EPIRUBICIN
Επιρουβικίνη
#### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ανθρακυκλίνες και συναφείς ουσίες.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C67 Κακοήθης νεοπλασία της ουροδόχου κύστης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Θηλώδες μεταβατικό κυτταρικό καρκίνωμα της ουροδόχου κύστης · Υποτροπή επιπολής καρκινώματος της ουροδόχου κύστης
-
C50 Κακοήθης νεοπλασία του μαστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνωμα μαστού
-
C16 Κακοήθης νεοπλασία του στομάχου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Γαστρικό καρκίνωμα
-
D09 Καρκίνωμα in situ άλλων και απροσδιόριστων εντοπίσεων
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνωμα in situ
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, Ενδοκυστική
- Χορήγηση: 3-5 λεπτά (ενδοφλέβια), έως 30 λεπτά (ενδοφλέβια έγχυση), κάθε 21 ημέρες (ενδοφλέβια), κάθε 3-4 εβδομάδες (ενδοφλέβια), εβδομαδιαία επί 8 εβδομάδες (ενδοκυστική), 4 φορές εβδομαδιαία ακολουθούμενη από 11 φορές μηνιαία (ενδοκυστική)
- Δόση έναρξης: 60-90 mg/m²
- Τιτλοποίηση: Σε περίπτωση τοξικότητας (ουδετεροπενία, θρομβοπενία) μπορεί να απαιτηθεί τροποποίηση της δόσης ή αναβολή της επόμενης δόσης. Σε τοπική τοξικότητα (χημική κυστίτιδα) κατά την ενδοκυστική χρήση, συνιστάται μείωση της δόσης των 30 mg ανά 50 ml.
-
Ενήλικες (γαστρικό καρκίνωμα - μονοθεραπεία)Δόση60-90 mg/m²Ενδοφλεβίως σε διάστημα 3-5 λεπτών. Ως εφάπαξ δόση ή κατανεμημένη σε 2-3 διαδοχικές ημέρες, επαναλαμβάνεται κάθε 21 ημέρες.
-
Ενήλικες (γαστρικό καρκίνωμα - συνδυαστική χημειοθεραπεία)Δόση50 mg/m²Η δόση μειώνεται ανάλογα όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα αντικαρκινικά προϊόντα.
-
Ενήλικες (καρκίνωμα μαστού - υψηλή δόση μονοθεραπεία)Δόση100-120 mg/m²Ως ταχεία ενδοφλέβια δόση εφόδου σε 3-5 λεπτά ή ως έγχυση έως 30 λεπτά. Για επικουρική θεραπεία σε πρώιμο καρκίνωμα μαστού με θετικούς λεμφαδένες: 100 mg/m² (εφάπαξ δόση την ημέρα 1) έως 120 mg/m² (σε δύο διαιρεμένες δόσεις τις ημέρες 1 και 8) κάθε 3-4 εβδομάδες σε συνδυασμό.
-
Ασθενείς με μειωμένη λειτουργία μυελού των οστώνΔόση60-75 mg/m² (για συνήθη θεραπεία), 105-120 mg/m² (για υψηλή δόση)Λόγω προηγούμενης χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας, λόγω ηλικίας ή νεοπλασματικής διήθησης μυελού των οστών. Μπορεί επίσης να απαιτηθεί αναβολή της επόμενης δόσης.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΣυνιστάται η μείωση της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα.
-
Ασθενείς με επιπολής καρκίνωμα ουροδόχου κύστης (ενδοκυστική)Δόση50 mg/50 mlΕβδομαδιαία πλύση για 8 εβδομάδες. Μείωση δόσης σε 30 mg/50 ml σε τοπική τοξικότητα (χημική κυστίτιδα).
-
Ασθενείς με καρκίνωμα in situ (ενδοκυστική)ΔόσηΈως 80 mg/50 mlΑνάλογα με την ανεκτικότητα του ασθενούς.
-
Προφύλαξη υποτροπής έπειτα από διουρηθρική εκτομή (ενδοκυστική)Δόση50 mg/50 ml4 φορές εβδομαδιαία χορήγηση ακολουθούμενη από 11 φορές μηνιαία ενστάλαξη της ίδιας δόσης.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1) ή άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες
-
Γαλουχία
-
Επίμονη μυελοκαταστολήΠληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
Σοβαρή μυοκαρδιακή ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων ανεπάρκειας καρδιακού μυός 4ου βαθμού, οξείας καρδιακής προσβολής και προηγούμενης καρδιακής προσβολής που οδήγησε σε ανεπάρκεια καρδιακού μυός 3ου και 4ου βαθμού, οξειών φλεγμονωδών καρδιοπαθειών)Πληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίουΠληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
Ασταθής στηθάγχηΠληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
ΜυοκαρδιοπάθειαΠληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
Σοβαρές αρρυθμίεςΠληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
Οξείες συστηματικές λοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς με, για ενδοφλέβια χρήση
-
Προηγούμενες θεραπείες με μέγιστες αθροιστικές δόσεις υδροχλωρικής επιρουβικίνης και/ή άλλων ανθρακυκλινών και ανθρακενοδιονών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Πληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
ΟυρολοιμώξειςΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
-
Φλεγμονή της ουροδόχου κύστηςΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
-
ΑιματουρίαΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
-
Διηθητικοί όγκοι που έχουν διεισδύσει στην ουροδόχο κύστηΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
-
Προβλήματα καθετηριασμούΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
-
Μεγάλος όγκος υπολειπόμενων ούρωνΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
-
Συσπάσεις της ουροδόχου κύστηςΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΓενικάΧορήγηση μόνο υπό την επίβλεψη ειδικευμένων ιατρών με εμπειρία στη χρήση κυτταροτοξικής θεραπείας.
-
Οδός χορήγησηςΑντενδεικνύεταιΝα μην χορηγείται υποδορίως ή ενδομυϊκώς.
-
Οδός χορήγησης (Συνεχής έγχυση)Με προσοχήΚατά προτίμηση μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα.
-
Προηγούμενη τοξικότηταΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με οξείες τοξικότητες από προηγούμενη κυτταροτοξική θεραπείαΝα έχουν αναρρώσει πριν την έναρξη της θεραπείας με επιρουβικίνη.
-
Υψηλές δόσειςΜε προσοχήΙδιαίτερη προσοχή για πιθανές κλινικές επιπλοκές λόγω έντονης μυελοκαταστολής.
-
Καρδιακή λειτουργίαΜε προσοχήΆμεση διακοπή της επιρουβικίνης μετά τα πρώτα σημεία διαταραγμένης λειτουργίας.
-
Αθροιστική δόσηΜε προσοχήΝα υπερβαίνεται μόνο με εξαιρετική προσοχή την αθροιστική δόση των 900 mg/m2 (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Παράγοντες κινδύνου καρδιακής τοξικότηταςΜε προσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΠροσοχή σε ασθενείς με ενεργή ή ανενεργή καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη/ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωρακίου/περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες/ανθρακενοδιόνες, ταυτόχρονη χρήση καρδιοτοξικών φαρμάκων (π.χ. τραστουζουμάμπη) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Συνδυασμός με τραστουζουμάμπηΑντενδεικνύεταιΝα μην χρησιμοποιείται σε συνδυασμό, εκτός από καλά ελεγχόμενο περιβάλλον κλινικής δοκιμής με καρδιακή παρακολούθηση.
-
Χορήγηση ανθρακυκλινών μετά τραστουζουμάμπηΜε προσοχήΝα αποφεύγεται για έως και 7 μήνες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης. Εάν χρησιμοποιηθούν, καρδιακή λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
-
Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με συνδυασμό τραστουζουμάμπης/επιρουβικίνηςΑντιμετώπιση με συνήθη φαρμακευτική αγωγή.
-
Εμβρυϊκή/Νεογνική καρδιοτοξικότηταΜε προσοχήΠληθυσμόςΈμβρυα/ΝεογνάΚίνδυνος καρδιοτοξικών συμβαμάτων μετά από ενδομήτρια έκθεση (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
Αθροιστική τοξικότηταΜε προσοχήΠιθανή αθροιστική τοξικότητα με άλλες ανθρακυκλίνες/ανθρακενοδιόνες.
-
Σοβαρή μυελοκαταστολήΥψηλόςΚλινικές επιπτώσεις περιλαμβάνουν πυρετό, λοίμωξη, σήψη/σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία ιστών, ή θάνατο.
-
Δευτερογενής λευχαιμίαΥψηλόςΚίνδυνος εμφάνισης δευτερογενούς λευχαιμίας, ειδικά σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες. Λανθάνουσα περίοδος 1 έως 3 ετών (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
ΓαστρεντερικόΕίναι εμετογόνος.
-
Βλεννογονίτιδα/ΣτοματίτιδαΜε προσοχήΜπορεί να εξελιχθεί σε εξελκώσεις του βλεννογόνου.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένη χολερυθρίνη ή ASTΣυνιστώνται χαμηλότερες δόσεις λόγω πιο αργής κάθαρσης και αυξημένης τοξικότητας (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδεικνύεταιΔεν πρέπει να λαμβάνουν επιρουβικίνη (βλ. Αντενδείξεις).
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κρεατινίνη ορού > 5 mg/dLΑπαραίτητη προσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Δοσολογία).
-
ΦλεβοσκλήρυνσηΜε προσοχήΕνδέχεται να προκληθεί από ένεση σε μικρό αγγείο ή επανειλημμένες ενέσεις στην ίδια φλέβα.
-
Φλεβίτιδα/ΘρομβοφλεβίτιδαΜε προσοχήΕλαχιστοποίηση κινδύνου με συνιστώμενες διαδικασίες χορήγησης (βλ. Δοσολογία).
-
ΕξαγγείωσηΥψηλόςΚίνδυνος τοπικού άλγους, σοβαρών αλλοιώσεων των ιστών (σχηματισμός φλυκταινών, σοβαρή κυτταρίτιδα) και νέκρωσης. Άμεση διακοπή της έγχυσης σε περίπτωση συμπτωμάτων.
-
ΕξαγγείωσηΜε προσοχήΜπορεί να αποφευχθεί/μειωθεί με άμεση χρήση δεξραζοξάνης.
-
ΕξαγγείωσηΤο άλγος μπορεί να ανακουφιστεί με ψύξη της περιοχής, υαλουρονικό οξύ και DMSO.
-
ΕξαγγείωσηΜε προσοχήΠροσεκτική παρακολούθηση για νέκρωση, πιθανή εκτομή από πλαστικό χειρουργό.
-
Θρομβοφλεβίτιδα και θρομβοεμβολικά φαινόμεναΥψηλόςΚίνδυνος θρομβοφλεβίτιδας και θρομβοεμβολικών φαινομένων, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής (ενίοτε θανατηφόρα).
-
Σύνδρομο Λύσης ΌγκουΜε προσοχήΚίνδυνος υπεουριχαιμίας. Ενυδάτωση, αλκαλοποίηση ούρων και αλλοπουρινόλη μπορούν να ελαχιστοποιήσουν επιπλοκές.
-
Εμβολιασμός με ζώντα εμβόλιαΑντενδεικνύεταιΠληθυσμόςΑνοσοκατεσταλμένοι ασθενείςΠρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν επιρουβικίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Εμβολιασμός με θανατωμένα/ανενεργά εμβόλιαΜε προσοχήΗ ανταπόκριση ενδέχεται να είναι μειωμένη.
-
ΓονοτοξικότηταΥψηλόςΜπορεί να προκαλέσει γονοτοξικότητα.
-
ΑντισύλληψηΜε προσοχήΠληθυσμόςΆνδρες και γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπείαΠρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέσα.
-
Επιθυμία τεκνοποίησηςΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά μετά τη θεραπείαΠρέπει να λαμβάνουν γενετική συμβουλευτική (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
Ενδοκυστική χορήγηση - Χημική κυστίτιδαΥψηλόςΜπορεί να προκαλέσει συμπτώματα χημικής κυστίτιδας (δυσουρία, πολυουρία, νυκτουρία, στραγγουρία, αιματουρία, ενόχληση στην ουροδόχο κύστη, νέκρωση του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης) και συστολή ουροδόχου κύστης.
-
Ενδοκυστική χορήγηση - Προβλήματα καθετηριασμούΜε προσοχήΙδιαίτερη προσοχή για προβλήματα καθετηριασμού (π.χ. ουρική απόφραξη λόγω συμπαγών ενδοκυστικών όγκων).
-
Ενδοαρτηριακή χορήγησηΥψηλόςΕνδέχεται να προκαλέσει γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη, στένωση των χοληφόρων πόρων και εκτεταμένη νέκρωση της αιμάτωσης του ιστού.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα κυτταροτοξικά φάρμακαπροσοχήΠρόσθετη τοξικότητα (ιδίως μυελοκαταστολή και γαστρεντερικές επιδράσεις)
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότηταςΣύστασηΠαρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας
-
Ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωρακίουπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότηταςΣύστασηΠαρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας
-
Καρδιοδραστικές ενώσεις (π.χ. αποκλειστές διαύλων ασβεστίου)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότηταςΣύστασηΠαρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότητας. Η τραστουζουμάμπη μπορεί να παραμείνει στην κυκλοφορία για έως και 7 μήνες.ΣύστασηΑποφυγή θεραπείας με ανθρακυκλίνες για έως και 7 μήνες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης. Εάν οι ανθρακυκλίνες χρησιμοποιηθούν νωρίτερα, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας.
-
Εμβόλια ζώντων ιώναντένδειξηΚίνδυνος λοίμωξηςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται ο εμβολιασμός.
-
Εμβόλια θανατωμένων ή ανενεργών ιώνπαρακολούθησηΜειωμένη ανταπόκριση στο εμβόλιο
-
Σιμετιδίνη (400 mg δύο φορές ημερησίως)προσοχήΑύξηση 50% στην AUC της επιρουβικίνης και 41% στην AUC της επιρουβικινόληςΣύστασηΗ σιμετιδίνη θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη.
-
Πακλιταξέλη (χορηγούμενη πριν από την επιρουβικίνη)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις αμετάβλητης επιρουβικίνης και μεταβολιτών στο πλάσμα, μεγαλύτερη αιματολογική τοξικότηταΣύστασηΗ έγχυση επιρουβικίνης και πακλιταξέλης πρέπει να πραγματοποιείται με διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ των δύο παραγόντων.
-
ΔεξβεραπαμίληπροσοχήΜεταβολή της φαρμακοκινητικής της επιρουβικίνης, ενδεχομένως αύξηση των κατασταλτικών επιδράσεων επί του μυελού των οστών
-
Ντοσεταξέλη (χορηγούμενη αμέσως μετά την επιρουβικίνη)παρακολούθησηΑύξηση των συγκεντρώσεων των μεταβολιτών της επιρουβικίνης στο πλάσμα
-
παρακολούθησηΕπιτάχυνση της αρχικής κατανομής της επιρουβικίνης από το αίμα στους ιστούς και επηρεασμός της κατανομής στα ερυθροκύτταρα
-
Ιντερφερόνη α2bπαρακολούθησηΜείωση του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής και της συνολικής κάθαρσης της επιρουβικίνης
-
Φάρμακα που επηρεάζουν το μυελό των οστών (π.χ. κυτταροστατικοί παράγοντες, σουλφοναμίδιο, χλωραμφενικόλη, διφαινυλυδαντοΐνη, παράγωγα αμιδοπυρίνης, αντιρετροϊκοί παράγοντες)προσοχήΠιθανότητα αξιοσημείωτης διαταραχής της αιματοποίησης
-
προσοχήΑύξηση της μυελοκαταστολής
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Σηψαιμία
- Πνευμονία
- Σηπτική καταπληξία
- Κυτταρίτιδα
- Βακτηριακή κυστίτιδα
- Επιπεφυκίτιδα
- Κερατίτιδα
- Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία
- Οξεία μυελογενής λευχαιμία
- Αιμορραγία λόγω μυελοκαταστολής
- Μυελοκαταστολή
- Μυελοκαταστολή (λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία και ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοπενία και εμπύρετη ουδετεροπενία)
- Υποξία ιστών
- Πνευμονική εμβολή
- Αναφυλαξία
- Ανορεξία
- Αφυδάτωση
- Υπερουριχαιμία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Κεφαλαλγία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (δύσπνοια, οίδημα, ηπατομεγαλία, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα, πλευριτικές συλλογές, καλπαστικός ρυθμός)
- Καρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ ανωμαλίες, αρρυθμίες, μυοκαρδιοπάθεια)
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Σκελικός αποκλεισμός
- Μειωμένο κλάσμα εξώθησης
- Έξαψη
- Φλεβίτιδα
- Αιμορραγία
- Ερυθρίαση
- Εμβολή
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Καταπληξία
- Αρτηριακή εμβολή
- Ναυτία
- Έμετος
- Στοματίτιδα
- Βλεννογονίτιδα
- Διάρροια
- Γαστρεντερικό άλγος
- Οισοφαγίτιδα
- Γαστρεντερικό έλκος
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Κοιλιακή δυσφορία
- Διάβρωση του στοματικού βλεννογόνου
- Εξέλκωση στόματος
- Στοματικό άλγος
- Αίσθημα καύσου του βλεννογόνου
- Γαστρεντερική διάβρωση
- Αιμορραγία στόματος
- Μελάγχρωση στόματος
- Αλωπεκία
- Διαταραχή δέρματος
- Κνίδωση
- Ερύθημα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Ερύθημα στη θέση έγχυσης
- Τοξικότητα στο δέρμα
- Εξάνθημα/κνησμός
- Χρώση ονύχων
- Υπέρχρωση του δέρματος
- Χρωματουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Συχνοουρία
- Χημική κυστίτιδα
- Αίσθημα καύσου (ενδοκυστική χορήγηση)
- Αμηνόρροια
- Αζωοσπερμία
- Αίσθημα κακουχίας
- Πυρεξία
- Ρίγη
- Εξασθένιση
- Υπερπυρεξία
- Τοπικό άλγος
- Νέκρωση ιστού
- Φλεβοσκλήρυνση
- Μη φυσιολογικά επίπεδα τρανσαμινασών
- Υπερευαισθησία στο ακτινοβολημένο δέρμα (αναμνηστική αντίδραση σε ακτινοβολία)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ συχνέςΒλεννογονίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΚαρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ ανωμαλίες, αρρυθμίες, μυοκαρδιοπάθεια)Καρδιακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚερατίτιδαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜη φυσιολογικά επίπεδα τρανσαμινασώνΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΜυελοκαταστολή (λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία και ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοπενία και εμπύρετη ουδετεροπενία)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΤοξικότητα στο δέρμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΧημική κυστίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΧρωματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑίσθημα καύσου (ενδοκυστική χορήγηση)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΓαστρεντερική διάβρωσηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξάνθημα/κνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕρυθρίασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕρύθημα στη θέση έγχυσηςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΜειωμένο κλάσμα εξώθησηςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΣκελικός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (δύσπνοια, οίδημα, ηπατομεγαλία, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα, πλευριτικές συλλογές, καλπαστικός ρυθμός)Καρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣυχνοουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΥπέρχρωση του δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΧρώση ονύχωνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑρτηριακή εμβολήΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΒακτηριακή κυστίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβολήΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΟξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμίαΝεοπλάσματα
-
Όχι συχνέςΟξεία μυελογενής λευχαιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΑζωοσπερμίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπερπυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΑίσθημα καύσου του βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία λόγω μυελοκαταστολήςΑίμα
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία στόματοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιάβρωση του στοματικού βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕξέλκωση στόματοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΜελάγχρωση στόματοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΜυελοκαταστολήΑίμα
-
Μη γνωστέςΝέκρωση ιστούΓενικές
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΣηπτική καταπληξίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΣτοματικό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΤοπικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησία στο ακτινοβολημένο δέρμα (αναμνηστική αντίδραση σε ακτινοβολία)Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Μη γνωστέςΥποξία ιστώνΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΦλεβοσκλήρυνσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΥπάρχει περιορισμένος αριθμός δεδομένων από τη χρήση της επιρουβικίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Epirubicin Hydrochloride/Επιρουβικίνη 2 mg/ml δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός και αν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με επιρουβικίνη. Αποφύγετε τη χρήση της επιρουβικίνης κατά τη διάρκεια του 1ου τριμήνου. Τα διαθέσιμα δεδομένα για τον άνθρωπο δεν τεκμηριώνουν την παρουσία ή την απουσία μειζόνων γενετικών ανωμαλιών και αποβολών που σχετίζονται με τη χρήση της επιρουβικίνης κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου. Έχουν υπάρξει σποραδικές αναφορές εμβρυϊκής ή/και νεογνικής παροδικής κοιλιακής υποκινησίας, παροδικής αύξησης των καρδιακών ενζύμων, και εμβρυϊκού θανάτου από υποψία καρδιοτοξικότητας που προκαλείται από ανθρακυκλίνες μετά από έκθεση στη μήτρα σε επιρουβικίνη στο 2ο και/ή 3ο τρίμηνο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Παρακολουθήστε το έμβρυο και/ή το νεογνό για καρδιοτοξικότητα και πραγματοποιήστε δοκιμασίες σύμφωνα με τα πρότυπα περίθαλψης.
-
ΘηλασμόςΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η επιρουβικίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω του ότι πολλά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων άλλων ανθρακυκλινών, απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα και λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη από την επιρουβικίνη, οι θηλάζουσες γυναίκες θα πρέπει να συμβουλεύονται να μη θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη και για τουλάχιστον 7 ημέρες μετά τη τελευταία δόση.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΗ επιρουβικίνη θα μπορούσε να προκαλέσει χρωμοσωμική βλάβη στα ανθρώπινα σπερματοζωάρια. Οι άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη θα πρέπει να αναζητήσουν συμβουλές για τη διατήρηση σπέρματος εξαιτίας της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας που προκαλείται από τη θεραπεία. Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια ή πρόωρη εμμηνόπαυση σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκεςΑποφεύγεταιΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται ώστε να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 6,5 μήνες μετά την τελευταία δόση. Άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη θα πρέπει να συμβουλεύονται ώστε να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 3,5 μήνες μετά την τελευταία δόση.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρή μυελοκαταστολή
- λευκοπενία
- θρομβοπενία
- γαστρεντερικές τοξικές επιδράσεις
- βλεννογονίτιδα
- οξείες καρδιακές επιπλοκές
- λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Ανθρακυκλίνες και συναφείς ουσίες. Κωδικός ATC: L01DB03.
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης εξαρτάται από την ικανότητά της να σχηματίζει σύμπλοκα με το DNA. Πειραματικές μελέτες με καλλιέργειες κυττάρων έδειξαν ότι η επιρουβικίνη διεισδύει ταχέως στο κύτταρο και ανακτάται στον πυρήνα, όπου αναστέλλει τη σύνθεση του νουκλεϊκού οξέος και τη μίτωση. Η δραστηριότητα της επιρουβικίνης τεκμηριώθηκε σε πολλούς πειραματικούς όγκους, μεταξύ των οποίων λευχαιμίες L1210 και P388, σάρκωμα SA 180 (συμπαγής και ασκιτική μορφή), μελάνωμα B16, καρκίνωμα μαστού, καρκίνωμα πνεύμονα του Lewis και καρκίνωμα παχέος εντέρου 38, επιπλέον δείχθηκε δράση επί των ανθρώπινων όγκων που μεταμοσχεύθηκαν σε αθυμικά γυμνά ποντίκια (μελάνωμα και καρκίνωμα μαστού, πνεύμονα, προστάτη και ωοθηκών).
Σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία, τα επίπεδα της επιρουβικίνης στο πλάσμα πέφτουν μετά από ενδοφλέβια ένεση 60-150 mg/m² υδροχλωρικής επιρουβικίνης με τριεκθετικό τρόπο με πολύ ταχεία πρώτη φάση και βραδεία τελική φάση με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 40 ώρες. Οι δόσεις αυτές εμπίπτουν εντός των ορίων της φαρμακοκινητικής γραμμικότητας τόσο όσον αφορά στις τιμές κάθαρσης πλάσματος όσο και στο μεταβολισμό. Οι μελέτες κατανομής σε αρουραίους κατέδειξαν ότι η επιρουβικίνη δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Οι υψηλές τιμές κάθαρσης πλάσματος της επιρουβικίνης (0,9 l/min) και οι μέθοδοι βραδείας αποβολής καταδεικνύουν μεγάλο όγκο κατανομής.
Βιομετασχηματισμός
Οι πιο σημαντικοί μεταβολίτες που ταυτοποιήθηκαν είναι η επιρουβικινόλη (13-OH επιρουβικίνη), τα γλυκουρονίδια της επιρουβικίνης και της επιρουβικινόλης. Η 4’-O- γλυκουρονιδίωση διαχωρίζει την επιρουβικίνη από τη δοξορουβικίνη και μπορεί να επεξηγήσει την ταχύτερη αποβολή της επιρουβικίνης και τη μειωμένη τοξικότητά της. Τα επίπεδα πλάσματος του πιο σημαντικού μεταβολίτη, της επιρουβικινόλης, είναι πάντα χαμηλότερα από αυτά του αμετάβλητου προϊόντος και πρακτικά κινούνται παράλληλα.
Αποβολή
Περίπου 9-10% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται μέσω των ούρων εντός 48 ωρών. Η επιρουβικίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω του ήπατος˙ περίπου 40% της χορηγούμενης δόσης ανακτάται στη χολή εντός 72 ωρών. Η διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας προκαλεί υψηλότερα επίπεδα πλάσματος και απαιτεί μείωση της δόσης.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ανθρακυκλίνες και συναφείς ουσίες. Κωδικός ATC: L01DB03. #### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης εξαρτάται από την ικανότητά της να σχηματίζει σύμπλοκα με το DNA. Πειραματικές μελέτες με καλλιέργειες…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Εργαστηριακές παράμετροι
· Αρχική θεραπεία
Πριν την έναρξη
-
Καρδιακή λειτουργία
· Αρχική θεραπεία
Πριν την έναρξη
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | Πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Μετά την αρχική θεραπεία | Σύνδρομο λύσης όγκου | ||
| Αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Αλκαλική φωσφατάση (ALP) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Ολική χολερυθρίνη ορού | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Αιματολογικά χαρακτηριστικά | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Πριν και κατά τη διάρκεια κάθε κύκλου | — |
| Διαφορικός αριθμός λευκοκυττάρων | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Πριν και κατά τη διάρκεια κάθε κύκλου | — |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Μετά την αρχική θεραπεία | Σύνδρομο λύσης όγκου |
| Ουρικό οξύ αίματος | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Μετά την αρχική θεραπεία | Σύνδρομο λύσης όγκου |
| Φωσφορικό ασβέστιο | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Μετά την αρχική θεραπεία | Σύνδρομο λύσης όγκου |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Πριν και καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Κατά την έναρξη της θεραπείας | Παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιακή τοξικότητα | ||
| Καρδιακή λειτουργία | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Ιδιαιτέρως αυστηρή παρακολούθηση | Υψηλές αθροιστικές δόσεις, παράγοντες κινδύνου, ηλικιωμένοι, παιδιά, ιστορικό καρδιακής νόσου |
| Κλάσμα εξώθησης | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Πριν και καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Τακτικά κατά τη διάρκεια του κύκλου θεραπείας | — |
| Επανειλημμένοι προσδιορισμοί | Υψηλότερες, αθροιστικές δόσεις ανθρακυκλινών | ||
| Σπινθηρογράφημα καρδιάς (MUGA) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Κατά την έναρξη της θεραπείας | Παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιακή τοξικότητα |
| Υπερηχοκαρδιογράφημα (ECHO) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Πριν και καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Κατά την έναρξη της θεραπείας | Παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιακή τοξικότητα |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής:
- 21 ± 2 L/kg [60 mg/m2 Δοσολογία]
- 27 ± 11 L/kg [75 mg/m2 Δοσολογία]
- 23 ± 7 L/kg [120 mg/m2 Δοσολογία]
- 21 ± 7 L/kg [150 mg/m2 Δοσολογία]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Απομάκρυνση (Clearance):
- 65 +/- 8 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 60 mg/m2]
- 83 +/- 14 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 75 mg/m2]
- 65 +/- 13 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 120 mg/m2]
- 69 +/- 13 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 150 mg/m2]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η επιρουβικίνη είναι ένας αντινεοπλαστικός παράγοντας της κατηγορίας των ανθρακυκλινών. Γενικές ιδιότητες των φαρμάκων αυτής της κατηγορίας περιλαμβάνουν: αλληλεπίδραση με το DNA με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της παρεμβολής (εισχώρηση μεταξύ των ζευγών βάσεων), της θραύσης αλυσίδων DNA και της αναστολής του ενζύμου τοποϊσομεράση II. Οι περισσότερες από αυτές τις ενώσεις έχουν απομονωθεί από φυσικές πηγές και είναι αντιβιοτικά. Ωστόσο, στερούνται της ειδικότητας των αντιμικροβιακών αντιβιοτικών και ως εκ τούτου προκαλούν σημαντική τοξικότητα. Οι ανθρακυκλίνες είναι από τα πιο σημαντικά διαθέσιμα αντικαρκινικά φάρμακα. Η δοξορουβικίνη χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία διαφόρων συμπαγών όγκων, ενώ η δαουνορουβικίνη και η ιδαρουβικίνη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη θεραπεία της λευχαιμίας. Η επιρουβικίνη μπορεί επίσης να αναστέλλει τη δραστηριότητα της πολυμεράσης, να επηρεάζει τη ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης και να προκαλεί βλάβη στο DNA από ελεύθερες ρίζες. Η επιρουβικίνη έχει αντικαρκινική δράση έναντι ενός ευρέος φάσματος όγκων, είτε μοσχευμάτων είτε σποραδικών. Οι ανθρακυκλίνες είναι μη ειδικές ως προς τον κυτταρικό κύκλο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η επιρουβικίνη έχει αντιμιτωτική και κυτταροτοξική δράση. Αναστέλλει τη σύνθεση νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA) και πρωτεϊνών μέσω διαφόρων προτεινόμενων μηχανισμών δράσης:
- Η επιρουβικίνη σχηματίζει συμπλέγματα με το DNA με παρεμβολή μεταξύ των ζευγών βάσεων.
- Αναστέλλει τη δραστηριότητα της τοποϊσομεράσης II σταθεροποιώντας το σύμπλοκο DNA-τοποϊσομεράσης II, εμποδίζοντας την επανασύνδεση που καταλύει η τοποϊσομεράση II.
- Παρεμβαίνει στην αντιγραφή και τη μεταγραφή του DNA αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της DNA ελικάσης.
Η επιρουβικίνη είναι ένας κυτταροτοξικός παράγοντας της κατηγορίας των ανθρακυκλινών. Αν και είναι γνωστό ότι οι ανθρακυκλίνες μπορούν να επηρεάσουν διάφορες βιοχημικές και βιολογικές λειτουργίες εντός των ευκαρυωτικών κυττάρων, οι ακριβείς μηχανισμοί των κυτταροτοξικών και/ή αντι-προοπτικών ιδιοτήτων της επιρουβικίνης δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως.
- Η επιρουβικίνη σχηματίζει ένα σύμπλοκο με το DNA μέσω παρεμβολής των επίπεδων δακτυλίων της μεταξύ των ζευγών βάσεων νουκλεοτιδίων, με συνέπεια την αναστολή της σύνθεσης νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA) και πρωτεϊνών.
- Αυτή η παρεμβολή προκαλεί διάσπαση του DNA από την τοποϊσομεράση II, οδηγώντας σε κυτταρική νέκρωση.
- Η επιρουβικίνη αναστέλλει επίσης τη δραστηριότητα της DNA ελικάσης, εμποδίζοντας την ενζυμική διάσπαση του διπλής έλικας DNA και παρεμβαίνοντας στην αντιγραφή και τη μεταγραφή.
- Η επιρουβικίνη εμπλέκεται επίσης σε αντιδράσεις οξειδοαναγωγής, παράγοντας κυτταροτοξικές ελεύθερες ρίζες.
Η αντι-προοπτική και κυτταροτοξική δράση της επιρουβικίνης θεωρείται ότι οφείλεται σε αυτούς ή άλλους πιθανούς μηχανισμούς.
Η επιρουβικίνη καταπολεμά τον καρκίνο μέσω της αναστολής της τοποϊσομεράσης II, παράγοντας έτσι θραύσεις στην αλυσίδα του DNA που τελικά οδηγούν σε απόπτωση των κυττάρων. Ωστόσο, οι ανθρακυκλίνες παράγουν ελεύθερες ρίζες που μπορεί να εξηγήσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειές τους. Ο δεξραζοξάνης – ένας χηλικός παράγοντας σιδήρου – αποδείχθηκε ότι μειώνει την παραγωγή ελεύθερων ριζών και την καρδιοτοξικότητα των ανθρακυκλινών. Σε αυτή τη μελέτη, αναφέρουμε τις συγκεντρώσεις της κυτταρικής 8-οξο-7,8-διυδρο-2’-δεοξυγουανίνης (8-οξο-dGuo) σε σχέση με τη 2’-δεοξυγουανίνη (dGuo), και τα αποτελέσματα της δοκιμασίας κομήτη από μια μελέτη που περιλάμβανε 20 ασθενείς με καρκίνο που έλαβαν θεραπεία με επιρουβικίνη. Αναφέρονται επίσης οι συγκεντρώσεις βιταμινών Α, Ε, C και καροτενοειδών στο πλάσμα. Όλα τα δεδομένα συλλέχθηκαν πριν και αμέσως μετά την ενδοφλέβια έγχυση επιρουβικίνης. Οι λόγοι 8-οξο-dGuo προς dGuo μετρήθηκαν στο DNA των λευκοκυττάρων με HPLC-coulometry μετά από εκχύλιση NaI των νουκλεϊκών οξέων. Οι βιταμίνες Α και Ε και τα καροτενοειδή μετρήθηκαν με HPLC-spectrophotometry. Η βιταμίνη C μετρήθηκε με HPLC-spectrofluorimetry. Οι διάμεσοι λόγοι 8-οξο-dGuo/dGuo αυξήθηκαν σημαντικά από 0,34 σε 0,48 βλάβες ανά 100.000 βάσεις, ενώ το ποσοστό DNA της ουράς αυξήθηκε από 3,47 σε 3,94 μετά τη χημειοθεραπεία. Οι διάμεσοι λόγοι 8-οξο-dGuo/dGuo και το ποσοστό της ουράς DNA παρέμειναν εντός των φυσιολογικών ορίων. Μόνο η βιταμίνη C μειώθηκε σημαντικά από 55,4 σε 50,3 μM. Οι μειώσεις στις βιταμίνες Α, Ε, λουτεΐνη και ζεαξανθίνη δεν ήταν σημαντικές, αλλά οι συγκεντρώσεις ήταν κάτω από το κατώτατο όριο του φυσιολογικού εύρους τόσο πριν όσο και μετά τη χημειοθεραπεία. Μόνο η συσχέτιση μεταξύ των αποτελεσμάτων της δοκιμασίας κομήτη και των συγκεντρώσεων της βιταμίνης C ήταν σημαντική (rho =-0,517, p = 0,023). Αυτή η μελέτη δείχνει ότι το κυτταρικό DNA υφίσταται βλάβες από τις ελεύθερες ρίζες που παράγονται από την επιρουβικίνη, οι οποίες παράγουν τη μεταλλαξιγόνο τροποποιημένη βάση 8-οξο-dGuo και είναι υπεύθυνες για τις θραύσεις της αλυσίδας. Ωστόσο, οι θραύσεις της αλυσίδας δημιουργούνται όχι μόνο από ελεύθερες ρίζες αλλά και από την αναστολή της τοποϊσομεράσης II. Σε μια προηγούμενη μελέτη, δεν βρήκαμε καμία σημαντική αλλαγή στην απέκκριση 8-οξο-dGuo στα ούρα μετά από θεραπεία με αδριαμυκίνη. Ωστόσο, το 8-οξο-dGuo μπορεί να είχε αυξηθεί στο τέλος της συλλογής ούρων, καθώς η επιδιόρθωση του DNA και η επακόλουθη νεφρική απέκκριση είναι σχετικά αργές διαδικασίες. Σε μια άλλη μελέτη, οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν GC-MS για να ανιχνεύσουν 8-οξο-dGuo στο DNA και δεν βρήκαν καμία αλλαγή μετά από παρατεταμένη έγχυση αδριαμυκίνης. Συζητούνται οι λόγοι για αυτές τις φαινομενικές αποκλίσεις.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- 100% (πιθανώς αναφέρεται σε απορρόφηση ή ολοκλήρωση δράσης, ασαφές από το αρχικό κείμενο).
- Η επιρουβικίνη και οι κύριοι μεταβολίτες της απεκκρίνονται μέσω χοληρικής απέκκρισης και, σε μικρότερο βαθμό, μέσω νεφρικής απέκκρισης.
- Όγκος Κατανομής:
- 21 ± 2 L/kg [Δόση 60 mg/m²]
- 27 ± 11 L/kg [Δόση 75 mg/m²]
- 23 ± 7 L/kg [Δόση 120 mg/m²]
- 21 ± 7 L/kg [Δόση 150 mg/m²]
- Κάθαρση (Clearance):
- 65 +/- 8 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 60 mg/m²]
- 83 +/- 14 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 75 mg/m²]
- 65 +/- 13 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 120 mg/m²]
- 69 +/- 13 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 150 mg/m²]
- Η φαρμακοκινητική στο πλάσμα και στους ιστούς της επιρουβικίνης (II) και της δαουνορουβικίνης (III) μελετήθηκε σε ασθενείς. Τα επίπεδα στο πλάσμα των II και των 13-υδροξυ μεταβολιτών τους προσδιορίστηκαν με LC, όπως και τα επίπεδα στο πλάσμα του III. Συμπεράνθηκε ότι η κινητική του πλάσματος για τα 3 φάρμακα ήταν παρόμοια, και ότι η πρόσληψη από τους ιστούς για τα I (δoξoρουβικίνη) και II (επιρουβικίνη) ήταν σχεδόν ίδια. Ο όγκος όγκου συγκέντρωσε τα φάρμακα στον μεγαλύτερο βαθμό, ενώ ο λιπώδης ιστός είχε τις χαμηλότερες συγκεντρώσεις.
- Η παρασκευή και η αξιολόγηση in vitro και in vivo μικροσφαιριδίων αυγού λευκώματος που περιέχουν υδροχλωρική επιρουβικίνη (I) είναι λεπτομερείς. Η φαρμακοκινητική του I μελετήθηκε σε αρουραίους μετά από μεμονωμένες ενδοφλέβιες δόσεις και οι μελέτες αποτελεσματικότητας διεξήχθησαν σε ποντίκια με καρκίνο Ehrlich ascites και σε αρουραίους με καρκίνο Walker. Η κινητική της in vitro απελευθέρωσης του φαρμάκου συμμορφώθηκε εν μέρει με μοντέλο πρώτης τάξης, καθώς και με μοντέλο διάχυσης από μια μήτρα. Η φαρμακοκινητική στον ορό, την καρδιά και τους πνεύμονες αρουραίων θα μπορούσε να περιγραφεί από την εξίσωση του ανοιχτού μοντέλου 2 διαμερισμάτων. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι που υπολογίστηκαν υποδηλώνουν τη δυνατότητα βελτίωσης της επιλεκτικής παγίδευσης του I από τους πνεύμονες. Στις μελέτες αποτελεσματικότητας σε ζώα, το I αύξησε τους χρόνους επιβίωσης σε όλες τις ομάδες που έλαβαν θεραπεία. Συμπεράνθηκε ότι τα δεδομένα υποδηλώνουν τη δυνατότητα στοχεύσεως οργάνων με μικροσφαιρίδια I.
- /ΓΆΛΑ/ Η επιρουβικίνη απεκκρίθηκε στο γάλα αρουραίων που έλαβαν 0,50 mg/kg/ημέρα επιρουβικίνης κατά τις περιγεννητικές και μεταγεννητικές περιόδους. Δεν είναι γνωστό εάν αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η επιρουβικίνη κατανέμεται ταχέως και ευρέως στους ιστούς. Η σύνδεση της επιρουβικίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως την αλβουμίνη, είναι περίπου 77% και δεν επηρεάζεται από τη συγκέντρωση του φαρμάκου. Η επιρουβικίνη φαίνεται επίσης να συγκεντρώνεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια. οι συγκεντρώσεις στο ολικό αίμα είναι περίπου διπλάσιες από αυτές του πλάσματος.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Περίπου 77%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Υποβάλλεται εκτενώς και ταχέως σε μεταβολισμό στο ήπαρ. Η επιρουβικίνη μεταβολίζεται επίσης από άλλα όργανα και κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Οι τέσσερις κύριες μεταβολικές οδοί είναι:
- Αναγωγή της κετο-ομάδας C-13 με τον σχηματισμό του 13(S)-διυδροπαραγώγου, της επιρουβικινολόλης.
- Συζεύξη τόσο του αμετάβλητου φαρμάκου όσο και της επιρουβικινολόλης με γλυκουρονικό οξύ.
- Απώλεια της αμινο-σακχαριτικής μονάδας μέσω υδρολυτικής διαδικασίας με τον σχηματισμό των αγλυκονών της δοξορουβικίνης και της δοξορουβικινολόλης.
- Απώλεια της αμινο-σακχαριτικής μονάδας μέσω μιας οξειδοαναγωγικής διαδικασίας με τον σχηματισμό των αγλυκονών 7-δεοξυ-δοξορουβικίνης και 7-δεοξυ-δοξορουβικινολόλης.
Η επιρουβικινολόλη παρουσιάζει in vitro κυτταροτοξική δράση (~10% της επιρουβικίνης), αλλά είναι απίθανο να φτάσει σε επαρκείς συγκεντρώσεις in vivo για να προκαλέσει κυτταροτοξικά αποτελέσματα. Καμία σημαντική δραστηριότητα ή τοξικότητα δεν έχει αναφερθεί για τους άλλους μεταβολίτες.
Οι μεταβολίτες δευτεροταγούς αλκοόλης έχουν προταθεί ως υπεύθυνοι για τη χρόνια καρδιοτοξικότητα που προκαλείται από τη δοξορουβικίνη (DOX) και άλλες αντικαρκινικές ανθρακυκλίνες. Σε αυτή τη μελέτη, ο ανθρώπινος καρδιακός κυτταρόπλασμα, συμπληρωμένος με NADPH, βρέθηκε να αναγάγει την καρβονυλική ομάδα στην πλευρική αλυσίδα του τετρακυκλικού δακτυλίου της δοξορουβικίνης, παράγοντας τον μεταβολίτη δευτεροταγούς αλκοόλης δοξορουβικινολόλη (DOXol). Παρατηρήθηκε μείωση στο επίπεδο σχηματισμού μεταβολίτη αλκοόλης αντικαθιστώντας τη δοξορουβικίνη με επιρουβικίνη (EPI), ένα λιγότερο καρδιοτοξικό ανάλογο που χαρακτηρίζεται από αξονική προς ισημερινή επιμερίωση της υδροξυλομάδας στο C-4 στην αμινο-σακχαριτική μονάδα που συνδέεται με τον τετρακυκλικό δακτύλιο (δαουνοσαμίνη). Παρόμοια μείωση παρατηρήθηκε αντικαθιστώντας τη δοξορουβικίνη με MEN, μια νέα ανθρακυκλίνη με προκλινικές ενδείξεις μειωμένης καρδιοτοξικότητας. Το MEN χαρακτηρίζεται από την απουσία μεθοξυ-ομάδας στο C-4 στον τετρακυκλικό δακτύλιο και από την παρεμβολή 2,6-διδεοξυ-L-φουκόζης μεταξύ της δαουνοσαμίνης και της αγλυκόνης. Πολλαπλές συγκρίσεις με μεθοξυ- ή 4-δεμεθοξυαγλυκόνες, και διάφορες μονο- ή δι-σακχαριτικές 4-δεμεθοξυανθρακυκλίνες, έδειξαν ότι τόσο η απουσία της μεθοξυ-ομάδας όσο και η παρουσία δι-σακχαριτικής μονάδας περιόρισαν τον σχηματισμό μεταβολίτη αλκοόλης από το MEN. Μελέτες με ενζυματικά παραγόμενες ή καθαρές ανθρακυκλινικές δευτεροταγείς αλκοόλες έδειξαν επίσης ότι η παρουσία δι-σακχαριτικής μονάδας, αλλά όχι η απουσία μεθοξυ-ομάδας, έκανε τον μεταβολίτη του MEN λιγότερο δραστικό με το σύμπλοκο [4Fe-4S] της κυτταροπλασματικής ακονιτάσης, όπως αποδεικνύεται από την περιορισμένη επανα-οξείδωσή του στην μητρική καρβονυλική ανθρακυκλίνη και από μειωμένο επίπεδο απώλειας Fe(II) από το σύμπλοκο. Συνολικά, αυτές οι μελέτες (i) χαρακτηρίζουν τη διαφορετική επίδραση των υποκαταστατών μεθοξυ και σακχάρου στον σχηματισμό και την [4Fe-4S] δραστικότητα των ανθρακυκλινικών δευτεροταγών αλκοολών, (ii) υποστηρίζουν τον ρόλο των μεταβολιτών αλκοόλης στην ανθρακυκλινική-προκαλούμενη καρδιοτοξικότητα, καθώς αποδεικνύουν ότι οι λιγότερο καρδιοτοξικές EPI και MEN 10755 μοιράζονται μια μείωση στο επίπεδο σχηματισμού τέτοιων μεταβολιτών, και (iii) υποδηλώνουν ότι η καρδιοτοξικότητα του MEN μπορεί να μειωθεί περαιτέρω από την μειωμένη [4Fe-4S] δραστικότητα του μεταβολίτη αλκοόλης του.
Πολλά αντινεοπλαστικά φάρμακα βρέθηκαν να έχουν καρκινογόνο, μεταλλαξιγόνο και τερατογόνο δυναμικό. Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να πραγματοποιηθεί κυτταρογενετικός έλεγχος και παρακολούθηση εσωτερικής δόσης του προσωπικού φαρμακείων νοσοκομείων που εμπλέκεται τακτικά στην προετοιμασία κυτταροστατικών παραγόντων, προκειμένου να ελεγχθούν πιθανές γονοτοξικές επιδράσεις που προκαλούνται από κυτταροστατικούς παράγοντες λόγω επαγγελματικής έκθεσης υπό κανονικές συνθήκες εργασίας, και σε περιπτώσεις ακούσιας μόλυνσης. … Μετρήθηκε η πλατίνα στο ολικό αίμα και οι ανθρακυκλίνες στο πλάσμα για την εκτίμηση της εσωτερικής έκθεσης σε κυτταροστατικούς παράγοντες. Το επίπεδο κυτταρογενετικής βλάβης προσδιορίστηκε σε λεμφοκύτταρα περιφερικού αίματος με τη δοκιμασία μικροπυρήνων και τη δοκιμασία ανταλλαγής χρωματίδων. Πραγματοποιήθηκαν πέντε σειρές παρακολούθησης κατά τη διάρκεια 2 ετών. … Δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στις μέσες συχνότητες ανταλλαγών χρωματίδων (SCE) και μικροπυρήνων (MN) μεταξύ των επαγγελματικά εκτεθειμένων υποκειμένων και των μαρτύρων (9,9 +/- 1,4 έναντι 10,1 +/- 1,2 SCEs/κύτταρο και 21,2 +/- 7,2 έναντι 23,3 +/- 7,5 MN/2000 διπύρηνα (BN) κύτταρα, n = 16). Σημαντικές αυξήσεις των SCE ή MN ανιχνεύθηκαν σε επτά από τις 12 περιπτώσεις ακούσιας μόλυνσης στον χώρο εργασίας, ενώ δεν παρατηρήθηκε αύξηση της πλατίνας στο αίμα και των ανθρακυκλινών στο πλάσμα σε αυτά τα υποκείμενα. Δύο περιπτώσεις μη αναφερόμενης μόλυνσης ταυτοποιήθηκαν με τη μέτρηση επιρουβικίνης στο πλάσμα. Το κάπνισμα βρέθηκε να αυξάνει σημαντικά τα SCE. Δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ των ατομικών σκορ SCE και MN. … Τα ευρήματα των συγγραφέων υποστηρίζουν μια παροδική αύξηση των SCE ή MN μετά από σχετική έκθεση σε κυτταροστατικούς παράγοντες σε περιπτώσεις ακούσιας μόλυνσης. Η απουσία σημαντικών διαφορών στα SCE και MN μεταξύ του προσωπικού φαρμακείων νοσοκομείων και των μη εκτεθειμένων μαρτύρων, υποδεικνύει υψηλά πρότυπα ασφάλειας στους αντίστοιχους χώρους εργασίας.
Υπάρχουν ισχυρές in vitro ενδείξεις ότι η αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής της δοξορουβικίνης ή της επιρουβικίνης με βάση αποκλειστικά τη συγκέντρωση στο πλάσμα μπορεί να μην διευκρινίζει πλήρως τις διαφορές μεταξύ των δύο φαρμάκων. Και οι δύο ενώσεις συνδέονται με τα ερυθροκύτταρα και η διαφορετική τους σύνδεση με την αιμοσφαιρίνη μπορεί να επηρεάσει τη διάθεσή τους στον οργανισμό. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η σύγκριση της φαρμακοκινητικής και του μεταβολισμού της δοξορουβικίνης και της επιρουβικίνης με βάση τη συγκέντρωση στο πλάσμα, την ποσότητα που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος και την ταυτόχρονη παρακολούθηση της χολικής και νεφρικής απέκκρισης του αμετάβλητου φαρμάκου και των μεταβολιτών μετά από χορήγηση εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων. Μετρήθηκε επίσης το επίπεδο της Ca2+-ATPase του σαρκοπλασματικού δικτύου στην καρδιά ως βιοδείκτης καρδιοτοξικότητας. Αρσενικοί αρουραίοι Sprague-Dawley έλαβαν θεραπεία σε παράλληλο σχεδιασμό με δοξορουβικίνη ή επιρουβικίνη σε καθεστώς πολλαπλών δόσεων (4 mg kg(-1) την εβδομάδα) ή ως εφάπαξ ένεση (20 mg kg(-1)). Δείγματα αίματος, ούρων και χολής συλλέχθηκαν περιοδικά μετά από κάθε δόση στο καθεστώς πολλαπλών δόσεων και την εφάπαξ ένεση, και στο τέλος κάθε πειράματος αφαιρέθηκαν οι καρδιές. Προσδιορίστηκαν οι συγκεντρώσεις κάθε φαρμάκου σε δείγματα πλάσματος, κύτταρα αίματος, χολής και ούρων, και με ταυτόχρονη προσαρμογή καμπυλών δεδομένων πλάσματος και χολής σύμφωνα με κομπαρτμενταλική ανάλυση, εκτιμήθηκαν οι φαρμακοκινητικές παράμετροι και σταθερές. Η συγκέντρωση του φαρμάκου που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος αναλύθηκε σύμφωνα με μη-κομπαρτμενταλική ανάλυση. Τα δείγματα χολής και ούρων παρείχαν τα in vivo δεδομένα μεταβολισμού. Το επίπεδο της Ca2+-ATPase στην καρδιά, που προσδιορίστηκε με Western blotting, χρησιμοποιήθηκε ως τοξικοδυναμική παράμετρος για συσχέτιση με τα κινητικά δεδομένα. Τα καθεστώτα πολλαπλών δόσεων μείωσαν τη συνολική κάθαρση του πλάσματος και αύξησαν την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου πλάσματος και των δύο φαρμάκων. Επίσης, η περιοχή κάτω από την καμπύλη της δοξορουβικίνης που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος αυξήθηκε με τις εβδομαδιαίες δόσεις, και ο σχετικός μέσος χρόνος διαμονής (MRT) και ο φαινόμενος όγκος κατανομής (Vdss) μειώθηκαν σταθερά. Σε αντίθεση με τη δοξορουβικίνη, ο μέσος χρόνος διαμονής και ο Vdss της επιρουβικίνης αυξήθηκαν σημαντικά. Τα μεταβολικά δεδομένα έδειξαν σημαντικές διαφορές στο επίπεδο των μεταβολιτών αλκοόλης και αγλυκόνης. Η δοξορουβικινολόλη και οι αγλυκόνες της δοξορουβικίνης ήταν σημαντικά μεγαλύτερες από την επιρουβικινολόλη και τις αγλυκόνες της επιρουβικίνης, ενώ η αγλυκόνη της επιρουβικινολόλης ήταν μεγαλύτερη από την αγλυκόνη της δοξορουβικινολόλης. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στα κύτταρα του αίματος συσχετίστηκε γραμμικά με τις αλλαγές στην καθαρή ένταση της Ca2+-ATPase. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης καταδεικνύουν τη σημασία της κινητικής της επιρουβικίνης και της δοξορουβικίνης που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος. Η γραμμική συσχέτιση μεταξύ της μείωσης της καθαρής έντασης του βιοδείκτη με την περιοχή κάτω από την καμπύλη της δοξορουβικίνης που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος επιβεβαιώνει ότι οι διαφορές μεταξύ των δύο ενώσεων σχετίζονται με την αλληλεπίδρασή τους με τα κύτταρα του αίματος. Αυτή η παρατήρηση, μαζί με τις παρατηρούμενες διαφορές στο μεταβολισμό, μπορεί να υπογραμμίσει έναν σημαντικό ρόλο των κυττάρων του αίματος στην κατανομή και το μεταβολισμό της δοξορουβικίνης και της επιρουβικίνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι χρόνοι ημίσειας ζωής για τις φάσεις α, β, και γ είναι περίπου 3 λεπτά, 2,5 ώρες και 33 ώρες, αντίστοιχα.
Η φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης μπορεί να περιγραφεί από ένα μοντέλο 3 διαμερισμάτων, με διάμεσες τιμές χρόνου ημίσειας ζωής 3,2 λεπτά, 1,2 και 32 ώρες για κάθε φάση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH (Φαρμακολογική)
- Χημικές ουσίες, που παράγονται από μικροοργανισμούς, αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία μια ποικιλία ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA (Φαρμακολογική)
- 3Z8479ZZ5X
- EPIRUBICIN
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Τοποϊσομεράσης Ανθρακυκλίνης
- Χημική Δομή [CS] - Ανθρακυκλίνες
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Τοποϊσομεράσης
Η επιρουβικίνη είναι ένας Αναστολέας Τοποϊσομεράσης Ανθρακυκλίνης. Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης είναι ως Αναστολέας Τοποϊσομεράσης.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH (Φαρμακολογική)
- Χημικές ουσίες, που παράγονται από μικροοργανισμούς, αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία μια ποικιλία ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.