DULOXETINE
Ντουλοξετίνη
Μείζων καταθλιπτική διαταραχή. Διαβητική περιφερική νευροπάθεια. Λοιπές βλ. κεφ. 7.6.2.
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ONELAR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: με ή χωρίς τη λήψη τροφής
- Τιτλοποίηση: Για τους ασθενείς με μη ικανοποιητική ανταπόκριση στα 60 mg, αύξηση της δόσης στα 90 mg ή 120 mg.
-
Μείζονα καταθλιπτική διαταραχή – ΕνήλικεςΔόση60 mg άπαξ ημερησίως, με ή χωρίς τη λήψη τροφήςΜέγ. δόση120 mg ημερησίωςΑνάρτηση: 2-4 εβδομάδες. Μετά την παγίωση της αντικαταθλιπτικής ανταπόκρισης, συνέχεια για αρκετούς μήνες. Για ασθενείς με ιστορικό επαναλαμβανόμενων επεισοδίων μείζονος κατάθλιψης, περαιτέρω μακροχρόνια θεραπεία με δόσεις από 60 έως 120 mg/ημερησίως πρέπει να εξετάζεται.
-
Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή – ΕνήλικεςΔόση30 mg άπαξ ημερησίως (ξεκίνημα)Μέγ. δόση120 mg ημερησίωςΣε μη ικανοποιητική ανταπόκριση αυξάνει στα 60 mg. Για συνυπάρχουσα μείζονα κατάθλιψη η δοσολογία έναρξης και συντήρησης είναι 60 mg. Δόσεις έως 120 mg ημερησίως. Αύξηση στα 90 ή 120 mg για άτομα με ανάγκη.
-
Διαβητικό περιφερικό νευροπαθητικό άλγος – ΕνήλικεςΔόση60 mg την ημέραΜέγ. δόση120 mg ημερησίωςΔοσολογίες άνω των 60 mg άπαξ ημερησίως, έως τη μέγιστη δόση των 120 mgτην ημέρα, χορηγούμενα σε ίσες δόσεις. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα διατεινούνται. Αξιολόγηση μετά 2 μήνες. Για ανεπαρκή αρχική ανταπόκριση, αύξηση της δόσης.
-
ΗλικιωμένοιΔόσηΔεν συνιστάται προσαρμογή με κριτήριο την ηλικίαΜέγ. δόση120 mg ημερησίωςΤα κλινικά δεδομένα περιορισμένα· χρειάζεται προσοχή όταν χορηγείται στα 120 mg ημερησίως για MDD ή GAD.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΔεν πρέπει να χορηγείται σε ηπατικό νόσημα που καταλήγει σε ηπατική βλάβηβλέπε παραγράφους 4.3 και 5.2
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔόσηΔεν απαιτείται τροποποίηση για ήπια έως μέτρια ΝΔ (κάθαρση κρεατινίνης 30–80 ml/min)Το Onelar δεν πρέπει να χορηγείται σε σοβαρή ΝΔ (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) βλ. 4.3
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔόσηΔεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά/εφήβους <18 ετώνΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα για τη ΓΑΔ σε παιδιά 7–17 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 4.8, 5.1 και 5.2. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη θεραπεία του διαβητικού περιφερικού ΝΝ.
block
SPC-ONELAR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Η ταυτόχρονη χορήγηση του Onelar με μη-εκλεκτικούς, μη-αναστρέψιμους αναστολείς της μονοαμινοοξειδάσης (ΜΑΟΙs) αντενδείκνυται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ηπατικό νόσημα με αποτέλεσμα ηπατική βλάβη (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Το Onelar δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τη φλουβοξαμίνη, τη σιπροφλοξασίνη ή την ενοξασίνη (δηλαδή ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2), αφού η συγχορήγηση επιφέρει αύξηση των συγκεντρώσεων της ντουλοξετίνης στο πλάσμα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Η έναρξη αγωγής με Onelar αντενδείκνυται σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση διότι μπορεί να εκθέσει τους ασθενείς σε ενδεχόμενο κίνδυνο υπερτασικών κρίσεων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
warning
SPC-ONELAR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Μανία και επιληπτικές κρίσειςΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό μανίας ή με διάγνωση διπολικής διαταραχής και/ή επιληπτικών κρίσεωνχρειάζεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση
-
ΜυδρίασηΠληθυσμόςασθενείς με αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση ή σε ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης κρίσης γλαυκώματος κλειστής γωνίαςαπαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση
-
Αρτηριακή πίεση και καρδιακός ρυθμόςΠληθυσμόςασθενείς με γνωστή υπέρταση και/ή άλλο καρδιακό νόσημαπαρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, ειδικά κατά τον πρώτο μήνα της αγωγής
-
Σύνδρομο σεροτονίνηςΠληθυσμόςασθενείς συγχορηγούντες άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντεςσυνεχής παρακολούθηση ειδικά κατά τη διάρκεια της έναρξης και των αυξήσεων της δόσης
-
St John’s wortανεπιθύμητες ενέργειες ενδέχεται να αναφερθούν πιο συχνά με τη συγχορήγηση φυτικών σκευασμάτων περιέχοντάς το Hypericum perforatum
-
ΑυτοκτονίαΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία ή υψηλό κίνδυνο αυτοκτονικού ιδεασμούστενή παρακολούθηση ιδιαίτερα κατά την έναρξη θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δοσολογία
-
Διαβητικό Περιφερικό Νευροπαθητικό ΆλγοςΠληθυσμόςασθενείς με διαβητικό περιφερικό νευροπαθητικό άλγοςενθάρρυνση ασθενών να αναφέρουν σκέψεις και συναισθήματα δυσφορίας οποτεδήποτε
-
Χορήγηση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετώνΠληθυσμόςπαιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετώνΤο Onelar δεν πρέπει να χρησιμοποιείται· σε περίπτωση χορήγησης, παρακολουθούνται προσεκτικά για αυτοκτονικά συμπτώματα
-
ΑιμορραγίαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτική αγωγή ή φαρμακευτικά προϊόντα με επίδραση στην αιμόστασηπροσοχή
-
ΥπονατριαιμίαΠληθυσμόςηλικιωμένοι, ασθενείς με κίρρωση ήπατος, αφυδατωμένοι ή με διουρητική αγωγήπροσοχή
-
Διακοπή της θεραπείαςσταδιακή μείωση της ντουλοξετίνης για τουλάχιστον 2 εβδομάδες ανάλογα με τις ανάγκες
-
ΗλικιωμένοιΠληθυσμόςηλικιωμένοι ασθενείςπροσοχή κατά τη θεραπευτική αντιμετώπιση όσον αφορά τη μέγιστη δοσολογία
-
Ακαθησία/ψυχοκινητική ανησυχίαη αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ντουλοξετίνηη χορήγηση περισσοτέρων του ενός από αυτά τα προϊόντα ταυτόχρονα θα πρέπει να αποφεύγεται
-
Ηπατίτιδα/αυξημένα ηπατικά ένζυμαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με ηπατική βλάβηχορηγείται με προσοχή
-
Σακχαρόζηοι ασθενείς με κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας φρουκτόζης, δυσαπορρόφησης γαλακτόζης-γλυκόζης ή ανεπάρκειας ισομαλτάσης δεν πρέπει να λαμβάνουν
swap_horiz
SPC-ONELAR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΜΑΟΙ (μη εκλεκτικοί, μη αναστρέψιμοι)Υψηλός κίνδυνοςΚίνδυνος συνδρόμου σεροτονίνης. Απαγορεύεται συγχορήγηση ή εντός 14 ημερών από τη διακοπή MAOI. Μετά τη διακοπή Onelar, 5 ημέρες πριν έναρξη MAOI.Σύσταση(βλ. Αντενδείξεις)
-
ΜΑΟΙ (εκλεκτικοί, αναστρέψιμοι) όπως η μοκλοβεμίδηΑποφυγή συγχορήγησηςΔεν συνιστάται η συγχορήγηση Onelar με εκλεκτικούς αναστρέψιμους MAOIs.Σύσταση(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
ΛινεζολίδηςΑποφυγή συγχορήγησηςΑντιβιοτικό λινεζολίδη είναι ένας αναστρέψιμος μη εκλεκτικός MAOI και δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με Onelar.Σύσταση(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
Αναστολείς CYP1A2 (ισχυροί) όπως η φλουβοξαμίνηΥψηλός κίνδυνοςΑύξηση των συγκεντρώσεων ντουλοξετίνης; μείωση κάθαρσης κατά 77% και 6-πλάσια αύξηση της AUC 0-t.ΣύστασηΝα μη χορηγείται Onelar με ισχυρούς αναστολείς CYP1A2 (π.χ. φλουβοξαμίνη). (βλ. Αντενδείξεις)
-
Φάρμακα ΚΝΣ (κεντρικά δρώντα)Υψηλός κίνδυνοςΚίνδυνος καταστολής ΚΝΣ όταν χορηγούνται μαζί με άλλα κεντρικά δρώντα φάρμακα ή ουσίες (αλκοόλ, βενζοδιαζεπίνες, μορφινομιμητικά, αντιψυχωτικά, φαινoβαρβιτάλη, κατασταλτικά αντιϊσταμινικά).ΣύστασηΠροσοχή στον συνδυασμό; παρακολούθηση κατάστασης.
-
Σεροτονινεργικοί παράγοντεςΚίνδυνοςΣε σπάνιες περιπτώσεις σύνδρομο σεροτονίνης; προσοχή στη συγχορήγηση.ΣύστασηΠροσοχή με SSRIs, SNRIs, TCAs (χλωριμιπραμίνη, αμιτριπτυλίνη), MAOIs (μοκλοβεμίδη, λινεζολίδη), St John's wort, τριπτάνες, τραμαδόλη, πεθιδίνη, τρυπτοφάνη. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
Θεοφυλλίνη (CYP1A2 υπόστρωμα)Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της θεοφυλλίνης δεν επηρεάσθηκαν σημαντικά από τη συγχορήγηση με τη ντουλοξετίνη.
-
Δεσιπραμίνη (CYP2D6 υπόστρώματος)ΥψηλόςΗ επιφάνεια-AUC της δεσιπραμίνης τριπλασιάστηκε όταν χορηγήθηκαν μαζί με ντουλοξετίνη.ΣύστασηΝα λαμβάνεται μέριμνα· δεν αναφέρεται ρητή δοσολογική προσαρμογή.
-
Μέτριος-ΥψηλόςΗ συγχορήγηση αυξάνει την AUC κατά 71% στη σταθεροποιημένη κατάσταση· το 5-υδροξυ ενεργό μεταβολίτης δεν επηρεάζεται· δεν συνιστάται δοσολογική προσαρμογή.ΣύστασηΔεν συνιστάται δοσολογική προσαρμογή.
-
ΠροσοχήΔιαπιστώνεται ότι μεταβολίζεται από CYP2D6· προσοχή κατά συνχορήγηση.
-
ΠροσοχήΜεταβολίζονται κυρίως από CYP2D6· συγχορήγηση με ντουλοξετίνη μπορεί να επηρεάσει την έκθεση αυτών των φαρμάκων.ΣύστασηΙδιαίτερα αν τα φάρμακα αυτά έχουν μικρό θεραπευτικό δείκτη (όπως φλεκαϊνίδη, προπαφαινόνη και μετοπρολόλη).
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά και άλλοι στεροειδείς παράγοντεςΧωρίς γνωστή κλινική επίδρασηΗ ντουλοξετίνη δεν επάγει CYP3A σύμφωνα με in vitro μελέτες. Ειδικές in vivo μελέτες δεν έχουν πραγματοποιηθεί.
-
Αντιπηκτικοί και αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντεςΚίνδυνος αιμορραγίαςΠροσοχή λόγω δυνητικά αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας. Αυξημένες INR με βαρφαρίνη.
-
Αντιόξινα και H2-αναστολείςΧωρίς κλινική επίδρασηΗ συγχορήγηση με αντιόξινα που περιέχουν αργίλιο και μαγνήσιο ή με τη φαμοτιδίνη δεν είχε σημαντική επίδραση στην απορρόφηση.
-
Επαγωγείς CYP1A2 (π.χ. καπνιστές)Μείωση έκθεσηςΟι καπνιστές έχουν χαμηλότερες συγκεντρώσεις ντουλοξετίνης στο πλάσμα κατά ~50% σε σχέση με μη καπνιστές.
sick
ΕΟΦ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
SPC-ONELAR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα χορήγησης της ντουλοξετίνης σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα έδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα με συστημική έκθεση (AUC) επιπέδων της ντουλοξετίνης κάτω των μέγιστων της κλινικής έκθεσης (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός. Επιδημιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η χρήση των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόληψης της σεροτονίνης (SSRIs) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ιδιαίτερα κατά το τέλος της, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο της επιμένουσας πνευμονικής υπέρτασης στα νεογνά (PPHN). Παρόλό που δεν έχει μελετηθεί η συσχέτιση της PPHN στην αγωγή με αναστολείς επαναπρόσληψης της νοραδρεναλίνης και της σεροτονίνης (SNRIs), δεν μπορεί να αποκλειστεί ο ενδεχόμενος κίνδυνος από τη χορήγηση της ντουλοξετίνης, λαμβάνοντας υπόψη το σχετιζόμενο μηχανισμό δράσης (αναστολή της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης). Όπως συμβαίνει με άλλα σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα, συμπτώματα απόσυρσης στο νεογνό ενδέχεται να εμφανισθούν μετά τη χορήγηση της ντουλοξετίνης στη μητέρα κατά την κύηση και κοντά στον τοκετό. Τα συμπτώματα απόσυρσης που παρατηρούνται με τη χορήγηση της ντουλοξετίνης μπορεί να περιλαμβάνουν υποτονία, τρόμο, εκνευρισμό, προβλήματα στη σίτιση, αναπνευστική δυσχέρεια και σπασμούς. Η πλειοψηφία των συμπτωμάτων έχουν παρατηρηθεί είτε κατά τη γέννηση ή εντός ολίγων ημερών από τη γέννηση του νεογνού. Το Onelar πρέπει να χορηγείται σε έγκυες μόνον εάν το αναμενόμενο όφελος (για τη μητέρα) δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνουν τον ιατρό τους, σε περίπτωση που μείνουν ή προτίθενται να μείνουν έγκυες, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ντουλοξετίνη.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΗ απέκκριση της ντουλοξετίνης στο μητρικό γάλα είναι ελάχιστη, όπως αποδείχτηκε από μελέτη 6 ασθενών στη γαλουχία, οι οποίες δεν θήλαζαν τα παιδιά τους. Η προσδιοριζόμενη ημερήσια δόση στα νεογνά, σε mg/kg, είναι περίπου 0,14% της μητρικής δόσης (βλέπε παράγραφο 5.2). Αφού, η ασφάλεια της ντουλοξετίνης στα νεογνά δεν έχει μελετηθεί, η χρήση του Onelar δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
-
ΓονιμότηταΔεν επηρεάζει την ανδρική γονιμότηταΗ ντουλοξετίνη δεν επηρέασε την ανδρική γονιμότητα και οι επιδράσεις στις γυναίκες παρατηρήθηκαν μόνο σε δόσεις που προκάλεσαν μητρική τοξικότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ONELAR
expand_more
Δοσολογία
Ενήλικες
Μείζω καταθλιπτική διαταραχή
-
Η δοσολογία έναρξης καθώς και η συνιστώμενη δοσολογία συντήρησης είναι 60 mg άπαξ ημερησίως, με ή χωρίς τη λήψη τροφής. Δοσολογίες άνω των 60 mg άπαξ ημερησίως, έως την ανώτερη δόση των 120 mg την ημέρα, έχουν μελετηθεί αναφορικά με την ασφάλεια, στις κλινικές μελέτες. Εντούτοις, δεν υπάρχουν κλινικές ενδείξεις ότι, ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στην αρχική συνιστώμενη δόση, μπορεί να ωφεληθούν από την αύξηση της δοσολογίας.
-
Συνήθως, η θεραπευτική ανταπόκριση παρατηρείται μετά από την πάροδο 2-4 εβδομάδων αγωγής.
-
Μετά την παγίωση της αντικαταθλιπτικής ανταπόκρισης, συστήνεται η συνέχεια της θεραπείας για αρκετούς μήνες, ώστε να αποφεύγεται η εμφάνιση υποτροπής. Στους ασθενείς που ανταποκρίνονται στη θεραπεία με ντουλοξετίνη και έχουν ιστορικό επαναλαμβανόμενων επεισοδίων μείζονος κατάθλιψης, περαιτέρω μακροχρόνια θεραπεία με δόσεις από 60 έως 120 mg/ημερησίως πρέπει να εξετάζεται.
Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή
- Η συνιστώμενη δοσολογία έναρξης για τους ασθενείς με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή είναι 30 mg άπαξ ημερησίως με ή χωρίς τη λήψη τροφής. Στους ασθενείς με μη ικανοποιητική δοσολογική ανταπόκριση η δόση θα πρέπει να αυξηθεί στα 60 mg, η οποία είναι η συνήθης συνιστώμενη δοσολογία συντήρησης στους περισσότερους ασθενείς. Στους ασθενείς με συνυπάρχουσα μείζονα καταθλιπτική διαταραχή η δοσολογία έναρξης και συντήρησης είναι 60 mg άπαξ ημερησίως (παρακαλείσθε να δείτε επίσης τη συνιστώμενη δοσολογία ανωτέρω). Δόσεις έως και 120 mg ημερησίως έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές και έχουν μελετηθεί αναφορικά με την ασφάλεια, στις κλινικές μελέτες. Για τους ασθενείς χωρίς ικανοποιητική ανταπόκριση στα 60 mg, θα πρέπει να εξετάζεται αύξηση της δόσης στα 90 mg ή 120 mg. Οι δοσολογικές αναπροσαρμογές θα πρέπει να βασίζονται στην κλινική ανταπόκριση και ανεκτικότητα του ασθενούς. Μετά την παγίωση της ανταπόκρισης, συστήνεται να συνεχίζεται η θεραπεία για αρκετούς μήνες, ώστε να αποφεύγεται η υποτροπή.
Διαβητικό περιφερικό νευροπαθητικό άλγος
-
Η δοσολογία έναρξης και η συνιστώμενη δοσολογία συντήρησης είναι 60 mg την ημέρα, με ή χωρίς τη λήψη τροφής. Δοσολογίες άνω των 60 mg άπαξ ημερησίως, έως τη μέγιστη δόση των 120 mg την ημέρα, χορηγούμενα σε ίσες δόσεις, έχουν μελετηθεί αναφορικά με την ασφάλεια, σε κλινικές μελέτες. Οι συγκεντρώσεις της ντουλοξετίνης στο πλάσμα εμφανίζουν σημαντική διατομική μεταβλητότητα (βλ. 5.2). Επομένως, μερικοί ασθενείς, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στα 60 mg την ημέρα, είναι δυνατόν να ωφεληθούν από μία μεγαλύτερη δόση.
-
Η ανταπόκριση στη θεραπεία θα πρέπει να αξιολογείται μετά από την πάροδο 2 μηνών. Σε ασθενείς με ανεπαρκή αρχική ανταπόκριση, η επιπρόσθετη θεραπευτική ανταπόκριση είναι απίθανη. Το θεραπευτικό όφελος θα πρέπει να επανεκτιμάται σε τακτικά χρονικά διαστήματα (τουλάχιστον κάθε 3 μήνες) (βλ. 5.1).
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
- Δεν συνιστάται δοσολογική προσαρμογή σε ηλικιωμένους ασθενείς με μόνο κριτήριο την ηλικία τους. Εντούτοις, όπως και με άλλα φάρμακα, απαιτείται προσοχή κατά τη θεραπευτική αντιμετώπιση των ηλικιωμένων ασθενών, ιδιαίτερα με ντουλοξετίνη στα 120 mg ημερησίως για τη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή ή τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, αφού τα κλινικά δεδομένα είναι περιορισμένα (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
- Το Onelar δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ηπατικό νόσημα που καταλήγει σε ηπατική βλάβη (βλ. 4.3 και 5.2).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
- Δεν απαιτείται δοσολογική τροποποίηση για ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30 έως 80 ml/min). Το Onelar δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) (βλ. 4.3).
Παιδιατρικός πληθυσμός
- Η ντουλοξετίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά και εφήβους, ηλικίας κάτω των 18 ετών, για τη θεραπεία της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής, λόγω προβληματισμών σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα (βλ. 4.4, 4.8 και 5.1).
- Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της ντουλοξετίνης για τη θεραπεία της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής σε παιδιατρικούς ασθενείς, ηλικίας 7-17 ετών, δεν έχουν τεκμηριωθεί. Τρέχοντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 4.8, 5.1 και 5.2.
- Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ντουλοξετίνης για τη θεραπεία του διαβητικού περιφερικού νευροπαθητικού πόνου δεν έχει μελετηθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Διακοπή της θεραπείας
- Η αιφνίδια διακοπή της αγωγής πρέπει να αποφεύγεται. Όταν διακόπεται η αγωγή του Onelar, η δόση πρέπει να μειώνεται σταδιακά για χρονική περίοδο τουλάχιστον μίας έως δύο εβδομάδων, για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης τυχόν συμπτωμάτων απόσυρσης (βλ. 4.4 και 4.8). Εάν εμφανισθούν μη-ανεκτά συμπτώματα με τη μείωση της δόσης ή με τη διακοπή της αγωγής, το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της δοσολογίας προ της διακοπής θα πρέπει να εξετάζεται. Στη συνέχεια ο ιατρός θα πρέπει να επιχειρήσει ελάττωση της δοσολογίας με πλέον βαθμιαίο ρυθμό.
Τρόπος χορήγησης
- Για από του στόματος χορήγηση.
block
Αντενδείξεις
SPC-ONELAR
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Η ταυτόχρονη χορήγηση του Onelar με μη-εκλεκτικούς, μη-αναστρέψιμους αναστολείς της μονοαμινοοξειδάσης (ΜΑΟΙs) αντενδείκνυται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ηπατικό νόσημα με αποτέλεσμα ηπατική βλάβη (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Το Onelar δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τη φλουβοξαμίνη, τη σιπροφλοξασίνη ή την ενοξασίνη (δηλαδή ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2), αφού η συγχορήγηση επιφέρει αύξηση των συγκεντρώσεων της ντουλοξετίνης στο πλάσμα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Η έναρξη αγωγής με Onelar αντενδείκνυται σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση διότι μπορεί να εκθέσει τους ασθενείς σε ενδεχόμενο κίνδυνο υπερτασικών κρίσεων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ONELAR
expand_more
Προειδοποιήσεις
Μανία και επιληπτικές κρίσεις
Το Onelar θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό μανίας ή με διάγνωση διπολικής διαταραχής και/ή επιληπτικών κρίσεων.
Μυδρίαση
Μυδρίαση έχει συσχετισθεί με τη χορήγηση της ντουλοξετίνης, επομένως, απαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του Onelar σε ασθενείς με αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση ή σε ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης κρίσης γλαυκώματος κλειστής γωνίας.
Αρτηριακή πίεση και καρδιακός ρυθμός
Η ντουλοξετίνη έχει συσχετισθεί με μία αύξηση της αρτηριακής πίεσης και με κλινικά σημαντική υπέρταση, σε μερικούς ασθενείς. Αυτό ενδέχεται να οφείλεται στη νοραδρενεργική δράση της ντουλοξετίνης. Περιπτώσεις υπερτασικών κρίσεων έχουν αναφερθεί με τη ντουλοξετίνης, ειδικά σε ασθενείς με προϋπάρχουσα υπέρταση. Έτσι, σε ασθενείς με γνωστή υπέρταση και/ή άλλο καρδιακό νόσημα, συνιστάται η παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, ειδικά κατά τον πρώτο μήνα της αγωγής. Η ντουλοξετίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς των οποίων οι καταστάσεις ενδέχεται να επιπλέκονται από μία αύξηση του καρδιακού ρυθμού ή της αρτηριακής πίεσης. Προσοχή απαιτείται όταν η ντουλοξετίνη χορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν πιθανά να επηρεάσουν το μεταβολισμό της (βλ. Δοσολογία). Μείωση της δόσης ή σταδιακή διακοπή της θεραπείας θα πρέπει να εκτιμάται σε εκείνους τους ασθενείς που παρατηρείται παρατεταμένη αύξηση στην αρτηριακή πίεση κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους με ντουλοξετίνη (βλ. Δοσολογία). Δεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη αγωγής με ντουλοξετίνη σε ασθενείς οι οποίοι παρουσιάζουν μη-ελεγχόμενη υπέρταση (βλ. Αντενδείξεις).
Νεφρική δυσλειτουργία
Αυξημένες συγκεντρώσεις της ντουλοξετίνης στο πλάσμα έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς με σοβαρής μορφής νεφρική ανεπάρκεια, που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min). Για ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, βλέπε παράγραφο 4.3, ενώ σχετικές πληροφορίες για ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, βλέπε παράγραφο 4.2.
Σύνδρομο σεροτονίνης
Όπως και με άλλους σεροτονιεργικούς παράγοντες, το σύνδρομο σεροτονίνης, μια κατάσταση δυνητικά απειλητική για τη ζωή, ενδέχεται να συμβεί κατά τη θεραπεία με ντουλοξετίνη, ιδιαίτερα κατά τη συγχορήγηση με άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντες (συμπεριλαμβανομένων των SSRIs, SNRIs, των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών ή των τριπτανών), με παράγοντες που επιδρούν στο μεταβολισμό της σεροτονίνης όπως οι MAOIs, ή με αντιψυχωτικά ή άλλους ντοπαμινεργικούς ανταγωνιστές που ενδέχεται να επηρεάσουν τα συστήματα σεροτονινεργικών νευροδιαβιβαστών (βλ. Αντενδείξεις και βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Τα συμπτώματα του συνδρόμου σεροτονίνης μπορεί να περιλαμβάνουν αλλαγές στη νοητική κατάσταση (π.χ. διέγερση, ψευδαισθήσεις, κώμα), διαταραχές του αυτόνομου συστήματος (π.χ. ταχυκαρδία, ασταθής πίεση αίματος, υπερθερμία), νευρομυικές διαταραχές (π.χ. υπερεντανακλαστικότητα, έλλειψη συντονισμού) και/ή γαστρεντερικά συμπτώματα (π.χ. ναυτία, έμετος, διάρροια).
Αν η συγχορηγούμενη θεραπεία της ντουλοξετίνης με άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντες, που ενδέχεται να επηρεάσουν τα συστήματα σεροτονινεργικών και/ή ντοπαμινεργικών νευροδιαβιβαστών, κρίνεται κλινικά απαραίτητη, συστήνεται προσεκτική παρακολούθηση του ασθενή, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας και των αυξήσεων της δόσης.
St John’s wort /Hypericum perforatum / μ /βαλσα όχορτο υπερικό
Ανεπιθύμητες ενέργειες ενδέχεται να αναφερθούν πιο συχνά με τη συγχορήγηση του Onelar με φυτικά σκευάσματα που περιέχουν το St John’s wort (Hypericum perforatum).
Αυτοκτονία
Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή και Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή: Η κατάθλιψη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας (επεισόδια σχετιζόμενα με αυτοκτονία). Ο κίνδυνος αυτός παραμένει έως ότου επιτευχθεί σημαντική ύφεση. Καθώς μπορεί να μη σημειωθεί βελτίωση κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων εβδομάδων θεραπείας ή περισσότερων, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, έως ότου επιτευχθεί τέτοια βελτίωση. Κατά τη γενική κλινική εμπειρία, ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί κατά τα πρώιμα στάδια ανάρρωσης.
Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις, για τις οποίες το Onelar συνταγογραφείται, μπορεί επίσης να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, αυτές οι καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Για το λόγο αυτό, οι ίδιες προφυλάξεις που παίρνονται κατά τη θεραπεία ασθενών με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, θα πρέπει να παίρνονται και κατά τη θεραπεία ασθενών με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές.
Ασθενείς με ιστορικό επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία ή εκείνοι που παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό ιδεασμό πριν από την έναρξη της θεραπείας είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αποπειρών αυτοκτονίας και γι’ αυτό θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μια μετά-ανάλυση κλινικών δοκιμών, ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο, αντικαταθλιπτικών φαρμακευτικών προϊόντων, σε ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές, έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 25 ετών. Περιπτώσεις αυτοκτονικών σκέψεων και συμπεριφορών έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της αγωγής με ντουλοξετίνη ή αμέσως μετά τη διακοπή της (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Στενή παρακολούθηση των ασθενών και ιδιαίτερα αυτών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο θα πρέπει να συνδυάζεται με τη φαρμακευτική αγωγή ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δοσολογία. Οι ασθενείς (και οι περιθάλποντες τους) θα πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης για οποιαδήποτε κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και ασυνήθιστες αλλαγές στη συμπεριφορά και να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή άμεσα εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα.
Διαβητικό Περιφερικό Νευροπαθητικό Άλγος: Όπως συμβαίνει με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα με παρόμοια φαρμακολογική δράση (αντικαταθλιπτικά), μεμονωμένες περιπτώσεις αυτοκτονικού ιδεασμού και αντίστοιχων συμπεριφορών έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της αγωγής με ντουλοξετίνη ή αμέσως μετά τη διακοπή της. Σχετικά με τους παράγοντες κινδύνου για την αυτοκτονικότητα στην κατάθλιψη βλέπε ανωτέρω. Οι ιατροί πρέπει να ενθαρρύνουν τους ασθενείς να αναφέρουν οποιεσδήποτε σκέψεις και συναισθήματα δυσφορίας οποτεδήποτε.
Χορήγηση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών
Το Onelar δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στη θεραπεία παιδιών και εφήβων κάτω των 18 ετών. Συμπεριφορές σχετιζόμενες με αυτοκτονία (απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκτονικός ιδεασμός) και εχθρότητα (κυρίως επιθετικότητα, αντικοινοτομία και οργή), παρατηρήθηκαν πιο συχνά σε κλινικές μελέτες με παιδιά και εφήβους, που έλαβαν αγωγή με αντικαταθλιπτικά συγκριτικά με εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo). Σε περίπτωση που, βάσει κλινικής ανάγκης, ληφθεί απόφαση χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για την εμφάνιση αυτοκτονικών συμπτωμάτων (βλέπε παράγραφο 5.1). Επιπλέον, δεν υφίστανται δεδομένα ασφάλειας για μακροχρόνια χρήση σε παιδιά και έφηβους αναφορικά με τη σωματική ανάπτυξη, την ωρίμανση, καθώς και τη γνωσιακή και συμπεριφορική ανάπτυξη των ασθενών αυτών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αιμορραγία
Έχουν υπάρξει αναφορές αιμορραγικών εκδηλώσεων, όπως εκχυμώσεις, πορφύρα και γαστρεντερική αιμορραγία με εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) και με αναστολείς επαναπρόσληψης νοραδρεναλίνης και σεροτονίνης (SNRIs), περιλαμβανομένης και της ντουλοξετίνης. Συνιστάται προσοχή, σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτική αγωγή και/ή φαρμακευτικά προϊόντα με γνωστή επίδραση στη λειτουργία των αιμοπεταλίων (π.χ. ΜΣΑΦ ή ακετυσαλικυλικό οξύ), καθώς και σε ασθενείς με γνωστή αιμορραγική διάθεση.
Υπονατριαιμία
Περιπτώσεις υπονατριαιμίας έχουν αναφερθεί όταν χορηγείται ντουλοξετίνη, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων εκείνων που το νάτριο στον ορό του αίματος είναι μικρότερο των 110 mmol/l. Η υπονατριαιμία ενδέχεται να οφείλεται στο σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH). Η πλειονότητα των περιπτώσεων υπονατριαιμίας παρατηρήθηκαν σε ηλικιωμένους ασθενείς, ιδιαίτερα όταν υπήρχε πρόσφατο ιστορικό ή υπάρχουσα κατάσταση που να επιφέρει διαταραχή της ομοιόστασης των υγρών του σώματος. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο υπονατριαιμίας, όπως σε ηλικιωμένους, σε ασθενείς με κίρρωση ήπατος ή σε αφυδατωμένους ασθενείς ή σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με διουρητικά.
Διακοπή της θεραπείας
Συμπτώματα απόσυρσης αναφέρονται συχνά όταν διακόπτεται η αγωγή, ιδιαιτέρως όταν η θεραπεία διακοπεί αιφνιδίως (βλ. 4.8). Στις κλινικές μελέτες, ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την αιφνίδια διακοπή της θεραπείας παρατηρήθηκαν περίπου στο 45% των ασθενών που έλαβαν αγωγή με Onelar και στο 23% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Ο κίνδυνος εμφάνισης συμπτωμάτων απόσυρσης με τους SSRIs και SRNIs μπορεί να σχετίζεται με αρκετούς παράγοντες όπως η διάρκεια και η δόση της αγωγής καθώς και ο ρυθμός μείωσης της δόσης. Οι συνηθέστερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται στην παράγραφο 4.8. Γενικά τα συμπτώματα αυτά είναι ήπιας έως μέτριας βαρύτητας, εντούτοις σε μερικούς ασθενείς ενδέχεται να είναι σοβαρής έντασης. Συνήθως, παρατηρούνται εντός των πρώτων μερικών ημερών της διακοπής της αγωγής, αλλά έχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές τέτοιων συμπτωμάτων σε ασθενείς που παρέλειψαν, εκ παραδρομής, μία δόση. Γενικά τα συμπτώματα αυτά είναι αυτοπεριοριζόμενα και συνήθως παρέρχονται εντός 2 εβδομάδων, αν και σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να είναι παρατεταμένα (2-3 μήνες ή περισσότερο). Επομένως, συνιστάται η σταδιακή μείωση της ντουλοξετίνης κατά τη διακοπή της αγωγής για μία χρονική περίοδο τουλάχιστον 2 εβδομάδων, ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς (βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι
Τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χορήγηση 120 mg Onelar σε ηλικιωμένους ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και γενικευμένη αγχώδης διαταραχή είναι περιορισμένα. Επομένως, απαιτείται προσοχή κατά τη θεραπευτική αντιμετώπιση των ηλικιωμένων ασθενών όσον αφορά στη μέγιστη δοσολογία (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Ακαθησία/ψυχοκινητική ανησυχία
Η χρήση της ντουλοξετίνης έχει συσχετισθεί με την ανάπτυξη ακαθησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από μία υποκειμενική δυσάρεστη ή δυσφορική ανησυχία και επιτακτική ανάγκη για κίνηση που συνοδεύεται από μία αδυναμία να κάθεσει ή να παραμείνει σε ακινησία. Αυτό ενδέχεται να παρατηρηθεί εντός των πρώτων μερικών εβδομάδων της αγωγής. Στους ασθενείς που εμφανίζουν τα συμπτώματα αυτά, η αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.
Φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ντουλοξετίνης
Η ντουλοξετίνη διατίθεται με διαφορετικές εμπορικές ονομασίες σε αρκετές ενδείξεις (για τη θεραπεία του διαβητικού νευροπαθητικού άλγους, για τη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, για τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή και για την ακράτεια ούρων από προσπάθεια). Η χορήγηση περισσοτέρων του ενός από αυτά τα προϊόντα ταυτόχρονα θα πρέπει να αποφεύγεται.
Ηπατίτιδα/αυξημένα ηπατικά ένζυμα
Περιπτώσεις ηπατικών βλαβών, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών αυξήσεων των ηπατικών ενζύμων (> 10 φορές μεγαλύτερες από τις φυσιολογικές τιμές), της ηπατίτιδας και του ίκτερου, έχουν αναφερθεί με τη ντουλοξετίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η πλειονότητα αυτών εμφανίσθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της αγωγής. Η μορφή της ηπατικής βλάβης ήταν κυρίως ηπατοκυτταρική. Η ντουλοξετίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με ηπατική βλάβη.
Σακχαρόζη
Τα σκληρά, γαστροανθεκτικά καψάκια του Onelar περιέχουν σακχαρόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας της φρουκτόζης, δυσαπορρόφησης της γαλακτόζης-γλυκόζης ή ανεπάρκειας της ισομαλτάσης της σακχαρωτής, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ONELAR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
ΜΑΟΙ (μη εκλεκτικοί, μη αναστρέψιμοι)
Λόγω του κινδύνου συνδρόμου της σεροτονίνης, η ντουλοξετίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με μη-εκλεκτικούς, μη-αναστρέψιμους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙ) ή εντός τουλάχιστον 14 ημερών από τη διακοπή της αγωγής με έναν MAOI. Με βάση τον χρόνο ημιζωής της ντουλοξετίνης απαιτείται η παρέλευση τουλάχιστον 5 ημερών από τη διακοπή του Onelar και πριν την έναρξη της αγωγής με έναν MAOI (βλ. Αντενδείξεις).
Η συγχορήγηση του Onelar με εκλεκτικούς αναστρέψιμους αναστολείς MAOIs, όπως η μοκλοβεμίδη, δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Το αντιβιοτικό λινεζολίδη είναι ένας αναστρέψιμος μη εκλεκτικός MAOI και δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με Onelar (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αναστολείς CYP1A2 (ισχυροί αναστολείς)
Αναστολείς του CYP1A2: Επειδή το CYP1A2 εμπλέκεται στο μεταβολισμό της ντουλοξετίνης, η συγχορήγηση της ντουλοξετίνης με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2 είναι πιθανό να επιφέρει αύξηση των συγκεντρώσεων της ντουλοξετίνης. Η φλουβοξαμίνη (100 mg άπαξ ημερησίως), ένας ισχυρός αναστολέας του CYP1A2, μείωσε την εμφανή κάθαρση της ντουλοξετίνης στο πλάσμα κατά 77% και προκάλεσε 6-πλάσια αύξηση της AUC 0-t. Επομένως, το Onelar δεν πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2, όπως η φλουβοξαμίνη (βλ. Αντενδείξεις).
Φάρμακα ΚΝΣ (κεντρικά δρώντα)
Ο κίνδυνος χορήγησης της ντουλοξετίνης σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα που δρουν στο ΚΝΣ, εκτός των αναφερόμενων φαρμάλων στην παρούσα παράγραφο, δεν έχει συστηματικά μελετηθεί. Επομένως, συνιστάται προσοχή, όταν το Onelar λαμβάνεται σε συνδυασμό με άλλα κεντρικώς δρώντα φάρμακα ή ουσίες, όπως το αλκοόλ και τα κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα (όπως οι βενζοδιαζεπίνες, τα μορφινομιμητικά, τα αντιψυχωτικά, η φαινοβαρβιτάλη, τα κατασταλτικά αντιϊσταμινικά).
Σεροτονινεργικοί παράγοντες
Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχει αναφερθεί σύνδρομο σεροτονίνης σε ασθενείς που λάμβαναν SSRIs/SNRIs συγχρόνως με άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντες. Συνιστάται προσοχή σε περίπτωση συγχορήγησης του Onelar με σεροτονινεργικούς παράγοντες όπως οι SSRIs, οι SNRIs, τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά όπως η χλωριμιπραμίνη ή η αμιτριπτυλίνη, οι MAOIs όπως η μοκλοβεμίδη ή η λινεζολίδη, το St John’s wort (Hypericum perforatum), ή οι τριπτάνες, η τραμαδόλη, η πεθιδίνη και η τρυπτοφάνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Επιδράσεις της ντουλοξετίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Θεοφυλλίνη (CYP1A2 υπόστρωμα)
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της θεοφυλλίνης, ενός υποστρώματος του CYP1A2, δεν επηρεάσθηκαν σημαντικά από τη συγχορήγηση με τη ντουλοξετίνη (60 mg bid).
Φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP2D6
Η ντουλοξετίνη είναι ένας μέτριος αναστολέας του CYP2D6. Όταν η ντουλοξετίνη χορηγήθηκε σε μία δόση των 60 mg δις ημερησίως μαζί με μία άπαξ δόσης δεσιπραμίνης, ενός υποστρώματος του CYP2D6, η επιφάνεια-AUC της δεσιπραμίνης τριπλασιάστηκε. Η συγχορήγηση της ντουλοξετίνης (40 mg δις ημερησίως) αυξάνει την επιφάνεια-AUC στη σταθεροποιημένη κατάσταση της τολτεροδίνης (2 mg δις ημερησίως) κατά 71%, αλλά δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική του 5-υδροξυ ενεργού μεταβολίτη της και δεν συνιστάται δοσολογική προσαρμογή. Συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση του Onelar με φάρμακα, που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6, (ρισπεριδόνη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά [TCAs] όπως νορτριπτυλίνη, αμιτριπτυλίνη και ιμιπραμίνη) ειδικά αν τα φάρμακα αυτά έχουν μικρό θεραπευτικό δείκτη (όπως φλεκαϊνίδη, προπαφαινόνη και μετοπρολόλη).
Από του στόματος αντισυλληπτικά και άλλοι στεροειδείς παράγοντες
Από τα αποτελέσματα in vitro μελετών προκύπτει ότι, η ντουλοξετίνη δεν επάγει την καταλυτική δραστικότητα του CYP3A. Ειδικές in vivo μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων δεν έχουν πραγματοποιηθεί.
Αντιπηκτικοί και αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες
Συστήνεται προσοχή κατά τη συγχορήγηση ντουλοξετίνης με από του στόματος αντιπηκτικούς και αντιαιμοπεταλιακούς παράγοντες, εξαιτίας του δυνητικά αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας από τη φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση. Επιπρόσθετα, έχουν παρατηρηθεί αυξημένες τιμές της INR σε ασθενείς που τους συγχορηγήθηκε ντουλοξετίνη με βαρφαρίνη. Παρόλα αυτά η ταυτόχρονη χορήγηση ντουλοξετίνη με βαρφαρίνη σε συνθήκες σταθερής κατάστασης για τις ουσίες αυτές, σε υγιείς εθελοντές, ως μέρος μίας κλινικής φαρμακολογικής μελέτης, δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντική μεταβολή της INR από την αρχική κατάσταση ή σε μεταβολή της φαρμακοκινητικής της R- ή της S- βαρφαρίνης.
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη ντουλοξετίνη
-
Αντιόξινα και H2-αναστολείς: Η συγχορήγηση της ντουλοξετίνης με αντιόξινα που περιέχουν αργίλιο και μαγνήσιο ή με τη φαμοτιδίνη, δεν είχε σημαντική επίδραση στο ρυθμό ή την έκταση της απορρόφησης της ντουλοξετίνης μετά τη χορήγηση μίας δόσης 40 mg από του στόματος.
-
Επαγωγείς του CYP1A2: Φαρμακοκινητικές αναλύσεις σε πληθυσμούς ασθενών έχουν δείξει ότι, οι καπνιστές έχουν χαμηλότερες συγκεντρώσεις, περίπου κατά 50%, της ντουλοξετίνης στο πλάσμα συγκριτικά με μη-καπνιστές.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ONELAR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Με προσοχή
Η ντουλοξετίνη δεν επηρέασε την ανδρική γονιμότητα και οι επιδράσεις στις γυναίκες παρατηρήθηκαν μόνο σε δόσεις που προκάλεσαν μητρική τοξικότητα.
Εγκυμοσύνη Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα χορήγησης της ντουλοξετίνης σε έγκυρες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα έδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα με συστημική έκθεση (AUC) επιπέδων της ντουλοξετίνης κάτω των μέγιστων της κλινικής έκθεσης (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός. Επιδημιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η χρήση των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόληψης της σεροτονίνης (SSRIs) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ιδιαίτερα κατά το τέλος της, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο της επιμένουσας πνευμονικής υπέρτασης στα νεογνά (PPHN). Παρόλο που δεν έχει μελετηθεί η συσχέτιση της PPHN στην αγωγή με αναστολείς επαναπρόσληψης της νοραδρεναλίνης και της σεροτονίνης (SNRIs), δεν μπορεί να αποκλειστεί ο ενδεχόμενος κίνδυνος από τη χορήγηση της ντουλοξετίνης, λαμβάνοντας υπόψη το σχετιζόμενο μηχανισμό δράσης (αναστολή της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης). Όπως συμβαίνει με άλλα σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα, συμπτώματα απόσυρσης στο νεογνό ενδέχεται να εμφανισθούν μετά τη χορήγηση της ντουλοξετίνης στη μητέρα κατά την κύηση και κοντά στον τοκετό. Τα συμπτώματα απόσυρσης που παρατηρούνται με τη χορήγηση της ντουλοξετίνης μπορεί να περιλαμβάνουν υποτονία, τρόμο, εκνευρισμό, προβλήματα στη σίτιση, αναπνευστική δυσχέρεια και σπασμούς. Η πλειοψηφία των συμπτωμάτων έχουν παρατηρηθεί είτε κατά τη γέννηση ή εντός ολίγων ημερών από τη γέννηση του νεογνού. Το Onelar πρέπει να χορηγείται σε έγκυες μόνον εάν το αναμενόμενο όφελος (για τη μητέρα) δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνουν τον ιατρό τους, σε περίπτωση που μείνουν ή προτίθενται να μείνουν έγκυες, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ντουλοξετίνη.
Θηλασμός Η απέκκριση της ντουλοξετίνης στο μητρικό γάλα είναι ελάχιστη, όπως αποδείχτηκε από μελέτη 6 ασθενών στη γαλουχία, οι οποίες δεν θήλαζαν τα παιδιά τους. Η προσδιοριζόμενη ημερήσια δόση στα νεογνά, σε mg/kg, είναι περίπου 0,14% της μητρικής δόσης (βλέπε παράγραφο 5.2). Αφού, η ασφάλεια της ντουλοξετίνης στα νεογνά δεν έχει μελετηθεί, η χρήση του Onelar δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
Γαλουχία
Δεν συνιστάται
Η απέκκριση της ντουλοξετίνης στο μητρικό γάλα είναι ελάχιστη, όπως αποδείχτηκε από μελέτη 6 ασθενών στη γαλουχία, οι οποίες δεν θήλαζαν τα παιδιά τους. Η προσδιοριζόμενη ημερήσια δόση στα νεογνά, σε mg/kg, είναι περίπου 0,14% της μητρικής δόσης (βλέπε παράγραφο 5.2). Αφού, η ασφάλεια της ντουλοξετίνης στα νεογνά δεν έχει μελετηθεί, η χρήση του Onelar δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
Γονιμότητα
Δεν επηρεάζει την ανδρική γονιμότητα
Η ντουλοξετίνη δεν επηρέασε την ανδρική γονιμότητα και οι επιδράσεις στις γυναίκες παρατηρήθηκαν μόνο σε δόσεις που προκάλεσαν μητρική τοξικότητα.
ΕΟΦ · 7.6.2
Φάρμακα για την ακράτεια των ούρων (αντιμουσκαρινικά)
expand_more
Φάρμακα για την ακράτεια των ούρων (αντιμουσκαρινικά)
DrugBank
Description
expand_more
Description
Duloxetine (εμπορικές ονομασίες Cymbalta, Yentreve, και σε τμήματα της Ευρώπης, Xeristar ή Ariclaim) είναι ένα φάρμακο που στοχεύει κυρίως στη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή (MDD), τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή (GAD), τον πόνο που σχετίζεται με περιφερική νευροπάθεια διαβητικού τύπου και σε ορισμένες χώρες την ακράτεια ούρων από προσπάθεια (SUI). Παράγεται και διατίθεται στο εμπόριο από την Eli Lilly and Company.
Η Duloxetine δεν έχει ακόμη εγκριθεί από τον FDA για ακράτεια ούρων από προσπάθεια ή για ινομυαλγία.
Η Duloxetine είναι ένας εκλεκτικός SNRI (εκλεκτικός αναστολέας επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νορεπινεφρίνης). Η Duloxetine είναι μια συστηματική θεραπεία που επηρεάζει ολόκληρο τον οργανισμό. Γνωστή επίσης με την κωδική ονομασία LY248686, είναι ένας ισχυρός διπλός αναστολέας επαναπρόσληψης σεροτονίνης (5-υδροξυτρυπταμίνη, 5-HT) και νορεπινεφρίνης (NE), με συγκρίσιμες συγγένειες στη δέσμευση στις θέσεις μεταφορέων NE και 5-HT. Είναι λιγότερο ισχυρός αναστολέας της επαναπρόσληψης ντοπαμίνης.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 1640 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η δεσlagtινοξέτη, αυξάνοντας τις συγκεντρώσεις σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης στον πυρήνα του Onuf, ενισχύει τη γλουταματεργική ενεργοποίηση του αιδοιϊκού κινητικού νεύρου που νευρώνει τον εξωτερικό σφιγκτήρα της ουρήθρας. Αυτή η ενισχυμένη σηματοδότηση επιτρέπει ισχυρότερη σύσπαση. Η αυξημένη σύσπαση αυτού του σφιγκτήρα αυξάνει την πίεση που απαιτείται για την πρόκληση επεισοδίου ακράτειας στην ακράτεια ούρων από προσπάθεια. Η δεσlagtινοξέτη έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει τις βαθμολογίες Patient Global Impression of Improvement και Incontinence Quality of Life. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι μειώνει τη μέση συχνότητα επεισοδίων ακράτειας σε δόσεις 40 και 80 mg.
Η δράση στην οπίσθια μοίρα του νωτιαίου μυελού επιτρέπει στη δεσlagtινοξέτη να ενισχύσει τις σεροτονινεργικές και αδρενεργικές οδούς που εμπλέκονται στην κάθοδο αναστολής του πόνου. Αυτό οδηγεί σε αυξημένο κατώφλι ενεργοποίησης που απαιτείται για τη μετάδοση επώδυνων ερεθισμάτων στον εγκέφαλο και αποτελεσματική ανακούφιση του πόνου, ιδιαίτερα στον νευροπαθητικό πόνο. Έχει σημειωθεί ανακούφιση από τον πόνο σε διάφορες επώδυνες καταστάσεις, όπως η περιφερική διαβητική νευροπάθεια, η ινομυαλγία και η οστεοαρθρίτιδα, χρησιμοποιώντας μια σειρά από κλίμακες αξιολόγησης του πόνου.
Ενώ η δεσlagtινοξέτη έχει αποδειχθεί αποτελεσματική τόσο σε ζωικά μοντέλα διαταραχών της διάθεσης όσο και σε κλινικές δοκιμές για τη θεραπεία αυτών των διαταραχών σε ανθρώπους, το ευρύ φάσμα των φαρμακοδυναμικών επιδράσεών της στη ρύθμιση της διάθεσης στον εγκέφαλο δεν έχει ακόμη εξηγηθεί.
Η αυξημένη αρτηριακή πίεση είναι μια κοινή παρενέργεια της δεσlagtινοξέτης λόγω αγγειοσυστολής που διαμεσολαβείται από την επιδιωκόμενη αύξηση της σηματοδότησης νορεπινεφρίνης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η δεσlagtινοξέτη είναι ισχυρός αναστολέας επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης από νευρώνες και λιγότερο ισχυρός αναστολέας επαναπρόσληψης ντοπαμίνης. Η δεσlagtινοξέτη δεν έχει σημαντική συγγένεια για υποδοχείς ντοπαμινεργικούς, αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς, οπιοειδείς, γλουταμινικούς και GABA. Η δράση στον εξωτερικό ουροποιητικό σφιγκτήρα διαμεσολαβείται μέσω των κεντρικών νευρικών επιδράσεων της δεσlagtινοξέτης. Η αύξηση των συγκεντρώσεων σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης στον πυρήνα του Onuf οδηγεί σε αυξημένη ενεργοποίηση των υποδοχέων 5-HT2, 5-HT3 και α1 αδρενεργικών. Οι υποδοχείς 5-HT2 και α1 συνδέονται και οι δύο με Gq και η ενεργοποίησή τους αυξάνει τη δραστηριότητα της οδού ινoσιτόλης τριφωσφορικής/φωσφολιπάσης C (IP3/PLC). Αυτή η οδός οδηγεί στην απελευθέρωση ενδοκυττάριων αποθηκών ασβεστίου, αυξάνοντας τις ενδοκυττάριες συγκεντρώσεις ασβεστίου και διευκολύνοντας τη νευρωνική διέγερση. Ο υποδοχέας 5-HT3 λειτουργεί ως δίαυλος ιόντων νατρίου που εξαρτάται από τον συνδέτη, επιτρέποντας τη ροή νατρίου στον νευρώνα όταν ενεργοποιείται. Η αυξημένη ροή νατρίου στον νευρώνα συμβάλλει στην εκπόλωση και την ενεργοποίηση διαύλων τάσης που εμπλέκονται στη γένεση δυναμικού ενεργείας. Ο συνδυασμένος δράση αυτών των τριών υποδοχέων συμβάλλει στην αυξημένη διέγερση του αιδοιϊκού κινητικού νεύρου ως απόκριση στη γλουταμίνη.
Επίσης, σχετιζόμενη με τη δράση της δεσlagtινοξέτης στο νωτιαίο μυελό είναι η τροποποίηση του πόνου. Η αύξηση της συγκέντρωσης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης στην οπίσθια μοίρα του νωτιαίου μυελού αυξάνει την κάθοδο αναστολής του πόνου μέσω της ενεργοποίησης των υποδοχέων 5-HT1A, 5-HT1B, 5-HT1D, 5-HT2, 5-HT3, α1-αδρενεργικών και α2-αδρενεργικών. Οι υποδοχείς 5-HT2, 5-HT3 και α1-αδρενεργικοί διαμεσολαβούν τη νευρωνική ενεργοποίηση όπως περιγράφηκε παραπάνω. Ο ενεργοποιημένος νευρώνας σε αυτήν την περίπτωση είναι ο GABAεργικός ανασταλτικός ενδιάμεσος νευρώνας που συνάπτεται στον νοσιεπτιικό νευρώνα προβολής για να αναστείλει τη μετάδοση επώδυνων ερεθισμάτων στον εγκέφαλο. Οι υποδοχείς 5-HT1 και α2 συνδέονται με Gi/Go και η ενεργοποίησή τους οδηγεί σε αυξημένο ρεύμα καλίου μέσω καναλιών εσωτερικής ανόρθωσης και μειωμένη σηματοδότηση αδεnυλυλοκυκλάσης/πρωτεϊνικής κινάσης Α, η οποία συμβάλλει στη νευρωνική αναστολή. Αυτοί οι ανασταλτικοί υποδοχείς βρίσκονται στον ίδιο τον νευρώνα προβολής, καθώς και στο γαγγλιον της οπίσθιας ρίζας που προηγείται και χρησιμεύει στην άμεση καταστολή της μετάδοσης επώδυνων ερεθισμάτων.
Οι μηχανισμοί που εμπλέκονται στα οφέλη της δεσlagtινοξέτης στην κατάθλιψη και το άγχος δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί. Πιστεύεται ότι εμπλέκεται δυσλειτουργική σηματοδότηση σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης και η αύξηση της διαθεσιμότητας αυτών των νευροδιαβιβαστών στη συναπτική σχισμή πιστεύεται ότι διαμεσολαβεί μια θεραπευτική επίδραση. Υποτίθεται ότι η εμπλοκή της σεροτονίνης και της νορεπινεφρίνης σε περιοχές υπεύθυνες για τη συναισθηματική διαμόρφωση, όπως το λιμπικό σύστημα, συμβάλλει στις επιδράσεις στις διαταραχές της διάθεσης ειδικά, αλλά αυτό δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί.
Η υπέρταση της δεσlagtινοξέτης σχετίζεται με την επιδιωκόμενη φαρμακολογική της δράση. Η αυξημένη διαθεσιμότητα νορεπινεφρίνης οδηγεί στην ενεργοποίηση των αδρενεργικών υποδοχέων στο αγγειακό ενδοθήλιο. Δεδομένου ότι η δράση των υποδοχέων α1 υπερισχύει, προκύπτει αγγειοσυστολή, καθώς ο υποδοχέας που συνδέεται με Gq διαμεσολαβεί την απελευθέρωση ασβεστίου από το σαρκοπλασματικό δικτυωτό για να διευκολύνει τη συστολή των λείων μυών.
Προκλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η δεσlagtινοξέτη είναι ισχυρός αναστολέας επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης από νευρώνες και λιγότερο ισχυρός αναστολέας επαναπρόσληψης ντοπαμίνης. Η δεσlagtινοξέτη δεν έχει σημαντική συγγένεια για υποδοχείς ντοπαμινεργικούς, αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς, οπιοειδείς, γλουταμινικούς και GABA in vitro. Η δεσlagtινοξέτη δεν αναστέλλει τη μονοαμινοξειδάση (ΜΑΟ). Το CYMBALTA ανήκει σε μια κατηγορία φαρμάκων που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν την αντίσταση της ουρήθρας. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα δυσκολίας ούρησης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με CYMBALTA, θα πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα να σχετίζονται με το φάρμακο.
Αν και οι ακριβείς μηχανισμοί των αντικαταθλιπτικών, κεντρικών αναλγητικών και αγχολυτικών δράσεων της δεσlagtινοξέτης σε ανθρώπους είναι άγνωστοι, αυτές οι δράσεις πιστεύεται ότι σχετίζονται με την ενίσχυση της σεροτονινεργικής και νοραδρενεργικής δραστηριότητας στο ΚΝΣ.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η δεσlagtινοξέτη απορροφάται ατελώς με μέση βιοδιαθεσιμότητα 50%, αν και υπάρχει ευρεία μεταβλητότητα στο εύρος 30-80%. Η σταθερά απορρόφησης του πληθυσμού (ka) είναι 0.168 h-1. Το μόριο είναι ευαίσθητο σε υδρόλυση σε όξινα περιβάλλοντα, καθιστώντας απαραίτητη τη χρήση εντερικής επικάλυψης για την προστασία του κατά τη διέλευση από το στομάχι. Αυτό δημιουργεί χρόνο καθυστέρησης 2 ωρών από τη χορήγηση έως την έναρξη της απορρόφησης. Ο χρόνος Tmax είναι 6 ώρες, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου καθυστέρησης. Η χορήγηση δεσlagtινοξέτης με τροφή προκαλεί καθυστέρηση 3 ωρών στον Tmax, μαζί με μείωση 10% στο AUC. Ομοίως, η χορήγηση της δόσης πριν τον ύπνο προκαλεί καθυστέρηση 4 ωρών και μείωση 18% στο AUC με μείωση 29% στην Cmax. Αυτά αποδίδονται στην καθυστερημένη γαστρική κένωση και στις δύο περιπτώσεις, αλλά δεν αναμένεται να επηρεάσουν τη θεραπεία σε κλινικά σημαντικό βαθμό.
Περίπου το 70% της δεσlagtινοξέτης απεκκρίνεται στα ούρα, κυρίως ως συζευγμένοι μεταβολίτες. Άλλο 20% βρίσκεται στα κόπρανα ως μητρική ουσία, μεταβολίτης 4-υδροξυ και ένας μη χαρακτηριστισμένος μεταβολίτης. Η χολική έκκριση θεωρείται ότι παίζει ρόλο λόγω του χρόνου της απέκκρισης στα κόπρανα που υπερβαίνει τον αναμενόμενο χρόνο της φυσιολογικής γαστρεντερικής διάβασης.
Φαινομενικός Vd 1620-1800 L. Η δεσlagtινοξέτη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και συσσωρεύεται στον εγκεφαλικό φλοιό σε υψηλότερη συγκέντρωση από το πλάσμα.
Υπάρχει μεγάλος βαθμός διατομικής μεταβλητότητας στην κάθαρση της δεσlagtινοξέτης, με τιμές που κυμαίνονται από 57-114 L/h. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης εξακολουθούν να είναι δοσο-αναλογικές, με διπλασιασμό της δόσης από 30 σε 60 mg και από 60 σε 120 mg να παράγουν 2.3 και 2.6 φορές την Css αντίστοιχα.
Πολλοί επιπλέον μεταβολίτες έχουν αναγνωριστεί στα ούρα, μερικοί αντιπροσωπεύουν μόνο μικρές οδούς απέκκρισης. Μόνο ίχνη (<1% της δόσης) άθικτης δεσlagtινοξέτης ανιχνεύονται στα ούρα. Το μεγαλύτερο μέρος (περίπου 70%) της δόσης δεσlagtινοξέτης εμφανίζεται στα ούρα ως μεταβολίτες της δεσlagtινοξέτης· περίπου το 20% απεκκρίνεται στα κόπρανα. Η δεσlagtινοξέτη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό, αλλά οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες δεν έχουν αποδειχθεί ότι συμβάλλουν σημαντικά στη φαρμακολογική δράση της δεσlagtινοξέτης.
Η δεσlagtινοξέτη έχει χρόνο ημιζωής αποβολής περίπου 12 ώρες (εύρος 8 έως 17 ώρες) και η φαρμακοκινητική της είναι δοσο-αναλογική εντός του θεραπευτικού εύρους. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος σε σταθερή κατάσταση συνήθως επιτυγχάνονται μετά από 3 ημέρες χορήγησης. Η αποβολή της δεσlagtινοξέτης γίνεται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού, που περιλαμβάνει δύο ισοένζυμα του P450, CYP1A2 και CYP2D6.
Η από του στόματος χορηγούμενη δεσlagtινοξέτη υδροχλωρική απορροφάται καλά. Υπάρχει μέση καθυστέρηση 2 ωρών έως την έναρξη της απορρόφησης (Tlag), με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) της δεσlagtινοξέτης να εμφανίζονται 6 ώρες μετά τη δόση. Η τροφή δεν επηρεάζει την Cmax της δεσlagtινοξέτης, αλλά καθυστερεί το χρόνο επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης από 6 σε 10 ώρες και μειώνει οριακά την έκταση της απορρόφησης (AUC) κατά περίπου 10%. Υπάρχει καθυστέρηση 3 ωρών στην απορρόφηση και αύξηση κατά ένα τρίτο της φαινομενικής κάθαρσης της δεσlagtινοξέτης μετά από βραδινή δόση σε σύγκριση με την πρωινή δόση. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής κυμαίνεται κατά μέσο όρο περίπου στα 1640 L. Η δεσlagtινοξέτη δεσμεύεται υψηλά (>90%) με πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα, κυρίως με αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Η αλληλεπίδραση μεταξύ δεσlagtινοξέτης και άλλων φαρμάκων που δεσμεύονται υψηλά με πρωτεΐνες δεν έχει αξιολογηθεί πλήρως. Η δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος της δεσlagtινοξέτης δεν επηρεάζεται από νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
90% δεσμευμένη με πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η δεσlagtινοξέτη μεταβολίζεται εκτενώς, κυρίως από τα ένζυμα CYP1A2 και CYP2D6, με το πρώτο να συμβάλλει περισσότερο. Υφίσταται υδροξυλίωση στις θέσεις 4, 5 ή 6 του δακτυλίου ναφθαλενίου, με τον 4-υδροξυ μεταβολίτη να προχωρά απευθείας σε συζεύγιση με γλυκουρονίδιο, ενώ οι 5- και 6-υδροξυ μεταβολίτες προχωρούν μέσω ενός ενδιάμεσου κατεχόλης και ενός 5-υδροξυ, 6-μεθοξυ πριν υποβληθούν σε συζεύγιση με γλυκουρονίδιο ή θειικό άλας. Το ένζυμο CYP2C9 είναι γνωστό ότι συμβάλλει ελάχιστα στον 5-υδροξυ μεταβολίτη. Ένας άλλος μη χαρακτηρισμένος μεταβολίτης είναι γνωστό ότι απεκκρίνεται στα κόπρανα, αλλά αντιστοιχεί σε <5% του συνολικού απεκκρινόμενου φαρμάκου. Υπάρχουν πολλοί άλλοι μεταβολίτες, αλλά δεν έχουν αναγνωριστεί λόγω της μικρής τους συμβολής στο συνολικό προφίλ της δεσlagtινοξέτης και της έλλειψης κλινικής σημασίας.
Η βιομεταμόρφωση και η διάθεση της δεσlagtινοξέτης σε ανθρώπους έχουν προσδιοριστεί μετά από από του στόματος χορήγηση σημασμένης με (14C) δεσlagtινοξέτης. Η δεσlagtινοξέτη αντιπροσωπεύει περίπου το 3% του συνολικού ραδιοσημασμένου υλικού στο πλάσμα, υποδεικνύοντας ότι υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό σε πολλούς μεταβολίτες. Οι κύριες οδοί βιομεταμόρφωσης της δεσlagtινοξέτης περιλαμβάνουν οξείδωση του δακτυλίου ναφθαλενίου ακολουθούμενη από συζεύγιση και περαιτέρω οξείδωση. Τόσο το CYP1A2 όσο και το CYP2D6 καταλύουν την οξείδωση του δακτυλίου ναφθαλενίου in vitro. Μεταβολίτες που βρίσκονται στο πλάσμα περιλαμβάνουν 4-υδροξυ δεσlagtινοξέτη γλυκουρονίδιο και 5-υδροξυ, 6-μεθοξυ δεσlagtινοξέτη θειικό άλας.
Η δεσlagtινοξέτη έχει γνωστούς μεταβολίτες σε ανθρώπους, οι οποίοι περιλαμβάνουν 4-Υδροξυδεσlagtινοξέτη, 5-Υδροξυδεσlagtινοξέτη και 5-((S)-3-Μεθυλαμινο-1-θειοφεν-2-υλ-προποξυ)-ναφθαλεν-2-όλη.
Οι κύριες οδοί βιομεταμόρφωσης της δεσlagtινοξέτης περιλαμβάνουν οξείδωση του δακτυλίου ναφθαλενίου ακολουθούμενη από συζεύγιση και περαιτέρω οξείδωση. Τόσο το CYP2D6 όσο και το CYP1A2 καταλύουν την οξείδωση του δακτυλίου ναφθαλενίου in vitro. Μεταβολίτες που βρίσκονται στο πλάσμα περιλαμβάνουν 4-υδροξυ δεσlagtινοξέτη γλυκουρονίδιο και 5-υδροξυ, 6-μεθοξυ δεσlagtινοξέτη θειικό άλας. Οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες δεν έχουν αποδειχθεί ότι συμβάλλουν σημαντικά στη φαρμακολογική δράση της δεσlagtινοξέτης. Οδός Απέκκρισης: Πολλοί επιπλέον μεταβολίτες έχουν αναγνωριστεί στα ούρα, μερικοί αντιπροσωπεύουν μόνο μικρές οδούς απέκκρισης. Το μεγαλύτερο μέρος (περίπου 70%) της δόσης δεσlagtινοξέτης εμφανίζεται στα ούρα ως μεταβολίτες της δεσlagtινοξέτης· περίπου το 20% απεκκρίνεται στα κόπρανα. Χρόνος Ημιζωής: 12 ώρες (εύρος 8-17 ώρες)
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Μέσος όρος 12 ωρών με εύρος 8-17 ωρών.
Η δεσlagtινοξέτη έχει χρόνο ημιζωής αποβολής περίπου 12 ωρών (εύρος 8 έως 17 ωρών) και η φαρμακοκινητική της είναι δοσο-αναλογική εντός του θεραπευτικού εύρους.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH
- Ουσίες ικανές να ανακουφίσουν τον πόνο χωρίς απώλεια συνείδησης.
- Φάρμακα που διεγείρουν τη διάθεση, που χρησιμοποιούνται κυρίως στη θεραπεία διαταραχών της διάθεσης και σχετικών καταστάσεων. Αρκετοί αναστολείς μονοαμινοξειδάσης είναι χρήσιμοι ως αντικαταθλιπτικά, προφανώς ως μακροπρόθεσμη συνέπεια της διαμόρφωσης των επιπέδων κατεχολαμινών τους. Οι τρικυκλικές ενώσεις που είναι χρήσιμες ως αντικαταθλιπτικά (ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ, ΤΡΙΚΥΚΛΙΚΑ) φαίνεται επίσης να δρουν μέσω των συστημάτων κατεχολαμινών του εγκεφάλου. Μια τρίτη ομάδα (ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ, ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΓΕΝΙΑΣ) είναι μια ποικιλόμορφη ομάδα φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που δρουν ειδικά στα σεροτονινεργικά συστήματα.
- Φάρμακα που μπλοκάρουν ή αναστέλλουν επιλεκτικά τη μεταφορά σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης μέσω της πλασματικής μεμβράνης στους τερματικούς νευράξονες και χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ.
- Οποιαδήποτε φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τις επιδράσεις τους στους υποδοχείς ντοπαμίνης, στον κύκλο ζωής της ντοπαμίνης ή στην επιβίωση των ντοπαμινεργικών νευρώνων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA
O5TNM5N07U
DULOXETINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Επαναπρόσληψης Νορεπινεφρίνης
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης και Νορεπινεφρίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης
Η δεσlagtινοξέτη είναι Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης και Νορεπινεφρίνης. Ο μηχανισμός δράσης της δεσlagtινοξέτης είναι ως Αναστολέας Επαναπρόσληψης Νορεπινεφρίνης και Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης.
DULOXETINE
Αναστολείς Επαναπρόσληψης Νορεπινεφρίνης [MoA]; Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης [MoA]; Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης και Νορεπινεφρίνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατάταξη MeSH
- Ουσίες ικανές να ανακουφίσουν τον πόνο χωρίς απώλεια συνείδησης.
- Φάρμακα που διεγείρουν τη διάθεση, που χρησιμοποιούνται κυρίως στη θεραπεία διαταραχών της διάθεσης και σχετικών καταστάσεων. Αρκετοί αναστολείς μονοαμινοξειδάσης είναι χρήσιμοι ως αντικαταθλιπτικά, προφανώς ως μακροπρόθεσμη συνέπεια της διαμόρφωσης των επιπέδων κατεχολαμινών τους. Οι τρικυκλικές ενώσεις που είναι χρήσιμες ως αντικαταθλιπτικά (ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ, ΤΡΙΚΥΚΛΙΚΑ) φαίνεται επίσης να δρουν μέσω των συστημάτων κατεχολαμινών του εγκεφάλου. Μια τρίτη ομάδα (ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ, ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΓΕΝΙΑΣ) είναι μια ποικιλόμορφη ομάδα φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που δρουν ειδικά στα σεροτονινεργικά συστήματα.
- Φάρμακα που μπλοκάρουν ή αναστέλλουν επιλεκτικά τη μεταφορά σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης μέσω της πλασματικής μεμβράνης στους τερματικούς νευράξονες και χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ.
- Οποιαδήποτε φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τις επιδράσεις τους στους υποδοχείς ντοπαμίνης, στον κύκλο ζωής της ντοπαμίνης ή στην επιβίωση των ντοπαμινεργικών νευρώνων.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ ΝΕΥ N06AX21Επώδυνη διαβητική νευροπάθεια
- ΣΔ + επώδυνα συμπτώματα που παρεμβαίνουν στην καθημερινότητα/ύπνο, χωρίς υποχώρηση με απλά αναλγητικά
Δοσολογία: — · Αναμονή ανταπόκρισης 2-4 εβδ.