CARVEDILOL
Καρβεδιλόλη
Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί. Ωστόσο μεταξύ τους έχουν διαφορές που μπορεί να επηρεάσουν την επιλογή του φαρμάκου …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-DILATREND
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: Με τροφή (για μείωση ορθοστατικών φαινομένων σε καρδιακή ανεπάρκεια, και για υπέρταση/στηθάγχη)
- Δόση έναρξης: 12,5 mg μία φορά την ημέρα (υπέρταση)
- Τιτλοποίηση: Ανά διαστήματα δύο τουλάχιστον εβδομάδων, ή ανάλογα με την ανεκτικότητα και την κλινική ανταπόκριση.
-
Ενήλικες (Ιδιοπαθής υπέρταση)Δόση12,5 mg μία φορά την ημέρα για τις δύο πρώτες ημέρεςΚατόπιν, 25 mg μία φορά την ημέρα. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, η δόση μπορεί να αυξηθεί ανά διαστήματα δύο τουλάχιστον εβδομάδων.
-
Ηλικιωμένοι (Ιδιοπαθής υπέρταση)Δόση12,5 mg μια φορά την ημέρα
-
Χρόνια σταθερή στηθάγχηΔόση12,5 mg δύο φορές την ημέρα
-
Χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΔόση3,125 mg δύο φορές την ημέρα για δύο εβδομάδεςΑύξηση σε 6,25 mg, 12,5 mg, και 25 mg δύο φορές την ημέρα. Η μέγιστη δόση είναι 25 mg δύο φορές την ημέρα για σοβαρή ΧΚΑ και για ήπια/μέτρια ΧΚΑ <85kg. Μέγιστη δόση 50 mg δύο φορές την ημέρα για ήπια/μέτρια ΧΚΑ >85kg. Αν η θεραπεία διακοπεί για >1 εβδομάδα, επανεκκίνηση με χαμηλότερο σχήμα. Αν διακοπεί για >2 εβδομάδες, επανεκκίνηση με 3,125 mg.
-
Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίουΔόση6,25 mg (αρχική δόση)Αύξηση σε 6,25 mg δύο φορές ημερησίως, κατόπιν 12,5 mg δύο φορές ημερησίως, και 25 mg δύο φορές ημερησίως. Η δόση συντήρησης είναι η μέγιστη ανεκτή δόση. Μέγιστη συνιστώμενη δόση 25 mg δύο φορές ημερησίως.
block
SPC-DILATREND
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην καρβεδιλόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Ασταθή/μη αντιρροπούμενη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια τάξης IV (κατά New York Heart Association NYHA), που απαιτεί υποστηρικτική ενδοφλέβια χορήγηση ινοτρόπων.
-
Κλινικά έκδηλη ηπατική ανεπάρκεια.
-
Δεύτερου και τρίτου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό (εκτός επί μόνιμης ύπαρξης βηματοδότη).
-
Σοβαρή βραδυκαρδία (< 50 σφύξεις ανά λεπτό).
-
Καρδιογενή καταπληξία.
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου (περιλαμβανομένου του φλεβοκομβοκολπικού αποκλεισμού).
-
Σοβαρή υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση < 85 mm Hg).
-
Ιστορικό βρογχόσπασμου ή βρογχικού άσθματος.
warning
SPC-DILATREND
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χρόνια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΣε επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας ή κατακράτηση υγρών κατά την αύξηση της δόσης: αύξηση δόσης διουρητικών, μη αύξηση δόσης καρβεδιλόλης μέχρι την αποκατάσταση ισορροπίας. Μείωση δόσης ή διακοπή καρβεδιλόλης σε σπάνιες περιπτώσεις.
-
Χρόνια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν καρβεδιλόλη και καρδιακούς γλυκοσίδεςΧορήγηση με προσοχή, καθώς και οι δύο ουσίες επιβραδύνουν την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα (βλ. παράγραφο 4.5)
-
Νεφρική λειτουργία επί καρδιακής ανεπάρκειαςΠληθυσμόςασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και χαμηλή αρτηριακή πίεση (συστολική αρτηριακή πίεση < 100 mm Hg), ισχαιμική καρδιακή νόσο, διάχυτη αγγειοπάθεια και/ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκειαΈχει παρατηρηθεί αναστρέψιμη επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (τάξης IV κατά NYHA) κατά τη θεραπεία, πρέπει να επανεξεταστεί το θεραπευτικό σχήμα.
-
Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίουΟ ασθενής πρέπει να είναι κλινικά σταθερός, να έχει λάβει αναστολέα ΜΕΑ τουλάχιστον 48 ώρες και η δόση του αναστολέα ΜΕΑ να έχει σταθεροποιηθεί τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.2).
-
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθειαΠληθυσμόςπάσχοντες από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια με στοιχεία βρογχόσπασμου, που δεν λαμβάνουν φάρμακα από το στόμα ή εισπνεόμενα φάρμακαΧορήγηση με προσοχή, εφόσον το δυνητικό όφελος υπερκαλύπτει τον κίνδυνο. Παρακολούθηση για αναπνευστική δυσχέρεια, μείωση δόσης σε ένδειξη βρογχόσπασμου.
-
ΔιαβήτηςΧορήγηση με προσοχή λόγω πιθανής συγκάλυψης ή εξασθένησης των πρώιμων σημείων και συμπτωμάτων οξείας υπογλυκαιμικής αντίδρασης (βλ. 4.5 και Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούς).
-
Περιφερική αγγειοπάθεια και φαινόμενο RaynaudΧορήγηση με προσοχή, καθώς οι β-αναστολείς μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν τα συμπτώματα της αρτηριακής ανεπάρκειας.
-
ΘυρεοτοξίκωσηΜπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα της θυρεοτοξίκωσης.
-
ΒραδυκαρδίαΜείωση δοσολογίας εάν η καρδιακή συχνότητα μειωθεί σε λιγότερες από 55 σφύξεις/λεπτό.
-
ΥπερευαισθησίαΧορήγηση με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία απευαισθητοποίησης, καθώς οι β-αναστολείς μπορεί να αυξήσουν την ευαισθησία και τη σφοδρότητα των αντιδράσεων.
-
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (SCARs)Πολύ σπάνιες περιπτώσεις αναφέρθηκαν (πολύμορφο ερύθημα, ΤΕΝ, SJS). Οριστική διακοπή σε ασθενείς με σοβαρές δερματικές αντιδράσεις πιθανώς οφειλόμενες στην καρβεδιλόλη.
-
ΨωρίασηΛήψη μόνο μετά από αξιολόγηση κινδύνου/οφέλους σε ασθενείς με ιστορικό ψωρίασης που σχετίζεται με β-αναστολείς.
-
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόνταΣημαντικές φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις (π.χ. διγοξίνη, κυκλοσπορίνη, ριφαμπικίνη, αναισθητικά, αντι-αρρυθμικά). Βλ. παράγραφο 4.5.
-
ΦαιοχρωμοκύττωμαΔεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με υποψία φαιοχρωμοκυττώματος. Απαιτείται χορήγηση α-αναστολέα πριν από τη χρήση β-αναστολέα.
-
Ασταθής στηθάγχη τύπου PrinzmetalΔεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με υποψία ασταθούς στηθάγχης τύπου Prinzmetal.
-
Φακοί επαφήςΠιθανότητα μειωμένης δακρύρροιας.
-
Σύνδρομο απόσυρσηςΑπότομη διακοπή πρέπει να αποφεύγεται, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια. Σταδιακή διακοπή εντός 2 εβδομάδων.
-
ΛακτόζηΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο.
-
ΣουκρόζηΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας sucrose-isomaltase δεν θα πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο.
-
Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούς - Παιδιατρική χρήσηΒλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης, Ειδικές δοσολογικές συστάσεις, Παιδιά και έφηβοι.
-
Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούς - Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας της αρχικής δόσης (βλ. παράγραφο 4.2).
-
Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούς - Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔε συνιστώνται δοσολογικές αλλαγές σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.2).
-
Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούς - Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΗ καρβεδιλόλη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).
-
Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούς - Διαβητικοί ασθενείςΟι β-αποκλειστές μπορεί να καλύψουν τα υπογλυκαιμικά συμπτώματα. Η καρβεδιλόλη έχει ευνοϊκές επιδράσεις στη γλυκόζη και στα λιπιδικά προφίλ, μέτριες ιδιότητες ευαισθητοποίησης της ινσουλίνης και μπορεί να ανακουφίσει εκδηλώσεις του μεταβολικού συνδρόμου.
swap_horiz
SPC-DILATREND
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αυξημένη έκθεση (έως 20%)ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων διγοξίνης κατά την έναρξη, προσαρμογή και διακοπή της καρβεδιλόλης.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκέντρωσης στο πλάσμα (10-20%)ΣύστασηΜείωση δόσης κυκλοσπορίνης κατά μέσο όρο 10-20% και στενή παρακολούθηση συγκεντρώσεων.
-
παρακολούθησηΣημαντική αύξηση έκθεσης σε R και S-καρβεδιλόληΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της δραστηριότητας του β-αποκλεισμού.
-
παρακολούθησηΜείωση έκθεσης στην καρβεδιλόλη (περίπου 60%)ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση της δραστηριότητας του β-αποκλεισμού.
-
παρακολούθησηΑύξηση 77% AUC R(+) εναντιομερούς, 35% αύξηση AUC S(-) εναντιομερούς
-
παρακολούθησηΣημαντική αύξηση έκθεσης σε R και S-καρβεδιλόλη
-
Ινσουλίνη ή από του στόματος υπογλυκαιμικά φάρμακαπαρακολούθησηΕνίσχυση περιοριστικής επί των επιπέδων της γλυκόζης αίματος δράσηςΣύστασηΤακτική παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.
-
Παράγοντες μείωσης των κατεχολαμινών (π.χ. ρεσερπίνη, αναστολείς ΜΑΟ)παρακολούθησηΣτενή παρακολούθηση για σημεία υπότασης και/ή σοβαρής βραδυκαρδίας.
-
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου μη-διϋδροπυριδινών, αμιωδαρόνη ή άλλα αντιαρρυθμικάπαρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος διαταραχών της κολποκοιλιακής αγωγιμότηταςΣύστασηΠαρακολούθηση ΗΚΓ και αρτηριακής πίεσης.
-
παρακολούθησηΕνίσχυση της υποτασικής και βραδυκαρδιακής δράσηςΣύστασηΟ β-αποκλειστής πρέπει να διακόπτεται πρώτος, αρκετές ημέρες πριν από τη σταδιακή μείωση της δόσης της κλονιδίνης.
-
Αντιυπερτασικά φάρμακαπαρακολούθησηΕνίσχυση της δράσης τους.
-
Αναισθητικοί παράγοντεςπαρακολούθησηΣυνεργική αρνητική ινότροπη και υποτασική δράσηΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση των ζωτικών σημείων.
-
ΜΣΑΦπαρακολούθησηΠιθανή αύξηση της αρτηριακής πίεσης και διαταραχή του ελέγχου της αρτηριακής πίεσης.
-
Βρογχοδιαστολείς β-αγωνιστώνπαρακολούθησηΑνταγωνισμός βρογχοδιασταλτικών δράσεωνΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση των ασθενών.
sick
SPC-DILATREND
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Βραδυκαρδία
- Υπερογκαιμία, Υπερφόρτωση υγρών
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Στηθάγχη
- Διαταραχές της όρασης
- Μειωμένη δακρύρροια (ξηροφθαλμία)
- Ερεθισμός του οφθαλμού
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Κοιλιακός πόνος
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Εξασθένηση (κόπωση)
- Οίδημα
- Πόνος
- Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) και γ-γλουταμυλτρανσφεράση (GGT) αυξημένη
- Υπερευαισθησία (αλλεργικές αντιδράσεις)
- Πνευμονία
- Βρογχίτιδα
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Ουρολοίμωξη
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Υπερχοληστερολαιμία
- Διαταραχή του ελέγχου της γλυκόζης του αίματος (υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία) σε ασθενείς με προϋπάρχων διαβήτη
- Λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης, επιδείνωση διαβήτη, αναστολή ρύθμισης της γλυκόζης του αίματος
- Πόνος στα άκρα
- Ζάλη
- Κεφαλαγία
- Συγκοπή, προσυγκοπή
- Παραισθησία
- Κατάθλιψη, καταθλιπτική διάθεση
- Διαταραχές του ύπνου
- Νεφρική ανεπάρκεια και ανωμαλίες της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με διάχυτη αγγειακή νόσο και/ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκεια
- Διαταραχές της ούρησης
- Ακράτεια ούρων
- Στυτική δυσλειτουργία
- Δύσπνοια
- Πνευμονικό οίδημα
- Άσθμα σε ασθενείς με προδιάθεση
- Ρινική συμφόρηση
- Δερματικές αντιδράσεις (e.g. αλλεργικό εξάνθημα, δερματίτιδα, κνίδωση, κνησμός, δερματικές βλάβες ομοιάζουσες με ψωρίαση και ομαλό λειχήνα)
- Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (π.χ. πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
- Αλωπεκία
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Διαταραχές της περιφερικής κυκλοφορίας (ψυχρά άκρα, περιφερική αγγειοπάθεια, επίταση των συμπτωμάτων σε πάσχοντες από διαλείπουσα χωλότητα και φαινόμενο Raynaud)
- Υπέρταση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνήΑναιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιαΘρομβοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιαΛευκοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ συχνήΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνήΒραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνήΥπερογκαιμία, Υπερφόρτωση υγρώνΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνήΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνήΣτηθάγχηΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνήΔιαταραχές της όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνήΜειωμένη δακρύρροια (ξηροφθαλμία)Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνήΕρεθισμός του οφθαλμούΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνήΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΚοιλιακός πόνοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνήΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιαΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνήΕξασθένηση (κόπωση)Γενικές διαταραχές
-
ΣυχνήΟίδημαΓενικές διαταραχές
-
ΣυχνήΠόνοςΓενικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιαΑμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) και γ-γλουταμυλτρανσφεράση (GGT) αυξημένηΉπατος και χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιαΥπερευαισθησία (αλλεργικές αντιδράσεις)Ανοσοποιητικό σύστημα
-
ΣυχνήΠνευμονίαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνήΒρογχίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνήΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνήΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνήΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνήΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνήΔιαταραχή του ελέγχου της γλυκόζης του αίματος (υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία) σε ασθενείς με προϋπάρχων διαβήτηΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνήΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό σύστημα
-
Πολύ συχνήΖάληΝευρικό σύστημα
-
Πολύ συχνήΚεφαλαγίαΝευρικό σύστημα
-
Όχι συχνήΣυγκοπή, προσυγκοπήΝευρικό σύστημα
-
Όχι συχνήΠαραισθησίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνήΚατάθλιψη, καταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνήΔιαταραχές του ύπνουΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνήΝεφρική ανεπάρκεια και ανωμαλίες της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με διάχυτη αγγειακή νόσο και/ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκειαΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιαΔιαταραχές της ούρησηςΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνήΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣυχνήΔύσπνοιαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωράκιου
-
ΣυχνήΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωράκιου
-
ΣυχνήΆσθμα σε ασθενείς με προδιάθεσηΑναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωράκιου
-
ΣπάνιαΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό σύστημα, θώρακα και μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνήΔερματικές αντιδράσεις (e.g. αλλεργικό εξάνθημα, δερματίτιδα, κνίδωση, κνησμός, δερματικές βλάβες ομοιάζουσες με ψωρίαση και ομαλό λειχήνα)Δέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιαΣοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (π.χ. πολύμορφο ερύθημα. σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)Δέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ συχνήΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνήΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνήΔιαταραχές της περιφερικής κυκλοφορίας (ψυχρά άκρα, περιφερική αγγειοπάθεια, επίταση των συμπτωμάτων σε πάσχοντες από διαλείπουσα χωλότητα και φαινόμενο Raynaud)Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνήΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΛανθάνων σακχαρώδης διαβήτης, επιδείνωση διαβήτη, αναστολή ρύθμισης της γλυκόζης του αίματοςΜεταβολισμός και θρέψη
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΑκράτεια ούρωνΝεφρών και ουροφόρων οδών
pregnant_woman
SPC-DILATREND
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ καρβεδιλόλη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση, εκτός και αν θεωρείται ότι το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τους πιθανούς κινδύνους από τη χρήση της. Οι β-αναστολείς μειώνουν την αιμάτωση του πλακούντα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ενδομήτριο θάνατο του εμβρύου και άωρο ή πρόωρο τοκετό. Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες (ειδικότερα υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία) στο έμβρυο και το νεογνό. Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος καρδιακών και πνευμονικών επιπλοκών στο νεογνό κατά τη μεταγεννητική περίοδο. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν παρουσίασαν ενδείξεις τερατογένεσης.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΟι μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η καρβεδιλόλη και/ή οι μεταβολίτες της, απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα των ποντικών. Η απέκκριση της καρβεδιλόλης στο ανθρώπινο γάλα δεν έχει αποδειχθεί. Ωστόσο, οι περισσότεροι β-αποκλειστές, ιδιαίτερα οι λιπόφιλες ενώσεις, περνούν στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, αν και σε μεταβλητό βαθμό. Ο θηλασμός επομένως δεν συνιστάται μετά τη χορήγηση της καρβεδιλόλης.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-DILATREND
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-DILATREND
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
α) Γενικά χαρακτηριστικά #### Απορρόφηση Μετά από από του στόματος χορήγηση, η καρβεδιλόλη απορροφάται γρήγορα με μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά από περίπου 1,5 ώρα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 25% περίπου. Το S-(-)- εναντιομερές μεταβολίζεται…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-DILATREND
expand_more
Δοσολογία
Τρόπος χορήγησης
Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται με επαρκή ποσότητα υγρού. Σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, η καρβεδιλόλη πρέπει να λαμβάνεται μαζί με την τροφή, με σκοπό τη μείωση του ρυθμού απορρόφησής της και την ελάττωση της επίπτωσης των ορθοστατικών φαινομένων. Σε ασθενείς με υπέρταση ή χρόνια σταθερή στηθάγχη κρίνεται σκόπιμο να χορηγείται επίσης μαζί με τροφή.
Διάρκεια θεραπείας
Η αγωγή με την καρβεδιλόλη είναι μακροχρόνια. Όπως συμβαίνει με όλους τους β-αποκλειστές, η απότομη διακοπή της καρβεδιλόλης θα πρέπει να αποφεύγεται. Η δόση της καρβεδιλόλης θα πρέπει κατά προτίμηση να ελαττώνεται ανά εβδομαδιαία διαστήματα. Τούτο είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε ασθενείς με συνύπαρχη στεφανιαίας νόσου.
Ιδιοπαθής υπέρταση
Συνιστάται η εφάπαξ ημερήσια δόση. Ενήλικες Η συνιστώμενη δόση για την έναρξη της θεραπείας ανέρχεται σε 12,5 mg μία φορά την ημέρα, για τις δύο πρώτες ημέρες. Κατόπιν, η συνιστώμενη δόση ανέρχεται σε 25 mg μία φορά την ημέρα. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, η δόση μπορεί εν συνεχεία να αυξηθεί ανά διαστήματα δύο τουλάχιστον εβδομάδων, μέχρι την μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση των 50 mg, χορηγούμενη είτε άπαξ είτε σε δύο λήψεις την ημέρα.
Ηλικιωμένοι
Η συνιστώμενη δόση για την έναρξη της θεραπείας ανέρχεται σε 12,5 mg μια φορά την ημέρα, που παρέχει ικανοποιητικό έλεγχο σε ορισμένους ασθενείς. Αν η ανταπόκριση κριθεί ανεπαρκής, η δόση μπορεί να εξατομικευθεί ανά διαστήματα δύο τουλάχιστον εβδομάδων, μέχρι τη μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση.
Χρόνια σταθερή στηθάγχη
Η συνιστώμενη δόση για την έναρξη της θεραπείας ανέρχεται σε 12,5 mg δύο φορές την ημέρα. Στη συνέχεια αν η συμπτωματολογία δεν βελτιώνεται, η δόση μπορεί να αυξηθεί μετά μια εβδομάδα μέχρι τη μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση των 50 mg, χορηγούμενη είτε άπαξ ημερησίως είτε σε δύο λήψεις την ημέρα, των 25 mg εκάστη. Στους ηλικιωμένους ασθενείς συνιστάται η χορήγηση της ημερήσιας δόσης σε δύο λήψεις.
Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται και ο ασθενής να παρακολουθείται στενά από τον ιατρό κατά την τιτλοποίηση της δόσης. Σε ασθενείς που λαμβάνουν δακτυλίτιδα, διουρητικά και αναστολείς του ΜΕΑ, η δοσολογία των φαρμάκων αυτών πρέπει, πριν από την έναρξη της θεραπείας με καρβεδιλόλη, να έχει σταθεροποιηθεί. Η κατάσταση του ασθενή πρέπει να είναι σταθερή για τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν από την έναρξη της λήψης καρβεδιλόλης. Η συνιστώμενη δόση για την έναρξη της θεραπείας είναι 3,125 mg δύο φορές την ημέρα, για δύο εβδομάδες. Εφόσον η δόση αυτή γίνει καλά ανεκτή (καρδιακή συχνότητα > 50 σφύξεις ανά λεπτό, συστολική αρτηριακή πίεση >85 mm Hg και απουσία κλινικών σημείων ανεπάρκειας), η δοσολογία θα πρέπει να αυξηθεί ανά διαστήματα όχι μικρότερα των δύο εβδομάδων, σε 6,25 mg δύο φορές την ημέρα, ακολούθως σε 12,5 mg δύο φορές την ημέρα και στη συνέχεια σε 25 mg δύο φορές την ημέρα. Η δοσολογία θα πρέπει να αυξηθεί στο ανώτατο εκείνο επίπεδο, που γίνεται ανεκτό από τον ασθενή. Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 25 mg δύο φορές την ημέρα, για όλους τους ασθενείς με σοβαρή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια καθώς και για ασθενείς με ήπια ή μέτρια χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, βάρους μικρότερου των 85 kg. Σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και βάρος μεγαλύτερο των 85 kg, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δοσολογία είναι 50 mg δύο φορές την ημέρα. Πριν από κάθε αύξηση της δοσολογίας, ο ασθενής πρέπει να αξιολογείται από τον ιατρό του για ενδεχόμενα συμπτώματα επιδείνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας ή αγγειοδιαστολής. Η παροδική επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας ή η κατακράτηση υγρών, πρέπει να αντιμετωπίζονται με αύξηση της δόσης των διουρητικών. Ενίοτε πάντως, μπορεί να καταστεί απαραίτητη η μείωση της δόσης ή η προσωρινή διακοπή της καρβεδιλόλης. Αν η θεραπεία με καρβεδιλόλη διακοπεί για περισσότερο από μία εβδομάδα, η επανέναρξή της γίνεται με χαμηλότερο δοσολογικό σχήμα δύο φορές την ημέρα και η αύξηση της δόσης ακολουθεί τις προηγούμενες συστάσεις. Αν η θεραπεία με καρβεδιλόλη διακοπεί για περισσότερες από δύο εβδομάδες, η επανέναρξή της γίνεται με 3,125 mg και η αύξηση της δόσης ακολουθεί τα προηγούμενα δοσολογικά σχήματα. Τα συμπτώματα της αγγειοδιαστολής μπορεί να αντιμετωπιστούν αρχικά με μείωση της δόσης των διουρητικών. Εφόσον τα συμπτώματα επιμένουν, μπορεί να μειωθεί η δόση του τυχόν συγχορηγούμενου αναστολέα του ΜΕΑ και ακολούθως, αν είναι απαραίτητο, να μειωθεί και η δόση της καρβεδιλόλης. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, η δόση της καρβεδιλόλης δεν θα πρέπει να αυξηθεί, παρά μόνον όταν σταθεροποιηθούν τα συμπτώματα από την επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας ή την αγγειοδιαστολή.
Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας μετά από οξύ έμφραγμα του
μυοκαρδίου. Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται και ο ασθενής να παρακολουθείται στενά από τον ιατρό κατά την τιτλοποίηση της δόσης. Η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει είτε ο ασθενής βρίσκεται στο νοσοκομείο είτε όχι, όταν ο ασθενής είναι αιμοδυναμικά σταθερός και η κατακράτηση υγρών έχει ελαχιστοποιηθεί. Πριν την έναρξη της θεραπείας με καρβεδιλόλη: Οι αιμοδυναμικά σταθεροί ασθενείς πρέπει να έχουν λάβει έναν αναστολέα ΜΕΑ για τουλάχιστον 48 ώρες, χορηγούμενο σε σταθερή δόση τουλάχιστον το προηγούμενο 24ωρο. Η θεραπεία με καρβεδιλόλη μπορεί να ξεκινήσει μεταξύ της 3ης και της 21ης ημέρας μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου. Χορήγηση πρώτης δόσης καρβεδιλόλης: Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 6,25 mg. Οι ασθενείς θα πρέπει να βρίσκονται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση για τουλάχιστον 3 ώρες μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης (βλέπε παράγραφο 4.4 “Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση”). Επόμενες δόσεις καρβεδιλόλης: Εάν η πρώτη δόση γίνει καλά ανεκτή από τον ασθενή (π.χ. καρδιακός παλμός > 50 παλμοί/λεπτό, συστολική αρτηριακή πίεση
80 mmHg και απουσία κλινικών συμπτωμάτων μη ανοχής), η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 6,25 δύο φορές ημερησίως και να διατηρηθεί για 3 έως 10 ημέρες. Εάν ο ασθενής παρουσιάσει σημεία μη ανοχής κατά το διάστημα αυτό, ιδιαίτερα βραδυκαρδία < 50 παλμοί/λεπτό, συστολική αρτηριακή πίεση < 80 mmHg ή κατακράτηση υγρών, η δόση πρέπει να μειωθεί σε 3,125 mg δύο φορές την ημέρα. Εάν η δόση αυτή δεν γίνει ανεκτή, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί. Εάν η δόση γίνεται καλά ανεκτή, πρέπει να αυξηθεί εκ νέου σε 6,25 mg δύο φορές ημερησίως μετά από 3 έως 10 ημέρες. Επακόλουθη αύξηση της δόσης: Εάν η δόση των 6,25 mg δύο φορές ημερησίως είναι καλά ανεκτή, η δόση θα πρέπει να αυξάνεται σε διαστήματα από 3 έως 10 ημέρες έως τα 12,5 mg δύο φορές ημερησίως και κατόπιν σε 25 mg δύο φορές ημερησίως. Η δόση συντήρησης είναι η μέγιστη δόση που είναι ανεκτή από τον ασθενή. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 25 mg δύο φορές ημερησίως, ανεξαρτήτως του βάρους του ασθενή.
Ειδικές δοσολογικές συστάσεις
Νεφρική δυσλειτουργία
Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα (βλ. παράγραφο 5.2.β Φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικούς πληθυσμούς) και οι δημοσιευμένες κλινικές μελέτες (βλ.4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία) σε ασθενείς με διάφορους βαθμούς νεφρικής δυσλειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης της νεφρικής ανεπάρκειας) δεν υποδεικνύουν την αναγκαιότητα τροποποίησης της δοσολογίας της καρβεδιλόλης σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η καρβεδιλόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς με κλινικά έκδηλη ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις).
Παιδιά και έφηβοι
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της καρβεδιλόλης σε παιδιά και εφήβους (κάτω των 18 ετών) δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, Παιδιατρική χρήση και παράγραφο 5.2.β Φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικούς πληθυσμούς).
block
Αντενδείξεις
SPC-DILATREND
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
Η καρβεδιλόλη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με:
- Υπερευαισθησία στην καρβεδιλόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Ασταθή/μη αντιρροπούμενη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια τάξης IV (κατά New York Heart Association NYHA), που απαιτεί υποστηρικτική ενδοφλέβια χορήγηση ινοτρόπων.
- Κλινικά έκδηλη ηπατική ανεπάρκεια.
- Όπως ισχύει και για άλλους β-αναστολείς, η καρβεδιλόλη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς μεΔεύτερου και τρίτου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό (εκτός επί μόνιμης ύπαρξης βηματοδότη).
- Σοβαρή βραδυκαρδία (< 50 σφύξεις ανά λεπτό).
- Καρδιογενή καταπληξία.
- Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου (περιλαμβανομένου του φλεβοκομβοκολπικού αποκλεισμού).
- Σοβαρή υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση < 85 mm Hg).
- Ιστορικό βρογχόσπασμου ή βρογχικού άσθματος.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-DILATREND
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Χρόνια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια Σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μπορεί να παρατηρηθεί επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας ή κατακράτηση υγρών κατά τη φάση της αύξησης της δόσης της καρβεδιλόλης. Αν παρατηρηθούν σχετικά συμπτώματα, η δόση των διουρητικών θα πρέπει να αυξηθεί, ενώ η δόση της καρβεδιλόλης δεν θα πρέπει να αυξηθεί περαιτέρω, μέχρι να αποκατασταθεί η κλινική ισορροπία. Ενίοτε μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης της καρβεδιλόλης ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, ακόμη και προσωρινή διακοπή της. Τέτοια επεισόδια δεν αποκλείουν τη μεταγενέστερη επιτυχή τιτλοδότηση προς τα πάνω της καρβεδιλόλης. Η καρβεδιλόλη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή συνδυασμό με καρδιακούς γλυκοσίδες, επειδή και οι δύο ουσίες επιβραδύνουν την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα (βλ. παράγραφο 4.5 ‘‘Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης’’).
Νεφρική λειτουργία επί καρδιακής ανεπάρκειας Κατά τη θεραπεία με καρβεδιλόλη σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και χαμηλή αρτηριακή πίεση (συστολική αρτηριακή πίεση < 100 mm Hg), ισχαιμική καρδιακή νόσο, διάχυτη αγγειοπάθεια και/ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκεια, έχει παρατηρηθεί αναστρέψιμη επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Σε ασθενείς που κατά τη διάρκεια της θεραπείας παρουσιάσουν σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (τάξης IV κατά NYHA), πρέπει να επανεξεταστεί το θεραπευτικό σχήμα.
Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου Πριν την έναρξη της θεραπείας με καρβεδιλόλη ο ασθενής πρέπει να είναι κλινικά σταθερός και πρέπει να έχει λάβει έναν αναστολέα ΜΕΑ τουλάχιστον για το προηγούμενο 48ώρο και η δόση του αναστολέα ΜΕΑ πρέπει να έχει σταθεροποιηθεί τουλάχιστον για το προηγούμενο 24ωρο (βλ. παράγραφο 4.2 “Δοσολογία και τρόπος χορήγησης”).
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια Η καρβεδιλόλη θα πρέπει να χορηγηθεί με προσοχή στους πάσχοντες από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια με στοιχεία βρογχόσπασμου, που δεν λαμβάνουν φάρμακα από το στόμα ή εισπνεόμενα φάρμακα και μόνο εφόσον το δυνητικό όφελος υπερκαλύπτει τον ενδεχόμενο κίνδυνο. Σε ασθενείς με τάση για βρογχόσπασμο, μπορεί να παρατηρηθεί αναπνευστική δυσχέρεια, ως αποτέλεσμα πιθανής αύξησης της αντίστασης των αεραγωγών. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά την αύξηση της δόσης της καρβεδιλόλης, ενώ η δόση του φαρμάκου θα πρέπει να μειώνεται, αν παρατηρηθεί οιαδήποτε ένδειξη βρογχόσπασμου.
Διαβήτης Η χορήγηση της καρβεδιλόλης σε διαβητικούς θα πρέπει να γίνεται με προσοχή, λόγω πιθανής συγκάλυψης ή εξασθένησης των πρώιμων σημείων και συμπτωμάτων μίας οξείας υπογλυκαιμικής αντίδρασης. (βλ. παραγράφους 4.5 ‘‘Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης’’ και Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούς παρακάτω).
Περιφερική αγγειοπάθεια και φαινόμενο Raynaud Η καρβεδιλόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με περιφερική αγγειοπάθεια (π.χ. φαινόμενο Raynaud), καθώς οι β-αναστολείς μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν τα συμπτώματα της αρτηριακής ανεπάρκειας.
Θυρεοτοξίκωση Η καρβεδιλόλη, όπως και άλλοι παράγοντες με β-ανασταλτικές ιδιότητες, μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα της θυρεοτοξίκωσης.
Βραδυκαρδία Η καρβεδιλόλη μπορεί να προκαλέσει βραδυκαρδία. Έτσι, αν η καρδιακή συχνότητα του ασθενή μειωθεί σε λιγότερες από 55 σφύξεις το λεπτό, η δοσολογία του φαρμάκου θα πρέπει να μειωθεί.
Υπερευαισθησία Προσοχή απαιτείται στη χορήγηση της καρβεδιλόλης σε ασθενείς με ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας καθώς επίσης και στους ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία απευαισθητοποίησης, καθώς οι β-αναστολείς μπορεί να αυξήσουν τόσο την ευαισθησία έναντι των αλλεργιογόνων, όσο και τη σφοδρότητα των αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (Severe Cutaneous adverse reactions, SCARs) Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με καρβεδιλόλη έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις σοβαρών δερματικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων όπως το πολύμορφο ερύθημα, η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ) και το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) (βλ παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η καρβεδιλόλη θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά στους ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν σοβαρές δερματικές αντιδράσεις πιθανά οφειλόμενες στην καρβεδιλόλη.
Ψωρίαση Ασθενείς με ιστορικό ψωρίασης που σχετίζεται με θεραπεία με β-αναστολείς, θα πρέπει να λαμβάνουν την καρβεδιλόλη μόνο μετά από αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου προς το δυνητικό όφελος.
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Υπάρχει ένας αριθμός σημαντικών φαρμακοκινητικών και φαρμακοδυναμικών αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα (π.χ. διγοξίνη, κυκλοσπορίνη, ριφαμπικίνη, αναισθητικά φάρμακα, αντι-αρρυθμικά φάρμακα), βλ. παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης, για περισσότερες πληροφορίες.
Φαιοχρωμοκύττωμα Σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύττωμα, θα πρέπει να χορηγείται κάποιος α- αναστολέας, πριν από τη χρήση οποιουδήποτε β-αναστολέα. Αν και η καρβεδιλόλη διαθέτει α- και β-ανασταλτικές φαρμακολογικές δράσεις, δεν υπάρχει εντούτοις εμπειρία από τη χρήση της στις σχετικές περιπτώσεις. Για το λόγο αυτό, η καρβεδιλόλη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με υποψία φαιοχρωμοκυττώματος.
Ασταθής στηθάγχη τύπου Prinzmetal Οι μη εκλεκτικοί β-αναστολείς, μπορεί να προκαλέσουν θωρακικό άλγος σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη τύπου Prinzmetal. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία από τη χορήγηση της καρβεδιλόλης στους ασθενείς αυτούς, αν και η α- ανασταλτική της δράση, είναι δυνατόν να προλαμβάνει την εμφάνιση τέτοιων συμπτωμάτων. Η καρβεδιλόλη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς για τους οποίους υπάρχει υποψία ασταθούς στηθάγχης τύπου Prinzmetal.
Φακοί επαφής Όσοι φορούν φακούς επαφής, θα πρέπει να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα μειωμένης δακρύρροιας.
Σύνδρομο απόσυρσης Η απότομη διακοπή της καρβεδιλόλης πρέπει να αποφεύγεται, ιδιαίτερα σε πάσχοντες από ισχαιμική καρδιοπάθεια. Στις περιπτώσεις αυτές, η διακοπή του φαρμάκου πρέπει να γίνεται σταδιακά (εντός 2 εβδομάδων).
Λακτόζη Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν θα πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο.
Σουκρόζη Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει σουκρόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας sucrose-isomaltase, δεν θα πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο.
Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούς Παιδιατρική χρήση Βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης, Ειδικές δοσολογικές συστάσεις, Παιδιά και έφηβοι
Ηλικιωμένοι ασθενείς Μία μελέτη σε ηλικιωμένους υπερτασικούς ασθενείς δεν έδειξε διαφορές στο προφίλ των ανεπιθύμητων συμβαμάτων, σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς. Μία άλλη μελέτη που συμπεριλάμβανε ηλικιωμένους ασθενείς με στεφανιαία νόσο δεν έδειξε διαφορές όσον αφορά στα ανεπιθύμητα συμβάματα που αναφέρθηκαν, σε σύγκριση με αυτά που αναφέρθηκαν για νεότερους ασθενείς. Επομένως δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας της αρχικής dόσης στον ηλικιωμένο πληθυσμό (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης)
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Κατά τη χρόνια αγωγή με καρβεδιλόλη, η αυτορρυθμιζόμενη παροχή αίματος διατηρείται, ενώ η σπειραματική διήθηση παραμένει αμετάβλητη. Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, δε συνιστώνται δοσολογικές αλλαγές (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Η καρβεδιλόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς με κλινικά εκδηλωμένη ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις).
Διαβητικοί ασθενείς Οι β-αποκλειστές μπορεί να αυξήσουν την ανοχή της ινσουλίνης και μπορεί να καλύψουν τα υπογλυκαιμικά συμπτώματα. Ωστόσο πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι οι αγγειοδιασταλτικοί β-αποκλειστές όπως η καρβεδιλόλη σχετίζονται με πιο ευνοϊκές επιδράσεις στη γλυκόζη και στα λιπιδικά προφίλ. Η καρβεδιλόλη έχει δείξει ότι έχει μέτριες ιδιότητες ευαισθητοποίησης της ινσουλίνης και μπορεί να ανακουφίσει κάποιες εκδηλώσεις του μεταβολικού συνδρόμου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-DILATREND
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
Επιδράσεις της Καρβεδιλόλης στη φαρμακοκινητική των άλλων φαρμάκων
Η καρβεδιλόλη είναι υπόστρωμα καθώς και αναστολέας της P-γλυκοπρωτεΐνης. Συνεπώς, η βιοδιαθεσιμότητα των ουσιών που μεταφέρονται από τη P- γλυκοπρωτεΐνη ενδέχεται να αυξηθεί με ταυτόχρονη χορήγηση καρβεδιλόλης. Επιπροσθέτως, η βιοδιαθεσιμότητα της καρβεδιλόλης μπορεί να μεταβληθεί από επαγωγείς ή αναστολείς της P-γλυκοπρωτεΐνης.
- Διγοξίνη: Αυξημένη έκθεση στη διγοξίνη (έως 20%). Συνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης.
- Κυκλοσπορίνη: Αύξηση της συγκέντρωσης κυκλοσπορίνης στο πλάσμα (περίπου 10-20%). Απαιτείται μείωση της δόσης της κυκλοσπορίνης και στενή παρακολούθηση των συγκεντρώσεων.
Επιδράσεις των άλλων φαρμάκων στη φαρμακοκινητική της Καρβεδιλόλης
Αναστολείς καθώς και επαγωγείς των CYP2D6 και CYP2C9 μπορεί να τροποποιήσουν το μεταβολισμό της καρβεδιλόλης στερεοεκλεκτικά οδηγώντας σε αυξημένες ή μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
- Αμιωδαρόνη: Αυξημένη έκθεση σε R και S-καρβεδιλόλη. Συνιστάται παρακολούθηση της δραστηριότητας του β-αποκλεισμού.
- Ριφαμπικίνη: Μειωμένη έκθεση στην καρβεδιλόλη (περίπου 60%). Στενή παρακολούθηση της δραστηριότητας του β-αποκλεισμού.
- Φλουοξετίνη και Παροξετίνη: Αυξημένη έκθεση σε R και S-καρβεδιλόλη, ιδιαίτερα στο R(+) εναντιομερές. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικές επιδράσεις σε υγιή άτομα.
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
- Ινσουλίνη ή από του στόματος υπογλυκαιμικά φάρμακα: Ενίσχυση της υπογλυκαιμικής δράσης. Τα σημεία της υπογλυκαιμίας μπορεί να συγκαλυφθούν. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.
- Παράγοντες μείωσης των κατεχολαμινών (π.χ. ρεσερπίνη, ΜΑΟ): Στενή παρακολούθηση για σημεία υπότασης και/ή σοβαρής βραδυκαρδίας.
- Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου μη-διϋδροπυριδινών, αμιωδαρόνη ή άλλα αντιαρρυθμικά: Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας. Συνιστάται παρακολούθηση ΗΚΓ και αρτηριακής πίεσης.
- Κλονιδίνη: Ενίσχυση υποτασικής και βραδυκαρδιακής δράσης. Ο β-αποκλειστής πρέπει να διακόπτεται πρώτος πριν τη σταδιακή μείωση της κλονιδίνης.
- Αντιυπερτασικά: Ενίσχυση της δράσης τους.
- Αναισθητικοί παράγοντες: Προσεκτική παρακολούθηση των ζωτικών σημείων.
- ΜΣΑΦ: Πιθανή αύξηση της αρτηριακής πίεσης και διαταραχή του ελέγχου της αρτηριακής πίεσης.
- Βρογχοδιαστολείς β-αγωνιστών: Ανταγωνισμός των βρογχοδιασταλτικών δράσεων. Στενή παρακολούθηση των ασθενών.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-DILATREND
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθεται κατά κατηγορίες οργάνου συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA και συχνότητας κατά CIOMs:
- Πολύ συχνές ≥1/10
- Συχνές ≥1/100 και <1/10
- Όχι συχνές ≥1/1.000 και <1/100
- Σπάνιες ≥1/10.000 και <1/1.000
- Πολύ σπάνιες <1/10.000
Ο Πίνακας 1 συνοψίζει τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις οι οποίες έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη χρήση της καρβεδιλόλης σε πιλοτικές κλινικές μελέτες.
| Κατηγορία Οργάνου Συστήματος | Ανεπιθύμητη αντίδραση | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Αναιμία | Συχνή |
| Θρομβοπενία | Σπάνια | |
| Λευκοπενία | Πολύ σπάνια | |
| Καρδιακές διαταραχές | Καρδιακή ανεπάρκεια | Πολύ συχνή |
| Βραδυκαρδία | Συχνή | |
| Υπερογκαιμία, Υπερφόρτωση υγρών | Συχνή | |
| Κολποκοιλιακός αποκλεισμός | Όχι συχνή | |
| Στηθάγχη | Όχι συχνή | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Διαταραχές της όρασης, Μειωμένη δακρύρροια (ξηροφθαλμία), Ερεθισμός του οφθαλμού | Συχνή |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία, Διάρροια, Έμετος, Δυσπεψία, Κοιλιακός πόνος | Συχνή |
| Δυσκοιλιότητα | Όχι συχνή | |
| Ξηροστομία | Σπάνια | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Εξασθένηση (κόπωση), Οίδημα, Πόνος | Συχνή |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) και γ-γλουταμυλτρανσφεράση (GGT) αυξημένη | Πολύ σπάνια |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία (αλλεργικές αντιδράσεις) | Πολύ σπάνια |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Πνευμονία, Βρογχίτιδα, Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, Ουρολοίμωξη | Συχνή |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Αύξηση σωματικού βάρους, Υπερχοληστερολαιμία, Διαταραχή του ελέγχου της γλυκόζης του αίματος (υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία) σε ασθενείς με προϋπάρχων διαβήτη | Συχνή |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος | Πόνος στα άκρα | Συχνή |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη, Κεφαλαγία | Πολύ συχνή |
| Συγκοπή, προσυγκοπή | Όχι συχνή | |
| Παραισθησία | Όχι συχνή | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Κατάθλιψη, καταθλιπτική διάθεση | Συχνή |
| Διαταραχές του ύπνου | Όχι συχνή | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Νεφρική ανεπάρκεια και ανωμαλίες της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με διάχυτη αγγειακή νόσο και/ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκεια | Συχνή |
| Διαταραχές της ούρησης | Σπάνια | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Στυτική δυσλειτουργία | Όχι συχνή |
| Διαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Δύσπνοια, Πνευμονικό οίδημα, Άσθμα σε ασθενείς με προδιάθεση | Συχνή |
| Ρινική συμφόρηση | Σπάνια | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Δερματικές αντιδράσεις (αλλεργικό εξάνθημα, δερματίτιδα, κνίδωση, κνησμός, δερματικές βλάβες ομοιάζουσες με ψωρίαση και ομαλό λειχήνα) | Όχι συχνή |
| Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (π.χ. πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση) | Πολύ σπάνια | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση, Ορθοστατική υπόταση | Συχνή |
| Διαταραχές της περιφερικής κυκλοφορίας (ψυχρά άκρα, περιφερική αγγειοπάθεια, επίταση των συμπτωμάτων σε πάσχοντες από διαλείπουσα χωλότητα και φαινόμενο Raynaud) | Συχνή | |
| Υπέρταση | Συχνή |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων Η συχνότητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων δεν είναι δοσο-εξαρτώμενη, με εξαίρεση τη ζάλη, τη μη φυσιολογική όραση και τη βραδυκαρδία. Η ζάλη, η συγκοπή, η κεφαλαλγία και η εξασθένηση (κόπωση) είναι συνήθως ήπιες και είναι πιο πιθανόν να παρατηρηθούν στην αρχή της θεραπείας. Σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μπορεί να παρατηρηθούν επιδεινούμενη καρδιακή ανεπάρκεια και κατακράτηση υγρών κατά τη διάρκεια της τιτλοδότησης της δόσης της καρβεδιλόλης προς τα πάνω (βλ. παράγραφο 4.4). Σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, η καρδιακή ανεπάρκεια ήταν ένα πολύ συχνά αναφερόμενο ανεπιθύμητο συμβάν. Αναστρέψιμη επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας έχει παρατηρηθεί με τη θεραπεία με καρβεδιλόλη σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια με χαμηλή αρτηριακή πίεση, ισχαιμική καρδιακή νόσο και διάχυτη αγγειακή νόσο και/ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4).
Μετά την κυκλοφορία:
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: Λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης, επιδείνωση διαβήτη, αναστολή ρύθμισης γλυκόζης αίματος.
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Αλωπεκία.
- Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: Μεμονωμένες περιπτώσεις ακράτειας ούρων σε γυναίκες.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-DILATREND
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χρήση κατά την κύηση
Δεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία με την καρβεδιλόλη, σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός. Η καρβεδιλόλη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση, εκτός και αν θεωρείται ότι το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τους πιθανούς κινδύνους από τη χρήση της. Οι β-αναστολείς μειώνουν την αιμάτωση του πλακούντα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ενδομήτριο θάνατο του εμβρύου και άωρο ή πρόωρο τοκετό. Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες (ειδικότερα υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία) στο έμβρυο και το νεογνό. Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος καρδιακών και πνευμονικών επιπλοκών στο νεογνό κατά τη μεταγεννητική περίοδο. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν παρουσίασαν ενδείξεις τερατογένεσης.
Χρήση κατά τη διάρκεια της γαλουχίας
Οι μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η καρβεδιλόλη και/ή οι μεταβολίτες της, απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα των ποντικών. Η απέκκριση της καρβεδιλόλης στο ανθρώπινο γάλα δεν έχει αποδειχθεί. Ωστόσο, οι περισσότεροι β-αποκλειστές, ιδιαίτερα οι λιπόφιλες ενώσεις, περνούν στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, αν και σε μεταβλητό βαθμό. Ο θηλασμός επομένως δεν συνιστάται μετά τη χορήγηση της καρβεδιλόλης.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-DILATREND
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: α- και β- αδρενεργικοί αποκλειστές, Kωδικός ATC: C07AG02
Μηχανισμός δράσης
Η καρβεδιλόλη είναι ένας πολλαπλής δράσης αναστολέας των αδρενεργικών υποδοχέων, με ανασταλτικές ιδιότητες επί των 1, και αδρενεργικών υποδοχέων. Έχει καταδειχθεί πως η καρβεδιλόλη δρα προστατευτικώς επί των οργάνων. Η καρβεδιλόλη είναι ένα ισχυρό αντιοξειδωτικό και «εκκαθαριστής» των δραστικών ριζών οξυγόνου. Η καρβεδιλόλη αποτελεί ρακεμικό μίγμα, του οποίου τόσο το R(+) όσο και το S(-) εναντιομερές διαθέτουν τις ίδιες ανασταλτικές επί των α-αδρενεργικών υποδοχέων και αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Η καρβεδιλόλη διαθέτει αντιπολλαπλασιαστικές ιδιότητες επί των λείων μυϊκών κυττάρων των αγγείων στον άνθρωπο. Κατά τη χρόνια αγωγή ασθενών με καρβεδιλόλη σε κλινικές μελέτες έχει καταδειχθεί μείωση του οξειδωτικού stress μέσω μέτρησης διαφόρων δεικτών. Οι β-αδρενεργικές ανασταλτικές ιδιότητές της, είναι μη-εκλεκτικές για τους β και β -αδρενεργικούς υποδοχείς και οφείλονται στο εναντιομερές S(-) της καρβεδιλόλης. Η καρβεδιλόλη δεν διαθέτει εγγενή συμπαθομιμητική δράση και (όπως η προπρανολόλη), διαθέτει μεμβρανο-σταθεροποιητικές ιδιότητες. Η καρβεδιλόλη καταστέλλει το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, μέσω της β-, αναστολής, γεγονός που περιορίζει την απελευθέρωση ρενίνης, καθιστώντας κατ’αυτόν τον τρόπο την κατακράτηση υγρών σπάνια. Η καρβεδιλόλη ελαττώνει τις περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις, μέσω εκλεκτικής αναστολής των α -αδρενεργικών υποδοχέων. Μετριάζει επίσης την αύξηση της αρτηριακής πίεσης που προκαλείται από την φαινυλεφρίνη (έναν
αδρενεργικό αγωνιστή), όχι όμως και εκείνη που προκαλείται από την αγγειοτασίνη II. Η καρβεδιλόλη δεν έχει δυσμενή επίδραση επί του λιπιδαιμικού προφίλ. Το κλάσμα των υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών προς τις χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (HDL/LDL) διατηρείται σε φυσιολογικά επίπεδα.
Αποτελεσματικότητα
Υπέρταση
Σε υπερτασικούς ασθενείς, η καρβεδιλόλη ελαττώνει την αρτηριακή πίεση, μέσω συνδυασμού β-αναστολής και αγγειοδιαστολής λόγω α -αναστολής. Η ελάττωση της αρτηριακής πίεσης δε συνδέεται με ταυτόχρονη αύξηση των ολικών περιφερικών αντιστάσεων. Η καρδιακή συχνότητα μειώνεται ελαφρά. Η νεφρική αιματική ροή και η νεφρική λειτουργία διατηρούνται. Η καρβεδιλόλη δεν περιορίζει την παροχή αίματος στα απομακρυσμένα όργανα και τα αγγειακά στρώματα. Παρατηρείται χαμηλότερη συχνότητα κρύων άκρων και πρώιμης κόπωσης κατά την σωματική δραστηριότητα.
Νεφρική ανεπάρκεια
Αποτελεσματικός παράγοντας σε ασθενείς με νεφρική υπέρταση, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια ή σε αιμοδιάλυση ή μετά από μεταμόσχευση νεφρού. Προκαλεί σταδιακή μείωση στην αρτηριακή πίεση. Ήταν πιο αποτελεσματική σε σχέση με τους αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου και καλύτερα ανεκτή.
Στεφανιαία Νόσος
Διαθέτει αντιισχαιμικές και αντιστηθαγχικές ιδιότητες. Ελαττώνει σημαντικά τις μυοκαρδιακές απαιτήσεις σε οξυγόνο, το προφορτίο και το μεταφορτίο.
Χρόνια Καρδιακή Ανεπάρκεια
Μειώνει σημαντικά τη θνητότητα, τις νοσηλείες και βελτιώνει τη λειτουργικότητα αριστερής κοιλίας και την ποιότητα ζωής. Η δράση της καρβεδιλόλης είναι δοσοεξαρτώμενη.
Νεφρική ανεπάρκεια
Μειώνει τη νοσηρότητα και τη θνητότητα σε ασθενείς σε αιμοδιάλυση με διατατική καρδιομυοπάθεια.
Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας μετά από οξύ έμφραγμα του
μυοκαρδίου Μείωσε στατιστικά σημαντικά τη θνητότητα κάθε αιτιολογίας κατά 23%, τη θνητότητα κάθε αιτιολογίας ή το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά 29%, τη θνητότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας κατά 25% και τη νοσηλεία για μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά 41%. Στη μελέτη COPERNICUS, μείωσε τη θνητότητα κάθε αιτιολογίας κατά 35%.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-DILATREND
expand_more
Φαρμακοκινητική
α) Γενικά χαρακτηριστικά
Απορρόφηση
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η καρβεδιλόλη απορροφάται γρήγορα με μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά από περίπου 1,5 ώρα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 25% περίπου. Το S-(-)- εναντιομερές μεταβολίζεται πιο γρήγορα από το R-(+)- εναντιομερές (βιοδιαθεσιμότητα 15% έναντι 31%). Η καρβεδιλόλη είναι υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής P-γλυκοπρωτεΐνης.
Κατανομή
Δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος κατά 95%. Ο όγκος κατανομής είναι 1,5-2 l/kg.
Μεταβολισμός
Μεταβολίζεται ευρέως στο ήπαρ σε 3 δραστικούς μεταβολίτες με β-ανασταλτική δράση (ο 4΄-υδροξυφαινολικός είναι 13 φορές δραστικότερος). Δύο υδροξυ-καρβαζολικοί μεταβολίτες είναι ισχυροί αντιοξειδωτικοί παράγοντες. Ο μεταβολισμός είναι στερεοεκλεκτικός, με το R-εναντιομερές να μεταβολίζεται κυρίως από το CYP2D6 και το S- εναντιομερές από τα CYP2D6 και CYP2C9.
Γενετικός πολυμορφισμός
Το CYP2D6 παίζει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό. Συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν σε αργούς μεταβολιστές του CYP2D6, αλλά η κλινική σημασία μπορεί να είναι περιορισμένη.
Απομάκρυνση
Περίπου 60% απεκκρίνεται στη χολή και απομακρύνεται με τα κόπρανα ως μεταβολίτες. Περίπου 16% απεκκρίνεται στα ούρα. Η νεφρική απομάκρυνση του αμετάβλητου φαρμάκου είναι <2%. Χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής (IV) ~2,5 ώρες. Χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής (capsule) ~6,5 ώρες. Η κάθαρση της S-καρβεδιλόλης είναι περίπου διπλάσια της R-καρβεδιλόλης.
β). Φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικούς πληθυσμούς
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Οι παράμετροι Cmax, t½ και AUC δεν μεταβάλλονται σημαντικά. Η νεφρική απομάκρυνση του αμετάβλητου φαρμάκου μειώνεται, αλλά οι μεταβολές είναι μέτριες. Δεν απομακρύνεται κατά την αιμοκάθαρση.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Η έκθεση (AUC) αυξήθηκε κατά 6.8 φορές σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια
Η κάθαρση της R- και S- καρβεδιλόλης ήταν σημαντικά χαμηλότερη.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Η ηλικία δεν έχει σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική.
ΕΟΦ · 2.4
β-Αδρενεργικοί αποκλειστές
expand_more
β-Αδρενεργικοί αποκλειστές
Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί. Ωστόσο μεταξύ τους έχουν διαφορές που μπορεί να επηρεάσουν την επιλογή του φαρμάκου που θα χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία συγκεκριμένης νόσου ή ασθενή.
Η ενδογενής συμπαθητικομιμητική δράση εκφράζει την ικανότητα ενός αδρενεργικού αποκλειστή τόσο να διεγείρει όσο και να αναστέλλει αδρενεργικούς υποδοχείς. Η οξπρενολόλη και η πινδολόλη έχουν ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση και προκαλούν μικρότερου βαθμού βραδυκαρδία και ψυχρότητα στα κάτω άκρα σε σύγκριση με άλλους β-αποκλειστές.
Μερικοί β-αποκλειστές είναι λιποδιαλυτοί ενώ άλλοι είναι υδατοδιαλυτοί. Η ατενολόλη, η σελιπρολόλη, η ναδολόλη και η σοταλόλη είναι οι κατεξοχήν υδατοδιαλυτοί. Ως εκ τούτου είναι λιγότερο πιθανό να εισέλθουν στον εγκέφαλο και έτσι προκαλούν λιγότερες διαταραχές του ύπνου και εφιάλτες. Οι υδατοδιαλυτοί β-αποκλειστές απεκκρίνονται από τους νεφρούς και συσσωρεύονται σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Σαν αποτέλεσμα σ΄ αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται μείωση της δόσης τους. Πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση β-αποκλειστών σε ασθενείς με 2ου ή 3ου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό. Σε καρδιακή ανεπάρκεια απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την έναρξη της αγωγής ενδέχεται να παρατηρηθεί επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας. Αν αυτή η εξέλιξη αποφευχθεί με πολύ μικρές δόσεις, η συνέχιση με μεγαλύτερες μπορεί να συνοδεύεται από βελτίωση τόσο ως προς τη συμπτωματολογία όσο και ως προς την επιβίωση. Ενδείξεις για τέτοια δράση υπάρχουν ως τώρα κυρίως για την καρβεδιλόλη, βισοπρολόλη και μετοπρολόλη. Η σοταλόλη είναι πιθανό να επιμηκύνει το διάστημα QT και έχει προκαλέσει σε μερικές περιπτώσεις κοιλιακές αρρυθμίες επικίνδυνες για την ζωή. Είναι σημαντικό να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην αποφυγή της υποκαλιαιμίας σε ασθενείς που λαμβάνουν σοταλόλη.
Η λαβηταλόλη και η σελιπρολόλη είναι β-αποκλειστές που επιπρόσθετα προκαλούν αγγειοδιαστολή των αρτηριολίων και μειώνουν με αυτό τον τρόπο τις περιφερικές αντιστάσεις. Δεν υπάρχει απόδειξη ότι αυτά τα φάρμακα πλεονεκτούν σημαντικά των υπολοίπων β-αποκλειστών στην αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης.
Η χορήγηση β-αποκλειστών πρέπει να αποφεύγεται εκτός αν δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία οπότε χορηγούνται με εξαιρετική προσοχή σε άτομα με ιστορικό βρογχικού άσθματος ή χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας. Μερικοί β-αποκλειστές όπως η ατενολόλη, η βηταξολόλη, η βισοπρολόλη και η μετοπρολόλη έχουν μικρότερη δράση στους β2-υποδοχείς (βρογχικούς) και ως εκ τούτου είναι σχετικά, όχι όμως απόλυτα, καρδιοεκλεκτικοί. Αυτοί οι β-αποκλειστές προκαλούν βρογχόσπασμο σε μικρότερο βαθμό χωρίς όμως να είναι απαλλαγμένοι εντελώς από αυτή την ανεπιθύμητη ενέργεια.
Οι ενδείξεις των β-αποκλειστών είναι οι ακόλουθες:
- Στεφανιαία νόσος:
α) /iΣτηθάγχη/i. Οι β-αποκλειστές αυξάνουν την αντοχή στην προσπάθεια. Μπορούν να συνδυασθούν με νιτρώδη και με ανταγωνιστές του ασβεστίου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι απότομη διακοπή τους προκαλεί επιδείνωση της στηθάγχης. Υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί καρδιακή ανεπάρκεια όταν β-αποκλειστές χορηγηθούν μαζί με βεραπαμίλη σε ασθενείς με γνωστή στεφανιαία νόσο.
β) /iΈμφραγμα μυοκαρδίου/i. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι μερικοί β-αποκλειστές μπορούν να προκαλέσουν μείωση των επανεμφραγμάτων στους ασθενείς που έχουν υποστεί έμφραγμα μυοκαρδίου. Στην οξεία φάση του εμφράγματος η αρχική ενδοφλέβια χορήγηση ατενολόλης ή μετοπρολόλης αρχικά και στη συνέχεια από το στόμα μπορεί να ελαττώσει την πρώιμη θνητότητα. Επίσης η προπρανολόλη και τιμολόλη όταν χορηγούνται χρονίως ήδη από την πρώιμη φάση της αποκατάστασης συνεπάγονται μείωση της θνητότητας.
-
Υπέρταση: Ορισμένοι θεωρούν τους β-αποκλειστές ως φάρμακα πρώτης εκλογής. Είναι ασθενή αντιϋπερτασικά και συνήθως απαιτούν συνδυασμό με άλλα φάρμακα (π.χ. διουρητικά).
-
Αρρυθμίες: Είναι ήπια αντιαρρυθμικά φάρμακα. Προκαλούν βραδυκαρδία και μειώνουν τον αυτοματισμό των έκτοπων εστιών. Η σοταλόλη ειδικά, έχει επιπλέον δράση αντιαρρυθμικού της τάξης ΙΙΙ. Οι β-αποκλειστές χορηγούνται για τον έλεγχο της φλεβοκομβικής ταχυκαρδίας και, συνήθως σε συνδυασμό με δακτυλίτιδα, της ταχυκαρδίας από κολπική μαρμαρυγή, ιδίως σε υπερθυρεοειδισμό. Χορηγούνται επίσης σε αρρυθμίες που έχουν σχέση με διέγερση του συμπαθητικού ή στεφανιαία νόσο. Είναι επίσης χρήσιμοι σε μερικές περιπτώσεις με σύνδρομο μακρού QT (ιδίως στην οικογενή παραλλαγή του συνδρόμου).
-
Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.
-
Υπερθυρεοειδισμός ιδίως με έντονες καρδιακές εκδηλώσεις.
-
Καρδιακή ανεπάρκεια. Αρχίζοντας με μικρές δόσεις και συνεχίζοντας με μεγαλύτερες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για τη βισοπρολόλη, καρβεδιλόλη και μετοπρολόλη.
Γενικώς οι β-αποκλειστές γίνονται καλά ανεκτοί. Μπορούν όμως να επιτείνουν σε επικίνδυνο βαθμό την καρδιακή ανεπάρκεια αν δεν ληφθούν κατάλληλα μέτρα, τον κολποκοιλιακό αποκλεισμό και το βρογχικό άσθμα. Σε καρδιακή ανεπάρκεια, εφόσον είναι απαραίτητοι, μπορούν να δοκιμαστούν με μεγάλη προσοχή οι β-αποκλειστές με ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση. Οι ίδιοι, καθώς και οι καρδιοεκλεκτικοί, μπορούν να δοκιμασθούν με προσοχή σε βρογχικό άσθμα (αν είναι απολύτως απαραίτητοι). Απότομη διακοπή τους σε στεφανιαία νόσο ενδέχεται να προκαλέσει επίταση της νόσου. Οι προπρανολόλη, οξπρενολόλη και πινδολόλη διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και μπορούν να προκαλέσουν εφιαλτικά όνειρα, ή, σπανιότατα, ψευδαισθήσεις. Η χορήγηση β-αποκλειστών σε φαιοχρωμοκύτωμα χωρίς τη σύγχρονη χορήγηση ενός α-αναστολέα, μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες υπερτασικές κρίσεις. Η λαβητατόλη έχει επιπλέον ισχυρή α-ανασταλτική δράση. Ίσως έχει ιδιαίτερη ένδειξη σε υπέρταση.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Ο carvedilol μειώνει την ταχυκαρδία μέσω ανταγωνισμού των β-αδρενεργικών υποδοχέων και χαμηλώνει την αρτηριακή πίεση μέσω ανταγωνισμού των α1-αδρενεργικών υποδοχέων. Έχει μακρά διάρκεια δράσης, καθώς συνήθως λαμβάνεται μία φορά ημερησίως και έχει ευρύ θεραπευτικό δείκτη, καθώς οι ασθενείς λαμβάνουν συνήθως 10-80mg ημερησίως. Οι ασθενείς που λαμβάνουν carvedilol δεν πρέπει να διακόπτουν απότομα τη λήψη αυτού του φαρμάκου, καθώς αυτό μπορεί να επιδεινώσει την στεφανιαία νόσο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο carvedilol αναστέλλει την προκαλούμενη από την άσκηση ταχυκαρδία μέσω της αναστολής των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Η δράση του carvedilol στους α1-αδρενεργικούς υποδοχείς χαλαρώνει τους λείους μύες των αγγείων, οδηγώντας σε μειωμένη περιφερική αγγειακή αντίσταση και συνολική μείωση της αρτηριακής πίεσης. Σε υψηλότερες δόσεις, μπορεί επίσης να παρατηρηθεί αναστολή διαύλων ασβεστίου και αντιοξειδωτική δράση. Η αντιοξειδωτική δράση του carvedilol αποτρέπει την οξείδωση της λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας και την πρόσληψή της στην στεφανιαία κυκλοφορία.
Ο carvedilol είναι ένας μη εκλεκτικός β-αδρενεργικός αποκλειστής με εκλεκτική α1-αδρενεργική αποκλειστική δράση. Η κύρια φυσιολογική δράση του carvedilol είναι ο ανταγωνιστικός αποκλεισμός της αδρενεργικής διέγερσης των β-υποδοχέων εντός του μυοκαρδίου (β1-υποδοχείς) και εντός των λείων μυών των βρόγχων και των αγγείων (β2-υποδοχείς), και σε μικρότερο βαθμό των α1-υποδοχέων εντός των λείων μυών των αγγείων. Η β1-αποκλειστική δράση του carvedilol είναι παρόμοια με αυτή της προπρανολόλης και μεγαλύτερη από αυτή της λαμπεταλόλης, και η διάρκεια της δράσης του carvedilol είναι μεγαλύτερη από αυτές της λαμπεταλόλης και της προπρανολόλης.
Μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν ότι το φάρμακο μπορεί να ασκεί αντιοξειδωτική δράση στο μυοκάρδιο και αντιπολλαπλασιαστική δράση στον ινοειδή χιτώνα. Το εμπορικά διαθέσιμο φάρμακο είναι ένα ρακεμικό μείγμα των 2 εναντιομερών, (R)[+] και (S)[-], και και τα δύο εναντιομερή έχουν ίση α1-αδρενεργική αποκλειστική δράση· ωστόσο, μόνο το S(-)-εναντιομερές του carvedilol έχει β-αδρενεργική αποκλειστική δράση. Ο carvedilol δεν παρουσιάζει εγγενή συμπαθομιμητική (β1-αγωνιστική) δράση και κατέχει μόνο ασθενή δράση σταθεροποίησης της μεμβράνης (τοπικό αναισθητικό).
Η αγγειοδιαστολή που οδηγεί σε μειωμένη ολική περιφερική αντίσταση, μέσω του α1-αδρενεργικού αποκλεισμού του carvedilol και της μειωμένης συμπαθητικής τόνωσης, φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην υποτασική δράση του φαρμάκου. Ο carvedilol προκαλεί μειώσεις στην καρδιακή παροχή, την προκαλούμενη από την άσκηση ταχυκαρδία, την προκαλούμενη από ισοπροτερενόλη ταχυκαρδία και την αντανακλαστική ορθοστατική ταχυκαρδία. Η κλινικά σημαντική β-αδρενεργική αποκλειστική δράση του carvedilol είναι συνήθως εμφανής εντός 1 ώρας από τη χορήγηση από του στόματος, και η υποτασική δράση του φαρμάκου είναι παρόμοια με αυτή της μετοπρολόλης. Οι α1-αδρενεργικές αποκλειστικές δράσεις του carvedilol, οι οποίες συμβάλλουν στις υποτασικές δράσεις του φαρμάκου, είναι γενικά εμφανείς εντός 30 λεπτών από τη χορήγηση από του στόματος και περιλαμβάνουν μειώσεις στις προκαλούμενες από φαινυλεφρίνη πιεστικές δράσεις, αγγειοδιαστολή και μειωμένη περιφερική αγγειακή αντίσταση. Η δοσοεξαρτώμενη υποτασική δράση του carvedilol οδηγεί σε μειώσεις της αρτηριακής πίεσης (συστολικής και διαστολικής) κατά 5-46% με ελάχιστη, αν υπάρχει, αντανακλαστική ταχυκαρδία. Αυτή η υποτασική δράση συμβαίνει περίπου 30 λεπτά μετά τη χορήγηση από του στόματος και έχει μέγιστη επίδραση 1,5-7 ώρες μετά τη χορήγηση από του στόματος.
Ο ακριβής μηχανισμός των ευεργετικών επιδράσεων του carvedilol στη θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Ο β1-αδρενεργικός αποκλεισμός και η αγγειοδιαστολή συνδέονται γενικά με αντανακλαστική ταχυκαρδία και περιφερική αγγειοσύσπαση σε θεραπευτικούς παράγοντες στους οποίους επικρατεί μία από αυτές τις φαρμακολογικές δράσεις, αλλά οι συνδυαστικές δράσεις του carvedilol φαίνεται να μετριάζουν αυτές τις δύο κύριες ανεπιθύμητες αποκρίσεις, εξισορροπώντας τις πιθανές δυσμενείς επιδράσεις που σχετίζονται με τον αδρενεργικό αποκλεισμό και την αγγειοδιαστολή. Η αγγειοδιασταλτική δράση του φαρμάκου φαίνεται να επιτρέπει στον ασθενή να ανέχεται την αρνητική ινotropική δράση του carvedilol κατά την έναρξη και τιτλοποίηση της θεραπείας στη θεραπεία της αντιρροπούμενης καρδιακής ανεπάρκειας.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Ολοκληρωμένα) για το CARVEDILOL (18 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Ο carvedilol έχει βιοδιαθεσιμότητα 25-35%. Ο carvedilol έχει Tmax 1 έως 2 ώρες. Η λήψη carvedilol με γεύμα αυξάνει το Tmax χωρίς να αυξάνει την AUC. Δόσεις carvedilol 50mg οδηγούν σε Cmax 122-262µg/L και AUC 717-1600µg/Lh. Δόσεις carvedilol 25mg οδηγούν σε Cmax 24-151µg/L και AUC 272-947µg/Lh. Δόσεις carvedilol 12,5mg οδηγούν σε Cmax 58-69µg/L και AUC 208-225µg/L*h.
Το 16% του carvedilol απεκκρίνεται στα ούρα με <2% να απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο. Ο carvedilol απεκκρίνεται κυρίως μέσω της χολής και των κοπράνων.
Ο carvedilol έχει όγκο κατανομής 1,5-2L/kg ή 115L.
Η κάθαρση πλάσματος του carvedilol έχει αναφερθεί ως 0,52L/kg ή 500-700mL/min.
Ο carvedilol απορροφάται ταχέως και εκτενώς μετά από χορήγηση από του στόματος, με απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα περίπου 25% έως 35% λόγω σημαντικού βαθμού μεταβολισμού πρώτης διόδου.
Το φαγητό μειώνει τον ρυθμό απορρόφησης του φαρμάκου (δηλαδή, αυξάνει τον χρόνο μέχρι τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση), αλλά όχι την έκταση (δηλαδή, καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα) της απορρόφησης. Η χορήγηση με φαγητό μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο ορθοστατικής υπότασης.
Μετά από χορήγηση από του στόματος ραδιοσημασμένου carvedilol σε υγιείς εθελοντές, το carvedilol αντιστοιχούσε μόνο περίπου στο 7% της συνολικής ραδιοενέργειας στο πλάσμα, όπως μετρήθηκε με την περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC). Λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε αμετάβλητο στα ούρα. … Οι μεταβολίτες του carvedilol απεκκρίνονται κυρίως μέσω της χολής στα κόπρανα.
Ο carvedilol είναι πάνω από 98% δεσμευμένος σε πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως στην αλβουμίνη. Η δέσμευση σε πρωτεΐνες του πλάσματος είναι ανεξάρτητη της συγκέντρωσης εντός του θεραπευτικού εύρους.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Ολοκληρωμένα) για το CARVEDILOL (13 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Ο carvedilol είναι 98% δεσμευμένος σε πρωτεΐνες στο πλάσμα. Το 95% του carvedilol δεσμεύεται στην αλβουμίνη του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο carvedilol μπορεί να υδροξυλιωθεί στη θέση 1 από CYP2D6, CYP1A2 ή CYP1A1 σχηματίζοντας 1-υδροξυφαινυλοκαρβεδιλόλη· στη θέση 4 από CYP2D6, CYP2E1, CYP2C9 ή CYP3A4 σχηματίζοντας 4’-υδροξυφαινυλοκαρβεδιλόλη· στη θέση 5 από CYP2D6, CYP2C9 ή CYP3A4 σχηματίζοντας 5’-υδροξυφαινυλοκαρβεδιλόλη· και στη θέση 8 από CYP1A2, CYP3A4 και CYP1A1 σχηματίζοντας 8-υδροξυκαρβαζολυλοκαρβεδιλόλη. Ο carvedilol μπορεί επίσης να απομεθυλιωθεί από CYP2C9, CYP2D6, CYP1A2 ή CYP2E1 σχηματίζοντας O-δεσμεθυλοκαρβεδιλόλη. Ο carvedilol και οι μεταβολίτες του μπορεί να υποβληθούν σε περαιτέρω συζεύξη με θειικό άλας ή γλυκουρονιδίωση πριν από την απέκκριση. Ο carvedilol μπορεί να O-γλυκουρονιδωθεί από UGT1A1, UGT2B4 και UGT2B7 σχηματίζοντας γλυκουρονίδιο carvedilol.
Ο carvedilol μεταβολίζεται κυρίως μέσω αρωματικής οξείδωσης δακτυλίου και γλυκουρονιδίωσης. Οι οξειδωτικοί μεταβολίτες μεταβολίζονται περαιτέρω μέσω συζεύξεως μέσω γλυκουρονιδίωσης και σουλφάτωσης.
Ο carvedilol μεταβολίζεται εκτενώς· η απομεθυλίωση και υδροξυλίωση του φαινολικού δακτυλίου παράγουν 3 μεταβολίτες με β-αδρενεργική αποκλειστική δράση και (ασθενή) αγγειοδιασταλτική δράση. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα των ενεργών μεταβολιτών είναι περίπου 10% αυτές του carvedilol. Ο 4’-υδροξυφαινυλικός μεταβολίτης είναι 13 φορές πιο ισχυρός από τον carvedilol στη β-αδρενεργική αποκλειστική δράση.
Σε σύγκριση με τον carvedilol, οι 3 ενεργοί μεταβολίτες παρουσιάζουν ασθενή αγγειοδιασταλτική δράση. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα των ενεργών μεταβολιτών είναι περίπου το ένα δέκατο αυτών που παρατηρούνται για τον carvedilol και έχουν παρόμοια φαρμακοκινητική με τη μητρική ουσία.
Ο carvedilol υφίσταται στερεοεκλεκτικό μεταβολισμό πρώτης διόδου με επίπεδα R(+)-carvedilol στο πλάσμα περίπου 2 έως 3 φορές υψηλότερα από S(-)-carvedilol μετά από χορήγηση από του στόματος σε υγιή άτομα.
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Ολοκληρωμένα) για το CARVEDILOL (7 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Ο carvedilol έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν (2S,3S,4S,5R)-6-[1-(9H-Καρβαζολ-4-υλοξυ)-3-[2-(2-μεθοξυφαινοξυ)αιθυλαμινο]προπαν-2-υλοξυ]-3,4,5-τριυδροξυοξάνη-2-καρβοξυλικό οξύ.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής του carvedilol κυμαίνεται μεταξύ 7-10 ωρών, αν και έχουν αναφερθεί και σημαντικά μικρότεροι χρόνοι ημίσειας ζωής.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής του carvedilol είναι 7-10 ώρες· 5-9 ώρες για το R(+)-carvedilol και 7-11 ώρες για το S(-)-carvedilol.
Η φαρμακοκινητική και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του carvedilol έχουν μελετηθεί σε 20 άνδρες υγιείς εθελοντές σε τυχαιοποιημένη δοκιμή διασταυρούμενης σχεδίασης 4 περιόδων. Το carvedilol 12,5 mg χορηγήθηκε ενδοφλεβίως, 50 mg χορηγήθηκε από του στόματος ως εναιώρημα και 25 και 50 mg χορηγήθηκαν σε μορφή κάψουλας. Για την κάψουλα 50 mg, η Cmax ήταν 66 μικρογραμμάρια/L, η Tmax 1,2 ώρες, η t1/2 6,4 ώρες. Η t1/2 μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ήταν 2,4 ώρες, η CL 589 mL/min και η VZ 132 L. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν 24% (κάψουλα 50 mg). Η κινητική μετά τις κάψουλες 25 και 50 mg ήταν συνεπής με δοσογραμμικότητα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των β-αδρενεργικών αγωνιστών. Οι β-αδρενεργικοί ανταγωνιστές χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης, των καρδιακών αρρυθμιών, της στηθάγους, του γλαυκώματος, των ημικρανιών και του άγχους.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ· (ιδίως τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Α-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· οι ΑΠΟΕΝΖΥΜΙΚΟΙ ΑΝΑΓΩΓΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Φυσικά ή συνθετικά σώματα που αναστέλλουν ή επιβραδύνουν τις αντιδράσεις οξείδωσης. Αντισταθμίζουν τις βλαβερές επιδράσεις της οξείδωσης στους ιστούς των ζώων.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν μέσω εκλεκτικής αναστολής της εισροής ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν αγγειοδιαστολή.
Φάρμακα που δεσμεύουν και αποκλείουν την ενεργοποίηση των ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ Α1-ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
0K47UL67F2
CARVEDILOL
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - α-Αδρενεργικοί Ανταγωνιστές
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - β1-Αδρενεργικοί Ανταγωνιστές
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - β2-Αδρενεργικοί Ανταγωνιστές
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Αποκλειστής α-Αδρενεργικών
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Αποκλειστής β-Αδρενεργικών
Ο carvedilol είναι Αποκλειστής α-Αδρενεργικών και Αποκλειστής β-Αδρενεργικών. Ο μηχανισμός δράσης του carvedilol είναι ως α-Αδρενεργικός Ανταγωνιστής και β1-Αδρενεργικός Ανταγωνιστής και β2-Αδρενεργικός Ανταγωνιστής.
CARVEDILOL
Αποκλειστής β-Αδρενεργικών [EPC]· β1-Αδρενεργικοί Ανταγωνιστές [MoA]· Αποκλειστής α-Αδρενεργικών [EPC]· α-Αδρενεργικοί Ανταγωνιστές [MoA]· β2-Αδρενεργικοί Ανταγωνιστές [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των β-αδρενεργικών αγωνιστών. Οι β-αδρενεργικοί ανταγωνιστές χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης, των καρδιακών αρρυθμιών, της στηθάγους, του γλαυκώματος, των ημικρανιών και του άγχους.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ· (ιδίως τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Α-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· οι ΑΠΟΕΝΖΥΜΙΚΟΙ ΑΝΑΓΩΓΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Φυσικά ή συνθετικά σώματα που αναστέλλουν ή επιβραδύνουν τις αντιδράσεις οξείδωσης. Αντισταθμίζουν τις βλαβερές επιδράσεις της οξείδωσης στους ιστούς των ζώων.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν μέσω εκλεκτικής αναστολής της εισροής ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν αγγειοδιαστολή.
Φάρμακα που δεσμεύουν και αποκλείουν την ενεργοποίηση των ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ Α1-ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ HFrEF-Foundation C07AG02HFrEF — Τέσσερις βασικές κατηγορίες (4 pillars)ΚΕ ≤ 40% — όλοι οι ασθενείς. Ταυτόχρονη έναρξη και τιτλοποίησηΔοσολογία: 3.125 mg ×2 → στόχος 25 mg ×2 · Δια βίου
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (β-Αποκλειστές (1η γραμμή μόνο επί ειδικής ένδειξης)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.