RISPERIDONE
Ρισπεριδόνη
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-RISPERDAL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα ή δύο φορές την ημέρα, ανεξαρτήτως τροφής
- Δόση έναρξης: 2 mg/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Διαφοροποιείται ανάλογα με την ένδειξη και τον ασθενή, με σταδιακές αυξήσεις.
-
Ενήλικες (Σχιζοφρένεια)Δόση2 mg/ημέρα (έναρξη)Μία φορά ή δύο φορές την ημέρα. Τιτλοδότηση: 4 mg τη δεύτερη ημέρα, περαιτέρω προσαρμογή. Βέλτιστη δόση: 4-6 mg/ημέρα. Μέγιστη δόση: >10 mg/ημέρα δεν συνιστάται.
-
Ηλικιωμένοι (Σχιζοφρένεια)Δόση0,5 mg δύο φορές την ημέρα (έναρξη)Τιτλοδότηση: έως 1-2 mg δύο φορές την ημέρα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Σχιζοφρένεια)Δεν συνιστάται < 18 ετών.
-
Ενήλικες (Επεισόδια μανίας σε διπολική διαταραχή)Δόση2 mg/ημέρα (έναρξη)Μία φορά την ημέρα. Τιτλοδότηση: +1 mg/ημέρα (≥24 ώρες). Εύρος: 1-6 mg/ημέρα.
-
Ηλικιωμένοι (Επεισόδια μανίας σε διπολική διαταραχή)Δόση0,5 mg δύο φορές την ημέρα (έναρξη)Τιτλοδότηση: έως 1-2 mg δύο φορές την ημέρα. Χρήση με προσοχή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Επεισόδια μανίας σε διπολική διαταραχή)Δεν συνιστάται < 18 ετών.
-
Ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή άνοια τύπου Alzheimer (Επίμονη επιθετικότητα)Δόση0,25 mg δύο φορές την ημέρα (έναρξη)Τιτλοδότηση: +0,25 mg δύο φορές την ημέρα (κάθε δεύτερη ημέρα). Βέλτιστη: 0,5 mg δύο φορές την ημέρα. Μέγιστη: 1 mg δύο φορές την ημέρα. Διάρκεια: ≤ 6 εβδομάδες.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 5-18 ετών (> 50 kg) (Διαταραχές διαγωγής)Δόση0,5 mg μία φορά την ημέρα (έναρξη)Τιτλοδότηση: +0,5 mg μία φορά την ημέρα (κάθε δεύτερη ημέρα). Βέλτιστη: 1 mg μία φορά την ημέρα. Εύρος: 0,5-1,5 mg μία φορά την ημέρα.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 5-18 ετών (< 50 kg) (Διαταραχές διαγωγής)Δόση0,25 mg μία φορά την ημέρα (έναρξη)Τιτλοδότηση: +0,25 mg μία φορά την ημέρα (κάθε δεύτερη ημέρα). Βέλτιστη: 0,5 mg μία φορά την ημέρα. Εύρος: 0,25-0,75 mg μία φορά την ημέρα.
-
Παιδιά (Διαταραχές διαγωγής)Δε συνιστάται < 5 ετών.
-
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΔόση έναρξης και συντήρησης στο ήμισυ. Αργότερη τιτλοδότηση. Χρήση με προσοχή.
block
SPC-RISPERDAL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-RISPERDAL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοιαΣε μία μετα-ανάλυση 17 ελεγχόμενων κλινικών δοκιμών με άτυπα αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένου του RΙSΡΕRDΑL, οι ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια που ακολούθησαν θεραπεία με άτυπα αντιψυχωσικά παρουσίασαν μία αυξημένη θνησιμότητα σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (placebo). Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές με από του στόματος RΙSΡΕRDΑL σε αυτόν τον πληθυσμό, το ποσοστό θνησιμότητας ήταν 4,0% για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με RΙSΡΕRDΑL σε σύγκριση με το 3,1% για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Ο λόγος πιθανοτήτων (odds ratio - 95% ακριβές διάστημα εμπιστοσύνης) ήταν 1,21 (0,7;2,1). Η μέση ηλικία (εύρος) των ασθενών που απεβίωσαν ήταν 86 έτη (εύρος 67-100). Δεδομένα από δύο μεγάλες μελέτες παρατήρησης έδειξαν ότι τα ηλικιωμένα άτομα με άνοια που λαμβάνουν θεραπεία με συμβατικά αντιψυχωσικά έχουν επίσης μικρό αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με τα άτομα που δεν λαμβάνουν θεραπεία. Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να δοθεί μία σαφής εκτίμηση του ακριβούς μεγέθους του κινδύνου και τα αίτια του αυξημένου κινδύνου δεν είναι γνωστά. Δεν είναι γνωστή η έκταση στην οποία τα ευρήματα της αυξημένης θνησιμότητας σε μελέτες παρατήρησης μπορούν να αποδοθούν στο αντιψυχωσικό φάρμακο, σε αντίθεση με ορισμένα χαρακτηριστικά των ασθενών.
-
Ταυτόχρονη χρήση με φουροσεμίδηΣτις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές του RISPERDAL σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, παρατηρήθηκε υψηλότερη θνησιμότητα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φουροσεμίδη μαζί με ρισπεριδόνη (7,3%, μέση ηλικία 89 έτη, εύρος 75-97 έτη) σε σύγκριση με τους ασθενείς που ακολούθησαν θεραπεία μόνο με ρισπεριδόνη (3,1%, μέση ηλικία 84 έτη, εύρος 70-96 έτη) ή μόνο με φουροσεμίδη (4,1%, μέση ηλικία 80 έτη, εύρος 67-90 έτη). Η αύξηση της θνησιμότητας σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φουροσεμίδη μαζί με ρισπεριδόνη παρατηρήθηκε σε δύο από τις τέσσερις κλινικές δοκιμές. Ταυτόχρονη χρήση ρισπεριδόνης με άλλα διουρητικά (κυρίως θειαζιδικά διουρητικά που χρησιμοποιούνται σε μικρές δόσεις) δεν σχετίστηκε με παρόμοια ευρήματα. Δεν έχει αναγνωρισθεί κανένας παθοφυσιολογικός μηχανισμός που να εξηγεί αυτό το εύρημα και δεν παρατηρήθηκε κοινό αίτιο θανάτου. Παρόλα αυτά, πρέπει να δίδεται προσοχή και οι κίνδυνοι και τα οφέλη αυτού του συνδυασμού ή της συγχορήγησης άλλων ισχυρών διουρητικών πρέπει να εξετάζονται πριν από την απόφαση χρήσης τους. Δεν εμφανίστηκε αυξημένη θνησιμότητα μεταξύ των ασθενών που ελάμβαναν άλλα διουρητικά ως συγχορηγούμενα φάρμακα μαζί με τη ρισπεριδόνη. Ανεξαρτήτως θεραπείας, η αφυδάτωση ήταν ένας γενικός παράγοντας κινδύνου θνησιμότητας και για το λόγο αυτό πρέπει να αποφεύγεται προσεκτικά σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια.
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες από διαταραχές των αγγείων του εγκεφάλουΚατά προσέγγιση τριπλάσια αύξηση του κινδύνου για ανεπιθύμητες ενέργειες από διαταραχές των αγγείων του εγκεφάλου παρατηρήθηκε σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές στον πληθυσμό με άνοια με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά. Τα συγκεντρωτικά δεδομένα (pooled data) από έξι ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες με RISPERDAL σε ηλικιωμένους κυρίως ασθενείς (ηλικίας > 65 ετών) με άνοια, έδειξαν ότι τα ανεπιθύμητα συμβάματα από διαταραχές των αγγείων του εγκεφάλου (σοβαρές και όχι σοβαρές, μαζί) παρουσιάσθηκαν στο 3,3% (33/1.009) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ρισπεριδόνη και στο 1,2% (8/712) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Ο λόγος πιθανοτήτων (odds ratio - 95% ακριβές διάστημα εμπιστοσύνης) ήταν 2,96 (1,34-7,50). Ο μηχανισμός για τον αυξημένο αυτό κίνδυνο δεν είναι γνωστός. Ο αυξημένος κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί για άλλα αντιψυχωσικά ή άλλους πληθυσμούς ασθενών. Το RΙSΡΕRDΑL πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο κίνδυνος για ανεπιθύμητα συμβάματα από διαταραχές αγγείων του εγκεφάλου ήταν σημαντικά υψηλότερος σε ασθενείς με μικτού ή αγγειακού τύπου άνοια σε σύγκριση με την άνοια τύπου Alzheimer. Συνεπώς, οι ασθενείς με άλλους τύπους άνοιας εκτός από Alzheimer δεν πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με ρισπεριδόνη. Συνιστάται στους ιατρούς να αξιολογούν τους κινδύνους και τα οφέλη από τη χρήση του RISPERDAL σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο προδιάθεσης για εγκεφαλικό επεισόδιο σε κάθε ασθενή ξεχωριστά. Πρέπει να εφιστάται η προσοχή στους ασθενείς και στους φροντιστές τους να αναφέρουν αμέσως σημεία και συμπτώματα πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών από διαταραχές των αγγείων του εγκεφάλου, όπως αιφνίδια αδυναμία ή αιμωδία στο πρόσωπο, στα χέρια ή στα πόδια και προβλήματα στο λόγο και στην όραση. Πρέπει να εξετασθούν χωρίς καθυστέρηση όλες οι εναλλακτικές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένης και της διακοπής της ρισπεριδόνης. Το RISPERDAL πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο βραχυχρόνια για επίμονη επιθετικότητα σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή άνοια τύπου Alzheimer προκειμένου να συμπληρώσει μη φαρμακολογικές προσεγγίσεις οι οποίες είχαν περιορισμένη ή καθόλου αποτελεσματικότητα και όταν υπάρχει δυνητικός κίνδυνος βλάβης για τον ίδιο τον ασθενή ή για άλλους. Οι ασθενείς πρέπει να επαναξιολογούνται τακτικά και να επανεκτιμάται η ανάγκη συνέχισης της θεραπείας.
-
Ορθοστατική υπότασηΕξαιτίας της δράσης αποκλεισμού της ρισπεριδόνης στους α-υποδοχείς, μπορεί να εμφανισθεί (ορθοστατική) υπόταση, ειδικά κατά την αρχική περίοδο τιτλοποίησης της δόσης. Κλινικώς σημαντική υπόταση έχει παρατηρηθεί μετά την κυκλοφορία του προϊόντος με τη σύγχρονη χρήση ρισπεριδόνης και αντιυπερτασικής θεραπείας. Το RISPERDAL πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, διαταραχές της αγωγιμότητας, αφυδάτωση, ελαττωμένο όγκο αίματος ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο) και η δοσολογία πρέπει να τιτλοποιείται σταδιακά όπως συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.2). Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης εάν εμφανισθεί υπόταση.
-
Λευκοπενία, ουδετεροπενία, και ακοκκιοκυτταραιμίαΈχουν αναφερθεί περιστατικά λευκοπενίας, ουδετεροπενίας και ακοκκιοκυτταραιμίας με αντιψυχωσικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του RISPERDAL. Ακοκκιοκυτταραιμία έχει αναφερθεί πολύ σπάνια (<1/10.000 ασθενείς) κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Ασθενείς με ιστορικό κλινικά σημαντικού χαμηλού αριθμού λευκοκυττάρων (WBC) ή φαρμακογενούς λευκοπενίας/ουδετεροπενίας πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της θεραπείας και πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο της διακοπής του RISPERDAL μόλις παρατηρηθεί το πρώτο σημείο κλινικά σημαντικής μείωσης του WBC απουσία άλλων αιτιολογικών παραγόντων. Ασθενείς με κλινικά σημαντική ουδετεροπενία πρέπει να ελέγχονται προσεκτικά για πυρετό ή άλλα συμπτώματα ή σημεία λοίμωξης και να θεραπεύονται κατάλληλα εάν παρουσιαστούν τέτοια συμπτώματα ή σημεία. Ασθενείς με σοβαρή ουδετεροπενία (απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων < 1 x /l) πρέπει να διακόπτουν το RISPERDAL και να παρακολουθούν το WBC τους μέχρι να αποκατασταθεί.
-
Βραδυκινησία/εξωπυραμιδικά συμπτώματαΦάρμακα που διαθέτουν ιδιότητες ανταγωνισμού των υποδοχέων της ντοπαμίνης έχουν συσχετιστεί με την πρόκληση βραδυκινησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από ακούσιες, ρυθμικές κινήσεις, κυρίως της γλώσσας και/ή του προσώπου. Η έναρξη εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων αποτελεί παράγοντα κινδύνου για βραδυκινησία. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα βραδυκινησίας, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής όλων των αντιψυχωσικών.
-
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο (NMS)Το Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (NMS), το οποίο χαρακτηρίζεται από υπερθερμία, μυϊκή ακαμψία, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, μεταβληθείσα συνείδηση και αυξημένα επίπεδα κρεατινοφωσφοκινάσης του ορού, έχει αναφερθεί ότι παρατηρείται με τα αντιψυχωσικά. Επιπρόσθετα σημεία μπορεί να περιλαμβάνουν μυοσφαιρινουρία (ραβδομυόλυση) και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να διακοπούν όλα τα αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένου του RISPERDAL.
-
Νόσος του Πάρκινσον και άνοια με σωμάτια LewyΟι ιατροί πρέπει να σταθμίζουν τους κινδύνους έναντι των ωφελειών όταν συνταγογραφούν αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένου του RISPERDAL, σε ασθενείς με νόσο του Πάρκινσον ή Άνοια με σωμάτια Lewy (DLB). Η νόσος του Πάρκινσον μπορεί να επιδεινωθεί με τη ρισπεριδόνη. Και οι δύο ομάδες μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης Κακοήθους Νευροληπτικού Συνδρόμου, καθώς και να εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Οι ασθενείς αυτοί εξαιρέθηκαν από τις κλινικές δοκιμές. Οι εκδηλώσεις αυτής της αυξημένης ευαισθησίας μπορεί να περιλαμβάνουν, επιπλέον των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, σύγχυση, θόλωση της συνείδησης, αστάθεια θέσης του σώματος με συχνές πτώσεις.
-
Υπεργλυκαιμία και σακχαρώδης διαβήτηςΈχουν αναφερθεί υπεργλυκαιμία, σακχαρώδης διαβήτης και παρόξυνση προϋπάρχοντος διαβήτη κατά τη διάρκεια θεραπείας με RISPERDAL. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει αναφερθεί προηγουμένως αύξηση του σωματικού βάρους, η οποία μπορεί να είναι ένας προδιαθεσικός παράγοντας. Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί συσχέτιση με κετοξέωση και σπάνια με διαβητικό κώμα. Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση, σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες αντιψυχωσικές κατευθυντήριες οδηγίες. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιουσδήποτε άτυπους αντιψυχωσικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του RISPERDAL, πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και αδυναμία) και οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης.
-
Αύξηση σωματικού βάρουςΈχει αναφερθεί σημαντική αύξηση σωματικού βάρους με τη χρήση του RISPERDAL. Το σωματικό βάρος πρέπει να παρακολουθείται τακτικά.
-
ΥπερπρολακτιναιμίαΗ υπερπρολακτιναιμία είναι μια συχνή παρενέργεια της θεραπείας με RISPERDAL. Η αξιολόγηση των επιπέδων της προλακτίνης στο πλάσμα του αίματος συνιστάται σε ασθενείς με ενδείξεις πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την προλακτίνη (π.χ. γυναικομαστία, διαταραχές της εμμήνου ρύσεως, ανωορρηξία, διαταραχή γονιμότητας, μειωμένη λίμπιντο, στυτική δυσλειτουργία, γαλακτόρροια). Μελέτες ιστικής καλλιέργειας υποδεικνύουν ότι η κυτταρική ανάπτυξη στους όγκους των ανθρώπινων μαστών μπορεί να διεγείρεται από την προλακτίνη. Αν και μέχρι στιγμής δεν έχει καταδειχθεί σαφής συσχετισμός με τη χορήγηση αντιψυχωσικών σε κλινικές και επιδημιολογικές μελέτες, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σχετικό ιατρικό ιστορικό. Το RISPERDAL πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα υπερπρολακτιναιμία και σε ασθενείς με όγκους πιθανώς εξαρτώμενους από την προλακτίνη.
-
Παράταση του QTΗ παράταση του QT έχει αναφερθεί πολύ σπάνια μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά, πρέπει να δίδεται προσοχή όταν η ρισπεριδόνη συνταγογραφείται σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, με οικογενειακό ιστορικό παράτασης του QT, βραδυκαρδία ή με διαταραχή των ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία), καθώς μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αρρυθμιογόνων επιδράσεων, και κατά τη συνδυασμένη χρήση με φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT.
-
Επιληπτικοί σπασμοίΤο RISPERDAL πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών σπασμών ή άλλων καταστάσεων που δυνητικά ελαττώνουν τον ουδό των σπασμών.
-
ΠριαπισμόςΜπορεί να εμφανισθεί πριαπισμός με τη θεραπεία με RISPERDAL εξαιτίας της ανασταλτικής δράσης του στους α-αδρενεργικούς υποδοχείς.
-
Ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματοςΗ παρεμβολή στην ικανότητα του σώματος να ελαττώνει την κεντρική του θερμοκρασία έχει αποδοθεί σε αντιψυχωσικά φάρμακα. Συνιστάται η κατάλληλη φροντίδα όταν συνταγογραφείται το RISPERDAL σε ασθενείς που θα εμπλακούν σε καταστάσεις, οι οποίες μπορεί να συμβάλλουν σε αύξηση της κεντρικής θερμοκρασίας του σώματος, π.χ. πολύ έντονη σωματική άσκηση, έκθεση σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, συγχορήγηση θεραπειών με αντιχολινεργική δράση, ή αφυδάτωση.
-
Αντιεμετική δράσηΣε προκλινικές μελέτες με ρισπεριδόνη παρατηρήθηκε αντιεμετική δράση. Αυτή η δράση, εάν εμφανιστεί σε ανθρώπους, είναι πιθανό να καλύψει τα σημεία και τα συμπτώματα της υπερδοσολογίας με ορισμένα φάρμακα ή καταστάσεων όπως η εντερική απόφραξη, το σύνδρομο Reye και οι όγκοι του εγκεφάλου.
-
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργίαΟι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία έχουν μειωμένη ικανότητα να απεκκρίνουν το ενεργό αντιψυχωσικό κλάσμα σε σχέση με τους ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Οι ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία εμφανίζουν αυξημένες συγκεντρώσεις του ελεύθερου κλάσματος της ρισπεριδόνης στο πλάσμα (βλέπε παράγραφο 4.2).
-
Φλεβική θρομβοεμβολήΈχουν αναφερθεί περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ) με αντιψυχωσικά φάρμακα. Καθώς οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αντιψυχωσικά φάρμακα παρουσιάζουν συχνά επίκτητους παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ, πρέπει να εντοπίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με RISPERDAL και πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
-
Διεγχειρητικό σύνδρομο χαλαρής ίριδαςΔιεγχειρητικό Σύνδρομο Χαλαρής ίΊριδας (IFIS) έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων καταρράκτη σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα με ανταγωνιστική δράση στους άλφα 1α αδρενεργικούς υποδοχείς, συμπεριλαμβανομένου του RISPERDAL (βλέπε παράγραφο 4.8). Το IFIS ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο οφθαλμικών επιπλοκών τόσο κατά τη διάρκεια της επέμβασης όσο και μετά από αυτή. Πριν από την επέμβαση θα πρέπει να αναφέρεται στο χειρουργό οφθαλμίατρο εάν χρησιμοποιούνται επί του παρόντος ή έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν φάρμακα με ανταγωνιστική δράση στους άλφα 1α αδρενεργικούς υποδοχείς. Το δυνητικό όφελος από τη διακοπή της θεραπείας με αναστολείς των άλφα 1α αδρενεργικών υποδοχέων πριν από τη χειρουργική επέμβαση καταρράκτη δεν έχει τεκμηριωθεί και πρέπει να σταθμίζεται έναντι του κινδύνου από τη διακοπή της αντιψυχωσικής θεραπείας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠριν συνταγογραφηθεί ρισπεριδόνη σε ένα παιδί ή έναν έφηβο με διαταραχή διαγωγής, πρέπει να γίνει πλήρης αξιολόγηση για τα σωματικά και τα κοινωνικά αίτια της επιθετικής συμπεριφοράς, όπως ο πόνος ή οι ακατάλληλες απαιτήσεις από το περιβάλλον. Οι κατασταλτικές επιδράσεις της ρισπεριδόνης πρέπει να παρακολουθούνται στενά στον πληθυσμό αυτό, λόγω των πιθανών επιπτώσεων στην ικανότητα μάθησης. Η αλλαγή στην ώρα χορήγησης της ρισπεριδόνης θα μπορούσε να βελτιώσει την επίδραση της καταστολής στις δραστηριότητες των παιδιών και των εφήβων που απαιτούν προσοχή. Η ρισπεριδόνη έχει συσχετισθεί με μέσες αυξήσεις του σωματικού βάρους και του δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ). Συνιστάται η μέτρηση της αρχικής τιμής του βάρους πριν τη θεραπεία και ο τακτικός έλεγχος του βάρους. Οι μεταβολές στο ύψος σε μακροχρόνιες ανοικτές μελέτες επέκτασης ήταν εντός των αναμενόμενων ανάλογα με την ηλικία προτύπων. Η επίδραση της μακροχρόνιας θεραπείας με ρισπεριδόνη στη σεξουαλική ωρίμανση και το ύψος δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Λόγω των δυνητικών επιδράσεων της παρατεταμένης υπερπρολακτιναιμίας στην ανάπτυξη και στη σεξουαλική ωρίμανση σε παιδιά και εφήβους, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο τακτικής κλινικής αξιολόγησης της ενδοκρινολογικής κατάστασης, συμπεριλαμβανομένων μετρήσεων του ύψους, του βάρους, της σεξουαλικής ωρίμανσης, της παρακολούθησης της έμμηνης λειτουργίας και άλλων επιδράσεων που πιθανά να σχετίζονται με την προλακτίνη. Τα αποτελέσματα από μια μικρή μελέτη παρατήρησης μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου έδειξαν ότι τα εκτεθειμένα άτομα σε ρισπεριδόνη ηλικίας 8-16 ετών ήταν κατά μέσο όρο περίπου 3,0 έως 4,8 cm ψηλότερα από όσους έλαβαν άλλα άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα. Η μελέτη αυτή δεν ήταν επαρκής για να προσδιοριστεί εάν η έκθεση σε ρισπεριδόνη είχε οποιαδήποτε επίπτωση στο τελικό ενήλικο ύψος, ή εαν το αποτέλεσμα οφείλεται στην άμεση επίδραση της ρισπεριδόνης στην ανάπτυξη των οστών, ή στην επίδραση της ίδιας της υποκείμενης νόσου στην ανάπτυξη των οστών, ή ήταν αποτέλεσμα καλύτερου ελέγχου της υποκείμενης νόσου καταλήγοντας σε αύξηση της γραμμικής ανάπτυξης. Κατά τη διάρκεια θεραπείας με ρισπεριδόνη πρέπει να διενεργείται επίσης τακτικός έλεγχος για εξωπυραμιδικά συμπτώματα και άλλες διαταραχές της κίνησης. Για τις ειδικές δοσολογικές συστάσεις σε παιδιά και εφήβους βλέπε Παράγραφο 4.2.
-
ΈκδοχαΤα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία περιέχουν λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο. (Αφορά μόνο στα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.) Τα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα περιέχουν ασπαρτάμη. Η ασπαρτάμη είναι πηγή φαινυλαλανίνης η οποία μπορεί να είναι επιβλαβής σε ανθρώπους με φαινυλκετονουρία. (Αφορά μόνο στα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα.) Περιέχει κίτρινο (E110). Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις. (Αφορά μόνο στα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία των 2 mg και των 6 mg.)
swap_horiz
SPC-RISPERDAL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φάρμακα που παρατείνουν το QTΑυξημένος κίνδυνος καρδιακών αρρυθμιών.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Κεντρικής δράσης φάρμακα (αλκοόλ, οπιοειδή, αντιισταμινικά, βενζοδιαζεπίνες)Αυξημένος κίνδυνος καταστολής.ΣύστασηΧρήση με προσοχή.
-
Λεβοντόπα, άλλοι αγωνιστές ντοπαμίνηςΑνταγωνισμός δράσης.ΣύστασηΧορήγηση χαμηλότερης δόσης.
-
Αντιυπερτασικά φάρμακαΚλινικά σημαντική υπόταση.ΣύστασηΠαρατηρήθηκε σε σύγχρονη χρήση.
-
Προσθετική έκθεση στο ενεργό αντιψυχωσικό κλάσμα.ΣύστασηΔεν συνιστάται ταυτόχρονη χρήση.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP2D6 (π.χ. παροξετίνη, κινιδίνη)προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ρισπεριδόνης και ενεργού μεταβολίτη.ΣύστασηΕπανεκτίμηση δόσης RISPERDAL.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 και/ή P-gp (π.χ. ιτρακοναζόλη)προσοχήΣημαντική αύξηση συγκεντρώσεων ενεργού μεταβολίτη.ΣύστασηΕπανεκτίμηση δόσης RISPERDAL.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ενεργού μεταβολίτη.ΣύστασηΕπανεκτίμηση δόσης RISPERDAL.
-
Φάρμακα με υψηλή δέσμευση πρωτεϊνώνπαρακολούθησηΔεν αναμένεται κλινικά σχετική εκτόπιση.
-
παρακολούθησηΔεν μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική.
-
προσοχήΜείωσε τις συγκεντρώσεις του ενεργού αντιψυχωσικού πλάσματος.ΣύστασηΕπανεκτίμηση δόσης.
-
παρακολούθησηΔεν παρουσιάζουν κλινικά σχετική επίδραση.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ενεργού αντιψυχωσικού κλάσματος.ΣύστασηΕπανεκτίμηση δόσης.
-
παρακολούθησηΜέτρια μείωση βιοδιαθεσιμότητας ρισπεριδόνης.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ενεργού αντιψυχωσικού κλάσματος.ΣύστασηΕπανεκτίμηση δόσης.
-
προσοχήΑύξηση ρισπεριδόνης, μείωση 9-υδροξυ-ρισπεριδόνης.ΣύστασηΕπανεκτίμηση δόσης.
-
ΦαινοθειαζίνεςπαρακολούθησηΑύξηση ρισπεριδόνης, όχι ενεργού μεταβολίτη.
-
Ριτοναβίρη, ενισχυμένοι με ριτοναβίρη αναστολείς πρωτεάσηςπροσοχήΠιθανή αύξηση συγκεντρώσεων ενεργού αντιψυχωσικού κλάσματος.ΣύστασηΕπανεκτίμηση δόσης.
-
Ορισμένοι β-αναστολείςπαρακολούθησηΑύξηση ρισπεριδόνης, όχι ενεργού μεταβολίτη.
-
προσοχήΑύξηση ρισπεριδόνης και ενεργού μεταβολίτη.ΣύστασηΕπανεκτίμηση δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση βιοδιαθεσιμότητας ρισπεριδόνης, οριακή του ενεργού μεταβολίτη.
-
προσοχήΑύξηση ρισπεριδόνης, μικρότερη αύξηση ενεργού μεταβολίτη.ΣύστασηΕπανεκτίμηση δόσης.
-
προσοχήΑύξηση ρισπεριδόνης. Υψηλότερες δόσεις αυξάνουν ενεργό μεταβολίτη.ΣύστασηΕπανεκτίμηση δόσης.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάπαρακολούθησηΑύξηση ρισπεριδόνης, όχι ενεργού μεταβολίτη.
-
παρακολούθησηΚαμία κλινικά σημαντική αλλαγή.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ενεργού μεταβολίτη.ΣύστασηΕπανεκτίμηση δόσης.
-
Βαλπροϊκό, ΤοπιραμάτηπαρακολούθησηΚαμία κλινικά σχετική επίδραση.
-
παρακολούθησηΔεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική.
-
παρακολούθησηΚαμία κλινικά σχετική επίδραση.
-
παρακολούθησηΚαμία κλινικά σχετική επίδραση.
sick
SPC-RISPERDAL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- πνευμονία
- βρογχίτιδα
- λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- παραρινοκολπίτιδα
- ουρολοίμωξη
- λοίμωξη του ωτός
- γρίππη
- λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος
- κυστίτιδα
- λοίμωξη του οφθαλμού
- αμυγδαλίτιδα
- ονυχομυκητίαση
- κυτταρίτιδα
- εντοπισμένη λοίμωξη
- ιογενής λοίμωξη
- ακαροδερματίτιδα
- λοίμωξη
- ουδετεροπενία
- μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
- θρομβοπενία
- αναιμία
- μειωμένος αιματοκρίτης
- αυξημένος αριθμός ηωσινόφιλων
- ακοκκιοκυτταραιμία
- υπερευαισθησία
- αναφυλακτική αντίδραση
- υπερπρολακτιναιμία
- απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης
- γλυκόζη στα ούρα
- αύξηση σωματικού βάρους
- αύξηση της όρεξης
- μείωση της όρεξης
- σακχαρώδης διαβήτης
- υπεργλυκαιμία
- πολυδιψία
- μείωση σωματικού βάρους
- ανορεξία
- αυξημένη χοληστερόλη αίματος
- δηλητηρίαση με νερό
- υπογλυκαιμία
- υπερινσουλιναιμία
- αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος
- διαβητική κετοξέωση
- αϋπνία
- διαταραχή του ύπνου
- διέγερση
- κατάθλιψη
- άγχος
- μανία
- συγχυτική κατάσταση
- μειωμένη γενετήσια ορμή
- νευρικότητα
- εφιάλτης
- αμβλύ συναίσθημα
- ανοργασμία
- καταστολή/υπνηλία
- παρκινσονισμός
- κεφαλαλγία
- ακαθησία
- δυστονία
- ζάλη
- δυσκινησία
- τρόμος
- βραδυκινησία
- εγκεφαλική ισχαιμία
- έλλειψη αντίδρασης σε ερεθίσματα
- απώλεια συνείδησης
- μειωμένο επίπεδο συνείδησης
- κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
- διαταραχή των αγγείων του εγκεφάλου
- διαβητικό κώμα
- σύνδρομο ορθοστατικής ταχυκαρδίας
- παράταση διαστήματος QT
- κοιλιακή αρρυθμία
- κοιλιακή μαρμαρυγή
- κοιλιακή ταχυκαρδία
- αιφνίδιος θάνατος
- καρδιακή ανακοπή
- κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes)
- υπόταση
- φλεβική θρομβοεμβολή
- βήχας
- ρινική συμφόρηση
- έμετος
- διάρροια
- δυσκοιλιότητα
- ναυτία
- κοιλιακό άλγος
- ξηροστομία
- αύξηση τρανσαμινασών
- εξάνθημα
- κνίδωση
- φωτοευαισθησία
- κνησμός
- απολέπιση δέρματος
- αλωπεκία
- αγγειοοίδημα
- αρθραλγία
- μυϊκός πόνος
- ραβδομυόλυση
- ακράτεια ούρων
- διαταραχή εμμήνου ρύσεως
- αμηνόρροια
- γαλακτόρροια
- γυναικομαστία
- κόπωση
- πυρετός
- οίδημα
- διαταραχή βάδισης
- αίσθημα κακουχίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΠαρκινσονισμόςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΚαταστολή/υπνηλίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΠαραρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ωτόςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΓρίππηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη του αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΚυστίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη του οφθαλμούΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΑμυγδαλίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΟνυχομυκητίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΕντοπισμένη λοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΙογενής λοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΑκαροδερματίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣπάνιεςΛοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενίαΑιματολογικές διαταραχές και διαταραχές του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός λευκοκυττάρωνΑιματολογικές διαταραχές και διαταραχές του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑιματολογικές διαταραχές και διαταραχές του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑιματολογικές διαταραχές και διαταραχές του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜειωμένος αιματοκρίτηςΑιματολογικές διαταραχές και διαταραχές του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑυξημένος αριθμός ηωσινόφιλωνΑιματολογικές διαταραχές και διαταραχές του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑιματολογικές διαταραχές και διαταραχές του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσιακού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσιακού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπερπρολακτιναιμίαΕνδοκρινικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑπρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνηςΕνδοκρινικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΓλυκόζη στα ούραΕνδοκρινικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑύξηση της όρεξηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΜείωση της όρεξηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΠολυδιψίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΜείωση σωματικού βάρουςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χοληστερόλη αίματοςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΔηλητηρίαση με νερόΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΥπογλυκαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΥπερινσουλιναιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΑυξημένα τριγλυκερίδια αίματοςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ σπάνιεςΔιαβητική κετοξέωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή του ύπνουΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜανίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕφιάλτηςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑμβλύ συναίσθημαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑνοργασμίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΠαρκινσονισμόςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑκαθησίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυστονίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΖάληΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσκινησίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΒραδυκινησίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΕγκεφαλική ισχαιμίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΈλλειψη αντίδρασης σε ερεθίσματαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑπώλεια συνείδησηςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΜειωμένο επίπεδο συνείδησηςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή των αγγείων του εγκεφάλουΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιαβητικό κώμαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΤρόμοςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο ορθοστατικής ταχυκαρδίαςΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΠαράταση διαστήματος QTΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚοιλιακή αρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚοιλιακή μαρμαρυγήΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑιφνίδιος θάνατοςΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΦλεβική θρομβοεμβολήΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικές, θωρακικές και μεσοθωρακικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικές, θωρακικές και μεσοθωρακικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑύξηση τρανσαμινασώνΗπατοχολυρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΦωτοευαισθησίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑπολέπιση δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικές και συνδετικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜυϊκός πόνοςΜυοσκελετικές και συνδετικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικές και συνδετικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑκράτεια ούρωνΝεφρικές και ουροποιητικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή εμμήνου ρύσεωςΔιαταραχές της αναπαραγωγικής λειτουργίας και του μαστού
-
Όχι συχνέςΑμηνόρροιαΔιαταραχές της αναπαραγωγικής λειτουργίας και του μαστού
-
Όχι συχνέςΓαλακτόρροιαΔιαταραχές της αναπαραγωγικής λειτουργίας και του μαστού
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΔιαταραχές της αναπαραγωγικής λειτουργίας και του μαστού
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και σημεία χορήγησης
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές διαταραχές και σημεία χορήγησης
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές διαταραχές και σημεία χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή βάδισηςΓενικές διαταραχές και σημεία χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και σημεία χορήγησης
pregnant_woman
SPC-RISPERDAL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της ρισπεριδόνης σε έγκυες γυναίκες. Ο δυνητικός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Νεογνά που εκτέθηκαν σε αντιψυχωσικά (συμπεριλαμβανομένου του RISPERDAL) κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης κινδυνεύουν να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης. Το RISPERDAL δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός και εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Εάν απαιτείται διακοπή κατά τη διάρκεια της κύησης, αυτή δεν πρέπει να γίνει απότομα.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΣε μελέτες σε ζώα, η ρισπεριδόνη και η 9-υδρόξυ-ρισπεριδόνη απεκκρίνονται στο γάλα. Έχει καταδειχθεί ότι η ρισπεριδόνη και η 9-υδρόξυ-ρισπεριδόνη απεκκρίνονται επίσης στο μητρικό γάλα του ανθρώπου σε μικρές ποσότητες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ανεπιθύμητες ενέργειες σε βρέφη που θηλάζουν. Επομένως, το όφελος του θηλασμού πρέπει να εκτιμάται έναντι των δυνητικών κινδύνων για το παιδί.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΌπως και άλλα φάρμακα που ανταγωνίζονται τον υποδοχέα ντοπαμίνης D2, το RISPERDAL αυξάνει τα επίπεδα της προλακτίνης. Η υπερπρολακτιναιμία μπορεί να καταστείλλει την GnRH στον υποθάλαμο, οδηγώντας σε μειωμένη έκκριση γοναδοτροπίνης από την υπόφυση. Αυτό στη συνέχεια μπορεί να αναστείλει την αναπραγωγική λειτουργία επηρεάζοντας τη στεροειδογένεση των γονάδων τόσο σε θήλεις όσο και σε άρρενες ασθενείς. Δεν έχουν παρατηρηθεί σχετικές επιδράσεις σε μη κλινικές δοκιμές.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-RISPERDAL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX08 ### Μηχανισμός δράσης Η ρισπεριδόνη είναι ένας εκλεκτικός μονοαμινεργικός ανταγωνιστής με μοναδικές ιδιότητες. Έχει μεγάλη συγγένεια για τους 5ΗΤ 2Α και D 2 ντοπαμινεργικούς υποδοχείς….
biotech
SPC-RISPERDAL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική Το RISPERDAL δισκία διασπειρόμενα στο στόμα και πόσιμο διάλυμα είναι βιοϊσοδύναμα με τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία. ### Απορρόφηση * Πλήρης απορρόφηση μετά από από στόματος χορήγηση. * Μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα: 1-2 ώρες….
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-RISPERDAL
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Σχιζοφρένεια
- Ενήλικες:
- Το RΙSΡΕRDΑL μπορεί να χορηγείται μία φορά την ημέρα ή δύο φορές την ημέρα.
- Δόση έναρξης: 2 mg/ημέρα.
- Τιτλοδότηση: Αυξήσεις τη δεύτερη ημέρα σε 4 mg. Μπορεί να διατηρηθεί αμετάβλητη ή να εξατομικευθεί περαιτέρω.
- Εύρος δόσης: Οι περισσότεροι ασθενείς θα ωφεληθούν από 4-6 mg/ημέρα.
- Μερικοί ασθενείς μπορεί να χρειασθούν βραδύτερη τιτλοδότηση και χαμηλότερη δόση έναρξης/συντήρησης.
- Μέγιστη δόση: Δόσεις άνω των 10 mg/ημέρα δεν έχουν καλύτερη αποτελεσματικότητα και μπορεί να προκαλέσουν εξωπυραμιδικά συμπτώματα. Δόσεις άνω των 16 mg/ημέρα δεν έχουν εκτιμηθεί και δεν συνιστώνται.
- Ηλικιωμένοι:
- Δόση έναρξης: 0,5 mg, δύο φορές την ημέρα.
- Τιτλοδότηση: Αυξήσεις των 0,5 mg δύο φορές την ημέρα, έως 1-2 mg, δύο φορές την ημέρα.
- Παιδιατρικός πληθυσμός:
- Η χρήση σε παιδιά < 18 ετών με σχιζοφρένεια δεν συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων.
Επεισόδια μανίας σε διπολική διαταραχή
- Ενήλικες:
- Δόση έναρξης: 2 mg/ημέρα, μία φορά την ημέρα.
- Τιτλοδότηση: Αυξήσεις κατά 1 mg/ημέρα, σε διαστήματα όχι μικρότερα των 24 ωρών.
- Εύρος δόσης: 1-6 mg/ημέρα.
- Η συνεχής χρήση πρέπει να εκτιμάται τακτικά.
- Ηλικιωμένοι:
- Δόση έναρξης: 0,5 mg δύο φορές την ημέρα.
- Τιτλοδότηση: Αυξήσεις των 0,5 mg δύο φορές την ημέρα, έως 1-2 mg δύο φορές την ημέρα.
- Χορήγηση με προσοχή λόγω περιορισμένης κλινικής εμπειρίας.
- Παιδιατρικός πληθυσμός:
- Η χρήση σε παιδιά < 18 ετών με διπολική μανία δεν συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων.
Επίμονη επιθετικότητα σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή άνοια τύπου Alzheimer
- Δόση έναρξης: 0,25 mg δύο φορές την ημέρα.
- Τιτλοδότηση: Αυξήσεις των 0,25 mg δύο φορές την ημέρα, όχι συχνότερα από κάθε δεύτερη ημέρα.
- Βέλτιστη δόση: 0,5 mg δύο φορές την ημέρα.
- Μέγιστη δόση: Έως 1 mg δύο φορές την ημέρα.
- Διάρκεια: Όχι περισσότερο από 6 εβδομάδες. Απαιτείται τακτική επανεκτίμηση της ανάγκης συνέχισης.
Διαταραχές διαγωγής
- Παιδιά και έφηβοι ηλικίας από 5 έως 18 ετών:
- Άτομα > 50 kg:
- Δόση έναρξης: 0,5 mg μία φορά την ημέρα.
- Τιτλοδότηση: Αυξήσεις των 0,5 mg μία φορά την ημέρα, όχι συχνότερα από κάθε δεύτερη ημέρα.
- Βέλτιστη δόση: 1 mg μία φορά την ημέρα.
- Εύρος δόσης: 0,5 mg - 1,5 mg μία φορά την ημέρα.
- Άτομα < 50 kg:
- Δόση έναρξης: 0,25 mg μία φορά την ημέρα.
- Τιτλοδότηση: Αυξήσεις των 0,25 mg μία φορά την ημέρα, όχι συχνότερα από κάθε δεύτερη ημέρα.
- Βέλτιστη δόση: 0,5 mg μία φορά την ημέρα.
- Εύρος δόσης: 0,25 mg - 0,75 mg μία φορά την ημέρα.
- Η συνεχής χρήση πρέπει να εκτιμάται τακτικά.
- Δε συνιστάται για παιδιά < 5 ετών.
- Άτομα > 50 kg:
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία
- Μείωση δόσης έναρξης και συντήρησης κατά το ήμισυ.
- Αργότερη τιτλοδότηση δόσης.
- Χρήση με προσοχή.
block
Αντενδείξεις
SPC-RISPERDAL
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-RISPERDAL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια
Αυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένα άτομα με άνοια
Σε μία μετα-ανάλυση 17 ελεγχόμενων κλινικών δοκιμών με άτυπα αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένου του RΙSΡΕRDΑL, οι ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια που ακολούθησαν θεραπεία με άτυπα αντιψυχωσικά παρουσίασαν μία αυξημένη θνησιμότητα σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (placebo). Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές με από του στόματος RΙSΡΕRDΑL σε αυτόν τον πληθυσμό, το ποσοστό θνησιμότητας ήταν 4,0% για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με RΙSΡΕRDΑL σε σύγκριση με το 3,1% για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Ο λόγος πιθανοτήτων (odds ratio - 95% ακριβές διάστημα εμπιστοσύνης) ήταν 1,21 (0,7;2,1). Η μέση ηλικία (εύρος) των ασθενών που απεβίωσαν ήταν 86 έτη (εύρος 67-100). Δεδομένα από δύο μεγάλες μελέτες παρατήρησης έδειξαν ότι τα ηλικιωμένα άτομα με άνοια που λαμβάνουν θεραπεία με συμβατικά αντιψυχωσικά έχουν επίσης μικρό αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με τα άτομα που δεν λαμβάνουν θεραπεία. Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να δοθεί μία σαφής εκτίμηση του ακριβούς μεγέθους του κινδύνου και τα αίτια του αυξημένου κινδύνου δεν είναι γνωστά. Δεν είναι γνωστή η έκταση στην οποία τα ευρήματα της αυξημένης θνησιμότητας σε μελέτες παρατήρησης μπορούν να αποδοθούν στο αντιψυχωσικό φάρμακο, σε αντίθεση με ορισμένα χαρακτηριστικά των ασθενών.
Ταυτόχρονη χρήση με φουροσεμίδη
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές του RISPERDAL σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, παρατηρήθηκε υψηλότερη θνησιμότητα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φουροσεμίδη μαζί με ρισπεριδόνη (7,3%, μέση ηλικία 89 έτη, εύρος 75-97 έτη) σε σύγκριση με τους ασθενείς που ακολούθησαν θεραπεία μόνο με ρισπεριδόνη (3,1%, μέση ηλικία 84 έτη, εύρος 70-96 έτη) ή μόνο με φουροσεμίδη (4,1%, μέση ηλικία 80 έτη, εύρος 67-90 έτη). Η αύξηση της θνησιμότητας σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φουροσεμίδη μαζί με ρισπεριδόνη παρατηρήθηκε σε δύο από τις τέσσερις κλινικές δοκιμές.
Ταυτόχρονη χρήση ρισπεριδόνης με άλλα διουρητικά (κυρίως θειαζιδικά διουρητικά που χρησιμοποιούνται σε μικρές δόσεις) δεν σχετίστηκε με παρόμοια ευρήματα.
Δεν έχει αναγνωρισθεί κανένας παθοφυσιολογικός μηχανισμός που να εξηγεί αυτό το εύρημα και δεν παρατηρήθηκε κοινό αίτιο θανάτου. Παρόλα αυτά, πρέπει να δίδεται προσοχή και οι κίνδυνοι και τα οφέλη αυτού του συνδυασμού ή της συγχορήγησης άλλων ισχυρών διουρητικών πρέπει να εξετάζονται πριν από την απόφαση χρήσης τους. Δεν εμφανίστηκε αυξημένη θνησιμότητα μεταξύ των ασθενών που ελάμβαναν άλλα διουρητικά ως συγχορηγούμενα φάρμακα μαζί με τη ρισπεριδόνη. Ανεξαρτήτως θεραπείας, η αφυδάτωση ήταν ένας γενικός παράγοντας κινδύνου θνησιμότητας και για το λόγο αυτό πρέπει να αποφεύγεται προσεκτικά σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια.
Ανεπιθύμητες ενέργειες από διαταραχές των αγγείων του εγκεφάλου
Κατά προσέγγιση τριπλάσια αύξηση του κινδύνου για ανεπιθύμητες ενέργειες από διαταραχές των αγγείων του εγκεφάλου παρατηρήθηκε σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές στον πληθυσμό με άνοια με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά.Τα συγκεντρωτικά δεδομένα (pooled data) από έξι ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες με RISPERDAL σε ηλικιωμένους κυρίως ασθενείς (ηλικίας > 65 ετών) με άνοια, έδειξαν ότι τα ανεπιθύμητα συμβάματα από διαταραχές των αγγείων του εγκεφάλου (σοβαρές και όχι σοβαρές, μαζί) παρουσιάσθηκαν στο 3,3% (33/1.009) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ρισπεριδόνη και στο 1,2% (8/712) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Ο λόγος πιθανοτήτων (odds ratio - 95% ακριβές διάστημα εμπιστοσύνης) ήταν 2,96 (1,34-7,50). Ο μηχανισμός για τον αυξημένο αυτό κίνδυνο δεν είναι γνωστός. Ο αυξημένος κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί για άλλα αντιψυχωσικά ή άλλους πληθυσμούς ασθενών. Το RΙSΡΕRDΑL πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Ο κίνδυνος για ανεπιθύμητα συμβάματα από διαταραχές αγγείων του εγκεφάλου ήταν σημαντικά υψηλότερος σε ασθενείς με μικτού ή αγγειακού τύπου άνοια σε σύγκριση με την άνοια τύπου Alzheimer. Συνεπώς, οι ασθενείς με άλλους τύπους άνοιας εκτός από Alzheimer δεν πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με ρισπεριδόνη.
Συνιστάται στους ιατρούς να αξιολογούν τους κινδύνους και τα οφέλη από τη χρήση του RISPERDAL σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο προδιάθεσης για εγκεφαλικό επεισόδιο σε κάθε ασθενή ξεχωριστά. Πρέπει να εφιστάται η προσοχή στους ασθενείς και στους φροντιστές τους να αναφέρουν αμέσως σημεία και συμπτώματα πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών από διαταραχές των αγγείων του εγκεφάλου, όπως αιφνίδια αδυναμία ή αιμωδία στο πρόσωπο, στα χέρια ή στα πόδια και προβλήματα στο λόγο και στην όραση. Πρέπει να εξετασθούν χωρίς καθυστέρηση όλες οι εναλλακτικές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένης και της διακοπής της ρισπεριδόνης.
Το RISPERDAL πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο βραχυχρόνια για επίμονη επιθετικότητα σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή άνοια τύπου Alzheimer προκειμένου να συμπληρώσει μη φαρμακολογικές προσεγγίσεις οι οποίες είχαν περιορισμένη ή καθόλου αποτελεσματικότητα και όταν υπάρχει δυνητικός κίνδυνος βλάβης για τον ίδιο τον ασθενή ή για άλλους.
Οι ασθενείς πρέπει να επαναξιολογούνται τακτικά και να επανεκτιμάται η ανάγκη συνέχισης της θεραπείας.
Ορθοστατική υπόταση
Εξαιτίας της δράσης αποκλεισμού της ρισπεριδόνης στους α-υποδοχείς, μπορεί να εμφανισθεί (ορθοστατική) υπόταση, ειδικά κατά την αρχική περίοδο τιτλοποίησης της δόσης. Κλινικώς σημαντική υπόταση έχει παρατηρηθεί μετά την κυκλοφορία του προϊόντος με τη σύγχρονη χρήση ρισπεριδόνης και αντιυπερτασικής θεραπείας. Το RISPERDAL πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, διαταραχές της αγωγιμότητας, αφυδάτωση, ελαττωμένο όγκο αίματος ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο) και η δοσολογία πρέπει να τιτλοποιείται σταδιακά όπως συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.2). Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης εάν εμφανισθεί υπόταση.
Λευκοπενία, ουδετεροπενία, και ακοκκιοκυτταραιμία
Έχουν αναφερθεί περιστατικά λευκοπενίας, ουδετεροπενίας και ακοκκιοκυτταραιμίας με αντιψυχωσικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του RISPERDAL. Ακοκκιοκυτταραιμία έχει αναφερθεί πολύ σπάνια (<1/10.000 ασθενείς) κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Ασθενείς με ιστορικό κλινικά σημαντικού χαμηλού αριθμού λευκοκυττάρων (WBC) ή φαρμακογενούς λευκοπενίας/ουδετεροπενίας πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της θεραπείας και πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο της διακοπής του RISPERDAL μόλις παρατηρηθεί το πρώτο σημείο κλινικά σημαντικής μείωσης του WBC απουσία άλλων αιτιολογικών παραγόντων.
Ασθενείς με κλινικά σημαντική ουδετεροπενία πρέπει να ελέγχονται προσεκτικά για πυρετό ή άλλα συμπτώματα ή σημεία λοίμωξης και να θεραπεύονται κατάλληλα εάν παρουσιαστούν τέτοια συμπτώματα ή σημεία. Ασθενείς με σοβαρή ουδετεροπενία (απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων < 1 x /l) πρέπει να διακόπτουν το RISPERDAL και να παρακολουθούν το WBC τους μέχρι να αποκατασταθεί.
Βραδυκινησία/εξωπυραμιδικά συμπτώματα
Φάρμακα που διαθέτουν ιδιότητες ανταγωνισμού των υποδοχέων της ντοπαμίνης έχουν συσχετιστεί με την πρόκληση βραδυκινησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από ακούσιες, ρυθμικές κινήσεις, κυρίως της γλώσσας και/ή του προσώπου. Η έναρξη εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων αποτελεί παράγοντα κινδύνου για βραδυκινησία. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα βραδυκινησίας, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής όλων των αντιψυχωσικών.
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο (NMS)
Το Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (NMS), το οποίο χαρακτηρίζεται από υπερθερμία, μυϊκή ακαμψία, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, μεταβληθείσα συνείδηση και αυξημένα επίπεδα κρεατινοφωσφοκινάσης του ορού, έχει αναφερθεί ότι παρατηρείται με τα αντιψυχωσικά. Επιπρόσθετα σημεία μπορεί να περιλαμβάνουν μυοσφαιρινουρία (ραβδομυόλυση) και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να διακοπούν όλα τα αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένου του RISPERDAL.
Νόσκος του Πάρκινσον και άνοια με σωμάτια Lewy
Οι ιατροί πρέπει να σταθμίζουν τους κινδύνους έναντι των ωφελειών όταν συνταγογραφούν αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένου του RISPERDAL, σε ασθενείς με νόσο του Πάρκινσον ή Άνοια με σωμάτια Lewy (DLB). Η νόσος του Πάρκινσον μπορεί να επιδεινωθεί με τη ρισπεριδόνη. Και οι δύο ομάδες μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης Κακοήθους Νευροληπτικού Συνδρόμου, καθώς και να εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Οι ασθενείς αυτοί εξαιρέθηκαν από τις κλινικές δοκιμές. Οι εκδηλώσεις αυτής της αυξημένης ευαισθησίας μπορεί να περιλαμβάνουν, επιπλέον των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, σύγχυση, θόλωση της συνείδησης, αστάθεια θέσης του σώματος με συχνές πτώσεις.
Υπεργλυκαιμία και σακχαρώδης διαβήτης
Έχουν αναφερθεί υπεργλυκαιμία, σακχαρώδης διαβήτης και παρόξυνση προϋπάρχοντος διαβήτη κατά τη διάρκεια θεραπείας με RISPERDAL. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει αναφερθεί προηγουμένως αύξηση του σωματικού βάρους, η οποία μπορεί να είναι ένας προδιαθεσικός παράγοντας. Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί συσχέτιση με κετοξέωση και σπάνια με διαβητικό κώμα. Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση, σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες αντιψυχωσικές κατευθυντήριες οδηγίες. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιουσδήποτε άτυπους αντιψυχωσικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του RISPERDAL, πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και αδυναμία) και οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης.
Αύξηση σωματικού βάρους
Έχει αναφερθεί σημαντική αύξηση σωματικού βάρους με τη χρήση του RISPERDAL. Το σωματικό βάρος πρέπει να παρακολουθείται τακτικά.
Υπερπρολακτιναιμία
Η υπερπρολακτιναιμία είναι μια συχνή παρενέργεια της θεραπείας με RISPERDAL. Η αξιολόγηση των επιπέδων της προλακτίνης στο πλάσμα του αίματος συνιστάται σε ασθενείς με ενδείξεις πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την προλακτίνη (π.χ. γυναικομαστία, διαταραχές της εμμήνου ρύσεως, ανωορρηξία, διαταραχή γονιμότητας, μειωμένη λίμπιντο, στυτική δυσλειτουργία, γαλακτόρροια). Μελέτες ιστικής καλλιέργειας υποδεικνύουν ότι η κυτταρική ανάπτυξη στους όγκους των ανθρώπινων μαστών μπορεί να διεγείρεται από την προλακτίνη. Αν και μέχρι στιγμής δεν έχει καταδειχθεί σαφής συσχετισμός με τη χορήγηση αντιψυχωσικών σε κλινικές και επιδημιολογικές μελέτες, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σχετικό ιατρικό ιστορικό. Το RISPERDAL πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα υπερπρολακτιναιμία και σε ασθενείς με όγκους πιθανώς εξαρτώμενους από την προλακτίνη.
Παράταση του QT
Η παράταση του QT έχει αναφερθεί πολύ σπάνια μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά, πρέπει να δίδεται προσοχή όταν η ρισπεριδόνη συνταγογραφείται σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, με οικογενειακό ιστορικό παράτασης του QT, βραδυκαρδία ή με διαταραχή των ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία), καθώς μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αρρυθμιογόνων επιδράσεων, και κατά τη συνδυασμένη χρήση με φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT.
Επιληπτικοί σπασμοί
Το RISPERDAL πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών σπασμών ή άλλων καταστάσεων που δυνητικά ελαττώνουν τον ουδό των σπασμών.
Πριαπισμός
Μπορεί να εμφανισθεί πριαπισμός με τη θεραπεία με RISPERDAL εξαιτίας της ανασταλτικής δράσης του στους α-αδρενεργικούς υποδοχείς.
Ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος
Η παρεμβολή στην ικανότητα του σώματος να ελαττώνει την κεντρική του θερμοκρασία έχει αποδοθεί σε αντιψυχωσικά φάρμακα. Συνιστάται η κατάλληλη φροντίδα όταν συνταγογραφείται το RISPERDAL σε ασθενείς που θα εμπλακούν σε καταστάσεις, οι οποίες μπορεί να συμβάλλουν σε αύξηση της κεντρικής θερμοκρασίας του σώματος, π.χ. πολύ έντονη σωματική άσκηση, έκθεση σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, συγχορήγηση θεραπειών με αντιχολινεργική δράση, ή αφυδάτωση.
Αντιεμετική δράση
Σε προκλινικές μελέτες με ρισπεριδόνη παρατηρήθηκε αντιεμετική δράση. Αυτή η δράση, εάν εμφανιστεί σε ανθρώπους, είναι πιθανό να καλύψει τα σημεία και τα συμπτώματα της υπερδοσολογίας με ορισμένα φάρμακα ή καταστάσεων όπως η εντερική απόφραξη, το σύνδρομο Reye και οι όγκοι του εγκεφάλου.
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία
Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία έχουν μειωμένη ικανότητα να απεκκρίνουν το ενεργό αντιψυχωσικό κλάσμα σε σχέση με τους ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Οι ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία εμφανίζουν αυξημένες συγκεντρώσεις του ελεύθερου κλάσματος της ρισπεριδόνης στο πλάσμα (βλέπε παράγραφο 4.2).
Φλεβική θρομβοεμβολή
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ) με αντιψυχωσικά φάρμακα. Καθώς οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αντιψυχωσικά φάρμακα παρουσιάζουν συχνά επίκτητους παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ, πρέπει να εντοπίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με RISPERDAL και πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
Διεγχειρητικό σύνδρομο χαλαρής ίριδας
Διεγχειρητικό Σύνδρομο Χαλαρής ίΊριδας (IFIS) έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων καταρράκτη σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα με ανταγωνιστική δράση στους άλφα 1α αδρενεργικούς υποδοχείς, συμπεριλαμβανομένου του RISPERDAL (βλέπε παράγραφο 4.8).
Το IFIS ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο οφθαλμικών επιπλοκών τόσο κατά τη διάρκεια της επέμβασης όσο και μετά από αυτή. Πριν από την επέμβαση θα πρέπει να αναφέρεται στο χειρουργό οφθαλμίατρο εάν χρησιμοποιούνται επί του παρόντος ή έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν φάρμακα με ανταγωνιστική δράση στους άλφα 1α αδρενεργικούς υποδοχείς. Το δυνητικό όφελος από τη διακοπή της θεραπείας με αναστολείς των άλφα 1α αδρενεργικών υποδοχέων πριν από τη χειρουργική επέμβαση καταρράκτη δεν έχει τεκμηριωθεί και πρέπει να σταθμίζεται έναντι του κινδύνου από τη διακοπή της αντιψυχωσικής θεραπείας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Πριν συνταγογραφηθεί ρισπεριδόνη σε ένα παιδί ή έναν έφηβο με διαταραχή διαγωγής, πρέπει να γίνει πλήρης αξιολόγηση για τα σωματικά και τα κοινωνικά αίτια της επιθετικής συμπεριφοράς, όπως ο πόνος ή οι ακατάλληλες απαιτήσεις από το περιβάλλον.
Οι κατασταλτικές επιδράσεις της ρισπεριδόνης πρέπει να παρακολουθούνται στενά στον πληθυσμό αυτό, λόγω των πιθανών επιπτώσεων στην ικανότητα μάθησης. Η αλλαγή στην ώρα χορήγησης της ρισπεριδόνης θα μπορούσε να βελτιώσει την επίδραση της καταστολής στις δραστηριότητες των παιδιών και των εφήβων που απαιτούν προσοχή.
Η ρισπεριδόνη έχει συσχετισθεί με μέσες αυξήσεις του σωματικού βάρους και του δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ). Συνιστάται η μέτρηση της αρχικής τιμής του βάρους πριν τη θεραπεία και ο τακτικός έλεγχος του βάρους. Οι μεταβολές στο ύψος σε μακροχρόνιες ανοικτές μελέτες επέκτασης ήταν εντός των αναμενόμενων ανάλογα με την ηλικία προτύπων. Η επίδραση της μακροχρόνιας θεραπείας με ρισπεριδόνη στη σεξουαλική ωρίμανση και το ύψος δεν έχει μελετηθεί επαρκώς.
Λόγω των δυνητικών επιδράσεων της παρατεταμένης υπερπρολακτιναιμίας στην ανάπτυξη και στη σεξουαλική ωρίμανση σε παιδιά και εφήβους, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο τακτικής κλινικής αξιολόγησης της ενδοκρινολογικής κατάστασης, συμπεριλαμβανομένων μετρήσεων του ύψους, του βάρους, της σεξουαλικής ωρίμανσης, της παρακολούθησης της έμμηνης λειτουργίας και άλλων επιδράσεων που πιθανά να σχετίζονται με την προλακτίνη.
Τα αποτελέσματα από μια μικρή μελέτη παρατήρησης μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου έδειξαν ότι τα εκτεθειμένα άτομα σε ρισπεριδόνη ηλικίας 8-16 ετών ήταν κατά μέσο όρο περίπου 3,0 έως 4,8 cm ψηλότερα από όσους έλαβαν άλλα άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα. Η μελέτη αυτή δεν ήταν επαρκής για να προσδιοριστεί εάν η έκθεση σε ρισπεριδόνη είχε οποιαδήποτε επίπτωση στο τελικό ενήλικο ύψος, ή εαν το αποτέλεσμα οφείλεται στην άμεση επίδραση της ρισπεριδόνης στην ανάπτυξη των οστών, ή στην επίδραση της ίδιας της υποκείμενης νόσου στην ανάπτυξη των οστών, ή ήταν αποτέλεσμα καλύτερου ελέγχου της υποκείμενης νόσου καταλήγοντας σε αύξηση της γραμμικής ανάπτυξης.
Κατά τη διάρκεια θεραπείας με ρισπεριδόνη πρέπει να διενεργείται επίσης τακτικός έλεγχος για εξωπυραμιδικά συμπτώματα και άλλες διαταραχές της κίνησης.
Για τις ειδικές δοσολογικές συστάσεις σε παιδιά και εφήβους βλέπε Παράγραφο 4.2.
Έκδοχα
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία περιέχουν λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο. (Αφορά μόνο στα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.)
Τα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα περιέχουν ασπαρτάμη. Η ασπαρτάμη είναι πηγή φαινυλαλανίνης η οποία μπορεί να είναι επιβλαβής σε ανθρώπους με φαινυλκετονουρία. (Αφορά μόνο στα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα.)
Περιέχει κίτρινο (E110). Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις. (Αφορά μόνο στα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία των 2 mg και των 6 mg.)
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-RISPERDAL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις σχετιζόμενες με τη φαρμακοδυναμική
- Φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT:
- Συνιστάται προσοχή με αντιαρρυθμικά, τρικυκλικά/τετρακυκλικά αντικαταθλιπτικά, αντιισταμινικά, άλλα αντιψυχωσικά, κινιδίνη, μεφλοκίνη, φάρμακα που προκαλούν διαταραχές ηλεκτρολυτών, βραδυκαρδία, ή αναστέλλουν τον ηπατικό μεταβολισμό της ρισπεριδόνης.
- Κεντρικής δράσης φάρμακα και αλκοόλ:
- Χρήση με προσοχή λόγω αυξημένου κινδύνου καταστολής (ιδίως αλκοόλ, οπιοειδή, αντιισταμινικά, βενζοδιαζεπίνες).
- Αγωνιστές της λεβοντόπα και της ντοπαμίνης:
- Η ρισπεριδόνη μπορεί να ανταγωνιστεί τη δράση τους. Σε συνδυασμό, χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση.
- Φάρμακα με υποτασική επίδραση:
- Παρατηρήθηκε υπόταση με σύγχρονη χρήση ρισπεριδόνης και αντιυπερτασικής θεραπείας.
- Παλιπεριδόνη:
- Δεν συνιστάται ταυτόχρονη χρήση με από στόματος RISPERDAL, καθώς η παλιπεριδόνη είναι ο ενεργός μεταβολίτης της ρισπεριδόνης.
Αλληλεπιδράσεις σχετιζόμενες με τη φαρμακοκινητική
- Ρόλος CYP2D6, CYP3A4 και P-gp:
- Η ρισπεριδόνη μεταβολίζεται κυρίως μέσω CYP2D6 και δευτερευόντως CYP3A4. Είναι υπόστρωμα της P-gp.
- Ισχυροί αναστολείς του CYP2D6 (π.χ. παροξετίνη, κινιδίνη):
- Μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ρισπεριδόνης και του ενεργού μεταβολίτη. Απαιτείται επανεκτίμηση της δόσης του RISPERDAL.
- Αναστολείς του CYP3A4 και/ή της P-gp (π.χ. ιτρακοναζόλη):
- Μπορεί να αυξήσουν σημαντικά τις συγκεντρώσεις του ενεργού μεταβολίτη. Απαιτείται επανεκτίμηση της δόσης του RISPERDAL.
- Επαγωγείς του CYP3A4 και/ή της P-gp (π.χ. καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη):
- Μπορεί να μειώσουν τις συγκεντρώσεις του ενεργού μεταβολίτη. Απαιτείται επανεκτίμηση της δόσης του RISPERDAL. Η μέγιστη επίδραση μπορεί να χρειαστεί 2 εβδομάδες.
- Φάρμακα με υψηλή δέσμευση πρωτεϊνών:
- Δεν αναμένεται κλινικά σχετική εκτόπιση.
Παραδείγματα αλληλεπιδράσεων:
- Αντιβακτηριακά:
- Ερυθρομυκίνη (μέτριος αναστολέας CYP3A4/P-gp): Καμία επίδραση.
- Ριφαμπικίνη (ισχυρός επαγωγέας CYP3A4/P-gp): Μείωση συγκεντρώσεων ενεργού μεταβολίτη.
- Αντιχολινεστεράσες (Δονεπεζίλη, Γαλανταμίνη):
- Καμία κλινικά σχετική επίδραση.
- Αντιεπιληπτικά:
- Καρβαμαζεπίνη, Φαινυτοΐνη, Φαινοβαρβιτάλη (ισχυροί επαγωγείς CYP3A4/P-gp): Μείωση συγκεντρώσεων ενεργού μεταβολίτη.
- Τοπιραμάτη: Μέτρια μείωση βιοδιαθεσιμότητας ρισπεριδόνης, όχι του ενεργού μεταβολίτη.
- Αντιμυκητιασικά:
- Ιτρακοναζόλη (ισχυρός αναστολέας CYP3A4/P-gp): Αύξηση συγκεντρώσεων ενεργού μεταβολίτη (~70%).
- Κετοκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας CYP3A4/P-gp): Αύξηση ρισπεριδόνης, μείωση 9-υδροξυ-ρισπεριδόνης.
- Αντιψυχωσικά (Φαινοθειαζίνες):
- Αύξηση ρισπεριδόνης, όχι ενεργού μεταβολίτη.
- Αντιϊικά (Αναστολείς πρωτεάσης):
- Ριτοναβίρη (ισχυρός αναστολέας CYP3A4, ασθενής αναστολέας CYP2D6): Πιθανή αύξηση συγκεντρώσεων ενεργού μεταβολίτη.
- Βήτα αναστολείς:
- Ορισμένοι: Αύξηση ρισπεριδόνης, όχι ενεργού μεταβολίτη.
- Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (Βεραπαμίλη):
- Αύξηση ρισπεριδόνης και ενεργού μεταβολίτη.
- Φάρμακα για το γαστρεντερικό (Ανταγωνιστές Η2):
- Σιμετιδίνη, Ρανιτιδίνη (ασθενείς αναστολείς CYP2D6/3A4): Αύξηση βιοδιαθεσιμότητας ρισπεριδόνης, οριακή του ενεργού μεταβολίτη.
- SSRI και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά:
- Φλουοξετίνη (ισχυρός αναστολέας CYP2D6): Αύξηση ρισπεριδόνης, μικρότερη αύξηση ενεργού μεταβολίτη.
- Παροξετίνη (ισχυρός αναστολέας CYP2D6): Αύξηση ρισπεριδόνης. Υψηλότερες δόσεις παροξετίνης αυξάνουν ενεργό μεταβολίτη.
- Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά: Αύξηση ρισπεριδόνης, όχι ενεργού μεταβολίτη.
- Σερτραλίνη (ασθενής αναστολέας CYP2D6), Φλουβοξαμίνη (ασθενής αναστολέας CYP3A4) (έως 100 mg/ημέρα): Καμία κλινικά σημαντική αλλαγή. Υψηλότερες δόσεις μπορεί να αυξήσουν ενεργό μεταβολίτη.
- Επίδραση της ρισπεριδόνης σε άλλα φάρμακα:
- Αντιεπιληπτικά (Βαλπροϊκό, Τοπιραμάτη): Καμία κλινικά σχετική επίδραση.
- Αντιψυχωσικά (Αριπιπραζόλη): Καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική.
- Γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας (Διγοξίνη): Καμία κλινικά σχετική επίδραση.
- Λίθιο: Καμία κλινικά σχετική επίδραση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-RISPERDAL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (≥10%) είναι: Παρκινσονισμός, καταστολή/υπνηλία, κεφαλαλγία και αϋπνία.
Συχνότητες:
- Πολύ συχνές: ≥ 1/10
- Συχνές: ≥ 1/100 έως < 1/10
- Όχι συχνές: ≥ 1/1.000 έως < 1/100
- Σπάνιες: ≥ 1/10.000 έως < 1/1.000
- Πολύ σπάνιες: < 1/10.000
Ανεπιθύμητες Ενέργειες ανά Κατηγορία Οργανικού Συστήματος:
- Λοιμώξεις και παρασιτώσεις:
- Πολύ συχνές: Πνευμονία, βρογχίτιδα, λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού.
- Συχνές: Παραρινοκολπίτιδα, ουρολοίμωξη, λοίμωξη ωτός, γρίππη.
- Όχι συχνές: Λοίμωξη αναπνευστικού, κυστίτιδα, λοίμωξη οφθαλμού, αμυγδαλίτιδα, ονυχομυκητίαση, κυτταρίτιδα, εντοπισμένη λοίμωξη, ιογενής λοίμωξη, ακαροδερματίτιδα.
- Σπάνιες: Λοίμωξη.
- Αιματολογικές διαταραχές και διαταραχές του λεμφικού συστήματος:
- Συχνές: Ουδετεροπενία, μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων, θρομβοπενία, αναιμία, μειωμένος αιματοκρίτης, αυξημένος αριθμός ηωσινόφιλων.
- Όχι συχνές: Ακοκκιοκυτταραιμία.
- Διαταραχές του ανοσιακού συστήματος:
- Όχι συχνές: Υπερευαισθησία.
- Σπάνιες: Αναφυλακτική αντίδραση.
- Ενδοκρινικές διαταραχές:
- Συχνές: Υπερπρολακτιναιμία (μπορεί να οδηγήσει σε γυναικομαστία, διαταραχές έμμηνου ρύσεως, αμηνόρροια, ανωορρηξία, γαλακτόρροια, διαταραχή γονιμότητας, μειωμένη λίμπιντο, στυτική δυσλειτουργία).
- Πολύ σπάνιες: Απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης, γλυκόζη στα ούρα.
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:
- Συχνές: Αύξηση σωματικού βάρους, αύξηση όρεξης, μείωση όρεξης.
- Όχι συχνές: Σακχαρώδης διαβήτης (0,18% σε κλινικές δοκιμές), υπεργλυκαιμία, πολυδιψία, μείωση σωματικού βάρους, ανορεξία, αυξημένη χοληστερόλη αίματος.
- Σπάνιες: Δηλητηρίαση με νερό, υπογλυκαιμία, υπερινσουλιναιμία, αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος.
- Πολύ σπάνιες: Διαβητική κετοξέωση.
- Ψυχιατρικές διαταραχές:
- Πολύ συχνές: Αϋπνία (περιλαμβάνει αρχική αϋπνία, αϋπνία κατά τη μέση του ύπνου).
- Συχνές: Διαταραχή ύπνου, διέγερση, κατάθλιψη, άγχος.
- Όχι συχνές: Μανία, συγχυτική κατάσταση, μειωμένη γενετήσια ορμή, νευρικότητα, εφιάλτης.
- Σπάνιες: Αμβλύ συναίσθημα, ανοργασμία.
- Διαταραχές νευρικού συστήματος:
- Πολύ συχνές: Καταστολή/υπνηλία, παρκινσονισμός (περιλαμβάνει υπερέκκριση σιέλου, μυοσκελετική δυσκαμψία, παρκινσονισμό, σημείο οδοντωτού τροχού, βραδυκινησία, υποκινησία, καθηλωμένο προσωπείο, μυϊκό σφίξιμο, ακινησία, αυχενική ακαμψία, μυϊκή ακαμψία, παρκινσονικό βάδισμα, μη φυσιολογικό μεσόφρυο αντανακλαστικό).
- Συχνές: Κεφαλαλγία.
- Όχι συχνές: Ακαθησία (περιλαμβάνει ανησυχία, υπερκινησία, σύνδρομο ανήσυχων ποδών), δυστονία (περιλαμβάνει υπερτονία, ραιβόκρανο, ακούσιες μυϊκές συσπάσεις, μυϊκή σύσπαση, βλεφαρόσπασμο, κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών, παράλυση γλώσσας, σπασμό προσώπου, λαρυγγόσπασμο, μυοτονία, οπισθότονο, σπασμό στοματοφάρυγγα, πλαγιότονο, σπασμό της γλώσσας, τρισμό), ζάλη, δυσκινησία (περιλαμβάνει μυϊκές δεσμιδώσεις, χορειοαθέτωση, αθέτωση, μυόκλονο), τρόμος.
- Σπάνιες: Βραδυκινησία, εγκεφαλική ισχαιμία, έλλειψη αντίδρασης σε ερεθίσματα, απώλεια συνείδησης, μειωμένο επίπεδο συνείδησης, κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο, διαταραχή αγγείων εγκεφάλου, διαβητικό κώμα.
- Πολύ σπάνιες: Τρόμος.
- Καρδιακές διαταραχές:
- Σπάνιες: Σύνδρομο ορθοστατικής ταχυκαρδίας.
- Πολύ σπάνιες: Παράταση διαστήματος QT, κοιλιακή αρρυθμία, κοιλιακή μαρμαρυγή, κοιλιακή ταχυκαρδία, αιφνίδιος θάνατος, καρδιακή ανακοπή, κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes).
- Αγγειακές διαταραχές:
- Συχνές: Υπόταση (ορθοστατική).
- Πολύ σπάνιες: Θρομβοεμβολή (περιλαμβάνει πνευμονική εμβολή, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση).
- Αναπνευστικές, θωρακικές και μεσοθωρακικές διαταραχές:
- Όχι συχνές: Βήχας, ρινική συμφόρηση.
- Γαστρεντερικές διαταραχές:
- Συχνές: Έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα, ναυτία.
- Όχι συχνές: Κοιλιακό άλγος, ξηροστομία.
- Ηπατοχολυρικές διαταραχές:
- Όχι συχνές: Αύξηση τρανσαμινασών.
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:
- Συχνές: Εξάνθημα, κνίδωση.
- Όχι συχνές: Φωτοευαισθησία, κνησμός, απολέπιση δέρματος, αλωπεκία.
- Σπάνιες: Αγγειοοίδημα.
- Μυοσκελετικές και συνδετικές διαταραχές:
- Όχι συχνές: Αρθραλγία, μυϊκός πόνος.
- Πολύ σπάνιες: Ραβδομυόλυση.
- Νεφρικές και ουροποιητικές διαταραχές:
- Όχι συχνές: Ακράτεια ούρων.
- Διαταραχές της αναπαραγωγικής λειτουργίας και του μαστού:
- Όχι συχνές: Διαταραχή εμμήνου ρύσεως, αμηνόρροια, γαλακτόρροια.
- Σπάνιες: Γυναικομαστία.
- Γενικές διαταραχές και σημεία χορήγησης:
- Συχνές: Κόπωση, πυρετός.
- Όχι συχνές: Οίδημα, διαταραχή βάδισης, αίσθημα κακουχίας.
- Ανεπιθύμητες ενέργειες παλιπεριδόνης (αναμένονται και με RISPERDAL):
- Σύνδρομο ορθοστατικής ταχυκαρδίας.
Αύξηση σωματικού βάρους:
- Ενήλικες με σχιζοφρένεια: 18% με RISPERDAL vs 9% με εικονικό φάρμακο (6-8 εβδομάδες).
- Ενήλικες με οξεία μανία: 2,5% με RISPERDAL vs 2,4% με εικονικό φάρμακο (3 εβδομάδες).
- Παιδιά/έφηβοι με διαταραχές διαγωγής: Μέση αύξηση 7,3 kg μετά από 12 μήνες.
Ειδικοί Πληθυσμοί:
- Ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια:
- Αναφέρθηκαν συχνότερα: Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (1,4%), αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (1,5%), ουρολοίμωξη, περιφερικό οίδημα, λήθαργος, βήχας (≥5% και ≥2x συχνότερα από άλλους ενήλικες).
- Παιδιατρικός πληθυσμός (5-17 ετών):
- Αναφέρθηκαν συχνότερα (≥5% και ≥2x συχνότερα από ενήλικες): Υπνηλία/καταστολή, κόπωση, κεφαλαλγία, αυξημένη όρεξη, έμετος, λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού, ρινική συμφόρηση, κοιλιακό άλγος, ζάλη, βήχας, πυρετός, τρόμος, διάρροια, ενούρηση.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-RISPERDAL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της ρισπεριδόνης σε έγκυες γυναίκες. Η ρισπεριδόνη δεν ήταν τερατογόνος σε μελέτες σε ζώα, αλλά έχουν παρουσιασθεί άλλες μορφές τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Ο δυνητικός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος.
Νεογνά που εκτέθηκαν σε αντιψυχωσικά (συμπεριλαμβανομένου του RISPERDAL) κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης κινδυνεύουν να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης που μπορεί να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν υπάρξει αναφορές για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια, ή διαταραχή πρόσληψης τροφής. Συνεπώς, τα νεογέννητα πρέπει να ελέγχονται προσεκτικά.
Το RISPERDAL δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός και εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Εάν απαιτείται διακοπή κατά τη διάρκεια της κύησης, αυτή δεν πρέπει να γίνει απότομα.
Θηλασμός
Σε μελέτες σε ζώα, η ρισπεριδόνη και η 9-υδρόξυ-ρισπεριδόνη απεκκρίνονται στο γάλα. Έχει καταδειχθεί ότι η ρισπεριδόνη και η 9-υδρόξυ-ρισπεριδόνη απεκκρίνονται επίσης στο μητρικό γάλα του ανθρώπου σε μικρές ποσότητες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ανεπιθύμητες ενέργειες σε βρέφη που θηλάζουν. Επομένως, το όφελος του θηλασμού πρέπει να εκτιμάται έναντι των δυνητικών κινδύνων για το παιδί.
Γονιμότητα
Όπως και άλλα φάρμακα που ανταγωνίζονται τον υποδοχέα ντοπαμίνης D2, το RISPERDAL αυξάνει τα επίπεδα της προλακτίνης. Η υπερπρολακτιναιμία μπορεί να καταστείλλει την GnRH στον υποθάλαμο, οδηγώντας σε μειωμένη έκκριση γοναδοτροπίνης από την υπόφυση. Αυτό στη συνέχεια μπορεί να αναστείλει την αναπραγωγική λειτουργία επηρεάζοντας τη στεροειδογένεση των γονάδων τόσο σε θήλεις όσο και σε άρρενες ασθενείς.
Δεν έχουν παρατηρηθεί σχετικές επιδράσεις σε μη κλινικές δοκιμές.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-RISPERDAL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX08
Μηχανισμός δράσης
Η ρισπεριδόνη είναι ένας εκλεκτικός μονοαμινεργικός ανταγωνιστής με μοναδικές ιδιότητες. Έχει μεγάλη συγγένεια για τους 5ΗΤ 2Α και D 2 ντοπαμινεργικούς υποδοχείς. Συνδέεται επίσης με τους α 1 -αδρενεργικούς υποδοχείς και, με χαμηλότερη συγγένεια, με τους Η 1 -ισταμινεργικούς και α 2 -αδρενεργικούς υποδοχείς. Δεν έχει χημική συγγένεια για τους χολινεργικούς υποδοχείς.
Αν και είναι ισχυρός D2 ανταγωνιστής (βελτιώνει θετικά συμπτώματα σχιζοφρένειας), προκαλεί μικρότερη καταστολή κινητικής δραστηριότητας και καταληψία από τα κλασικά αντιψυχωσικά. Ο εξισορροπημένος κεντρικός ανταγωνισμός σεροτονίνης-ντοπαμίνης μπορεί να μειώσει την προδιάθεση για εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες και να επεκτείνει τη θεραπευτική δράση στα αρνητικά συμπτώματα και τις διαταραχές συναισθήματος.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Κλινική αποτελεσματικότητα:
- Σχιζοφρένεια:
- Αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα σε βραχείας διάρκειας (4-8 εβδομάδες) θεραπείες σε πάνω από 2.500 ασθενείς (DSM-IV κριτήρια).
- Ανωτερότητα έναντι εικονικού φαρμάκου σε κλίμακες BPRS και PANSS.
- Σε συγκριτική δοκιμή δόσης (1-16 mg/ημέρα), δόσεις 4, 8, 16 mg/ημέρα ήταν ανώτερες της 1 mg/ημέρα.
- Σε μακροχρόνια δοκιμή, η ρισπεριδόνη (2-8 mg/ημέρα) έδειξε σημαντικά μεγαλύτερο χρόνο μέχρι την υποτροπή σε σύγκριση με αλοπεριδόλη.
- Επεισόδια μανίας στη διπολική διαταραχή:
- Αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα σε 3 μελέτες μονοθεραπείας (1-6 mg/ημέρα) έναντι εικονικού φαρμάκου (YMRS).
- Αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε στη φάση συντήρησης (9 εβδομάδες) και ήταν συγκρίσιμη με αλοπεριδόλη την εβδομάδα 12.
- Σε συνδυασμό με σταθεροποιητές διάθεσης (λίθιο/βαλπροϊκό), φάνηκε ανώτερη σε μία μελέτη.
- Επίμονη επιθετικότητα κατά την άνοια:
- Αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα σε 3 μελέτες (0,5-4 mg/ημέρα) έναντι εικονικού φαρμάκου σε ηλικιωμένους με μέτρια έως σοβαρή άνοια (BEHAVE-AD, Cohen-Mansfeld Agitation Inventory).
- Το αποτέλεσμα ήταν ανεξάρτητο από τη σοβαρότητα της άνοιας, την παρουσία ψύχωσης ή τον τύπο της άνοιας.
- Παιδιατρικός πληθυσμός (Διαταραχές διαγωγής):
- Αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα σε 2 μελέτες (0,02-0,06 mg/kg/ημέρα) έναντι εικονικού φαρμάκου σε παιδιά 5-12 ετών (Nisonger-Child Behaviour Rating Form).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-RISPERDAL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική
Το RISPERDAL δισκία διασπειρόμενα στο στόμα και πόσιμο διάλυμα είναι βιοϊσοδύναμα με τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
Απορρόφηση
- Πλήρης απορρόφηση μετά από από στόματος χορήγηση.
- Μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα: 1-2 ώρες.
- Απόλυτη από στόματος βιοδιαθεσιμότητα: 70%.
- Η τροφή δεν επηρεάζει την απορρόφηση.
- Σταθερή κατάσταση ρισπεριδόνης: ~1 ημέρα.
- Σταθερή κατάσταση 9-υδροξυ-ρισπεριδόνης: 4-5 ημέρες.
Κατανομή
- Ταχεία κατανομή.
- Όγκος κατανομής: 1-2 l/kg.
- Σύνδεση με πρωτεΐνες πλάσματος: ρισπεριδόνη 90%, 9-υδροξυ-ρισπεριδόνη 77%.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
- Μεταβολισμός: Κυρίως σε 9-υδροξυ-ρισπεριδόνη (ενεργός μεταβολίτης) μέσω CYP2D6.
- CYP2D6: Γενετικός πολυμορφισμός (εκτενής vs περιορισμένη μεταβολική ικανότητα) επηρεάζει τις συγκεντρώσεις, αλλά όχι η συνδυασμένη φαρμακοκινητική του ενεργού κλάσματος.
- Άλλη οδός: Ν-αποαλκυλίωση.
- Δεν αναστέλλει σημαντικά άλλα CYP ισοένζυμα.
- Αποβολή: 70% στα ούρα, 14% στα κόπρανα (1 εβδομάδα μετά τη χορήγηση).
- Στα ούρα, ρισπεριδόνη + 9-υδροξυ-ρισπεριδόνη: 35-45% της δόσης.
- Χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης ρισπεριδόνης (ψυχωσικοί ασθενείς): ~3 ώρες.
- Χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης 9-υδροξυ-ρισπεριδόνης και ενεργού κλάσματος: 24 ώρες.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
- Οι συγκεντρώσεις ρισπεριδόνης στο πλάσμα είναι δοσοεξαρτώμενες.
Ηλικιωμένοι, ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία
- Ηλικιωμένοι:
- ~43% υψηλότερες δραστικές συγκεντρώσεις ενεργού κλάσματος.
- ~38% μεγαλύτερος χρόνος ημίσειας ζωής.
- Μειωμένη κάθαρση ενεργού κλάσματος.
- Μέτρια νεφρική νόσο:
- Κάθαρση ενεργού τμήματος ~48% της κάθαρσης υγιών ενηλίκων.
- Χρόνος ημίσειας ζωής ~1,5 φορές μεγαλύτερος.
- Σοβαρή νεφρική νόσο:
- Κάθαρση ενεργού τμήματος ~31% της κάθαρσης υγιών ενηλίκων.
- Χρόνος ημίσειας ζωής ~1,7 φορές μεγαλύτερος.
- Ηπατική δυσλειτουργία:
- Φυσιολογικές συγκεντρώσεις ρισπεριδόνης, αλλά αυξημένο ελεύθερο κλάσμα (~37,1%).
- Κάθαρση και χρόνος ημίσειας ζωής παρόμοιοι με υγιείς ενήλικες.
Παιδιατρικός πληθυσμός
- Φαρμακοκινητική παρόμοια με ενήλικες.
Φύλο, φυλή και κάπνισμα
- Καμία προφανής επίδραση στη φαρμακοκινητική.
ΕΟΦ · 4.2
Aντιψυχωσικά φάρμακα
expand_more
Aντιψυχωσικά φάρμακα
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται το πρότυπο άτυπο κλοζαπίνη και τα νεώτερα αντιψυχωσικά ολανζαπίνη και κουετιαπίνη. Η ρισπεριδόνη έχει χαρακτηριστικά και των δύο κατηγοριών.
H κυριότερη ένδειξη είναι η σχιζοφρενική ψύχωση. Άλλες ενδείξεις χορήγησης είναι μανία, οξύ ψυχωσικό επεισόδιο, παραληρητικές μορφές κατάθλιψης (με ταυτόχρονη χορήγηση αντικαταθλιπτικού), οργανικές ψυχώσεις (οφειλόμενες σε οργανική πάθηση). Λιγότερο αποτελεσματικά είναι στις χρόνιες παραληρητικές διαταραχές. H συστηματική χορήγηση αντιψυχωσικών σε αγχώδεις διαταραχές ή ψυχοσωματικά νοσήματα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί έχουν πολύ περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από τα αγχολυτικά.
Tα αντιψυχωσικά βελτιώνουν τις διαταραχές της σκέψης, της αντίληψης, του συναισθήματος, την υπερκινητική συμπεριφορά και επηρεάζουν θετικά την επανασύνδεση του σχιζοφρενούς με το περιβάλλον του. H χορήγηση των αντιψυχωσικών επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο των οξέων σχιζοφρενικών επεισοδίων και των υποτροπών της νόσου. H μακροχρόνια συνέχιση της χορήγησης των αντιψυχωσικών μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, συχνά σε μειωμένες δόσεις συντήρησης, αποβλέπει στην πρόληψη των υποτροπών που εμφανίζονται εβδομάδες ή και μήνες μετά τη διακοπή των φαρμάκων. Για τη περίπτωση αυτή υπάρχουν μορφές παρατεταμένης δράσεως.
Πιο πιθανός τρόπος δράσεως θεωρείται ο αποκλεισμός των υποδοχέων D2 της ντοπαμίνης. H ιδιότητα αυτή φαίνεται να συσχετίζεται θετικά με τη θεραπευτική τους αποτελεσματικότητα. Ωστόσο το άτυπο αντιψυχωσικό κλοζαπίνη δεσμεύει σε μικρότερο βαθμό τους D2 υποδοχείς, αλλά δεσμεύει ταυτόχρονα σε σημαντικό βαθμό τους υποδοχείς τύπου 2 της σεροτονίνης (5HT2), σε αντίθεση με τα κλασικά αντιψυχωσικά. Aκόμη, η εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και η αύξηση της προλακτίνης οφείλεται στην αντιντοπαμινεργική τους δράση. Eπίσης τα αντιψυχωσικά αποκλείουν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τους αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς και άλλους σεροτονινεργικούς υποδοχείς, ιδιότητες που συνδέονται με ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα κ.ά. (βλ. και Πίνακα 4.2).
t4.2.jpg:
Tα αντιψυχωσικά έχουν την ίδια αντιψυχωσική ισχύ και το καθένα μπορεί να αντικατασταθεί με ισοδύναμες δόσεις άλλου φαρμάκου. Eξαίρεση αποτελούν η κλοζαπίνη, η οποία είναι δυνατόν να έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε ανθεκτικές μορφές σχιζοφρένειας καθώς και η προμαζίνη και η λεβοπρομαζίνη, οι οποίες έχουν ασθενέστερη δράση και χορηγούνται σαν συμπληρωματικά της κύριας αντιψυχωσικής αγωγής φάρμακα.
H επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από το αν είναι επιθυμητό μικρότερο ή μεγαλύτερο κατασταλτικό αποτέλεσμα, καθώς και από την ευαισθησία του ασθενούς στις εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα νεότερα άτυπα αντιψυχωσικά, σε αντίθεση με τα κλασικά νευροληπτικά, πλεονεκτούν σημαντικά από πλευράς ανεπιθύμητων ενεργειών καθώς και στην αντιμετώπιση των αρνητικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας. H απάντηση στη θεραπεία και η ανοχή στις ανεπιθύμητες ενέργειες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών. H χορήγηση περισσότερων του ενός αντιψυχωσικών στον ασθενή πρέπει να αποφεύγεται, καθότι δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιορίζονται. Aσθενής με καλή ανταπόκριση σε ένα αντιψυχωσικό στο παρελθόν είναι αρκετά πιθανό να απαντήσει πάλι εξίσου καλά. Aντίθετα, αντιψυχωσικά που στο παρελθόν έχουν προκαλέσει έντονα εξωπυραμιδικά συμπτώματα πρέπει να αποφεύγονται ως πρώτη επιλογή. Για ειδικές κατηγορίες ασθενών, π.χ. ασθενείς με ιστορικό αποπειρών αυτοκαταστροφής, πρέπει να χορηγούνται αντιψυχωσικά που είναι περισσότερο ασφαλή. Aντιψυχωσικά που σε υπερβολικές δόσεις είναι καρδιοτοξικά, όπως η θειοριδαζίνη και η πιμοζίδη, πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Σε ασθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτη ή άλλες αντενδείξεις σε αντιχολινεργικά φάρμακα, πρέπει να αποφεύγονται φαινοθειαζίνες ή θειοξανθένια με αυξημένες αντίστοιχες ιδιότητες, όπως η θειοριδαζίνη. H ηρεμιστική κατασταλτική δράση των αντιψυχωσικών εμφανίζεται 1 εβδομάδα πριν από την απάντηση των ψυχωσικών συμπτωμάτων, όπως οι παραληρητικές ιδέες και οι ψευδαισθήσεις. Συνεπώς η αύξηση της δόσης πριν από την παρέλευση χρονικού διαστήματος πρέπει να αποφεύγεται γιατί οδηγεί σε υπερδοσολογία, η οποία δεν προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα και δημιουργεί κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Eφόσον ο ασθενής είναι διεγερτικός χορηγούνται προσωρινά μεγαλύτερες δόσεις κατά προτίμηση σε ενδομυϊκές μορφές.
H ασφαλής και αποτελεσματική χορήγηση σκευασμάτων παρατεταμένης δράσεως προϋποθέτει τα ακόλουθα:
o Έναρξη με χαμηλή δόση, π.χ. 1 ml αλοπεριδόλης δοκιμαστικά για τον έλεγχο ανεπιθύμητων ενεργειών.
o Mε τις αρχικές χαμηλές δόσεις μπορεί να είναι αναγκαία η συγχορήγηση αντιψυχωσικού από του στόματος.
o Oι ασθενείς πρέπει να ελεγχθούν για ακινητικά συμπτώματα και συμπτώματα που προσομοιάζουν με κατάθλιψη. Στην περίπτωση αυτή, επειδή οφείλονται στο φάρμακο, οι δόσεις πρέπει να μειωθούν.
o Tυπικά παρκινσονικά συμπτώματα και ακαθισία εμφανίζονται συχνά και αντιμετωπίζονται με αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά.
o H ανάγκη για συνέχιση της αντιπαρκινσονικής θεραπείας πρέπει να επανεκτιμάται ανά διαστήματα. H οξεία δυστονία (έντονη, ασύμμετρη σύσπαση μυικών ομάδων με συνέπεια παραμορφωτικές στάσεις κεφαλής, κάτω γνάθου, γλώσσας, οφθαλμικών βολβών, άκρων ή και κορμού) παρουσιάζεται στην αρχή της θεραπείας. Για την άμεση αντιμετώπισή της χρησιμοποιούνται ενέσιμα αντιπαρκινσονικά.
H χορήγηση κλοζαπίνης είναι δυνατόν να προκαλέσει ουδετεροπενία έως και ακοκκιοκυτταραιμία. Γι αυτό είναι απαραίτητος ο έλεγχος του αίματος πριν από την έναρξη της θεραπείας, κάθε εβδομάδα τις πρώτες 18 εβδομάδες θεραπείας, και μετά κάθε μήνα όσο διαρκεί η θεραπεία. Aν διαπιστωθεί διαταραχή η χορήγηση διακόπτεται.
Yπάρχει ο κίνδυνος μετά από μακρόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικών να εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή της θεραπείας όψιμη δυσκινησία. Πρόκειται για ένα σύνδρομο ανώμαλων κινήσεων που συνήθως αφορά τους περιστοματικούς μυς, τους μυς της παρειάς και της γλώσσας. Kινήσεις των άκρων και του κορμού είναι πιο σπάνιες. Για την εμφάνιση όψιμης δυσκινησίας απαιτούνται κατά κανόνα μήνες και χρόνια. Hλικιωμένα άτομα, γυναίκες, ασθενείς με οργανικές εγκεφαλικές βλάβες και ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλες δόσεις νευροληπτικών έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν όψιμη δυσκινησία χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποκλεισθεί για άλλα άτομα. H κατά το δυνατό μειωμένη δόση συντήρησης φαίνεται ότι περιορίζει τις πιθανότητες εμφάνισης της όψιμης δυσκινησίας.
Tα αντιψυχωσικά δεν προκαλούν εξάρτηση.
Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο είναι μια εξαιρετικά σοβαρή ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Tα κυριότερα συμπτώματα είναι δυσκαμψία, πυρετός, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος (υπόταση ή υπέρταση, ταχυκαρδία, ωχρότητα) και εγκεφαλοπάθεια. Aναπτύσσονται σε 24-32 ώρες και η δυσκαμψία προηγείται των άλλων. O πυρετός μπορεί να είναι υψηλός με θερμοκρασίες 41° C και υψηλότερες, ενώ ο μυϊκός τόνος είναι αυξημένος και σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε νέκρωση του μυϊκού ιστού με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας από μυοσφαιρινουρία. Παρατηρούνται ακόμη καρδιακή αρρυθμία, ακινησία, τρόμος και ακούσιες κινήσεις. O ασθενής είναι συνήθως συγχυτικός και αμίλητος. Tο επίπεδο συνειδήσεως παρουσιάζει μεταβολές και ο ασθενής εκδηλώνει διέγερση ή βρίσκεται μέχρι και σε εμβροντησία. Aυξημένη είναι η δραστικότητα της κρεατινοφωσφοκινάσης και των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες και γαλακτική αφυδρογονάση). Aν και όλα τα νευροληπτικά έχουν συνδυασθεί με το κακοήθες σύνδρομο, σε υψηλές δόσεις αυτών που έχουν μεγαλύτερη ισχύ ο κίνδυνος αυξάνεται. Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο αποβαίνει θανατηφόρο σε ποσοστό 20%. Aντιμετώπιση: Άμεση διακοπή χορήγησης αντιψυχωσικών, ενυδάτωση του ασθενούς, παρακολούθηση της καρδιακής, αναπνευστικής και νεφρικής λειτουργίας, χρήση ψυχρών επιθεμάτων και χορήγηση συνδυασμού μυοχαλαρωτικών (νατριούχος δανδρολένη 1-3 mg/kg ημερησίως από του στόματος ή ενδοφλεβίως), βενζοδιαζεπινών και βρωμοκρυπτίνης 5-10 mg ημερησίως.
Αλλες χρήσεις: Mερικά αντιψυχωτικά φάρμακα, κυρίως η χλωροπρομαζίνη και η αλοπεριδόλη, χρησιμοποιούνται σε μικρές δόσεις για την καταπολέμηση του επίμονου λόξυγγα, της ναυτίας και του εμέτου. Eπίσης η αλοπεριδόλη σε διάφορες υπερκινησίες, όπως η χορεία του Huntington, τα τικς, το σύνδρομο Gilles de la Tourette, κ.ά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 1 έως 2 L/kg
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης της δεν είναι πλήρως κατανοητός, η τρέχουσα εστίαση είναι στην ικανότητα της ρισπεριδόνης να αναστέλλει τους ντοπαμινεργικούς υποδοχείς D2 και τους σεροτονινεργικούς υποδοχείς 5-HT2A στον εγκέφαλο. Η σχιζοφρένεια πιστεύεται ότι προκύπτει από την περίσσεια ντοπαμινεργικής D2 και σεροτονινεργικής 5-HT2A δραστηριότητας, οδηγώντας σε υπερδραστηριότητα των κεντρικών μεσο-κολιμβικών και μεσο-φλοιωδών οδών, αντίστοιχα. Οι ντοπαμινεργικοί υποδοχείς D2 αναστέλλονται παροδικά από τη ρισπεριδόνη, μειώνοντας τη ντοπαμινεργική νευροδιαβίβαση, μειώνοντας έτσι τα θετικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας, όπως οι αυταπάτες και οι παραισθήσεις. Η ρισπεριδόνη συνδέεται παροδικά και με χαλαρή συγγένεια με τον ντοπαμινεργικό υποδοχέα D2, με ιδανική πληρότητα υποδοχέων 60-70% για βέλτιστο αποτέλεσμα. Η ταχεία διάσταση της ρισπεριδόνης από τους υποδοχείς D2 συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (EPS), τα οποία εμφανίζονται με μόνιμη και υψηλή πληρότητα αποκλεισμού των ντοπαμινεργικών υποδοχέων D2. Η χαμηλή συγγένεια πρόσδεσης και η ταχεία διάσταση από τον υποδοχέα D2 διακρίνουν τη ρισπεριδόνη από τα παραδοσιακά αντιψυχωσικά φάρμακα. Η υψηλότερη πληρότητα των υποδοχέων D2 λέγεται ότι αυξάνει τον κίνδυνο εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και επομένως πρέπει να αποφεύγεται. Η αυξημένη σεροτονινεργική μεσο-φλοιώδης δραστηριότητα στη σχιζοφρένεια οδηγεί σε αρνητικά συμπτώματα, όπως κατάθλιψη και μειωμένη κίνηση. Η υψηλή συγγένεια πρόσδεσης της ρισπεριδόνης στους υποδοχείς 5-HT2A οδηγεί σε μείωση της σεροτονινεργικής δραστηριότητας. Επιπλέον, ο αποκλεισμός των υποδοχέων 5-HT2A οδηγεί σε μειωμένο κίνδυνο εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, πιθανώς αυξάνοντας την απελευθέρωση ντοπαμίνης από τον μετωπιαίο φλοιό, και όχι από τη μέλαινα-ραβδωτή οδό. Τα επίπεδα ντοπαμίνης επομένως δεν αναστέλλονται πλήρως. Μέσω των παραπάνω μηχανισμών, πιστεύεται ότι ο σεροτονινεργικός αποκλεισμός και ο αποκλεισμός D2 από τη ρισπεριδόνη συνεργάζονται για να μειώσουν τον κίνδυνο εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων. Η ρισπεριδόνη έχει επίσης αναφερθεί ότι είναι ανταγωνιστής των υποδοχέων άλφα-1 (α1), άλφα-2 (α2) και ισταμίνης (H1). Ο αποκλεισμός αυτών των υποδοχέων πιστεύεται ότι βελτιώνει τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας, ωστόσο ο ακριβής μηχανισμός δράσης σε αυτούς τους υποδοχείς δεν είναι πλήρως κατανοητός αυτή τη στιγμή.
Η ρισπεριδόνη έχει υψηλή συγγένεια για πολλούς υποδοχείς, συμπεριλαμβανομένων των υποδοχέων σεροτονίνης (5-HT 2A/2C), των υποδοχέων ντοπαμίνης D2 και των υποδοχέων άλφα1 και H1. Δεν έχει αξιοσημείωτη δραστηριότητα στους υποδοχείς M1. Ο κύριος μεταβολίτης της (9-υδροξυρισπεριδόνη) είναι σχεδόν ισοδύναμος σε σχέση με τη μητρική ένωση στους υποδοχείς D2 και 5-HT 2A.
Ο ακριβής μηχανισμός αντιψυχωσικής δράσης της ρισπεριδόνης δεν έχει διελευκανθεί πλήρως, αλλά, όπως και της κλοζαπίνης, φαίνεται να είναι πιο περίπλοκος από αυτόν των περισσότερων άλλων αντιψυχωσικών παραγόντων και μπορεί να περιλαμβάνει ανταγωνισμό των κεντρικών σεροτονινεργικών τύπου 2 (5-HT2) υποδοχέων και κεντρικών υποδοχέων ντοπαμίνης D2.
Η ρισπεριδόνη είναι ένα άτυπο αντιψυχωσικό φάρμακο που συνταγογραφείται ευρέως σε νεαρούς ασθενείς με διαφορετικές ψυχωσικές διαταραχές. Οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις αυτού του αντιψυχωσικού παράγοντα στους νευρωνικούς υποδοχείς στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο παραμένουν ασαφείς και απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση. Σε αυτή τη μελέτη, εξετάσαμε τις επιδράσεις της μακροχρόνιας θεραπείας με ρισπεριδόνη σε δύο υποτύπους υποδοχέων σεροτονίνης σε περιοχές του εγκεφάλου νεαρών αρουραίων. Τα επίπεδα των υποδοχέων 5-HT(1A) και 5-HT(2A) σε περιοχές του πρόσθιου εγκεφάλου νεαρών αρουραίων ποσοτικοποιήθηκαν μετά από 3 εβδομάδες θεραπείας με τρεις διαφορετικές δόσεις ρισπεριδόνης (0,3, 1,0 και 3,0mg/kg). Τα ευρήματα συγκρίθηκαν με προηγουμένως αναφερόμενες αλλαγές στους υποδοχείς 5-HT μετά από θεραπεία με ρισπεριδόνη (3,0mg/kg) σε ενήλικες αρουραίους. Οι τρεις δόσεις ρισπεριδόνης αύξησαν επιλεκτικά και δοσοεξαρτώμενα τα επίπεδα των υποδοχέων 5-HT(1A) στον μέσο-προμετωπιαίο και ραχιαίο-πλευρικό φλοιό νεαρών ζώων. Οι υψηλότερες δόσεις (1,0 και 3,0mg/kg) ρισπεριδόνης αύξησαν επίσης τη δέσμευση υποδοχέων 5-HT(1A) στην περιοχή CA(1) του ιππόκαμπου νεαρών, αλλά όχι ενήλικων αρουραίων. Αντίθετα, οι τρεις δόσεις ρισπεριδόνης μείωσαν σημαντικά την επισήμανση 5-HT(2A) στον μέσο-προμετωπιαίο και ραχιαίο-πλευρικό φλοιό τόσο σε νεαρά όσο και σε ενήλικα ζώα με ισοδύναμο τρόπο. Οι υποδοχείς 5-HT(1A) και 5-HT(2A) σε άλλες περιοχές του πρόσθιου εγκεφάλου δεν επηρεάστηκαν από επαναλαμβανόμενη θεραπεία με ρισπεριδόνη. Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι υπάρχουν διαφορικές επιδράσεις της ρισπεριδόνης στους υποδοχείς 5-HT(1A) και 5-HT(2A) σε νεαρά ζώα, και ότι το σύστημα 5-HT στα αναπτυσσόμενα ζώα είναι πιο ευαίσθητο από τους ενήλικες στις μακροπρόθεσμες επιδράσεις της ρισπεριδόνης.
Η κύρια κατηγορία άτυπων αντιψυχωσικών φαρμάκων (APDs) που χρησιμοποιούνται σήμερα περιλαμβάνει το πρωτοτυπικό άτυπο APD, κλοζαπίνη, καθώς και αριπιπραζόλη, ασενεπίνη, ιλοπεριδόνη, λουρασιδόνη, ολανζαπίνη, κουετιαπίνη, ρισπεριδόνη και ζιπρασιδόνη. Σε κλινικά αποτελεσματικές δόσεις, αυτοί οι παράγοντες προκαλούν εκτεταμένο αποκλεισμό των υποδοχέων σεροτονίνης (5-HT)(2A), άμεση ή έμμεση διέγερση των υποδοχέων 5-HT(1A) και, σε μικρότερο βαθμό, μείωση της νευροδιαβίβασης που μεσολαβείται από τους υποδοχείς ντοπαμίνης (DA) D(2). Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα τυπικά APDs, όπως η ηλοπεριδόλη και η περφενάζίνη, οι οποίες είναι κυρίως ανταγωνιστές των υποδοχέων DA D(2/)D(3) και έχουν ασθενέστερη, αν υπάρχει, ισχύ ως ανταγωνιστές των υποδοχέων 5-HT(2A). Ορισμένα, αλλά όχι όλα, τα άτυπα APDs είναι επίσης αποτελεσματικοί αντίστροφοι αγωνιστές ή ουδέτεροι ανταγωνιστές των υποδοχέων 5-HT(2C), ανταγωνιστές των υποδοχέων 5-HT(6) ή 5-HT(7). Αυτή η ποικίλη δράση στους υποδοχείς 5-HT μπορεί να συμβάλλει σε σημαντικές διαφορές στην αποτελεσματικότητα και την ανεκτικότητα μεταξύ των άτυπων APDs. Υπάρχουν εκτεταμένα προκλινικά και ορισμένα κλινικά στοιχεία ότι οι επιδράσεις στους υποδοχείς 5-HT συμβάλλουν στον χαμηλό κίνδυνο πρόκλησης εξωπυραμιδικών παρενεργειών, που είναι το καθοριστικό χαρακτηριστικό ενός άτυπου APD, η έλλειψη αύξησης των επιπέδων προλακτίνης στο πλάσμα (με εξαιρέσεις τη ρισπεριδόνη και την 9-υδροξυρισπεριδόνη), η αντιψυχωσική δράση και η ικανότητα βελτίωσης ορισμένων τομέων της γνωστικής λειτουργίας σε ασθενείς με σχιζοφρένεια. Οι σεροτονινεργικές δράσεις των άτυπων APDs, ειδικά ο ανταγωνισμός των υποδοχέων 5-HT(2A), είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τις διαφορικές επιδράσεις των τυπικών και άτυπων APDs στην υπέρβαση των επιδράσεων της οξείας ή υποχρόνιας χορήγησης ανταγωνιστών του υποδοχέα N-μεθυλ-D-ασπαρτικού (NMDA), όπως η φαινκυκλιδίνη, η κεταμίνη και η διζοσιλπίνη (MK-801). Η διέγερση του υποδοχέα 5-HT(1A) και ο ανταγωνισμός των υποδοχέων 5-HT(6) και 5-HT(7) μπορεί να συμβάλλουν στις ευεργετικές επιδράσεις αυτών των παραγόντων στη γνώση. Συγκεκριμένα, ο ανταγωνισμός του υποδοχέα 5-HT(7) μπορεί να αποτελεί τη βάση για τις προ-γνωστικές επιδράσεις του άτυπου APD, αμισουλπρίδη, ενός ανταγωνιστή των υποδοχέων D(2)/D(3), ο οποίος δεν έχει επίδραση σε άλλους υποδοχείς 5-HT. Ο ανταγωνισμός του υποδοχέα 5-HT(2C) φαίνεται να συμβάλλει στην αύξηση βάρους που προκαλείται από ορισμένα άτυπα APDs και μπορεί επίσης να επηρεάσει τη γνώση και την ψύχωση μέσω της επίδρασής του στη δραστηριότητα των ντοπαμινεργικών φλοιωδών και λιμβικών οδών.
Η παλιπεριδόνη είναι ένας ενεργός μεταβολίτης του αντιψυχωσικού άτυπου δεύτερης γενιάς, ρισπεριδόνη, πρόσφατα εγκεκριμένος για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας και της σχιζο-συναισθηματικής διαταραχής. Επειδή η παλιπεριδόνη διαφέρει από τη ρισπεριδόνη μόνο κατά μια ομάδα υδροξυλίου, έχουν εγερθεί ερωτήματα σχετικά με το εάν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις επιδράσεις που προκαλούνται μεταξύ αυτών των δύο φαρμάκων. /Οι ερευνητές/ συνέκριναν τις σχετικές αποτελεσματικότητες της παλιπεριδόνης έναντι της ρισπεριδόνης για τη ρύθμιση διαφόρων σηματοδοτικών μονοπατιών κυττάρων που συνδέονται με τέσσερις επιλεγμένους στόχους GPCR που είναι σημαντικοί για θεραπευτικές ή ανεπιθύμητες επιδράσεις: ανθρώπινους ντοπαμινεργικούς D2, ανθρώπινο υποτύπο σεροτονινεργικού 2A (5-HT2A), ανθρώπινο υποτύπο σεροτονινεργικού 2C και ανθρώπινους υποδοχείς ισταμίνης H1. Ενώ οι σχετικές αποτελεσματικότητες της παλιπεριδόνης και της ρισπεριδόνης ήταν ίδιες για ορισμένες αποκρίσεις, βρέθηκαν σημαντικές διαφορές για διάφορα συστήματα σηματοδότησης υποδοχέων, με την παλιπεριδόνη να έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη σχετική αποτελεσματικότητα από τη ρισπεριδόνη ανάλογα με το ζεύγος υποδοχέα-απόκρισης. Ενδιαφέρον, για την πρόσληψη β-αρρεστίνης που μεσολαβείται από 5-HT2A, την ευαισθητοποίηση του ERK που μεσολαβείται από 5-HT2A και την ευαισθητοποίηση της αδεναϋλοκυκλάσης που μεσολαβείται από ντοπαμίνη D2, τόσο η παλιπεριδόνη όσο και η ρισπεριδόνη λειτούργησαν ως αγωνιστές. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η μεμονωμένη ομάδα υδροξυλίου της παλιπεριδόνης προάγει διαμορφώσεις υποδοχέων που μπορεί να διαφέρουν από αυτές της ρισπεριδόνης, οδηγώντας σε διαφορές στο φάσμα ρύθμισης των αλληλουχιών σηματοδότησης κυττάρων. Τέτοιες διαφορές στη σηματοδότηση σε κυτταρικό επίπεδο θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορές μεταξύ παλιπεριδόνης και ρισπεριδόνης στην θεραπευτική αποτελεσματικότητα ή στην παραγωγή ανεπιθύμητων ενεργειών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Καλά απορροφούμενη. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ρισπεριδόνης είναι 70% (CV=25%). Η σχετική από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ρισπεριδόνης από δισκίο είναι 94% (CV=10%) σε σύγκριση με διάλυμα.
Η ρισπεριδόνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Σε υγιείς ηλικιωμένους ασθενείς, η νεφρική κάθαρση τόσο της ρισπεριδόνης όσο και της 9-υδροξυρισπεριδόνης μειώθηκε, και οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής παρατάθηκαν σε σύγκριση με τους νέους υγιείς ασθενείς.
Ο όγκος κατανομής της ρισπεριδόνης είναι περίπου 1 έως 2 L/kg.
Η ρισπεριδόνη αποβάλλεται από τους νεφρούς. Η κάθαρση μειώνεται στους ηλικιωμένους και σε εκείνους με κάθαρση κρεατινίνης (ClCr) μεταξύ 15-59 mL/min, όπου η κάθαρση μειώνεται κατά περίπου 60%.
Η ρισπεριδόνη απορροφάται καλά. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ρισπεριδόνης είναι 70% (CV=25%). Η σχετική από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ρισπεριδόνης από δισκίο είναι 94% (CV=10%) σε σύγκριση με διάλυμα.
Η ρισπεριδόνη κατανέμεται γρήγορα. Ο όγκος κατανομής είναι 1-2 L/kg. Στο πλάσμα, η ρισπεριδόνη συνδέεται με λευκωματίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Η δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος της ρισπεριδόνης είναι 90%, και αυτή του κύριου μεταβολίτη της, 9-υδροξυρισπεριδόνης, είναι 77%. Ούτε η ρισπεριδόνη ούτε η 9-υδροξυρισπεριδόνη εκτοπίζουν η μία την άλλη από τις θέσεις δέσμευσης του πλάσματος. Υψηλές θεραπευτικές συγκεντρώσεις σουλφαμεθαζίνης (100 ug/mL), βαρφαρίνης (10 ug/mL) και καρβαμαζεπίνης (10 ug/mL) προκάλεσαν μόνο μια μικρή αύξηση στο ελεύθερο κλάσμα της ρισπεριδόνης σε 10 ng/mL και της 9-υδροξυρισπεριδόνης σε 50 ng/mL, αλλαγές άγνωστης κλινικής σημασίας.
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ρισπεριδόνης, του κύριου μεταβολίτη της, 9-υδροξυρισπεριδόνης, και της ρισπεριδόνης συν 9-υδροξυρισπεριδόνης είναι ανάλογες της δόσης εντός του εύρους δοσολογίας 1 έως 16 mg ημερησίως (0,5 έως 8 mg δύο φορές ημερησίως). Μετά από από του στόματος χορήγηση διαλύματος ή δισκίου, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ρισπεριδόνης στο πλάσμα εμφανίστηκαν περίπου 1 ώρα μετά. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις 9-υδροξυρισπεριδόνης εμφανίστηκαν περίπου 3 ώρες σε εκτεταμένους μεταβολιστές και 17 ώρες σε αργούς μεταβολιστές. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης της ρισπεριδόνης επιτυγχάνονται σε 1 ημέρα σε εκτεταμένους μεταβολιστές και αναμένεται να επιτύχουν σταθερή κατάσταση σε περίπου 5 ημέρες σε αργούς μεταβολιστές. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης της 9-υδροξυρισπεριδόνης επιτυγχάνονται σε 5-6 ημέρες (μετρημένες σε εκτεταμένους μεταβολιστές).
Η ρισπεριδόνη και η 9-υδροξυρισπεριδόνη υπάρχουν στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΡΙΣΠΕΡΙΔΟΝΗ (σύνολο 6), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Εκτενώς μεταβολίζεται από το ηπατικό κυτόχρωμα P450 2D6 ισοένζυμο σε 9-υδροξυρισπεριδόνη (δηλ. [παλιπεριδόνη]), η οποία έχει περίπου την ίδια συγγένεια πρόσδεσης υποδοχέων με τη ρισπεριδόνη. Η υδροξυλίωση εξαρτάται από την δεμπρισοκίνη 4-υδροξυλάση και ο μεταβολισμός είναι ευαίσθητος σε γενετικούς πολυμορφισμούς στην δεμπρισοκίνη 4-υδροξυλάση. Η ρισπεριδόνη υφίσταται επίσης Ν-αποαλκυλίωση σε μικρότερο βαθμό.
Η ρισπεριδόνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Η κύρια μεταβολική οδός είναι μέσω υδροξυλίωσης της ρισπεριδόνης σε 9-υδροξυρισπεριδόνη από το ένζυμο, CYP 2D6. Μια δευτερεύουσα μεταβολική οδός είναι μέσω Ν-αποαλκυλίωσης. Ο κύριος μεταβολίτης, 9-υδροξυρισπεριδόνη, έχει παρόμοια φαρμακολογική δράση με τη ρισπεριδόνη. Κατά συνέπεια, η κλινική επίδραση του φαρμάκου προκύπτει από τις συνδυασμένες συγκεντρώσεις ρισπεριδόνης συν 9-υδροξυρισπεριδόνης. Το CYP 2D6, που ονομάζεται επίσης δεμπρισοκίνη υδροξυλάση, είναι το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό πολλών νευροληπτικών, αντικαταθλιπτικών, αντιαρρυθμικών και άλλων φαρμάκων. Το CYP 2D6 υπόκειται σε γενετικό πολυμορφισμό (περίπου 6%-8% των Καυκάσιων και πολύ μικρό ποσοστό των Ασιατών έχουν μικρή ή καθόλου δραστηριότητα και είναι “αργοί μεταβολιστές”) και σε αναστολή από διάφορα υποστρώματα και μερικούς μη-υποστρώσεις, κυρίως την κινιδίνη. Οι εκτεταμένοι μεταβολιστές CYP 2D6 μετατρέπουν γρήγορα τη ρισπεριδόνη σε 9-υδροξυρισπεριδόνη, ενώ οι αργοί μεταβολιστές CYP 2D6 τη μετατρέπουν πολύ πιο αργά. Παρόλο που οι εκτεταμένοι μεταβολιστές έχουν χαμηλότερες συγκεντρώσεις ρισπεριδόνης και υψηλότερες συγκεντρώσεις 9-υδροξυρισπεριδόνης από τους αργούς μεταβολιστές, η φαρμακοκινητική της ρισπεριδόνης και της 9-υδροξυρισπεριδόνης σε συνδυασμό, μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις, είναι παρόμοια σε εκτεταμένους και αργούς μεταβολιστές.
Η ρισπεριδόνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 9-Υδροξυ-ρισπεριδόνη, 6-Φθορο-3-(4-πιπεριδινυλ)-1,2-βενζοϊσοξαζόλη, 3-αιθυλ-2,9-διμεθυλ-6,7,8,9-τετραϋδροπυριδο[1,2-a]πυριμιδιν-4-όνη, Παζιπεριδόνη και 3-[2-[4-(6-φθορο-2-υδροξυ-1,2-βενζοξαζολ-2-υλ-2-υλ-1-υλ)πιπεριδιν-1-υλ]αιθυλ]-2,9-διμεθυλ-6,7,8,9-τετραϋδροπυριδο[1,2-a]πυριμιδιν-4-όνη.
Εκτενώς μεταβολίζεται από το ηπατικό κυτόχρωμα P450 2D6 ισοένζυμο σε 9-υδροξυρισπεριδόνη, η οποία έχει περίπου την ίδια συγγένεια πρόσδεσης υποδοχέων με τη ρισπεριδόνη. Η υδροξυλίωση εξαρτάται από την δεμπρισοκίνη 4-υδροξυλάση και ο μεταβολισμός είναι ευαίσθητος σε γενετικούς πολυμορφισμούς στην δεμπρισοκίνη 4-υδροξυλάση. Η ρισπεριδόνη υφίσταται επίσης Ν-αποαλκυλίωση σε μικρότερο βαθμό. Οδός Απέκκρισης: Η ρισπεριδόνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Σε υγιείς ηλικιωμένους ασθενείς, η νεφρική κάθαρση τόσο της ρισπεριδόνης όσο και της 9-υδροξυρισπεριδόνης μειώθηκε, και οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής παρατάθηκαν σε σύγκριση με τους νέους υγιείς ασθενείς.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
20-24 ώρες
3 ώρες σε εκτεταμένους μεταβολιστές Έως 20 ώρες σε αργούς μεταβολιστές
Ο φαινομενικός χρόνος ημίσειας ζωής της ρισπεριδόνης συν 9-υδροξυρισπεριδόνης μετά τη χορήγηση Risperdal Consta είναι 3 έως 6 ημέρες, και σχετίζεται με μια μονοεκθετική μείωση στις συγκεντρώσεις του πλάσματος. Αυτός ο χρόνος ημίσειας ζωής 3-6 ημερών σχετίζεται με τη διάλυση των μικροσφαιριδίων και την επακόλουθη απορρόφηση της ρισπεριδόνης.
Ο φαινομενικός χρόνος ημίσειας ζωής της ρισπεριδόνης ήταν 3 ώρες (CV=30%) σε εκτεταμένους μεταβολιστές και 20 ώρες (CV=40%) σε αργούς μεταβολιστές. Ο φαινομενικός χρόνος ημίσειας ζωής της 9-υδροξυρισπεριδόνης ήταν περίπου 21 ώρες (CV=20%) σε εκτεταμένους μεταβολιστές και 30 ώρες (CV=25%) σε αργούς μεταβολιστές. Η φαρμακοκινητική της ρισπεριδόνης και της 9-υδροξυρισπεριδόνης σε συνδυασμό, μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις, ήταν παρόμοια σε εκτεταμένους και αργούς μεταβολιστές, με συνολικό μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 20 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς σεροτονίνης, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της σεροτονίνης ή τους ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ.
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, στην άνοια της γεροντικής ηλικίας, στην παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή σε ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ντοπαμινεργικοί ανταγωνιστές, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροχρόνιες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ντοπαμινεργικοί ανταγωνιστές έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για τον λόξυγκα. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
L6UH7ZF8HC
ΡΙΣΠΕΡΙΔΟΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Άτυπο Αντιψυχωσικό
Η ρισπεριδόνη είναι ένα Άτυπο Αντιψυχωσικό.
ΡΙΣΠΕΡΙΔΟΝΗ
Άτυπο Αντιψυχωσικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς σεροτονίνης, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της σεροτονίνης ή τους ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ.
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, στην άνοια της γεροντικής ηλικίας, στην παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή σε ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ντοπαμινεργικοί ανταγωνιστές, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροχρόνιες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ντοπαμινεργικοί ανταγωνιστές έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για τον λόξυγκα. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.