Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01DB03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

EPIRUBICIN

Επιρουβικίνη

Τα κυτταροτοξικά αντιβιοτικά είναι συνήθως φυσικά προϊόντα στελεχών του στρεπτομύκητα. Ενσωματώνονται και δρουν βλαπτικά στο DNA και RNA του κυττάρου όπως η ακτινοβολία και γι' αυτό και θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.

Chemical structure of EPIRUBICIN

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Kαρκίνος μαστού, ωοθηκών, πνεύμονα,στομάχου, παχέος εντέρου και ορθού, λεμφώματα, σαρκώματα μαλακών μορίων, λευχαιμίες, πολλαπλό μυέλωμα. Kαρκίνος ουροδόχου κύστεως (ενδοκυστικώς).
medication
SPC-FARMORUBICIN

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια, Ενδοκυστική
Χορήγηση:
Ανάλογα με τη δοσολογία και τον όγκο του διαλύματος έγχυσης (3-20 λεπτά για IV). Διάρκεια παραμονής στην κύστη 1 ώρα για ενδοκυστική.
Δόση έναρξης:
60-120 mg/m² (συμβατική δόση, ενήλικες)
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να κατανεμηθεί σε 2-3 διαδοχικές ημέρες. Μειώσεις συνιστώνται σε ασθενείς με επιβαρυμένο μυελό, ηλικιωμένους, ή με νεοπλασματική διήθηση μυελού. Επίσης σε σοβαρή νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια.
  • Ενήλικες (μονοθεραπεία, συμβατική δόση)
    Δόση60-120 mg/m² επιφάνειας σώματος ανά κύκλο
  • Μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα (χωρίς προηγούμενη θεραπεία, υψηλές δόσεις)
    Δόση120 mg/m², ημέρα 1, κάθε 3-4 εβδομάδες
  • Μη-μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα (επιδερμοειδής, μεγαλοκυτταρικός και αδενοκαρκίνωμα, χωρίς προηγούμενη θεραπεία, υψηλές δόσεις)
    Δόση135 mg/m², ημέρα 1, ή 45 mg/m², ημέρα 1, 2, 3, κάθε 3-4 εβδομάδες
  • Καρκίνος μαστού (προχωρημένος, μονοθεραπεία, υψηλές δόσεις)
    Δόσηέως 135 mg/m² κάθε 3-4 εβδομάδες
  • Καρκίνος μαστού (προχωρημένος, συνδυασμένη θεραπεία, υψηλές δόσεις)
    Δόση120 mg/m² κάθε 3-4 εβδομάδες
  • Καρκίνος μαστού (επικουρική θεραπεία, πρώιμος, θετικοί λεμφαδένες, υψηλές δόσεις)
    Δόση100-120 mg/m² κάθε 3-4 εβδομάδες
  • Ασθενείς με επιβαρυμένη λειτουργία μυελού των οστών, ηλικιωμένους, ή με νεοπλασματική διήθηση μυελού
    Δόση60-70 mg/m² (συμβατικές δόσεις) ή 105-120 mg/m² (υψηλές δόσεις)
  • Ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια
    Δεν απαιτείται ελάττωση δοσολογίας.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κρεατινίνη ορού > 5 mg/dL)
    Έναρξη θεραπείας με χαμηλότερες δόσεις.
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
    Ελάττωση δοσολογίας για αποφυγή αύξησης τοξικότητας. Οδηγίες στην παράγραφο 4.4.
  • Θεραπεία επιφανειακών όγκων ουροδόχου κύστης
    Δόση50 mg (σε 25-50 mL φυσιολογικού ορού) εβδομαδιαίως για 8 εβδομάδες
  • Τοπική τοξικότητα (χημική κυστίτιδα) κατά την ενδοκυστική χορήγηση
    Δόση30 mg
  • Θεραπεία καρκινωμάτων in-situ (ενδοκυστική χορήγηση)
    Δόσηέως 80 mg, ανάλογα με την ανοχή
  • Προφύλαξη υποτροπής διουρηθρικώς αφαιρεθέντος επιφανειακού όγκου
    Δόση50 mg 4 φορές (μία κάθε εβδομάδα) και εν συνεχεία 11 φορές (μία κάθε μήνα)
block
SPC-FARMORUBICIN

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στην επιρουβικίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του προϊόντος, σε άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες.
  • Γαλουχία (για ενδοφλέβια χορήγηση).
  • Εμμένουσα μυελοκαταστολή (για ενδοφλέβια χορήγηση).
  • Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (για ενδοφλέβια χορήγηση).
  • Σοβαρή ανεπάρκεια του μυοκαρδίου (για ενδοφλέβια χορήγηση).
  • Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου (για ενδοφλέβια χορήγηση).
  • Σοβαρές αρρυθμίες (για ενδοφλέβια χορήγηση).
  • Προηγούμενη θεραπεία με επιρουβικίνη και/ή άλλες ανθρακυκλίνες και ανθρακενοδιόνες στις μέγιστες αθροιστικές δόσεις.
  • Οξείες συστηματικές λοιμώξεις (για ενδοφλέβια χορήγηση).
  • Ασταθής στηθάγχη (για ενδοφλέβια χορήγηση).
  • Μυοκαρδιοπάθεια (για ενδοφλέβια χορήγηση).
  • Λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος (για ενδοκυστική χορήγηση).
  • Φλεγμονή της ουροδόχου κύστης (για ενδοκυστική χορήγηση).
  • Αιματουρία (για ενδοκυστική χορήγηση).
  • Επιθετικοί όγκοι που έχουν διαπεράσει το τοίχωμα της ουροδόχου κύστης (για ενδοκυστική χορήγηση).
  • Προβλήματα καθετηριασμού (για ενδοκυστική χορήγηση).
warning
SPC-FARMORUBICIN

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Γενικά
    Η επιρουβικίνη πρέπει να χορηγείται μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικών γιατρών με εμπειρία στη χημειοθεραπεία.
  • Γενικά
    Οι ασθενείς πρέπει να έχουν ανακάμψει από οξείες τοξικότητες προηγούμενης κυτταροτοξικής θεραπείας (όπως στοματίτιδα, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και γενικευμένες λοιμώξεις) πριν την έναρξη της θεραπείας με επιρουβικίνη.
  • Γενικά
    Η σοβαρότητα της ουδετεροπενίας και στοματίτιδας/βλεννογονίτιδας μπορεί να αυξηθεί με θεραπεία υψηλών δόσεων επιρουβικίνης (≥90mg/m κάθε 3-4 εβδομάδες) με ανεπιθύμητες ενέργειες παρόμοιες με αυτές σε συμβατικές δόσεις (<90mg/m κάθε 3-4 εβδομάδες).
  • Γενικά
    Θεραπεία με υψηλές δόσεις επιρουβικίνης απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή για πιθανές κλινικές επιπλοκές, λόγω σοβαρής μυελοκαταστολής.
  • Καρδιακή Λειτουργία
    Η καρδιοτοξικότητα μπορεί να εκδηλωθεί με πρώιμα (οξεία) ή όψιμα (καθυστερημένα) συμβάματα.
  • Πρώιμα (Οξέα) Συμβάματα Καρδιοτοξικότητας
    Συνίστανται κυρίως φλεβοκομβική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες ΗΚΓ (μη ειδικές μεταβολές ST-T). Έχουν επίσης αναφερθεί ταχυαρρυθμίες, έκτακτες κοιλιακές συστολές, κοιλιακή ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός και σκελικός αποκλεισμός. Αυτές οι επιδράσεις σπάνια είναι κλινικά σημαντικές και γενικά δεν αποτελούν αιτία διακοπής της θεραπείας.
  • Όψιμα (Καθυστερημένα) Συμβάματα Καρδιοτοξικότητας
    Εμφανίζεται συνήθως με καθυστέρηση κατά τη διάρκεια ή εντός 2-3 μηνών μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και αργότερα (μήνες έως χρόνια). Εκδηλώνεται με μειωμένο LVEF ή/και σημεία/συμπτώματα CHF (δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα, εξαρτώμενο οίδημα, καρδιομεγαλία, ηπατομεγαλία, ολιγουρία, ασκίτης, υπεζωκοτική συλλογή, καλπαστικός ρυθμός). Η CHF είναι η πλέον σοβαρή μορφή, απειλητική για τη ζωή.
  • Καρδιακή Λειτουργία
    Ο κίνδυνος CHF αυξάνεται με αθροιστικές δόσεις >900 mg/m. Η υπέρβαση αυτής της δόσης απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
  • Καρδιακή Λειτουργία
    Η καρδιακή λειτουργία πρέπει να αξιολογείται πριν και να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια της θεραπείας για ελαχιστοποίηση του κινδύνου σοβαρής καρδιακής δυσλειτουργίας. Ο κίνδυνος μειώνεται με τακτική παρακολούθηση LVEF και άμεση διακοπή της επιρουβικίνης με το πρώτο σημείο δυσλειτουργίας.
  • Καρδιακή Λειτουργία
    Η αξιολόγηση LVEF συνιστάται με MUGA scan ή ECHO, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου. Η αρχική αξιολόγηση με ΗΚΓ και MUGA scan ή ECHO είναι σημαντική, ιδίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου.
  • Καρδιακή Λειτουργία
    Η αξιολόγηση LVEF πρέπει να επαναλαμβάνεται με MUGA scan ή ECHO, ιδίως σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλότερη αθροιστική δόση ανθρακυκλίνης. Η τεχνική αξιολόγησης πρέπει να είναι σταθερή.
  • Καρδιακή Λειτουργία
    Η υπέρβαση αθροιστικής δόσης 900 mg/m επιρουβικίνης πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή λόγω κινδύνου καρδιομυοπάθειας.
  • Καρδιακή Λειτουργία
    Παράγοντες κινδύνου καρδιοτοξικότητας περιλαμβάνουν: ενεργή/μη καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη/ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία μεσοθωρακίου/περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες/ανθρακενοδιόνες, ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που καταστέλλουν την καρδιακή συσταλτικότητα ή καρδιοτοξικών φαρμάκων (π.χ. τραστουζουμάμπη). Αυξημένος κίνδυνος σε ηλικιωμένους.
  • Καρδιακή Λειτουργία (Συνδυασμός με Τραστουζουμάμπη)
    Καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV) έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λάμβαναν τραστουζουμάμπη μόνη ή με ανθρακυκλίνες (π.χ. επιρουβικίνη), με πιθανότητα σοβαρής μορφής και θανάτου. Ο συνδυασμός τραστουζουμάμπης και ανθρακυκλινών (π.χ. επιρουβικίνη) δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός ελεγχόμενης κλινικής δοκιμής με παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας.
  • Καρδιακή Λειτουργία (Τραστουζουμάμπη)
    Ασθενείς που έχουν λάβει ανθρακυκλίνες διατρέχουν κίνδυνο καρδιοτοξικότητας με τραστουζουμάμπη, αν και χαμηλότερο από τον ταυτόχρονο συνδυασμό. Η τραστουζουμάμπη παραμένει στην κυκλοφορία έως 20-25 εβδομάδες μετά τη διακοπή. Η έναρξη ανθρακυκλίνης (π.χ. επιρουβικίνη) μετά από τραστουζουμάμπη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιοτοξικότητας. Αποφεύγετε ανθρακυκλίνες έως 25 εβδομάδες μετά τη διακοπή τραστουζουμάμπης, αν είναι δυνατό. Εάν χρησιμοποιούνται, παρακολουθείτε στενά την καρδιακή λειτουργία.
  • Καρδιακή Λειτουργία (Τραστουζουμάμπη)
    Εάν αναπτυχθεί συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια κατά τη θεραπεία με τραστουζουμάμπη μετά από επιρουβικίνη, αντιμετωπίστε με συμβατική φαρμακευτική αγωγή.
  • Καρδιακή Λειτουργία
    Η παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας πρέπει να είναι αυστηρή σε ασθενείς με υψηλές αθροιστικές δόσεις ή παράγοντες κινδύνου. Ωστόσο, καρδιοτοξικότητα μπορεί να συμβεί με χαμηλότερες δόσεις, ανεξάρτητα από παράγοντες κινδύνου.
  • Γενικά
    Η τοξικότητα της επιρουβικίνης και άλλων ανθρακυκλινών/ανθρακενοδιονών είναι πιθανόν αθροιστική.
  • Αιματολογική Τοξικότητα
    Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει μυελοκαταστολή. Απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση αιματολογικής κατάστασης (τύπος και αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων) πριν και κατά τη διάρκεια κάθε κύκλου.
  • Αιματολογική Τοξικότητα
    Η λευκοπενία/ουδετεροπενία είναι η κυρίαρχη αιματολογική τοξικότητα, δοσοεξαρτώμενη και αναστρέψιμη, και η πιο συχνή οξεία δοσοπεριοριστική τοξικότητα. Είναι πιο σοβαρή με υψηλές δόσεις, με ναδίρ μεταξύ 10-14 ημερών, συνήθως παροδική. Μπορεί επίσης να παρουσιαστούν θρομβοπενία και αναιμία. Κλινικές επιπτώσεις σοβαρής μυελοκαταστολής: πυρετός, λοίμωξη, σήψη, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία ιστών, θάνατος.
  • Δευτεροπαθής Λευχαιμία
    Έχει αναφερθεί δευτεροπαθής λευχαιμία (με ή χωρίς προλευχαιμική φάση) σε ασθενείς που λαμβάνουν ανθρακυκλίνες (συμπεριλαμβανομένης της επιρουβικίνης). Συχνότερη όταν χορηγείται με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που προκαλούν βλάβη στο DNA, με ακτινοθεραπεία, σε βαρέως προθεραπευμένους ασθενείς ή με αυξημένες δόσεις ανθρακυκλινών. Λανθάνουσα περίοδος 1-3 έτη.
  • Γαστρεντερικό
    Η επιρουβικίνη προκαλεί έμετο. Βλεννογονίτιδα/στοματίτιδα εμφανίζεται σύντομα μετά τη χορήγηση, μπορεί να εξελιχθεί σε έλκη βλεννογόνου, αλλά οι περισσότεροι ασθενείς ανακάμπτουν εντός 3 εβδομάδων.
  • Ηπατική Λειτουργία
    Η κύρια οδός αποβολής είναι η ηπατοχολική. Τα επίπεδα ολικής χολερυθρίνης ορού και AST πρέπει να αξιολογούνται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης/AST μπορεί να οδηγήσουν σε αργότερη αποβολή και αυξημένη τοξικότητα. Συνιστώνται χαμηλότερες δόσεις σε αυτούς τους ασθενείς. Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν επιρουβικίνη.
  • Ηπατική Λειτουργία (Δοσολογία)
    Κατευθυντήριες γραμμές μείωσης δόσης βάσει χολερυθρίνης ορού: 1,2-3,0 mg/100mL → 50% μείωση, 3,1-5,0 mg/100mL → 75% μείωση.
  • Νεφρική λειτουργία
    Η κρεατινίνη ορού πρέπει να αξιολογείται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Προσαρμογή δόσης απαραίτητη σε ασθενείς με κρεατινίνη ορού >5 mg/dL.
  • Επίδραση στη Θέση της Ένεσης
    Μπορεί να προκληθεί φλεβοσκλήρυνση. Ο κίνδυνος φλεβίτιδας/θρομβοφλεβίτιδας ελαχιστοποιείται με την τήρηση της συνιστώμενης διαδικασίας χορήγησης.
  • Εξαγγείωση
    Μπορεί να προκαλέσει πόνο, σοβαρές αλλοιώσεις ιστών (φυσσαλιδοποίηση, κυτταρίτιδα) και νέκρωση. Σε περίπτωση εξαγγείωσης, διακόψτε αμέσως την έγχυση. Η θεραπεία με δεξραζοξάνη μπορεί να προλάβει/μειώσει την ανεπιθύμητη ενέργεια. Ανακουφίστε τον πόνο με ψύξη, υαλουρονικό οξύ και DMSO. Παρακολουθείτε στενά, η νέκρωση μπορεί να συμβεί εβδομάδες μετά. Συμβουλευτείτε πλαστικό χειρουργό για εκτομή.
  • Άλλα
    Θρομβοφλεβίτιδα και θρομβοεμβολικά φαινόμενα (συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής, ενίοτε θανατηφόρα) έχουν αναφερθεί συγκυριακά.
  • Σύνδρομο λύσης όγκου
    Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία λόγω λύσης νεοπλασματικών κυττάρων. Αξιολογήστε ουρικό οξύ, κάλιο, φώσφορο, ασβέστιο, κρεατινίνη αίματος μετά την αρχική θεραπεία. Ενυδάτωση, αλκαλοποίηση ούρων και αλλοπουρινόλη μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τις επιπλοκές.
  • Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις
    Η χορήγηση ζώντων εμβολίων σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές/θανατηφόρες λοιμώξεις. Αποφύγετε ζώντα εμβόλια. Νεκρά/αδρανοποιημένα εμβόλια μπορεί να χορηγηθούν, αλλά η ανταπόκριση μπορεί να είναι μειωμένη.
  • Αναπαραγωγικό σύστημα
    Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει γονοτοξικότητα. Άνδρες και γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν αντισύλληψη. Οι ασθενείς που επιθυμούν παιδιά μετά τη θεραπεία πρέπει να λάβουν γενετική συμβουλευτική, αν κριθεί κατάλληλο.
  • Επιπρόσθετες Προειδοποιήσεις και Προφυλάξεις για Άλλες Οδούς Χορήγησης: Ενδοκυστική οδός
    Μπορεί να προκαλέσει χημική κυστίτιδα (δυσουρία, πολυουρία, νυκτουρία, στραγγουρία, αιματουρία, ενόχληση κύστης, νέκρωση τοιχώματος) και σύσπαση κύστης. Προσοχή σε προβλήματα καθετηριασμού (π.χ. απόφραξη ουρήθρας).
  • Επιπρόσθετες Προειδοποιήσεις και Προφυλάξεις για Άλλες Οδούς Χορήγησης: Ενδοαρτηριακή οδός
    Μπορεί να προκαλέσει (επιπρόσθετα συστηματικής τοξικότητας) εντοπισμένες/περιοχικές βλάβες, όπως γαστρο-δωδεκαδακτυλικό έλκος και στένωση χοληφόρων πόρων (λόγω σκληρωτικής χολαγγειίτιδας). Μπορεί να οδηγήσει σε εκτεταμένη νέκρωση αιματούμενου ιστού.
  • Έκδοχα
    Το methyl parahydroxybenzoate στο διάλυμα μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (με καθυστέρηση) και σπάνια αναπνευστικές δυσκολίες.
swap_horiz
SPC-FARMORUBICIN

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Παρακολούθηση
    Αυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότητας όταν χορηγείται ανθρακυκλίνη μετά τη διακοπή της, λόγω της μακράς ημίσειας ζωής της τραστουζουμάμπης.
    ΣύστασηΑποφυγή ανθρακυκλινών για έως 24 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης. Εάν είναι απαραίτητο, στενή παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας.
  • Παρακολούθηση
    Αυξάνει την AUC της επιρουβικίνης κατά 50%.
    ΣύστασηΔιακοπή χορήγησης σιμετιδίνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη.
  • Πακλιταξέλη (πριν την επιρουβικίνη)
    Παρακολούθηση
    Μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της αμετάβλητης επιρουβικίνης και των μεταβολιτών της.
    ΣύστασηΧορήγηση με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 24 ωρών.
  • Ντοσεταξέλη (μετά την επιρουβικίνη)
    Παρακολούθηση
    Μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των μεταβολιτών της επιρουβικίνης.
    ΣύστασηΧορήγηση με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 24 ωρών.
  • Δεξβεραπαμίλη
    Παρακολούθηση
    Μπορεί να αλλάξει τη φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης και να αυξήσει τις μυελοκατασταλτικές της επιδράσεις.
  • Κινινίνη
    Παρακολούθηση
    Μπορεί να επιταχύνει την αρχική κατανομή της επιρουβικίνης από το αίμα στους ιστούς και να επηρεάσει την κατανομή της στα ερυθροκύτταρα.
  • Ιντερφερόνη α2b
    Παρακολούθηση
    Μπορεί να προκαλέσει μείωση στον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής και στην τελική κάθαρση της επιρουβικίνης.
  • Φάρμακα που επηρεάζουν το μυελό των οστών (π.χ. κυτταροστατικοί, σουλφοναμίδη, χλωραμφενικόλη, διφαινυλυντοΐνη, παράγωγα αμινοπυριδίνης, αντιρετροϊκοί παράγοντες)
    Παρακολούθηση
    Πιθανότητα σημαντικής διαταραχής της αιμοποίησης.
  • Παρακολούθηση
    Αύξηση της μυελοκαταστολής.
  • Αντένδειξη (ανάμιξη)
    Χημικώς ασύμβατες, μπορεί να σχηματίσουν ίζημα.
  • Άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα
    Παρακολούθηση
    Αθροιστική τοξικότητα (μυελός/αιματολογικό, γαστρεντερικό).
    ΣύστασηΔεν συνιστάται ανάμιξη στην ίδια σύριγγα.
  • Άλλες καρδιοτοξικές ενώσεις (π.χ. αναστολείς διαύλων ασβεστίου)
    Παρακολούθηση
    Απαιτείται στενή παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας.
sick
SPC-FARMORUBICIN

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Λοίμωξη
  • Σηπτική καταπληξία
  • σηψαιμία
  • πνευμονία
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστες και πολύποδες)
  • Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία
  • οξεία μυελογενής λευχαιμία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Μυελοκαταστολή (λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία και ουδετεροπενία, αναιμία και εμπύρετη ουδετεροπενία)
  • Θρομβοπενία
  • Αιμορραγία και υποξία ιστού ως αποτέλεσμα μυελοκαταστολής
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αναφυλαξία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Ανορεξία
  • αφυδάτωση
  • Υπερουριχαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ζάλη
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Επιπεφυκίτιδα
  • κερατίτιδα
Καρδιακές διαταραχές
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • καρδιοτοξικότητα
  • κοιλιακή ταχυκαρδία
  • βραδυκαρδία
  • κολποκοιλιακός αποκλεισμός
  • σκελικός αποκλεισμός
Αγγειακές διαταραχές
  • Εξάψεις
  • Φλεβίτιδα
  • θρομβοφλεβίτιδα
  • Καταπληξία
  • θρομβοεμβολή
  • πνευμονική εμβολή
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Βλεννογονίτιδα
  • οισοφαγίτιδα
  • στοματίτιδα
  • έμετος
  • διάρροια
  • ναυτία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αλωπεκία
  • Κνίδωση
  • Εντοπισμένη τοξικότητα
  • εξάνθημα
  • κνησμός
  • δερματικές αλλαγές
  • ερύθημα
  • εξάψεις
  • υπέρχρωση δέρματος και ονύχων
  • φωτοευαισθησία
  • υπερευαισθησία σε δέρμα που έχει υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία (radiation-recall reaction)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Ερυθρός χρωματισμός ούρων για 1 έως 2 ημέρες μετά τη χορήγηση
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Αμηνόρροια
  • αζωοσπερμία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Ερύθημα στη θέση έγχυσης
  • Αίσθημα κακουχίας
  • εξασθένιση
  • πυρετός
  • ρίγη
  • Φλεβοσκλήρυνση
  • τοπικό άλγος
  • σοβαρή κυτταρίτιδα
  • νέκρωση ιστών μετά από ακούσια παραφλεβική ένεση
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών
  • Ασυμπτωματική ελάττωση του κλάσματος εξωθήσεως αριστερής κοιλίας
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
  • Χημική κυστίτιδα, κάποιες φορές αιμορραγική, κατόπιν ενδοκυστικής χορήγησης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Λοίμωξη
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Σηπτική καταπληξία, σηψαιμία, πνευμονία
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Μη γνωστές
  • Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία, οξεία μυελογενής λευχαιμία
    Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστες και πολύποδες)
    Σπάνιες
  • Μυελοκαταστολή (λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία και ουδετεροπενία, αναιμία και εμπύρετη ουδετεροπενία)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Θρομβοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία και υποξία ιστού ως αποτέλεσμα μυελοκαταστολής
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αναφυλαξία
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Ανορεξία, αφυδάτωση
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Συχνές
  • Υπερουριχαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Σπάνιες
  • Ζάλη
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Επιπεφυκίτιδα, κερατίτιδα
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, (δύσπνοια, οίδημα, ηπατομεγαλία, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα, υπεζωκοτική συλλογή, καλπαστικός ρυθμός), καρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ ανωμαλίες, αρρυθμίες, καρδιομυοπάθεια), κοιλιακή ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, σκελικός αποκλεισμός
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Εξάψεις
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Φλεβίτιδα, θρομβοφλεβίτιδα
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Καταπληξία, θρομβοεμβολή, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής
    Αγγειακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Βλεννογονίτιδα, οισοφαγίτιδα, στοματίτιδα, έμετος, διάρροια, ναυτία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Αλωπεκία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • Κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Εντοπισμένη τοξικότητα, εξάνθημα, κνησμός, δερματικές αλλαγές, ερύθημα, εξάψεις, υπέρχρωση δέρματος και ονύχων, φωτοευαισθησία, υπερευαισθησία σε δέρμα που έχει υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία (radiation-recall reaction)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Ερυθρός χρωματισμός ούρων για 1 έως 2 ημέρες μετά τη χορήγηση
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Πολύ συχνές
  • Αμηνόρροια, αζωοσπερμία
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Σπάνιες
  • Ερύθημα στη θέση έγχυσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας, εξασθένιση, πυρετός, ρίγη
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • Φλεβοσκλήρυνση, τοπικό άλγος, σοβαρή κυτταρίτιδα, νέκρωση ιστών μετά από ακούσια παραφλεβική ένεση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Σπάνιες
  • Ασυμπτωματική ελάττωση του κλάσματος εξωθήσεως αριστερής κοιλίας
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Χημική κυστίτιδα, κάποιες φορές αιμορραγική, κατόπιν ενδοκυστικής χορήγησης
    Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
    Συχνές
pregnant_woman
SPC-FARMORUBICIN

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Γονιμότητα
    Οι άντρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης, και εάν κριθεί κατάλληλο και υπάρχει η δυνατότητα, να ζητήσουν συμβουλές για διατήρηση του σπέρματος λόγω της πιθανότητας προκαλούμενης από τη θεραπεία μη αναστρέψιμης στειρότητας. Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια ή πρόωρη εμμηνόπαυση σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
  • Κύηση
    Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης.
    Πειραματικά δεδομένα σε ζώα παρέχουν ενδείξεις για το ότι η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο, όταν χορηγείται σε εγκυμονούσες. Εάν η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει αυτό το φάρμακο, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Δεν υπάρχουν μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Η επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
  • Γαλουχία
    Οι μητέρες πρέπει να διακόπτουν το θηλασμό προτού λάβουν αυτό το φάρμακο.
    Δεν είναι γνωστό εάν η επιρουβικίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων και άλλων ανθρακυκλινών, απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα και λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων της επιρουβικίνης σε βρέφη που θηλάζουν.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η επιριβουκίνη έχει αντιμιτωτική και κυτταροτοξική δράση. Αναστέλλει τη σύνθεση νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA) και πρωτεϊνών μέσω ενός αριθμού προτεινόμενων μηχανισμών δράσης: Η επιριβουκίνη μορφοποιεί συμπλέγματα με το DNA δια μέσω εν intercalation…
monitor_heart
SPC-FARMORUBICIN

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Αν και είναι γνωστό ότι οι ανθρακυκλίνες μπορούν να παρέμβουν σε ορισμένες βιοχημικές και βιολογικές λειτουργίες εντός των ευκαρυωτικών κυττάρων, οι ακριβείς μηχανισμοί των κυτταροτοξικών και αντιπολλαπλασιαστικών ιδιοτήτων της επιρουβικίνης δεν έχουν…
biotech
SPC-FARMORUBICIN

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση: Η επιρουβικίνη δεν απορροφάται από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Δεδομένου ότι το φάρμακο είναι εξαιρετικά ερεθιστικό στους ιστούς, πρέπει να χορηγείται από την ενδοφλέβια οδό. Η ενδοκυστική χορήγηση έχει αποδειχθεί εφικτή. Μετά από αυτήν την οδό…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Υποβάλλεται εκτενώς και ταχέως σε μεταβολισμό στο ήπαρ. Η επιρουβικίνη μεταβολίζεται επίσης από άλλα όργανα και κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Οι τέσσερις κύριες μεταβολικές οδοί είναι: 1. Αναγωγή της κετο-ομάδας…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-FARMORUBICIN
expand_more

Τρόπος χορήγησης

Η επιρουβικίνη είναι κυτταροτοξικός παράγοντας που χορηγείται με ενδοφλέβια ένεση ή ενδοκυστικώς.

4.2.1 Ενδοφλέβια Χορήγηση

Η δοσολογία υπολογίζεται συνήθως με βάση την επιφάνεια του σώματος (mg/m ). Η συνολική δόση της επιρουβικίνης που χορηγείται ανά κύκλο μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τη χρήση της σε κάθε δοσολογικό σχήμα (π.χ. αν χορηγείται σαν μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα) και ανάλογα με τη θεραπευτική ένδειξη (π.χ. στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού ή του πνεύμονα η επιρουβικίνη χορηγείται επίσης και σε δόσεις υψηλότερες από τις συμβατικές).

Η ενδοφλέβια χορήγηση της επιρουβικίνης πρέπει να γίνεται με προσοχή. Συνιστάται η χορήγηση της επιρουβικίνης σε σωλήνα ενδοφλέβιας έγχυσης ελεύθερης ροής (με ισότονο φυσιολογικό ορό ή διάλυμα γλυκόζης 5%) για διάστημα 3 μ 20, μ έχρι λεπτών ανάλογα ε τη δοσολογία και τον όγκο του μ. διαλύ ατος έγχυσης Σκοπός της τεχνικής αυτής είναι η ελαχιστοποίηση του κινδύνου θρόμβωσης ή περιφλεβικής εξαγγείωσης που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή κυτταρίτιδα, φυσαλλιδοποίηση και νέκρωση των ιστών. Δεν συνιστάται απευθείας ένεση λόγω του κινδύνου εξαγγείωσης, που μπορεί να προκληθεί ακόμη και παρουσία επαρκούς εμφάνισης αίματος κατά την αναρρόφηση της σύριγγας.

Συμβατική δόση Όταν η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία, η συνιστώμενη δόση ανά κύκλο σε ενήλικες είναι 60-120 mg/m επιφάνειας σώματος.

Η συνολική δόση ανά κύκλο μπορεί να χορηγηθεί σε εφάπαξ δόση ή να κατανεμηθεί σε 2-3 διαδοχικές ημέρες. Σε καταστάσεις φυσιολογικής ανάνηψης από την τοξικότητα που προκαλείται από το φάρμακο (ειδικά μυελοκαταστολή και στοματίτιδα), κάθε κύκλος θεραπείας μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 3 4 μέως εβδο άδες.

Υψηλές δόσεις Η επιρουβικίνη ως μονοθεραπεία στην αντιμετώπιση του καρκίνου του πνεύμονα με υψηλές δόσεις ή στην αντιμετώπιση του προχωρημένου καρκίνου του μαστού με υψηλές δόσεις σε μονοθεραπεία και σε συνδυασμένη θεραπεία πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με τα ακόλουθα σχήματα:

  • Μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα (χωρίς προηγούμενη θεραπεία): 120 mg/m , ημέρα 1, κάθε 3 4 μέως εβδο άδες.
  • Μη-μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα (επιδερμοειδής, μεγαλοκυτταρικός και αδενοκαρκίνωμα, χωρίς προηγούμενη θεραπεία): 135 mg/m , ημέρα 1 ή 45 mg/m , ημέρα 1, 2, 3, κάθε 3 έως 4 εβδομάδες.
  • Καρκίνος μαστού: Δόσεις μέχρι 135 mg/m σε μονοθεραπεία και 120 mg/m σε συνδυασμένη θεραπεία κάθε 3 έως 4 εβδομάδες αποδείχθηκαν αποτελεσματικές και καλά ανεκτές στη θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του μαστού. Στην επικουρική θεραπεία του πρώιμου καρκίνου του μαστού σε θετικούς ως προς τους λεμφαδένες ασθενείς, συνιστάται η χορήγηση δόσεων από 100 mg/m μέχρι 120 mg/m κάθε 3 έως 4 εβδομάδες.

Χαμηλότερες δόσεις (60-70 mg/m για τα σχήματα συμβατικών δόσεων και 105- 120 mg/m για τα σχήματα υψηλών δόσεων) συνιστώνται σε ασθενείς των οποίων η λειτουργία του μυελού των οστών είναι ήδη επιβαρυμένη, λόγω προηγούμενης χημειοθεραπείας, σε ηλικιωμένους ασθενείς ή επί παρουσίας νεοπλασματικής διήθησης του μυελού των οστών. Όταν η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα με ενδεχόμενη αλληλοκαλυπτόμενη τοξικότητα, η συνιστώμενη δόση ανά κύκλο θα πρέπει να μειώνεται αντίστοιχα.

Νεφρική-ηπατική ανεπάρκεια

Η μέτρια νεφρική ανεπάρκεια δεν φαίνεται να απαιτεί ελάττωση δοσολογίας λόγω της περιορισμένης ποσότητας επιρουβικίνης που απεκκρίνεται από την οδό αυτή. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κρεατινίνη ορού > 5 mg/dL) η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται με χαμηλότερες δόσεις. Δεδομένου ότι η κυριότερη οδός απέκκρισης της επιρουβικίνης είναι το ηπατοχολικό σύστημα, η δοσολογία πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια για αποφυγή αύξησης της συνολικής τοξικότητας. Οδηγίες για την ελάττωση της δοσολογίας σε αυτούς τους ασθενείς παρέχονται στην παράγραφο 4.4.

4.2.2 Ενδοκυστική Χορήγηση

Για τη θεραπεία επιφανειακών όγκων της ουροδόχου κύστης, συνιστάται θεραπεία 8 εβδομαδιαίων ενσταλάξεων των 50 mg (σε 25-50 mL φυσιολογικού ορού). Σε περίπτωση τοπικής τοξικότητας (χημικής κυστίτιδας) συνιστάται μείωση της δοσολογίας σε 30 mg. Για τη θεραπεία καρκινωμάτων in-situ, ανάλογα με την ατομική ανοχή του ασθενούς, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 80 mg. Για την προφύλαξη υποτροπής διουρηθρικώς αφαιρεθέντος επιφανειακού όγκου, μπορεί να χορηγηθούν 50 mg 4 φορές, από μία κάθε εβδομάδα και εν συνεχεία 11 φορές, από μία κάθε μήνα. Το διάλυμα πρέπει να παραμένει εντός της κύστης για διάστημα μίας ώρας, ο ασθενής θα πρέπει να αλλάζει θέση περιστροφικά ώστε να πετύχει την καλύτερη επαφή του φαρμάκου με όλο το βλεννογόνο της κύστης. Για αποφυγή ανεπιθύμητης αραίωσης με τα ούρα, ο ασθενής δεν πρέπει να πιει κανένα υγρό για δώδεκα ώρες πριν από την ενστάλαξη. Επίσης, ο ασθενής πρέπει να καθοδηγείται να ουρεί μετά το τέλος της ενστάλλαξης.

Η ενδοκυστική χορήγηση δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία διηθητικών όγκων που έχουν διεισδύσει το μυϊκό χιτώνα του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης.

block

Αντενδείξεις

SPC-FARMORUBICIN
expand_more

Υπερευαισθησία στην επιρουβικίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του προϊόντος, σε άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες. Οι καταστάσεις κατά τις οποίες οι ασθενείς δεν πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με ενδοφλέβια επιρουβικίνη περιλαμβάνουν:

  • Γαλουχία Ενδοφλέβια χρήση:
  • εμμένουσα μυελοκαταστολή
  • σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
  • σοβαρή ανεπάρκεια του μυοκαρδίου
  • πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • σοβαρές αρρυθμίες
  • προηγούμενη θεραπεία με επιρουβικίνη και/ή άλλες ανθρακυκλίνες και ανθρακενοδιόνες στις μέγιστες αθροιστικές δόσεις (βλέπε παράγραφο 4.4)
  • ασθενείς με οξείες συστηματικές λοιμώξεις
  • ασταθής στηθάγχη
  • μυοκαρδιοπάθεια Ενδοκυστική χρήση:
  • λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
  • φλεγμονή της ουροδόχου κύστης
  • αιματουρία
  • επιθετικοί όγκοι που έχουν διαπεράσει το τοίχωμα της ουροδόχου κύστης
  • προβλήματα καθετηριασμού
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-FARMORUBICIN
expand_more
Γενικά Η επιρουβικίνη πρέπει να χορηγείται μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικών γιατρών με εμπειρία στη χημειοθεραπεία. Οι ασθενείς πρέπει να έχουν ανακάμψει από οξείες τοξικότητες προηγούμενης κυτταροτοξικής θεραπείας (όπως στοματίτιδα, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και γενικευμένες λοιμώξεις) πριν την έναρξη της θεραπείας με επιρουβικίνη. Η σοβαρότητα της ουδετεροπενίας και στοματίτιδας/βλεννογονίτιδας μπορεί να αυξηθεί όσο η θεραπεία με υψηλές δόσεις επιρουβικίνης (π.χ. ≥90mg/m κάθε 3 έως 4 εβδομάδες) προκαλεί ανεπιθύμητες ενέργειες γενικά παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται σε συμβατικές δόσεις (<90mg/m κάθε 3 έως 4 εβδομάδες). Θεραπεία με υψηλές δόσεις επιρουβικίνης απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή για πιθανές κλινικές επιπλοκές, λόγω σοβαρής μυελοκαταστολής. Καρδιακή Λειτουργία: Η καρδιοτοξικότητα αποτελεί έναν κίνδυνο που είναι πιθανόν να προκληθεί από τη θεραπεία με ανθρακυκλίνες που μπορεί να εκδηλωθεί με πρώιμα (δηλ. οξέα) ή όψιμα (δηλ. καθυστερημένα) συμβάματα. Πρώιμα (δηλ. Οξέα) Συμβάματα: Η πρώιμη καρδιοτοξικότητα της επιρουβικίνης συνίσταται κυρίως από φλεβοκομβική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ), όπως μη ειδικές μεταβολές του κύματος ST-T. Έχουν επίσης αναφερθεί ταχυαρρυθμίες, περιλαμβανομένων των έκτακτων κοιλιακών συστολών και της κοιλιακής ταχυκαρδίας, της βραδυκαρδίας καθώς και του κολποκοιλιακού και του σκελικού αποκλεισμού. Οι επιδράσεις αυτές συνήθως δεν προδικάζουν επακόλουθη ανάπτυξη όψιμης καρδιοτοξικότητας, σπάνια είναι κλινικής σημασίας και γενικά δεν αποτελούν αιτία διακοπής της θεραπείας με επιρουβικίνη. Όψιμα (δηλ. Καθυστερημένα) Συμβάματα: Όψιμη καρδιοτοξικότητα εμφανίζεται συνήθως με καθυστέρηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη ή εντός 2 έως 3 μηνών μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, ωστόσο, ακόμη πιο όψιμα συμβάματα έχουν αναφερθεί (αρκετούς μήνες έως χρόνια) μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας). Η όψιμη καρδιομυοπάθεια εκδηλώνεται με μειωμένο κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας (LVEF) και/ή με σημεία και συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (CHF) όπως δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα, εξαρτώμενο οίδημα, καρδιομεγαλία, ηπατομεγαλία, ολιγουρία, ασκίτη, υπερζωκοτική συλλογή και καλπαστικό ρυθμό. Η απειλητική για τη ζωή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) είναι η πλέον σοβαρή μορφή, επαγόμενης από ανθρακυκλίνες καρδιομυοπάθειας, και αντιπροσωπεύει την αθροιστική δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου. Ο κίνδυνος εμφάνισης συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (CHF) αυξάνεται γρήγορα όταν οι αθροιστικές δόσεις της επιρουβικίνης υπερβαίνουν τα 900 mg/m . Η υπέρβαση αυτής της αθροιστικής δόσης θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή (βλέπε παράγραφο 5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες, Κλινικές Μελέτες). Η καρδιακή λειτουργία πρέπει να αξιολογηθεί πριν οι ασθενείς υποβληθούν σε θεραπεία με επιρουβικίνη και πρέπει να παρακολουθείται σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πρόκλησης σοβαρής καρδιακής δυσλειτουργίας. Ο κίνδυνος μπορεί να μειωθεί με τακτική παρακολούθηση του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας (LVEF) κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με άμεση διακοπή της επιρουβικίνης με το πρώτο σημείο δυσλειτουργίας. Η κατάλληλη ποσοτική μέθοδος για την επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της καρδιακής λειτουργίας (αξιολόγηση του LVEF), περιλαμβάνει διερευνητικό σπινθηρογράφημα πολλαπλών θυρών (MUGA scan) ή ηχοκαρδιογράφημα (ECHO). Συνιστάται μία αρχική αξιολόγηση με ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) και είτε με Διερευνητικό σπινθηρογράφημα πολλαπλών θυρών (MUGA scan) είτε με ηχοκαρδιογράφημα (ECHO), ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιοτοξικότητα. Η αξιολόγηση του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας (LVEF) πρέπει να επαναλαμβάνεται με Διερευνητικό σπινθηρογράφημα πολλαπλών θυρών (MUGA scan) ή με ηχοκαρδιογράφημα (ECHO) ιδίως σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλότερη αθροιστική δόση ανθρακυκλίνης. Η τεχνική που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση πρέπει να είναι ίδια καθ’ όλη τη διάρκεια της παρακολούθησης. Δεδομένου του κινδύνου καρδιομυοπάθειας, η υπέρβαση αθροιστικής δόσης 900 mg/m επιρουβικίνης, πρέπει να γίνεται μόνο με ιδιαίτερη προσοχή. Οι παράγοντες κινδύνου καρδιοτοξικότητας περιλαμβάνουν ενεργή ή μη καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη ή ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωρακίου/περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες, ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων ικανών να καταστέλλουν την καρδιακή συσταλτικότητα ή καρδιοτοξικών φαρμάκων (π.χ. τραστουζουμάμπης) (βλέπε παράγραφο 4.5), με αυξημένο κίνδυνο στους ηλικιωμένους. Καρδιακή ανεπάρκεια (κατηγορίας II-IV κατά την Καρδιολογική Εταιρία Νέας Υόρκης-ΝΥΗΑ) έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με τραστουζουμάμπη, μόνη ή σε συνδυασμό με ανθρακυκλίνες, όπως η επιρουβικίνη. Αυτή μπορεί να είναι μέτρια έως σοβαρή και έχει συσχετιστεί με θάνατο. Η τραστουζουμάμπη και οι ανθρακυκλίνες, όπως η επιρουβικίνη, δε πρέπει να χρησιμοποιούνται επί του παρόντος σε συνδυασμό, εκτός σε περίπτωση καλά ελεγχόμενης κλινικής δοκιμής με παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας. Ασθενείς που έχουν προηγουμένως λάβει ανθρακυκλίνες διατρέχουν επίσης κίνδυνο εμφάνισης καρδιοτοξικότητας με τη θεραπεία με τραστουζουμάμπη, παρόλο που ο κίνδυνος είναι χαμηλότερος σε σχέση με την ταυτόχρονη χρήση τραστουζουμάμπης και ανθρακυκλινών. Καθώς ο χρόνος ημίσειας ζωής της τραστουζουμάμπης είναι περίπου 4-5 εβδομάδες, η τραστουζουμάμπη μπορεί να παραμείνει στην κυκλοφορία έως και 20-25 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας με τραστουζουμάμπη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανθρακυκλίνες, όπως είναι η επιρουβικίνη, μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης μπορεί ενδεχομένως να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιοτοξικότητας. Εάν είναι δυνατό, οι ιατροί πρέπει να αποφεύγουν τη βασιζόμενη σε ανθρακυκλίνες θεραπεία έως και 25 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης. Εάν χρησιμοποιούνται ανθρακυκλίνες, όπως η επιρουβικίνη, η καρδιακή λειτουργία του ασθενούς πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά. Εάν αναπτυχθεί συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια κατά τη διάρκεια θεραπείας με τραστουζουμάμπη μετά από θεραπεία με επιρουβικίνη, πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη συμβατική φαρμακευτική αγωγή για το σκοπό αυτό. Η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρή σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές αθροιστικές δόσεις και σε αυτούς που έχουν παράγοντες κινδύνου. Ωστόσο, μπορεί να παρουσιαστεί καρδιοτοξικότητα με τη λήψη επιρουβικίνης σε χαμηλότερες αθροιστικές δόσεις ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου ή όχι. Η τοξικότητα της επιρουβικίνης και των άλλων ανθρακυκλινών ή ανθρακενοδιονών είναι πιθανό να είναι αθροιστική. Αιματολογική Τοξικότητα Όπως με άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες, η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει μυελοκαταστολή. Απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση της αιματολογικής κατάστασης πριν και κατά τη διάρκεια κάθε κύκλου θεραπείας με επιρουβικίνη, συμπεριλαμβανομένου του τύπου και του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων. Μία δοσοεξαρτώμενη αναστρέψιμη λευκοπενία και/ή κοκκιοκυτταροπενία (ουδετεροπενία) είναι η κυρίαρχη εκδήλωση της αιματολογικής τοξικότητας της επιρουβικίνης και είναι η πλέον συχνή οξεία δοσοπεριοριστική τοξικότητα αυτού του φαρμάκου. Η λευκοπενία και η ουδετεροπενία είναι συνήθως πιο σοβαρές με αγωγή υψηλών δόσεων φθάνοντας στις περισσότερες περιπτώσεις στο ναδίρ μεταξύ της 10ης και της 14ης ημέρας μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Ωστόσο, αυτό είναι συνήθως παροδικό, με τα λευκά αιμοσφαίρια/ουδετερόφιλα να επανέρχονται σε φυσιολογικές τιμές κατά την η μέρα. Μπορεί επίσης να παρουσιαστούν θρομβοπενία και αναιμία. Οι κλινικές επιπτώσεις της σοβαρής μυελοκαταστολής περιλαμβάνουν πυρετό, λοίμωξη, σήψη/σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία των ιστών ή θάνατο. Δευτεροπαθής Λευχαιμία Δευτεροπαθής λευχαιμία με ή χωρίς προλευχαιμική φάση έχει αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν ανθρακυκλίνες συμπεριλαμβανομένης της επιρουβικίνης. Η δευτεροπαθής λευχαιμία είναι περισσότερο συχνή όταν αυτά τα φάρμακα χορηγούνται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που προκαλούν βλάβη στο DNA, σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία όταν οι ασθενείς είναι βαρέως προθεραπευμένοι με κυτταροτοξικά φάρμακα ή όταν οι δόσεις των ανθρακυκλινών έχουν αυξηθεί κλιμακωτά. Αυτές οι λευχαιμίες μπορεί να έχουν λανθάνουσα περίοδο 1 έως 3 έτη (βλέπε παράγραφο 5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες, Κλινικές Μελέτες). Γαστρεντερικό Η επιρουβικίνη προκαλεί έμετο. Βλεννογονίτιδα/στοματίτιδα εμφανίζεται γενικά σύντομα μετά τη χορήγηση του φαρμάκου και, αν είναι σοβαρή, μπορεί να εξελιχθεί εντός ολίγων ημερών σε εξελκώσεις βλεννογόνου. Οι περισσότεροι ασθενείς ανακάμπτουν από αυτήν την ανεπιθύμητη ενέργεια μέχρι την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας. Ηπατική Λειτουργία Η κυριότερη οδός αποβολής της επιρουβικίνης είναι το ηπατοχολικό σύστημα.Τα επίπεδα ολικής χολερυθρίνης ορού και τα επίπεδα της AST πρέπει να αξιολογούνται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη. Ασθενείς με αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης ή AST μπορεί να αποβάλουν πιο αργά το φάρμακο με επακόλουθη αύξηση της συνολικής τοξικότητας. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστώνται χαμηλότερες δόσεις (βλέπε παραγράφους 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης και 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες, Φαρμακοκινητική σε Ειδικούς Πληθυσμούς). Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν επιρουβικίνη (βλέπε παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις). Οι κατευθυντήριες γραμμές που συχνά ακολουθούνται για τη μείωση της δοσολογίας σε καταστάσεις ανεπάρκειας της ηπατικής λειτουργίας βασίζονται στα επίπεδα της χολερυθρίνης στον ορό ως εξής: Χολερυθρίνη στον ορό Μείωση της δόσης 1,2 - 3,0 mg/100mL 50% 3,1 - 5,0 mg/100mL 75% Νεφρική λειτουργία Η κρεατινίνη ορού πρέπει να αξιολογείται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η προσαρμογή της δοσολογίας είναι απαραίτητη σε ασθενείς με κρεατινίνη ορού >5 mg/dL (βλέπε παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης). Επίδραση στη Θέση της Ένεσης Μπορεί να προκληθεί φλεβοσκλήρυνση από ένεση σε μικρό αγγείο ή από προηγούμενες ενέσεις στην ίδια φλέβα. Ο κίνδυνος για φλεβίτιδα/θρομβοφλεβίτιδα στη θέση της ένεσης μπορεί να ελαχιστοποιηθεί αν ακολουθηθεί η διαδικασία χορήγησης που συνιστάται (βλέπε παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης). Εξαγγείωση Η εξαγγείωση της επιρουβικίνης κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας ένεσης μπορεί να προκαλέσει τοπικό πόνο, σοβαρές αλλοιώσεις στους ιστούς (φυσσαλιδοποίηση, σοβαρή κυτταρίτιδα) και νέκρωση. Σε περίπτωση που παρατηρηθούν σημεία ή συμπτώματα εξαγγείωσης του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας χορήγησης της επιρουβικίνης, η έγχυση του φαρμάκου πρέπει να διακοπεί αμέσως. Η ανεπιθύμητη ενέργεια της εξαγγείωσης των ανθρακυκλινών μπορεί να προληφθεί ή να μειωθεί με την άμεση χρήση συγκεκριμένης θεραπείας π.χ. δεξραζοξάνη (παρακαλώ ανατρέξτε στις σχετικές οδηγίες χρήσης).Ο πόνος του ασθενούς μπορεί να ανακουφισθεί ψύχοντας την περιοχή και διατηρώντας την κρύα, με χρήση υαλουρονικού οξέος και DMSO. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεχτικά κατά τη διάρκεια της περιόδου που ακολουθεί, καθώς η νέκρωση μπορεί να συμβεί αρκετές εβδομάδες μετά την εξαγγείωση, πρέπει να ληφθεί η συμβουλή ενός πλαστικού χειρούργου για πιθανή εκτομή. Άλλα Όπως και με άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες, θρομβοφλεβίτιδα και θρομβοεμβολικά φαινόμενα περιλαμβανομένης της πνευμονικής εμβολής (σε κάποιες περιπτώσεις θανατηφόρα) έχουν αναφερθεί συγκυριακά με τη χρήση της επιρουβικίνης. Σύνδρομο λύσης όγκου Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία, ως αποτέλεσμα εκτεταμένου καταβολισμού πουρίνης που συνοδεύει την από το φάρμακο προκληθείσα ταχεία λύση νεοπλασματικών κυττάρων (σύνδρομο λύσης του όγκου). Τα επίπεδα αίματος του ουρικού οξέος, του καλίου, του φωσφόρου του ασβεστίου και της κρεατινίνης πρέπει να αξιολογούνται μετά την αρχική θεραπεία. Η ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων και η προφύλαξη με αλλοπουρινόλη με σκοπό την αποτροπή της υπερουριχαιμίας μπορούν να ελαχιστοποιήσουν πιθανές επιπλοκές του συνδρόμου λύσης του όγκου. Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις Η χορήγηση εμβολίων ζώντων ή ζώντων-εξασθενημένων μικροοργανισμών σε ανοσοκατεσταλμένους από χημειοθεραπευτικούς παράγοντες ασθενείς περιλαμβανομένης της επιρουβικίνης, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις (βλέπε παράγραφο 4.5). Ο εμβολιασμός με εμβόλιο ζωντανού μικροοργανισμού πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν επιρουβικίνη. Μπορεί να χορηγηθούν εμβόλια νεκρών ή αδρανοποιημένων μικροοργανισμών. Ωστόσο η ανταπόκριση σε τέτοια εμβόλια μπορεί να είναι μειωμένη. Αναπαραγωγικό σύστημα Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει γονοτοξικότητα. Άνδρες και γυναίκες σε θεραπεία με επιρουβικίνη πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα. Οι ασθενείς που επιθυμούν να κάνουν παιδιά μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, πρέπει να λάβουν γενετική συμβουλευτική, εάν αυτό κριθεί κατάλληλο και υπάρχει η δυνατότητα. Επιπρόσθετες Προειδοποιήσεις και Προφυλάξεις για Άλλες Οδούς Χορήγησης Ενδοκυστική οδός Η χορήγηση της επιρουβικίνης μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα χημικής κυστίτιδας (όπως δυσουρία, πολυουρία, νυκτουρία, στραγγουρία (επώδυνη και περιορισμένη ούρηση), αιματουρία, ενόχληση ουροδόχου κύστης, νέκρωση του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης), σύσπαση της ουροδόχου κύστης. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για προβλήματα καθετηριασμού (π.χ, απόφραξη ουρήθρας λόγω εκτεταμένων ενδοκυστικών όγκων). Ενδοαρτηριακή οδός Η ενδοαρτηριακή χορήγηση της επιρουβικίνης (αρτηριακός εμβολιασμός με χρήση καθετήρα για τις εντοπισμένες ή τις περιοχικές θεραπείες του πρωτοπαθούς ηπατοκυτταρικού καρκίνου ή ηπατικών μεταστάσεων) ίσως προκαλέσει (επιπρόσθετα της συστηματικής τοξικότητας ποιοτικά παρόμοια με αυτή που παρατηρείται μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της επιρουβικίνης) εντοπισμένες ή περιοχικές βλάβες που συμπεριλαμβάνουν γαστρο- δωδεκαδακτυλικό έλκος (πιθανώς λόγω της παλινδρόμησης των φαρμακευτικών ουσιών στη γαστρική αρτηρία) και στένωση των χοληφόρων πόρων λόγω της σκληρωτικής χολαγγειίτιδας που προκαλείται από το φάρμακο. Αυτή η οδός χορήγησης μπορεί να οδηγήσει σε εκτεταμένη νέκρωση του αιματούμενου ιστού. Έκδοχα Η επιρουβικίνη, κόνις για ενέσιμο διάλυμα, περιέχει methyl parahydroxybenzoate. Αυτό μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (που μπορεί να εμφανιστούν μετά τη θεραπεία) και σε σπάνιες περιπτώσεις, αναπνευστικές δυσκολίες.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-FARMORUBICIN
expand_more

Η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται κυρίως σε συνδυασμό με άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα. Αθροιστική τοξικότητα μπορεί να προκληθεί, ειδικά όσον αφορά τις επιδράσεις στον μυελό/αιματολογικό σύστημα και γαστρεντερικό σωλήνα (βλέπε 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Η χρήση της επιρουβικίνης σε θεραπεία συνδυασμού με άλλα ενδεχομένως καρδιοτοξικά κυτταροστατικά φάρμακα, καθώς και η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων καρδιοδραστικών ενώσεων (π.χ. αναστολείς διαύλων ασβεστίου) απαιτεί στενή παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας.

Η επιρουβικίνη μεταβολίζεται σε υψηλό βαθμό από το ήπαρ. Οι αλλαγές στην ηπατική λειτουργία που προκαλούνται από παράλληλους θεραπευτικούς χειρισμούς μπορεί να επηρεάσουν το μεταβολισμό, τη φαρμακοκινητική, τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα και/ή την τοξικότητα της επιρουβικίνης (βλέπε 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Οι ανθρακυκλίνες, συμπεριλαμβανομένης και της επιρουβικίνης, δεν πρέπει να χορηγούνται σε συνδυασμό με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες, εκτός και αν η καρδιακή λειτουργία του ασθενούς παρακολουθείται στενά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανθρακυκλίνες έπειτα από διακοπή της θεραπείας με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες, ειδικά με εκείνους με μακρά ημίσεια ζωή, όπως η τραστουζουμάμπη, μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρδιοτοξικότητας. Η ημίσεια ζωή της τραστουζουμάμπης είναι περίπου 28,5 ημέρες και μπορεί να παραμένει στην κυκλοφορία για διάστημα έως και 24 εβδομάδες. Επομένως, οι γιατροί πρέπει να αποφεύγουν θεραπεία με ανθρακυκλίνες για διάστημα έως και 24 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης, όπου είναι δυνατόν. Εάν οι ανθρακυκλίνες χρησιμοποιηθούν πριν από το χρόνο αυτό, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας.

Ο εμβολιασμός με ένα εμβόλιο ζωντανού μικροοργανισμού πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν επιρουβικίνη. Μπορεί να χορηγηθούν εμβόλια νεκρών ή αδρανοποιημένων μικροοργανισμών. Ωστόσο η ανταπόκριση σε τέτοια εμβόλια μπορεί να είναι μειωμένη.

Η σιμετιδίνη αυξάνει την AUC της επιρουβικίνης κατά 50% και η χορήγησή της θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη.

Όταν η πακλιταξέλη χορηγείται πριν από την επιρουβικίνη, μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της αμετάβλητης επιρουβικίνης και των μεταβολιτών της, οι τελευταίοι δεν είναι ωστόσο ούτε τοξικοί ούτε ενεργοί. Η ταυτόχρονη χορήγηση πακλιταξέλης ή ντοσεταξέλης δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης, όταν η επιρουβικίνη χορηγήθηκε πριν την ταξάνη.

Ο συνδυασμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί, εάν τα φάρμακα χορηγούνται με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 24 ωρών. Δηλαδή η έγχυση της επιρουβικίνης και της πακλιταξέλης πρέπει να πραγματοποιείται με ένα διάλειμμα 24 ωρών μεταξύ των 2 παραγόντων.

Η δεξβεραπαμίλη μπορεί να αλλάξει τη φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης και πιθανώς να αυξήσει τις μυελοκατασταλτικές επιδράσεις της.

Μία μελέτη κατέδειξε ότι η ντοσεταξέλη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των μεταβολιτών της επιρουβικίνης, όταν χορηγείται αμέσως μετά την επιρουβικίνη.

Η κινινίνη μπορεί να επιταχύνει την αρχική κατανομή της επιρουβικίνης από το αίμα στους ιστούς και μπορεί να έχει επίδραση στην κατανομή της επιρουβικίνης στα ερυθροκύτταρα.

Η συγχορήγηση της ιντερφερόνης α2b μπορεί να προκαλέσει μείωση τόσο στον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής όσο και στην τελική κάθαρση της επιρουβικίνης.

Η πιθανότητα σημαντικής διαταραχής της αιμοποίησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη θεραπεία με φάρμακα που επηρεάζουν το μυελό των οστών (δηλ. κυτταροστατικοί παράγοντες, σουλφοναμίδη, χλωραμφενικόλη, διφαινυλυντοΐνη, παράγωγα της αμινοπυριδίνης, αντιρετροϊκοί παράγοντες).

Αύξηση της μυελοκαταστολής μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία συνδυασμού ανθρακυκλίνης και δεξραζοξάνης.

Δεν πρέπει να αναμιγνύεται με ηπαρίνη γιατί πρόκειται για χημικώς ασύμβατες ουσίες που σε ορισμένη αναλογία μπορεί να σχηματίσουν ίζημα. Η επιρουβικίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες, δεν συνιστάται όμως η ανάμιξη των φαρμάκων αυτών μέσα στην ίδια σύριγγα.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-FARMORUBICIN
expand_more

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί και αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με επιρουβικίνη, με τις ακόλουθες συχνότητες: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως ≤1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως ≤1/1.000), πολύ σπάνιες (≤1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Περισσότερο από 10% των ασθενών σε θεραπεία αναμένεται να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι μυελοκαταστολή, γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ανορεξία, αλωπεκία, λοίμωξη.

Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Συχνότητα Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Συχνές Λοίμωξη
Μη γνωστές Σηπτική καταπληξία, σηψαιμία, πνευμονία
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστες και πολύποδες) Σπάνιες Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία, οξεία μυελογενής λευχαιμία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Πολύ συχνές Μυελοκαταστολή (λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία και ουδετεροπενία, αναιμία και εμπύρετη ουδετεροπενία)
Όχι συχνές Θρομβοπενία
Μη γνωστές Αιμορραγία και υποξία ιστού ως αποτέλεσμα μυελοκαταστολής
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σπάνιες Αναφυλαξία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Συχνές Ανορεξία, αφυδάτωση
Σπάνιες Υπερουριχαιμία (βλέπε παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Σπάνιες Ζάλη
Οφθαλμικές διαταραχές Μη γνωστές Επιπεφυκίτιδα, κερατίτιδα
Καρδιακές διαταραχές Σπάνιες Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, (δύσπνοια, οίδημα, ηπατομεγαλία, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα, υπεζωκοτική συλλογή, καλπαστικός ρυθμός), καρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ ανωμαλίες, αρρυθμίες, καρδιομυοπάθεια), κοιλιακή ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, σκελικός αποκλεισμός
Αγγειακές διαταραχές Συχνές Εξάψεις
Όχι συχνές Φλεβίτιδα, θρομβοφλεβίτιδα
Μη γνωστές Καταπληξία, θρομβοεμβολή, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Συχνές Βλεννογονίτιδα, οισοφαγίτιδα, στοματίτιδα, έμετος, διάρροια, ναυτία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ συχνές Αλωπεκία
Σπάνιες Κνίδωση
Μη γνωστές Εντοπισμένη τοξικότητα, εξάνθημα, κνησμός, δερματικές αλλαγές, ερύθημα, εξάψεις, υπέρχρωση δέρματος και ονύχων, φωτοευαισθησία, υπερευαισθησία σε δέρμα που έχει υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία (radiation-recall reaction)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Πολύ συχνές Ερυθρός χρωματισμός ούρων για 1 έως 2 ημέρες μετά τη χορήγηση
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Σπάνιες Αμηνόρροια, αζωοσπερμία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές Ερύθημα στη θέση έγχυσης
Σπάνιες Αίσθημα κακουχίας, εξασθένιση, πυρετός, ρίγη
Μη γνωστές Φλεβοσκλήρυνση, τοπικό άλγος, σοβαρή κυτταρίτιδα, νέκρωση ιστών μετά από ακούσια παραφλεβική ένεση
Παρακλινικές εξετάσεις Σπάνιες Μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών
Μη γνωστές Ασυμπτωματική ελάττωση του κλάσματος εξωθήσεως αριστερής κοιλίας
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών Συχνές Έχει παρατηρηθεί χημική κυστίτιδα, κάποιες φορές αιμορραγική, κατόπιν ενδοκυστικής χορήγησης (βλέπε παράγραφο 4.4)

Ενδοκυστική χορήγηση: Καθώς μία μικρή μόνο ποσότητα δραστικού συστατικού επαναπορροφάται μετά την ενδοκυστική ενστάλαξη, σοβαρές συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις όπως επίσης και αλλεργικές αντιδράσεις είναι σπάνιες. Έχουν συχνά αναφερθεί εντοπισμένες αντιδράσεις όπως αίσθημα καύσου, συχνουρία και πολυουρία. Έχουν αναφερθεί περιστασιακή βακτηριακή ή χημική κυστίτιδα (βλέπε παράγραφο 4.4). Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι κυρίως αναστρέψιμες.

Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα: Η δοσοεξαρτώμενη, αναστρέψιμη λευκοπενία και/ή κοκκιοκυτταροπενία (ουδετεροπενία) αποτελεί την κυριότερη εκδήλωση της μυελοτοξικότητας/αιματολογικής τοξικότητας της επιρουβικίνης και αντιπροσωπεύει την οξεία δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου αυτού. Η λευκοπενία είναι συνήθως πιο σοβαρή μετά τη χορήγηση σχημάτων με υψηλές δόσεις. Κάτω από τις συνθήκες αυτές μπορεί να απαιτηθεί κατάλληλη υποστήριξη του μυελού (π.χ. αρχέγονα κύτταρα περιφερικού αίματος ή αυξητικοί παράγοντες). Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί θρομβοκυτταροπενία και αναιμία.

Τα κλινικά επακόλουθα της μυελοτοξικότητας/αιματολογικής τοξικότητας από επιρουβικίνη μπορεί να περιλαμβάνουν πυρετό, λοιμώξεις, σήψη/σηψαιμία, σηπτικό σοκ, αιμορραγίες, υποξία των ιστών ή θάνατο. Θα πρέπει να χορηγούνται αντιβιοτικά ενδοφλεβίως όταν παρατηρηθεί εμπύρετη ουδετεροπενία.

Δευτερογενής λευχαιμία Η εμφάνιση δευτερογενούς οξείας μυελογενούς λευχαιμίας, με ή χωρίς προ- λευχαιμική φάση, έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ταυτόχρονη θεραπεία με ανθρακυκλίνες (συμπεριλαμβανομένης της επιρουβικίνης). Η δευτερογενής λευχαιμία εμφανίζεται συχνότερα, όταν τα φάρμακα αυτά χορηγούνται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες, που έχουν καταστροφική δράση στο DNA, σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία, όταν οι ασθενείς έχουν λάβει προηγουμένως κυταρροτοξικά φάρμακα, ή όταν η δοσολογία των ανθρακυκλινών αυξάνεται κλιμακωτά. Οι λευχαιμίες αυτές μπορεί να έχουν βραχεία λανθάνουσα περίοδο (1 - 3 ετών).

Καρδιοτοξικότητα: Η καρδιοτοξικότητα που προκαλείται από ανθρακυκλίνες μπορεί να εμφανισθεί με πρώιμες (οξείες) ή όψιμες εκδηλώσεις. Η πρώιμη καρδιοτοξικότητα της επιρουβικίνης εκδηλώνεται κυρίως ως κολπική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες στο ΗΚΓ, π.χ. μη ειδικές αλλαγές στο κύμα ST-T, ωστόσο έχουν αναφερθεί και ταχυαρρυθμίες όπως πρόωρες κοιλιακές συστολές, κοιλιακή ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, καθώς και αποκλεισμός του κολποκοιλιακού δεματίου του His και ασυμπτωματική πτώση στο κλάσμα εξώθησης. Με εξαίρεση τις επικίνδυνες καρδιακές αρρυθμίες, οι ανεπιθύμητες αυτές ενέργειες δεν αποτελούν συνήθως ένδειξη μεταγενέστερης ανάπτυξης όψιμης καρδιοτοξικότητας, σπάνια είναι κλινικής σημασίας και σε γενικές γραμμές δεν αποτελούν λόγο για τη διακοπή της θεραπείας με επιρουβικίνη. Η όψιμη καρδιοτοξικότητα χαρακτηρίζεται από μυοκαρδιοπάθεια η οποία εκδηλώνεται κλινικά με συμπτώματα/ενδείξεις κοιλιακής δυσλειτουργίας/συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας [όπως δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα, οίδημα κάτω άκρων (π.χ. στα σφυρά), ηπατομεγαλία, ασκίτη, πλευρίτιδα, καλπαστικό ρυθμό]. Η τοξικότητα αυτή φαίνεται να εξαρτάται από την αθροιστική δόση της επιρουβικίνης και αντιπροσωπεύει την αθροιστική δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου. Σε έναν αριθμό μελετών αξιολογήθηκε ότι ο κίνδυνος ανάπτυξης αποφρακτικής καρδιακής νόσου, σε απουσία άλλων καρδιακών παραγόντων κινδύνου, αυξάνεται απότομα όταν η αθροιστική δόση της επιρουβικίνης φθάσει τα 900 mg/m . Ωστόσο, όταν υπάρχει επιπρόσθετος κίνδυνος για ανάπτυξη καρδιοτοξικότητας (π.χ. ενεργός ή λανθάνουσα καρδιαγγειακή νόσος, προηγούμενη ακτινοθεραπεία, προηγούμενη/ταυτόχρονη χρήση άλλων καρδιοτοξικών φαρμάκων) η καρδιοτοξικότητα μπορεί να εμφανισθεί σε χαμηλότερες αθροιστικές δόσεις. Η όψιμη καρδιοτοξικότητα αναπτύσσεται κυρίως κατά τη διάρκεια της αγωγής με επιρουβικίνη και μέχρι και δυο-τρεις μήνες μετά, ωστόσο έχουν αναφερθεί και απώτερα συμβάντα (αρκετούς μήνες μέχρι χρόνια μετά την αποπεράτωση της αγωγής). Σοβαρή καρδιακή βλάβη μπορεί να αποτραπεί με τακτική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της αγωγής (βλ. επίσης παράγραφο 4.4). Έχει αναφερθεί επίσης και περικαρδιακή έκχυση.

Γαστρεντερική Τοξικότητα: Βλεννογονίτιδα (κυρίως στοματίτιδα, λιγότερο συχνά οισοφαγίτιδα) μπορεί να παρατηρηθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη. Οι κλινικές εκδηλώσεις της βλεννογονίτιδας περιλαμβάνουν πόνο ή αίσθημα καύσου, διαβρώσεις-εξελκώσεις, αιμορραγία και λοιμώξεις. Η στοματίτιδα εμφανίζεται γενικά σχεδόν αμέσως μετά τη χορήγηση του φαρμάκου και, σε περίπτωση που είναι σοβαρή, μπορεί να προχωρήσει μέσα σε διάστημα ημερών σε εξελκώσεις του βλεννογόνου. Ωστόσο, οι περισσότεροι ασθενείς ανανήπτουν από αυτήν την ανεπιθύμητη ενέργεια μέχρι την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί ναυτία, έμετος και, κατά καιρούς, διάρροια και κοιλιακό άλγος. Ο έντονος έμετος και η διάρροια μπορούν να προκαλέσουν αφυδάτωση. Η ναυτία και ο έμετος μπορούν να αποτραπούν ή να μειωθούν σε ένταση με τη χορήγηση κατάλληλης αντιεμετικής αγωγής. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί υπέρχρωση του στοματικού βλεννογόνου.

Δερματικές Αντιδράσεις και Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας: Αλωπεκία, που περιλαμβάνει τη διακοπή ανάπτυξης γενιού, παρατηρείται συχνά. Η ανεπιθύμητη αυτή ενέργεια είναι συνήθως αναστρέψιμη, και όλα τα μαλλιά αναπτύσσονται και πάλι εντός δύο-τριών μηνών μετά το πέρας της αγωγής. Μπορεί επίσης να παρατηρηθούν ερύθημα, εξάψεις, υπέρχρωση του δέρματος και των νυχιών, φωτοευαισθησία και υπερευαισθησία σε δέρμα που έχει υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία (radiation recall reaction). Κνίδωση και αναφυλαξία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με επιρουβικίνη. Οι ενδείξεις/συμπτώματα των αντιδράσεων αυτών μπορεί να ποικίλουν από δερματικό εξάνθημα και κνησμό μέχρι πυρετό, ρίγη και καταπληξία.

Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης: Η ερυθηματώδης ράβδωση κατά μήκος της φλέβας όπου πραγματοποιήθηκε η έγχυση δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο, και μπορεί να προηγείται της τοπικής φλεβίτιδας ή θρομβοφλεβίτιδας. Ο κίνδυνος για πρόκληση φλεβίτιδας/θρομβοφλεβίτιδας στο σημείο της ένεσης μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με την εφαρμογή της διαδικασίας χορήγησης που συνιστάται στην παράγραφο 4.4. Μπορεί επίσης να προκληθεί φλεβοσκλήρυνση, ειδικά όταν η επιρουβικίνη εγχύεται κατ’ επανάληψη σε μικρή φλέβα.

Στην περίπτωση περιφλεβικής εξαγγείωσης του φαρμάκου, παρατηρείται τοπικό άλγος, σοβαρή κυτταρίτιδα και νέκρωση ιστών (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες: Οι άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν επιπεφυκίτιδα, κερατίτιδα, ανορεξία, λοιμώξεις, αδιαθεσία/κόπωση και υπερουριχαιμία, που μπορεί να εμφανισθεί σαν επακόλουθο του εκτεταμένου καταβολισμού των πουρινών που συνοδεύει την από το φάρμακο προκληθείσα ταχεία κυτταρική νέκρωση των πολύ ευαίσθητων στη χημειοθεραπεία νεοπλασμάτων (σύνδρομο λύσης του όγκου). Η ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων και η χορήγηση αλλοπουρινόλης βοηθούν στην αποτροπή ή στην ελαχιστοποίηση των ανεπιθύμητων ενεργειών της υπερουριχαιμίας. Πιθανόν να εμφανιστεί ερυθρός χρωματισμός των ούρων 1-2 ημέρες μετά τη χορήγηση.

Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί αμηνόρροια και η αγωγή με επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει αζωοσπερμία.

Μεταβολές στα επίπεδα των τρανσαμινασών μπορεί επίσης να παρατηρηθούν.

Η χορήγηση της επιρουβικίνης από την ενδοκυστική οδό μπορεί να προκαλέσει χημική κυστίτιδα και συστολή της ουροδόχου κύστης.

Έχει αναφερθεί ότι η άμεση χορήγηση της επιρουβικίνης (ή αγωγών που περιέχουν επιρουβικίνη) και λιπιοδόλης στην ηπατική αρτηρία (transcatheter arterial embolization) για την τοπική θεραπεία του πρωτογενούς ηπατοκυτταρικού καρκινώματος ή των ηπατικών μεταστάσεων προκαλεί έλκος του στομάχου-δωδεκαδακτύλου, προφανώς λόγω της ανάδρασης των φαρμάκων στην γαστρική αρτηρία, και στένωση των χοληφόρων πόρων λόγω της σκληρωτικής χολαγγειίτιδας που προκαλείται από το φάρμακο.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-FARMORUBICIN
expand_more

Γονιμότητα

Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει χρωμοσομική βλάβη στα ανθρώπινα σπερματοζωάρια. Οι άντρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης, και εάν κριθεί κατάλληλο και υπάρχει η δυνατότητα, να ζητήσουν συμβουλές για διατήρηση του σπέρματος λόγω της πιθανότητας προκαλούμενης από τη θεραπεία μη αναστρέψιμης στειρότητας. Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια ή πρόωρη εμμηνόπαυση σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Εγκυμοσύνη

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης.

Πειραματικά δεδομένα σε ζώα παρέχουν ενδείξεις για το ότι η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο, όταν χορηγείται σε εγκυμονούσες. Εάν η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει αυτό το φάρμακο, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.

Δεν υπάρχουν μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Η επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.

Γαλουχία

Δεν είναι γνωστό εάν η επιρουβικίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων και άλλων ανθρακυκλινών, απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα και λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων της επιρουβικίνης σε βρέφη που θηλάζουν, οι μητέρες πρέπει να διακόπτουν το θηλασμό προτού λάβουν αυτό το φάρμακο.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-FARMORUBICIN
expand_more
Αν και είναι γνωστό ότι οι ανθρακυκλίνες μπορούν να παρέμβουν σε ορισμένες βιοχημικές και βιολογικές λειτουργίες εντός των ευκαρυωτικών κυττάρων, οι ακριβείς μηχανισμοί των κυτταροτοξικών και αντιπολλαπλασιαστικών ιδιοτήτων της επιρουβικίνης δεν έχουν διευκρινισθεί ακόμη πλήρως. Οι μελέτες σε κυτταρικές καλλιέργειες έχουν δείξει ταχεία κυτταρική διείσδυση, με εντοπισμό του φαρμάκου κυρίως στον πυρήνα. Σε μοριακό επίπεδο, η επιρουβικίνη μπορεί να σχηματίζει σύμπλοκο με το DNA με ενδοπαρεμβολή των επίπεδων δακτυλίων της ανάμεσα στα ζεύγη βάσεων νουκλεοτιδίων, με επακόλουθη αναστολή της σύνθεσης των νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA) και των πρωτεϊνών. Επιπλέον, η ενδοπαρεμβολή αυτή μπορεί να προκαλέσει διαχωρισμό του DNA από την τοποϊσομεράση ΙΙ, προκαλώντας σοβαρές διαταραχές στην τριτοταγή δομή του DNA. Όπως παρατηρείται για την doxorubicin, και η επιρουβικίνη επίσης μπορεί να εμπλέκεται σε αντιδράσεις οξείδωσης/αναγωγής με παραγωγή πολύ δραστικών και πολύ τοξικών ελευθέρων ριζών. Η κυτταροτοξική δράση της doxorubicin μπορεί να προκαλείται από οποιονδήποτε από τους πιο πάνω αναφερόμενους μηχανισμούς, και μπορεί να υπάρχουν και άλλοι. Έχει αποδειχθεί ότι η επιρουβικίνη είναι δραστική σε ευρύ φάσμα πειραματικών όγκων, όπως οι λευχαιμίες L 1210 και Ρ 388, τα σαρκώματα SA 180 (τύπου συμπαγούς και ασκίτη), το μελάνωμα Β 16, τον καρκίνο του μαστού, τον καρκίνο του πνεύμονα τύπου Lewis και τον καρκίνο του παχέος εντέρου τύπου 38. Έχει επίσης επιδείξει δραστικότητα σε ανθρώπινους καρκίνους που μεταμοσχεύθηκαν σε ποντίκια που είχαν υποστεί θυμεκτομή (μελάνωμα, καρκίνος μαστού, πνεύμονα, προστάτη, ωοθηκών).
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-FARMORUBICIN
expand_more

Απορρόφηση:

Η επιρουβικίνη δεν απορροφάται από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Δεδομένου ότι το φάρμακο είναι εξαιρετικά ερεθιστικό στους ιστούς, πρέπει να χορηγείται από την ενδοφλέβια οδό. Η ενδοκυστική χορήγηση έχει αποδειχθεί εφικτή. Μετά από αυτήν την οδό χορήγησης, η δίοδος της επιρουβικίνης στην συστηματική κυκλοφορία είναι ελάχιστη.

Κατανομή:

Μετά την ενδοφλέβια χορηγησή της, η επιρουβικίνη κατανέμεται ταχέως και σε μεγάλο βαθμό στα εξωαγγειακά διαμερίσματα, όπως φαίνεται από τον πολύ βραχύ χρόνο ημιζωής κατανομής και από τον όγκο κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας που υπερβαίνει τα 40 L/kg. Ωστόσο, παρά τον ευρύ όγκο κατανομής της, η επιρουβικίνη δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό σε ανιχνεύσιμες ποσότητες.

Μεταβολισμός:

Η επιρουβικίνη μεταβολίζεται σε σημαντικό βαθμό, κυρίως από το ήπαρ. Οι κυριότεροι μεταβολίτες που έχουν ταυτοποιηθεί είναι η epirubicinol (13-OH επιρουβικίνη), που εμφανίζει ορισμένο βαθμό κυτταροστατικής δράσης, και τα γλυκουρονίδια της επιρουβικίνης και της epirubicinol. Τα επίπεδα στο πλάσμα του κυριότερου μεταβολίτη, της epirubicinol, είναι χαμηλότερα από εκείνα του αμετάβλητου φαρμάκου. Από μεταβολικής άποψης, η 4-O- γλυκουρονιδίωση ξεχωρίζει την επιρουβικίνη από την doxorubicin και μπορεί να ευθύνεται για τη μειωμένη τοξικότητά της.

Αποβολή:

Σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία, τα επίπεδα της επιρουβικίνης στο πλάσμα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 60 - 150 mg/m ακολουθούν τριεκθετικό μειούμενο πρότυπο, με βραδεία τελική φάση (t 1/2γ) 30 μέχρι 40 ωρών. Οι δόσεις αυτές βρίσκονται μέσα στα όρια της φαρμακοκινητικής γραμμικότητας. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της epirubicinol είναι όμοιος με εκείνον της επιρουβικίνης. Η κάθαρση από το πλάσμα κυμαίνεται από 0,9 μέχρι 1,4 λίτρα/λεπτό. Η επιρουβικίνη αποβάλλεται κυρίως από το ήπαρ: περίπου το 38% της χορηγηθείσης δόσης ανακτάται σε χολή 24 ωρών σε μορφή επιρουβικίνης (περίπου 19%), epirubicinol και άλλων μεταβολιτών. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, μόνον το 9 μέχρι 12% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα σαν αμετάβλητο φάρμακο ή μεταβολίτες. Μετά από 72 ώρες, οι αριθμοί είναι περίπου 43% στη χολή και περίπου 16% στα ούρα.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

3 λεπτά; 2,5 ώρες; 33 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

77%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
41867
Μοριακός τύπος
C27H29NO11
Μοριακό βάρος
543.5
IUPAC
(7S,9S)-7-[(2R,4S,5R,6S)-4-amino-5-hydroxy-6-methyloxan-2-yl]oxy-6,9,11-trihydroxy-9-(2-hydroxyacetyl)-4-methoxy-8,10-dihydro-7H-tetracene-5,12-dione
InChIKey
AOJJSUZBOXZQNB-VTZDEGQISA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH (Φαρμακολογική)

  • Χημικές ουσίες, που παράγονται από μικροοργανισμούς, αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
  • Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία μια ποικιλία ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.