Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
FARMORUBICIN 10MG/5ML VIAL
Διακοπή
|
10 / VIAL | 7.48 € |
| 10 / VIAL | 10.39 € | |
|
FARMORUBICIN 50MG/25ML VIAL
Διακοπή
|
50 / VIAL | 32.63 € |
| 50 / VIAL | 32.63 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C67 Κακοήθης νεοπλασία της ουροδόχου κύστης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Θηλώδες μεταβατικό κυτταρικό καρκίνωμα της ουροδόχου κύστης · Υποτροπή επιπολής καρκινώματος της ουροδόχου κύστης
-
C50 Κακοήθης νεοπλασία του μαστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνωμα μαστού
-
C16 Κακοήθης νεοπλασία του στομάχου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Γαστρικό καρκίνωμα
-
D09 Καρκίνωμα in situ άλλων και απροσδιόριστων εντοπίσεων
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνωμα in situ
FARMORUBICIN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, Ενδοκυστική
- Χορήγηση: 3-5 λεπτά (ενδοφλέβια), έως 30 λεπτά (ενδοφλέβια έγχυση), κάθε 21 ημέρες (ενδοφλέβια), κάθε 3-4 εβδομάδες (ενδοφλέβια), εβδομαδιαία επί 8 εβδομάδες (ενδοκυστική), 4 φορές εβδομαδιαία ακολουθούμενη από 11 φορές μηνιαία (ενδοκυστική)
- Δόση έναρξης: 60-90 mg/m²
- Τιτλοποίηση: Σε περίπτωση τοξικότητας (ουδετεροπενία, θρομβοπενία) μπορεί να απαιτηθεί τροποποίηση της δόσης ή αναβολή της επόμενης δόσης. Σε τοπική τοξικότητα (χημική κυστίτιδα) κατά την ενδοκυστική χρήση, συνιστάται μείωση της δόσης των 30 mg ανά 50 ml.
-
Ενήλικες (γαστρικό καρκίνωμα - μονοθεραπεία)Δόση60-90 mg/m²Ενδοφλεβίως σε διάστημα 3-5 λεπτών. Ως εφάπαξ δόση ή κατανεμημένη σε 2-3 διαδοχικές ημέρες, επαναλαμβάνεται κάθε 21 ημέρες.
-
Ενήλικες (γαστρικό καρκίνωμα - συνδυαστική χημειοθεραπεία)Δόση50 mg/m²Η δόση μειώνεται ανάλογα όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα αντικαρκινικά προϊόντα.
-
Ενήλικες (καρκίνωμα μαστού - υψηλή δόση μονοθεραπεία)Δόση100-120 mg/m²Ως ταχεία ενδοφλέβια δόση εφόδου σε 3-5 λεπτά ή ως έγχυση έως 30 λεπτά. Για επικουρική θεραπεία σε πρώιμο καρκίνωμα μαστού με θετικούς λεμφαδένες: 100 mg/m² (εφάπαξ δόση την ημέρα 1) έως 120 mg/m² (σε δύο διαιρεμένες δόσεις τις ημέρες 1 και 8) κάθε 3-4 εβδομάδες σε συνδυασμό.
-
Ασθενείς με μειωμένη λειτουργία μυελού των οστώνΔόση60-75 mg/m² (για συνήθη θεραπεία), 105-120 mg/m² (για υψηλή δόση)Λόγω προηγούμενης χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας, λόγω ηλικίας ή νεοπλασματικής διήθησης μυελού των οστών. Μπορεί επίσης να απαιτηθεί αναβολή της επόμενης δόσης.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΣυνιστάται η μείωση της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα.
-
Ασθενείς με επιπολής καρκίνωμα ουροδόχου κύστης (ενδοκυστική)Δόση50 mg/50 mlΕβδομαδιαία πλύση για 8 εβδομάδες. Μείωση δόσης σε 30 mg/50 ml σε τοπική τοξικότητα (χημική κυστίτιδα).
-
Ασθενείς με καρκίνωμα in situ (ενδοκυστική)ΔόσηΈως 80 mg/50 mlΑνάλογα με την ανεκτικότητα του ασθενούς.
-
Προφύλαξη υποτροπής έπειτα από διουρηθρική εκτομή (ενδοκυστική)Δόση50 mg/50 ml4 φορές εβδομαδιαία χορήγηση ακολουθούμενη από 11 φορές μηνιαία ενστάλαξη της ίδιας δόσης.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1) ή άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες
-
Γαλουχία
-
Επίμονη μυελοκαταστολήΠληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
Σοβαρή μυοκαρδιακή ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων ανεπάρκειας καρδιακού μυός 4ου βαθμού, οξείας καρδιακής προσβολής και προηγούμενης καρδιακής προσβολής που οδήγησε σε ανεπάρκεια καρδιακού μυός 3ου και 4ου βαθμού, οξειών φλεγμονωδών καρδιοπαθειών)Πληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίουΠληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
Ασταθής στηθάγχηΠληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
ΜυοκαρδιοπάθειαΠληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
Σοβαρές αρρυθμίεςΠληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
Οξείες συστηματικές λοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς με, για ενδοφλέβια χρήση
-
Προηγούμενες θεραπείες με μέγιστες αθροιστικές δόσεις υδροχλωρικής επιρουβικίνης και/ή άλλων ανθρακυκλινών και ανθρακενοδιονών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Πληθυσμόςγια ενδοφλέβια χρήση
-
ΟυρολοιμώξειςΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
-
Φλεγμονή της ουροδόχου κύστηςΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
-
ΑιματουρίαΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
-
Διηθητικοί όγκοι που έχουν διεισδύσει στην ουροδόχο κύστηΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
-
Προβλήματα καθετηριασμούΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
-
Μεγάλος όγκος υπολειπόμενων ούρωνΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
-
Συσπάσεις της ουροδόχου κύστηςΠληθυσμόςγια ενδοκυστική χρήση
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΓενικάΧορήγηση μόνο υπό την επίβλεψη ειδικευμένων ιατρών με εμπειρία στη χρήση κυτταροτοξικής θεραπείας.
-
Οδός χορήγησηςΑντενδεικνύεταιΝα μην χορηγείται υποδορίως ή ενδομυϊκώς.
-
Οδός χορήγησης (Συνεχής έγχυση)Με προσοχήΚατά προτίμηση μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα.
-
Προηγούμενη τοξικότηταΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με οξείες τοξικότητες από προηγούμενη κυτταροτοξική θεραπείαΝα έχουν αναρρώσει πριν την έναρξη της θεραπείας με επιρουβικίνη.
-
Υψηλές δόσειςΜε προσοχήΙδιαίτερη προσοχή για πιθανές κλινικές επιπλοκές λόγω έντονης μυελοκαταστολής.
-
Καρδιακή λειτουργίαΜε προσοχήΆμεση διακοπή της επιρουβικίνης μετά τα πρώτα σημεία διαταραγμένης λειτουργίας.
-
Αθροιστική δόσηΜε προσοχήΝα υπερβαίνεται μόνο με εξαιρετική προσοχή την αθροιστική δόση των 900 mg/m2 (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Παράγοντες κινδύνου καρδιακής τοξικότηταςΜε προσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΠροσοχή σε ασθενείς με ενεργή ή ανενεργή καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη/ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωρακίου/περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες/ανθρακενοδιόνες, ταυτόχρονη χρήση καρδιοτοξικών φαρμάκων (π.χ. τραστουζουμάμπη) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Συνδυασμός με τραστουζουμάμπηΑντενδεικνύεταιΝα μην χρησιμοποιείται σε συνδυασμό, εκτός από καλά ελεγχόμενο περιβάλλον κλινικής δοκιμής με καρδιακή παρακολούθηση.
-
Χορήγηση ανθρακυκλινών μετά τραστουζουμάμπηΜε προσοχήΝα αποφεύγεται για έως και 7 μήνες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης. Εάν χρησιμοποιηθούν, καρδιακή λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
-
Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με συνδυασμό τραστουζουμάμπης/επιρουβικίνηςΑντιμετώπιση με συνήθη φαρμακευτική αγωγή.
-
Εμβρυϊκή/Νεογνική καρδιοτοξικότηταΜε προσοχήΠληθυσμόςΈμβρυα/ΝεογνάΚίνδυνος καρδιοτοξικών συμβαμάτων μετά από ενδομήτρια έκθεση (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
Αθροιστική τοξικότηταΜε προσοχήΠιθανή αθροιστική τοξικότητα με άλλες ανθρακυκλίνες/ανθρακενοδιόνες.
-
Σοβαρή μυελοκαταστολήΥψηλόςΚλινικές επιπτώσεις περιλαμβάνουν πυρετό, λοίμωξη, σήψη/σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία ιστών, ή θάνατο.
-
Δευτερογενής λευχαιμίαΥψηλόςΚίνδυνος εμφάνισης δευτερογενούς λευχαιμίας, ειδικά σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες. Λανθάνουσα περίοδος 1 έως 3 ετών (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
ΓαστρεντερικόΕίναι εμετογόνος.
-
Βλεννογονίτιδα/ΣτοματίτιδαΜε προσοχήΜπορεί να εξελιχθεί σε εξελκώσεις του βλεννογόνου.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένη χολερυθρίνη ή ASTΣυνιστώνται χαμηλότερες δόσεις λόγω πιο αργής κάθαρσης και αυξημένης τοξικότητας (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδεικνύεταιΔεν πρέπει να λαμβάνουν επιρουβικίνη (βλ. Αντενδείξεις).
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κρεατινίνη ορού > 5 mg/dLΑπαραίτητη προσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Δοσολογία).
-
ΦλεβοσκλήρυνσηΜε προσοχήΕνδέχεται να προκληθεί από ένεση σε μικρό αγγείο ή επανειλημμένες ενέσεις στην ίδια φλέβα.
-
Φλεβίτιδα/ΘρομβοφλεβίτιδαΜε προσοχήΕλαχιστοποίηση κινδύνου με συνιστώμενες διαδικασίες χορήγησης (βλ. Δοσολογία).
-
ΕξαγγείωσηΥψηλόςΚίνδυνος τοπικού άλγους, σοβαρών αλλοιώσεων των ιστών (σχηματισμός φλυκταινών, σοβαρή κυτταρίτιδα) και νέκρωσης. Άμεση διακοπή της έγχυσης σε περίπτωση συμπτωμάτων.
-
ΕξαγγείωσηΜε προσοχήΜπορεί να αποφευχθεί/μειωθεί με άμεση χρήση δεξραζοξάνης.
-
ΕξαγγείωσηΤο άλγος μπορεί να ανακουφιστεί με ψύξη της περιοχής, υαλουρονικό οξύ και DMSO.
-
ΕξαγγείωσηΜε προσοχήΠροσεκτική παρακολούθηση για νέκρωση, πιθανή εκτομή από πλαστικό χειρουργό.
-
Θρομβοφλεβίτιδα και θρομβοεμβολικά φαινόμεναΥψηλόςΚίνδυνος θρομβοφλεβίτιδας και θρομβοεμβολικών φαινομένων, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής (ενίοτε θανατηφόρα).
-
Σύνδρομο Λύσης ΌγκουΜε προσοχήΚίνδυνος υπεουριχαιμίας. Ενυδάτωση, αλκαλοποίηση ούρων και αλλοπουρινόλη μπορούν να ελαχιστοποιήσουν επιπλοκές.
-
Εμβολιασμός με ζώντα εμβόλιαΑντενδεικνύεταιΠληθυσμόςΑνοσοκατεσταλμένοι ασθενείςΠρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν επιρουβικίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Εμβολιασμός με θανατωμένα/ανενεργά εμβόλιαΜε προσοχήΗ ανταπόκριση ενδέχεται να είναι μειωμένη.
-
ΓονοτοξικότηταΥψηλόςΜπορεί να προκαλέσει γονοτοξικότητα.
-
ΑντισύλληψηΜε προσοχήΠληθυσμόςΆνδρες και γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπείαΠρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέσα.
-
Επιθυμία τεκνοποίησηςΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά μετά τη θεραπείαΠρέπει να λαμβάνουν γενετική συμβουλευτική (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
Ενδοκυστική χορήγηση - Χημική κυστίτιδαΥψηλόςΜπορεί να προκαλέσει συμπτώματα χημικής κυστίτιδας (δυσουρία, πολυουρία, νυκτουρία, στραγγουρία, αιματουρία, ενόχληση στην ουροδόχο κύστη, νέκρωση του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης) και συστολή ουροδόχου κύστης.
-
Ενδοκυστική χορήγηση - Προβλήματα καθετηριασμούΜε προσοχήΙδιαίτερη προσοχή για προβλήματα καθετηριασμού (π.χ. ουρική απόφραξη λόγω συμπαγών ενδοκυστικών όγκων).
-
Ενδοαρτηριακή χορήγησηΥψηλόςΕνδέχεται να προκαλέσει γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη, στένωση των χοληφόρων πόρων και εκτεταμένη νέκρωση της αιμάτωσης του ιστού.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα κυτταροτοξικά φάρμακαπροσοχήΠρόσθετη τοξικότητα (ιδίως μυελοκαταστολή και γαστρεντερικές επιδράσεις)
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότηταςΣύστασηΠαρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας
-
Ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωρακίουπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότηταςΣύστασηΠαρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας
-
Καρδιοδραστικές ενώσεις (π.χ. αποκλειστές διαύλων ασβεστίου)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότηταςΣύστασηΠαρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότητας. Η τραστουζουμάμπη μπορεί να παραμείνει στην κυκλοφορία για έως και 7 μήνες.ΣύστασηΑποφυγή θεραπείας με ανθρακυκλίνες για έως και 7 μήνες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης. Εάν οι ανθρακυκλίνες χρησιμοποιηθούν νωρίτερα, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας.
-
Εμβόλια ζώντων ιώναντένδειξηΚίνδυνος λοίμωξηςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται ο εμβολιασμός.
-
Εμβόλια θανατωμένων ή ανενεργών ιώνπαρακολούθησηΜειωμένη ανταπόκριση στο εμβόλιο
-
Σιμετιδίνη (400 mg δύο φορές ημερησίως)προσοχήΑύξηση 50% στην AUC της επιρουβικίνης και 41% στην AUC της επιρουβικινόληςΣύστασηΗ σιμετιδίνη θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη.
-
Πακλιταξέλη (χορηγούμενη πριν από την επιρουβικίνη)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις αμετάβλητης επιρουβικίνης και μεταβολιτών στο πλάσμα, μεγαλύτερη αιματολογική τοξικότηταΣύστασηΗ έγχυση επιρουβικίνης και πακλιταξέλης πρέπει να πραγματοποιείται με διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ των δύο παραγόντων.
-
ΔεξβεραπαμίληπροσοχήΜεταβολή της φαρμακοκινητικής της επιρουβικίνης, ενδεχομένως αύξηση των κατασταλτικών επιδράσεων επί του μυελού των οστών
-
Ντοσεταξέλη (χορηγούμενη αμέσως μετά την επιρουβικίνη)παρακολούθησηΑύξηση των συγκεντρώσεων των μεταβολιτών της επιρουβικίνης στο πλάσμα
-
παρακολούθησηΕπιτάχυνση της αρχικής κατανομής της επιρουβικίνης από το αίμα στους ιστούς και επηρεασμός της κατανομής στα ερυθροκύτταρα
-
Ιντερφερόνη α2bπαρακολούθησηΜείωση του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής και της συνολικής κάθαρσης της επιρουβικίνης
-
Φάρμακα που επηρεάζουν το μυελό των οστών (π.χ. κυτταροστατικοί παράγοντες, σουλφοναμίδιο, χλωραμφενικόλη, διφαινυλυδαντοΐνη, παράγωγα αμιδοπυρίνης, αντιρετροϊκοί παράγοντες)προσοχήΠιθανότητα αξιοσημείωτης διαταραχής της αιματοποίησης
-
προσοχήΑύξηση της μυελοκαταστολής
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Σηψαιμία
- Πνευμονία
- Σηπτική καταπληξία
- Κυτταρίτιδα
- Βακτηριακή κυστίτιδα
- Επιπεφυκίτιδα
- Κερατίτιδα
- Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία
- Οξεία μυελογενής λευχαιμία
- Αιμορραγία λόγω μυελοκαταστολής
- Μυελοκαταστολή
- Μυελοκαταστολή (λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία και ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοπενία και εμπύρετη ουδετεροπενία)
- Υποξία ιστών
- Πνευμονική εμβολή
- Αναφυλαξία
- Ανορεξία
- Αφυδάτωση
- Υπερουριχαιμία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Κεφαλαλγία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (δύσπνοια, οίδημα, ηπατομεγαλία, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα, πλευριτικές συλλογές, καλπαστικός ρυθμός)
- Καρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ ανωμαλίες, αρρυθμίες, μυοκαρδιοπάθεια)
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Σκελικός αποκλεισμός
- Μειωμένο κλάσμα εξώθησης
- Έξαψη
- Φλεβίτιδα
- Αιμορραγία
- Ερυθρίαση
- Εμβολή
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Καταπληξία
- Αρτηριακή εμβολή
- Ναυτία
- Έμετος
- Στοματίτιδα
- Βλεννογονίτιδα
- Διάρροια
- Γαστρεντερικό άλγος
- Οισοφαγίτιδα
- Γαστρεντερικό έλκος
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Κοιλιακή δυσφορία
- Διάβρωση του στοματικού βλεννογόνου
- Εξέλκωση στόματος
- Στοματικό άλγος
- Αίσθημα καύσου του βλεννογόνου
- Γαστρεντερική διάβρωση
- Αιμορραγία στόματος
- Μελάγχρωση στόματος
- Αλωπεκία
- Διαταραχή δέρματος
- Κνίδωση
- Ερύθημα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Ερύθημα στη θέση έγχυσης
- Τοξικότητα στο δέρμα
- Εξάνθημα/κνησμός
- Χρώση ονύχων
- Υπέρχρωση του δέρματος
- Χρωματουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Συχνοουρία
- Χημική κυστίτιδα
- Αίσθημα καύσου (ενδοκυστική χορήγηση)
- Αμηνόρροια
- Αζωοσπερμία
- Αίσθημα κακουχίας
- Πυρεξία
- Ρίγη
- Εξασθένιση
- Υπερπυρεξία
- Τοπικό άλγος
- Νέκρωση ιστού
- Φλεβοσκλήρυνση
- Μη φυσιολογικά επίπεδα τρανσαμινασών
- Υπερευαισθησία στο ακτινοβολημένο δέρμα (αναμνηστική αντίδραση σε ακτινοβολία)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ συχνέςΒλεννογονίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΚαρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ ανωμαλίες, αρρυθμίες, μυοκαρδιοπάθεια)Καρδιακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚερατίτιδαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜη φυσιολογικά επίπεδα τρανσαμινασώνΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΜυελοκαταστολή (λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία και ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοπενία και εμπύρετη ουδετεροπενία)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΤοξικότητα στο δέρμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΧημική κυστίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΧρωματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑίσθημα καύσου (ενδοκυστική χορήγηση)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΓαστρεντερική διάβρωσηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξάνθημα/κνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕρυθρίασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕρύθημα στη θέση έγχυσηςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΜειωμένο κλάσμα εξώθησηςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΣκελικός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (δύσπνοια, οίδημα, ηπατομεγαλία, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα, πλευριτικές συλλογές, καλπαστικός ρυθμός)Καρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣυχνοουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΥπέρχρωση του δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΧρώση ονύχωνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑρτηριακή εμβολήΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΒακτηριακή κυστίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβολήΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΟξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμίαΝεοπλάσματα
-
Όχι συχνέςΟξεία μυελογενής λευχαιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΑζωοσπερμίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπερπυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΑίσθημα καύσου του βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία λόγω μυελοκαταστολήςΑίμα
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία στόματοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιάβρωση του στοματικού βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕξέλκωση στόματοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΜελάγχρωση στόματοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΜυελοκαταστολήΑίμα
-
Μη γνωστέςΝέκρωση ιστούΓενικές
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΣηπτική καταπληξίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΣτοματικό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΤοπικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησία στο ακτινοβολημένο δέρμα (αναμνηστική αντίδραση σε ακτινοβολία)Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Μη γνωστέςΥποξία ιστώνΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΦλεβοσκλήρυνσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΥπάρχει περιορισμένος αριθμός δεδομένων από τη χρήση της επιρουβικίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Epirubicin Hydrochloride/Επιρουβικίνη 2 mg/ml δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός και αν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με επιρουβικίνη. Αποφύγετε τη χρήση της επιρουβικίνης κατά τη διάρκεια του 1ου τριμήνου. Τα διαθέσιμα δεδομένα για τον άνθρωπο δεν τεκμηριώνουν την παρουσία ή την απουσία μειζόνων γενετικών ανωμαλιών και αποβολών που σχετίζονται με τη χρήση της επιρουβικίνης κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου. Έχουν υπάρξει σποραδικές αναφορές εμβρυϊκής ή/και νεογνικής παροδικής κοιλιακής υποκινησίας, παροδικής αύξησης των καρδιακών ενζύμων, και εμβρυϊκού θανάτου από υποψία καρδιοτοξικότητας που προκαλείται από ανθρακυκλίνες μετά από έκθεση στη μήτρα σε επιρουβικίνη στο 2ο και/ή 3ο τρίμηνο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Παρακολουθήστε το έμβρυο και/ή το νεογνό για καρδιοτοξικότητα και πραγματοποιήστε δοκιμασίες σύμφωνα με τα πρότυπα περίθαλψης.
-
ΘηλασμόςΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η επιρουβικίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω του ότι πολλά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων άλλων ανθρακυκλινών, απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα και λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη από την επιρουβικίνη, οι θηλάζουσες γυναίκες θα πρέπει να συμβουλεύονται να μη θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη και για τουλάχιστον 7 ημέρες μετά τη τελευταία δόση.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΗ επιρουβικίνη θα μπορούσε να προκαλέσει χρωμοσωμική βλάβη στα ανθρώπινα σπερματοζωάρια. Οι άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη θα πρέπει να αναζητήσουν συμβουλές για τη διατήρηση σπέρματος εξαιτίας της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας που προκαλείται από τη θεραπεία. Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια ή πρόωρη εμμηνόπαυση σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκεςΑποφεύγεταιΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται ώστε να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 6,5 μήνες μετά την τελευταία δόση. Άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη θα πρέπει να συμβουλεύονται ώστε να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 3,5 μήνες μετά την τελευταία δόση.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρή μυελοκαταστολή
- λευκοπενία
- θρομβοπενία
- γαστρεντερικές τοξικές επιδράσεις
- βλεννογονίτιδα
- οξείες καρδιακές επιπλοκές
- λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Ανθρακυκλίνες και συναφείς ουσίες. Κωδικός ATC: L01DB03.
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης εξαρτάται από την ικανότητά της να σχηματίζει σύμπλοκα με το DNA. Πειραματικές μελέτες με καλλιέργειες κυττάρων έδειξαν ότι η επιρουβικίνη διεισδύει ταχέως στο κύτταρο και ανακτάται στον πυρήνα, όπου αναστέλλει τη σύνθεση του νουκλεϊκού οξέος και τη μίτωση. Η δραστηριότητα της επιρουβικίνης τεκμηριώθηκε σε πολλούς πειραματικούς όγκους, μεταξύ των οποίων λευχαιμίες L1210 και P388, σάρκωμα SA 180 (συμπαγής και ασκιτική μορφή), μελάνωμα B16, καρκίνωμα μαστού, καρκίνωμα πνεύμονα του Lewis και καρκίνωμα παχέος εντέρου 38, επιπλέον δείχθηκε δράση επί των ανθρώπινων όγκων που μεταμοσχεύθηκαν σε αθυμικά γυμνά ποντίκια (μελάνωμα και καρκίνωμα μαστού, πνεύμονα, προστάτη και ωοθηκών).
Σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία, τα επίπεδα της επιρουβικίνης στο πλάσμα πέφτουν μετά από ενδοφλέβια ένεση 60-150 mg/m² υδροχλωρικής επιρουβικίνης με τριεκθετικό τρόπο με πολύ ταχεία πρώτη φάση και βραδεία τελική φάση με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 40 ώρες. Οι δόσεις αυτές εμπίπτουν εντός των ορίων της φαρμακοκινητικής γραμμικότητας τόσο όσον αφορά στις τιμές κάθαρσης πλάσματος όσο και στο μεταβολισμό. Οι μελέτες κατανομής σε αρουραίους κατέδειξαν ότι η επιρουβικίνη δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Οι υψηλές τιμές κάθαρσης πλάσματος της επιρουβικίνης (0,9 l/min) και οι μέθοδοι βραδείας αποβολής καταδεικνύουν μεγάλο όγκο κατανομής.
Βιομετασχηματισμός
Οι πιο σημαντικοί μεταβολίτες που ταυτοποιήθηκαν είναι η επιρουβικινόλη (13-OH επιρουβικίνη), τα γλυκουρονίδια της επιρουβικίνης και της επιρουβικινόλης. Η 4’-O- γλυκουρονιδίωση διαχωρίζει την επιρουβικίνη από τη δοξορουβικίνη και μπορεί να επεξηγήσει την ταχύτερη αποβολή της επιρουβικίνης και τη μειωμένη τοξικότητά της. Τα επίπεδα πλάσματος του πιο σημαντικού μεταβολίτη, της επιρουβικινόλης, είναι πάντα χαμηλότερα από αυτά του αμετάβλητου προϊόντος και πρακτικά κινούνται παράλληλα.
Αποβολή
Περίπου 9-10% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται μέσω των ούρων εντός 48 ωρών. Η επιρουβικίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω του ήπατος˙ περίπου 40% της χορηγούμενης δόσης ανακτάται στη χολή εντός 72 ωρών. Η διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας προκαλεί υψηλότερα επίπεδα πλάσματος και απαιτεί μείωση της δόσης.