EPIRUBICIN(Επιρουβικίνη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: περίπου 40 ωρών
- DrugBank: 3 λεπτά; 2,5 ώρες; 33 ώρες
- PubChem: 3 λεπτά, 2,5 ώρες, 33 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Καρκίνωμα μαστού
- C50 Κακοήθης νεοπλασία του μαστού
-
Καρκίνωμα στομάχου
- C16 Κακοήθης νεοπλασία του στομάχου
-
Θηλώδες μεταβατικό καρκίνωμα ουροδόχου κύστης
Ενδοκυστική χρήση
- C67 Κακοήθης νεοπλασία της ουροδόχου κύστης
-
Καρκίνωμα in situ
Ενδοκυστική χρήση
- D09 Καρκίνωμα in situ άλλων και απροσδιόριστων εντοπίσεων
-
Ενδοκυστική προφύλαξη της υποτροπής επιπολής καρκινώματος ουροδόχου κύστης έπειτα από διουρηθρική εκτομή
Ενδοκυστική χρήση
- C67 Κακοήθης νεοπλασία της ουροδόχου κύστης
-
Προγράμματα πολυχημειοθεραπείας
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, ενδοκυστική
- Δόση έναρξης: 60-90 mg/m²
-
Ενήλικες (μονοθεραπεία)Δόση60-90 mg/m²Ενδοφλέβια σε 3-5 λεπτά, επανάληψη κάθε 21 ημέρες.
-
Ασθενείς με καρκίνωμα μαστού (υψηλή δόση, συμπληρωματική θεραπεία)Δόση100 mg/m² (ως εφάπαξ δόση την ημέρα 1) έως 120 mg/m² (σε δύο διαιρεμένες δόσεις τις ημέρες 1 και 8)Κάθε 3-4 εβδομάδες σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη, 5-φθοριοουρακίλη και ταμοξιφαίνη.
-
Ασθενείς με μειωμένη λειτουργία μυελού των οστών (λόγω προηγούμενης χημειοθεραπείας/ακτινοθεραπείας, ηλικίας, νεοπλασματικής διήθησης)Δόση60-75 mg/m² (συνήθης θεραπεία), 105-120 mg/m² (υψηλή δόση)Χαμηλότερη δόση ή αναβολή της επόμενης δόσης. Η πλήρης δόση ανά κύκλο μπορεί να κατανεμηθεί σε 2-3 διαδοχικές ημέρες.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΣυνιστάται μείωση της δόσης.
-
ΠαιδιάΔεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα.
-
Ασθενείς με επιπολής καρκίνωμα ουροδόχου κύστηςΔόση50 mg/50 mlΕβδομαδιαία πλύση επί 8 εβδομάδες. Μείωση σε 30 mg ανά 50 ml σε περίπτωση τοπικής τοξικότητας.
-
Ασθενείς με καρκίνωμα ουροδόχου κύστης in situΔόσηΈως 80 mg/50 mlΜε βάση την ανοχή του ασθενούς.
-
Ασθενείς για προφύλαξη υποτροπής έπειτα από διουρηθρική εκτομή του προστάτηΔόση50 mg/50 ml4 φορές εβδομαδιαία χορήγηση ακολουθούμενη από 11 φορές μηνιαία ενστάλαξη της ίδιας δόσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην επιρουβικίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του προϊόντος, άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες
-
Γαλουχία
-
Επίμονη μυελοκαταστολήΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Βαριά ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Βαριά μυοκαρδιακή ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων ανεπάρκειας καρδιακού μυός 4ου βαθμού, οξείας καρδιακής προσβολής και προηγούμενης καρδιακής προσβολής που οδήγησε σε ανεπάρκεια καρδιακού μυός 3ου και 4ου βαθμού, οξειών φλεγμονωδών καρδιοπαθειών)ΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίουΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Ασταθής στηθάγχηΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
ΚαρδιομυοπάθειαΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Σοβαρές αρρυθμίεςΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Οξείες συστηματικές λοιμώξειςΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
Προηγούμενες θεραπείες με μέγιστες αθροιστικές δόσεις επιρουβικίνης και/ή άλλων ανθρακυκλινών και ανθρακενοδιονώνΠληθυσμόςΕνδοφλέβια χρήση
-
ΟυρολοιμώξειςΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
-
Φλεγμονή της ουροδόχου κύστηςΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
-
ΑιματουρίαΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
-
Διηθητικοί όγκοι που έχουν διαπεράσει την ουροδόχο κύστηΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
-
Προβλήματα καθετηριασμούΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
-
Μεγάλος όγκος υπολειπόμενων ούρωνΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
-
Συσπάσεις της ουροδόχου κύστηςΠληθυσμόςΕνδοκυστική χρήση
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Γενική χορήγησηΠρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη ειδικευμένων ιατρών με εμπειρία στη χρήση κυτταροτοξικής θεραπείας
-
Οδός χορήγησηςΔεν πρέπει να χορηγείται υποδόρια ή ενδομυϊκά
-
Συνεχής έγχυσηΚατά προτίμηση μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα
-
Προηγούμενη τοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να έχουν αναρρώσει από οξείες τοξικότητες (όπως στοματίτιδα, βλεννογονίτιδα, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και γενικευμένες λοιμώξεις) από προηγούμενη κυτταροτοξική θεραπεία πριν την έναρξη της θεραπείας με επιρουβικίνη
-
Υψηλές δόσειςΑπαιτεί ιδιαίτερη προσοχή για πιθανές κλινικές επιπλοκές εξαιτίας έντονης μυελοκαταστολής
-
ΚαρδιοτοξικότηταΥπάρχει κίνδυνος
-
Αθροιστική δόσηΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν ακτινοβολία στην περιοχή του μεσοθωρακίουΟ κίνδυνος ανάπτυξης συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας αυξάνεται ταχέως με αύξηση των ολικών αθροιστικών δόσεων της επιρουβικίνης καθ’ υπέρβαση των 900 mg/m² ή χαμηλότερη αθροιστική δόση. Η αθροιστική αυτή δόση πρέπει να υπερβαίνεται μόνο με εξαιρετική προσοχή
-
Αθροιστική δόση / Συνδυασμένη θεραπείαΓια τον προσδιορισμό της μέγιστης αθροιστικής δόσης, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη κάθε ταυτόχρονη θεραπεία με δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα
-
Αθροιστική δόσηΜία αθροιστική δόση των 900-1000 mg/m² δεν πρέπει να υπερβαίνεται παρά μόνο με εξαιρετική προσοχή
-
Καρδιακοί παράγοντες κινδύνουΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ασθενείς με ενεργή ή ανενεργή καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη ή ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωράκιου/περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες και ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων που καταστέλλουν την καρδιακή συσταλτικότητα ή καρδιοτοξικών φαρμάκων (π.χ. τραστουζουμάμπη)Αυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότητας
-
Συνδυασμός με τραστουζουμάμπηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τραστουζουμάμπη, εκτός και αν γίνεται σε καλά ελεγχόμενο περιβάλλον κλινικής δοκιμής με καρδιακή παρακολούθηση
-
Προηγούμενη θεραπεία με ανθρακυκλίνες + τραστουζουμάμπηΠληθυσμόςΑσθενείς σε θεραπεία τραστουζουμάμπης που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με ανθρακυκλίνεςΚινδυνεύουν από καρδιοτοξικότητα, μολονότι ο κίνδυνος είναι χαμηλότερος από ότι με την ταυτόχρονη χρήση τραστουζουμάμπης και ανθρακυκλινών
-
Θεραπεία μετά διακοπή τραστουζουμάμπηςΕάν είναι δυνατόν, οι ιατροί πρέπει να αποφεύγουν τη θεραπεία που βασίζεται στις ανθρακυκλίνες για έως 25 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης
-
Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με τραστουζουμάμπηΠρέπει να αντιμετωπίζεται με τη συνήθη φαρμακευτική αγωγή για αυτές τις περιστάσεις
-
Καρδιακή παρακολούθησηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς, παιδιά και ασθενείς με ιστορικό καρδιακής νόσουΒρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο καρδιοτοξικότητας
-
Αθροιστική τοξικότηταΕίναι πιθανό η τοξικότητα της επιρουβικίνης και άλλων ανθρακυκλίνων ή ανθρακενοδιόνων να είναι αθροιστική
-
ΜυελοκαταστολήΕνδέχεται να προκαλέσει μυελοκαταστολή
-
Επιπτώσεις σοβαρής μυελοκαταστολήςΣυμπεριλαμβάνουν πυρετό, λοίμωξη, σήψη/σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία ιστών, ή θάνατο
-
Δευτερογενής λευχαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με ανθρακυκλίνεςΈχει αναφερθεί με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση
-
Δευτερογενής λευχαιμία (αυξημένος κίνδυνος)Είναι πιο συχνή όταν χορηγείται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που καταστρέφουν το DNA, σε συνδυασμό με θεραπεία ακτινοβολίας, όταν οι ασθενείς έχουν υποστεί έντονη προηγούμενη θεραπεία με κυτταροτοξικά φάρμακα, ή όταν οι δόσεις των ανθρακυκλίνων έχουν κλιμακωθεί
-
ΕμετόςΕίναι εμετογόνος
-
Βλεννογονίτιδα/ΣτοματίτιδαΕμφανίζονται σύντομα μετά τη χορήγηση και, σε περίπτωση που είναι σοβαρές, ενδέχεται να εξελιχθούν σε εξελκώσεις του βλεννογόνου
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένο επίπεδο χολερυθρίνης ή ASTΕνδέχεται να εμφανίσουν πιο αργή κάθαρση του φαρμάκου με αποτέλεσμα την αύξηση της συνολικής τοξικότητας
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένο επίπεδο χολερυθρίνης ή ASTΣυνιστώνται χαμηλότερες δόσεις
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΔεν πρέπει να λαμβάνουν επιρουβικίνη
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με κρεατινίνη ορού > 5 mg/dLΕίναι απαραίτητη προσαρμογή της δοσολογίας
-
ΦλεβοσκλήρυνσηΕνδέχεται να είναι αποτέλεσμα έγχυσης σε μικρό αγγείο ή επαναλαμβανόμενων εγχύσεων στην ίδια φλέβα
-
ΕξαγγείωσηΕνδέχεται να προκαλέσει τοπικό άλγος, σοβαρές αλλοιώσεις των ιστών (σχηματισμό φλυκταινών, σοβαρή κυτταρίτιδα) και νέκρωση
-
ΕξαγγείωσηΠρέπει να διακοπεί αμέσως η έγχυση του φαρμάκου
-
ΕξαγγείωσηΜπορεί να αποφευχθεί ή να μειωθεί με την άμεση χρήση ειδικευμένης θεραπείας π.χ. δεξραζοσάνης
-
ΕξαγγείωσηΤο άλγος μπορεί να ανακουφιστεί με ψύξη της περιοχής και διατήρηση της ψύξης, χρήση υαλουρονικού οξέος και DMSO
-
Εξαγγείωση (Νέκρωση)Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της μεταγενέστερης χρονικής περιόδου, καθώς η νέκρωση ενδέχεται να εμφανιστεί αρκετές εβδομάδες μετά την εμφάνιση της εξαγγείωσης, πρέπει να συμβουλευτείτε πλαστικό χειρουργό ενόψει πιθανής εκτομής
-
Θρομβοφλεβίτιδα και θρομβοεμβολικά φαινόμεναΈχουν αναφερθεί συγκυριακά με τη χρήση επιρουβικίνης, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής (σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρα)
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΜπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία λόγω του υπερβολικού καταβολισμού πουρινών
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΗ ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων και η προφύλαξη με αλλοπουρινόλη για την πρόληψη της υπερουριχαιμίας μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανές επιπλοκές
-
Εμβολιασμός με ζώντα εμβόλιαΠληθυσμόςΑνοσοκατεσταλμένοι ασθενείςΜπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές και θανατηφόρες λοιμώξεις
-
Εμβολιασμός με ζώντα εμβόλιαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν επιρουβικίνηΠρέπει να αποφεύγεται
-
Εμβολιασμός με θανατωμένα/ανενεργά εμβόλιαΜπορούν να χορηγηθούν, ωστόσο, η ανταπόκριση ενδέχεται να είναι μειωμένη
-
ΓονοτοξικότηταΜπορεί να προκαλέσει γονοτοξικότητα
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΆντρες και γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με επιρουβικίνηΠρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέσα
-
Γενετικές συμβουλέςΠληθυσμόςΑσθενείς που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά μετά την ολοκλήρωση της θεραπείαςΠρέπει να συμβουλεύονται να εξασφαλίζουν γενετικές συμβουλές, εφόσον είναι απαραίτητες και διαθέσιμες
-
Χημική κυστίτιδαΠληθυσμόςΕνδοκυστική οδόςΜπορεί να προκαλέσει συμπτώματα (όπως δυσουρία, πολυουρία, νυκτουρία, στραγγουρία, αιματουρία, δυσχέρεια ουροδόχου κύστης, νέκρωση των τοιχωμάτων της ουροδόχου κύστης) και συστολή ουροδόχου κύστης
-
Προβλήματα καθετηριασμούΠληθυσμόςΕνδοκυστική οδόςΙδιαίτερη προσοχή απαιτείται (π.χ. ουρική απόφραξη λόγω συμπαγών ενδοκυστικών όγκων)
-
Ενδοαρτηριακή χορήγησηΕνδέχεται να προκαλέσει εντοπισμένα ή περιφερειακά συμβάματα τα οποία περιλαμβάνουν γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη και στένωση των χοληδόχων αγγείων λόγω της από το φάρμακο επαγόμενης σκληρυντικής χολαγγειϊτιδας
-
Ενδοαρτηριακή χορήγηση (Νέκρωση)Μπορεί να οδηγήσει σε εκτεταμένη νέκρωση της αιμάτωσης του ιστού
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΠληθυσμόςΑσθενείς σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίουΝα λαμβάνεται υπ’ όψιν ότι το προϊόν περιέχει 3,5 mg νατρίου ανά ml
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα κυτταροτοξικά φάρμακαπροσοχήΑθροιστική τοξικότητα (μυελού των οστών/αιματολογικές, γαστρεντερικές επιδράσεις)
-
Άλλα δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα (π.χ. αποκλειστές διαύλων ασβεστίου)παρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότηταςΣύστασηΑπαιτείται παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότητας, ειδικά εάν χορηγηθούν ανθρακυκλίνες εντός 24 εβδομάδων από τη διακοπή της τραστουζουμάμπης.ΣύστασηΑποφυγή ανθρακυκλινών για έως και 24 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης, εάν είναι δυνατό. Εάν χρησιμοποιηθούν, προσεκτική παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας.
-
Εμβόλια ζώντων ιώναντένδειξηΚίνδυνος λοίμωξηςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται ο εμβολιασμός με εμβόλια ζώντων ιών.
-
Εμβόλια θανατωμένων ή ανενεργών ιώνπροσοχήΜειωμένη ανταπόκριση
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το κυτόχρωμα P-450 (π.χ. ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά)προσοχήΑύξηση μεταβολισμού επιρουβικίνης, μείωση αποτελεσματικότητας
-
Σιμετιδίνη (400 mg δύο φορές ημερησίως)προσοχήΑύξηση 50% στην AUC επιρουβικίνης, αύξηση 41% στην AUC epirubicinol.ΣύστασηΗ σιμετιδίνη δεν πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη.
-
Πακλιταξέλη (χορηγούμενη πριν την επιρουβικίνη)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις επιρουβικίνης και μεταβολιτών στο πλάσμα, μεγαλύτερη αιματολογική τοξικότητα. Οι μεταβολίτες δεν είναι τοξικοί/ενεργοί.ΣύστασηΗ έγχυση επιρουβικίνης και πακλιταξέλης πρέπει να διεξάγεται σε διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ τους.
-
Ντοσεταξέλη (χορηγούμενη αμέσως μετά την επιρουβικίνη)προσοχήΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της επιρουβικίνης στο πλάσμα.
-
ΔεξοβεραπαμίληπροσοχήΜπορεί να μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης και να αυξήσει τις κατασταλτικές δράσεις επί του μυελού των οστών.
-
προσοχήΜπορεί να επιταχύνει την αρχική κατανομή της επιρουβικίνης από το αίμα στους ιστούς και να επηρεάσει την κατανομή της στα ερυθροκύτταρα.
-
Ιντερφερόνη α2bπροσοχήΜπορεί να επιφέρει μείωση του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής απομάκρυνσης και της συνολικής κάθαρσης της επιρουβικίνης.
-
Αγωγές που επηρεάζουν το μυελό των οστών (π.χ. κυτταροστατικοί παράγοντες, σουλφοναμίδιο, χλωραμφενικόλη, διφαινυλυδαντοΐνη, παράγωγα αμιδοπυρίνης, αντιρετροϊκοί παράγοντες)προσοχήΠιθανότητα αξιοσημείωτης διαταραχής της αιματοποίησης.ΣύστασηΗ πιθανότητα διαταραχής της αιματοποίησης πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν.
-
Δεξραζοσάνη (υψηλές δόσεις 900 mg/m² και 1200 mg/m²)προσοχήΜπορεί να αυξήσει τη συστηματική κάθαρση της επιρουβικίνης, μείωση της AUC. Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένη μυελοκαταστολή σε συνδυαστική θεραπεία.
-
ΑκτινοθεραπείεςπροσοχήΕνίσχυση της καρδιοτοξικότητας της επιρουβικίνης. Η επιρουβικίνη μπορεί να ενισχύσει την επίδραση της ακτινοβολίας στην περιοχή του μεσοθωρακίου.
-
προσοχήΕνίσχυση της καρδιοτοξικότητας της επιρουβικίνης.
-
προσοχήΕνίσχυση της καρδιοτοξικότητας της επιρουβικίνης.
-
προσοχήΜπορεί να προκαλέσει υπερβολική ανοσοκαταστολή.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοιμώξεις
- Σηπτική καταπληξία
- Σηψαιμία
- Πνευμονία
- Κυτταρίτιδα
- Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία
- Οξεία μυελογενής λευχαιμία (με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση)
- Μυελοκαταστολή
- Λευκοπενία
- Κοκκιοκυτταροπενία
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αιμορραγία
- Καταπληξία
- Εξάψεις
- Φλεβίτιδα
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Φλεβοσκλήρυνση
- Υποξία ιστών
- Αναφυλαξία
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Δερματικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Κνίδωση
- Τοπικές ερυθηματώδεις αντιδράσεις κατά μήκος της φλέβας
- Τοπική τοξικότητα
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Μεταβολές δέρματος
- Μεταβολές ονύχων
- Υπέρχρωση
- Φωτοευαισθησία
- Υπερευαισθησία του ακτινοβολημένου δέρματος
- Ερύθημα του σημείου έγχυσης
- Πυρετός
- Ρίγη
- Οίδημα
- Βλεννογονιδίτιδα
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξασθένιση
- Υπερπυρεξία
- Τοπικό άλγος
- Νέκρωση ιστού
- Ανορεξία
- Αφυδάτωση
- Υπερουριχαιμία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Κεφαλαλγία
- Επιπεφυκίτιδα
- Κερατίτιδα
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Καλπαστικός ρυθμός
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Σκελικός αποκλεισμός
- Μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας
- Δύσπνοια
- Πνευμονικό οίδημα
- Υπεζωκοτικές συλλογές
- Διόγκωση ήπατος
- Ασκίτης
- Οισοφαγίτιδα
- Στοματίτιδα
- Έμετος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Διάβρωση του στοματικού βλεννογόνου
- Στοματική εξέλκωση
- Στοματικό άλγος
- Αίσθημα καύσου του βλεννογόνου
- Στοματική αιμορραγία
- Στοματική μελάγχρωση
- Καρδιοτοξικότητα (ΗΚΓ μεταβολές, αρρυθμία, καρδιομυοπάθεια)
- Θρομβοεμβολή (συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής)
- Ερυθρός χρωματισμός ούρων
- Πρωτεϊνουρία
- Αμηνόρροια
- Αζωοσπερμία
- Μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών
- Χημική κυστίτιδα (ορισμένες φορές αιμορραγική)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκία (στο 60-90% των περιπτώσεων, δοσεξαρτώμενη και αναστρέψιμη)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΕρυθρός χρωματισμός ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΚοκκιοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜυελοκαταστολήΑίμα
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒλεννογονιδίτιδαΓενικές
-
ΣυχνέςΔιάρροια (μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕρύθημα του σημείου έγχυσηςΔέρμα
-
ΣυχνέςΛοιμώξειςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΝαυτία (εμφανίζεται μέσα στις πρώτες 24 ώρες σε όλους σχεδόν τους ασθενείς)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΧημική κυστίτιδα (ορισμένες φορές αιμορραγική)Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣπάνιεςΑζωοσπερμίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑσκίτηςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔιόγκωση ήπατοςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚαλπαστικός ρυθμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚαρδιοτοξικότητα (ΗΚΓ μεταβολές, αρρυθμία, καρδιομυοπάθεια)Καρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΜεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασώνΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΟίδημαΓενικές
-
ΣπάνιεςΟξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμίαΝεοπλάσματα
-
ΣπάνιεςΟξεία μυελογενής λευχαιμία (με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
ΣπάνιεςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
ΣπάνιεςΡίγηΓενικές
-
ΣπάνιεςΣκελικός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΤοπικές ερυθηματώδεις αντιδράσεις κατά μήκος της φλέβαςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥπεζωκοτικές συλλογέςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπερπυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΑίσθημα καύσου του βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΔιάβρωση του στοματικού βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕρύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΘρομβοεμβολή (συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής, μεμονωμένες περιπτώσεις με θανατηφόρο έκβαση)Αγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚερατίτιδαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΜειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίαςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΜεταβολές δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜεταβολές ονύχωνΔέρμα
-
Μη γνωστέςΝέκρωση ιστούΓενικές
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΠρωτεϊνουρία (σε ασθενείς υπό θεραπεία με υψηλή δόση)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΣηπτική καταπληξίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΣτοματική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣτοματική εξέλκωσηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣτοματική μελάγχρωσηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣτοματικό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΤοπική τοξικότηταΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοπικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΥπέρχρωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησία του ακτινοβολημένου δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥποξία ιστώνΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΦλεβοσκλήρυνσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΠροσοχήΗ επιρουβικίνη θα μπορούσε να προκαλέσει χρωμοσωμική βλάβη στα ανθρώπινα σπερματοζωάρια. Άντρες πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέσα αντισύλληψης και να αναζητήσουν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση σπέρματος λόγω της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας. Συνιστάται να μην αποκτήσουν παιδί κατά τη διάρκεια και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια ή πρόωρη εμμηνόπαυση σε γυναίκες στην προεμμηνόπαυση. Άνδρες και γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά από αυτή.
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΟι γυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότητα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης. Πειραματικά δεδομένα σε ζώα υποδηλώνουν ότι η επιρουβικίνη ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη του εμβρύου. Εάν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (κυρίως στο πρώτο τρίμηνο) ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος, πρέπει να πληροφορείται το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο. Τα κυτταροστατικά φάρμακα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο επί αυστηρής ένδειξης και όταν το πιθανό όφελος για τη μητέρα έχει σταθμιστεί κατά των πιθανών κινδύνων. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Η επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η επιρουβικίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα νεογνά, οι μητέρες πρέπει να διακόπτουν το θηλασμό πριν την έναρξη της λήψης του φαρμάκου αυτού.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρή μυελοκαταστολή (κυρίως λευκοπενία και θρομβοπενία)
- γαστρεντερικές τοξικές επιδράσεις (κυρίως βλεννογονίτιδα)
- οξείες καρδιακές επιπλοκές
- λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης εξαρτάται από την ικανότητά της να σχηματίζει σύμπλοκα με το DNA. Πειραματικές μελέτες με καλλιέργειες κυττάρων έδειξαν ότι η επιρουβικίνη διεισδύει γρήγορα στο κύτταρο και ανακτάται στον πυρήνα, όπου αναστέλλει τη σύνθεση του νουκλεϊκού οξέος και τη μίτωση. Η δραστηριότητα της επιρουβικίνης επαληθεύτηκε σε πολλούς πειραματικούς όγκους, μεταξύ των οποίων λευχαιμίες L1210 και P388, σάρκωμα SA 180 (συμπαγής και ασκιτική μορφή), μελάνωμα B16, καρκίνωμα μαστού, καρκίνωμα πνεύμονα του Lewis και καρκίνωμα παχέος εντέρου 38, επιπλέον δείχτηκε δράση επί των ανθρώπινων όγκων που μεταμοσχεύτηκαν σε αθυμικά γυμνά ποντίκια (μελάνωμα και καρκίνωμα μαστού, πνεύμονα, προστάτη και ωοθηκών).
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Ανθρακυκλίνες και συναφείς ουσίες. Κωδικός ATC: L01DB03
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία το επίπεδο της επιρουβικίνης στο πλάσμα πέφτει μετά από ενδοφλέβια ένεση 60-150 mg/m² με τριεκθετικό τρόπο με πολύ ταχεία πρώτη φάση και βραδεία τελική φάση με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 40 ωρών. Οι δόσεις αυτές είναι μεταξύ των ορίων της φαρμακοκινητικής γραμμικότητας που αφορούν τόσο στις τιμές κάθαρσης πλάσματος όσο και στο μεταβολισμό. Οι μελέτες κατανομής σε αρουραίους κατέδειξαν ότι η επιρουβικίνη δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Οι υψηλές τιμές κάθαρσης πλάσματος της επιρουβικίνης (0,9 l/min) και οι μέθοδοι βραδείας απομάκρυνσης καταδεικνύουν μεγάλο όγκο κατανομής.
Βιομετατροπή
Οι πιο σημαντικοί μεταβολίτες που ταυτοποιήθηκαν είναι η epirubicinol (13-OH epirubicin), τα γλυκουρονίδια της επιρουβικίνης και της epirubicinol. Η 4’-O-γλυκουρονιδίωση διαχωρίζει την επιρουβικίνη από τη δοξορουβικίνη και μπορεί να επεξηγήσει την ταχύτερη απομάκρυνση της επιρουβικίνης και τη μειωμένη τοξικότητά της. Τα επίπεδα πλάσματος του πιο σημαντικού μεταβολίτη, της epirubicinol, είναι πάντα χαμηλότερα από αυτά του αναλλοίωτου προϊόντος και πρακτικά κινούνται παράλληλα.
Απέκκριση
Περίπου 9-10% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται μέσω των ούρων μέσα σε 48 ώρες. Η επιρουβικίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω του ήπατος· περίπου 40% της χορηγούμενης δόσης ανακτάται στη χολή μέσα σε 72 ώρες. Η διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας επιφέρει υψηλότερα επίπεδα πλάσματος και απαιτεί μείωση της δόσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης εξαρτάται από την ικανότητά της να σχηματίζει σύμπλοκα με το DNA. Πειραματικές μελέτες με καλλιέργειες κυττάρων έδειξαν ότι η επιρουβικίνη διεισδύει γρήγορα στο κύτταρο και ανακτάται στον πυρήνα,…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Κρεατινίνη ορού · Πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Εργαστηριακές παράμετροι | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Πριν και κατά τη διάρκεια της αρχικής θεραπείας | — |
| Αιματολογικά χαρακτηριστικά (συμπεριλαμβανομένου διαφορικού αριθμού λευκοκυττάρων [WBC]) | more_horizΆλλο / λοιπά | Πριν και κατά τη διάρκεια του κύκλου της θεραπείας | — |
| Καρδιακή αξιολόγηση (ΗΚΓ και MUGA ή ECHO) | more_horizΆλλο / λοιπά | Κατά την έναρξη της θεραπείας | Ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιακή τοξικότητα |
| Καρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ, υπερηχοκαρδιογράφημα ή πυρηνική μέτρηση του κλάσματος εξώθησης μέσω αγγειογραφίας ραδιονουκλεϊδίων) | more_horizΆλλο / λοιπά | Καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Πριν και καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας | — | ||
| Ολική χολερυθρίνη ορού, αλκαλική φωσφατάση, επίπεδα ALT και AST | more_horizΆλλο / λοιπά | Πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Ουρικό οξύ στο αίμα, κάλιο, φωσφορικό ασβέστιο και κρεατινίνη | more_horizΆλλο / λοιπά | Μετά την αρχική θεραπεία | — |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καρδιακή λειτουργία | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Πριν και κατά τη διάρκεια της αρχικής θεραπείας | — |
| Ιδιαιτέρως αυστηρή | Σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές αθροιστικές δόσεις και σε αυτούς με παράγοντες κινδύνου | ||
| Κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Τακτικά κατά τη διάρκεια του κύκλου θεραπείας | Με άμεση διακοπή της επιρουβικίνης μετά τα πρώτα σημεία διαταραγμένης λειτουργίας |
| Επανειλημμένοι προσδιορισμοί | Ιδιαίτερα με υψηλότερες, αθροιστικές δόσεις ανθρακυκλίνης |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής:
- 21 ± 2 L/kg [60 mg/m2 Δοσολογία]
- 27 ± 11 L/kg [75 mg/m2 Δοσολογία]
- 23 ± 7 L/kg [120 mg/m2 Δοσολογία]
- 21 ± 7 L/kg [150 mg/m2 Δοσολογία]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Απομάκρυνση (Clearance):
- 65 +/- 8 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 60 mg/m2]
- 83 +/- 14 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 75 mg/m2]
- 65 +/- 13 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 120 mg/m2]
- 69 +/- 13 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 150 mg/m2]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η επιρουβικίνη είναι ένας αντινεοπλαστικός παράγοντας της κατηγορίας των ανθρακυκλινών. Γενικές ιδιότητες των φαρμάκων αυτής της κατηγορίας περιλαμβάνουν: αλληλεπίδραση με το DNA με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της παρεμβολής (εισχώρηση μεταξύ των ζευγών βάσεων), της θραύσης αλυσίδων DNA και της αναστολής του ενζύμου τοποϊσομεράση II. Οι περισσότερες από αυτές τις ενώσεις έχουν απομονωθεί από φυσικές πηγές και είναι αντιβιοτικά. Ωστόσο, στερούνται της ειδικότητας των αντιμικροβιακών αντιβιοτικών και ως εκ τούτου προκαλούν σημαντική τοξικότητα. Οι ανθρακυκλίνες είναι από τα πιο σημαντικά διαθέσιμα αντικαρκινικά φάρμακα. Η δοξορουβικίνη χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία διαφόρων συμπαγών όγκων, ενώ η δαουνορουβικίνη και η ιδαρουβικίνη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη θεραπεία της λευχαιμίας. Η επιρουβικίνη μπορεί επίσης να αναστέλλει τη δραστηριότητα της πολυμεράσης, να επηρεάζει τη ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης και να προκαλεί βλάβη στο DNA από ελεύθερες ρίζες. Η επιρουβικίνη έχει αντικαρκινική δράση έναντι ενός ευρέος φάσματος όγκων, είτε μοσχευμάτων είτε σποραδικών. Οι ανθρακυκλίνες είναι μη ειδικές ως προς τον κυτταρικό κύκλο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η επιρουβικίνη έχει αντιμιτωτική και κυτταροτοξική δράση. Αναστέλλει τη σύνθεση νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA) και πρωτεϊνών μέσω διαφόρων προτεινόμενων μηχανισμών δράσης:
- Η επιρουβικίνη σχηματίζει συμπλέγματα με το DNA με παρεμβολή μεταξύ των ζευγών βάσεων.
- Αναστέλλει τη δραστηριότητα της τοποϊσομεράσης II σταθεροποιώντας το σύμπλοκο DNA-τοποϊσομεράσης II, εμποδίζοντας την επανασύνδεση που καταλύει η τοποϊσομεράση II.
- Παρεμβαίνει στην αντιγραφή και τη μεταγραφή του DNA αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της DNA ελικάσης.
Η επιρουβικίνη είναι ένας κυτταροτοξικός παράγοντας της κατηγορίας των ανθρακυκλινών. Αν και είναι γνωστό ότι οι ανθρακυκλίνες μπορούν να επηρεάσουν διάφορες βιοχημικές και βιολογικές λειτουργίες εντός των ευκαρυωτικών κυττάρων, οι ακριβείς μηχανισμοί των κυτταροτοξικών και/ή αντι-προοπτικών ιδιοτήτων της επιρουβικίνης δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως.
- Η επιρουβικίνη σχηματίζει ένα σύμπλοκο με το DNA μέσω παρεμβολής των επίπεδων δακτυλίων της μεταξύ των ζευγών βάσεων νουκλεοτιδίων, με συνέπεια την αναστολή της σύνθεσης νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA) και πρωτεϊνών.
- Αυτή η παρεμβολή προκαλεί διάσπαση του DNA από την τοποϊσομεράση II, οδηγώντας σε κυτταρική νέκρωση.
- Η επιρουβικίνη αναστέλλει επίσης τη δραστηριότητα της DNA ελικάσης, εμποδίζοντας την ενζυμική διάσπαση του διπλής έλικας DNA και παρεμβαίνοντας στην αντιγραφή και τη μεταγραφή.
- Η επιρουβικίνη εμπλέκεται επίσης σε αντιδράσεις οξειδοαναγωγής, παράγοντας κυτταροτοξικές ελεύθερες ρίζες.
Η αντι-προοπτική και κυτταροτοξική δράση της επιρουβικίνης θεωρείται ότι οφείλεται σε αυτούς ή άλλους πιθανούς μηχανισμούς.
Η επιρουβικίνη καταπολεμά τον καρκίνο μέσω της αναστολής της τοποϊσομεράσης II, παράγοντας έτσι θραύσεις στην αλυσίδα του DNA που τελικά οδηγούν σε απόπτωση των κυττάρων. Ωστόσο, οι ανθρακυκλίνες παράγουν ελεύθερες ρίζες που μπορεί να εξηγήσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειές τους. Ο δεξραζοξάνης – ένας χηλικός παράγοντας σιδήρου – αποδείχθηκε ότι μειώνει την παραγωγή ελεύθερων ριζών και την καρδιοτοξικότητα των ανθρακυκλινών. Σε αυτή τη μελέτη, αναφέρουμε τις συγκεντρώσεις της κυτταρικής 8-οξο-7,8-διυδρο-2’-δεοξυγουανίνης (8-οξο-dGuo) σε σχέση με τη 2’-δεοξυγουανίνη (dGuo), και τα αποτελέσματα της δοκιμασίας κομήτη από μια μελέτη που περιλάμβανε 20 ασθενείς με καρκίνο που έλαβαν θεραπεία με επιρουβικίνη. Αναφέρονται επίσης οι συγκεντρώσεις βιταμινών Α, Ε, C και καροτενοειδών στο πλάσμα. Όλα τα δεδομένα συλλέχθηκαν πριν και αμέσως μετά την ενδοφλέβια έγχυση επιρουβικίνης. Οι λόγοι 8-οξο-dGuo προς dGuo μετρήθηκαν στο DNA των λευκοκυττάρων με HPLC-coulometry μετά από εκχύλιση NaI των νουκλεϊκών οξέων. Οι βιταμίνες Α και Ε και τα καροτενοειδή μετρήθηκαν με HPLC-spectrophotometry. Η βιταμίνη C μετρήθηκε με HPLC-spectrofluorimetry. Οι διάμεσοι λόγοι 8-οξο-dGuo/dGuo αυξήθηκαν σημαντικά από 0,34 σε 0,48 βλάβες ανά 100.000 βάσεις, ενώ το ποσοστό DNA της ουράς αυξήθηκε από 3,47 σε 3,94 μετά τη χημειοθεραπεία. Οι διάμεσοι λόγοι 8-οξο-dGuo/dGuo και το ποσοστό της ουράς DNA παρέμειναν εντός των φυσιολογικών ορίων. Μόνο η βιταμίνη C μειώθηκε σημαντικά από 55,4 σε 50,3 μM. Οι μειώσεις στις βιταμίνες Α, Ε, λουτεΐνη και ζεαξανθίνη δεν ήταν σημαντικές, αλλά οι συγκεντρώσεις ήταν κάτω από το κατώτατο όριο του φυσιολογικού εύρους τόσο πριν όσο και μετά τη χημειοθεραπεία. Μόνο η συσχέτιση μεταξύ των αποτελεσμάτων της δοκιμασίας κομήτη και των συγκεντρώσεων της βιταμίνης C ήταν σημαντική (rho =-0,517, p = 0,023). Αυτή η μελέτη δείχνει ότι το κυτταρικό DNA υφίσταται βλάβες από τις ελεύθερες ρίζες που παράγονται από την επιρουβικίνη, οι οποίες παράγουν τη μεταλλαξιγόνο τροποποιημένη βάση 8-οξο-dGuo και είναι υπεύθυνες για τις θραύσεις της αλυσίδας. Ωστόσο, οι θραύσεις της αλυσίδας δημιουργούνται όχι μόνο από ελεύθερες ρίζες αλλά και από την αναστολή της τοποϊσομεράσης II. Σε μια προηγούμενη μελέτη, δεν βρήκαμε καμία σημαντική αλλαγή στην απέκκριση 8-οξο-dGuo στα ούρα μετά από θεραπεία με αδριαμυκίνη. Ωστόσο, το 8-οξο-dGuo μπορεί να είχε αυξηθεί στο τέλος της συλλογής ούρων, καθώς η επιδιόρθωση του DNA και η επακόλουθη νεφρική απέκκριση είναι σχετικά αργές διαδικασίες. Σε μια άλλη μελέτη, οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν GC-MS για να ανιχνεύσουν 8-οξο-dGuo στο DNA και δεν βρήκαν καμία αλλαγή μετά από παρατεταμένη έγχυση αδριαμυκίνης. Συζητούνται οι λόγοι για αυτές τις φαινομενικές αποκλίσεις.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- 100% (πιθανώς αναφέρεται σε απορρόφηση ή ολοκλήρωση δράσης, ασαφές από το αρχικό κείμενο).
- Η επιρουβικίνη και οι κύριοι μεταβολίτες της απεκκρίνονται μέσω χοληρικής απέκκρισης και, σε μικρότερο βαθμό, μέσω νεφρικής απέκκρισης.
- Όγκος Κατανομής:
- 21 ± 2 L/kg [Δόση 60 mg/m²]
- 27 ± 11 L/kg [Δόση 75 mg/m²]
- 23 ± 7 L/kg [Δόση 120 mg/m²]
- 21 ± 7 L/kg [Δόση 150 mg/m²]
- Κάθαρση (Clearance):
- 65 +/- 8 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 60 mg/m²]
- 83 +/- 14 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 75 mg/m²]
- 65 +/- 13 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 120 mg/m²]
- 69 +/- 13 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 150 mg/m²]
- Η φαρμακοκινητική στο πλάσμα και στους ιστούς της επιρουβικίνης (II) και της δαουνορουβικίνης (III) μελετήθηκε σε ασθενείς. Τα επίπεδα στο πλάσμα των II και των 13-υδροξυ μεταβολιτών τους προσδιορίστηκαν με LC, όπως και τα επίπεδα στο πλάσμα του III. Συμπεράνθηκε ότι η κινητική του πλάσματος για τα 3 φάρμακα ήταν παρόμοια, και ότι η πρόσληψη από τους ιστούς για τα I (δοξορουβικίνη) και II (επιρουβικίνη) ήταν σχεδόν ίδια. Ο όγκος όγκου συγκέντρωσε τα φάρμακα στον μεγαλύτερο βαθμό, ενώ ο λιπώδης ιστός είχε τις χαμηλότερες συγκεντρώσεις.
- Η παρασκευή και η αξιολόγηση in vitro και in vivo μικροσφαιριδίων αυγού λευκώματος που περιέχουν υδροχλωρική επιρουβικίνη (I) είναι λεπτομερείς. Η φαρμακοκινητική του I μελετήθηκε σε αρουραίους μετά από μεμονωμένες ενδοφλέβιες δόσεις και οι μελέτες αποτελεσματικότητας διεξήχθησαν σε ποντίκια με καρκίνο Ehrlich ascites και σε αρουραίους με καρκίνο Walker. Η κινητική της in vitro απελευθέρωσης του φαρμάκου συμμορφώθηκε εν μέρει με μοντέλο πρώτης τάξης, καθώς και με μοντέλο διάχυσης από μια μήτρα. Η φαρμακοκινητική στον ορό, την καρδιά και τους πνεύμονες αρουραίων θα μπορούσε να περιγραφεί από την εξίσωση του ανοιχτού μοντέλου 2 διαμερισμάτων. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι που υπολογίστηκαν υποδηλώνουν τη δυνατότητα βελτίωσης της επιλεκτικής παγίδευσης του I από τους πνεύμονες. Στις μελέτες αποτελεσματικότητας σε ζώα, το I αύξησε τους χρόνους επιβίωσης σε όλες τις ομάδες που έλαβαν θεραπεία. Συμπεράνθηκε ότι τα δεδομένα υποδηλώνουν τη δυνατότητα στοχεύσεως οργάνων με μικροσφαιρίδια I.
- /ΓΆΛΑ/ Η επιρουβικίνη απεκκρίθηκε στο γάλα αρουραίων που έλαβαν 0,50 mg/kg/ημέρα επιρουβικίνης κατά τις περιγεννητικές και μεταγεννητικές περιόδους. Δεν είναι γνωστό εάν αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η επιρουβικίνη κατανέμεται ταχέως και ευρέως στους ιστούς. Η σύνδεση της επιρουβικίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως την αλβουμίνη, είναι περίπου 77% και δεν επηρεάζεται από τη συγκέντρωση του φαρμάκου. Η επιρουβικίνη φαίνεται επίσης να συγκεντρώνεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια. οι συγκεντρώσεις στο ολικό αίμα είναι περίπου διπλάσιες από αυτές του πλάσματος.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Περίπου 77%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Υποβάλλεται εκτενώς και ταχέως σε μεταβολισμό στο ήπαρ. Η επιρουβικίνη μεταβολίζεται επίσης από άλλα όργανα και κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Οι τέσσερις κύριες μεταβολικές οδοί είναι:
- Αναγωγή της κετο-ομάδας C-13 με τον σχηματισμό του 13(S)-διυδροπαραγώγου, της επιρουβικινολόλης.
- Συζεύξη τόσο του αμετάβλητου φαρμάκου όσο και της επιρουβικινολόλης με γλυκουρονικό οξύ.
- Απώλεια της αμινο-σακχαριτικής μονάδας μέσω υδρολυτικής διαδικασίας με τον σχηματισμό των αγλυκονών της δοξορουβικίνης και της δοξορουβικινολόλης.
- Απώλεια της αμινο-σακχαριτικής μονάδας μέσω μιας οξειδοαναγωγικής διαδικασίας με τον σχηματισμό των αγλυκονών 7-δεοξυ-δοξορουβικίνης και 7-δεοξυ-δοξορουβικινολόλης.
Η επιρουβικινολόλη παρουσιάζει in vitro κυτταροτοξική δράση (~10% της επιρουβικίνης), αλλά είναι απίθανο να φτάσει σε επαρκείς συγκεντρώσεις in vivo για να προκαλέσει κυτταροτοξικά αποτελέσματα. Καμία σημαντική δραστηριότητα ή τοξικότητα δεν έχει αναφερθεί για τους άλλους μεταβολίτες.
Οι μεταβολίτες δευτεροταγούς αλκοόλης έχουν προταθεί ως υπεύθυνοι για τη χρόνια καρδιοτοξικότητα που προκαλείται από τη δοξορουβικίνη (DOX) και άλλες αντικαρκινικές ανθρακυκλίνες. Σε αυτή τη μελέτη, ο ανθρώπινος καρδιακός κυτταρόπλασμα, συμπληρωμένος με NADPH, βρέθηκε να αναγάγει την καρβονυλική ομάδα στην πλευρική αλυσίδα του τετρακυκλικού δακτυλίου της δοξορουβικίνης, παράγοντας τον μεταβολίτη δευτεροταγούς αλκοόλης δοξορουβικινολόλη (DOXol). Παρατηρήθηκε μείωση στο επίπεδο σχηματισμού μεταβολίτη αλκοόλης αντικαθιστώντας τη δοξορουβικίνη με επιρουβικίνη (EPI), ένα λιγότερο καρδιοτοξικό ανάλογο που χαρακτηρίζεται από αξονική προς ισημερινή επιμερίωση της υδροξυλομάδας στο C-4 στην αμινο-σακχαριτική μονάδα που συνδέεται με τον τετρακυκλικό δακτύλιο (δαουνοσαμίνη). Παρόμοια μείωση παρατηρήθηκε αντικαθιστώντας τη δοξορουβικίνη με MEN, μια νέα ανθρακυκλίνη με προκλινικές ενδείξεις μειωμένης καρδιοτοξικότητας. Το MEN χαρακτηρίζεται από την απουσία μεθοξυ-ομάδας στο C-4 στον τετρακυκλικό δακτύλιο και από την παρεμβολή 2,6-διδεοξυ-L-φουκόζης μεταξύ της δαουνοσαμίνης και της αγλυκόνης. Πολλαπλές συγκρίσεις με μεθοξυ- ή 4-δεμεθοξυαγλυκόνες, και διάφορες μονο- ή δι-σακχαριτικές 4-δεμεθοξυανθρακυκλίνες, έδειξαν ότι τόσο η απουσία της μεθοξυ-ομάδας όσο και η παρουσία δι-σακχαριτικής μονάδας περιόρισαν τον σχηματισμό μεταβολίτη αλκοόλης από το MEN. Μελέτες με ενζυματικά παραγόμενες ή καθαρές ανθρακυκλινικές δευτεροταγείς αλκοόλες έδειξαν επίσης ότι η παρουσία δι-σακχαριτικής μονάδας, αλλά όχι η απουσία μεθοξυ-ομάδας, έκανε τον μεταβολίτη του MEN λιγότερο δραστικό με το σύμπλοκο [4Fe-4S] της κυτταροπλασματικής ακονιτάσης, όπως αποδεικνύεται από την περιορισμένη επανα-οξείδωσή του στην μητρική καρβονυλική ανθρακυκλίνη και από μειωμένο επίπεδο απώλειας Fe(II) από το σύμπλοκο. Συνολικά, αυτές οι μελέτες (i) χαρακτηρίζουν τη διαφορετική επίδραση των υποκαταστατών μεθοξυ και σακχάρου στον σχηματισμό και την [4Fe-4S] δραστικότητα των ανθρακυκλινικών δευτεροταγών αλκοολών, (ii) υποστηρίζουν τον ρόλο των μεταβολιτών αλκοόλης στην ανθρακυκλινική-προκαλούμενη καρδιοτοξικότητα, καθώς αποδεικνύουν ότι οι λιγότερο καρδιοτοξικές EPI και MEN 10755 μοιράζονται μια μείωση στο επίπεδο σχηματισμού τέτοιων μεταβολιτών, και (iii) υποδηλώνουν ότι η καρδιοτοξικότητα του MEN μπορεί να μειωθεί περαιτέρω από την μειωμένη [4Fe-4S] δραστικότητα του μεταβολίτη αλκοόλης του.
Πολλά αντινεοπλαστικά φάρμακα βρέθηκαν να έχουν καρκινογόνο, μεταλλαξιγόνο και τερατογόνο δυναμικό. Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να πραγματοποιηθεί κυτταρογενετικός έλεγχος και παρακολούθηση εσωτερικής δόσης του προσωπικού φαρμακείων νοσοκομείων που εμπλέκεται τακτικά στην προετοιμασία κυτταροστατικών παραγόντων, προκειμένου να ελεγχθούν πιθανές γονοτοξικές επιδράσεις που προκαλούνται από κυτταροστατικούς παράγοντες λόγω επαγγελματικής έκθεσης υπό κανονικές συνθήκες εργασίας, και σε περιπτώσεις ακούσιας μόλυνσης. … Μετρήθηκε η πλατίνα στο ολικό αίμα και οι ανθρακυκλίνες στο πλάσμα για την εκτίμηση της εσωτερικής έκθεσης σε κυτταροστατικούς παράγοντες. Το επίπεδο κυτταρογενετικής βλάβης προσδιορίστηκε σε λεμφοκύτταρα περιφερικού αίματος με τη δοκιμασία μικροπυρήνων και τη δοκιμασία ανταλλαγής χρωματίδων. Πραγματοποιήθηκαν πέντε σειρές παρακολούθησης κατά τη διάρκεια 2 ετών. … Δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στις μέσες συχνότητες ανταλλαγών χρωματίδων (SCE) και μικροπυρήνων (MN) μεταξύ των επαγγελματικά εκτεθειμένων υποκειμένων και των μαρτύρων (9,9 +/- 1,4 έναντι 10,1 +/- 1,2 SCEs/κύτταρο και 21,2 +/- 7,2 έναντι 23,3 +/- 7,5 MN/2000 διπύρηνα (BN) κύτταρα, n = 16). Σημαντικές αυξήσεις των SCE ή MN ανιχνεύθηκαν σε επτά από τις 12 περιπτώσεις ακούσιας μόλυνσης στον χώρο εργασίας, ενώ δεν παρατηρήθηκε αύξηση της πλατίνας στο αίμα και των ανθρακυκλινών στο πλάσμα σε αυτά τα υποκείμενα. Δύο περιπτώσεις μη αναφερόμενης μόλυνσης ταυτοποιήθηκαν με τη μέτρηση επιρουβικίνης στο πλάσμα. Το κάπνισμα βρέθηκε να αυξάνει σημαντικά τα SCE. Δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ των ατομικών σκορ SCE και MN. … Τα ευρήματα των συγγραφέων υποστηρίζουν μια παροδική αύξηση των SCE ή MN μετά από σχετική έκθεση σε κυτταροστατικούς παράγοντες σε περιπτώσεις ακούσιας μόλυνσης. Η απουσία σημαντικών διαφορών στα SCE και MN μεταξύ του προσωπικού φαρμακείων νοσοκομείων και των μη εκτεθειμένων μαρτύρων, υποδεικνύει υψηλά πρότυπα ασφάλειας στους αντίστοιχους χώρους εργασίας.
Υπάρχουν ισχυρές in vitro ενδείξεις ότι η αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής της δοξορουβικίνης ή της επιρουβικίνης με βάση αποκλειστικά τη συγκέντρωση στο πλάσμα μπορεί να μην διευκρινίζει πλήρως τις διαφορές μεταξύ των δύο φαρμάκων. Και οι δύο ενώσεις συνδέονται με τα ερυθροκύτταρα και η διαφορετική τους σύνδεση με την αιμοσφαιρίνη μπορεί να επηρεάσει τη διάθεσή τους στον οργανισμό. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η σύγκριση της φαρμακοκινητικής και του μεταβολισμού της δοξορουβικίνης και της επιρουβικίνης με βάση τη συγκέντρωση στο πλάσμα, την ποσότητα που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος και την ταυτόχρονη παρακολούθηση της χολικής και νεφρικής απέκκρισης του αμετάβλητου φαρμάκου και των μεταβολιτών μετά από χορήγηση εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων. Μετρήθηκε επίσης το επίπεδο της Ca2+-ATPase του σαρκοπλασματικού δικτύου στην καρδιά ως βιοδείκτης καρδιοτοξικότητας. Αρσενικοί αρουραίοι Sprague-Dawley έλαβαν θεραπεία σε παράλληλο σχεδιασμό με δοξορουβικίνη ή επιρουβικίνη σε καθεστώς πολλαπλών δόσεων (4 mg kg(-1) την εβδομάδα) ή ως εφάπαξ ένεση (20 mg kg(-1)). Δείγματα αίματος, ούρων και χολής συλλέχθηκαν περιοδικά μετά από κάθε δόση στο καθεστώς πολλαπλών δόσεων και την εφάπαξ ένεση, και στο τέλος κάθε πειράματος αφαιρέθηκαν οι καρδιές. Προσδιορίστηκαν οι συγκεντρώσεις κάθε φαρμάκου σε δείγματα πλάσματος, κύτταρα αίματος, χολής και ούρων, και με ταυτόχρονη προσαρμογή καμπυλών δεδομένων πλάσματος και χολής σύμφωνα με κομπαρτμενταλική ανάλυση, εκτιμήθηκαν οι φαρμακοκινητικές παράμετροι και σταθερές. Η συγκέντρωση του φαρμάκου που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος αναλύθηκε σύμφωνα με μη-κομπαρτμενταλική ανάλυση. Τα δείγματα χολής και ούρων παρείχαν τα in vivo δεδομένα μεταβολισμού. Το επίπεδο της Ca2+-ATPase στην καρδιά, που προσδιορίστηκε με Western blotting, χρησιμοποιήθηκε ως τοξικοδυναμική παράμετρος για συσχέτιση με τα κινητικά δεδομένα. Τα καθεστώτα πολλαπλών δόσεων μείωσαν τη συνολική κάθαρση του πλάσματος και αύξησαν την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου πλάσματος και των δύο φαρμάκων. Επίσης, η περιοχή κάτω από την καμπύλη της δοξορουβικίνης που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος αυξήθηκε με τις εβδομαδιαίες δόσεις, και ο σχετικός μέσος χρόνος διαμονής (MRT) και ο φαινόμενος όγκος κατανομής (Vdss) μειώθηκαν σταθερά. Σε αντίθεση με τη δοξορουβικίνη, ο μέσος χρόνος διαμονής και ο Vdss της επιρουβικίνης αυξήθηκαν σημαντικά. Τα μεταβολικά δεδομένα έδειξαν σημαντικές διαφορές στο επίπεδο των μεταβολιτών αλκοόλης και αγλυκόνης. Η δοξορουβικινολόλη και οι αγλυκόνες της δοξορουβικίνης ήταν σημαντικά μεγαλύτερες από την επιρουβικινολόλη και τις αγλυκόνες της επιρουβικίνης, ενώ η αγλυκόνη της επιρουβικινολόλης ήταν μεγαλύτερη από την αγλυκόνη της δοξορουβικινολόλης. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στα κύτταρα του αίματος συσχετίστηκε γραμμικά με τις αλλαγές στην καθαρή ένταση της Ca2+-ATPase. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης καταδεικνύουν τη σημασία της κινητικής της επιρουβικίνης και της δοξορουβικίνης που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος. Η γραμμική συσχέτιση μεταξύ της μείωσης της καθαρής έντασης του βιοδείκτη με την περιοχή κάτω από την καμπύλη της δοξορουβικίνης που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος επιβεβαιώνει ότι οι διαφορές μεταξύ των δύο ενώσεων σχετίζονται με την αλληλεπίδρασή τους με τα κύτταρα του αίματος. Αυτή η παρατήρηση, μαζί με τις παρατηρούμενες διαφορές στο μεταβολισμό, μπορεί να υπογραμμίσει έναν σημαντικό ρόλο των κυττάρων του αίματος στην κατανομή και το μεταβολισμό της δοξορουβικίνης και της επιρουβικίνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι χρόνοι ημίσειας ζωής για τις φάσεις α, β, και γ είναι περίπου 3 λεπτά, 2,5 ώρες και 33 ώρες, αντίστοιχα.
Η φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης μπορεί να περιγραφεί από ένα μοντέλο 3 διαμερισμάτων, με διάμεσες τιμές χρόνου ημίσειας ζωής 3,2 λεπτά, 1,2 και 32 ώρες για κάθε φάση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH (Φαρμακολογική)
- Χημικές ουσίες, που παράγονται από μικροοργανισμούς, αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία μια ποικιλία ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA (Φαρμακολογική)
- 3Z8479ZZ5X
- EPIRUBICIN
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Τοποϊσομεράσης Ανθρακυκλίνης
- Χημική Δομή [CS] - Ανθρακυκλίνες
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Τοποϊσομεράσης
Η επιρουβικίνη είναι ένας Αναστολέας Τοποϊσομεράσης Ανθρακυκλίνης. Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης είναι ως Αναστολέας Τοποϊσομεράσης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH (Φαρμακολογική)
- Χημικές ουσίες, που παράγονται από μικροοργανισμούς, αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία μια ποικιλία ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.