EBASTINE
Εβαστίνη
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-KESTINE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Εφάπαξ ημερήσια δόση
- Χορήγηση: Μέχρι να εξαλειφθούν τα συμπτώματα
- Δόση έναρξης: 10 mg
-
Ασθενείς με σοβαρή αλλεργική ρινίτιδαΔόση20 mg ημερησίως
-
Ασθενείς με λιγότερο σοβαρά συμπτώματα αλλεργικής ρινίτιδαςΔόση10 mg ημερησίως
-
Παιδιά κάτω των 12 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει επιβεβαιωθεί.
-
Ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΜέγ. δόση10 mgΔεν πρέπει να γίνει υπέρβαση της δόσης των 10 mg.
block
SPC-KESTINE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-KESTINE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Φαρμακοκινητική αλληλεπίδρασηνα δίδεται προσοχή όταν το ebastine συνταγογραφείται με φάρμακα που ανήκουν σε αυτές τις κατηγορίες (αντιμηκυτιασικά τύπου ιμιδαζόλης, μακρολιδικά αντιβιοτικά, φάρμακα για τη φυματίωση)
-
Ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειασυνιστάται να χορηγείται το φάρμακο με προσοχή
-
Περιεκτικότητα σε λακτόζηασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, συγγενή γαλακτοζαιμία, ανεπάρκεια της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο
swap_horiz
SPC-KESTINE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις του ebastine και σε μικρότερο βαθμό του carebastine στο πλάσμα. Δεν σχετίστηκαν με κλινικά σημαντικό φαρμακοδυναμικό αποτέλεσμα.ΣύστασηΠαρακολούθηση για κλινικά σημαντικά φαρμακοδυναμικά αποτελέσματα.
-
ΠροσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και μείωση της αντιισταμινικής δράσης.ΣύστασηΠαρακολούθηση για μειωμένη αντιισταμινική δράση.
-
ΠαρακολούθησηΔεν έχουν αναφερθεί αλληλεπιδράσεις.
sick
SPC-KESTINE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Νευρικότητα
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Υπαισθησία
- Δυσγευσία
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Ξηροστομία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Ναυτία
- Δυσπεψία
- Ηπατίτιδα
- Χολόσταση
- Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (τρανσαμινάσες, γ-GT, αλκαλική φωσφατάση και χολερυθρίνη αυξημένες)
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Δερματίτιδα
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης
- Οίδημα
- Εξασθένιση
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (όπως αναφυλαξία και αγγειοοίδημα)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΥπαισθησίαΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΔυσγευσίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπατος και χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΧολόστασηΉπατος και χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (τρανσαμινάσες, γ-GT, αλκαλική φωσφατάση και χολερυθρίνη αυξημένες)Ήπατος και χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΔερματίτιδαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές εμμήνου ρύσηςΑναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
-
ΣπάνιεςΟίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΕξασθένισηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (όπως αναφυλαξία και αγγειοοίδημα)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-KESTINE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΠεριορισμένα δεδομένα από τη χρήση σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην τοξικότητα κατά την αναπαραγωγική ικανότητα. Ως προφυλακτικό μέτρο, να αποφεύγεται κατά προτίμηση η χρήση του ebastine κατά τη διάρκεια της κύησης.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν το ebastine απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η υψηλή πρόσδεση του ebastine και του κύριου μεταβολίτη του, του carebastine, με τις πρωτεΐνες (>97%), υποδηλώνει ότι δεν υπάρχει απέκκριση του φαρμάκου στο ανθρώπινο γάλα. Ως προφυλακτικό μέτρο, να αποφεύγεται κατά προτίμηση η χρήση του ebastine κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-KESTINE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-KESTINE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-KESTINE
expand_more
Δοσολογία
Αλλεργική ρινίτιδα:
KESTINE
- Εφάπαξ δόση 20 mg ημερησίως για σοβαρή αλλεργική ρινίτιδα.
- Εφάπαξ δόση 10 mg ημερησίως για λιγότερο σοβαρά συμπτώματα.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του KESTINE σε παιδιά κάτω των 12 ετών δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Ειδικοί πληθυσμοί:
- Νεφρική ανεπάρκεια: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
- Ηπατική ανεπάρκεια: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, δεν πρέπει να γίνει υπέρβαση της δόσης των 10 mg.
Η θεραπεία μπορεί να παραταθεί μέχρι να εξαλειφθούν τα συμπτώματα.
block
Αντενδείξεις
SPC-KESTINE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-KESTINE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Επειδή υπάρχει φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση με τα αντιμηκυτιασικά του τύπου ιμιδαζόλης, όπως η κετοκοναζόλη και η ιτρακοναζόλη ή με τα μακρολιδικά αντιβιοτικά όπως η ερυθρομυκίνη και τα φάρμακα για τη φυματίωση, όπως η ριφαμπικίνη (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις), θα πρέπει να δίδεται προσοχή όταν το ebastine συνταγογραφείται με φάρμακα που ανήκουν σε αυτές τις κατηγορίες.
Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια συνιστάται να χορηγείται το φάρμακο με προσοχή (βλ. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης και Φαρμακοκινητικές ιδιότητες).
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία KESTINE περιέχουν λακτόζη, έτσι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, συγγενή γαλακτοζαιμία, ανεπάρκεια της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-KESTINE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Έχουν παρατηρηθεί φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις όταν το ebastine χορηγείται με κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη και ερυθρομυκίνη. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές επέφεραν αυξημένες συγκεντρώσεις του ebastine και σε μικρότερο βαθμό του carebastine στο πλάσμα, οι οποίες όμως, δεν σχετίστηκαν με κανένα κλινικά σημαντικό φαρμακοδυναμικό αποτέλεσμα.
Έχουν παρατηρηθεί φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις όταν το ebastine χορηγείται με ριφαμπικίνη. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και να μειώσουν την αντιισταμινική δράση.
Δεν έχουν αναφερθεί αλληλεπιδράσεις του ebastine με τη θεοφυλλίνη, βαρφαρίνη, σιμετιδίνη, διαζεπάμη και με το αλκοόλ.
H χορήγηση του ebastine με τροφή δεν προκαλεί καμία μεταβολή στην κλινική του αποτελεσματικότητα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-KESTINE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σε συγκεντρωτική ανάλυση δεδομένων από ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές σε 5.708 ασθενείς που έλαβαν ebastine, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η ξηροστομία και η υπνηλία.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κλινικές δοκιμές σε παιδιά (n=460) ήταν παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών:
| Κατηγορία/ Οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές (≥1/10) | Συχνές (≥1/100 έως < 1/10) | Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) | Μη γνωστές |
|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (όπως αναφυλαξία και αγγειοοίδημα) | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Νευρικότητα, αϋπνία | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Ζάλη, υπαισθησία, δυσγευσία | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Ξηροστομία | Κοιλιακό άλγος, έμετος, ναυτία, δυσπεψία | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Ηπατίτιδα, χολόσταση, μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (τρανσαμινάσες, γ-GT, αλκαλική φωσφατάση και χολερυθρίνη αυξημένες) | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνίδωση, εξάνθημα, δερματίτιδα | |||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Διαταραχές εμμήνου ρύσης | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Οίδημα, εξασθένιση |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών:
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον ΕΟΦ.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-KESTINE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γονιμότητα:
Δεν υπάρχουν δεδομένα γονιμότητας από τη χρήση του ebastine στον άνθρωπο.
Εγκυμοσύνη:
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση του ebastine σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην τοξικότητα κατά την αναπαραγωγική ικανότητα. Ως προφυλακτικό μέτρο, να αποφεύγεται κατά προτίμηση η χρήση του ebastine κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός:
Δεν είναι γνωστό εάν το ebastine απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η υψηλή πρόσδεση του ebastine και του κύριου μεταβολίτη του, του carebastine, με τις πρωτεΐνες (>97%), υποδηλώνει ότι δεν υπάρχει απέκκριση του φαρμάκου στο ανθρώπινο γάλα. Ως προφυλακτικό μέτρο, να αποφεύγεται κατά προτίμηση η χρήση του ebastine κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-KESTINE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντιισταμινικά για συστηματική χρήση Κωδικός ATC: R06 AX22
Προκλινικά δεδομένα
Το ebastine ασκεί ταχεία και μακρόχρονη αναστολή των ενεργειών που προάγονται από την ισταμίνη και παρουσιάζει ισχυρή συγγένεια για τους Η 1 -υποδοχείς. Μετά από του στόματος χορήγηση, ούτε το ebastine ούτε οι μεταβολίτες του διαπερνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, γεγονός που εξηγεί τη μικρή κατευναστική του δράση.
In vivo και in vitro δεδομένα παρουσιάζουν το ebastine ως έναν ισχυρό, μακράς διάρκειας και εξαιρετικά εκλεκτικό ανταγωνιστή των Η 1 -υποδοχέων της ισταμίνης, χωρίς αντιχολινεργική δράση και χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες από το ΚΝΣ.
Κλινικά δεδομένα
- Αντιϊσταμινική δράση: Στατιστικά και κλινικά σημαντική δράση που αρχίζει μία ώρα μετά τη χορήγηση και διαρκεί για περισσότερο από 48 ώρες. Μετά από διακοπή, η δράση διατηρείται άνω των 72 ωρών.
- Σταθερότητα δράσης: Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση, η αναστολή των περιφερικών υποδοχέων παρέμεινε σταθερή χωρίς ανάπτυξη ταχυφυλαξίας.
- Μη κατευναστική δράση: Δεν παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση της κατευναστικής δράσης με τη συνιστώμενη δόση. Η συχνότητα εμφάνισης κατευναστικής δράσης είναι συγκρίσιμη με αυτή του εικονικού φαρμάκου.
- Καρδιακή λειτουργία: Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στην καρδιακή λειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της παράτασης του διαστήματος QT, στις συνιστώμενες δόσεις. Σε δόσεις έως 100 mg ημερησίως ή εφάπαξ δόση 500 mg, παρατηρήθηκαν μικρές αυξήσεις του καρδιακού ρυθμού με βράχυνση του διαστήματος QT χωρίς σημαντική επίδραση στο διορθωμένο διάστημα QTc.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-KESTINE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Το ebastine απορροφάται ταχέως και υπόκειται σε εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου μετά από του στόματος χορήγηση, μετατρεπόμενο σχεδόν πλήρως στον δραστικό μεταβολίτη, carebastine.
- Μέγιστες συγκεντρώσεις (Cmax) μεταβολίτη: Μετά από εφάπαξ δόση 10 mg, εμφανίζονται σε 2,6-4 ώρες (80-100 ng/ml). Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση 10 mg ημερησίως, επιτυγχάνεται σταθεροποιημένη κατάσταση σε 3-5 ημέρες (130-160 ng/ml).
- Μέγιστες συγκεντρώσεις (Cmax) ebastine: Μετά από εφάπαξ δόση 20 mg, εμφανίζονται σε 1-3 ώρες (μέση τιμή 2,8 ng/ml).
- Χρόνος ημιζωής (t½) μεταβολίτη: 15-19 ώρες.
- Απέκκριση: 66% απεκκρίνεται στα ούρα κυρίως ως συζευγμένοι μεταβολίτες.
- Μεταβολισμός: Το ebastine μεταβολίζεται προς carebastine κυρίως μέσω του CYP3A4.
- Πρωτεϊνική σύνδεση: 97% τόσο για το ebastine όσο και για το carebastine.
- Ηλικιωμένοι: Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές αλλαγές στη φαρμακοκινητική.
- Νεφρική/Ηπατική ανεπάρκεια: Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν παρόμοιες με αυτές σε υγιείς εθελοντές σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (20 mg ebastine) και σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (20 mg ebastine) ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (10 mg ebastine). Το φαρμακοκινητικό προφίλ δεν αλλάζει σημαντικά.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η εμπαστίνη είναι ένα αντιισταμινικό δεύτερης γενιάς που δρα ως εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων ισταμίνης Η1 για την ανακούφιση των αλλεργικών συμπτωμάτων.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η εμπαστίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 4-(4-tert-βουτυλοφαινυλ)-4-οξοβουτανάλη και την Δεσιλακεμπαστίνη.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH στη Φαρμακολογία
Φάρμακα που δεσμεύουν εκλεκτικά, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους υποδοχείς ισταμίνης Η1, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και ορισμένους άλλους λείους μύες, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση της νόσου της κίνησης, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού των κεντρικών Η1 υποδοχέων δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.
Οδός χορήγησης
Μορφή
Scientific Profile
Κατάταξη MeSH στη Φαρμακολογία
Φάρμακα που δεσμεύουν εκλεκτικά, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους υποδοχείς ισταμίνης Η1, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και ορισμένους άλλους λείους μύες, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση της νόσου της κίνησης, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού των κεντρικών Η1 υποδοχέων δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.