EPIRUBICIN
Επιρουβικίνη
Τα κυτταροτοξικά αντιβιοτικά είναι συνήθως φυσικά προϊόντα στελεχών του στρεπτομύκητα. Ενσωματώνονται και δρουν βλαπτικά στο DNA και RNA του κυττάρου όπως η ακτινοβολία και γι' αυτό και θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-FARMORUBICIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, Ενδοκυστική
- Χορήγηση: Ανάλογα με τη δοσολογία και τον όγκο του διαλύματος έγχυσης (3-20 λεπτά για IV). Διάρκεια παραμονής στην κύστη 1 ώρα για ενδοκυστική.
- Δόση έναρξης: 60-120 mg/m² (συμβατική δόση, ενήλικες)
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να κατανεμηθεί σε 2-3 διαδοχικές ημέρες. Μειώσεις συνιστώνται σε ασθενείς με επιβαρυμένο μυελό, ηλικιωμένους, ή με νεοπλασματική διήθηση μυελού. Επίσης σε σοβαρή νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια.
-
Ενήλικες (μονοθεραπεία, συμβατική δόση)Δόση60-120 mg/m² επιφάνειας σώματος ανά κύκλο
-
Μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα (χωρίς προηγούμενη θεραπεία, υψηλές δόσεις)Δόση120 mg/m², ημέρα 1, κάθε 3-4 εβδομάδες
-
Μη-μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα (επιδερμοειδής, μεγαλοκυτταρικός και αδενοκαρκίνωμα, χωρίς προηγούμενη θεραπεία, υψηλές δόσεις)Δόση135 mg/m², ημέρα 1, ή 45 mg/m², ημέρα 1, 2, 3, κάθε 3-4 εβδομάδες
-
Καρκίνος μαστού (προχωρημένος, μονοθεραπεία, υψηλές δόσεις)Δόσηέως 135 mg/m² κάθε 3-4 εβδομάδες
-
Καρκίνος μαστού (προχωρημένος, συνδυασμένη θεραπεία, υψηλές δόσεις)Δόση120 mg/m² κάθε 3-4 εβδομάδες
-
Καρκίνος μαστού (επικουρική θεραπεία, πρώιμος, θετικοί λεμφαδένες, υψηλές δόσεις)Δόση100-120 mg/m² κάθε 3-4 εβδομάδες
-
Ασθενείς με επιβαρυμένη λειτουργία μυελού των οστών, ηλικιωμένους, ή με νεοπλασματική διήθηση μυελούΔόση60-70 mg/m² (συμβατικές δόσεις) ή 105-120 mg/m² (υψηλές δόσεις)
-
Ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται ελάττωση δοσολογίας.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κρεατινίνη ορού > 5 mg/dL)Έναρξη θεραπείας με χαμηλότερες δόσεις.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΕλάττωση δοσολογίας για αποφυγή αύξησης τοξικότητας. Οδηγίες στην παράγραφο 4.4.
-
Θεραπεία επιφανειακών όγκων ουροδόχου κύστηςΔόση50 mg (σε 25-50 mL φυσιολογικού ορού) εβδομαδιαίως για 8 εβδομάδες
-
Τοπική τοξικότητα (χημική κυστίτιδα) κατά την ενδοκυστική χορήγησηΔόση30 mg
-
Θεραπεία καρκινωμάτων in-situ (ενδοκυστική χορήγηση)Δόσηέως 80 mg, ανάλογα με την ανοχή
-
Προφύλαξη υποτροπής διουρηθρικώς αφαιρεθέντος επιφανειακού όγκουΔόση50 mg 4 φορές (μία κάθε εβδομάδα) και εν συνεχεία 11 φορές (μία κάθε μήνα)
block
SPC-FARMORUBICIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην επιρουβικίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του προϊόντος, σε άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες.
-
Γαλουχία (για ενδοφλέβια χορήγηση).
-
Εμμένουσα μυελοκαταστολή (για ενδοφλέβια χορήγηση).
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (για ενδοφλέβια χορήγηση).
-
Σοβαρή ανεπάρκεια του μυοκαρδίου (για ενδοφλέβια χορήγηση).
-
Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου (για ενδοφλέβια χορήγηση).
-
Σοβαρές αρρυθμίες (για ενδοφλέβια χορήγηση).
-
Προηγούμενη θεραπεία με επιρουβικίνη και/ή άλλες ανθρακυκλίνες και ανθρακενοδιόνες στις μέγιστες αθροιστικές δόσεις.
-
Οξείες συστηματικές λοιμώξεις (για ενδοφλέβια χορήγηση).
-
Ασταθής στηθάγχη (για ενδοφλέβια χορήγηση).
-
Μυοκαρδιοπάθεια (για ενδοφλέβια χορήγηση).
-
Λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος (για ενδοκυστική χορήγηση).
-
Φλεγμονή της ουροδόχου κύστης (για ενδοκυστική χορήγηση).
-
Αιματουρία (για ενδοκυστική χορήγηση).
-
Επιθετικοί όγκοι που έχουν διαπεράσει το τοίχωμα της ουροδόχου κύστης (για ενδοκυστική χορήγηση).
-
Προβλήματα καθετηριασμού (για ενδοκυστική χορήγηση).
warning
SPC-FARMORUBICIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΓενικάΗ επιρουβικίνη πρέπει να χορηγείται μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικών γιατρών με εμπειρία στη χημειοθεραπεία.
-
ΓενικάΟι ασθενείς πρέπει να έχουν ανακάμψει από οξείες τοξικότητες προηγούμενης κυτταροτοξικής θεραπείας (όπως στοματίτιδα, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και γενικευμένες λοιμώξεις) πριν την έναρξη της θεραπείας με επιρουβικίνη.
-
ΓενικάΗ σοβαρότητα της ουδετεροπενίας και στοματίτιδας/βλεννογονίτιδας μπορεί να αυξηθεί με θεραπεία υψηλών δόσεων επιρουβικίνης (≥90mg/m κάθε 3-4 εβδομάδες) με ανεπιθύμητες ενέργειες παρόμοιες με αυτές σε συμβατικές δόσεις (<90mg/m κάθε 3-4 εβδομάδες).
-
ΓενικάΘεραπεία με υψηλές δόσεις επιρουβικίνης απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή για πιθανές κλινικές επιπλοκές, λόγω σοβαρής μυελοκαταστολής.
-
Καρδιακή ΛειτουργίαΗ καρδιοτοξικότητα μπορεί να εκδηλωθεί με πρώιμα (οξεία) ή όψιμα (καθυστερημένα) συμβάματα.
-
Πρώιμα (Οξέα) Συμβάματα ΚαρδιοτοξικότηταςΣυνίστανται κυρίως φλεβοκομβική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες ΗΚΓ (μη ειδικές μεταβολές ST-T). Έχουν επίσης αναφερθεί ταχυαρρυθμίες, έκτακτες κοιλιακές συστολές, κοιλιακή ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός και σκελικός αποκλεισμός. Αυτές οι επιδράσεις σπάνια είναι κλινικά σημαντικές και γενικά δεν αποτελούν αιτία διακοπής της θεραπείας.
-
Όψιμα (Καθυστερημένα) Συμβάματα ΚαρδιοτοξικότηταςΕμφανίζεται συνήθως με καθυστέρηση κατά τη διάρκεια ή εντός 2-3 μηνών μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και αργότερα (μήνες έως χρόνια). Εκδηλώνεται με μειωμένο LVEF ή/και σημεία/συμπτώματα CHF (δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα, εξαρτώμενο οίδημα, καρδιομεγαλία, ηπατομεγαλία, ολιγουρία, ασκίτης, υπεζωκοτική συλλογή, καλπαστικός ρυθμός). Η CHF είναι η πλέον σοβαρή μορφή, απειλητική για τη ζωή.
-
Καρδιακή ΛειτουργίαΟ κίνδυνος CHF αυξάνεται με αθροιστικές δόσεις >900 mg/m. Η υπέρβαση αυτής της δόσης απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
-
Καρδιακή ΛειτουργίαΗ καρδιακή λειτουργία πρέπει να αξιολογείται πριν και να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια της θεραπείας για ελαχιστοποίηση του κινδύνου σοβαρής καρδιακής δυσλειτουργίας. Ο κίνδυνος μειώνεται με τακτική παρακολούθηση LVEF και άμεση διακοπή της επιρουβικίνης με το πρώτο σημείο δυσλειτουργίας.
-
Καρδιακή ΛειτουργίαΗ αξιολόγηση LVEF συνιστάται με MUGA scan ή ECHO, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου. Η αρχική αξιολόγηση με ΗΚΓ και MUGA scan ή ECHO είναι σημαντική, ιδίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου.
-
Καρδιακή ΛειτουργίαΗ αξιολόγηση LVEF πρέπει να επαναλαμβάνεται με MUGA scan ή ECHO, ιδίως σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλότερη αθροιστική δόση ανθρακυκλίνης. Η τεχνική αξιολόγησης πρέπει να είναι σταθερή.
-
Καρδιακή ΛειτουργίαΗ υπέρβαση αθροιστικής δόσης 900 mg/m επιρουβικίνης πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή λόγω κινδύνου καρδιομυοπάθειας.
-
Καρδιακή ΛειτουργίαΠαράγοντες κινδύνου καρδιοτοξικότητας περιλαμβάνουν: ενεργή/μη καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη/ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία μεσοθωρακίου/περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες/ανθρακενοδιόνες, ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που καταστέλλουν την καρδιακή συσταλτικότητα ή καρδιοτοξικών φαρμάκων (π.χ. τραστουζουμάμπη). Αυξημένος κίνδυνος σε ηλικιωμένους.
-
Καρδιακή Λειτουργία (Συνδυασμός με Τραστουζουμάμπη)Καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV) έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λάμβαναν τραστουζουμάμπη μόνη ή με ανθρακυκλίνες (π.χ. επιρουβικίνη), με πιθανότητα σοβαρής μορφής και θανάτου. Ο συνδυασμός τραστουζουμάμπης και ανθρακυκλινών (π.χ. επιρουβικίνη) δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός ελεγχόμενης κλινικής δοκιμής με παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας.
-
Καρδιακή Λειτουργία (Τραστουζουμάμπη)Ασθενείς που έχουν λάβει ανθρακυκλίνες διατρέχουν κίνδυνο καρδιοτοξικότητας με τραστουζουμάμπη, αν και χαμηλότερο από τον ταυτόχρονο συνδυασμό. Η τραστουζουμάμπη παραμένει στην κυκλοφορία έως 20-25 εβδομάδες μετά τη διακοπή. Η έναρξη ανθρακυκλίνης (π.χ. επιρουβικίνη) μετά από τραστουζουμάμπη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιοτοξικότητας. Αποφεύγετε ανθρακυκλίνες έως 25 εβδομάδες μετά τη διακοπή τραστουζουμάμπης, αν είναι δυνατό. Εάν χρησιμοποιούνται, παρακολουθείτε στενά την καρδιακή λειτουργία.
-
Καρδιακή Λειτουργία (Τραστουζουμάμπη)Εάν αναπτυχθεί συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια κατά τη θεραπεία με τραστουζουμάμπη μετά από επιρουβικίνη, αντιμετωπίστε με συμβατική φαρμακευτική αγωγή.
-
Καρδιακή ΛειτουργίαΗ παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας πρέπει να είναι αυστηρή σε ασθενείς με υψηλές αθροιστικές δόσεις ή παράγοντες κινδύνου. Ωστόσο, καρδιοτοξικότητα μπορεί να συμβεί με χαμηλότερες δόσεις, ανεξάρτητα από παράγοντες κινδύνου.
-
ΓενικάΗ τοξικότητα της επιρουβικίνης και άλλων ανθρακυκλινών/ανθρακενοδιονών είναι πιθανόν αθροιστική.
-
Αιματολογική ΤοξικότηταΗ επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει μυελοκαταστολή. Απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση αιματολογικής κατάστασης (τύπος και αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων) πριν και κατά τη διάρκεια κάθε κύκλου.
-
Αιματολογική ΤοξικότηταΗ λευκοπενία/ουδετεροπενία είναι η κυρίαρχη αιματολογική τοξικότητα, δοσοεξαρτώμενη και αναστρέψιμη, και η πιο συχνή οξεία δοσοπεριοριστική τοξικότητα. Είναι πιο σοβαρή με υψηλές δόσεις, με ναδίρ μεταξύ 10-14 ημερών, συνήθως παροδική. Μπορεί επίσης να παρουσιαστούν θρομβοπενία και αναιμία. Κλινικές επιπτώσεις σοβαρής μυελοκαταστολής: πυρετός, λοίμωξη, σήψη, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία ιστών, θάνατος.
-
Δευτεροπαθής ΛευχαιμίαΈχει αναφερθεί δευτεροπαθής λευχαιμία (με ή χωρίς προλευχαιμική φάση) σε ασθενείς που λαμβάνουν ανθρακυκλίνες (συμπεριλαμβανομένης της επιρουβικίνης). Συχνότερη όταν χορηγείται με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που προκαλούν βλάβη στο DNA, με ακτινοθεραπεία, σε βαρέως προθεραπευμένους ασθενείς ή με αυξημένες δόσεις ανθρακυκλινών. Λανθάνουσα περίοδος 1-3 έτη.
-
ΓαστρεντερικόΗ επιρουβικίνη προκαλεί έμετο. Βλεννογονίτιδα/στοματίτιδα εμφανίζεται σύντομα μετά τη χορήγηση, μπορεί να εξελιχθεί σε έλκη βλεννογόνου, αλλά οι περισσότεροι ασθενείς ανακάμπτουν εντός 3 εβδομάδων.
-
Ηπατική ΛειτουργίαΗ κύρια οδός αποβολής είναι η ηπατοχολική. Τα επίπεδα ολικής χολερυθρίνης ορού και AST πρέπει να αξιολογούνται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης/AST μπορεί να οδηγήσουν σε αργότερη αποβολή και αυξημένη τοξικότητα. Συνιστώνται χαμηλότερες δόσεις σε αυτούς τους ασθενείς. Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν επιρουβικίνη.
-
Ηπατική Λειτουργία (Δοσολογία)Κατευθυντήριες γραμμές μείωσης δόσης βάσει χολερυθρίνης ορού: 1,2-3,0 mg/100mL → 50% μείωση, 3,1-5,0 mg/100mL → 75% μείωση.
-
Νεφρική λειτουργίαΗ κρεατινίνη ορού πρέπει να αξιολογείται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Προσαρμογή δόσης απαραίτητη σε ασθενείς με κρεατινίνη ορού >5 mg/dL.
-
Επίδραση στη Θέση της ΈνεσηςΜπορεί να προκληθεί φλεβοσκλήρυνση. Ο κίνδυνος φλεβίτιδας/θρομβοφλεβίτιδας ελαχιστοποιείται με την τήρηση της συνιστώμενης διαδικασίας χορήγησης.
-
ΕξαγγείωσηΜπορεί να προκαλέσει πόνο, σοβαρές αλλοιώσεις ιστών (φυσσαλιδοποίηση, κυτταρίτιδα) και νέκρωση. Σε περίπτωση εξαγγείωσης, διακόψτε αμέσως την έγχυση. Η θεραπεία με δεξραζοξάνη μπορεί να προλάβει/μειώσει την ανεπιθύμητη ενέργεια. Ανακουφίστε τον πόνο με ψύξη, υαλουρονικό οξύ και DMSO. Παρακολουθείτε στενά, η νέκρωση μπορεί να συμβεί εβδομάδες μετά. Συμβουλευτείτε πλαστικό χειρουργό για εκτομή.
-
ΆλλαΘρομβοφλεβίτιδα και θρομβοεμβολικά φαινόμενα (συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής, ενίοτε θανατηφόρα) έχουν αναφερθεί συγκυριακά.
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΗ επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία λόγω λύσης νεοπλασματικών κυττάρων. Αξιολογήστε ουρικό οξύ, κάλιο, φώσφορο, ασβέστιο, κρεατινίνη αίματος μετά την αρχική θεραπεία. Ενυδάτωση, αλκαλοποίηση ούρων και αλλοπουρινόλη μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τις επιπλοκές.
-
Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε ΛοιμώξειςΗ χορήγηση ζώντων εμβολίων σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές/θανατηφόρες λοιμώξεις. Αποφύγετε ζώντα εμβόλια. Νεκρά/αδρανοποιημένα εμβόλια μπορεί να χορηγηθούν, αλλά η ανταπόκριση μπορεί να είναι μειωμένη.
-
Αναπαραγωγικό σύστημαΗ επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει γονοτοξικότητα. Άνδρες και γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν αντισύλληψη. Οι ασθενείς που επιθυμούν παιδιά μετά τη θεραπεία πρέπει να λάβουν γενετική συμβουλευτική, αν κριθεί κατάλληλο.
-
Επιπρόσθετες Προειδοποιήσεις και Προφυλάξεις για Άλλες Οδούς Χορήγησης: Ενδοκυστική οδόςΜπορεί να προκαλέσει χημική κυστίτιδα (δυσουρία, πολυουρία, νυκτουρία, στραγγουρία, αιματουρία, ενόχληση κύστης, νέκρωση τοιχώματος) και σύσπαση κύστης. Προσοχή σε προβλήματα καθετηριασμού (π.χ. απόφραξη ουρήθρας).
-
Επιπρόσθετες Προειδοποιήσεις και Προφυλάξεις για Άλλες Οδούς Χορήγησης: Ενδοαρτηριακή οδόςΜπορεί να προκαλέσει (επιπρόσθετα συστηματικής τοξικότητας) εντοπισμένες/περιοχικές βλάβες, όπως γαστρο-δωδεκαδακτυλικό έλκος και στένωση χοληφόρων πόρων (λόγω σκληρωτικής χολαγγειίτιδας). Μπορεί να οδηγήσει σε εκτεταμένη νέκρωση αιματούμενου ιστού.
-
ΈκδοχαΤο methyl parahydroxybenzoate στο διάλυμα μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (με καθυστέρηση) και σπάνια αναπνευστικές δυσκολίες.
swap_horiz
SPC-FARMORUBICIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότητας όταν χορηγείται ανθρακυκλίνη μετά τη διακοπή της, λόγω της μακράς ημίσειας ζωής της τραστουζουμάμπης.ΣύστασηΑποφυγή ανθρακυκλινών για έως 24 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης. Εάν είναι απαραίτητο, στενή παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας.
-
ΠαρακολούθησηΑυξάνει την AUC της επιρουβικίνης κατά 50%.ΣύστασηΔιακοπή χορήγησης σιμετιδίνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη.
-
Πακλιταξέλη (πριν την επιρουβικίνη)ΠαρακολούθησηΜπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της αμετάβλητης επιρουβικίνης και των μεταβολιτών της.ΣύστασηΧορήγηση με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 24 ωρών.
-
Ντοσεταξέλη (μετά την επιρουβικίνη)ΠαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των μεταβολιτών της επιρουβικίνης.ΣύστασηΧορήγηση με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 24 ωρών.
-
ΔεξβεραπαμίληΠαρακολούθησηΜπορεί να αλλάξει τη φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης και να αυξήσει τις μυελοκατασταλτικές της επιδράσεις.
-
ΚινινίνηΠαρακολούθησηΜπορεί να επιταχύνει την αρχική κατανομή της επιρουβικίνης από το αίμα στους ιστούς και να επηρεάσει την κατανομή της στα ερυθροκύτταρα.
-
Ιντερφερόνη α2bΠαρακολούθησηΜπορεί να προκαλέσει μείωση στον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής και στην τελική κάθαρση της επιρουβικίνης.
-
Φάρμακα που επηρεάζουν το μυελό των οστών (π.χ. κυτταροστατικοί, σουλφοναμίδη, χλωραμφενικόλη, διφαινυλυντοΐνη, παράγωγα αμινοπυριδίνης, αντιρετροϊκοί παράγοντες)ΠαρακολούθησηΠιθανότητα σημαντικής διαταραχής της αιμοποίησης.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση της μυελοκαταστολής.
-
Αντένδειξη (ανάμιξη)Χημικώς ασύμβατες, μπορεί να σχηματίσουν ίζημα.
-
Άλλα κυτταροτοξικά φάρμακαΠαρακολούθησηΑθροιστική τοξικότητα (μυελός/αιματολογικό, γαστρεντερικό).ΣύστασηΔεν συνιστάται ανάμιξη στην ίδια σύριγγα.
-
Άλλες καρδιοτοξικές ενώσεις (π.χ. αναστολείς διαύλων ασβεστίου)ΠαρακολούθησηΑπαιτείται στενή παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας.
sick
SPC-FARMORUBICIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Σηπτική καταπληξία
- σηψαιμία
- πνευμονία
- Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία
- οξεία μυελογενής λευχαιμία
- Μυελοκαταστολή (λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία και ουδετεροπενία, αναιμία και εμπύρετη ουδετεροπενία)
- Θρομβοπενία
- Αιμορραγία και υποξία ιστού ως αποτέλεσμα μυελοκαταστολής
- Αναφυλαξία
- Ανορεξία
- αφυδάτωση
- Υπερουριχαιμία
- Ζάλη
- Επιπεφυκίτιδα
- κερατίτιδα
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- καρδιοτοξικότητα
- κοιλιακή ταχυκαρδία
- βραδυκαρδία
- κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- σκελικός αποκλεισμός
- Εξάψεις
- Φλεβίτιδα
- θρομβοφλεβίτιδα
- Καταπληξία
- θρομβοεμβολή
- πνευμονική εμβολή
- Βλεννογονίτιδα
- οισοφαγίτιδα
- στοματίτιδα
- έμετος
- διάρροια
- ναυτία
- Αλωπεκία
- Κνίδωση
- Εντοπισμένη τοξικότητα
- εξάνθημα
- κνησμός
- δερματικές αλλαγές
- ερύθημα
- εξάψεις
- υπέρχρωση δέρματος και ονύχων
- φωτοευαισθησία
- υπερευαισθησία σε δέρμα που έχει υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία (radiation-recall reaction)
- Ερυθρός χρωματισμός ούρων για 1 έως 2 ημέρες μετά τη χορήγηση
- Αμηνόρροια
- αζωοσπερμία
- Ερύθημα στη θέση έγχυσης
- Αίσθημα κακουχίας
- εξασθένιση
- πυρετός
- ρίγη
- Φλεβοσκλήρυνση
- τοπικό άλγος
- σοβαρή κυτταρίτιδα
- νέκρωση ιστών μετά από ακούσια παραφλεβική ένεση
- Μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών
- Ασυμπτωματική ελάττωση του κλάσματος εξωθήσεως αριστερής κοιλίας
- Χημική κυστίτιδα, κάποιες φορές αιμορραγική, κατόπιν ενδοκυστικής χορήγησης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΣηπτική καταπληξία, σηψαιμία, πνευμονίαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣπάνιεςΟξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία, οξεία μυελογενής λευχαιμίαΝεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστες και πολύποδες)
-
Πολύ συχνέςΜυελοκαταστολή (λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία και ουδετεροπενία, αναιμία και εμπύρετη ουδετεροπενία)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία και υποξία ιστού ως αποτέλεσμα μυελοκαταστολήςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑνορεξία, αφυδάτωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΥπερουριχαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΕπιπεφυκίτιδα, κερατίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, (δύσπνοια, οίδημα, ηπατομεγαλία, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα, υπεζωκοτική συλλογή, καλπαστικός ρυθμός), καρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ ανωμαλίες, αρρυθμίες, καρδιομυοπάθεια), κοιλιακή ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, σκελικός αποκλεισμόςΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΦλεβίτιδα, θρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚαταπληξία, θρομβοεμβολή, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολήςΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΒλεννογονίτιδα, οισοφαγίτιδα, στοματίτιδα, έμετος, διάρροια, ναυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΕντοπισμένη τοξικότητα, εξάνθημα, κνησμός, δερματικές αλλαγές, ερύθημα, εξάψεις, υπέρχρωση δέρματος και ονύχων, φωτοευαισθησία, υπερευαισθησία σε δέρμα που έχει υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία (radiation-recall reaction)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΕρυθρός χρωματισμός ούρων για 1 έως 2 ημέρες μετά τη χορήγησηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΑμηνόρροια, αζωοσπερμίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΕρύθημα στη θέση έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίας, εξασθένιση, πυρετός, ρίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΦλεβοσκλήρυνση, τοπικό άλγος, σοβαρή κυτταρίτιδα, νέκρωση ιστών μετά από ακούσια παραφλεβική ένεσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΜεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασώνΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑσυμπτωματική ελάττωση του κλάσματος εξωθήσεως αριστερής κοιλίαςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΧημική κυστίτιδα, κάποιες φορές αιμορραγική, κατόπιν ενδοκυστικής χορήγησηςΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
pregnant_woman
SPC-FARMORUBICIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΓονιμότηταΟι άντρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης, και εάν κριθεί κατάλληλο και υπάρχει η δυνατότητα, να ζητήσουν συμβουλές για διατήρηση του σπέρματος λόγω της πιθανότητας προκαλούμενης από τη θεραπεία μη αναστρέψιμης στειρότητας. Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια ή πρόωρη εμμηνόπαυση σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
-
ΚύησηΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης.Πειραματικά δεδομένα σε ζώα παρέχουν ενδείξεις για το ότι η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο, όταν χορηγείται σε εγκυμονούσες. Εάν η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει αυτό το φάρμακο, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Δεν υπάρχουν μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Η επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΟι μητέρες πρέπει να διακόπτουν το θηλασμό προτού λάβουν αυτό το φάρμακο.Δεν είναι γνωστό εάν η επιρουβικίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων και άλλων ανθρακυκλινών, απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα και λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων της επιρουβικίνης σε βρέφη που θηλάζουν.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-FARMORUBICIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-FARMORUBICIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση: Η επιρουβικίνη δεν απορροφάται από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Δεδομένου ότι το φάρμακο είναι εξαιρετικά ερεθιστικό στους ιστούς, πρέπει να χορηγείται από την ενδοφλέβια οδό. Η ενδοκυστική χορήγηση έχει αποδειχθεί εφικτή. Μετά από αυτήν την οδό…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-FARMORUBICIN
expand_more
Δοσολογία
Τρόπος χορήγησης
Η επιρουβικίνη είναι κυτταροτοξικός παράγοντας που χορηγείται με ενδοφλέβια ένεση ή ενδοκυστικώς.
4.2.1 Ενδοφλέβια Χορήγηση
Η δοσολογία υπολογίζεται συνήθως με βάση την επιφάνεια του σώματος (mg/m ). Η συνολική δόση της επιρουβικίνης που χορηγείται ανά κύκλο μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τη χρήση της σε κάθε δοσολογικό σχήμα (π.χ. αν χορηγείται σαν μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα) και ανάλογα με τη θεραπευτική ένδειξη (π.χ. στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού ή του πνεύμονα η επιρουβικίνη χορηγείται επίσης και σε δόσεις υψηλότερες από τις συμβατικές).
Η ενδοφλέβια χορήγηση της επιρουβικίνης πρέπει να γίνεται με προσοχή. Συνιστάται η χορήγηση της επιρουβικίνης σε σωλήνα ενδοφλέβιας έγχυσης ελεύθερης ροής (με ισότονο φυσιολογικό ορό ή διάλυμα γλυκόζης 5%) για διάστημα 3 μ 20, μ έχρι λεπτών ανάλογα ε τη δοσολογία και τον όγκο του μ. διαλύ ατος έγχυσης Σκοπός της τεχνικής αυτής είναι η ελαχιστοποίηση του κινδύνου θρόμβωσης ή περιφλεβικής εξαγγείωσης που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή κυτταρίτιδα, φυσαλλιδοποίηση και νέκρωση των ιστών. Δεν συνιστάται απευθείας ένεση λόγω του κινδύνου εξαγγείωσης, που μπορεί να προκληθεί ακόμη και παρουσία επαρκούς εμφάνισης αίματος κατά την αναρρόφηση της σύριγγας.
Συμβατική δόση Όταν η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία, η συνιστώμενη δόση ανά κύκλο σε ενήλικες είναι 60-120 mg/m επιφάνειας σώματος.
Η συνολική δόση ανά κύκλο μπορεί να χορηγηθεί σε εφάπαξ δόση ή να κατανεμηθεί σε 2-3 διαδοχικές ημέρες. Σε καταστάσεις φυσιολογικής ανάνηψης από την τοξικότητα που προκαλείται από το φάρμακο (ειδικά μυελοκαταστολή και στοματίτιδα), κάθε κύκλος θεραπείας μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 3 4 μέως εβδο άδες.
Υψηλές δόσεις Η επιρουβικίνη ως μονοθεραπεία στην αντιμετώπιση του καρκίνου του πνεύμονα με υψηλές δόσεις ή στην αντιμετώπιση του προχωρημένου καρκίνου του μαστού με υψηλές δόσεις σε μονοθεραπεία και σε συνδυασμένη θεραπεία πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με τα ακόλουθα σχήματα:
- Μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα (χωρίς προηγούμενη θεραπεία): 120 mg/m , ημέρα 1, κάθε 3 4 μέως εβδο άδες.
- Μη-μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα (επιδερμοειδής, μεγαλοκυτταρικός και αδενοκαρκίνωμα, χωρίς προηγούμενη θεραπεία): 135 mg/m , ημέρα 1 ή 45 mg/m , ημέρα 1, 2, 3, κάθε 3 έως 4 εβδομάδες.
- Καρκίνος μαστού: Δόσεις μέχρι 135 mg/m σε μονοθεραπεία και 120 mg/m σε συνδυασμένη θεραπεία κάθε 3 έως 4 εβδομάδες αποδείχθηκαν αποτελεσματικές και καλά ανεκτές στη θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του μαστού. Στην επικουρική θεραπεία του πρώιμου καρκίνου του μαστού σε θετικούς ως προς τους λεμφαδένες ασθενείς, συνιστάται η χορήγηση δόσεων από 100 mg/m μέχρι 120 mg/m κάθε 3 έως 4 εβδομάδες.
Χαμηλότερες δόσεις (60-70 mg/m για τα σχήματα συμβατικών δόσεων και 105- 120 mg/m για τα σχήματα υψηλών δόσεων) συνιστώνται σε ασθενείς των οποίων η λειτουργία του μυελού των οστών είναι ήδη επιβαρυμένη, λόγω προηγούμενης χημειοθεραπείας, σε ηλικιωμένους ασθενείς ή επί παρουσίας νεοπλασματικής διήθησης του μυελού των οστών. Όταν η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα με ενδεχόμενη αλληλοκαλυπτόμενη τοξικότητα, η συνιστώμενη δόση ανά κύκλο θα πρέπει να μειώνεται αντίστοιχα.
Νεφρική-ηπατική ανεπάρκεια
Η μέτρια νεφρική ανεπάρκεια δεν φαίνεται να απαιτεί ελάττωση δοσολογίας λόγω της περιορισμένης ποσότητας επιρουβικίνης που απεκκρίνεται από την οδό αυτή. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κρεατινίνη ορού > 5 mg/dL) η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται με χαμηλότερες δόσεις. Δεδομένου ότι η κυριότερη οδός απέκκρισης της επιρουβικίνης είναι το ηπατοχολικό σύστημα, η δοσολογία πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια για αποφυγή αύξησης της συνολικής τοξικότητας. Οδηγίες για την ελάττωση της δοσολογίας σε αυτούς τους ασθενείς παρέχονται στην παράγραφο 4.4.
4.2.2 Ενδοκυστική Χορήγηση
Για τη θεραπεία επιφανειακών όγκων της ουροδόχου κύστης, συνιστάται θεραπεία 8 εβδομαδιαίων ενσταλάξεων των 50 mg (σε 25-50 mL φυσιολογικού ορού). Σε περίπτωση τοπικής τοξικότητας (χημικής κυστίτιδας) συνιστάται μείωση της δοσολογίας σε 30 mg. Για τη θεραπεία καρκινωμάτων in-situ, ανάλογα με την ατομική ανοχή του ασθενούς, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 80 mg. Για την προφύλαξη υποτροπής διουρηθρικώς αφαιρεθέντος επιφανειακού όγκου, μπορεί να χορηγηθούν 50 mg 4 φορές, από μία κάθε εβδομάδα και εν συνεχεία 11 φορές, από μία κάθε μήνα. Το διάλυμα πρέπει να παραμένει εντός της κύστης για διάστημα μίας ώρας, ο ασθενής θα πρέπει να αλλάζει θέση περιστροφικά ώστε να πετύχει την καλύτερη επαφή του φαρμάκου με όλο το βλεννογόνο της κύστης. Για αποφυγή ανεπιθύμητης αραίωσης με τα ούρα, ο ασθενής δεν πρέπει να πιει κανένα υγρό για δώδεκα ώρες πριν από την ενστάλαξη. Επίσης, ο ασθενής πρέπει να καθοδηγείται να ουρεί μετά το τέλος της ενστάλλαξης.
Η ενδοκυστική χορήγηση δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία διηθητικών όγκων που έχουν διεισδύσει το μυϊκό χιτώνα του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης.
block
Αντενδείξεις
SPC-FARMORUBICIN
expand_more
Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στην επιρουβικίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του προϊόντος, σε άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες. Οι καταστάσεις κατά τις οποίες οι ασθενείς δεν πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με ενδοφλέβια επιρουβικίνη περιλαμβάνουν:
- Γαλουχία Ενδοφλέβια χρήση:
- εμμένουσα μυελοκαταστολή
- σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
- σοβαρή ανεπάρκεια του μυοκαρδίου
- πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
- σοβαρές αρρυθμίες
- προηγούμενη θεραπεία με επιρουβικίνη και/ή άλλες ανθρακυκλίνες και ανθρακενοδιόνες στις μέγιστες αθροιστικές δόσεις (βλέπε παράγραφο 4.4)
- ασθενείς με οξείες συστηματικές λοιμώξεις
- ασταθής στηθάγχη
- μυοκαρδιοπάθεια Ενδοκυστική χρήση:
- λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
- φλεγμονή της ουροδόχου κύστης
- αιματουρία
- επιθετικοί όγκοι που έχουν διαπεράσει το τοίχωμα της ουροδόχου κύστης
- προβλήματα καθετηριασμού
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-FARMORUBICIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-FARMORUBICIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται κυρίως σε συνδυασμό με άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα. Αθροιστική τοξικότητα μπορεί να προκληθεί, ειδικά όσον αφορά τις επιδράσεις στον μυελό/αιματολογικό σύστημα και γαστρεντερικό σωλήνα (βλέπε 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Η χρήση της επιρουβικίνης σε θεραπεία συνδυασμού με άλλα ενδεχομένως καρδιοτοξικά κυτταροστατικά φάρμακα, καθώς και η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων καρδιοδραστικών ενώσεων (π.χ. αναστολείς διαύλων ασβεστίου) απαιτεί στενή παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
Η επιρουβικίνη μεταβολίζεται σε υψηλό βαθμό από το ήπαρ. Οι αλλαγές στην ηπατική λειτουργία που προκαλούνται από παράλληλους θεραπευτικούς χειρισμούς μπορεί να επηρεάσουν το μεταβολισμό, τη φαρμακοκινητική, τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα και/ή την τοξικότητα της επιρουβικίνης (βλέπε 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Οι ανθρακυκλίνες, συμπεριλαμβανομένης και της επιρουβικίνης, δεν πρέπει να χορηγούνται σε συνδυασμό με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες, εκτός και αν η καρδιακή λειτουργία του ασθενούς παρακολουθείται στενά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανθρακυκλίνες έπειτα από διακοπή της θεραπείας με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες, ειδικά με εκείνους με μακρά ημίσεια ζωή, όπως η τραστουζουμάμπη, μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρδιοτοξικότητας. Η ημίσεια ζωή της τραστουζουμάμπης είναι περίπου 28,5 ημέρες και μπορεί να παραμένει στην κυκλοφορία για διάστημα έως και 24 εβδομάδες. Επομένως, οι γιατροί πρέπει να αποφεύγουν θεραπεία με ανθρακυκλίνες για διάστημα έως και 24 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης, όπου είναι δυνατόν. Εάν οι ανθρακυκλίνες χρησιμοποιηθούν πριν από το χρόνο αυτό, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας.
Ο εμβολιασμός με ένα εμβόλιο ζωντανού μικροοργανισμού πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν επιρουβικίνη. Μπορεί να χορηγηθούν εμβόλια νεκρών ή αδρανοποιημένων μικροοργανισμών. Ωστόσο η ανταπόκριση σε τέτοια εμβόλια μπορεί να είναι μειωμένη.
Η σιμετιδίνη αυξάνει την AUC της επιρουβικίνης κατά 50% και η χορήγησή της θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη.
Όταν η πακλιταξέλη χορηγείται πριν από την επιρουβικίνη, μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της αμετάβλητης επιρουβικίνης και των μεταβολιτών της, οι τελευταίοι δεν είναι ωστόσο ούτε τοξικοί ούτε ενεργοί. Η ταυτόχρονη χορήγηση πακλιταξέλης ή ντοσεταξέλης δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης, όταν η επιρουβικίνη χορηγήθηκε πριν την ταξάνη.
Ο συνδυασμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί, εάν τα φάρμακα χορηγούνται με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 24 ωρών. Δηλαδή η έγχυση της επιρουβικίνης και της πακλιταξέλης πρέπει να πραγματοποιείται με ένα διάλειμμα 24 ωρών μεταξύ των 2 παραγόντων.
Η δεξβεραπαμίλη μπορεί να αλλάξει τη φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης και πιθανώς να αυξήσει τις μυελοκατασταλτικές επιδράσεις της.
Μία μελέτη κατέδειξε ότι η ντοσεταξέλη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των μεταβολιτών της επιρουβικίνης, όταν χορηγείται αμέσως μετά την επιρουβικίνη.
Η κινινίνη μπορεί να επιταχύνει την αρχική κατανομή της επιρουβικίνης από το αίμα στους ιστούς και μπορεί να έχει επίδραση στην κατανομή της επιρουβικίνης στα ερυθροκύτταρα.
Η συγχορήγηση της ιντερφερόνης α2b μπορεί να προκαλέσει μείωση τόσο στον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής όσο και στην τελική κάθαρση της επιρουβικίνης.
Η πιθανότητα σημαντικής διαταραχής της αιμοποίησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη θεραπεία με φάρμακα που επηρεάζουν το μυελό των οστών (δηλ. κυτταροστατικοί παράγοντες, σουλφοναμίδη, χλωραμφενικόλη, διφαινυλυντοΐνη, παράγωγα της αμινοπυριδίνης, αντιρετροϊκοί παράγοντες).
Αύξηση της μυελοκαταστολής μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία συνδυασμού ανθρακυκλίνης και δεξραζοξάνης.
Δεν πρέπει να αναμιγνύεται με ηπαρίνη γιατί πρόκειται για χημικώς ασύμβατες ουσίες που σε ορισμένη αναλογία μπορεί να σχηματίσουν ίζημα. Η επιρουβικίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες, δεν συνιστάται όμως η ανάμιξη των φαρμάκων αυτών μέσα στην ίδια σύριγγα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-FARMORUBICIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί και αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με επιρουβικίνη, με τις ακόλουθες συχνότητες: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως ≤1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως ≤1/1.000), πολύ σπάνιες (≤1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Περισσότερο από 10% των ασθενών σε θεραπεία αναμένεται να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι μυελοκαταστολή, γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ανορεξία, αλωπεκία, λοίμωξη.
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες Ενέργειες |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Συχνές | Λοίμωξη |
| Μη γνωστές | Σηπτική καταπληξία, σηψαιμία, πνευμονία | |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστες και πολύποδες) | Σπάνιες | Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία, οξεία μυελογενής λευχαιμία |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Πολύ συχνές | Μυελοκαταστολή (λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία και ουδετεροπενία, αναιμία και εμπύρετη ουδετεροπενία) |
| Όχι συχνές | Θρομβοπενία | |
| Μη γνωστές | Αιμορραγία και υποξία ιστού ως αποτέλεσμα μυελοκαταστολής | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Σπάνιες | Αναφυλαξία |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές | Ανορεξία, αφυδάτωση |
| Σπάνιες | Υπερουριχαιμία (βλέπε παράγραφο 4.4) | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Σπάνιες | Ζάλη |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Μη γνωστές | Επιπεφυκίτιδα, κερατίτιδα |
| Καρδιακές διαταραχές | Σπάνιες | Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, (δύσπνοια, οίδημα, ηπατομεγαλία, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα, υπεζωκοτική συλλογή, καλπαστικός ρυθμός), καρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ ανωμαλίες, αρρυθμίες, καρδιομυοπάθεια), κοιλιακή ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, σκελικός αποκλεισμός |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Εξάψεις |
| Όχι συχνές | Φλεβίτιδα, θρομβοφλεβίτιδα | |
| Μη γνωστές | Καταπληξία, θρομβοεμβολή, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Συχνές | Βλεννογονίτιδα, οισοφαγίτιδα, στοματίτιδα, έμετος, διάρροια, ναυτία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνές | Αλωπεκία |
| Σπάνιες | Κνίδωση | |
| Μη γνωστές | Εντοπισμένη τοξικότητα, εξάνθημα, κνησμός, δερματικές αλλαγές, ερύθημα, εξάψεις, υπέρχρωση δέρματος και ονύχων, φωτοευαισθησία, υπερευαισθησία σε δέρμα που έχει υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία (radiation-recall reaction) | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πολύ συχνές | Ερυθρός χρωματισμός ούρων για 1 έως 2 ημέρες μετά τη χορήγηση |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Σπάνιες | Αμηνόρροια, αζωοσπερμία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Ερύθημα στη θέση έγχυσης |
| Σπάνιες | Αίσθημα κακουχίας, εξασθένιση, πυρετός, ρίγη | |
| Μη γνωστές | Φλεβοσκλήρυνση, τοπικό άλγος, σοβαρή κυτταρίτιδα, νέκρωση ιστών μετά από ακούσια παραφλεβική ένεση | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Σπάνιες | Μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών |
| Μη γνωστές | Ασυμπτωματική ελάττωση του κλάσματος εξωθήσεως αριστερής κοιλίας | |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Συχνές | Έχει παρατηρηθεί χημική κυστίτιδα, κάποιες φορές αιμορραγική, κατόπιν ενδοκυστικής χορήγησης (βλέπε παράγραφο 4.4) |
Ενδοκυστική χορήγηση: Καθώς μία μικρή μόνο ποσότητα δραστικού συστατικού επαναπορροφάται μετά την ενδοκυστική ενστάλαξη, σοβαρές συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις όπως επίσης και αλλεργικές αντιδράσεις είναι σπάνιες. Έχουν συχνά αναφερθεί εντοπισμένες αντιδράσεις όπως αίσθημα καύσου, συχνουρία και πολυουρία. Έχουν αναφερθεί περιστασιακή βακτηριακή ή χημική κυστίτιδα (βλέπε παράγραφο 4.4). Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι κυρίως αναστρέψιμες.
Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα: Η δοσοεξαρτώμενη, αναστρέψιμη λευκοπενία και/ή κοκκιοκυτταροπενία (ουδετεροπενία) αποτελεί την κυριότερη εκδήλωση της μυελοτοξικότητας/αιματολογικής τοξικότητας της επιρουβικίνης και αντιπροσωπεύει την οξεία δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου αυτού. Η λευκοπενία είναι συνήθως πιο σοβαρή μετά τη χορήγηση σχημάτων με υψηλές δόσεις. Κάτω από τις συνθήκες αυτές μπορεί να απαιτηθεί κατάλληλη υποστήριξη του μυελού (π.χ. αρχέγονα κύτταρα περιφερικού αίματος ή αυξητικοί παράγοντες). Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί θρομβοκυτταροπενία και αναιμία.
Τα κλινικά επακόλουθα της μυελοτοξικότητας/αιματολογικής τοξικότητας από επιρουβικίνη μπορεί να περιλαμβάνουν πυρετό, λοιμώξεις, σήψη/σηψαιμία, σηπτικό σοκ, αιμορραγίες, υποξία των ιστών ή θάνατο. Θα πρέπει να χορηγούνται αντιβιοτικά ενδοφλεβίως όταν παρατηρηθεί εμπύρετη ουδετεροπενία.
Δευτερογενής λευχαιμία Η εμφάνιση δευτερογενούς οξείας μυελογενούς λευχαιμίας, με ή χωρίς προ- λευχαιμική φάση, έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ταυτόχρονη θεραπεία με ανθρακυκλίνες (συμπεριλαμβανομένης της επιρουβικίνης). Η δευτερογενής λευχαιμία εμφανίζεται συχνότερα, όταν τα φάρμακα αυτά χορηγούνται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες, που έχουν καταστροφική δράση στο DNA, σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία, όταν οι ασθενείς έχουν λάβει προηγουμένως κυταρροτοξικά φάρμακα, ή όταν η δοσολογία των ανθρακυκλινών αυξάνεται κλιμακωτά. Οι λευχαιμίες αυτές μπορεί να έχουν βραχεία λανθάνουσα περίοδο (1 - 3 ετών).
Καρδιοτοξικότητα: Η καρδιοτοξικότητα που προκαλείται από ανθρακυκλίνες μπορεί να εμφανισθεί με πρώιμες (οξείες) ή όψιμες εκδηλώσεις. Η πρώιμη καρδιοτοξικότητα της επιρουβικίνης εκδηλώνεται κυρίως ως κολπική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες στο ΗΚΓ, π.χ. μη ειδικές αλλαγές στο κύμα ST-T, ωστόσο έχουν αναφερθεί και ταχυαρρυθμίες όπως πρόωρες κοιλιακές συστολές, κοιλιακή ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, καθώς και αποκλεισμός του κολποκοιλιακού δεματίου του His και ασυμπτωματική πτώση στο κλάσμα εξώθησης. Με εξαίρεση τις επικίνδυνες καρδιακές αρρυθμίες, οι ανεπιθύμητες αυτές ενέργειες δεν αποτελούν συνήθως ένδειξη μεταγενέστερης ανάπτυξης όψιμης καρδιοτοξικότητας, σπάνια είναι κλινικής σημασίας και σε γενικές γραμμές δεν αποτελούν λόγο για τη διακοπή της θεραπείας με επιρουβικίνη. Η όψιμη καρδιοτοξικότητα χαρακτηρίζεται από μυοκαρδιοπάθεια η οποία εκδηλώνεται κλινικά με συμπτώματα/ενδείξεις κοιλιακής δυσλειτουργίας/συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας [όπως δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα, οίδημα κάτω άκρων (π.χ. στα σφυρά), ηπατομεγαλία, ασκίτη, πλευρίτιδα, καλπαστικό ρυθμό]. Η τοξικότητα αυτή φαίνεται να εξαρτάται από την αθροιστική δόση της επιρουβικίνης και αντιπροσωπεύει την αθροιστική δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου. Σε έναν αριθμό μελετών αξιολογήθηκε ότι ο κίνδυνος ανάπτυξης αποφρακτικής καρδιακής νόσου, σε απουσία άλλων καρδιακών παραγόντων κινδύνου, αυξάνεται απότομα όταν η αθροιστική δόση της επιρουβικίνης φθάσει τα 900 mg/m . Ωστόσο, όταν υπάρχει επιπρόσθετος κίνδυνος για ανάπτυξη καρδιοτοξικότητας (π.χ. ενεργός ή λανθάνουσα καρδιαγγειακή νόσος, προηγούμενη ακτινοθεραπεία, προηγούμενη/ταυτόχρονη χρήση άλλων καρδιοτοξικών φαρμάκων) η καρδιοτοξικότητα μπορεί να εμφανισθεί σε χαμηλότερες αθροιστικές δόσεις. Η όψιμη καρδιοτοξικότητα αναπτύσσεται κυρίως κατά τη διάρκεια της αγωγής με επιρουβικίνη και μέχρι και δυο-τρεις μήνες μετά, ωστόσο έχουν αναφερθεί και απώτερα συμβάντα (αρκετούς μήνες μέχρι χρόνια μετά την αποπεράτωση της αγωγής). Σοβαρή καρδιακή βλάβη μπορεί να αποτραπεί με τακτική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της αγωγής (βλ. επίσης παράγραφο 4.4). Έχει αναφερθεί επίσης και περικαρδιακή έκχυση.
Γαστρεντερική Τοξικότητα: Βλεννογονίτιδα (κυρίως στοματίτιδα, λιγότερο συχνά οισοφαγίτιδα) μπορεί να παρατηρηθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη. Οι κλινικές εκδηλώσεις της βλεννογονίτιδας περιλαμβάνουν πόνο ή αίσθημα καύσου, διαβρώσεις-εξελκώσεις, αιμορραγία και λοιμώξεις. Η στοματίτιδα εμφανίζεται γενικά σχεδόν αμέσως μετά τη χορήγηση του φαρμάκου και, σε περίπτωση που είναι σοβαρή, μπορεί να προχωρήσει μέσα σε διάστημα ημερών σε εξελκώσεις του βλεννογόνου. Ωστόσο, οι περισσότεροι ασθενείς ανανήπτουν από αυτήν την ανεπιθύμητη ενέργεια μέχρι την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί ναυτία, έμετος και, κατά καιρούς, διάρροια και κοιλιακό άλγος. Ο έντονος έμετος και η διάρροια μπορούν να προκαλέσουν αφυδάτωση. Η ναυτία και ο έμετος μπορούν να αποτραπούν ή να μειωθούν σε ένταση με τη χορήγηση κατάλληλης αντιεμετικής αγωγής. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί υπέρχρωση του στοματικού βλεννογόνου.
Δερματικές Αντιδράσεις και Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας: Αλωπεκία, που περιλαμβάνει τη διακοπή ανάπτυξης γενιού, παρατηρείται συχνά. Η ανεπιθύμητη αυτή ενέργεια είναι συνήθως αναστρέψιμη, και όλα τα μαλλιά αναπτύσσονται και πάλι εντός δύο-τριών μηνών μετά το πέρας της αγωγής. Μπορεί επίσης να παρατηρηθούν ερύθημα, εξάψεις, υπέρχρωση του δέρματος και των νυχιών, φωτοευαισθησία και υπερευαισθησία σε δέρμα που έχει υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία (radiation recall reaction). Κνίδωση και αναφυλαξία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με επιρουβικίνη. Οι ενδείξεις/συμπτώματα των αντιδράσεων αυτών μπορεί να ποικίλουν από δερματικό εξάνθημα και κνησμό μέχρι πυρετό, ρίγη και καταπληξία.
Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης: Η ερυθηματώδης ράβδωση κατά μήκος της φλέβας όπου πραγματοποιήθηκε η έγχυση δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο, και μπορεί να προηγείται της τοπικής φλεβίτιδας ή θρομβοφλεβίτιδας. Ο κίνδυνος για πρόκληση φλεβίτιδας/θρομβοφλεβίτιδας στο σημείο της ένεσης μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με την εφαρμογή της διαδικασίας χορήγησης που συνιστάται στην παράγραφο 4.4. Μπορεί επίσης να προκληθεί φλεβοσκλήρυνση, ειδικά όταν η επιρουβικίνη εγχύεται κατ’ επανάληψη σε μικρή φλέβα.
Στην περίπτωση περιφλεβικής εξαγγείωσης του φαρμάκου, παρατηρείται τοπικό άλγος, σοβαρή κυτταρίτιδα και νέκρωση ιστών (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες: Οι άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν επιπεφυκίτιδα, κερατίτιδα, ανορεξία, λοιμώξεις, αδιαθεσία/κόπωση και υπερουριχαιμία, που μπορεί να εμφανισθεί σαν επακόλουθο του εκτεταμένου καταβολισμού των πουρινών που συνοδεύει την από το φάρμακο προκληθείσα ταχεία κυτταρική νέκρωση των πολύ ευαίσθητων στη χημειοθεραπεία νεοπλασμάτων (σύνδρομο λύσης του όγκου). Η ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων και η χορήγηση αλλοπουρινόλης βοηθούν στην αποτροπή ή στην ελαχιστοποίηση των ανεπιθύμητων ενεργειών της υπερουριχαιμίας. Πιθανόν να εμφανιστεί ερυθρός χρωματισμός των ούρων 1-2 ημέρες μετά τη χορήγηση.
Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί αμηνόρροια και η αγωγή με επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει αζωοσπερμία.
Μεταβολές στα επίπεδα των τρανσαμινασών μπορεί επίσης να παρατηρηθούν.
Η χορήγηση της επιρουβικίνης από την ενδοκυστική οδό μπορεί να προκαλέσει χημική κυστίτιδα και συστολή της ουροδόχου κύστης.
Έχει αναφερθεί ότι η άμεση χορήγηση της επιρουβικίνης (ή αγωγών που περιέχουν επιρουβικίνη) και λιπιοδόλης στην ηπατική αρτηρία (transcatheter arterial embolization) για την τοπική θεραπεία του πρωτογενούς ηπατοκυτταρικού καρκινώματος ή των ηπατικών μεταστάσεων προκαλεί έλκος του στομάχου-δωδεκαδακτύλου, προφανώς λόγω της ανάδρασης των φαρμάκων στην γαστρική αρτηρία, και στένωση των χοληφόρων πόρων λόγω της σκληρωτικής χολαγγειίτιδας που προκαλείται από το φάρμακο.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-FARMORUBICIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γονιμότητα
Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει χρωμοσομική βλάβη στα ανθρώπινα σπερματοζωάρια. Οι άντρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης, και εάν κριθεί κατάλληλο και υπάρχει η δυνατότητα, να ζητήσουν συμβουλές για διατήρηση του σπέρματος λόγω της πιθανότητας προκαλούμενης από τη θεραπεία μη αναστρέψιμης στειρότητας. Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια ή πρόωρη εμμηνόπαυση σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Εγκυμοσύνη
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης.
Πειραματικά δεδομένα σε ζώα παρέχουν ενδείξεις για το ότι η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο, όταν χορηγείται σε εγκυμονούσες. Εάν η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει αυτό το φάρμακο, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
Δεν υπάρχουν μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Η επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό εάν η επιρουβικίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων και άλλων ανθρακυκλινών, απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα και λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων της επιρουβικίνης σε βρέφη που θηλάζουν, οι μητέρες πρέπει να διακόπτουν το θηλασμό προτού λάβουν αυτό το φάρμακο.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-FARMORUBICIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-FARMORUBICIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση:
Η επιρουβικίνη δεν απορροφάται από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Δεδομένου ότι το φάρμακο είναι εξαιρετικά ερεθιστικό στους ιστούς, πρέπει να χορηγείται από την ενδοφλέβια οδό. Η ενδοκυστική χορήγηση έχει αποδειχθεί εφικτή. Μετά από αυτήν την οδό χορήγησης, η δίοδος της επιρουβικίνης στην συστηματική κυκλοφορία είναι ελάχιστη.
Κατανομή:
Μετά την ενδοφλέβια χορηγησή της, η επιρουβικίνη κατανέμεται ταχέως και σε μεγάλο βαθμό στα εξωαγγειακά διαμερίσματα, όπως φαίνεται από τον πολύ βραχύ χρόνο ημιζωής κατανομής και από τον όγκο κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας που υπερβαίνει τα 40 L/kg. Ωστόσο, παρά τον ευρύ όγκο κατανομής της, η επιρουβικίνη δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό σε ανιχνεύσιμες ποσότητες.
Μεταβολισμός:
Η επιρουβικίνη μεταβολίζεται σε σημαντικό βαθμό, κυρίως από το ήπαρ. Οι κυριότεροι μεταβολίτες που έχουν ταυτοποιηθεί είναι η epirubicinol (13-OH επιρουβικίνη), που εμφανίζει ορισμένο βαθμό κυτταροστατικής δράσης, και τα γλυκουρονίδια της επιρουβικίνης και της epirubicinol. Τα επίπεδα στο πλάσμα του κυριότερου μεταβολίτη, της epirubicinol, είναι χαμηλότερα από εκείνα του αμετάβλητου φαρμάκου. Από μεταβολικής άποψης, η 4-O- γλυκουρονιδίωση ξεχωρίζει την επιρουβικίνη από την doxorubicin και μπορεί να ευθύνεται για τη μειωμένη τοξικότητά της.
Αποβολή:
Σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία, τα επίπεδα της επιρουβικίνης στο πλάσμα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 60 - 150 mg/m ακολουθούν τριεκθετικό μειούμενο πρότυπο, με βραδεία τελική φάση (t 1/2γ) 30 μέχρι 40 ωρών. Οι δόσεις αυτές βρίσκονται μέσα στα όρια της φαρμακοκινητικής γραμμικότητας. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της epirubicinol είναι όμοιος με εκείνον της επιρουβικίνης. Η κάθαρση από το πλάσμα κυμαίνεται από 0,9 μέχρι 1,4 λίτρα/λεπτό. Η επιρουβικίνη αποβάλλεται κυρίως από το ήπαρ: περίπου το 38% της χορηγηθείσης δόσης ανακτάται σε χολή 24 ωρών σε μορφή επιρουβικίνης (περίπου 19%), epirubicinol και άλλων μεταβολιτών. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, μόνον το 9 μέχρι 12% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα σαν αμετάβλητο φάρμακο ή μεταβολίτες. Μετά από 72 ώρες, οι αριθμοί είναι περίπου 43% στη χολή και περίπου 16% στα ούρα.
ΕΟΦ · 8.3
Κυτταροτοξικά αντιβιοτικά
expand_more
Κυτταροτοξικά αντιβιοτικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής:
- 21 ± 2 L/kg [60 mg/m2 Δοσολογία]
- 27 ± 11 L/kg [75 mg/m2 Δοσολογία]
- 23 ± 7 L/kg [120 mg/m2 Δοσολογία]
- 21 ± 7 L/kg [150 mg/m2 Δοσολογία]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Απομάκρυνση (Clearance):
- 65 +/- 8 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 60 mg/m2]
- 83 +/- 14 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 75 mg/m2]
- 65 +/- 13 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 120 mg/m2]
- 69 +/- 13 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 150 mg/m2]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η επιρουβικίνη είναι ένας αντινεοπλαστικός παράγοντας της κατηγορίας των ανθρακυκλινών. Γενικές ιδιότητες των φαρμάκων αυτής της κατηγορίας περιλαμβάνουν: αλληλεπίδραση με το DNA με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της παρεμβολής (εισχώρηση μεταξύ των ζευγών βάσεων), της θραύσης αλυσίδων DNA και της αναστολής του ενζύμου τοποϊσομεράση II. Οι περισσότερες από αυτές τις ενώσεις έχουν απομονωθεί από φυσικές πηγές και είναι αντιβιοτικά. Ωστόσο, στερούνται της ειδικότητας των αντιμικροβιακών αντιβιοτικών και ως εκ τούτου προκαλούν σημαντική τοξικότητα. Οι ανθρακυκλίνες είναι από τα πιο σημαντικά διαθέσιμα αντικαρκινικά φάρμακα. Η δοξορουβικίνη χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία διαφόρων συμπαγών όγκων, ενώ η δαουνορουβικίνη και η ιδαρουβικίνη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη θεραπεία της λευχαιμίας. Η επιρουβικίνη μπορεί επίσης να αναστέλλει τη δραστηριότητα της πολυμεράσης, να επηρεάζει τη ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης και να προκαλεί βλάβη στο DNA από ελεύθερες ρίζες. Η επιρουβικίνη έχει αντικαρκινική δράση έναντι ενός ευρέος φάσματος όγκων, είτε μοσχευμάτων είτε σποραδικών. Οι ανθρακυκλίνες είναι μη ειδικές ως προς τον κυτταρικό κύκλο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η επιρουβικίνη έχει αντιμιτωτική και κυτταροτοξική δράση. Αναστέλλει τη σύνθεση νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA) και πρωτεϊνών μέσω διαφόρων προτεινόμενων μηχανισμών δράσης:
- Η επιρουβικίνη σχηματίζει συμπλέγματα με το DNA με παρεμβολή μεταξύ των ζευγών βάσεων.
- Αναστέλλει τη δραστηριότητα της τοποϊσομεράσης II σταθεροποιώντας το σύμπλοκο DNA-τοποϊσομεράσης II, εμποδίζοντας την επανασύνδεση που καταλύει η τοποϊσομεράση II.
- Παρεμβαίνει στην αντιγραφή και τη μεταγραφή του DNA αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της DNA ελικάσης.
Η επιρουβικίνη είναι ένας κυτταροτοξικός παράγοντας της κατηγορίας των ανθρακυκλινών. Αν και είναι γνωστό ότι οι ανθρακυκλίνες μπορούν να επηρεάσουν διάφορες βιοχημικές και βιολογικές λειτουργίες εντός των ευκαρυωτικών κυττάρων, οι ακριβείς μηχανισμοί των κυτταροτοξικών και/ή αντι-προοπτικών ιδιοτήτων της επιρουβικίνης δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως.
- Η επιρουβικίνη σχηματίζει ένα σύμπλοκο με το DNA μέσω παρεμβολής των επίπεδων δακτυλίων της μεταξύ των ζευγών βάσεων νουκλεοτιδίων, με συνέπεια την αναστολή της σύνθεσης νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA) και πρωτεϊνών.
- Αυτή η παρεμβολή προκαλεί διάσπαση του DNA από την τοποϊσομεράση II, οδηγώντας σε κυτταρική νέκρωση.
- Η επιρουβικίνη αναστέλλει επίσης τη δραστηριότητα της DNA ελικάσης, εμποδίζοντας την ενζυμική διάσπαση του διπλής έλικας DNA και παρεμβαίνοντας στην αντιγραφή και τη μεταγραφή.
- Η επιρουβικίνη εμπλέκεται επίσης σε αντιδράσεις οξειδοαναγωγής, παράγοντας κυτταροτοξικές ελεύθερες ρίζες.
Η αντι-προοπτική και κυτταροτοξική δράση της επιρουβικίνης θεωρείται ότι οφείλεται σε αυτούς ή άλλους πιθανούς μηχανισμούς.
Η επιρουβικίνη καταπολεμά τον καρκίνο μέσω της αναστολής της τοποϊσομεράσης II, παράγοντας έτσι θραύσεις στην αλυσίδα του DNA που τελικά οδηγούν σε απόπτωση των κυττάρων. Ωστόσο, οι ανθρακυκλίνες παράγουν ελεύθερες ρίζες που μπορεί να εξηγήσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειές τους. Ο δεξραζοξάνης – ένας χηλικός παράγοντας σιδήρου – αποδείχθηκε ότι μειώνει την παραγωγή ελεύθερων ριζών και την καρδιοτοξικότητα των ανθρακυκλινών. Σε αυτή τη μελέτη, αναφέρουμε τις συγκεντρώσεις της κυτταρικής 8-οξο-7,8-διυδρο-2’-δεοξυγουανίνης (8-οξο-dGuo) σε σχέση με τη 2’-δεοξυγουανίνη (dGuo), και τα αποτελέσματα της δοκιμασίας κομήτη από μια μελέτη που περιλάμβανε 20 ασθενείς με καρκίνο που έλαβαν θεραπεία με επιρουβικίνη. Αναφέρονται επίσης οι συγκεντρώσεις βιταμινών Α, Ε, C και καροτενοειδών στο πλάσμα. Όλα τα δεδομένα συλλέχθηκαν πριν και αμέσως μετά την ενδοφλέβια έγχυση επιρουβικίνης. Οι λόγοι 8-οξο-dGuo προς dGuo μετρήθηκαν στο DNA των λευκοκυττάρων με HPLC-coulometry μετά από εκχύλιση NaI των νουκλεϊκών οξέων. Οι βιταμίνες Α και Ε και τα καροτενοειδή μετρήθηκαν με HPLC-spectrophotometry. Η βιταμίνη C μετρήθηκε με HPLC-spectrofluorimetry. Οι διάμεσοι λόγοι 8-οξο-dGuo/dGuo αυξήθηκαν σημαντικά από 0,34 σε 0,48 βλάβες ανά 100.000 βάσεις, ενώ το ποσοστό DNA της ουράς αυξήθηκε από 3,47 σε 3,94 μετά τη χημειοθεραπεία. Οι διάμεσοι λόγοι 8-οξο-dGuo/dGuo και το ποσοστό της ουράς DNA παρέμειναν εντός των φυσιολογικών ορίων. Μόνο η βιταμίνη C μειώθηκε σημαντικά από 55,4 σε 50,3 μM. Οι μειώσεις στις βιταμίνες Α, Ε, λουτεΐνη και ζεαξανθίνη δεν ήταν σημαντικές, αλλά οι συγκεντρώσεις ήταν κάτω από το κατώτατο όριο του φυσιολογικού εύρους τόσο πριν όσο και μετά τη χημειοθεραπεία. Μόνο η συσχέτιση μεταξύ των αποτελεσμάτων της δοκιμασίας κομήτη και των συγκεντρώσεων της βιταμίνης C ήταν σημαντική (rho =-0,517, p = 0,023). Αυτή η μελέτη δείχνει ότι το κυτταρικό DNA υφίσταται βλάβες από τις ελεύθερες ρίζες που παράγονται από την επιρουβικίνη, οι οποίες παράγουν τη μεταλλαξιγόνο τροποποιημένη βάση 8-οξο-dGuo και είναι υπεύθυνες για τις θραύσεις της αλυσίδας. Ωστόσο, οι θραύσεις της αλυσίδας δημιουργούνται όχι μόνο από ελεύθερες ρίζες αλλά και από την αναστολή της τοποϊσομεράσης II. Σε μια προηγούμενη μελέτη, δεν βρήκαμε καμία σημαντική αλλαγή στην απέκκριση 8-οξο-dGuo στα ούρα μετά από θεραπεία με αδριαμυκίνη. Ωστόσο, το 8-οξο-dGuo μπορεί να είχε αυξηθεί στο τέλος της συλλογής ούρων, καθώς η επιδιόρθωση του DNA και η επακόλουθη νεφρική απέκκριση είναι σχετικά αργές διαδικασίες. Σε μια άλλη μελέτη, οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν GC-MS για να ανιχνεύσουν 8-οξο-dGuo στο DNA και δεν βρήκαν καμία αλλαγή μετά από παρατεταμένη έγχυση αδριαμυκίνης. Συζητούνται οι λόγοι για αυτές τις φαινομενικές αποκλίσεις.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- 100% (πιθανώς αναφέρεται σε απορρόφηση ή ολοκλήρωση δράσης, ασαφές από το αρχικό κείμενο).
- Η επιρουβικίνη και οι κύριοι μεταβολίτες της απεκκρίνονται μέσω χοληρικής απέκκρισης και, σε μικρότερο βαθμό, μέσω νεφρικής απέκκρισης.
- Όγκος Κατανομής:
- 21 ± 2 L/kg [Δόση 60 mg/m²]
- 27 ± 11 L/kg [Δόση 75 mg/m²]
- 23 ± 7 L/kg [Δόση 120 mg/m²]
- 21 ± 7 L/kg [Δόση 150 mg/m²]
- Κάθαρση (Clearance):
- 65 +/- 8 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 60 mg/m²]
- 83 +/- 14 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 75 mg/m²]
- 65 +/- 13 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 120 mg/m²]
- 69 +/- 13 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 150 mg/m²]
- Η φαρμακοκινητική στο πλάσμα και στους ιστούς της επιρουβικίνης (II) και της δαουνορουβικίνης (III) μελετήθηκε σε ασθενείς. Τα επίπεδα στο πλάσμα των II και των 13-υδροξυ μεταβολιτών τους προσδιορίστηκαν με LC, όπως και τα επίπεδα στο πλάσμα του III. Συμπεράνθηκε ότι η κινητική του πλάσματος για τα 3 φάρμακα ήταν παρόμοια, και ότι η πρόσληψη από τους ιστούς για τα I (δoξoρουβικίνη) και II (επιρουβικίνη) ήταν σχεδόν ίδια. Ο όγκος όγκου συγκέντρωσε τα φάρμακα στον μεγαλύτερο βαθμό, ενώ ο λιπώδης ιστός είχε τις χαμηλότερες συγκεντρώσεις.
- Η παρασκευή και η αξιολόγηση in vitro και in vivo μικροσφαιριδίων αυγού λευκώματος που περιέχουν υδροχλωρική επιρουβικίνη (I) είναι λεπτομερείς. Η φαρμακοκινητική του I μελετήθηκε σε αρουραίους μετά από μεμονωμένες ενδοφλέβιες δόσεις και οι μελέτες αποτελεσματικότητας διεξήχθησαν σε ποντίκια με καρκίνο Ehrlich ascites και σε αρουραίους με καρκίνο Walker. Η κινητική της in vitro απελευθέρωσης του φαρμάκου συμμορφώθηκε εν μέρει με μοντέλο πρώτης τάξης, καθώς και με μοντέλο διάχυσης από μια μήτρα. Η φαρμακοκινητική στον ορό, την καρδιά και τους πνεύμονες αρουραίων θα μπορούσε να περιγραφεί από την εξίσωση του ανοιχτού μοντέλου 2 διαμερισμάτων. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι που υπολογίστηκαν υποδηλώνουν τη δυνατότητα βελτίωσης της επιλεκτικής παγίδευσης του I από τους πνεύμονες. Στις μελέτες αποτελεσματικότητας σε ζώα, το I αύξησε τους χρόνους επιβίωσης σε όλες τις ομάδες που έλαβαν θεραπεία. Συμπεράνθηκε ότι τα δεδομένα υποδηλώνουν τη δυνατότητα στοχεύσεως οργάνων με μικροσφαιρίδια I.
- /ΓΆΛΑ/ Η επιρουβικίνη απεκκρίθηκε στο γάλα αρουραίων που έλαβαν 0,50 mg/kg/ημέρα επιρουβικίνης κατά τις περιγεννητικές και μεταγεννητικές περιόδους. Δεν είναι γνωστό εάν αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η επιρουβικίνη κατανέμεται ταχέως και ευρέως στους ιστούς. Η σύνδεση της επιρουβικίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως την αλβουμίνη, είναι περίπου 77% και δεν επηρεάζεται από τη συγκέντρωση του φαρμάκου. Η επιρουβικίνη φαίνεται επίσης να συγκεντρώνεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια. οι συγκεντρώσεις στο ολικό αίμα είναι περίπου διπλάσιες από αυτές του πλάσματος.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Περίπου 77%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Υποβάλλεται εκτενώς και ταχέως σε μεταβολισμό στο ήπαρ. Η επιρουβικίνη μεταβολίζεται επίσης από άλλα όργανα και κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Οι τέσσερις κύριες μεταβολικές οδοί είναι:
- Αναγωγή της κετο-ομάδας C-13 με τον σχηματισμό του 13(S)-διυδροπαραγώγου, της επιρουβικινολόλης.
- Συζεύξη τόσο του αμετάβλητου φαρμάκου όσο και της επιρουβικινολόλης με γλυκουρονικό οξύ.
- Απώλεια της αμινο-σακχαριτικής μονάδας μέσω υδρολυτικής διαδικασίας με τον σχηματισμό των αγλυκονών της δοξορουβικίνης και της δοξορουβικινολόλης.
- Απώλεια της αμινο-σακχαριτικής μονάδας μέσω μιας οξειδοαναγωγικής διαδικασίας με τον σχηματισμό των αγλυκονών 7-δεοξυ-δοξορουβικίνης και 7-δεοξυ-δοξορουβικινολόλης.
Η επιρουβικινολόλη παρουσιάζει in vitro κυτταροτοξική δράση (~10% της επιρουβικίνης), αλλά είναι απίθανο να φτάσει σε επαρκείς συγκεντρώσεις in vivo για να προκαλέσει κυτταροτοξικά αποτελέσματα. Καμία σημαντική δραστηριότητα ή τοξικότητα δεν έχει αναφερθεί για τους άλλους μεταβολίτες.
Οι μεταβολίτες δευτεροταγούς αλκοόλης έχουν προταθεί ως υπεύθυνοι για τη χρόνια καρδιοτοξικότητα που προκαλείται από τη δοξορουβικίνη (DOX) και άλλες αντικαρκινικές ανθρακυκλίνες. Σε αυτή τη μελέτη, ο ανθρώπινος καρδιακός κυτταρόπλασμα, συμπληρωμένος με NADPH, βρέθηκε να αναγάγει την καρβονυλική ομάδα στην πλευρική αλυσίδα του τετρακυκλικού δακτυλίου της δοξορουβικίνης, παράγοντας τον μεταβολίτη δευτεροταγούς αλκοόλης δοξορουβικινολόλη (DOXol). Παρατηρήθηκε μείωση στο επίπεδο σχηματισμού μεταβολίτη αλκοόλης αντικαθιστώντας τη δοξορουβικίνη με επιρουβικίνη (EPI), ένα λιγότερο καρδιοτοξικό ανάλογο που χαρακτηρίζεται από αξονική προς ισημερινή επιμερίωση της υδροξυλομάδας στο C-4 στην αμινο-σακχαριτική μονάδα που συνδέεται με τον τετρακυκλικό δακτύλιο (δαουνοσαμίνη). Παρόμοια μείωση παρατηρήθηκε αντικαθιστώντας τη δοξορουβικίνη με MEN, μια νέα ανθρακυκλίνη με προκλινικές ενδείξεις μειωμένης καρδιοτοξικότητας. Το MEN χαρακτηρίζεται από την απουσία μεθοξυ-ομάδας στο C-4 στον τετρακυκλικό δακτύλιο και από την παρεμβολή 2,6-διδεοξυ-L-φουκόζης μεταξύ της δαουνοσαμίνης και της αγλυκόνης. Πολλαπλές συγκρίσεις με μεθοξυ- ή 4-δεμεθοξυαγλυκόνες, και διάφορες μονο- ή δι-σακχαριτικές 4-δεμεθοξυανθρακυκλίνες, έδειξαν ότι τόσο η απουσία της μεθοξυ-ομάδας όσο και η παρουσία δι-σακχαριτικής μονάδας περιόρισαν τον σχηματισμό μεταβολίτη αλκοόλης από το MEN. Μελέτες με ενζυματικά παραγόμενες ή καθαρές ανθρακυκλινικές δευτεροταγείς αλκοόλες έδειξαν επίσης ότι η παρουσία δι-σακχαριτικής μονάδας, αλλά όχι η απουσία μεθοξυ-ομάδας, έκανε τον μεταβολίτη του MEN λιγότερο δραστικό με το σύμπλοκο [4Fe-4S] της κυτταροπλασματικής ακονιτάσης, όπως αποδεικνύεται από την περιορισμένη επανα-οξείδωσή του στην μητρική καρβονυλική ανθρακυκλίνη και από μειωμένο επίπεδο απώλειας Fe(II) από το σύμπλοκο. Συνολικά, αυτές οι μελέτες (i) χαρακτηρίζουν τη διαφορετική επίδραση των υποκαταστατών μεθοξυ και σακχάρου στον σχηματισμό και την [4Fe-4S] δραστικότητα των ανθρακυκλινικών δευτεροταγών αλκοολών, (ii) υποστηρίζουν τον ρόλο των μεταβολιτών αλκοόλης στην ανθρακυκλινική-προκαλούμενη καρδιοτοξικότητα, καθώς αποδεικνύουν ότι οι λιγότερο καρδιοτοξικές EPI και MEN 10755 μοιράζονται μια μείωση στο επίπεδο σχηματισμού τέτοιων μεταβολιτών, και (iii) υποδηλώνουν ότι η καρδιοτοξικότητα του MEN μπορεί να μειωθεί περαιτέρω από την μειωμένη [4Fe-4S] δραστικότητα του μεταβολίτη αλκοόλης του.
Πολλά αντινεοπλαστικά φάρμακα βρέθηκαν να έχουν καρκινογόνο, μεταλλαξιγόνο και τερατογόνο δυναμικό. Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να πραγματοποιηθεί κυτταρογενετικός έλεγχος και παρακολούθηση εσωτερικής δόσης του προσωπικού φαρμακείων νοσοκομείων που εμπλέκεται τακτικά στην προετοιμασία κυτταροστατικών παραγόντων, προκειμένου να ελεγχθούν πιθανές γονοτοξικές επιδράσεις που προκαλούνται από κυτταροστατικούς παράγοντες λόγω επαγγελματικής έκθεσης υπό κανονικές συνθήκες εργασίας, και σε περιπτώσεις ακούσιας μόλυνσης. … Μετρήθηκε η πλατίνα στο ολικό αίμα και οι ανθρακυκλίνες στο πλάσμα για την εκτίμηση της εσωτερικής έκθεσης σε κυτταροστατικούς παράγοντες. Το επίπεδο κυτταρογενετικής βλάβης προσδιορίστηκε σε λεμφοκύτταρα περιφερικού αίματος με τη δοκιμασία μικροπυρήνων και τη δοκιμασία ανταλλαγής χρωματίδων. Πραγματοποιήθηκαν πέντε σειρές παρακολούθησης κατά τη διάρκεια 2 ετών. … Δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στις μέσες συχνότητες ανταλλαγών χρωματίδων (SCE) και μικροπυρήνων (MN) μεταξύ των επαγγελματικά εκτεθειμένων υποκειμένων και των μαρτύρων (9,9 +/- 1,4 έναντι 10,1 +/- 1,2 SCEs/κύτταρο και 21,2 +/- 7,2 έναντι 23,3 +/- 7,5 MN/2000 διπύρηνα (BN) κύτταρα, n = 16). Σημαντικές αυξήσεις των SCE ή MN ανιχνεύθηκαν σε επτά από τις 12 περιπτώσεις ακούσιας μόλυνσης στον χώρο εργασίας, ενώ δεν παρατηρήθηκε αύξηση της πλατίνας στο αίμα και των ανθρακυκλινών στο πλάσμα σε αυτά τα υποκείμενα. Δύο περιπτώσεις μη αναφερόμενης μόλυνσης ταυτοποιήθηκαν με τη μέτρηση επιρουβικίνης στο πλάσμα. Το κάπνισμα βρέθηκε να αυξάνει σημαντικά τα SCE. Δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ των ατομικών σκορ SCE και MN. … Τα ευρήματα των συγγραφέων υποστηρίζουν μια παροδική αύξηση των SCE ή MN μετά από σχετική έκθεση σε κυτταροστατικούς παράγοντες σε περιπτώσεις ακούσιας μόλυνσης. Η απουσία σημαντικών διαφορών στα SCE και MN μεταξύ του προσωπικού φαρμακείων νοσοκομείων και των μη εκτεθειμένων μαρτύρων, υποδεικνύει υψηλά πρότυπα ασφάλειας στους αντίστοιχους χώρους εργασίας.
Υπάρχουν ισχυρές in vitro ενδείξεις ότι η αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής της δοξορουβικίνης ή της επιρουβικίνης με βάση αποκλειστικά τη συγκέντρωση στο πλάσμα μπορεί να μην διευκρινίζει πλήρως τις διαφορές μεταξύ των δύο φαρμάκων. Και οι δύο ενώσεις συνδέονται με τα ερυθροκύτταρα και η διαφορετική τους σύνδεση με την αιμοσφαιρίνη μπορεί να επηρεάσει τη διάθεσή τους στον οργανισμό. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η σύγκριση της φαρμακοκινητικής και του μεταβολισμού της δοξορουβικίνης και της επιρουβικίνης με βάση τη συγκέντρωση στο πλάσμα, την ποσότητα που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος και την ταυτόχρονη παρακολούθηση της χολικής και νεφρικής απέκκρισης του αμετάβλητου φαρμάκου και των μεταβολιτών μετά από χορήγηση εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων. Μετρήθηκε επίσης το επίπεδο της Ca2+-ATPase του σαρκοπλασματικού δικτύου στην καρδιά ως βιοδείκτης καρδιοτοξικότητας. Αρσενικοί αρουραίοι Sprague-Dawley έλαβαν θεραπεία σε παράλληλο σχεδιασμό με δοξορουβικίνη ή επιρουβικίνη σε καθεστώς πολλαπλών δόσεων (4 mg kg(-1) την εβδομάδα) ή ως εφάπαξ ένεση (20 mg kg(-1)). Δείγματα αίματος, ούρων και χολής συλλέχθηκαν περιοδικά μετά από κάθε δόση στο καθεστώς πολλαπλών δόσεων και την εφάπαξ ένεση, και στο τέλος κάθε πειράματος αφαιρέθηκαν οι καρδιές. Προσδιορίστηκαν οι συγκεντρώσεις κάθε φαρμάκου σε δείγματα πλάσματος, κύτταρα αίματος, χολής και ούρων, και με ταυτόχρονη προσαρμογή καμπυλών δεδομένων πλάσματος και χολής σύμφωνα με κομπαρτμενταλική ανάλυση, εκτιμήθηκαν οι φαρμακοκινητικές παράμετροι και σταθερές. Η συγκέντρωση του φαρμάκου που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος αναλύθηκε σύμφωνα με μη-κομπαρτμενταλική ανάλυση. Τα δείγματα χολής και ούρων παρείχαν τα in vivo δεδομένα μεταβολισμού. Το επίπεδο της Ca2+-ATPase στην καρδιά, που προσδιορίστηκε με Western blotting, χρησιμοποιήθηκε ως τοξικοδυναμική παράμετρος για συσχέτιση με τα κινητικά δεδομένα. Τα καθεστώτα πολλαπλών δόσεων μείωσαν τη συνολική κάθαρση του πλάσματος και αύξησαν την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου πλάσματος και των δύο φαρμάκων. Επίσης, η περιοχή κάτω από την καμπύλη της δοξορουβικίνης που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος αυξήθηκε με τις εβδομαδιαίες δόσεις, και ο σχετικός μέσος χρόνος διαμονής (MRT) και ο φαινόμενος όγκος κατανομής (Vdss) μειώθηκαν σταθερά. Σε αντίθεση με τη δοξορουβικίνη, ο μέσος χρόνος διαμονής και ο Vdss της επιρουβικίνης αυξήθηκαν σημαντικά. Τα μεταβολικά δεδομένα έδειξαν σημαντικές διαφορές στο επίπεδο των μεταβολιτών αλκοόλης και αγλυκόνης. Η δοξορουβικινολόλη και οι αγλυκόνες της δοξορουβικίνης ήταν σημαντικά μεγαλύτερες από την επιρουβικινολόλη και τις αγλυκόνες της επιρουβικίνης, ενώ η αγλυκόνη της επιρουβικινολόλης ήταν μεγαλύτερη από την αγλυκόνη της δοξορουβικινολόλης. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στα κύτταρα του αίματος συσχετίστηκε γραμμικά με τις αλλαγές στην καθαρή ένταση της Ca2+-ATPase. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης καταδεικνύουν τη σημασία της κινητικής της επιρουβικίνης και της δοξορουβικίνης που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος. Η γραμμική συσχέτιση μεταξύ της μείωσης της καθαρής έντασης του βιοδείκτη με την περιοχή κάτω από την καμπύλη της δοξορουβικίνης που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος επιβεβαιώνει ότι οι διαφορές μεταξύ των δύο ενώσεων σχετίζονται με την αλληλεπίδρασή τους με τα κύτταρα του αίματος. Αυτή η παρατήρηση, μαζί με τις παρατηρούμενες διαφορές στο μεταβολισμό, μπορεί να υπογραμμίσει έναν σημαντικό ρόλο των κυττάρων του αίματος στην κατανομή και το μεταβολισμό της δοξορουβικίνης και της επιρουβικίνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι χρόνοι ημίσειας ζωής για τις φάσεις α, β, και γ είναι περίπου 3 λεπτά, 2,5 ώρες και 33 ώρες, αντίστοιχα.
Η φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης μπορεί να περιγραφεί από ένα μοντέλο 3 διαμερισμάτων, με διάμεσες τιμές χρόνου ημίσειας ζωής 3,2 λεπτά, 1,2 και 32 ώρες για κάθε φάση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH (Φαρμακολογική)
- Χημικές ουσίες, που παράγονται από μικροοργανισμούς, αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία μια ποικιλία ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA (Φαρμακολογική)
- 3Z8479ZZ5X
- EPIRUBICIN
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Τοποϊσομεράσης Ανθρακυκλίνης
- Χημική Δομή [CS] - Ανθρακυκλίνες
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Τοποϊσομεράσης
Η επιρουβικίνη είναι ένας Αναστολέας Τοποϊσομεράσης Ανθρακυκλίνης. Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης είναι ως Αναστολέας Τοποϊσομεράσης.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH (Φαρμακολογική)
- Χημικές ουσίες, που παράγονται από μικροοργανισμούς, αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία μια ποικιλία ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.