HYDROXYZINE
Υδροξυζίνη
Tα αντιισταμινικά ανταγωνίζονται, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τις περισσότερες από τις δράσεις της ισταμίνης καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς της. Oι τελευταίοι διακρίνονται σε H1, H2 και H3. Oι H2 σχετίζονται στενά με την γαστρική έκκριση (βλ. 1.1). Oι H3 ευρίσκονται στον εγκέφαλο. Έτσι …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ATARAX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Δόση έναρξης: 25mg
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται μέσα στα συνιστώμενα όρια δόσεων, ανάλογα με την απάντηση του ασθενούς στην θεραπεία. Στους ηλικιωμένους συνιστάται έναρξη της θεραπείας με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, λόγω παρατεταμένης δράσης. Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία συνιστάται η ελάττωση της ημερήσιας δόσεις κατά 33%. Η δοσολογία πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά νεφρική ανεπάρκεια.
-
Ενήλικες (για βραχυχρόνια συμπτωματική αντιμετώπιση αγχωδών εκδηλώσεων)Δόση50mg ημερησίως διηρημένα σε τρεις μεμονωμένες χορηγήσεις των 12,5-12,5-25mg
-
Ενήλικες (για συμπτωματική αντιμετώπιση κνησμού)Δόση25mg πριν από την ανάπαυσηΜέγ. δόση25mg, 3-4 φορές ημερησίωςΔόση έναρξης
-
Ενήλικες (ως ηρεμιστικό κατά την προεγχειρητική αγωγή)Δόση50-100mg ημερησίως σε 1 έως 2 χορηγήσειςΕφάπαξ χορήγηση 1 ώρα πριν από την επέμβαση. Μπορεί να προηγηθεί μία χορήγηση το βράδυ πριν από τη χορήγηση αναισθησίας.
-
Ενήλικες και παιδιά σωματικού βάρους άνω των 40 kgΜέγ. δόση100 mg ημερησίως
-
Παιδιά (από 12 μηνών)Δόση1mg/kg σ.β. ημερησίωςΜέγ. δόση2mg/kg σ.β. ημερησίως σε διηρημένες δόσειςΑυξανόμενο αν είναι απαραίτητο
-
Παιδιά (ως ηρεμιστικό κατά την προεγχειρητική αγωγή)Δόση1mg/kg σ.β. μία ώρα πριν από την επέμβασηΕφάπαξ χορήγηση. Μπορεί να προηγηθεί χορήγηση 1mg/kg σ.β. τη νύχτα πριν από τη χορήγηση αναισθησίας.
-
Παιδιά σωματικού βάρους έως και 40 kgΜέγ. δόση2 mg/kg ημερησίως
-
Παιδιά σωματικού βάρους άνω των 40 kgΜέγ. δόση100 mg ημερησίως
-
ΗλικιωμένοιΈναρξη θεραπείας με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, λόγω παρατεταμένης δράσης. Μέγιστη ημερήσια δόση 50 mg.
-
Ασθενείς με μέτρια έως βαριά νεφρική ανεπάρκειαΗ δοσολογία πρέπει να ελαττώνεται, λόγω μειωμένης αποβολής του μεταβολίτου σετιριζίνη.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται η ελάττωση της ημερήσιας δόσης κατά 33%.
block
SPC-ATARAX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Ιστορικό υπερευαισθησίας στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα, στη σετιριζίνη, σε άλλα παράγωγα της πιπεραζίνης, στην αμινοφυλλίνη ή την αιθυλενοδιαμίνη.
-
Ασθενείς που πάσχουν από πορφυρία.
-
Ασθενείς με γνωστή επίκτητη ή συγγενή παράταση του διαστήματος QT.
-
Ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT, περιλαμβανομένης γνωστής καρδιαγγειακής νόσου, σημαντικής διαταραχής του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία), οικογενειακού ιστορικού αιφνίδιου καρδιακού θανάτου, σημαντικής βραδυκαρδίας και ταυτόχρονης χρήσης φαρμάκων που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT και/ή επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de Pointes)ΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT
-
Κύησηκαι γαλουχία
warning
SPC-ATARAX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΓενικάΧορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με οργανική βλάβη του εγκεφάλου, αυξημένη πιθανότητα για σπασμούς ή επιληψία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςπαιδιάΕίναι πιθανότερο να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες από το ΚΝΣ. Σπασμοί έχουν αναφερθεί συχνότερα σε παιδιά παρά σε ενηλίκους.
-
Αντιχολινεργικές ιδιότητεςΗ υδροξυζίνη χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτου, επίσχεση ούρων, μειωμένη κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνος, βαρειά μυασθένεια ή άνοια.
-
Αλληλεπίδραση με άλλα φάρμακαΑπαιτείται τροποποίηση της δόσης σε σύγχρονη χορήγηση της υδροξυζίνης με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ ή αντιχολινεργικά φάρμακα (βλέπε παραγράφους 4.5).
-
Αλληλεπίδραση με αλκοόλΗ σύγχρονη κατανάλωση οινοπνεύματος και υδροξυζίνης πρέπει να αποφεύγεται (βλέπε παράγραφο 4.5).
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςΗ υδροξυζίνη έχει συσχετιστεί με παράταση του διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα. Κατά τη μετεγκριτική παρακολούθηση, έχουν υπάρξει περιστατικά παράτασης του διαστήματος QT και κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsade de pointes) σε ασθενείς που λάμβαναν υδροξυζίνη. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ασθενείς είχαν άλλους παράγοντες κινδύνου, διαταραχές των ηλεκτρολυτών και λάμβαναν ταυτόχρονα θεραπεία η οποία ενδέχεται να έχει συνεισφέρει (βλέπε παράγραφο 4.8). Η υδροξυζίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και για το μικρότερο δυνατό διάστημα. Η θεραπεία με υδροξυζίνη θα πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα που ενδέχεται να συσχετίζονται με καρδιακή αρρυθμία και οι ασθενείς θα πρέπει να αναζητούν αμέσως ιατρική φροντίδα. Στους ασθενείς θα πρέπει να δίδεται η οδηγία να αναφέρουν αμέσως οποιαδήποτε καρδιακά συμπτώματα.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςΗ υδροξυζίνη δεν συνιστάται λόγω της μειωμένης αποβολής της υδροξυζίνης σε αυτόν τον πληθυσμό σε σύγκριση με τους ενήλικες και του μεγαλύτερου κινδύνου εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. αντιχολινεργικές ανεπιθύμητες ενέργειες) (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.8).
-
Ηπατική και νεφρική δυσλειτουργίαΣε ασθενείς με δυσλειτουργία του ήπατος ή με μέτρια έως βαριά νεφρική ανεπάρκεια συνιστάται ελάττωση της δόσης (βλέπε παράγραφο 4.2).
-
ΈκδοχαΤα δισκία περιλαμβάνουν λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης - γαλακτόζης δεν πρέπει να παίρνουν το φάρμακο αυτό. Το πόσιμο διάλυμα περιέχει 0,75 g σακχαρόζης ανά ml. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης - γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης - ισομαλτάσης δεν πρέπει να παίρνουν το φάρμακο αυτό. Σε δόση άνω των 6,5 ml του πόσιμου διαλύματος, σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε σακχαρόζη. Η σακχαρόζη μπορεί να είναι επιβλαβής για τα δόντια. Το πόσιμο διάλυμα περιέχει μικρές ποσότητες (0,1% όγκους) αιθανόλης (αλκοόλης). Η συγκέντρωση αλκοόλης μετά τη χορήγηση 100 ml πόσιμου διαλύματος (που ισοδυναμεί με 200 mg υδροξυζίνης) ανέρχεται στα 100 mg, που ισοδυναμούν με 2 ml μπύρας ή 1 ml κρασιού. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που υποφέρουν από αλκοολισμό, σε εγκύους γυναίκες ή γυναίκες που θηλάζουν, σε παιδιά και σε ομάδες υψηλού κινδύνου όπως ασθενείς με ηπατοπάθειες ή επιληψία.
swap_horiz
SPC-ATARAX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κατασταλτικά του ΚΝΣ και αντιχολινεργικάΕνισχύεται η δράση τους.ΣύστασηΕξατομίκευση και προσαρμογή της δοσολογίας.
-
ΟινόπνευμαΕνισχύει τη δράση της υδροξυζίνης.
-
Βήτα-ιστίνη και αναστολείς της χολινεστεράσηςΗ υδροξυζίνη ανταγωνίζεται τη δράση τους.ΣύστασηΔιακοπή της θεραπείας τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από τις διαγνωστικές δοκιμασίες για αλλεργία και την πρόκληση βρογχοσπάσμου με μεταχολίνη.
-
Αναστολείς της μονοαμινο-οξειδάσηςΑλληλεπίδραση.ΣύστασηΑποφεύγεται.
-
ΑδρεναλίνηΗ υδροξυζίνη εμποδίζει την αύξηση της αρτηριακής πίεσης που προκαλείται από την αδρεναλίνη.
-
Στους αρουραίους ανταγωνίζεται την αντισπασμωδική δράση.
-
Σιμετιδίνη (600mg x 2 ημερησίως)Αύξηση των συγκεντρώσεων υδροξυζίνης στον ορό κατά 36%, ελάττωση κατά 20% των μέγιστων συγκεντρώσεων σετιριζίνης.
-
Υποστρώματα του CYP2D6Σε μεγάλες δόσεις, η υδροξυζίνη (αναστολέας του CYP2D6) μπορεί να προκαλέσει αλληλεπιδράσεις.
-
Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT και/ή επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de Pointes)Αυξημένος κίνδυνος καρδιακής αρρυθμίας.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
Φάρμακα που επάγουν βραδυκαρδία και υποκαλιαιμίαΑπαιτείται προσοχή.
-
Ισχυροί αναστολείς αλκοολικής αφυδρογονάσης και CYP3A4/5Αναμένεται αύξηση των συγκεντρώσεων υδροξυζίνης στο αίμα.
-
Ισχυροί αναστολείς ηπατικών ενζύμωνΑναμένεται αύξηση των συγκεντρώσεων υδροξυζίνης στο αίμα.
sick
SPC-ATARAX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- υπερευαισθησία
- αναφυλακτικό σόκ
- διέγερση
- σύγχυση
- αποπροσανατολισμός
- ψευδαισθήσεις
- καταστολή
- ζάλη
- αϋπνία
- τρόμος
- σπασμός
- δυσκινησία
- διαταραχές προσαρμογής
- θάμβος οράσεως
- Κοιλιακές αρρυθμίες (π.χ. κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου)
- παράταση του διαστήματος QT
- υπόταση
- βρογχόσπασμος
- ναυτία
- δυσκοιλιότητα
- έμετος
- μη φυσιολογικές ηπατικές δοκιμασίες
- ηπατίτιδα
- κνησμός
- ερυθηματώδες εξάνθημα ή κηλιδο-βλατιδώδες εξάνθημα
- κνίδωση
- δερματίτις
- σύνδρομο Stevens-Johnson
- πολύμορφο ερύθημα
- οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- αγγειονευρωτικό οίδημα
- τοπικό φαρμακευτικό εξάνθημα
- αυξημένη εφίδρωση
- κατακράτηση ούρων
- κακουχία
- πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
13,74%Υπνηλία
-
1,63%Κεφαλαλγία
-
1,36%Κόπωση
-
1,22%Ξηροστομία
-
ΣπάνιαΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιαΑναφυλακτικό σόκΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚαταστολήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣπασμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔυσκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές προσαρμογήςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚοιλιακές αρρυθμίες (π.χ. κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου), παράταση του διαστήματος QTΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιαΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιαΒρογχόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνήΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιαΜη φυσιολογικές ηπατικές δοκιμασίεςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι γνωστήΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕρυθηματώδες εξάνθημα ή κηλιδο-βλατιδώδες εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΔερματίτιςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΤοπικό φαρμακευτικό εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη εφίδρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιαΚατακράτηση ούρωνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΚακουχίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-ATARAX
Κύηση / γαλουχία
expand_more
Κύηση / γαλουχία
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ATARAX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Κωδικός ATC N05BB01 Η υδροξυζίνη είναι ένας αγχολυτικός παράγοντας. To δραστικό συστατικό του, η διυδροχλωρική υδροξυζίνη, είναι ένα παράγωγο του διφαινυλμεθανίου, που δεν έχει χημική συγγένεια με τις φαινοθειαζίνες, τη…
biotech
SPC-ATARAX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχύτατα από το γαστρεντερικό. Το ανώτατο επίπεδο στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται δύο περίπου ώρες μετά τη λήψη από το στόμα. Εφάπαξ δόση απο το στόμα 25 και 50mg σε ενήλικες επιτυγχάνεται Cmax 30 και 70ng/ml,…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ATARAX
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Το Atarax θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και για το μικρότερο δυνατό διάστημα.
Ενήλικες
- Για βραχυχρόνια συμπτωματική αντιμετώπιση αγχωδών εκδηλώσεων: 50mg ημερησίως διηρημένα σε τρεις μεμονωμένες χορηγήσεις των 12,5-12,5-25mg.
- Για συμπτωματική αντιμετώπιση κνησμού: Δόση έναρξης 25mg πριν από την ανάπαυση. Εάν κριθεί απαραίτητο μπορούν να δοθούν στη συνέχεια δόσεις μέχρι το ανώτερο 25mg, 3-4 φορές ημερησίως.
- Ως ηρεμιστικό κατά την προεγχειρητική αγωγή: 50-100mg ημερησίως σε 1 έως 2 χορηγήσεις: Εφάπαξ χορήγηση 1 ώρα πριν από την επέμβαση. Μπορεί να προηγηθεί μία χορήγηση το βράδυ πριν από τη χορήγηση αναισθησίας.
Σε ενήλικες και παιδιά σωματικού βάρους άνω των 40 kg, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 100 mg.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιά (από 12 μηνών)
- 1mg/kg σ.β. ημερησίως, αυξανόμενο αν είναι απαραίτητο μέχρι το ανώτερο 2mg/kg σ.β. ημερησίως, σε διηρημένες δόσεις.
- Ως ηρεμιστικό κατά την προεγχειρητική αγωγή: Εφάπαξ χορήγηση 1mg/kg σ.β. μία ώρα πριν από την επέμβαση. Μπορεί να προηγηθεί χορήγηση 1mg/kg σ.β. τη νύχτα πριν από τη χορήγηση αναισθησίας.
Σε παιδιά σωματικού βάρους έως και 40 kg, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2 mg/kg. Σε παιδιά σωματικού βάρους άνω των 40 kg, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 100 mg.
Ειδικός πληθυσμός
Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται μέσα στα συνιστώμενα όρια δόσεων, ανάλογα με την απάντηση του ασθενούς στην θεραπεία.
- Ηλικιωμένοι: Συνιστάται έναρξη της θεραπείας με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, λόγω παρατεταμένης δράσης. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 50 mg (βλέπε παράγραφο 4.4).
- Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: Η δοσολογία πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά νεφρική ανεπάρκεια, λόγω μειωμένης αποβολής του μεταβολίτου σετιριζίνη.
- Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία: Συνιστάται η ελάττωση της ημερήσιας δόσης κατά 33%.
block
Αντενδείξεις
SPC-ATARAX
expand_more
Αντενδείξεις
- Ιστορικό υπερευαισθησίας στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα, στη σετιριζίνη, σε άλλα παράγωγα της πιπεραζίνης, στην αμινοφυλλίνη ή την αιθυλενοδιαμίνη.
- Ασθενείς που πάσχουν από πορφυρία.
- Ασθενείς με γνωστή επίκτητη ή συγγενή παράταση του διαστήματος QT.
- Ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT, περιλαμβανομένης γνωστής καρδιαγγειακής νόσου, σημαντικής διαταραχής του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία), οικογενειακού ιστορικού αιφνίδιου καρδιακού θανάτου, σημαντικής βραδυκαρδίας και ταυτόχρονης χρήσης φαρμάκων που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT και/ή επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de Pointes) (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5).
- Κύησηκαι γαλουχία (βλέπε παράγραφο 4.6).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ATARAX
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ATARAX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Η σύγχρονη χορήγηση της υδροξυζίνης με κατασταλτικά του ΚΝΣ και αντιχολινεργικά ενισχύει τη δράση των φαρμάκων αυτών και επιβάλλει την εξατομίκευση και προσαρμογή της δοσολογίας.
Το οινόπνευμα ενισχύει τη δράση της υδροξυζίνης.
Η υδροξυζίνη ανταγωνίζεται της δράσης της βήτα-ιστίνης και των αναστολέων της χολινεστεράσης. Επιβάλλεται η διακοπή της θεραπείας τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από τις διαγνωστικές δοκιμασίες για αλλεργία και την πρόκληση βρογχοσπάσμου με μεταχολίνη, για να αποφευχθεί ο επηρεασμός των αποτελεσμάτων αυτών των δοκιμασιών.
Η χορήγηση της υδροξυζίνης σε συνδυασμό με αναστολείς της μονοαμινο-οξειδάσης πρέπει να αποφεύγεται.
Η υδροξυζίνη εμποδίζει την αύξηση της αρτηριακής πίεσης η οποία προκαλείται από την αδρεναλίνη. Στους αρουραίους ανταγωνίζεται την αντισπασμωδική δράση της φαινυτοίνης.
Η σιμετιδίνη σε δόση 600mg x 2 ημερησίως αυξάνει τις συγκεντρώσεις της υδροξυζίνης στον όρο του αίματος κατά 36%, ενώ ελαττώνει κατά 20% τις μέγιστες συγκεντρώσεις του μεταβολίτου σετιριζίνη.
Η υδροξυζίνη είναι αναστολέας του κυττοχρώματος CYP2D6 και μπορεί σε μεγάλες δόσεις να προκαλέσει αλληλεπιδράσεις με τα υποστρώματα του CYP2D6.
Η υδροξυζίνη σε συγκέντρωση 100μΜ δεν αναστέλλει τις ισομορφές 1Α1 και 1Α6 της UDP-γλυκουρονυλτρανσφεράσης στα μικροσώματα του ανθρώπινου ήπατος. Αναστέλλει όμως τις ισομορφές 2C9, 2C19 και 34Α του κυτοχρώματος Ρ σε συγκεντρώσεις (ΙC 50) από 103 μέχρι 140μM, που αντιστοιχούν σε 46 μέχρι 52μg/ml) που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ανώτατα στο πλάσμα.. Οι τιμές αυτές υπερβαίνουν κατά πολύ τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Η σετιριζίνη, μεταβολίτης της υδροξυζίνης, σε συγκέντρωση 100μΜ, δεν αναστέλλει το κυτόχρωμα Ρ450 (1Α2, 2Α6, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3A4) του ανθρώπινου ήπατος ή τις ισομορφές της UDP-γλυκουρονυλστρανσφεράσης. Επομένως είναι απίθανο να επηρεάζει η υδροξυζίνη το μεταβολισμό φαρμάκων, τα οποία αποτελούν υπόστρωμα για αυτά τα ένζυμα.
Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται
Η συγχορήγηση της υδροξυζίνης με φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT και/ή επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de Pointes) π.χ. αντιαρρυθμικά κατηγορίας IA (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη) και III (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη), με ορισμένα αντιισταμινικά, με ορισμένα αντιψυχωσικά (π.χ. αλοπεριδόλη), με ορισμένα αντικαταθλιπτικά (π.χ. σιταλοπράμη, εσιταλοπράμη), με ορισμένα ανθελονοσιακά (π.χ. μεφλοκίνη), με ορισμένα αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη, λεβοφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη), με ορισμένους αντιμυκητιασικούς παράγοντες (π.χ. πενταμιδίνη), με ορισμένα φάρμακα για το γαστρεντερικό (π.χ. προυκαλοπρίδη), με ορισμένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον καρκίνο (π.χ. τορεμιφαίνη, βανδετανίμπη) ή με μεθαδόνη, αυξάνει τον κίνδυνο καρδιακής αρρυθμίας. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3).
Συνδυασμοί που απαιτούν προσοχή στη χρήση
Απαιτείται προσοχή με τα φάρμακα που επάγουν βραδυκαρδία και υποκαλιαιμία.
Καθώς η υδροξυζίνη μεταβολίζεται από την αλκοολική αφυδρογονάση και το CYP3A4/5, μπορεί να αναμένεται αύξηση των συγκεντρώσεων της υδροξυζίνης στο αίμα όταν συγχορηγείται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι είναι ισχυροί αναστολείς αυτών των ενζύμων.
Επειδή η υδροξυζίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ, μπορεί να αναμένεται αύξηση των συγκεντρώσεών της στο αίμα, όταν συγχορηγηθεί με άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι είναι ισχυροί αναστολείς την ηπατικών ενζύμων. Εντούτοις, όταν αναστέλλεται μία μόνο μεταβολική οδός, αυτή μπορεί να αντισταθμίζεται εν μέρει από την άλλη μεταβολική οδό.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ATARAX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη Οι ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται κυρίως με την κατασταλτική δράση της υδροξυζίνης επί του ΚΝΣ ή την παράδοξη διέγερση του ΚΝΣ, με την αντιχολινεργική δράση ή με αντιδράσεις υπερευαισθησίας.
Α. Κλινικές δοκιμές (Από του στόματος χορήγηση) Στον παρακάτω πίνακα παρατίθενται οι ανεπιθύμητες ενέργειες, που αναφέρονται σε ποσοστό τουλάχιστον 1% των ασθενών που έλαβαν υδροξυζίνη, σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές.
| Ανεπιθύμητη ενέργεια | % Υδροξυζίνη | % Εικονικό Φάρμακο |
|---|---|---|
| Υπνηλία | 13,74 | 2,70 |
| Κεφαλαλγία | 1,63 | 1,90 |
| Κόπωση | 1,36 | 0,63 |
| Ξηροστομία | 1,22 | 0,63 |
Περιγραφή των επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Οι παρακάτω ανεπιθύμητες αντιδράσεις έχουν παρατηρηθεί με τη σετιριζίνη, τον κύριο μεταβολίτη της υδροξυζίνης: θρομβοπενία, επιθετικότητα, κατάθλιψη, τικ, δυστονία, παραισθησία, κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών, διάρροια, δυσουρία, ενούρηση, εξασθένιση, οίδημα, σωματικό βάρος αυξημένο και μπορούσαν εν δυνάμει να παρατηρηθούν με την υδροξυζίνη.
B. Εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά Η συχνότητα εκτιμήθηκε με βάση τους εξής ορισμούς: πολύ συχνές (> 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10000, έως <1/1000), πολύ σπάνιες (< 1/10000), μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Σπάνια: υπερευαισθησία
- Πολύ σπάνια: αναφυλακτικό σόκ
- Ψυχιατρικές διαταραχές
- Όχι συχνές: διέγερση, σύγχυση
- Σπάνιες: αποπροσανατολισμός, ψευδαισθήσεις
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: καταστολή
- Όχι συχνές: ζάλη, αϋπνία, τρόμος
- Σπάνιες: σπασμός, δυσκινησία
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Σπάνιες: διαταραχές προσαρμογής, θάμβος οράσεως
- Καρδιακές διαταραχές
- Μη γνωστές: Κοιλιακές αρρυθμίες (π.χ. κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου), παράταση του διαστήματος QT (βλέπε παράγραφο 4.4).
- Αγγειακές διαταραχές
- Σπάνια: υπόταση
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Πολύ σπάνια: βρογχόσπασμος.
- Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Όχι συχνή: ναυτία
- Σπάνιες: δυσκοιλιότητα, έμετος
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Σπάνια: μη φυσιολογικές ηπατικές δοκιμασίες
- Όχι γνωστή: ηπατίτιδα
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Σπάνιες: κνησμός, ερυθηματώδες εξάνθημα ή κηλιδο-βλατιδώδες εξάνθημα, κνίδωση, δερματίτις
- Πολύ σπάνιες: σύνδρομο Stevens-Johnson, πολύμορφο ερύθημα, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση, αγγειονευρωτικό οίδημα, τοπικό φαρμακευτικό εξάνθημα, αυξημένη εφίδρωση.
- Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Σπάνια: κατακράτηση ούρων
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Όχι συχνές: κακουχία, πυρεξία
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ATARAX
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ATARAX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Κωδικός ATC N05BB01
Η υδροξυζίνη είναι ένας αγχολυτικός παράγοντας. To δραστικό συστατικό του, η διυδροχλωρική υδροξυζίνη, είναι ένα παράγωγο του διφαινυλμεθανίου, που δεν έχει χημική συγγένεια με τις φαινοθειαζίνες, τη ρεσερπίνη, τη μεπροβαμάτη ή τις βενζοδιαζεπίνες.
Μηχανισμός δράσης
Η υδροχλωρική υδροξυζίνη δεν καταστέλλει τον εγκεφαλικό φλοιό, η δράση της οφείλεται σε καταστολή της δραστηριότητας ορισμένων σημαντικών κέντρων στην υποφλοϊική περιοχή του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Υπάρχουν πειραματικές αποδείξεις και κλινική επιβεβαίωση της αντιισταμινικής και βρογχοδιασταλτικής δράσης της υδροξυζίνης. Έχει επίσης αποδειχθεί η αντιεμετική δράση της, τόσο με τη δοκιμασία της απομορφίνης όσο και με το τέστ του veriloid.
Φαρμακολογικές και κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η υδροξυζίνη σε θεραπευτική δόση δεν αυξάνει τη γαστρική έκκριση ή την οξύτητα, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις έχει ήπια αντιεκκριτική δραστηριότητα. Εχει αποδειχθεί τόσο σε υγιείς ενηλίκους όσο και σε παιδιά ελάττωση των αντιδράσεων πομφού και ερυθήματος, που προκαλούνται από ενδοδερμική ένεση ισταμίνης ή αντιγόνων. Η υδροξυζίνη έχει επίσης δείξει την αποτελεσματικότητα της στην ανακούφιση από τον κνησμό, που οφείλεται σε διάφορες μορφές κνίδωσης, εκζέματος και δερματίτιδας.
Σε περίπτωση διαταραχής των ηπατικών λειτουργίων, η αντιισταμινική δράση εφάπαξ δόσης υδροξυζίνης μπορεί να παραταθεί μέχρι 96 ώρες από τη λήψη.
Ηλεκτροεγκεφαλικές καταγραφές σε υγιείς εθελοντές τεκμηριώνουν την αγχολυτική-πραϋντική εικόνα της υδροξυζίνης. Η αγχολυτική δράση επιβεβαιώθηκε σε ασθενείς με τη χρήση διάφορων κλασικών ψυχομετρικών δοκιμασιών. Πολλαπλές καταγραφές στο κατ’άλλους υπνογράφημα ασθενών με άγχος και αϋπνία απέδειξαν αύξηση του ολικού χρόνου ύπνου, ελάττωση του ολικού χρόνου των νυχτερινών αφυπνίσεων και ελάττωση του λανθάνοντος χρόνου επέλευσης του ύπνου, τόσον έπειτα από εφάπαξ δόση και έπειτα από επαναλαμβανόμενες δόσεις 50mg.
Ελάττωση της μυϊκής τάσης διαπιστώθηκε σε αγχώδεις ασθενείς με ημερήσια δόση 3x50mg. Δεν διαπιστώθηκε έκπτωση της μνήμης. Δεν εμφανίστηκαν συμπτώματα και σημεία απόσυρσης σε αγχώδεις ασθενείς έπειτα από θεραπεία 4 εβδομάδων.
Εναρξη δράσης Η αντισταμινική δράση αρχίζει περίπου έπειτα από 1 ώρα με τις από του στόματος φαρμακοτεχνικές μορφές. Το κατασταλτικό αποτέλεσμα αρχίζει έπειτα από 5-10 λεπτά με τις από του στόματος υγρές μορφές και έπειτα από 30-45 λεπτά με τα δισκία.
Η υδροξυζίνη εμφανίζει επίσης σπασμολυτική και συμπαθολυτική δράση. Εμφανίζει μικρού βαθμού συγγένεια με τους μουσκαρινικούς υποδοχείς και ήπια αναλγητική δραστηριότητα.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ATARAX
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχύτατα από το γαστρεντερικό. Το ανώτατο επίπεδο στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται δύο περίπου ώρες μετά τη λήψη από το στόμα. Εφάπαξ δόση απο το στόμα 25 και 50mg σε ενήλικες επιτυγχάνεται Cmax 30 και 70ng/ml, αντιστοίχως. Ο ρυθμός και η έκταση της έκθεσης στην υδροξυζ.ίνη είναι παρόμοια, όταν χορηγείται σε μορφή δισκίου ή πόσιμου διαλύματος. Σε επαναλαμβανόμενη χορήγηση μία φορά την ημέρα οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνονται κατά 30%. Η βιοδιαθεσιμότητα της υδροξυζίνης σε χορήγηση από το στόμα σε σύγκριση με την ενδομυϊκή χορήγηση είναι περίπου 80%. Έπειτα από εφάπαξ ενδομυϊκή χορήγηση 50mg η Cmax είναι 65ng/ml.
Κατανομή
Η υδροξυζίνη εμφανίζει ευρεία κατανομή στο σώμα και μεγαλύτερες ακόμα γενικά συγκεντρώσεις στους ιστούς από ό,τι στο πλάσμα. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής στους ενήλικες είναι 7 μέχρι 16 l/kg. Η υδροξυζίνη εισχωρεί και στο δέρμα έπειτα από χορήγηση από το στόμα, οι δε δερματικές συγκεντρώσεις της είναι ανώτερες εκείνων του πλάσματος, τόσο σε εφάπαξ χορήγηση όσο και σε επαναλαμβανόμενες δόσεις.
Η υδροξυζίνη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό καθώς και τον πλακούντα, προκαλώντας μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στο κύημα από ό,τι στη μητέρα.
Βιομετασχηματισμός
Η υδροξυζίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό. Η κύρια μεταβολική οδός παράγει σετιριζίνη, ένα καρβοξυλικό μεταβολίτη (45% της από του στόματος δόσης). Ο μεταβολίτης αυτός διαθέτει σημαντικές περιφερικές ανταγωνιστικές ιδιότητες. Έχουν ταυτοποιηθεί πολλοί άλλοι μεταβολίτες, μεταξύ των οποίων ένας Ν-dealkylated μεταβολίτης και ένας 0-dealkylated μεταβολίτης με ημιπερίοδο ζωής στο πλάσμα 59 ώρες.
Αποβολή
Ο χρόνος υποδιπλασιασμού της υδροξυζίνης στους ενήλικες είναι περίπου 14 ώρες (όρια: 7 μέχρι 20 ώρες). Η φαινομενική ολική κάθαρση, υπολογιζόμενη από τα αποτελέσματα πολλών μελετών, είναι 13 ml/min/kg. Μόνο το 0,8% της δόσης αποβάλλεται αμετάβλητο στα ούρα. Ο μείζων μεταβολίτης σετιριζίνη αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητος στα ούρα (25% και 16% της δόσης της υδροξυζίνης από το στόμα ή ενδομυϊκώς, αντιστοίχως).
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι ασθενείς: Η ημιπερίοδος αποβολής της υδροξυζίνης παρατάθηκε σε 29 ώρες και ο όγκος κατανομής αυξήθηκε σε 22,5 l/kg. Συνιστάται η ελάττωση της ημερήσιας δόσης.
- Παιδιατρικός πληθυσμός: Η φαινομενική πλασματική κάθαρση ήταν περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερη από εκείνη των ενηλίκων. Η ημιπερίοδος ζωής είναι βραχύτερη (περίπου 4 ώρες σε ασθενείς 1 έτους και περίπου 11 ώρες σε ασθενείς 14 ετών).
- Ηπατική ανεπάρκεια: Η ολική κάθαρση υδροξυζίνης ήταν περίπου 66% εκείνης των υγιών ατόμων. Η ημιπερίοδος ζωής ήταν αυξημένη σε 37 ώρες. Η ημερήσια δόση ή η συχνότητα λήψης πρέπει να ελαττώνεται.
- Νεφρική ανεπάρκεια: Η έκταση της έκθεσης (AUC) στην υδροξυζίνη δεν εμφάνισε ουσιώδη μεταβολή, ενώ εκείνη στον καρβοξυλικό μεταβολίτη σετιριζίνη αυξήθηκε. Η αιμοκάθαρση δεν απομακρύνει επαρκώς αυτόν τον μεταβολίτη. Η ημερήσια δόση επιβάλλεται να ελαττώνεται.
ΕΟΦ · 3.5
Αντιισταμινικά
expand_more
Αντιισταμινικά
Tα αντιισταμινικά ανταγωνίζονται, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τις περισσότερες από τις δράσεις της ισταμίνης καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς της. Oι τελευταίοι διακρίνονται σε H1, H2 και H3. Oι H2 σχετίζονται στενά με την γαστρική έκκριση (βλ. 1.1). Oι H3 ευρίσκονται στον εγκέφαλο. Έτσι με τον όρο “αντιισταμινικά φάρμακα” νοούνται στην πράξη οι ανταγωνιστές των H1 υποδοχέων.
Aπό άποψη χημικής δομής διακρίνονται σε αιθανολαμίνες, αιθυλενοδιαμίνες, αλκυλαμίνες, πιπεραζίνες, πιπεριδίνες και φαινοθειαζίνες. Mερικά δεν υπάγονται σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες (βλ. Πίνακα 3.2).
t3.2.jpg:
Eκτός της αντιισταμινικής έχουν και άλλες φαρμακολογικές δράσεις, όπως αντιχολινεργική, αντιεμετική, αντισεροτονινική, αδρενεργική ή αντιαδρενεργική, καθώς και τοπική αναισθητική, που είναι ανεξάρτητες της αντιισταμινικής. Oι σημαντικότερες από αυτές φαίνονται στον Πίνακα 3.2. Oι δράσεις αυτές (πλην της αντιεμετικής και ενδεχομένως της αντισεροτονινικής) δεν έχουν ευνοϊκή κλινική σημασία και θα πρέπει να θεωρούνται ως ανεπιθύμητες ενέργειες. Tα νεώτερα αντιισταμινικά λοραταδίνη, σετιριζίνη και μιζολαστίνη ουσιαστικώς στερούνται κατασταλτικής επί του KNΣ δράσης λόγω της πιό εκλεκτικής δράσης τους στους Η1 υποδοχείς.
H χρήση των αντιισταμινικών προορίζεται για την ανακούφιση αλλεργικών εκδηλώσεων που οφείλονται στην έκλυση ισταμίνης και όχι άλλων μεσολαβητών (π.χ. ακετυλχολίνης, βραδυκινίνης κλπ.). Σαφής απόδειξη ότι ένα αντιισταμινικό υπερέχει σε δραστικότητα ενός άλλου δεν υπάρχει γιατί η αποτελεσματικότητά τους ποικίλλει ευρέως από ατόμου σε άτομο εξαρτώμενη από πολλούς παράγοντες. Διαφοροποιείται όμως η πιθανότητα πρόκλησης ανεπιθύμητων ενεργειών ανάλογα με την εκλεκτικότητα δράσης τους στους Η1 υποδοχείς.
Tα αντιισταμινικά είναι περισσότερο αποτελεσματικά όταν χορηγούνται για την πρόληψη παρά για τη θεραπεία των αλλεργικών εκδηλώσεων. Aπό τις τελευταίες αυτές οι ήπιες και πρόσφατης εμφάνισης ανταποκρίνονται καλύτερα, ενώ σημαντικές διαφορές παρατηρούνται ανάλογα με το είδος τους, το πάσχον όργανο, την ηλικία του ατόμου, το δοσολογικό σχήμα και τη διάρκεια χορήγησης του φαρμάκου.
Προληπτική χορήγηση αντιισταμινικών σε μεταγγίσεις αίματος ή πλάσματος δεν πρέπει να θεωρείται συνήθης πρακτική. Xρήση δικαιολογείται μόνο σε βάσιμη υποψία εμφάνισης αλλεργικών αντιδράσεων.
Σε τυχόν εμφάνιση αντιδράσεων υπερευαισθησίας από ένα αντιισταμινικό φάρμακο συνιστάται η αντικατάστασή του με άλλο άλλης ομάδας.
Xρήση αντιισταμινικών για αύξηση της όρεξης δεν συνιστάται.
ΕΟΦ · 3.5.5
Πιπεριδίνες
expand_more
Πιπεριδίνες
ΕΟΦ · 4.1.1.2
Υπνωτικά
expand_more
Υπνωτικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η υδροξυζίνη αναστέλλει τη δράση της ισταμίνης για την ανακούφιση αλλεργικών συμπτωμάτων όπως ο κνησμός. Η δράση σε μη-στοχευόμενους υποδοχείς (off-targets) επιτρέπει επίσης τη χρήση της ως ηρεμιστικό, αγχολυτικό και αντιεμετικό σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις. Η υδροξυζίνη έχει σχετικά ταχεία δράση, με έναρξη που κυμαίνεται μεταξύ 15 και 60 λεπτών και διάρκεια δράσης 4-6 ώρες.
Η υδροξυζίνη μπορεί να ενισχύσει τις επιδράσεις των κεντρικών κατασταλτικών ουσιών (CNS depressants) μετά από γενική αναισθησία - οι ασθενείς που λαμβάνουν υδροξυζίνη θα πρέπει να λαμβάνουν μειωμένες δόσεις οποιωνδήποτε κεντρικών κατασταλτικών ουσιών.
Αναφέρεται ότι η υδροξυζίνη παρατείνει το διάστημα QT/QTc, βάσει αναφορών μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου για σπάνιες περιπτώσεις Torsade de Pointes, καρδιακής ανακοπής και αιφνίδιου θανάτου, και θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο παράτασης του QTc.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο H1 υποδοχέας της ισταμίνης είναι υπεύθυνος για τη διαμεσολάβηση αντιδράσεων υπερευαισθησίας και αλλεργιών. Η έκθεση σε ένα αλλεργιογόνο οδηγεί σε αποκοκκίωση των μαστοκυττάρων και των βασιόφιλων, τα οποία στη συνέχεια απελευθερώνουν ισταμίνη και άλλους φλεγμονώδεις μεσολαβητές. Η ισταμίνη συνδέεται και ενεργοποιεί τους H1 υποδοχείς, οδηγώντας σε περαιτέρω απελευθέρωση προ-φλεγμονωδών κυτοκινών, όπως οι ιντερλευκίνες, από τα βασιόφιλα και τα μαστοκύτταρα. Αυτές οι μεταγενέστερες επιδράσεις της σύνδεσης της ισταμίνης είναι υπεύθυνες για μια ευρεία ποικιλία αλλεργικών συμπτωμάτων, όπως κνησμός, ρινόρροια και υγρά μάτια.
Η υδροξυζίνη είναι ένας ισχυρός αντίστροφος αγωνιστής των H1 υποδοχέων της ισταμίνης - οι αντίστροφοι αγωνιστές είναι παράγοντες που θεωρούνται ότι έχουν “αρνητική αποτελεσματικότητα”, οπότε αντί απλώς να μπλοκάρουν τη δράση σε έναν υποδοχέα, την μειώνουν ενεργά. Η αντίστροφη αγωνιστική δράση σε αυτούς τους υποδοχείς είναι υπεύθυνη για την αποτελεσματικότητα της υδροξυζίνης στη θεραπεία οιδήματος, ερυθρότητας και κνησμού που οφείλονται σε ισταμίνη. Η υδροξυζίνη δεν είναι κατασταλτικό του φλοιού, οπότε οι ηρεμιστικές της ιδιότητες πιθανότατα οφείλονται στο υποφλοιώδες επίπεδο του ΚΝΣ. Αυτές οι ηρεμιστικές ιδιότητες επιτρέπουν τη δράση της ως αγχολυτικό. Η αντιεμετική αποτελεσματικότητα είναι πιθανότατα δευτερεύουσα της δράσης σε μη-στοχευόμενους υποδοχείς.
Η υδροξυζίνη δεν φαίνεται να αυξάνει τις γαστρικές εκκρίσεις ή την οξύτητα, και συνήθως έχει ήπιες αντιεκκριτικές επιδράσεις. Η αντισπασμωδική δράση της υδροξυζίνης μεσολαβείται προφανώς μέσω παρεμβολής στον μηχανισμό που ανταποκρίνεται σε σπασμογόνα όπως η ακετυλοχολίνη, η ισταμίνη και η σεροτονίνη.
Η υδροξυζίνη έχει κατασταλτική δράση στο ΚΝΣ, αντιχολινεργική, αντισπασμωδική και τοπική αναισθητική δράση, εκτός από τις αντιισταμινικές επιδράσεις. Το φάρμακο έχει επίσης ηρεμιστική και αντιεμετική δράση. Πιστεύεται ότι οι ηρεμιστικές και ηρεμιστικές επιδράσεις της υδροξυζίνης οφείλονται κυρίως στην καταστολή της δραστηριότητας στα υποφλοιώδη επίπεδα του ΚΝΣ. Το φάρμακο δεν έχει κατασταλτική δράση στον φλοιό. Ο ακριβής μηχανισμός της αντιεμετικής δράσης και της δράσης κατά της ναυτίας από κίνηση της υδροξυζίνης δεν είναι σαφής, αλλά φαίνεται να οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, στις κεντρικές αντιχολινεργικές και κατασταλτικές του ΚΝΣ ιδιότητές της.
Μελετήθηκαν οι επιδράσεις του φαρμάκου υδροξυζίνη στις δραστηριότητες των μονοαμινοξειδασών (MAO) του ήπατος αρουραίου (EC 1.4.3.6) και των συνδεδεμένων με τη μεμβράνη και διαλυτών μορφών της αμινοξειδάσης ευαίσθητης σε σεμικάρβαζίδη (EC 1.4.3.6; SSAO) βοοειδών. Η υδροξυζίνη βρέθηκε να είναι ανταγωνιστικός αναστολέας της MAO-B (Ki - 38 μM), ενώ είχε χαμηλή ισχύ έναντι της MAO-A (IC50 > 630 μM). Παρόλο που ήταν ένας σχετικά ισχυρός ανταγωνιστικός αναστολέας της SSAO πλάσματος βοοειδών (Ki περίπου 1.5 μM), ήταν ασθενής αναστολέας της μεμβρανικής μορφής του ενζύμου από πνεύμονα βοοειδών (IC50 περίπου 1 mM). Αυτά τα ευρήματα διευρύνουν τη γνώση μας για τις δυνατότητες σύνδεσης του φαρμάκου με τις αμινοξειδάσες και υποδηλώνουν ότι αυτές οι αλληλεπιδράσεις ενδέχεται να συμβάλλουν στις πολύπλοκες δράσεις αυτού του φαρμάκου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροξυζίνης δεν έχει προσδιοριστεί, καθώς οι ενδοφλέβιες μορφές δεν είναι διαθέσιμες λόγω κινδύνου αιμόλυσης.
Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση, φτάνοντας στη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Tmax) περίπου 2 ώρες μετά τη χορήγηση.
Περίπου το 70% του ενεργού μεταβολίτη της υδροξυζίνης, της σετιριζίνης, απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Ο ακριβής βαθμός νεφρικής και κοπρανώδους απέκκρισης σε ανθρώπους δεν έχει προσδιοριστεί.
Ο μέσος όγκος κατανομής είναι 16.0 ± 3.0 L/kg. Βρίσκονται υψηλότερες συγκεντρώσεις στο δέρμα παρά στο πλάσμα.
Η κάθαρση της υδροξυζίνης έχει αναφερθεί ότι είναι 31.1 ± 11.1 mL/min/kg σε παιδιά και 9.8 ± 3.3 mL/min/kg σε ενήλικες.
Δεν είναι γνωστό εάν η υδροξυζίνη διαπερνά τον πλακούντα ή κατανέμεται στο γάλα.
Η κατανομή της υδροξυζίνης σε ανθρώπινους ιστούς και σωματικά υγρά δεν έχει χαρακτηριστεί πλήρως. Μετά τη χορήγηση υδροξυζίνης σε ζώα, το φάρμακο κατανέμεται ευρέως στους περισσότερους ιστούς και υγρά του σώματος με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις στο ήπαρ, τους πνεύμονες, τη σπλήνα, τα νεφρά και τον λιπώδη ιστό. Το φάρμακο επίσης κατανέμεται στη χολή σε ζώα.
Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχέως από το ΓΕΣ μετά από από του στόματος χορήγηση.
Μελετήθηκε η κατανομή σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) 4 δομικά παρόμοιων αντιισταμινικών, χλωρκυκλιζίνης υδροχλωρίδιο, χλωρφεναμίνης μαλεϊκή, υδροξυζίνης υδροχλωρίδιο (υδροξυζίνης διυδροχλωρίδιο), και τριπρολιδίνης υδροχλωρίδιο, σε αρουραίους Sprague-Dawley μετά από χορήγηση δια-ρινικών διαλυμάτων ή ενδοαρτηριακών εγχύσεων διαλυμάτων καθενός από τα αντιισταμινικά. Μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα και το ΕΝΥ. Δόσεις 15.4, 13.3, 8.7, και 16.5 μmol/kg χλωρκυκλιζίνης, χλωρφεναμίνης, υδροξυζίνης, και τριπρολιδίνης, αντίστοιχα, χορηγήθηκαν. Οι συγκεντρώσεις υδροξυζίνης στο πλάσμα και το ΕΝΥ ήταν σημαντικά υψηλότερες από τα περισσότερα άλλα αντιισταμινικά. Επίσης, η υδροξυζίνη έδειξε την ταχύτερη απορρόφηση στο πλάσμα μετά από δια-ρινική χορήγηση, και οι τιμές Cmax του ΕΝΥ ήταν σημαντικά υψηλότερες μετά από δια-ρινική χορήγηση σε σύγκριση με την ενδοαρτηριακή χορήγηση. Οι λόγοι των τιμών AUC (0-180 λεπτά) για δια-ρινική:ενδοαρτηριακή χορήγηση στο ΕΝΥ και στο πλάσμα για την υδροξυζίνη ήταν 4 και 0.42, και για την τριπρολιδίνη, το μόνο άλλο αντιισταμινικό με μετρήσιμες συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ, ήταν 0.54 και 0.66, αντίστοιχα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΥΔΡΟΞΥΖΙΝΗ (8 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η υδροξυζίνη έχει αποδειχθεί in vitro ότι συνδέεται με την ανθρώπινη αλβουμίνη, αλλά ο βαθμός σύνδεσης με πρωτεΐνες στο πλάσμα δεν έχει αξιολογηθεί.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η υδροξυζίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ από τα ένζυμα CYP3A4 και CYP3A5. Ενώ η ακριβής μεταβολική πορεία της υδροξυζίνης είναι ασαφής, ο κύριος και ενεργός μεταβολίτης της (~45 έως 60% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης), που παράγεται από την οξείδωση της αλκοολικής της ομάδας σε καρβοξυλικό οξύ, είναι το αντιισταμινικό δεύτερης γενιάς [σετιριζίνη]. Η υδροξυζίνη πιθανότατα διασπάται σε διάφορους άλλους μεταβολίτες, αν και οι συγκεκριμένες δομές και οι οδοί δεν έχουν διευκρινιστεί σε ανθρώπους.
Μελετήθηκαν φαρμακοκινητικές παράμετροι της υδροξυζίνης και του ενεργού μεταβολίτη της σετιριζίνης μετά από από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση 2 mg/kg υδροξυζίνης σε έξι υγιείς σκύλους. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα προσδιορίστηκαν με χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης. Φαρμακοδυναμικές μελέτες αξιολόγησαν την κατασταλτική επίδραση στον σχηματισμό φλυκταινών του δέρματος που προκαλείται από ισταμίνη και IgE κατά σκύλου. Προσδιορίστηκαν φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές συσχετίσεις με υπολογιστική μοντελοποίηση. Η μέση συστημική διαθεσιμότητα της από του στόματος υδροξυζίνης ήταν 72%. Η υδροξυζίνη μετατράπηκε ταχέως σε σετιριζίνη ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης. Η μέση περιοχή κάτω από την καμπύλη ήταν οκτώ και δέκα φορές υψηλότερη για τη σετιριζίνη από την υδροξυζίνη μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση, αντίστοιχα. Μετά από από του στόματος χορήγηση υδροξυζίνης, η μέση μέγιστη συγκέντρωση της σετιριζίνης ήταν περίπου 2.2 μg/mL και της υδροξυζίνης 0.16 μg/mL. Ο τερματικός χρόνος ημίσειας ζωής για τη σετιριζίνη κυμάνθηκε μεταξύ 10 και 11 ωρών μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση υδροξυζίνης. Προσαρμόστηκε μια σιγμοειδής σχέση στα δεδομένα που συνέκριναν τη συγκέντρωση σετιριζίνης στο πλάσμα με την καταστολή φλυκταινών. Η μέγιστη αναστολή (82% και 69% για τις δερματικές αντιδράσεις που προκαλούνται από ισταμίνη και IgE κατά σκύλου, αντίστοιχα) παρατηρήθηκε κατά τις πρώτες 8 ώρες, η οποία συσχετίστηκε με συγκέντρωση σετιριζίνης στο πλάσμα μεγαλύτερη από 1.5 μg/mL. Η φαρμακοδυναμική μοντελοποίηση υπέδειξε ότι η αύξηση είτε των δόσεων υδροξυζίνης είτε των συχνοτήτων χορήγησης δεν θα οδηγούσε σε αναστολή ισταμίνης ανώτερη από αυτήν που επιτεύχθηκε με υδροξυζίνη δύο φορές την ημέρα σε δόση 2 mg/kg. Συμπερασματικά, υπήρξε ταχεία μετατροπή της υδροξυζίνης σε σετιριζίνη. Η μείωση του σχηματισμού φλυκταινών φάνηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου να οφείλεται στη σετιριζίνη. Η φαρμακοδυναμική μοντελοποίηση προέβλεψε ότι η μέγιστη αντιισταμινική δράση θα επιτυγχανόταν με από του στόματος χορήγηση υδροξυζίνης δύο φορές την ημέρα σε δόση 2 mg/kg.
Αν και η ακριβής μεταβολική πορεία της υδροξυζίνης δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, φαίνεται ότι το φάρμακο μεταβολίζεται πλήρως, κυρίως στο ήπαρ. Σε ζώα, η υδροξυζίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα κόπρανα μέσω χολικής απέκκρισης. Ο μεταβολίτης καρβοξυλικό οξύ της υδροξυζίνης, η σετιριζίνη, είναι ένα μακράς δράσης αντιισταμινικό.
Ήπαρ Χρόνος ημίσειας ζωής: 20 έως 25 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της υδροξυζίνης αναφέρεται σε 14-25 ώρες, και φαίνεται να είναι, κατά μέσο όρο, μικρότερος σε παιδιά (~7.1 ώρες) παρά σε ενήλικες (~20 ώρες). Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής παρατείνεται στους ηλικιωμένους, με μέσο όρο περίπου 29 ώρες, και πιθανότατα θα παραταθεί ομοίως σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
Η υδροξυζίνη, ένας ισχυρός ανταγωνιστής H1-υποδοχέων που χρησιμοποιείται συχνά για την ανακούφιση του κνησμού σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, μελετήθηκε σε οκτώ ασθενείς, μέσης ηλικίας 53.4 ± 11.2 έτη, με πρωτοπαθή χολική κιρρόζη. Οι ασθενείς έλαβαν μία εφάπαξ δόση υδροξυζίνης, 0.7 mg/kg (μέση δόση 43.9 ± 6.6 mg). Πριν τη δόση, στη συνέχεια ωριαίως για 6 ώρες, ανά 2 ώρες από 6-12 ώρες, στις 24 ώρες, και ανά 24 ώρες για 6 ημέρες, μετρήθηκαν ο υδροξυζίνη και η σετιριζίνη στον ορό και έγινε ενδοδερμική ένεση 0.01 mL διαλύματος φωσφορικής ισταμίνης 0.1 mg/mL. … Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής υδροξυζίνης στον ορό ήταν 36.6 ± 13.1 ώρες, και ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σετιριζίνης στον ορό ήταν 25.0 ± 8.2 ώρες.
… Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές και οι αντι-κνησμώδεις επιδράσεις της υδροξυζίνης υδροχλωρίδιο σε 12 παιδιά, μέσης ηλικίας 6.1 ± 4.6 ετών, με σοβαρή ατοπική δερματίτιδα. Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος χορηγούμενη δόση 0.7 mg/kg του φαρμάκου, … . Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν 7.1 ± 2.3 ώρες, … .
… Μελετήθηκαν οι αλλαγές στις τιμές του χρόνου ημίσειας ζωής στον ορό και στους ρυθμούς κάθαρσης σε σκύλους που τους χορηγήθηκε υδροξυζίνη, 0.7 mg/kg, ενδομυϊκά, καθημερινά, για 150 ημέρες. Πραγματοποιήθηκαν φαρμακοκινητικές μελέτες την πρώτη ημέρα χορήγησης του φαρμάκου, και τις ημέρες 30, 60, 90, 120, και 150. Η μέση τιμή του χρόνου ημίσειας ζωής στον ορό την 30η, 60η, και 120η ημέρα ήταν σημαντικά μεγαλύτερη (p < 0.05) από αυτήν των 2.4 ± 0.3 ωρών που λήφθηκε την 1η ημέρα. …
… Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές και η καταστολή των επαγόμενων από ισταμίνη φλυκταινών, ερυθροτήτων και κνησμού στο δέρμα μετά από χορήγηση του ανταγωνιστή H1 ισταμίνης υδροξυζίνη σε επτά υγιείς ενήλικες. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση υδροξυζίνης, 0.7 mg/kg (μέση δόση 39.0 ± 5.4 mg), … Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής που υπολογίστηκε από το τερματικό γραμμικό τμήμα της καμπύλης συγκέντρωσης υδροξυζίνης στον ορό έναντι του χρόνου ήταν 20.0 ± 4.1 ώρες. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν από τον κνησμό (pruritus).
Φάρμακα που δεσμεύονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους H1 υποδοχείς της ισταμίνης, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στις άμεσες υπερευαισθησίες. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και κάποιους άλλους λείους μυς, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας από κίνηση, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού των H1 υποδοχέων του κεντρικού νευρικού συστήματος δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
30S50YM8OG
ΥΔΡΟΞΥΖΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιισταμινικό
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης
Η υδροξυζίνη είναι Αντιισταμινικό. Ο μηχανισμός δράσης της υδροξυζίνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης.
ΥΔΡΟΞΥΖΙΝΗ
Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης [MoA]; Αντιισταμινικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν από τον κνησμό (pruritus).
Φάρμακα που δεσμεύονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους H1 υποδοχείς της ισταμίνης, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στις άμεσες υπερευαισθησίες. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και κάποιους άλλους λείους μυς, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας από κίνηση, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού των H1 υποδοχέων του κεντρικού νευρικού συστήματος δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.