EBASTINE
Εβαστίνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντιισταμινικά για συστηματική χρήση Κωδικός ATC: R06 AX22 ### Μηχανισμός δράσης Η **εβαστίνη** έχει αποδειχθεί ότι ασκεί μια ταχεία και μακρόχρονη αναστολή των ενεργειών που προάγονται από την ισταμίνη και επίσης ότι παρουσιάζει μια ισχυρή …
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα, με ή χωρίς φαγητό
- Δόση έναρξης: 20 mg
-
Ενήλικες (Αλλεργική ρινίτιδα)Δόση10 mg ή 20 mg20 mg για συμπτώματα σοβαρής αλλεργικής ρινίτιδας, 10 mg για έλεγχο συμπτωμάτων στους περισσότερους ασθενείς
-
Παιδιά κάτω των 12 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΜέγ. δόση10 mgΔεν πρέπει να γίνει υπέρβαση της δόσης των 10 mg. Δεν πρέπει να χορηγηθεί το Εβαστίνη 20 mg.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρης ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Καρδιακή πάθησηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή πάθηση (παράταση του διαστήματος QT και υποκαλιαιμία) ή που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που αυξάνουν το διάστημα QTΧορήγηση με προσοχή
-
Φαρμακοκινητική αλληλεπίδρασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιμυκητιασικά του τύπου ιμιδαζόλης (κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη), μακρολιδικά αντιβιοτικά (ερυθρομυκίνη) ή φάρμακα για τη φυματίωση (ριφαμπικίνη)Πρέπει να δίδεται προσοχή
-
Ηπατική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΧορήγηση με προσοχή
-
Οξεία αλλεργική αντίδραση (αλλεργικό σοκ)Δεν ενδείκνυται
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων εβαστίνης και καρβαστίνης στο πλάσμα, αύξηση του διαστήματος QTc (περίπου 10 ms)ΣύστασηΧορηγείται με προσοχή
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων εβαστίνης και καρβαστίνης στο πλάσμα, αύξηση του διαστήματος QTc (περίπου 10 ms)ΣύστασηΧορηγείται με προσοχή
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων εβαστίνης και καρβαστίνης στο πλάσμα, αύξηση του διαστήματος QTc (περίπου 10 ms)ΣύστασηΧορηγείται με προσοχή
-
παρακολούθησηΜειωμένες συγκεντρώσεις εβαστίνης και καρβαστίνης στο πλάσμα, μείωση αντιισταμινικής δράσης
-
Άλλα αντιισταμινικάπροσοχήΜπορεί να ενισχύσει τις επιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναφυλαξία
- Αγγειοοίδημα
- Αυξημένη όρεξη
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Νευρικότητα
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Υπαισθησία
- Δυσγευσία
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Ξηροστομία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Ναυτία
- Δυσπεψία
- Ηπατίτιδα
- Χολόσταση
- Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (τρανσαμινάσες, γGT, αλκαλική φωσφατάση και χολερυθρίνη αυξημένες)
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Δερματίτιδα
- Διαταραχές εμμήνου ρύσεως
- Οίδημα
- Εξασθένιση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές εμμήνου ρύσεωςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕξασθένισηΓενικές
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (τρανσαμινάσες, γGT, αλκαλική φωσφατάση και χολερυθρίνη αυξημένες)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΟίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΧολόστασηΉπαρ
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της εβαστίνης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της εβαστίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
-
ΘηλασμόςΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η εβαστίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η υψηλή πρόσδεση της εβαστίνης και του κύριου μεταβολίτη της, της καρβαστίνης, με τις πρωτεΐνες (>97%), υποδηλώνει ότι δεν υπάρχει απέκκριση του φαρμάκου στο ανθρώπινο γάλα. Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της εβαστίνης κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα γονιμότητας από τη χρήση της εβαστίνης στον άνθρωπο.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντιισταμινικά για συστηματική χρήση Κωδικός ATC: R06 AX22
Μηχανισμός δράσης
Η εβαστίνη έχει αποδειχθεί ότι ασκεί μια ταχεία και μακρόχρονη αναστολή των ενεργειών που προάγονται από την ισταμίνη και επίσης ότι παρουσιάζει μια ισχυρή συγγένεια για τους Η1-υποδοχείς.
Μετά την από του στόματος χορήγηση ούτε η εβαστίνη ούτε οι μεταβολίτες της διαπερνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Αυτό αιτιολογεί τη μικρή κατευναστική δράση της, όπως αυτή διαπιστώνεται βάσει των αποτελεσμάτων που προέκυψαν από πειράματα που διεξήχθησαν για να μελετηθούν οι επιδράσεις της εβαστίνης στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
In vivo και in vitro δεδομένα παρουσιάζουν την εβαστίνη, η οποία ανήκει στα 2ης γενιάς μη κατασταλτικά H1-αντιισταμινικά, ως έναν ισχυρό, μακράς διάρκειας και εξαιρετικά εκλεκτικό ανταγωνιστή των Η1-υποδοχέων της ισταμίνης, απαλλαγμένο αντιχολινεργικής δράσης και με συχνότητα εμφάνισης της κατευναστικής δράσης συγκρίσιμη με αυτή του εικονικού φαρμάκου (χωρίς σημαντική επίδραση στο ΚΝΣ) (βλ. Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μελέτες που διεξήχθησαν σε περιπτώσεις εμφάνισης δερματικών πομφών που σχετίζονται με την έκλυση ισταμίνης, έχουν δείξει μία στατιστικώς και κλινικώς σημαντική αντιϊσταμινική δράση της εβαστίνης που αρχίζει μία ώρα μετά τη χορήγηση και διαρκεί για περισσότερο από 48 ώρες. Ύστερα από τη διακοπή της χορήγησης, μετά από αγωγή πέντε ημερών με εβαστίνη, η αντιϊσταμινική δράση διατηρείται πάνω από 72 ώρες. Αυτή η διάρκεια δράσης βρίσκεται σε αρμονία με τα επίπεδα στο πλάσμα του κύριου δραστικού όξινου μεταβολίτη, της καρβαστίνης.
Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση η αναστολή των περιφερικών υποδοχέων παρέμεινε σε σταθερό επίπεδο χωρίς την ανάπτυξη ταχυφυλαξίας. Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν ότι η χορήγηση μίας ελάχιστης δόσης 10mg προκαλεί μία ταχεία, ισχυρή και μακρόχρονη αναστολή στους περιφερικούς Η1-υποδοχείς ισταμίνης που δικαιολογεί τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης ημερησίως. Η δόση των 20 mg ημερησίως δείχνει υψηλότερη δραστικότητα από άλλα αντιισταμινικά διάρκειας 24 ωρών.
Η κεντρική κατευναστική δράση της εβαστίνης μελετήθηκε μέσω φαρμακοηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων (ΗΕΓ), δοκιμών γνωστικής απόδοσης, οπτικοκινητικών συντονιστικών δοκιμών και υποκειμενικών εκτιμήσεων. Δεν υπήρξε καμία σημαντική αύξηση της κατευναστικής δράσης με τη συνιστώμενη δόση. Τα αποτελέσματα αυτά είναι ανάλογα με εκείνα των διπλά τυφλών κλινικών μελετών: η συχνότητα εμφάνισης της κατευναστικής δράσης μετά τη χορήγηση της εβαστίνης είναι συγκρίσιμη με αυτή του εικονικού φαρμάκου.
Οι επιδράσεις της εβαστίνης στην καρδιακή λειτουργία μελετήθηκαν κατά τη διεξαγωγή κλινικών δοκιμών. Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στην καρδιακή λειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της παράτασης του διαστήματος QT, στις συνιστώμενες δόσεις.
Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές επιδράσεις στην καρδιακή λειτουργία σε λεπτομερείς αναλύσεις, σε δόσεις έως 100 mg ημερησίως (δεκαπλάσια της συνιστώμενης ημερήσιας δόσης). Σε χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων έως 100 mg ανά ημέρα ή μιας εφάπαξ δόσης 500 mg, μικρές αυξήσεις του καρδιακού ρυθμού μερικών παλμών το λεπτό επέφεραν βράχυνση του διαστήματος QT χωρίς σημαντική επίδραση στο καταλλήλως διορθωμένο διάστημα QTc.
Σε μια διασταυρούμενη μελέτη εφάπαξ δόσεως του επιγλώσσιου δισκίου εβαστίνης έναντι του επικαλυμμένου με λεπτό υμένιο δισκίου εβαστίνης που διεξήχθη σε 36 υγιείς εθελοντές, οι δύο φαρμακοτεχνικές μορφές βρέθηκαν βιοϊσοδύναμες.
Η εβαστίνη απορροφάται ταχέως και υπόκειται σε εκτεταμένo μεταβολισμό πρώτης διόδου μετά από του στόματος χορήγηση. Η εβαστίνη μετατρέπεται σχεδόν πλήρως στο φαρμακολογικά δραστικό όξινο μεταβολίτη, την καρβαστίνη.
Μετά από τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 10 mg, οι μέγιστες συγκεντρώσεις του μεταβολίτη στο πλάσμα εμφανίζονται μέσα σε 2,6 έως 4 ώρες και τα επίπεδά τους κυμαίνονται από 80 έως 100 ng/ml.
Ο χρόνος ημιζωής του όξινου μεταβολίτη είναι 15 με 19 ώρες ενώ το 66% του φαρμάκου απεκκρίνεται στα ούρα κυρίως με τη μορφή συζευγμένων μεταβολιτών. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση 10 mg εφάπαξ ημερησίως μέσα σε 3 έως 5 ημέρες επιτυγχάνεται σταθεροποιημένη κατάσταση και οι ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα κυμαίνονται από 130 έως 160 ng/ml.
Μετά από τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 20 mg, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της εβαστίνης στο πλάσμα εμφανίζονται μέσα σε 1 έως 3 ώρες και τα επίπεδά τους φτάνουν σε μία μέση τιμή 2,8 ng/ml. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις του μεταβολίτη στο πλάσμα φτάνουν σε μία μέση τιμή 157 ng/ml.
Δεν παρατηρήθηκαν φαινόμενα κορεσμού στην απορρόφηση, την κατανομή και την αποβολή του φαρμάκου. Έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει γραμμικότητα στην κινητική σύμφωνα με τις τιμές της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου σε δόσεις μεταξύ 10 και 40 mg εβαστίνης και ότι οι τιμές Tmax δεν εξαρτώνται από τη χορηγούμενη δόση.
In vitro μελέτες που διεξήχθησαν με ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα καταδεικνύουν πως η εβαστίνη μεταβολίζεται προς καρβαστίνη κυρίως μέσω της οδού CYP3A4. Ταυτόχρονη χορήγηση εβαστίνης με κετοκοναζόλη ή ερυθρομυκίνη (και οι δύο είναι αναστολείς του CYP3A4) σε υγιείς εθελοντές συνδέεται με σημαντική αύξηση στο πλάσμα των συγκεντρώσεων της εβαστίνης και της καρβαστίνης, ιδιαίτερα με την κετοκοναζόλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Τόσο η εβαστίνη όσο και η καρβαστίνη συνδέονται ισχυρά με τις πρωτεΐνες σε ποσοστό 97%.
Σε ηλικιωμένους ασθενείς δεν παρατηρήθηκαν στατιστικώς σημαντικές αλλαγές στη φαρμακοκινητική του προϊόντος σε σύγκριση με εκείνη των ενηλίκων εθελοντών.
Σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια οι οποίοι ελάμβαναν ημερήσιες δόσεις εβαστίνης 20 mg, καθώς και σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια που ελάμβαναν 20 mg εβαστίνης, ή με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια που ελάμβαναν 10 mg εβαστίνης, οι συγκεντρώσεις της εβαστίνης και της καρβαστίνης στο πλάσμα επιτυγχάνεται κατά τη διάρκεια της πρώτης και της πέμπτης ημέρας θεραπείας και ήταν παρόμοιες με αυτές που επιτυγχάνονται σε υγιείς εθελοντές. Συνεπώς, το φαρμακοκινητικό προφίλ της εβαστίνης και των μεταβολιτών της δεν αλλάζει σημαντικά σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια διαφόρων βαθμών.
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η εμπαστίνη είναι ένα αντιισταμινικό δεύτερης γενιάς που δρα ως εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων ισταμίνης Η1 για την ανακούφιση των αλλεργικών συμπτωμάτων.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η εμπαστίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 4-(4-tert-βουτυλοφαινυλ)-4-οξοβουτανάλη και την Δεσιλακεμπαστίνη.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH στη Φαρμακολογία
Φάρμακα που δεσμεύουν εκλεκτικά, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους υποδοχείς ισταμίνης Η1, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και ορισμένους άλλους λείους μύες, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση της νόσου της κίνησης, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού των κεντρικών Η1 υποδοχέων δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH στη Φαρμακολογία
Φάρμακα που δεσμεύουν εκλεκτικά, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους υποδοχείς ισταμίνης Η1, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και ορισμένους άλλους λείους μύες, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση της νόσου της κίνησης, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού των κεντρικών Η1 υποδοχέων δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.