπρίλη αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο της κύησης. Τα επιδημιολογικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά την έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δεν είναι καταληκτικά. Ωστόσο μία μικρή αύξηση στον κίνδυνο δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ θεωρείται απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάζουν προς εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες, οι οποίες έχουν αποδεδειγμένη εικόνα ασφαλείας για χρήση στην κύηση. Αν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να διακόπτεται αμέσως και αν είναι εφικτό, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση σε θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι επιφέρει εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλαιμία). Εάν η έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ έχει συμβεί από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνεται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει αναστολείς του ΜΕΑ θα πρέπει να παρακολουθηθούν προσεκτικά για υπόταση.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια της σιλαζαπρίλης κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, η σιλαζαπρίλη δεν συνιστάται και προτιμότερες είναι εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένο προφίλ ασφαλείας κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ειδικά όταν πρόκειται για νεογέννητο ή πρόωρο βρέφος.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η cilazapril είναι ACE αναστολέας τύπου πυριδαζίνης. Ανταγωνίζεται με την αγγειοτενσίνη Ι για πρόσδεση στο ένζυμο μετατροπής της αγγειοτενσίνης, εμποδίζοντας τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι σε αγγειοτενίνη II. Καθώς η αγγειοτενίνη II είναι αγγειοσυσταλτικό…
monitor_heart
SPC-VASCACE

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναστολέας του ΜΕΑ, κωδικός ATC: C09AA08 ### Μηχανισμός δράσης Το Vascace είναι ένας εξειδικευμένος, μακράς δράσης αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ), ο οποίος καταστέλλει το σύστημα…

biotech
SPC-VASCACE

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Η σιλαζαπρίλη απορροφάται αποτελεσματικά και μετατρέπεται γρήγορα στην ενεργό μορφή σιλαζαπριλάτη. Η λήψη τροφής αμέσως πριν τη χορήγηση Vascace καθυστερεί και ελαττώνει την απορρόφηση σε μικρό ποσοστό, που, εντούτοις, δεν επηρεάζει το…

bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις της σιλαζαπριλάτης επιτυγχάνονται εντός δύο ωρών μετά τη χορήγηση σιλαζαπρίλης. Η σιλαζαπριλάτη απεκκρίνεται αμετάβλητη από τους νεφρούς. Η συνολική ουρική ανάκτηση σιλαζαπριλάτης…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-VASCACE
expand_more

Δοσολογία

Y πέρταση Η αρχική δόση είναι 1 mg/ημέρα. Πρέπει να μετράται η αρτηριακή πίεση και η δόση να εξατομικεύεται σύμφωνα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης. Το σύνηθες δοσολογικό εύρος για το Vascace είναι 2,5 έως 5,0 mg μια φορά ημερησίως.

Ασθενείς με ισχυρά ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης- αλδοστερόνης (ιδιαίτερα, με μειωμένη πρόσληψη άλατος και/ή μειωμένο όγκο αίματος, καρδιακή ανεπάρκεια ή σοβαρή υπέρταση) μπορεί να εμφανίσουν υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης μετά την αρχική δόση. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται η χαμηλότερη δόση έναρξης των 0,5 mg μία φορά ημερησίως και η έναρξη της θεραπείας πρέπει να πραγματοποιείται κάτω από ιατρική παρακολούθηση.

Υπερτασικοί ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά

Εάν είναι δυνατόν, το διουρητικό πρέπει να διακόπτεται 2-3 ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με Vascace για να μειωθεί η πιθανότητα συμπτωματικής υπότασης. Μπορεί να ξεκινήσει να λαμβάνεται ξανά αργότερα, εάν χρειαστεί. Η συνιστώμενη αρχική δόση για τους ασθενείς αυτούς είναι 0,5 mg μια φορά ημερησίως.

Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια

Η θεραπεία με Vascace πρέπει να αρχίζει με συνιστώμενη αρχική δόση 0,5 mg μία φορά την ημέρα υπό στενή ιατρική παρακολούθηση. Αυτή η δόση πρέπει να διατηρείται για περίπου 1 εβδομάδα. Εάν η δόση αυτή είναι καλά ανεκτή μπορεί να αυξάνεται σε εβδομαδιαία διαστήματα και ανάλογα με την κλινική κατάσταση του ασθενή σε 1,0 mg ή 2,5 mg. Η μέγιστη ημερήσια δόση για αυτούς τους ασθενείς είναι 5,0 mg. Η σύσταση για τη δοσολογία της σιλαζαπρίλης σε χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια βασίζεται στις επιδράσεις της συμπτωματικής βελτίωσης, και όχι σε δεδομένα που να δείχνουν ότι η σιλαζαπρίλη μειώνει τη θνητότητα και τη θνησιμότητα σε αυτή την κατηγορία ασθενών (βλέπε Δοσολογία).

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία απαιτούνται μειωμένες δοσολογίες ανάλογα με την κάθαρση της κρεατινίνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Συνιστώνται τα παρακάτω δοσολογικά σχήματα:

Κάθαρση κρεατινίνης Αρχική δόση Vascace Μέγιστη δόση Vascace
>40 ml/min 1 mg μια φορά την ημέρα 5 mg μια φορά την ημέρα
10-40 ml/min 0,5 mg μια φορά την ημέρα 2,5 mg μια φορά την ημέρα
<10 ml/min Δε συνιστάται

Σε περίπτωση ταυτόχρονης παρουσίας νεφραγγειακής υπέρτασης υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας. Σε αυτούς τους ασθενείς, η θεραπεία πρέπει να ξεκινάει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλότερες δόσεις και η τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να γίνεται με προσοχή. Επειδή η θεραπεία με διουρητικά μπορεί να είναι ενισχυτικός παράγοντας, τα διουρητικά πρέπει να διακόπτονται και η νεφρική λειτουργία να παρακολουθείται κατά τις πρώτες εβδομάδες θεραπείας με Vascace. Αποτελέσματα από κλινικές δοκιμές έδειξαν ότι η κάθαρση της σιλαζαπρίλης σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια συσχετιζόταν με την κάθαρση της κρεατινίνης. Γι’ αυτό το λόγο σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και μειωμένη νεφρική λειτουργία πρέπει να ακολουθείται σύσταση για ειδική δοσολογία.

Κίρρωση του ήπατος

Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος (όμως χωρίς ασκίτη) οι οποίοι χρειάζονται αντιυπερτασική θεραπεία, η σιλαζαπρίλη πρέπει να δοσολογείται με μεγάλη προσοχή σε δόσεις που δεν υπερβαίνουν τα 0,5 mg/ημέρα, με σύγχρονη προσεκτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, διότι μπορεί να παρουσιαστεί σημαντική υπόταση.

Ηλικιωμένοι με υπέρταση

Η θεραπεία με Vascace πρέπει να ξεκινά με δόση μεταξύ 0,5 και 1,0 mg μια φορά την ημέρα. Στη συνέχεια, η δόση συντήρησης πρέπει να προσαρμόζεται στην ατομική ανεκτικότητα, απόκριση και κλινική κατάσταση.

Ηλικιωμένοι με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια

Η συνιστώμενη αρχική δόση Vascace των 0,5 mg πρέπει να εφαρμόζεται αυστηρά.

Παιδιατρικός πληθυσμός:

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της σιλαζαπρίλης σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

Τρόπος χορήγησης

Το Vascace θα πρέπει να χορηγείται μια φορά την ημέρα. Καθώς η λήψη τροφής δεν έχει καμία κλινικά σημαντική επίδραση στην απορρόφηση, το Vascace μπορεί να χορηγείται πριν ή μετά το γεύμα. Η δόση πρέπει πάντα να λαμβάνεται περίπου την ίδια ώρα κάθε μέρα.

block

Αντενδείξεις

SPC-VASCACE
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που παρατίθενται στην παράγραφο 6.1 ή σε άλλους αναστολείς του ΜΕΑ.
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπευτική αγωγή με αναστολέα του ΜΕΑ
  • Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα.
  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.6).
  • Η ταυτόχρονη χρήση του Vascace με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m2) (βλέπε παραγράφους 4.5 και 5.1).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-VASCACE
expand_more

Κύηση

Η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ δεν θα πρέπει να ξεκινάει κατά τη διάρκεια της κύησης. Εκτός και εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ θεωρείται απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτική αντιυπερτασική θεραπεία, η οποία έχει τεκμηριωμένο προφίλ ασφαλείας για χρήση στην κύηση. Αν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να διακόπτεται άμεσα, και εάν είναι κατάλληλο, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.6).

Υπόταση

Οι αναστολείς του ΜΕΑ μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή υπόταση, ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας. Υπόταση πρώτης δόσης είναι πιθανότερο να συμβεί σε ασθενείς με ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, όπως στην νεφραγγειακή υπέρταση ή άλλες αιτίες μειωμένης αιμάτωσης των νεφρών, μειωμένο νάτριο ή μειωμένο όγκο αίματος, ή προηγούμενη θεραπεία με άλλα αγγειοδιασταλτικά. Οι καταστάσεις αυτές μπορεί να συνυπάρχουν, ιδιαίτερα σε σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια. Η υπόταση πρέπει να θεραπεύεται με τοποθέτηση του ασθενή σε ύπτια θέση και αποκατάσταση του όγκου αίματος. Η σιλαζαπρίλη μπορεί να συνεχιστεί όταν ο όγκος αίματος αποκατασταθεί, όμως πρέπει να χορηγηθεί σε χαμηλότερη δόση ή να διακοπεί εάν η υπόταση επιμένει. Οι ασθενείς που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο πρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία με σιλαζαπρίλη κάτω από ιατρική παρακολούθηση, με χαμηλή αρχική δόση και προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης. Εάν είναι δυνατό η διουρητική αγωγή πρέπει να διακοπεί προσωρινά. Παρόμοιες προφυλάξεις πρέπει να λαμβάνονται για ασθενείς με στηθάγχη ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο, στους οποίους η υπόταση μπορεί να προκαλέσει ισχαιμία του μυοκαρδίου ή εγκεφαλική ισχαιμία.

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης

(RASS) Υπάρχουν αποδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RASS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1). Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η δοσολογία της σιλαζαπρίλης πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης (βλέπε παράγραφο 4.2). Η τακτική παρακολούθηση του καλίου και της κρεατινίνης αποτελούν μέρος της συνηθισμένης ιατρικής πρακτικής για τους ασθενείς αυτούς. Οι αναστολείς του ΜΕΑ έχουν καθιερωμένες νεφροπροστατευτικές δράσεις, όμως μπορούν να προκαλέσουν αναστρέψιμη βλάβη της νεφρικής λειτουργίας σε καταστάσεις μειωμένης νεφρικής αιμάτωσης, εξαιτίας είτε αμφοτερόπλευρης στένωσης της νεφρικής αρτηρίας, σοβαρής συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, μειωμένου όγκου, υπονατριαιμίας ή υψηλών δόσεων διουρητικών, και σε αυτούς που λαμβάνουν θεραπεία με ΜΣΑΦ. Στα προληπτικά μέτρα συμπεριλαμβάνονται η διακοπή ή προσωρινή αναστολή χορήγησης διουρητικών, η έναρξη της θεραπείας με πολύ χαμηλές δόσεις αναστολέων του ΜΕΑ και η πολύ προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης. Σε ασθενείς με στένωση της νεφρικής αρτηρίας, η ενεργοποίηση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης βοηθά στη διατήρηση της νεφρικής αιμάτωσης, καθώς προκαλεί σύσπαση των φυγόκεντρων αρτηριολίων. Έτσι, η αναστολή του σχηματισμού της αγγειοτασίνης ΙΙ, και πιθανώς επίσης μια αύξηση της παραγωγής βραδυκινίνης προκαλεί αγγειοδιαστολή των φυγόκεντρων αρτηριολίων που οδηγεί σε μείωση της πίεσης σπειραματικής διήθησης. Η υπόταση συμβάλλει επιπλέον στη μείωση της νεφρικής αιμάτωσης (βλ. παράγραφο 4.4“Υπόταση”). Όπως και με άλλους παράγοντες που δρουν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος νεφρικής ανεπάρκειας, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, όταν οι ασθενείς με στένωση της νεφρικής αρτηρίας υποβάλλονται σε θεραπεία με σιλαζαπρίλη. Ως εκ τούτου, απαιτείται προσοχή στους ασθενείς αυτούς. Εάν συμβεί νεφρική ανεπάρκεια, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.

Υπερευαισθησία/αγγειοοίδημα

Το αγγειοοίδημα έχει συσχετισθεί με αναστολείς του ΜΕΑ με αναφερθείσα συχνότητα εμφάνισης 0,1-0,5%. Το οφειλόμενο σε αναστολείς του ΜΕΑ αγγειοοίδημα μπορεί να παρουσιαστεί ως επαναλαμβανόμενα επεισόδια οιδήματος του προσώπου, που εξαφανίζεται με τη διακοπή της θεραπείας ή ως οξύ στοματοφαρυγγικό οίδημα και απόφραξη των αεραγωγών, που απαιτεί επείγουσα θεραπεία και μπορεί να είναι απειλητικό για τη ζωή. Μια άλλη μορφή είναι το αγγειοοίδημα του εντέρου, που τείνει να εμφανίζεται τις πρώτες 24-48 ώρες της θεραπείας. Ο κίνδυνος αγγειοοιδήματος φαίνεται να είναι μεγαλύτερος σε μαύρους ασθενείς από ότι σε μη-μαύρους ασθενείς. Οι ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος που δεν σχετίζεται με αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ με θεραπεία με αναστολέα του mTOR (π.χ. temsirolimus, everolimus) ή αναστολέα DPP-IV (π.χ. vildagliptin) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αγγειοοιδήματος. Θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την έναρξη θεραπείας με αναστολέα mTOR ή αναστολέα DPP-IV σε ασθενή ο οποίος ήδη λαμβάνει έναν αναστολέα του ΜΕΑ.

Αναφυλαξία

Αιμοκάθαρση

Έχει παρουσιαστεί αναφυλαξία σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής (π.χ. ΑΝ69), οι οποίοι λάμβαναν ταυτόχρονα αναστολείς του ΜΕΑ. Συνιστάται προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς ώστε να χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικού παράγοντα.

Αφαίρεση λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL)

Ασθενείς που λάμβαναν αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητα με θειική δεξτράνη εμφάνισαν απειλητική για τη ζωή αναφυλαξία. Αυτό μπορεί να αποφευχθεί με προσωρινή διακοπή της αγωγής με τον αναστολέα του ΜΕΑ πριν από κάθε αφαίρεση.

Απευαισθητοποίηση

Σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολέα του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αγωγής απευαισθητοποίησης με τοξίνη υμενόπτερων μπορούν να εμφανισθούν αναφυλακτικές αντιδράσεις. Η σιλαζαπρίλη πρέπει να διακοπεί πριν από την έναρξη της θεραπείας απευαισθητοποίησης και δε θα πρέπει να αντικαθίσταται από β-αναστολέα.

Ηπατικές διαταραχές

Έχουν αναφερθεί μεμονωμένα περιστατικά διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας όπως αυξημένες τιμές δοκιμασιών του ήπατος (τρανσαμινάσες, χολερυθρίνη, αλκαλική φωσφατάση, γάμμα-GT) και χολοστατική ηπατίτιδα με ή χωρίς νέκρωση. Οι ασθενείς που λαμβάνουν σιλαζαπρίλη και εμφανίζουν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων πρέπει να διακόπτουν την αγωγή με σιζαπρίλη και να λαμβάνουν κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση. Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος (αλλά χωρίς ασκίτη) που χρειάζονται αντιυπερτασική θεραπεία, η σιλαζαπρίλη πρέπει να ξεκινάει με χαμηλότερη δόση και με μεγάλη προσοχή γιατί μπορεί να εμφανιστεί σοβαρή υπόταση (βλέπε παράγραφο 4.2). Σε ασθενείς με ασκίτη, η χορήγηση σιλαζαπρίλης δε συνιστάται.

Αιματολογικές διαταραχές

Θρομβοπενία, ουδετεροπενία και ακοκκιοκυτταραιμία έχουν συσχετισθεί με αναστολείς του ΜΕΑ. Η ακοκκιοκυτταραιμία έχει ιδιαίτερα αναφερθεί σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή αγγειακή νόσο του κολλαγόνου και σε αυτούς που υποβάλλονται σε ανοσοκατασταλτική αγωγή. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του αριθμού των λευκοκυττάρων.

Κάλιο ορού

Οι αναστολείς του ΜΕΑ μπορούν να προκαλέσουν υπερκαλιαιμία καθώς αναστέλλουν την έκκριση της αλδοστερόνης. Η επίδραση αυτή δεν είναι συνήθως σημαντική σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Εντούτοις, σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία και/ή σε ασθενείς που λαμβάνουν συμπληρώματα καλίου (συμπεριλαμβανομένων των υποκατάστατων άλατος) ή καλιοσυντηρητικά διουρητικά και ιδιαίτερα ανταγωνιστές αλδοστερόνης, μπορεί να παρουσιαστεί υπερκαλιαιμία. Τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ, και το κάλιο του ορού και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται.

Διαβήτης

Η χορήγηση αναστολέων του ΜΕΑ σε ασθενείς με διαβήτη μπορεί να ενισχύσει την υπογλυκαιμική επίδραση στο αίμα των χορηγούμενων από το στόμα υπογλυκαιμικών παραγόντων ή της ινσουλίνης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα γλυκόζης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας με έναν αναστολέα ΜΕΑ.

Χειρουργική επέμβαση/ Αναισθησία

Οι αναισθητικοί παράγοντες που μειώνουν την αρτηριακή πίεση μπορούν να προκαλέσουν υπόταση σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ. Η υπόταση σε αυτή την κατάσταση μπορεί να διορθωθεί με αύξηση του όγκου αίματος.

Αορτική στένωση / Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια

Οι αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με αποφρακτικές καρδιακές διαταραχές (π.χ. με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας, αορτική στένωση, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια), καθώς η καρδιακή παροχή δε μπορεί να αυξηθεί για να αντισταθμίσει την συστηματική αγγειοδιαστολή και υπάρχει κίνδυνος σοβαρής υπότασης.

Το Vascace περιέχει λακτόζη

Ασθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

Εθνικότητα

Οι αναστολείς του ΜΕΑ είναι λιγότερο αποτελεσματικοί, στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε μαύρους ασθενείς. Αυτοί οι ασθενείς βρίσκονται επίσης σε υψηλότερο κίνδυνο για αγγειοοίδημα.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-VASCACE
expand_more

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)

Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης συσχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ανεπιθυμήτων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνου παράγοντα που δρα στο σύστημα ρενίνης- αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) (βλ. αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές). Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού των αναστολέων ΜΕΑ με αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Ο συνδυασμός των αναστολέων ΜΕΑ με αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m2) και δε συνιστάται σε άλλους ασθενείς (βλέπε αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Λίθιο

Αναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις λιθίου στον ορό και στην τοξικότητα έχουν αναφερθεί κατά τη συγχορήγηση λιθίου με αναστολείς του ΜΕΑ Η ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο τοξικότητας του λιθίου και να ενισχύσει το ήδη αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας του λιθίου με αναστολείς του ΜΕΑ. Η χρήση της σιλαζαπρίλης με λίθιο δεν συνιστάται, αλλά εάν ο συνδυασμός αποδειχθεί αναγκαίος, θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.

Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες

Μια πρόσθετη επίδραση μπορεί να παρατηρηθεί όταν η σιλαζαπρίλη χορηγείται σε συνδυασμό με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες.

Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιο

Αν και τα επίπεδα καλίου του ορού συνήθως παραμένουν εντός των φυσιολογικών ορίων, υπερκαλιαιμία μπορεί να εμφανισθεί σε μερικούς ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με σιλαζαπρίλη. Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (π.χ. σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, ή αμιλορίδη), συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιο μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του καλίου του ορού. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός της σιλαζαπρίλης με τα προαναφερθέντα φάρμακα δεν συνιστάται (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Εάν η συγχορήγηση ενδείκνυται λόγω αποδεδειγμένης υποκαλιαιμίας θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.

Διουρητικά (θειαζίδη ή διουρητικά της αγκύλης)

Προηγούμενη θεραπεία με υψηλές δόσεις διουρητικών μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του όγκου και σε κίνδυνο για υπόταση κατά την έναρξη της θεραπείας με σιλαζαπρίλη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι υποτασικές επιδράσεις μπορεί να μειωθούν με διακοπή του διουρητικού, με αύξηση του όγκου ή πρόσληψη άλατος ή με έναρξη της θεραπείας με χαμηλή δόση σιλαζαπρίλης.

Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/αντιψυχωσικά/αναισθητικά/ναρκωτικά

Ταυτόχρονη χρήση ορισμένων αναισθητικών φαρμακευτικών προϊόντων, τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και αντιψυχωσικών με αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Μη-Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φαρμακευτικά προϊόντα (ΜΣΑΦ) περιέχοντα ασπιρίνη ≥ 3 g /ημερησίως

Όταν οι αναστολείς του ΜΕΑ χορηγούνται ταυτόχρονα με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (δηλ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε αντιφλεγμονώδη δοσολογικά σχήματα, αναστολείς COX-2 και μη εκλεκτικούς NSAIDs), εξασθένηση της αντιυπερτασικής δράσης μπορεί να συμβεί. Η ταυτόχρονη χρήση των αναστολέων ΜΕΑ και των ΜΣΑΦ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, και αύξηση του καλίου του ορού, ειδικά σε ασθενείς με εξασθενημένη προϋπάρχουσα νεφρική λειτουργία. Ο συνδυασμός θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και προσοχή θα πρέπει να δοθεί στην παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας, και περιοδικά στη συνέχεια.

Ανατολείς mTOR

Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ με θεραπεία με αναστολέα του mTOR (π.χ. temsirolimus, everolimus) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αγγειοοιδήματος (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Συμπαθητικομιμητικά

Τα συμπαθητικομιμητικά μπορεί να μειώσουν την αντιυπερτασική δράση των αναστολέων του ΜΕΑ.

Αντιδιαβητικά

Οι επιδημιολογικές μελέτες υπέδειξαν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση των αναστολέων του ΜΕΑ και αντιδιαβητικών φαρμάκων (ινσουλίνες, από του στόματος υπογλυκαιμικοί παράγοντες) μπορεί να προκαλέσουν αυξημένη υπογλυκαιμική επίδραση με κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Το φαινόμενο αυτό εμφανίστηκε να είναι πιθανότερο να συμβεί κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της συνδυασμένης θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ με θεραπεία με αναστολέα DPP-IV (π.χ. vildagliptin) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αγγειοοιδήματος (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Χρυσός

Νιτριτοειδείς αντιδράσεις (συμπτώματα περιλαμβάνουν έξαψη, ναυτία, έμετος και υπόταση) έχουν αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς υπό θεραπεία με ενέσιμο χρυσό (θειομηλικό νάτριο) και ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ.

Λοιπά

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις όταν η σιλαζαπρίλη και η διγοξίνη, τα νιτρώδη, τα κουμαρινικά αντιπηκτικά και οι αναστολείς των υποδοχέων χορηγήθηκαν ταυτόχρονα.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-VASCACE
expand_more

(α) Σύνοψη της εικόνας ασφάλειας

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αποδίδονται στο φάρμακο είναι ο βήχας, τα δερματικά εξανθήματα και η νεφρική δυσλειτουργία. Ο βήχας είναι πιο συνηθισμένος στις γυναίκες και σε μη-καπνιστές. Όταν ο ασθενής μπορεί να ανεχθεί τον βήχα, μπορεί να είναι λογική η συνέχιση της θεραπείας. Σε κάποιες περιπτώσεις, η μείωση της δόσης μπορεί να βοηθήσει. Σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες τόσο σοβαρές ώστε να επιβάλλουν διακοπή της θεραπείας συμβαίνουν σε ποσοστό μικρότερο του 5% των ασθενών που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ.

(β) Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Ο ακόλουθος κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών έχει προέλθει από κλινικές μελέτες και δεδομένα μετά την κυκλοφορία σε σχέση με τη σιλαζαπρίλη και/ή άλλους αναστολείς του ΜΕΑ. Οι εκτιμήσεις της συχνότητας βασίζονται στο ποσοστό των ασθενών που ανέφερε κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών με σιλαζαπρίλη, οι οποίες περιελάμβαναν ένα συνολικό συνδυασμένο πληθυσμό 7171 ασθενών. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που δεν παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών με σιλαζαπρίλη αλλά αναφέρθηκαν σε σχέση με άλλους αναστολείς του ΜΕΑ ή προέκυψαν από αναφορές μετά την κυκλοφορία κατηγοριοποιήθηκαν ως ‘σπάνιες’. Οι κατηγορίες συχνότητας είναι οι ακόλουθες: Πολύ συχνές ≥ 1/10 Συχνές ≥ 1/100 και < 1/10 Όχι συχνές ≥ 1/1.000 και < 1/100 Σπάνιες < 1/1.000

Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος

Σπάνιες: Ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοπενία, αναιμία

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

Όχι συχνές: Αγγειοοίδημα (μπορεί να περιλαμβάνει πρόσωπο, χείλη, γλώσσα, λάρυγγα ή γαστρεντερικό σωλήνα) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) Σπάνιες: Αναφυλαξία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) Σύνδρομο προσομοιάζον του ερυθηματώδους λύκου (τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν αγγειίτιδα, μυαλγία, αρθραλγία/αρθρίτιδα, θετική δοκιμασία για αντιπυρηνικά αντισώματα, αυξημένη ταχύτητα καθίζησης των ερυθροκυττάρων, ηωσινοφιλία και λευκοκυττάρωση)

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Συχνές: Κεφαλαλγία Όχι συχνές: Δυσγευσία Σπάνιες: Εγκεφαλική ισχαιμία, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο Περιφερική νευροπάθεια

Καρδιακές διαταραχές

Όχι συχνές: Μυοκαρδιακή ισχαιμία, σταθερή στηθάγχη, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών Σπάνιες: Έμφραγμα του μυοκαρδίου, αρρυθμία

Αγγειακές διαταραχές

Συχνές: Ζάλη Όχι συχνές: Υπόταση, ορθοστατική υπόταση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Τα συμπτώματα της υπότασης μπορεί να περιλαμβάνουν συγκοπή, αδυναμία, ζάλη και οπτικές διαταραχές.

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου

Συχνές: Βήχας Όχι συχνές: Δύσπνοια, βρογχόσπασμος, ρινίτιδα Σπάνιες: Διάμεσος πνευμονική νόσος, βρογχίτιδα, ιγμορίτιδα

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος

Συχνές: Ναυτία Όχι συχνές: Ξηροστομία, αφθώδης στοματίτιδα, μειωμένη όρεξη, διάρροια, έμετος Σπάνιες: Γλωσσίτιδα, παγκρεατίτιδα

Διαταραχές του ήπατος και της χολής

Σπάνιες: Μη φυσιολογικές δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας (που συμπεριλαμβάνουν τρανσαμινάσες, χολερυθρίνη, αλκαλική φωσφατάση, γάμμα GT). Χολοστατική ηπατίτιδα με ή χωρίς νέκρωση

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Όχι συχνές: Εξάνθημα, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα Σπάνιες: Δερματίτιδα τύπου ψωρίασης, ψωρίαση (επιδείνωση), επίπεδο λειχήνα, αποφολιδωτική δερματίτιδα, κνίδωση, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πομφολυγώδες πεμφιγοειδές, πέμφιγα, σάρκωμα Kaposi, αγγειίτιδα/πορφύρα, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, αλωπεκία, ονυχόλυση.

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

Όχι συχνές: Μυϊκές κράμπες, μυαλγία, αρθραλγία

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

Σπάνιες: Νεφρική δυσλειτουργία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), αυξημένη κρεατινίνη αίματος, αυξημένη ουρία αίματος, υπερκαλιαιμία, υπονατριαιμία, πρωτεϊνουρία, νεφρωσικό σύνδρομο, νεφρίτιδα.

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού

Όχι συχνές: Ανικανότητα Σπάνιες: Γυναικομαστία

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της θέσης χορήγησης

Συχνές: Κόπωση Όχι συχνές: Υπερβολική εφίδρωση, εξάψεις, εξασθένηση, διαταραχές του ύπνου.

(γ) Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Υπόταση και ορθοστατική υπόταση μπορεί να παρουσιαστούν κατά την έναρξη της θεραπείας ή κατά την αύξηση της δόσης, ιδιαίτερα σε ασθενείς που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η νεφρική δυσλειτουργία και η οξεία νεφρική ανεπάρκεια είναι πιθανότερες σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, στένωση της νεφρικής αρτηρίας, προ-υπάρχουσες νεφρικές διαταραχές ή μειωμένο όγκο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η υπερκαλιαιμία είναι πιθανότερο να συμβεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και σε αυτούς που λαμβάνουν καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή συμπληρώματα καλίου. Τα περιστατικά εγκεφαλικής ισχαιμίας, παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου και ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου που αναφέρονται σπάνια σε σχέση με αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να σχετίζονται με υπόταση σε ασθενείς με υποκείμενη εγκεφαλική αγγειακή νόσο. Ομοίως, η ισχαιμία του μυοκαρδίου μπορεί να σχετίζεται με υπόταση σε ασθενείς με υποκείμενη ισχαιμική καρδιακή νόσο. Η κεφαλαλγία είναι μία συχνά αναφερθείσα ανεπιθύμητη ενέργεια, μολονότι η συχνότητα εμφάνισης της κεφαλαλγίας είναι μεγαλύτερη σε ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο σε σχέση με εκείνους που λάμβαναν αναστολείς του ΜΕΑ.

δ) Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. λεπτομέρειες παρακάτω). Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Φαξ: + 357 22608649 Ιστότοπος: www. moh. gov. cy / phs Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http:// www. eof. gr

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-VASCACE
expand_more

Κύηση

Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ όπως η σιλαζαπρίλη δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Δοσολογία). Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ όπως η σιλαζαπρίλη αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Τα επιδημιολογικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά την έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δεν είναι καταληκτικά. Ωστόσο μία μικρή αύξηση στον κίνδυνο δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ θεωρείται απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάζουν προς εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες, οι οποίες έχουν αποδεδειγμένη εικόνα ασφαλείας για χρήση στην κύηση. Αν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να διακόπτεται αμέσως και αν είναι εφικτό, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση σε θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι επιφέρει εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλαιμία). Εάν η έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ έχει συμβεί από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνεται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει αναστολείς του ΜΕΑ θα πρέπει να παρακολουθηθούν προσεκτικά για υπόταση (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Θηλασμός

Καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια της σιλαζαπρίλης κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, η σιλαζαπρίλη δεν συνιστάται και προτιμότερες είναι εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένο προφίλ ασφαλείας κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ειδικά όταν πρόκειται για νεογέννητο ή πρόωρο βρέφος.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-VASCACE
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναστολέας του ΜΕΑ, κωδικός ATC: C09AA08

Μηχανισμός δράσης

Το Vascace είναι ένας εξειδικευμένος, μακράς δράσης αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ), ο οποίος καταστέλλει το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης και με τον τρόπο αυτό, τη μετατροπή της ανενεργής αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ, που είναι ένα ισχυρό αγγειοσυσταλτικό. Στις συνιστώμενες δόσεις, η επίδραση του Vascace σε υπερτασικούς ασθενείς και σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια διατηρείται για 24 ώρες.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Υπέρταση

Το Vascace προκαλεί μείωση της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης, σε ύπτια και όρθια θέση, συνήθως χωρίς ορθοστατική συνιστώσα. Είναι αποτελεσματικό σε οποιοδήποτε βαθμό ιδιοπαθούς καθώς και νεφρικής υπέρτασης. Η αντιυπερτασική δράση του Vascace εμφανίζεται συνήθως εντός της πρώτης ώρας μετά τη χορήγηση, με τη μέγιστη δράση να παρατηρείται μεταξύ της 3ης και της 7ης ώρας μετά τη λήψη της δόσης. Γενικά, ο καρδιακός ρυθμός παραμένει αμετάβλητος. Δεν προκαλείται αντανακλαστική ταχυκαρδία, μπορεί όμως να συμβούν μικρές, κλινικά ασήμαντες αλλοιώσεις του καρδιακού ρυθμού. Σε ορισμένους ασθενείς η μείωση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να ελαττωθεί προς το τέλος του δοσολογικού διαστήματος. Η αντιυπερτασική επίδραση του Vascace διατηρείται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία. Δεν έχει παρατηρηθεί ταχεία αύξηση της αρτηριακής πίεσης μετά από την απότομη διακοπή του Vascace. Σε υπερτασικούς ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ο ρυθμός της σπειραματικής διήθησης και η νεφρική ροή αίματος παρέμειναν γενικά αμετάβλητοι με το Vascace παρά την κλινικά σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης. Όπως και με άλλους αναστολείς του ΜΕΑ, η υποτασική δράση του Vascace σε μαύρους ασθενείς μπορεί να είναι λιγότερο έντονη από ότι σε μη μαύρους. Εντούτοις, αυτές οι φυλετικές διαφορές στην ανταπόκριση δεν είναι πλέον εμφανείς όταν το Vascace χορηγείται σε συνδυασμό με υδροχλωροθειαζίδη.

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)

Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Azairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II. Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντικά ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχεών αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια. Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια

Δεν έχουν διεξαχθεί κλινικές δοκιμές που να αποδεικνύουν την επίδραση της σιλαζαπρίλης στη νοσηρότητα και στη θνητότητα στην καρδιακή ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, το σύστημα ρενίνης- αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης και το συμπαθητικό νευρικό σύστημα είναι γενικά ενεργοποιημένα, οδηγώντας σε αυξημένη συστηματική αγγειοσυστολή και προώθηση της κατακράτησης νατρίου και ύδατος. Με την καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, το Vascace βελτιώνει τις συνθήκες φόρτου στην καρδιακή ανεπάρκεια με τη μείωση της συστηματικής αγγειακής αντίστασης (μεταφορτίο) και της σφηνοειδούς πιέσεως των πνευμονικών τριχοειδών αγγείων (πρoφορτίο) σε ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά και/ή δακτυλίτιδα. Επιπλέον, η αντοχή στην άσκηση αυτών των ασθενών αυξάνει σημαντικά. Οι αιμοδυναμικές και κλινικές επιδράσεις εμφανίζονται εγκαίρως και διατηρούνται.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-VASCACE
expand_more

Απορρόφηση

Η σιλαζαπρίλη απορροφάται αποτελεσματικά και μετατρέπεται γρήγορα στην ενεργό μορφή σιλαζαπριλάτη. Η λήψη τροφής αμέσως πριν τη χορήγηση Vascace καθυστερεί και ελαττώνει την απορρόφηση σε μικρό ποσοστό, που, εντούτοις, δεν επηρεάζει το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Η βιοδιαθεσιμότητα της σιλαζαπριλάτης μετά την από στόματος χορήγηση σιλαζαπρίλης είναι περίπου 60% με βάση τα αποτελέσματα ανάκτησης στα ούρα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός δύο ωρών από τη χορήγηση και σχετίζονται άμεσα με τη δοσολογία.

Απέκκριση

Η σιλαζαπριλάτη αποβάλλεται αναλλοίωτη από τα νεφρά, με αποτελεσματικό χρόνο ημιζωής 9 ώρες μετά την εφάπαξ λήψη Vascace ημερησίως.

Φαρμακοκινητική σε Ειδικούς Πληθυσμούς

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία παρατηρήθηκαν υψηλότερες συγκεντρώσεις σιλαζαπριλάτης στο πλάσμα από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, αφού η κάθαρση του φαρμάκου μειώνεται όταν η κάθαρση κρεατινίνης είναι χαμηλότερη. Δεν υπάρχει απέκκριση σε ασθενείς με ολική νεφρική ανεπάρκεια, η αιμοκάθαρση όμως ελαττώνει τις συγκεντρώσεις και της σιλαζαπρίλης και της σιλαζαπριλάτης, σε περιορισμένη έκταση.

Ηλικιωμένοι ασθενείς

Σε ηλικιωμένους ασθενείς των οποίων η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική για την ηλικία τους, οι συγκεντρώσεις της σιλαζαπριλάτης στο πλάσμα μπορεί να είναι μέχρι και 40% υψηλότερες και η κάθαρση 20% χαμηλότερη από ότι σε νεότερους ασθενείς.

Ηπατική ανεπάρκεια

Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος έχουν παρατηρηθεί αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και μειωμένη κάθαρση από το πλάσμα και τους νεφρούς, με μεγαλύτερη επίδραση να οφείλεται στην σιλαζαπρίλη από ότι στον δραστικό μεταβολίτη σιλαζαπριλάτη.

Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια

Σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, η κάθαρση της σιλαζαπριλάτης σχετίζεται με την κάθαρση της κρεατινίνης. Γι’ αυτό το λόγο, προσαρμογές των δόσεων πέρα από αυτές που συνιστώνται για ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία δε θα πρέπει να είναι αναγκαίες (βλ. Δοσολογία).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

0.90 και 46.2 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

70% έως 80%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά
PubChem
science

Scientific Profile

CID
56330
Μοριακός τύπος
C22H31N3O5
Μοριακό βάρος
417.5
IUPAC
(4S,7S)-7-[[(2S)-1-ethoxy-1-oxo-4-phenylbutan-2-yl]amino]-6-oxo-1,2,3,4,7,8,9,10-octahydropyridazino[1,2-a]diazepine-4-carboxylic acid
InChIKey
HHHKFGXWKKUNCY-FHWLQOOXSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ· (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ· Α-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΣΤΡΕΠΤΗ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΕΚΛΕΚΤΙΚΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ GANGLION· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.