HYDROXYZINE
Υδροξυζίνη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Κωδικός ATC N05BB01 Η υδροξυζίνη είναι ένας αγχολυτικός παράγοντας.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ATARAX
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Σε διηρημένες δόσεις
- Δόση έναρξης: 50 mg (25 mL)/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Σε σοβαρότερα περιστατικά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν δόσεις έως το ανώτερο 100 mg/ημέρα.
-
Ενήλικες (άγχος)Δόση50 mg (25 mL)/ημέρα σε 3 μεμονωμένες χορηγήσεις των 12,5 mg-12,5 mg-25 mg (6,25 mL-6,25 mL - 12,5 mL)Μέγ. δόση100 mg (50 mL)/ημέραΕίναι στη διακριτική ευχέρεια του ιατρού που συνταγογραφεί εάν το βράδυ θα πρέπει να λαμβάνεται μεγαλύτερη δόση. Σε σοβαρότερα περιστατικά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν δόσεις έως το ανώτερο 100 mg/ημέρα.
-
Ενήλικες (κνησμός)ΔόσηΔόση έναρξης 25mg (12,5 mL) έως 1 ώρα πριν από την ανάπαυση, ακολουθούμενη εάν κριθεί απαραίτητο από δόσεις μέχρι το ανώτερο 25 mg (12,5 mL), 3-4 φορές ημερησίωςΜέγ. δόση100 mg (50 mL)/ημέρα
-
Παιδιά (από 12 μηνών) και έφηβοι (κνησμός)Δόσηαπό 1 mg (0,5 mL)/kg/ημέρα έως 2 mg (1 mL)/kg/ημέραΣε διηρημένες δόσεις.
-
Παιδιά σωματικού βάρους έως και 40 kgΜέγ. δόση2 mg (1 mL)/kg/ημέρα
-
Παιδιά σωματικού βάρους άνω των 40 kgΜέγ. δόση100 mg (50 mL)/ημέρα
-
ΗλικιωμένοιΔόσηέναρξη της θεραπείας με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσηςΜέγ. δόση50 mg (25 mL)Συνιστάται έναρξη της θεραπείας με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, λόγω παρατεταμένης δράσης. Για τη θεραπεία των ηλικιωμένων θα πρέπει να επιλέγεται η χαμηλότερη δυνατόν δόση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα, στη σετιριζίνη, σε άλλα παράγωγα της πιπεραζίνης, στην αμινοφυλλίνη ή την αιθυλενοδιαμίνη
-
ΠορφυρίαΠληθυσμόςΑσθενείς που πάσχουν από πορφυρία
-
Γνωστή επίκτητη ή συγγενής παράταση του διαστήματος QTΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή επίκτητη ή συγγενή παράταση του διαστήματος QT
-
Παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT (καρδιαγγειακή νόσο, διαταραχή ηλεκτρολυτών, οικογενειακό ιστορικό αιφνίδιου καρδιακού θανάτου, βραδυκαρδία, ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που παρατείνουν το διάστημα QT ή επάγουν Torsade de Pointes)ΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT, περιλαμβανομένης γνωστής καρδιαγγειακής νόσου, σημαντικής διαταραχής του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία), οικογενειακού ιστορικού αιφνίδιου καρδιακού θανάτου, σημαντικής βραδυκαρδίας και ταυτόχρονης χρήσης φαρμάκων που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT και/ή επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de Pointes)
-
Κύηση
-
Θηλασμός
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΣπασμοίπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένη πιθανότητα για σπασμούςΧορήγηση με προσοχή
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες ΚΝΣπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιάΑυξημένος κίνδυνος εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από το ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένων σπασμών
-
Αντιχολινεργικές ιδιότητεςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτου, απόφραξη εκροής ουροδόχου κύστης, μειωμένη κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνος, βαρεία μυασθένεια ή άνοιαΧορήγηση με προσοχή
-
Σύγχρονη χορήγηση με κατασταλτικά ΚΝΣ ή αντιχολινεργικάπροσοχήΑπαιτείται τροποποίηση της δόσης
-
Κατανάλωση οινοπνεύματοςπροσοχήΠρέπει να αποφεύγεται η σύγχρονη κατανάλωση
-
Παράταση του διαστήματος QTπροσοχήΧρήση στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και για το μικρότερο δυνατό διάστημα
-
Καρδιακή αρρυθμία (λόγω QT παράτασης)προσοχήΔιακοπή θεραπείας εάν εμφανιστούν σημεία/συμπτώματα καρδιακής αρρυθμίας και άμεση αναζήτηση ιατρικής φροντίδας
-
Καρδιακά συμπτώματαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΟδηγία στους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως οποιαδήποτε καρδιακά συμπτώματα
-
Χρήση σε ηλικιωμένουςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςΔεν συνιστάται λόγω μειωμένης αποβολής και μεγαλύτερου κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. αντιχολινεργικών)
-
Ηπατική/Νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσλειτουργία του ήπατος ή μέτρια έως βαριά νεφρική ανεπάρκειαΣυνιστάται ελάττωση της δόσης
-
Λακτόζη (στα δισκία)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο (δισκία)
-
Σακχαρόζη (στο πόσιμο διάλυμα)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης - ισομαλτάσηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο (πόσιμο διάλυμα)
-
Σακχαρώδης διαβήτης (πόσιμο διάλυμα)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη (σε δόση άνω των 6,5 ml του πόσιμου διαλύματος)Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε σακχαρόζη
-
Σακχαρόζη και οδοντική υγείαπροσοχήΜπορεί να είναι επιβλαβής για τα δόντια
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
κατασταλτικά του ΚΝΣ και αντιχολινεργικάπροσοχήενισχύει τη δράση τουςΣύστασηεπιβάλλει την εξατομίκευση και προσαρμογή της δοσολογίας
-
οινόπνευμαπροσοχήενισχύει τη δράση της υδροξυζίνης
-
β-ιστίνη και αναστολείς της χολινεστεράσηςπροσοχήανταγωνίζεται τη δράση τους
-
διαγνωστικές δοκιμασίες για αλλεργία και πρόκληση βρογχόσπασμου με μεταχολίνηπροσοχήεπηρεασμός των αποτελεσμάτωνΣύστασηΕπιβάλλεται η διακοπή της θεραπείας τουλάχιστον 5 ημέρες πριν
-
αναστολείς της μονοαμινο-οξειδάσηςαντένδειξηπρέπει να αποφεύγεταιΣύστασηπρέπει να αποφεύγεται
-
αδρεναλίνηπροσοχήεμποδίζει την αύξηση της αρτηριακής πίεσης που προκαλείται από την αδρεναλίνη
-
προσοχήανταγωνίζεται την αντισπασμωδική δράση της (στους αρουραίους)
-
σιμετιδίνη (600 mg x 2ημερησίως)προσοχήαυξάνει τις συγκεντρώσεις της υδροξυζίνης στον ορό του αίματος κατά 36%, ενώ ελαττώνει κατά 20% τις μέγιστες συγκεντρώσεις του μεταβολίτου σετιριζίνη
-
υποστρώματα του CYP2D6προσοχήμπορεί σε μεγάλες δόσεις να προκαλέσει αλληλεπιδράσεις
-
φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT και, ή επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (π.χ. αντιαρρυθμικά κατηγορίας IA (κινιδίνη, δισοπυραμίδη), III (αμιωδαρόνη, σοταλόλη), ορισμένα αντιισταμινικά, ορισμένα αντιψυχωσικά (αλοπεριδόλη), ορισμένα αντικαταθλιπτικά (σιταλοπράμη, εσιταλοπράμη), ορισμένα ανθελονοσιακά (μεφλοκίνη, υδροξυχλωροκίνη), ορισμένα αντιβιοτικά (ερυθρομυκίνη, λεβοφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη), ορισμένους αντιμυκητιασικούς παράγοντες (πενταμιδίνη), ορισμένα φάρμακα για το γαστρεντερικό (προυκαλοπρίδη), ορισμένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον καρκίνο (τορεμιφαίνη, βανδετανίμπη) ή μεθαδόνη)αντένδειξηαυξάνει τον κίνδυνο καρδιακής αρρυθμίαςΣύστασηΟ συνδυασμός αντενδείκνυται
-
φάρμακα που επάγουν βραδυκαρδίαπροσοχήΑπαιτείται προσοχή
-
φάρμακα που επάγουν υποκαλιαιμίαπροσοχήΑπαιτείται προσοχή
-
ισχυροί αναστολείς της αλκοολικής αφυδρογενάσης και του CYP3A4/5προσοχήαύξηση των συγκεντρώσεων της υδροξυζίνης στο αίμα
-
ισχυροί αναστολείς των ηπατικών ενζύμωνπροσοχήαύξηση των συγκεντρώσεων της υδροξυζίνης στο αίμαΣύστασηΌταν αναστέλλεται μία μόνο μεταβολική οδός, αυτή μπορεί να αντισταθμίζεται εν μέρει από την άλλη μεταβολική οδό.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Δυστονία
- Παραισθησία
- Καταστολή
- Ζάλη
- Τρόμος
- Σπασμός
- Δυσκινησία
- Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών
- τικ
- απώλεια συνείδησης (συγκοπή)
- Αϋπνία
- Επιθετικότητα
- Κατάθλιψη
- Διέγερση
- Σύγχυση
- Αποπροσανατολισμός
- Παραισθήσεις
- Διαταραχές προσαρμογής
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Οίδημα
- Κακουχία
- Πυρεξία
- Ξηροστομία
- Διάρροια
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Έμετος
- Θρομβοπενία
- Θάμβος οράσεως
- Δυσουρία
- Ενούρηση
- Κατακράτηση ούρων
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Αύξηση βάρους
- Υπερευαισθησία
- αναφυλακτικό σόκ
- Ταχυκαρδία
- Παράταση διαστήματος QT
- κοιλιακές αρρυθμίες (π.χ. κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου)
- Υπόταση
- Βρογχόσπασμος
- Μη φυσιολογικές ηπατικές δοκιμασίες
- Ηπατίτιδα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Δερματίτιδα
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Τοπικό φαρμακευτικό εξάνθημα
- ερυθηματώδες εξάνθημα ή κηλιδο-βλατιδώδες εξάνθημα
- φυσαλιδώδεις καταστάσεις (για παράδειγμα σύνδρομο Stevens-Johnson/τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πεμφιγοειδές, πολύμορφο ερύθημα)
- οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- υξημένη εφίδρωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές προσαρμογήςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΔυστονίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕνούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΕξασθένισηΓενικές
-
Μη γνωστέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚακουχίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΚαταστολήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβώνΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογικές ηπατικές δοκιμασίεςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΠαράταση διαστήματος QTΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΣπασμόςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΤοπικό φαρμακευτικό εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςαναφυλακτικό σόκΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςαπώλεια συνείδησης (συγκοπή)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςερυθηματώδες εξάνθημα ή κηλιδο-βλατιδώδες εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςκοιλιακές αρρυθμίες (π.χ. κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςοξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςτικΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςυξημένη εφίδρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςφυσαλιδώδεις καταστάσεις (για παράδειγμα σύνδρομο Stevens-Johnson/τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πεμφιγοειδές, πολύμορφο ερύθημα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΟι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να πάρουν επαρκή αντισυλληπτικά μέτρα για να αποκλείσουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με υδροξυζίνη.
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΜελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική λειτουργία. Η υδροξυζίνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα προκαλώντας υψηλότερες συγκεντρώσεις στο έμβρυο από ότι στη μητέρα. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επιδημιολογικά δεδομένα σχετικά με την έκθεση στο φάρμακο κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε νεογνά των οποίων οι μητέρες έλαβαν υδροξυζίνη κατά το τέλος της κύησης ή/και κατά τον τοκετό, παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα συμπτώματα αμέσως ή λίγες μόνο ώρες μετά τη γέννηση: υποτονία, κινητικές διαταραχές συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών διαταραχών, κλονικούς σπασμούς, καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, νεογνική υποξία ή επίσχεση ούρων. Η υδροξυζίνη δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και κατά τον τοκετό.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ σετιριζίνη, ο κύριος μεταβολίτης της υδροξυζίνης, απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Αν και δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες μελέτες όσον αφορά την απέκκριση της υδροξυζίνης στο ανθρώπινο γάλα, παρατηρήθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα θηλάζοντα νεογέννητα / βρέφη μητέρων, που ελάμβαναν θεραπεία με υδροξυζίνη. Ο θηλασμός πρέπει να σταματήσει εάν η χορήγηση της υδροξυζίνης κρίνεται απαραίτητη.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη γονιμότητα στον άνθρωπο. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση της υδροχλωρικής υδροξυζίνης στη γονιμότητα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπερβολική αντιχολινεργική δράση
- καταστολή του ΚΝΣ
- παράδοξη διέγερση του ΚΝΣ
- ναυτία
- έμετος
- ταχυκαρδία
- πυρεξία
- υπνηλία
- διαταραχή του αντανακλαστικού της κόρης του οφθαλμού
- τρόμος
- σύγχυση
- παραισθήσεις
- ελάττωση του επιπέδου συνείδησης
- καταστολή της αναπνοής
- σπασμοί
- υπόταση
- καρδιακή αρρυθμία (συμπεριλαμβανομένης βραδυκαρδίας)
- βαθύτερο κώμα
- καρδιοαναπνευστική κατέρειψη
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Κωδικός ATC N05BB01
Η υδροξυζίνη είναι ένας αγχολυτικός παράγοντας. Το δραστικό συστατικό του, η υδροχλωρική υδροξυζίνη, είναι ένα παράγωγο του διφαινυλμεθανίου, που δεν έχει χημική συγγένεια με τις φαινοθειαζίνες, τη ρεσερπίνη, τη μεπροβαμάτη ή τις βενζοδιαζεπίνες.
Μηχανισμός δράσης
Η υδροχλωρική υδροξυζίνη δεν καταστέλλει τον εγκεφαλικό φλοιό, η δράση της οφείλεται σε καταστολή της δραστηριότητας ορισμένων σημαντικών κέντρων στην υποφλοϊική περιοχή του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Υπάρχουν πειραματικές αποδείξεις και κλινική επιβεβαίωση της αντισταμινικής και βρογχοδιασταλτικής δράσης της υδροξυζίνης. Έχει επίσης αποδειχθεί η αντιεμετική δράση της, τόσο με τη δοκιμασία της απομορφίνης όσο και με το τέστ του veriloid. Φαρμακολογικές και κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η υδροξυζίνη σε θεραπευτική δόση δεν αυξάνει τη γαστρική έκκριση ή την οξύτητα, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις έχει ήπια αντιεκκριτική δραστηριότητα. Έχει αποδειχθεί τόσο σε υγιείς ενηλίκους όσο και σε παιδιά ελάττωση των αντιδράσεων πομφού και ερυθήματος, που προκαλούνται από ενδοδερμική ένεση ισταμίνης ή αντιγόνων. Η υδροξυζίνη έχει επίσης δείξει την αποτελεσματικότητά της στην ανακούφιση από τον κνησμό, που οφείλεται σε διάφορες μορφές κνίδωσης, εκζέματος και δερματίτιδας.
Σε περίπτωση διαταραχής των ηπατικών λειτουργιών, η αντιισταμινική δράση εφάπαξ δόσης υδροξυζίνης μπορεί να παραταθεί μέχρι 96 ώρες από τη λήψη.
Ηλεκτροεγκεφαλικές καταγραφές σε υγιείς εθελοντές τεκμηριώνουν την αγχολυτική-πραϋντική εικόνα της υδροξυζίνης. Η αγχολυτική δράση επιβεβαιώθηκε σε ασθενείς με τη χρήση διάφορων κλασικών ψυχομετρικών δοκιμασιών. Πολλαπλές καταγραφές στο κατ’άλλους υπνογράφημα ασθενών με άγχος και αϋπνία απέδειξαν αύξηση του ολικού χρόνου ύπνου, ελάττωση του ολικού χρόνου των νυχτερινών αφυπνίσεων και ελάττωση του λανθάνοντος χρόνου επέλευσης του ύπνου, τόσον έπειτα από εφάπαξ δόση όσο και έπειτα από επαναλαμβανόμενες δόσεις 50mg. Ελάττωση της μυϊκής τάσης διαπιστώθηκε σε αγχώδεις ασθενείς με ημερήσια δόση 3x50mg. Δεν διαπιστώθηκε έκπτωση της μνήμης. Δεν εμφανίστηκαν συμπτώματα και σημεία απόσυρσης σε αγχώδεις ασθενείς έπειτα από θεραπεία 4 εβδομάδων.
Έναρξη δράσης
Η αντισταμινική δράση αρχίζει περίπου έπειτα από 1 ώρα με τις από του στόματος φαρμακοτεχνικές μορφές. Το κατασταλτικό αποτέλεσμα αρχίζει έπειτα από 5-10 λεπτά με τις από του στόματος υγρές μορφές και έπειτα από 30-45 λεπτά με τα δισκία.
Η υδροξυζίνη εμφανίζει επίσης σπασμολυτική και συμπαθολυτική δράση. Εμφανίζει μικρού βαθμού συγγένεια με τους μουσκαρινικούς υποδοχείς και ήπια αναλγητική δραστηριότητα.
Απορρόφηση
Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχύτατα από το γαστρεντερικό. Το ανώτατο επίπεδο στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται δύο περίπου ώρες μετά τη λήψη από το στόμα. Εφάπαξ δόση από το στόμα 25 και 50mg σε ενηλίκους επιτυγχάνεται Cmax 30 και 70ng/ml, αντιστοίχως. Ο ρυθμός και η έκταση της έκθεσης στην υδροξυζίνη είναι παρόμοια, όταν χορηγείται σε μορφή δισκίου ή πόσιμου διαλύματος. Σε επαναλαμβανόμενη χορήγηση μία φορά την ημέρα οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνονται κατά 30%. Η βιοδιαθεσιμότητα της υδροξυζίνης σε χορήγηση από το στόμα σε σύγκριση με την ενδομυϊκή χορήγηση είναι περίπου 80%. Έπειτα από εφάπαξ ενδομυϊκή χορήγηση 50mg η Cmax είναι 65ng/ml.
Κατανομή
Η υδροξυζίνη εμφανίζει ευρεία κατανομή στο σώμα και μεγαλύτερες ακόμα γενικά συγκεντρώσεις στους ιστούς από ότι στο πλάσμα. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής στους ενηλίκους είναι 7 μέχρι 16 L/kg. Η υδροξυζίνη εισχωρεί και στο δέρμα έπειτα από χορήγηση από του στόματος, οι δε δερματικές συγκεντρώσεις της είναι ανώτερες εκείνων του πλάσματος, τόσο σε εφάπαξ χορήγηση όσο και σε επαναλαμβανόμενες δόσεις. Η υδροξυζίνη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό καθώς και τον πλακούντα, προκαλώντας μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στο κύημα από ότι στη μητέρα.
Βιομετασχηματισμός
Η υδροξυζίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό. Η κύρια μεταβολική οδός παράγει σετιριζίνη, ένα καρβοξυλικό μεταβολίτη (45% της από του στόματος δόσης). Ο μεταβολίτης αυτός διαθέτει σημαντικές περιφερικές Η1 ανταγωνιστικές ιδιότητες. Έχουν ταυτοποιηθεί πολλοί άλλοι μεταβολίτες, μεταξύ των οποίων ένας Ν-dealkylated μεταβολίτης και ένας 0-dealkylated μεταβολίτης με ημιπερίοδο ζωής στο πλάσμα 59 ώρες.
Αποβολή
Ο χρόνος υποδιπλασιασμού της υδροξυζίνης στους ενηλίκους είναι περίπου 14 ώρες (όρια: 7 μέχρι 20 ώρες). Η φαινομενική ολική κάθαρση, υπολογιζόμενη από τα αποτελέσματα πολλών μελετών, είναι 13mL/min/kg. Μόνο το 0,8% της δόσης αποβάλλεται αμετάβλητο στα ούρα. Ο μείζων μεταβολίτης σετιριζίνη αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητος στα ούρα (25% και 16% της δόσης της υδροξυζίνης από το στόμα ή ενδομυϊκώς, αντιστοίχως).
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι Η φαρμακοκινητική της υδροξυζίνης μελετήθηκε σε 9 υγιείς ηλικιωμένους (69,5 ± 3,7 έτη) έπειτα από εφάπαξ δόση 0,7mg/kg από το στόμα. Η ημιπερίοδος αποβολής της υδροξυζίνης παρατάθηκε σε 29 ώρες και ο όγκος κατανομής αυξήθηκε σε 22,5L/kg. Επομένως συνιστάται η ελάττωση της ημερήσιας δόσης της υδροξυζίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Δοσολογία).
- Παιδιατρικός πληθυσμός Η φαρμακοκινητική της υδροξυζίνης εκτιμήθηκε σε 12 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6,1 ± 4,6 ετών, με σωματικό βάρος 22,0 ± 12,0kg, έπειτα από εφάπαξ δόση 0,7mg/kg από το στόμα. Η φαινομενική πλασματική κάθαρση ήταν περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερη από εκείνη των ενηλίκων. Η ημιπερίοδος ζωής είναι βραχύτερη από ότι στους ενηλίκους: περίπου 4 ώρες σε ασθενείς 1 έτους και περίπου 11 ώρες σε ασθενείς 14 ετών. Γι’αυτό επιβάλλεται ανάλογη προσαρμογή της δοσολογίας στον παιδιατρικό πληθυσμό (βλ. Δοσολογία).
- Νεφρική ανεπάρκεια Η φαρμακοκινητική της υδροξυζίνης μελετήθηκε σε 8 ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατιτίνης 24 ± 7ml/min). Η έκταση της έκθεσης (AUC) στην υδροξυζίνη δεν εμφάνισε ουσιώδη μεταβολή, ενώ εκείνη στον καρβοξυλικό μεταβολίτη σετιριζίνη αυξήθηκε. Η αιμοκάθαρση δεν απομακρύνει επαρκώς αυτόν τον μεταβολίτη. Για την αποφυγή σημαντικής συσσώρευσης του μεταβολίτη σετιριζίνη έπειτα από χορήγηση πολλαπλών δόσεις υδροξυζίνης, η ημερήσια δόση της υδροξυζίνης επιβάλλεται να ελαττώνεται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία).
- Ηπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δευτεροπαθώς λόγω πρωτοπαθούς χολικής κίρρωσης, η ολική κάθαρση υδροξυζίνης ήταν περίπου 66% εκείνης των υγιών ατόμων. Η ημιπερίοδος ζωής ήταν αυξημένη σε 37 ώρες και τα επίπεδα του καρβοξυλικού μεταβολίτη σετιριζίνη στον ορό του αίματος ήταν υψηλότερα από εκείνα υγιών ασθενών, με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η ημερήσια δόση ή η συχνότητα λήψης της υδροξυζίνης πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία).
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Κωδικός ATC N05BB01 Η υδροξυζίνη είναι ένας αγχολυτικός παράγοντας. Το δραστικό συστατικό του, η υδροχλωρική υδροξυζίνη, είναι ένα παράγωγο του διφαινυλμεθανίου, που δεν έχει χημική συγγένεια με τις φαινοθειαζίνες, τη…
Απορρόφηση Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχύτατα από το γαστρεντερικό. Το ανώτατο επίπεδο στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται δύο περίπου ώρες μετά τη λήψη από το στόμα. Εφάπαξ δόση από το στόμα 25 και 50mg σε ενηλίκους επιτυγχάνεται Cmax 30 και 70ng/ml,…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η υδροξυζίνη αναστέλλει τη δράση της ισταμίνης για την ανακούφιση αλλεργικών συμπτωμάτων όπως ο κνησμός. Η δράση σε μη-στοχευόμενους υποδοχείς (off-targets) επιτρέπει επίσης τη χρήση της ως ηρεμιστικό, αγχολυτικό και αντιεμετικό σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις. Η υδροξυζίνη έχει σχετικά ταχεία δράση, με έναρξη που κυμαίνεται μεταξύ 15 και 60 λεπτών και διάρκεια δράσης 4-6 ώρες.
Η υδροξυζίνη μπορεί να ενισχύσει τις επιδράσεις των κεντρικών κατασταλτικών ουσιών (CNS depressants) μετά από γενική αναισθησία - οι ασθενείς που λαμβάνουν υδροξυζίνη θα πρέπει να λαμβάνουν μειωμένες δόσεις οποιωνδήποτε κεντρικών κατασταλτικών ουσιών.
Αναφέρεται ότι η υδροξυζίνη παρατείνει το διάστημα QT/QTc, βάσει αναφορών μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου για σπάνιες περιπτώσεις Torsade de Pointes, καρδιακής ανακοπής και αιφνίδιου θανάτου, και θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο παράτασης του QTc.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο H1 υποδοχέας της ισταμίνης είναι υπεύθυνος για τη διαμεσολάβηση αντιδράσεων υπερευαισθησίας και αλλεργιών. Η έκθεση σε ένα αλλεργιογόνο οδηγεί σε αποκοκκίωση των μαστοκυττάρων και των βασιόφιλων, τα οποία στη συνέχεια απελευθερώνουν ισταμίνη και άλλους φλεγμονώδεις μεσολαβητές. Η ισταμίνη συνδέεται και ενεργοποιεί τους H1 υποδοχείς, οδηγώντας σε περαιτέρω απελευθέρωση προ-φλεγμονωδών κυτοκινών, όπως οι ιντερλευκίνες, από τα βασιόφιλα και τα μαστοκύτταρα. Αυτές οι μεταγενέστερες επιδράσεις της σύνδεσης της ισταμίνης είναι υπεύθυνες για μια ευρεία ποικιλία αλλεργικών συμπτωμάτων, όπως κνησμός, ρινόρροια και υγρά μάτια.
Η υδροξυζίνη είναι ένας ισχυρός αντίστροφος αγωνιστής των H1 υποδοχέων της ισταμίνης - οι αντίστροφοι αγωνιστές είναι παράγοντες που θεωρούνται ότι έχουν “αρνητική αποτελεσματικότητα”, οπότε αντί απλώς να μπλοκάρουν τη δράση σε έναν υποδοχέα, την μειώνουν ενεργά. Η αντίστροφη αγωνιστική δράση σε αυτούς τους υποδοχείς είναι υπεύθυνη για την αποτελεσματικότητα της υδροξυζίνης στη θεραπεία οιδήματος, ερυθρότητας και κνησμού που οφείλονται σε ισταμίνη. Η υδροξυζίνη δεν είναι κατασταλτικό του φλοιού, οπότε οι ηρεμιστικές της ιδιότητες πιθανότατα οφείλονται στο υποφλοιώδες επίπεδο του ΚΝΣ. Αυτές οι ηρεμιστικές ιδιότητες επιτρέπουν τη δράση της ως αγχολυτικό. Η αντιεμετική αποτελεσματικότητα είναι πιθανότατα δευτερεύουσα της δράσης σε μη-στοχευόμενους υποδοχείς.
Η υδροξυζίνη δεν φαίνεται να αυξάνει τις γαστρικές εκκρίσεις ή την οξύτητα, και συνήθως έχει ήπιες αντιεκκριτικές επιδράσεις. Η αντισπασμωδική δράση της υδροξυζίνης μεσολαβείται προφανώς μέσω παρεμβολής στον μηχανισμό που ανταποκρίνεται σε σπασμογόνα όπως η ακετυλοχολίνη, η ισταμίνη και η σεροτονίνη.
Η υδροξυζίνη έχει κατασταλτική δράση στο ΚΝΣ, αντιχολινεργική, αντισπασμωδική και τοπική αναισθητική δράση, εκτός από τις αντιισταμινικές επιδράσεις. Το φάρμακο έχει επίσης ηρεμιστική και αντιεμετική δράση. Πιστεύεται ότι οι ηρεμιστικές και ηρεμιστικές επιδράσεις της υδροξυζίνης οφείλονται κυρίως στην καταστολή της δραστηριότητας στα υποφλοιώδη επίπεδα του ΚΝΣ. Το φάρμακο δεν έχει κατασταλτική δράση στον φλοιό. Ο ακριβής μηχανισμός της αντιεμετικής δράσης και της δράσης κατά της ναυτίας από κίνηση της υδροξυζίνης δεν είναι σαφής, αλλά φαίνεται να οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, στις κεντρικές αντιχολινεργικές και κατασταλτικές του ΚΝΣ ιδιότητές της.
Μελετήθηκαν οι επιδράσεις του φαρμάκου υδροξυζίνη στις δραστηριότητες των μονοαμινοξειδασών (MAO) του ήπατος αρουραίου (EC 1.4.3.6) και των συνδεδεμένων με τη μεμβράνη και διαλυτών μορφών της αμινοξειδάσης ευαίσθητης σε σεμικάρβαζίδη (EC 1.4.3.6; SSAO) βοοειδών. Η υδροξυζίνη βρέθηκε να είναι ανταγωνιστικός αναστολέας της MAO-B (Ki - 38 μM), ενώ είχε χαμηλή ισχύ έναντι της MAO-A (IC50 > 630 μM). Παρόλο που ήταν ένας σχετικά ισχυρός ανταγωνιστικός αναστολέας της SSAO πλάσματος βοοειδών (Ki περίπου 1.5 μM), ήταν ασθενής αναστολέας της μεμβρανικής μορφής του ενζύμου από πνεύμονα βοοειδών (IC50 περίπου 1 mM). Αυτά τα ευρήματα διευρύνουν τη γνώση μας για τις δυνατότητες σύνδεσης του φαρμάκου με τις αμινοξειδάσες και υποδηλώνουν ότι αυτές οι αλληλεπιδράσεις ενδέχεται να συμβάλλουν στις πολύπλοκες δράσεις αυτού του φαρμάκου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροξυζίνης δεν έχει προσδιοριστεί, καθώς οι ενδοφλέβιες μορφές δεν είναι διαθέσιμες λόγω κινδύνου αιμόλυσης.
Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση, φτάνοντας στη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Tmax) περίπου 2 ώρες μετά τη χορήγηση.
Περίπου το 70% του ενεργού μεταβολίτη της υδροξυζίνης, της σετιριζίνης, απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Ο ακριβής βαθμός νεφρικής και κοπρανώδους απέκκρισης σε ανθρώπους δεν έχει προσδιοριστεί.
Ο μέσος όγκος κατανομής είναι 16.0 ± 3.0 L/kg. Βρίσκονται υψηλότερες συγκεντρώσεις στο δέρμα παρά στο πλάσμα.
Η κάθαρση της υδροξυζίνης έχει αναφερθεί ότι είναι 31.1 ± 11.1 mL/min/kg σε παιδιά και 9.8 ± 3.3 mL/min/kg σε ενήλικες.
Δεν είναι γνωστό εάν η υδροξυζίνη διαπερνά τον πλακούντα ή κατανέμεται στο γάλα.
Η κατανομή της υδροξυζίνης σε ανθρώπινους ιστούς και σωματικά υγρά δεν έχει χαρακτηριστεί πλήρως. Μετά τη χορήγηση υδροξυζίνης σε ζώα, το φάρμακο κατανέμεται ευρέως στους περισσότερους ιστούς και υγρά του σώματος με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις στο ήπαρ, τους πνεύμονες, τη σπλήνα, τα νεφρά και τον λιπώδη ιστό. Το φάρμακο επίσης κατανέμεται στη χολή σε ζώα.
Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχέως από το ΓΕΣ μετά από από του στόματος χορήγηση.
Μελετήθηκε η κατανομή σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) 4 δομικά παρόμοιων αντιισταμινικών, χλωρκυκλιζίνης υδροχλωρίδιο, χλωρφεναμίνης μαλεϊκή, υδροξυζίνης υδροχλωρίδιο (υδροξυζίνης διυδροχλωρίδιο), και τριπρολιδίνης υδροχλωρίδιο, σε αρουραίους Sprague-Dawley μετά από χορήγηση δια-ρινικών διαλυμάτων ή ενδοαρτηριακών εγχύσεων διαλυμάτων καθενός από τα αντιισταμινικά. Μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα και το ΕΝΥ. Δόσεις 15.4, 13.3, 8.7, και 16.5 μmol/kg χλωρκυκλιζίνης, χλωρφεναμίνης, υδροξυζίνης, και τριπρολιδίνης, αντίστοιχα, χορηγήθηκαν. Οι συγκεντρώσεις υδροξυζίνης στο πλάσμα και το ΕΝΥ ήταν σημαντικά υψηλότερες από τα περισσότερα άλλα αντιισταμινικά. Επίσης, η υδροξυζίνη έδειξε την ταχύτερη απορρόφηση στο πλάσμα μετά από δια-ρινική χορήγηση, και οι τιμές Cmax του ΕΝΥ ήταν σημαντικά υψηλότερες μετά από δια-ρινική χορήγηση σε σύγκριση με την ενδοαρτηριακή χορήγηση. Οι λόγοι των τιμών AUC (0-180 λεπτά) για δια-ρινική:ενδοαρτηριακή χορήγηση στο ΕΝΥ και στο πλάσμα για την υδροξυζίνη ήταν 4 και 0.42, και για την τριπρολιδίνη, το μόνο άλλο αντιισταμινικό με μετρήσιμες συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ, ήταν 0.54 και 0.66, αντίστοιχα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΥΔΡΟΞΥΖΙΝΗ (8 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η υδροξυζίνη έχει αποδειχθεί in vitro ότι συνδέεται με την ανθρώπινη αλβουμίνη, αλλά ο βαθμός σύνδεσης με πρωτεΐνες στο πλάσμα δεν έχει αξιολογηθεί.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η υδροξυζίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ από τα ένζυμα CYP3A4 και CYP3A5. Ενώ η ακριβής μεταβολική πορεία της υδροξυζίνης είναι ασαφής, ο κύριος και ενεργός μεταβολίτης της (~45 έως 60% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης), που παράγεται από την οξείδωση της αλκοολικής της ομάδας σε καρβοξυλικό οξύ, είναι το αντιισταμινικό δεύτερης γενιάς [σετιριζίνη]. Η υδροξυζίνη πιθανότατα διασπάται σε διάφορους άλλους μεταβολίτες, αν και οι συγκεκριμένες δομές και οι οδοί δεν έχουν διευκρινιστεί σε ανθρώπους.
Μελετήθηκαν φαρμακοκινητικές παράμετροι της υδροξυζίνης και του ενεργού μεταβολίτη της σετιριζίνης μετά από από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση 2 mg/kg υδροξυζίνης σε έξι υγιείς σκύλους. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα προσδιορίστηκαν με χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης. Φαρμακοδυναμικές μελέτες αξιολόγησαν την κατασταλτική επίδραση στον σχηματισμό φλυκταινών του δέρματος που προκαλείται από ισταμίνη και IgE κατά σκύλου. Προσδιορίστηκαν φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές συσχετίσεις με υπολογιστική μοντελοποίηση. Η μέση συστημική διαθεσιμότητα της από του στόματος υδροξυζίνης ήταν 72%. Η υδροξυζίνη μετατράπηκε ταχέως σε σετιριζίνη ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης. Η μέση περιοχή κάτω από την καμπύλη ήταν οκτώ και δέκα φορές υψηλότερη για τη σετιριζίνη από την υδροξυζίνη μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση, αντίστοιχα. Μετά από από του στόματος χορήγηση υδροξυζίνης, η μέση μέγιστη συγκέντρωση της σετιριζίνης ήταν περίπου 2.2 μg/mL και της υδροξυζίνης 0.16 μg/mL. Ο τερματικός χρόνος ημίσειας ζωής για τη σετιριζίνη κυμάνθηκε μεταξύ 10 και 11 ωρών μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση υδροξυζίνης. Προσαρμόστηκε μια σιγμοειδής σχέση στα δεδομένα που συνέκριναν τη συγκέντρωση σετιριζίνης στο πλάσμα με την καταστολή φλυκταινών. Η μέγιστη αναστολή (82% και 69% για τις δερματικές αντιδράσεις που προκαλούνται από ισταμίνη και IgE κατά σκύλου, αντίστοιχα) παρατηρήθηκε κατά τις πρώτες 8 ώρες, η οποία συσχετίστηκε με συγκέντρωση σετιριζίνης στο πλάσμα μεγαλύτερη από 1.5 μg/mL. Η φαρμακοδυναμική μοντελοποίηση υπέδειξε ότι η αύξηση είτε των δόσεων υδροξυζίνης είτε των συχνοτήτων χορήγησης δεν θα οδηγούσε σε αναστολή ισταμίνης ανώτερη από αυτήν που επιτεύχθηκε με υδροξυζίνη δύο φορές την ημέρα σε δόση 2 mg/kg. Συμπερασματικά, υπήρξε ταχεία μετατροπή της υδροξυζίνης σε σετιριζίνη. Η μείωση του σχηματισμού φλυκταινών φάνηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου να οφείλεται στη σετιριζίνη. Η φαρμακοδυναμική μοντελοποίηση προέβλεψε ότι η μέγιστη αντιισταμινική δράση θα επιτυγχανόταν με από του στόματος χορήγηση υδροξυζίνης δύο φορές την ημέρα σε δόση 2 mg/kg.
Αν και η ακριβής μεταβολική πορεία της υδροξυζίνης δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, φαίνεται ότι το φάρμακο μεταβολίζεται πλήρως, κυρίως στο ήπαρ. Σε ζώα, η υδροξυζίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα κόπρανα μέσω χολικής απέκκρισης. Ο μεταβολίτης καρβοξυλικό οξύ της υδροξυζίνης, η σετιριζίνη, είναι ένα μακράς δράσης αντιισταμινικό.
Ήπαρ Χρόνος ημίσειας ζωής: 20 έως 25 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της υδροξυζίνης αναφέρεται σε 14-25 ώρες, και φαίνεται να είναι, κατά μέσο όρο, μικρότερος σε παιδιά (~7.1 ώρες) παρά σε ενήλικες (~20 ώρες). Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής παρατείνεται στους ηλικιωμένους, με μέσο όρο περίπου 29 ώρες, και πιθανότατα θα παραταθεί ομοίως σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
Η υδροξυζίνη, ένας ισχυρός ανταγωνιστής H1-υποδοχέων που χρησιμοποιείται συχνά για την ανακούφιση του κνησμού σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, μελετήθηκε σε οκτώ ασθενείς, μέσης ηλικίας 53.4 ± 11.2 έτη, με πρωτοπαθή χολική κιρρόζη. Οι ασθενείς έλαβαν μία εφάπαξ δόση υδροξυζίνης, 0.7 mg/kg (μέση δόση 43.9 ± 6.6 mg). Πριν τη δόση, στη συνέχεια ωριαίως για 6 ώρες, ανά 2 ώρες από 6-12 ώρες, στις 24 ώρες, και ανά 24 ώρες για 6 ημέρες, μετρήθηκαν ο υδροξυζίνη και η σετιριζίνη στον ορό και έγινε ενδοδερμική ένεση 0.01 mL διαλύματος φωσφορικής ισταμίνης 0.1 mg/mL. … Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής υδροξυζίνης στον ορό ήταν 36.6 ± 13.1 ώρες, και ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σετιριζίνης στον ορό ήταν 25.0 ± 8.2 ώρες.
… Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές και οι αντι-κνησμώδεις επιδράσεις της υδροξυζίνης υδροχλωρίδιο σε 12 παιδιά, μέσης ηλικίας 6.1 ± 4.6 ετών, με σοβαρή ατοπική δερματίτιδα. Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος χορηγούμενη δόση 0.7 mg/kg του φαρμάκου, … . Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν 7.1 ± 2.3 ώρες, … .
… Μελετήθηκαν οι αλλαγές στις τιμές του χρόνου ημίσειας ζωής στον ορό και στους ρυθμούς κάθαρσης σε σκύλους που τους χορηγήθηκε υδροξυζίνη, 0.7 mg/kg, ενδομυϊκά, καθημερινά, για 150 ημέρες. Πραγματοποιήθηκαν φαρμακοκινητικές μελέτες την πρώτη ημέρα χορήγησης του φαρμάκου, και τις ημέρες 30, 60, 90, 120, και 150. Η μέση τιμή του χρόνου ημίσειας ζωής στον ορό την 30η, 60η, και 120η ημέρα ήταν σημαντικά μεγαλύτερη (p < 0.05) από αυτήν των 2.4 ± 0.3 ωρών που λήφθηκε την 1η ημέρα. …
… Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές και η καταστολή των επαγόμενων από ισταμίνη φλυκταινών, ερυθροτήτων και κνησμού στο δέρμα μετά από χορήγηση του ανταγωνιστή H1 ισταμίνης υδροξυζίνη σε επτά υγιείς ενήλικες. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση υδροξυζίνης, 0.7 mg/kg (μέση δόση 39.0 ± 5.4 mg), … Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής που υπολογίστηκε από το τερματικό γραμμικό τμήμα της καμπύλης συγκέντρωσης υδροξυζίνης στον ορό έναντι του χρόνου ήταν 20.0 ± 4.1 ώρες. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν από τον κνησμό (pruritus).
Φάρμακα που δεσμεύονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους H1 υποδοχείς της ισταμίνης, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στις άμεσες υπερευαισθησίες. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και κάποιους άλλους λείους μυς, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας από κίνηση, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού των H1 υποδοχέων του κεντρικού νευρικού συστήματος δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
30S50YM8OG
ΥΔΡΟΞΥΖΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιισταμινικό
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης
Η υδροξυζίνη είναι Αντιισταμινικό. Ο μηχανισμός δράσης της υδροξυζίνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης.
ΥΔΡΟΞΥΖΙΝΗ
Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης [MoA]; Αντιισταμινικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν από τον κνησμό (pruritus).
Φάρμακα που δεσμεύονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους H1 υποδοχείς της ισταμίνης, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στις άμεσες υπερευαισθησίες. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και κάποιους άλλους λείους μυς, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας από κίνηση, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού των H1 υποδοχέων του κεντρικού νευρικού συστήματος δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.