IRINOTECAN
Ιρινοτεκάνη
Περιλαμβάνει ουσίες με άλλοτε άλλο τρόπο δράσης, ο οποίος αναφέρεται σε βραχύ εισαγωγικό σημείωμα.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: Κάθε 3 εβδομάδες (μονοθεραπεία) ή κάθε 2 εβδομάδες (συνδυασμός)
- Δόση έναρξης: 350 mg/m²
- Τιτλοποίηση: Μειώσεις δόσης κατά 15-20% για αιματολογική ή μη-αιματολογική τοξικότητα (βαθμού 3-4). Η χορήγηση θεραπείας μπορεί να καθυστερήσει για 1-2 εβδομάδες.
-
ασθενείς που έχουν λάβει προηγούμενη χημειοθεραπεία (μονοθεραπεία)Δόση350 mg/m²Ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 έως 90 λεπτών, κάθε 3 εβδομάδες.
-
ασθενείς πον δεν έχουν λάβει προηγούμενη χημειοθεραπεία (θεραπεία συνδυασμού με 5-FU/FA)Δόση180 mg/m²Άπαξ κάθε 2 εβδομάδες ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 έως 90 λεπτών, ακολουθούμενη από την έγχυση folinic acid και 5-fluorouracil.
-
Ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία (μονοθεραπεία)Η αρχική δόση καθορίζεται από τα επίπεδα χολερυθρίνης. Για τιμές χολερυθρίνης έως 1,5 φορές ΑΦΤ: 350 mg/m². Για τιμές 1,5 έως 3 φορές ΑΦΤ: 200 mg/m². Πάνω από 3 φορές ΑΦΤ αντενδείκνυται.
-
Ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία (θεραπεία συνδυασμού)Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
-
Ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργίαΔεν συνιστάται.
-
ΗλικιωμένοιΕπιλογή δοσολογίας με προσοχή λόγω αυξημένης συχνότητας εμφάνισης μειωμένων βιολογικών λειτουργιών. Απαιτείται στενή παρακολούθηση.
block
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Χρόνια φλεγμονή του εντέρου και/ή απόφραξη του εντέρου
-
Ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην irinotecan hydrochloride trihydrate ή σε κάποιο από τα έκδοχα του IRINOTECAN
-
Εγκυμοσύνη και γαλουχία
-
Τιμές χολερυθρίνης > 3 φορές από την ανώτερη φυσιολογική τιμή
-
Σοβαρή ανεπάρκεια του μυελού των οστών
-
Κατάσταση ικανότητας κατά WHO > 2
-
Συγχορήγηση με St John's Wort (Υπερικό/ Βαλσαμόχορτο)
warning
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικές οδηγίεςΗ χρήση του IRINOTECAN θα πρέπει να περιορίζεται σε μονάδες ειδικευμένες στη χορήγηση κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας και θα πρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη ιατρού εξειδικευμένου στη χρήση αντικαρκινικής χημειοθεραπείας.
-
Αντιμετώπιση ανεπιθυμήτων ενεργειώνΤο IRINOTECAN θα πρέπει να συνταγογραφείται στις ακόλουθες περιπτώσεις μόνο όταν το αναμενόμενο όφελος έχει εκτιμηθεί σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους: σε ασθενείς που παρουσιάζουν κάποιο παράγοντα κινδύνου, ιδιαίτερα σε εκείνους με κατάσταση ικανότητας κατά WHO = 2, και στις ελάχιστες εκείνες περιπτώσεις όπου θα θεωρηθεί ότι οι ασθενείς πιθανόν να μην τηρήσουν τις συστάσεις όσον αφορά την αντιμετώπιση των ανεπιθυμήτων ενεργειών (ανάγκη για άμεση και παρατεταμένη αντιδιαρροϊκή θεραπεία σε συνδυασμό με λήψη μεγάλων ποσοτήτων υγρών κατά την εμφάνιση της όψιμης διάρροιας). Γι' αυτούς τους ασθενείς συνιστάται αυστηρή νοσοκομειακή επίβλεψη.
-
Δοσολογικό σχήμαΌταν το IRINOTECAN χορηγείται ως μονοθεραπεία, συνήθως συνταγογραφείται με το δοσολογικό σχήμα κάθε 3 εβδομάδες. Ωστόσο το εβδομαδιαίο δοσολογικό σχήμα μπορεί να εξετασθεί ως εναλλακτική λύση για τους ασθενείς που χρειάζονται στενότερη παρακολούθηση ή που διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο σοβαρής ουδετεροπενίας.
-
Όψιμη διάρροιαΟι ασθενείς θα πρέπει να είναι ενήμεροι για τον κίνδυνο εμφάνισης όψιμης διάρροιας σε διάστημα μεγαλύτερο των 24 ωρών μετά από τη χορήγηση του IRINOTECAN και οποιαδήποτε χρονική στιγμή πριν από τον επόμενο κύκλο χορήγησης. Κατά τη μονοθεραπεία, ο μέσος χρόνος εμφάνισης της πρώτης υδαρούς κένωσης ήταν η 5η ημέρα μετά την έγχυση του IRINOTECAN. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώσουν ταχέως τον ιατρό τους για την εμφάνιση της και να αρχίσουν αμέσως την κατάλληλη θεραπεία. Ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο διάρροιας είναι εκείνοι που έχουν υποβληθεί σε προηγούμενη ακτινοθεραπεία κοιλίας/πυέλου, εκείνοι με υπερλευκοκυττάρωση κατά την έναρξη της θεραπείας, εκείνοι με κατάσταση ικανότητας ≥ 2 και οι γυναίκες. Εάν δεν αντιμετωπισθεί κατάλληλα η διάρροια μπορεί να αποβεί απειλητική για τη ζωή, ειδικά σε ασθενείς που είναι ταυτόχρονα ουδετεροπενικοί. Αμέσως μόλις εμφανιστεί η πρώτη υδαρής κένωση, ο ασθενής θα πρέπει να αρχίσει να πίνει μεγάλες ποσότητες ροφημάτων που περιέχουν ηλεκτρολύτες και να αρχίσει αμέσως κατάλληλη αντιδιαρροϊκή θεραπεία. Η αντιδιαρροϊκή θεραπεία θα συνταγογραφηθεί από το τμήμα που χορήγησε το IRINOTECAN. Μετά την έξοδο από το νοσοκομείο οι ασθενείς θα πρέπει να προμηθευτούν τα συνταγογραφημένα φάρμακα, ώστε να μπορούν να αναμετωπίσουν τη διάρροια, μόλις εμφανισθεί. Επιπροσθέτως, θα πρέπει να ενημερώσουν τον ιατρό τους ή το τμήμα που χορήγησε το IRINOTECAN για το πότε/εάν εμφανισθεί η διάρροια.. Η γενικώς συνιστώμενη αντιδιαρροϊκή θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση υψηλών δόσεων loperamide (4 mg για. την πρώτη λήψη και μετά 2 mg κάθε 2 ώρες). Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί για 12 ώρες μετά την εμφάνιση της τελευταίας υδαρούς κένωσης και δεν θα πρέπει να τροποποιηθεί. Σε καμιά περίπτωση η loperamide δεν θα πρέπει να χορηγηθεί για περισσότερο από 48 συνεχείς ώρες, σε αυτές τις δόσεις, λόγω του κινδύνου εμφάνισης παραλυτικού ειλεού αλλά και ούτε για λιγότερο από 12 ώρες. Όταν η διάρροια συνδέεται με σοβαρή- ουδετεροπενία (αριθμός ουδέτεροφίλων < 500 κύτταρα/mm ), θα πρέπει να χορηγείται προφυλακτικώς αντιβιοτική θεραπεία ευρέος φάσματος επιπλέον της αντιδιαρροϊκής θεραπείας. Επιπρόσθετα της αντιβιοτικής θεραπείας, συστήνεται εισαγωγή στο νοσοκομείο για την αντιμετώπιση της διάρροιας στις ακόλουθες περιπτώσεις: - διάρροια η οποία συνδέεται με πυρετό, - σοβαρή διάρροια (η οποία απαιτεί την ενδοφλέβια χορήγηση υγρών), - διάρροια εμμένουσα πέραν των 48 ωρών μετά από την έναρξη της χορήγησης υψηλών δόσεων loperamide. Η loperamide δεν πρέπει να χορηγείται προφυλακτικώς, ακόμη και στους ασθενείς οι οποίοι εμφάνισαν όψιμη διάρροια σε προηγούμενους κύκλους χορήγησης. Στους ασθενείς που εμφάνισαν σοβαρή διάρροια συνιστάται η ελάττωση της δόσης στους επόμενους κύκλους χορήγησης (βλ. λήμμα «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης»).
-
ΑιματολογίαΚατά τη διάρκεια της θεραπείας με IRINOTECAN θα πρέπει να πραγματοποιούνται γενικές εξετάσεις αίματος κάθε εβδομάδα. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι ενήμεροι του κινδύνου της εμφάνισης ουδετεροπενίας και της σημασίας του πυρετού. Η εμπύρετη ουδετεροπενία (θερμοκρασία > 38 °C και αριθμός ουδετεροφίλων < 1000 κύτταρα/mm ) θα πρέπει να αντιμετωπίζεται επειγόντως σε νοσοκομείο με ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών ευρέος φάσματος. Για τους ασθενείς που παρουσίασαν σοβαρή αιματολογική τοξικότητα, συνιστάται η ελάττωση της δόσης για την επόμενη χορήγηση (βλ. λήμμα «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης»). Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος λοιμώξεων και αιματολογικής τοξικότητας σε ασθενείς με σοβαρή διάρροια. Στους ασθενείς με σοβαρή διάρροια θα πρέπει να πραγματοποιούνται γενικές εξετάσεις αίματος.
-
Ηπατική διαταραχήΕξετάσεις για τον έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να πραγματοποιούνται κατά την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε κύκλο. Γενικές εξετάσεις- αίματος θα πρέπει να πραγματοποιούνται εβδομαδιαίως σε ασθενείς με τιμές χολερυθρίνης από 1,5 έως 3 φορές μεγαλύτερες της ανώτερης φυσιολογικής τιμής (ΑΦΤ) λόγω της μειωμένης κάθαρσης της irinotecan (βλ. λήμμα «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες») και του κατά συνέπεια αυξημένου κινδύνου αιματολογικής τοξικότητας σε αυτή την κατηγορία των ασθενών. Για ασθενείς με τιμές χολερυθρίνης μεγαλύτερες από το 3πλάσιο της ΑΦΤ (βλ. λήμμα «Αντενδείξεις»).
-
Ναυτία και εμετόςΠριν από κάθε χορήγηση IRINOTECAN συνιστάται προφυλακτική αγωγή με αντιεμετικά. Ναυτία και εμετός έχουν αναφερθεί συχνά. Οι ασθενείς με έμετο που συνδέεται με όψιμη διάρροια, θα πρέπει να νοσηλεύονται, για να υποβληθούν σε θεραπεία όσο το δυνατόν συντομότερα.
-
Οξύ χολινεργικό σύνδρομοΕάν εμφανιστεί οξύ χολινεργικό σύνδρομο (που ορίζεται ως πρώιμη διάρροια και διάφορα άλλα συμπτώματα, όπως: εφίδρωση, κοιλιακά άλγη, δακρύρροια, μύση και σιελόρροια), θα πρέπει να χορηγηθεί θειϊκή ατροπίνη (0,25 mg υποδορίως), εκτός εάν αντενδείκνυται κλινικώς (βλ. λήμμα «Ανεπιθύμητες ενέργειες»). Θα πρέπει να δίνεται προσοχή στους ασθενείς που πάσχουν από άσθμα. Σε ασθενείς με οξύ και σοβαρό χολινεργικό σύνδρομο, η χρήση της θέιϊκής ατροπίνης συνιστάται προφυλακτικά κατά τη χορήγηση των επόμενων δόσεων του IRINOTECAN
-
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματοςΗ εμφάνιση διάμεσης πνευμονοπάθειας με τη μορφή πνευμονικών διηθήσεων, είναι ασυνήθης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με irinotecan. Η διάμεση πνευμονοπάθεια μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον θάνατο. Στους παράγοντες κινδύνου οι οποίοι είναι πιθανό να συνδέονται με την ανάπτυξη πνευμονικών διηθήσεων διάμεσης πνευμονοπάθειας περιλαμβάνεται η χρήση πνευμονοτοξικών φαρμάκων, η ακτινοθεραπεία και οι αιμοποιητικοί αυξητικοί παράγοντες διέγερσης αποικιών. Ασθενείς με παράγοντες κινδύνου πρέπει να παρακολουθούνται στενά για εμφάνιση αναπνευστικών συμπτωμάτων πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με irinotecan.
-
ΕξαγγείωσηΕνώ η irinotecan δεν είναι γνωστή φλυκταινογόνος ουσία, ωστόσο πρέπει να δίνεται προσοχή ώστε να αποφεύγεται η εξαγγείωση και η θέση της έγχυσης πρέπει να παρακολουθείται για σημεία φλεγμονής. Εάν εκδηλωθεί εξαγγείωση, συνιστάται έκπλυση του σημείου και τοποθέτηση πάγου.
-
ΗλικιωμένοιΛόγω της μεγαλύτερης συχνότητας ύπαρξης μειωμένων βιολογικών λειτουργιών, ιδιαιτέρως της ηπατικής λειτουργίας, στους ηλικιωμένους ασθενείς, η επιλογή της χορηγούμενης δόσης IRINOTECAN σε αυτήν την κατηγορία ασθενών, θα -πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. λήμμο: «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης»).
-
Ασθενείς με χρόνια φλεγμονώδη νόσο του εντέρου και/ή απόφραξη εντέρουΑυτοί οι ασθενείς δεν πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με IRINOTECAN μέχρι την αποκατάσταση της απόφραξης του εντέρου (βλ. λήμμα «Αντενδείξεις»).
-
Ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργίαΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε αυτή την κατηγορία πληθυσμού (βλ. λήμμα «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης» και «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες»).
-
Καρδιακές ΔιαταραχέςΈχουν παρατηρηθεί ισχαιμικά επεισόδια του μυοκαρδίου έπειτα από θεραπεία με ιρινοτεκάνη, κυρίως σε ασθενείς με υποκείμενη καρδιακή νόσο, με άλλους γνωστούς παράγοντες κινδύνου για καρδιακή νόσο, ή προηγούμενη κυτταροτοξική χημειοθεραπεία (βλέπε παράγραφο « Ανεπιθύμητες Ενέργειες »). Συνεπώς, ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου πρέπει να παρακολουθούνται στενά και πρέπει να πραγματοποιηθεί προσπάθεια ελαχιστοποίησης όλων των μεταβλητών παραγόντων κινδύνου (π.χ κάπνισμα, υπέρταση και υπερλιπιδαιμία).
-
Ανοσοκατασταλτικές Δράσεις/ Αυξημένη Ευαισθησία σε ΛοιμώξειςΗ χορήγηση ζώντων ή ζώντων-αδρανοποιημένων εμβολίων σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς ως αποτέλεσμα λήψης χημειοθεραπευτικών παραγόντων περιλαμβανομένης της ιρινοτεκάνης, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα σοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις. Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ιρινοτεκάνη. Τα νεκρά ή αδρανοποιημένα εμβόλια μπορούν να χορηγηθούν. Παρά ταύτα, η ανταπόκριση σε τέτοια εμβόλια μπορεί να είναι ελαττωμένη.
-
Άλλες περιπτώσειςΤο φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει σορβιτόλη και επομένως είναι ακατάλληλο για χορήγηση σε όσους εμφανίζουν κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη. Σπάνιες περιπτώσεις vεφρικής ανεπάρκειας, υπότασης ή κυκλοφορικής ανεπάρκειας έχουν -παρατηρηθεί σε ασθενείς με επεισόδια αφυδάτωσης συνδεόμενα με διάρροια και/ή έμετο ή σηψαιμία. Αντισυλληπτικά μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά από την παύση της θεραπείας. Η συγχορήγηση της irinotecan με έναν ισχυρό αναστολέα (π.χ. κετοκοναζόλη) ή επαγωγέα [π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοίνη, Si John's. Wort (Υπερικό / Βαλσαμόχορτο)] του κυτοχρώματος CYP3A4 ενδέχεται να μεταβάλλει το μεταβολισμό της irinotecan και πρέπει να αποφεύγεται (βλ. λήμμα 4.5).
swap_horiz
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Νευρομυϊκοί αποκλειστέςπροσοχήΜη αποκλειόμενη αλληλεπίδραση. Το IRINOTECAN έχει αντιχολινεστερασική δράση, μπορεί να παρατείνει τον νευρομυϊκό αποκλεισμό του suxamethonium και να ανταγωνιστεί τη δράση των μη-εκπολωτικών φαρμάκων.
-
προσοχήΜειωμένη έκθεση στην irinotecan, SN-38 και SN-38G. Μείωση AUC SN-38 και SN-38G κατά 50% ή περισσότερο.
-
προσοχήΜείωση AUC APC κατά 87% και αύξηση AUC SN-38 κατά 109%.
-
Αναστολείς, επαγωγείς CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, κετοκοναζόλη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοίνη)προσοχήΑλλοίωση μεταβολισμού irinotecan. Αποφυγή.
-
St. John's Wort (Υπερικό /Βαλσαμόχορτο)αντένδειξηΜείωση 42% στις συγκεντρώσεις SN-38 στο πλάσμα. Απαγορεύεται η χορήγηση.
-
5-fluorouracil/folinic acidπαρακολούθησηΗ φαρμακοκινητική της irinotecan δεν μεταβάλλεται.
-
Θειική αταζαναβίρη (αναστολέας CYP3A4 και UGT1A1)προσοχήΔυνατότητα αύξησης συστηματικής έκθεσης στο SN-38.
-
Αντιπηκτικά (ανταγωνιστές βιταμίνης Κ)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος θρομβωτικών επεισοδίων. Απαιτείται αυξημένη συχνότητα παρακολούθησης INR.
-
Εμβόλιο κίτρινου πυρετούαντένδειξηΚίνδυνος θανατηφόρας γενικευμένης αντίδρασης.
-
Ζώντα αδρανοποιημένα εμβόλια (εκτός κίτρινου πυρετού)μη συνιστάταιΚίνδυνος συστηματικής ασθένειας που δύναται να προκαλέσει θάνατο (λοιμώξεις).
-
μη συνιστάταιΚίνδυνος επιδείνωσης σπασμών (μειωμένη απορρόφηση φαινυτοίνης) ή αύξησης τοξικότητας (αυξημένος ηπατικός μεταβολισμός).
-
να εξεταστείΥπερβολική ανοσοκαταστολή με κίνδυνο λεμφοϋπερπλαστικότητας.
-
παρακολούθησηΔεν έχει αποδειχθεί αλληλεπίδραση.
sick
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διάρροια (πρώιμη και καθυστερημένη)
- Ναυτία
- Εμετός
- Αφυδάτωση
- Δυσκοιλιότητα
- Εντερική απόφραξη
- Ειλεός
- Αιμορραγία εκ του γαστρεντερικού
- Κολίτιδα (τυφλίτιδα, ισχαιμική, ελκώδης)
- Διάτρηση του εντέρου
- Ανορεξία
- Κοιλιακό άλγος
- Βλενογονίτιδα
- Παγκρεατίτιδα
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Λοιμώξεις (συνδεόμενες με ουδετεροπενία)
- Οξύ χολινεργικό σύνδρομο
- Πυρετός (απουσία λοίμωξης)
- Αντιδράσεις στο σημείο της έγχυσης
- Υπέρταση
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Δύσπνοια
- Αλωπεκία
- Δερματικές αντιδράσεις
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Μυΐκή σύσπαση ή κράμπες
- Παραισθησία
- Αύξηση τρανσαμινασών
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
- Αύξηση χολερυθρίνης
- Αύξηση κρεατινίνης
- Αύξηση SGPT
- Αύξηση SGOT
- Αύξηση αμυλάσης
- Αύξηση λιπάσης
- Υποκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Διαταραχές ομιλίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνή (δοσο-περιοριστική)Διάρροια (πρώιμη και καθυστερημένη)Γαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνήΝαυτίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνήΕμετόςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑφυδάτωσηΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Λιγότερο από 10% (μονοθεραπεία), 3,4% (συνδυασμός)ΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΑσυνήθειςΕντερική απόφραξηΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΑσυνήθειςΕιλεόςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΑσυνήθειςΑιμορραγία εκ του γαστρεντερικούΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚολίτιδα (τυφλίτιδα, ισχαιμική, ελκώδης)Γαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιάτρηση του εντέρουΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΉπιεςΑνορεξίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΉπιεςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΉπιεςΒλενογονίτιδαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνή (δοσο-περιοριστική)ΟυδετεροπενίαΑιματολογικές διαταραχές
-
Πολύ συχνήΑναιμίαΑιματολογικές διαταραχές
-
ΣυχνήΘρομβοπενίαΑιματολογικές διαταραχές
-
Συχνή (συνδεόμενη με ουδετεροπενία)ΛοιμώξειςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Συχνό (9% μονοθεραπεία, 1.4% συνδυασμός)Οξύ χολινεργικό σύνδρομοΓενικές διαταραχές και αντιδράσεις στο σημείο έγχυσης
-
Συχνός (12% μονοθεραπεία, 6.2% συνδυασμός)Πυρετός (απουσία λοίμωξης)Γενικές διαταραχές και αντιδράσεις στο σημείο έγχυσης
-
Όχι συχνέςΑντιδράσεις στο σημείο της έγχυσηςΓενικές διαταραχές και αντιδράσεις στο σημείο έγχυσης
-
ΣπάνιεςΥπέρτασηΚαρδιακές διαταραχές
-
ΑσυνήθειςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικές διαταραχές
-
Πολύ συχνήΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΔερματικές αντιδράσειςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑλλεργικές αντιδράσειςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΜυΐκή σύσπαση ή κράμπεςΜυοσκελετικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠαραισθησίαΜυοσκελετικές διαταραχές
-
9,2% (μονοθεραπεία)Αύξηση τρανσαμινασώνΕργαστηριακές εξετάσεις
-
8,1% (μονοθεραπεία), 11% (συνδυασμός)Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΕργαστηριακές εξετάσεις
-
1,8% (μονοθεραπεία), 10% (συνδυασμός)Αύξηση χολερυθρίνηςΕργαστηριακές εξετάσεις
-
7,3% (μονοθεραπεία)Αύξηση κρεατινίνηςΕργαστηριακές εξετάσεις
-
15% (συνδυασμός)Αύξηση SGPTΕργαστηριακές εξετάσεις
-
11% (συνδυασμός)Αύξηση SGOTΕργαστηριακές εξετάσεις
-
Πολύ σπάνιαΑύξηση αμυλάσηςΕργαστηριακές εξετάσεις
-
Πολύ σπάνιαΑύξηση λιπάσηςΕργαστηριακές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΥποκαλιαιμίαΕργαστηριακές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΥπονατριαιμίαΕργαστηριακές εξετάσεις
-
Πολύ σπάνιαΔιαταραχές ομιλίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυται
-
Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησηςΑποφεύγεταιΘα πρέπει να συστήνεται στις γυναίκες που βρίσκονται σε ηλικία τεκνοποίησης και λαμβάνουν IRINOTECAN αποφύγουν την κύηση και να ενημερώσουν αμέσως το θεράποντα ιατρό τους, εφόσον διαπιστωθεί (βλ. λήμματα «Αντενδείξεις» και «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση»).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ C-irinotecan ανιχνεύθηκε στο γάλα αρουραίων που θήλαζαν. Δεν είναι γνωστό, αν η irinotecan απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Κατά συνέπεια, εξαιτίας του ενδεχόμενου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στο νεογνό που θηλάζει, η γαλουχία θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IRINOTECAN (βλ, λήμμα «Αντενδείξεις»).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
expand_more
Δοσολογία
Μόνο για ενήλικες. Το διάλυμα προς έγχυση IRINOTECAN πρέπει να εγχέεται σε περιφερική ή κεντρική φλέβα. Συνιστώμενη δοσολογία: Κατά τη μονοθεραπεία (για τους ασθενείς που έχουν λάβει προηγούμενη χημειοθεραπεία): Η συνιστώμενη δοσολογία του IRINOTECAN είναι 350 mg/m² ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 έως 90 λεπτών, χορηγούμενη κάθε 3 εβδομάδες (βλ. λήμματα «Οδηγίες χρήσεως/χειρισμού» και «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση»}. Κατά τη θεραπεία συνδυασμού (για τους ασθενείς πον δεν έχουν λάβει προηγούμενη χημειοθεραπεία): Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του ΙRINOTECAN σε συνδυασμό με 5-fluorouracil (5-FU) και folinic acid (FA) αξιολογήθηκαν κατά το σχήμα που ακολουθεί (βλ. λήμμα «Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες»):
- IRINOTECAN και 5-FU/FA σε σχήμα χορήγησης κάθε 2 εβδομάδες Η συνιστώμενη δόση του IRINOTECAN είναι 180 mg/m² χορηγούμενη άπαξ κάθε 2 εβδομάδες ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 έως 90 λεπτών, ακολουθούμενη από την έγχυση folinic acid και 5- fluoronraciL Για τη δοσολογία και τον τρόπο συγχορήγησης του cetuximab, αναφερθείτε στις πληροφορίες που αφορούν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν. Συνήθως, χορηγείται η ίδια δόση irinotecan, με αυτή που είχε χρησιμοποιηθεί στους τελευταίους κύκλους του προηγούμενου δοσολογικού σχήματος που περιείχε irinotecan. Η irinotecan δεν πρέπει να χορηγείται σε διάστημα μικρότερο από 1 ώρα, μετά το τέλος της έγχυσης του cetuximab. Τροποποιήσεις της δοσολογίας: Το IRINOTECAN πρέπει να χορηγείται έπειτα από την κατάλληλη αποκατάσταση όλων των ανεπιθύμητων ενεργειών σε βαθμό 0 ή 1 της κλίμακας NCI-CTC (National Cancer Institute Common Toxicity Criteria) και αφού η σχετιζόμενη με τη θεραπεία διάρροια έχει ξεπεραστεί πλήρως. Στην αρχή της επόμενης έγχυσης θεραπείας, οι δόσεις του IRINOTECAN και της 5-FU, όπου εφαρμόζεται, θα πρέπει να μειώνονται ανάλογα με τον χείριστο βαθμό ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκαν κατά την προηγούμενη έγχυση. Η χορήγηση της θεραπείας θα πρέπει να καθυστερήσει για 1 έως 2 εβδομάδες, προκείμενου να επιτραπεί η αποκατάσταση των σχετιζόμενων με τη θεραπεία ανεπιθυμήτων ενεργειών. Για τις ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, οι δόσεις του IRINOTECAN και/ή της 5-FU, όπου είναι δυνατό, θα πρέπει να ελαττώνονται κατά 15-20%:
- Αιματολογική τοξικότητα (ουδετεροπενία βαθμού 4, εμπύρετη ουδετεροπενία [ουδετεροπενία βαθμού 3-4 και πυρετός βαθμού 2-4], θρομβοπενία και λευκοπενία [βαθμού 4]),
- Μη-αιματολογική τοξικότητα [βαθμού 3-4] Οι συστάσεις για τροποποιήσεις της δοσολογίας του cetuximab, κατά τη συγχορήγηση με irinotecan, θα πρέπει να ακολουθούνται σύμφωνα με τις πληροφορίες που αφορούν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν. Διάρκεια της θεραπείας Η θεραπεία με το IRINOTECAN θα πρέπει να συνεχισθεί μέχρι να σημειωθεί αντικειμενική εξέλιξη της νόσου ή μη-αποδεκτή τοξικότητα. Ειδικές κατηγορίες ασθενών: Ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία: Κατά τη μονοθεραπεία: Η αρχική δόση του IRINOTECAN θα πρέπει να καθορίζεται από τα επίπεδα της χολερυθρίνης στο αίμα (ως και τρεις φορές μεγαλύτερα της ανώτερης φυσιολογικής τιμής [ΑΦΤ]) σε ασθενείς με κατάσταση ικανότητας ≤ 2. Σε αυτούς τους ασθενείς με υπερχολερυθριναιμία και χρόνο προθρομβίνης μεγαλύτερο από 50%, μειώνεται η κάθαρση της irinotecan (βλ. λήμμα «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες») και γι’ αυτό είναι αυξημένος ο κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας. Επομένως σε αυτή την κατηγορία των ασθενών θα πρέπει να πραγματοποιούνται εβδομαδιαίως γενικές εξετάσεις αίματος. Σε ασθενείς με τιμές χολερυθρίνης μέχρι 1,5 φορά της ανώτερης φυσιολογικής τιμής (ΑΦΤ), η συνιστώμενη δόση IRINOTECAN είναι 350 mg/m². Σε ασθενείς με τιμές χολερυθρίνης που κυμαίνονται από 1,5 έως 3 φορές της ΑΦΤ, η συνιστώμενη δόση IRINOTECAN είναι 200 mg/ m² Σε ασθενείς με τιμές χολερυθρίνης πάνω από το 3πλάσιο της ΑΦΤ, δεν πρέπει να χορηγείται το IRINOTECAN (βλ. λήμματα «Αντενδείξεις» και «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση»). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία όσον αφορά σε ασθενείς με ηπατική βλάβη στους οποίους χορηγείται θεραπεία συνδιασμού με IRINOTECAN Ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία: Δεν συνιστάται η χορήγηση του IRINOTECAN σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, επειδή δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σε αυτή την κατηγορία ασθενών (βλ. λήμματα «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση» και «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες»). Ηλικιωμένοι: Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές φαρμακοκινητικές μελέτες σε ηλικιωμένους. Ωστόσο η επιλογή της δοσολογίας γι’ αυτή την κατηγορία πληθυσμού θα πρέπει να γίνεται προσεκτικά, εξαιτίας της αυξημένης συχνότητας εμφάνισης μειωμένων βιολογικών λειτουργιών. Αυτή η κατηγορία πληθυσμού χρειάζεται πιο στενή παρακολούθηση (βλ. λήμμα «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση»)
block
Αντενδείξεις
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
expand_more
Αντενδείξεις
- Χρόνια φλεγμονή του εντέρου και/ή απόφραξη του εντέρου (βλ. λήμμα «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση").
- Ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην irinotecan hydrochloride trihydrate ή σε κάποιο από τα έκδοχα του IRINOTECAN.
- Εγκυμοσύνη και γαλουχία (βλ. λήμματα «Κύηση και γαλουχία» και «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση");
- Τιμές χολερυθρίνης > 3 φορές από την ανώτερη φυσιολογική τιμή (βλ. λήμμα «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση").
- Σοβαρή ανεπάρκεια του μυελού των οστών.
- Κατάσταση ικανότητας κατά WHO > 2.
- Συγχορήγηση με St John’s Wort (Υπερικό/ Βαλσαμόχορτο) (βλ. λήμμα 4.5). Για επιπλέον αντενδείξεις του cetuximab, αναφερθείτε στις πληροφορίες που αφορούν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η χρήση του IRINOTECAN θα πρέπει να περιορίζεται σε μονάδες ειδικευμένες στη χορήγηση κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας και θα πρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη ιατρού εξειδικευμένου στη χρήση αντικαρκινικής χημειοθεραπείας. Δεδομένης της φύσης και της συχνότητας εμφάνισης των ανεπιθυμήτων ενεργειών, το IRINOTECAN θα πρέπει να συνταγογραφείται στις ακόλουθες περιπτώσεις μόνο όταν το αναμενόμενο όφελος έχει εκτιμηθεί σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους:.
- σε ασθενείς που παρουσιάζουν κάποιο παράγοντα κινδύνου, ιδιαίτερα σε εκείνους με κατάσταση ικανότητας κατά WHO = 2.
- στις ελάχιστες εκείνες περιπτώσεις όπου θα θεωρηθεί ότι οι ασθενείς πιθανόν να μην τηρήσουν τις συστάσεις όσον αφορά την αντιμετώπιση των ανεπιθυμήτων ενεργειών (ανάγκη για άμεση και παρατεταμένη αντιδιαρροϊκή θεραπεία σε συνδυασμό με λήψη μεγάλων ποσοτήτων υγρών κατά την εμφάνιση της όψιμης διάρροιας). Γι’ αυτούς τους ασθενείς συνιστάται αυστηρή νοσοκομειακή επίβλεψη. Όταν το IRINOTECAN χορηγείται ως μονοθεραπεία, συνήθως συνταγογραφείται με το δοσολογικό σχήμα κάθε 3 εβδομάδες. Ωστόσο το εβδομαδιαίο δοσολογικό σχήμα μπορεί να εξετασθεί ως εναλλακτική λύση για τους ασθενείς που χρειάζονται στενότερη παρακολούθηση ή που διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο σοβαρής ουδετεροπενίας. Όψιμη διάρροια Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι ενήμεροι για τον κίνδυνο εμφάνισης όψιμης διάρροιας σε διάστημα μεγαλύτερο των 24 ωρών μετά από τη χορήγηση του IRINOTECAN και οποιαδήποτε χρονική στιγμή πριν από τον επόμενο κύκλο χορήγησης. Κατά τη μονοθεραπεία, ο μέσος χρόνος εμφάνισης της πρώτης υδαρούς κένωσης ήταν η 5η ημέρα μετά την έγχυση του IRINOTECAN. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώσουν ταχέως τον ιατρό τους για την εμφάνιση της και να αρχίσουν αμέσως την κατάλληλη θεραπεία. Ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο διάρροιας είναι εκείνοι που έχουν υποβληθεί σε προηγούμενη ακτινοθεραπεία κοιλίας/πυέλου, εκείνοι με υπερλευκοκυττάρωση κατά την έναρξη της θεραπείας, εκείνοι με κατάσταση ικανότητας ≥ 2 και οι γυναίκες. Εάν δεν αντιμετωπισθεί κατάλληλα η διάρροια μπορεί να αποβεί απειλητική για τη ζωή, ειδικά σε ασθενείς που είναι ταυτόχρονα ουδετεροπενικοί. Αμέσως μόλις εμφανιστεί η πρώτη υδαρής κένωση, ο ασθενής θα πρέπει να αρχίσει να πίνει μεγάλες ποσότητες ροφημάτων που περιέχουν ηλεκτρολύτες και να αρχίσει αμέσως κατάλληλη αντιδιαρροϊκή θεραπεία. Η αντιδιαρροϊκή θεραπεία θα συνταγογραφηθεί από το τμήμα που χορήγησε το IRINOTECAN. Μετά την έξοδο από το νοσοκομείο οι ασθενείς θα πρέπει να προμηθευτούν τα συνταγογραφημένα φάρμακα, ώστε να μπορούν να αναμετωπίσουν τη διάρροια, μόλις εμφανισθεί. Επιπροσθέτως, θα πρέπει να ενημερώσουν τον ιατρό τους ή το τμήμα που χορήγησε το IRINOTECAN για το πότε/εάν εμφανισθεί η διάρροια.. Η γενικώς συνιστώμενη αντιδιαρροϊκή θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση υψηλών δόσεων loperamide (4 mg για. την πρώτη λήψη και μετά 2 mg κάθε 2 ώρες). Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί για 12 ώρες μετά την εμφάνιση της τελευταίας υδαρούς κένωσης και δεν θα πρέπει να τροποποιηθεί. Σε καμιά περίπτωση η loperamide δεν θα πρέπει να χορηγηθεί για περισσότερο από 48 συνεχείς ώρες, σε αυτές τις δόσεις, λόγω του κινδύνου εμφάνισης παραλυτικού ειλεού αλλά και ούτε για λιγότερο από 12 ώρες. Όταν η διάρροια συνδέεται με σοβαρή- ουδετεροπενία (αριθμός ουδέτεροφίλων < 500 κύτταρα/mm ), θα πρέπει να χορηγείται προφυλακτικώς αντιβιοτική θεραπεία ευρέος φάσματος επιπλέον της αντιδιαρροϊκής θεραπείας. Επιπρόσθετα της αντιβιοτικής θεραπείας, συστήνεται εισαγωγή στο νοσοκομείο για την αντιμετώπιση της διάρροιας στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- διάρροια η οποία συνδέεται με πυρετό,
- σοβαρή διάρροια (η οποία απαιτεί την ενδοφλέβια χορήγηση υγρών),
- διάρροια εμμένουσα πέραν των 48 ωρών μετά από την έναρξη της χορήγησης υψηλών δόσεων loperamide. Η loperamide δεν πρέπει να χορηγείται προφυλακτικώς, ακόμη και στους ασθενείς οι οποίοι εμφάνισαν όψιμη διάρροια σε προηγούμενους κύκλους χορήγησης. Στους ασθενείς που εμφάνισαν σοβαρή διάρροια συνιστάται η ελάττωση της δόσης στους επόμενους κύκλους χορήγησης (βλ. λήμμα «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης»). Αιματολογία. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IRINOTECAN θα πρέπει να πραγματοποιούνται γενικές εξετάσεις αίματος κάθε εβδομάδα. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι ενήμεροι του κινδύνου της εμφάνισης ουδετεροπενίας και της σημασίας του πυρετού. Η εμπύρετη ουδετεροπενία (θερμοκρασία > 38 °C και αριθμός ουδετεροφίλων < 1000 κύτταρα/mm ) θα πρέπει να αντιμετωπίζεται επειγόντως σε νοσοκομείο με ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών ευρέος φάσματος. Για τους ασθενείς που παρουσίασαν σοβαρή αιματολογική τοξικότητα, συνιστάται η ελάττωση της δόσης για την επόμενη χορήγηση (βλ. λήμμα «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης»). Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος λοιμώξεων και αιματολογικής τοξικότητας σε ασθενείς με σοβαρή διάρροια. Στους ασθενείς με σοβαρή διάρροια θα πρέπει να πραγματοποιούνται γενικές εξετάσεις αίματος. Ηπατική διαταραχή Εξετάσεις για τον έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να πραγματοποιούνται κατά την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε κύκλο. Γενικές εξετάσεις- αίματος θα πρέπει να πραγματοποιούνται εβδομαδιαίως σε ασθενείς με τιμές χολερυθρίνης από 1,5 έως 3 φορές μεγαλύτερες της ανώτερης φυσιολογικής τιμής (ΑΦΤ) λόγω της μειωμένης κάθαρσης της irinotecan (βλ. λήμμα «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες») και του κατά συνέπεια αυξημένου κινδύνου αιματολογικής τοξικότητας σε αυτή την κατηγορία των ασθενών. Για ασθενείς με τιμές χολερυθρίνης μεγαλύτερες από το 3πλάσιο της ΑΦΤ (βλ. λήμμα «Αντενδείξεις»). Ναυτία και εμετός Πριν από κάθε χορήγηση IRINOTECAN συνιστάται προφυλακτική αγωγή με αντιεμετικά. Ναυτία και εμετός έχουν αναφερθεί συχνά. Οι ασθενείς με έμετο που συνδέεται με όψιμη διάρροια, θα πρέπει να νοσηλεύονται, για να υποβληθούν σε θεραπεία όσο το δυνατόν συντομότερα. Οξύ χολινεργικό σύνδρομο Εάν εμφανιστεί οξύ χολινεργικό σύνδρομο (που ορίζεται ως πρώιμη διάρροια και διάφορα άλλα συμπτώματα, όπως: εφίδρωση, κοιλιακά άλγη, δακρύρροια, μύση και σιελόρροια), θα πρέπει να χορηγηθεί θειϊκή ατροπίνη (0,25 mg υποδορίως), εκτός εάν αντενδείκνυται κλινικώς (βλ. λήμμα «Ανεπιθύμητες ενέργειες»). Θα πρέπει να δίνεται προσοχή στους ασθενείς που πάσχουν από άσθμα. Σε ασθενείς με οξύ και σοβαρό χολινεργικό σύνδρομο, η χρήση της θέιϊκής ατροπίνης συνιστάται προφυλακτικά κατά τη χορήγηση των επόμενων δόσεων του IRINOTECAN Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος Η εμφάνιση διάμεσης πνευμονοπάθειας με τη μορφή πνευμονικών διηθήσεων, είναι ασυνήθης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με irinotecan. Η διάμεση πνευμονοπάθεια μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον θάνατο. Στους παράγοντες κινδύνου οι οποίοι είναι πιθανό να συνδέονται με την ανάπτυξη πνευμονικών διηθήσεων διάμεσης πνευμονοπάθειας περιλαμβάνεται η χρήση πνευμονοτοξικών φαρμάκων, η ακτινοθεραπεία και οι αιμοποιητικοί αυξητικοί παράγοντες διέγερσης αποικιών. Ασθενείς με παράγοντες κινδύνου πρέπει να παρακολουθούνται στενά για εμφάνιση αναπνευστικών συμπτωμάτων πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με irinotecan. Εξαγγείωση Ενώ η irinotecan δεν είναι γνωστή φλυκταινογόνος ουσία, ωστόσο πρέπει να δίνεται προσοχή ώστε να αποφεύγεται η εξαγγείωση και η θέση της έγχυσης πρέπει να παρακολουθείται για σημεία φλεγμονής. Εάν εκδηλωθεί εξαγγείωση, συνιστάται έκπλυση του σημείου και τοποθέτηση πάγου. Ηλικιωμένοι Λόγω της μεγαλύτερης συχνότητας ύπαρξης μειωμένων βιολογικών λειτουργιών, ιδιαιτέρως της ηπατικής λειτουργίας, στους ηλικιωμένους ασθενείς, η επιλογή της χορηγούμενης δόσης IRINOTECAN σε αυτήν την κατηγορία ασθενών, θα -πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. λήμμο: «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης »). Ασθενείς ιιε xρόνια φλεγμονώδη νόσος του εντέρου και/ή απόφραξη εντέρου Αυτοί οι ασθενείς δεν πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με IRINOTECAN μέχρι την αποκατάσταση της απόφραξης του εντέρου (βλ. λήμμα «Αντενδείξεις»). Ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε αυτή την κατηγορία πληθυσμού (βλ. λήμμα «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης» και «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες"). Καρδιακές Διαταραχές Έχουν παρατηρηθεί ισχαιμικά επεισόδια του μυοκαρδίου έπειτα από θεραπεία με ιρινοτεκάνη, κυρίως σε ασθενείς με υποκείμενη καρδιακή νόσο, με άλλους γνωστούς παράγοντες κινδύνου για καρδιακή νόσο, ή προηγούμενη κυτταροτοξική χημειοθεραπεία (βλέπε παράγραφο « Ανεπιθύμητες Ενέργειες »). Συνεπώς, ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου πρέπει να παρακολουθούνται στενά και πρέπει να πραγματοποιηθεί προσπάθεια ελαχιστοποίησης όλων των μεταβλητών παραγόντων κινδύνου (π.χ κάπνισμα, υπέρταση και υπερλιπιδαιμία). Ανοσοκατασταλτικές Δράσεις/ Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις Η χορήγηση ζώντων ή ζώντων-αδρανοποιημένων εμβολίων σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς ως αποτέλεσμα λήψης χημειοθεραπευτικών παραγόντων περιλαμβανομένης της ιρινοτεκάνης, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα σοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις. Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ιρινοτεκάνη. Τα νεκρά ή αδρανοποιημένα εμβόλια μπορούν να χορηγηθούν. Παρά ταύτα, η ανταπόκριση σε τέτοια εμβόλια μπορεί να είναι ελαττωμένη. Άλλες περιπτώσεις Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει σορβιτόλη και επομένως είναι ακατάλληλο για χορήγηση σε όσους εμφανίζουν κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη. Σπάνιες περιπτώσεις vεφρικής ανεπάρκειας, υπότασης ή κυκλοφορικής ανεπάρκειας έχουν -παρατηρηθεί σε ασθενείς με επεισόδια αφυδάτωσης συνδεόμενα με διάρροια και/ή έμετο ή σηψαιμία. Αντισυλληπτικά μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά από την παύση της θεραπείας. Η συγχορήγηση της irinotecan με έναν ισχυρό αναστολέα (π.χ. κετοκοναζόλη) ή επαγωγέα [π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοίνη, Si John’s. Wort (Υπερικό / Βαλσαμόχορτο)] του κυτοχρώματος CYP3A4 ενδέχεται να μεταβάλλει το μεταβολισμό της irinotecan και πρέπει να αποφεύγεται (βλ. λήμμα 4.5).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η αλληλεπίδραση μεταξύ της irinotecan και νευρομυϊκών αποκλειστών δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το IRINOTECAN έχει αντιχολινεστερασική δράση, και επομένως τα φάρμακα με αντιχολινεστερασική δράση μπορεί να παρατείνουν το νευρομυϊκό αποκλεισμό του suxamethonium και μπορεί να ανταγωνιστούν τη νευρομυοαποκλειστική δράση των μη-εκπολωτικών φαρμάκων. Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι η ταυτόχρονη χορήγηση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων τα οποία επάγουν το CYP3A (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη ή φαινυτοίνη) οδηγεί σε μειωμένη έκθεση στην irinotecan, στο SN-38 και στο γλυκουρονίδιο του SN-38 και σε μειωμένες φαρμακοδυναμικές δράσεις. Η επίδραση αυτών των αντιεπιληπτικών φαρμάκων απεικονίζεται με μείωση της AUC του SN-38 και του SN-38G κατά 50% ή και περισσότερο. Επιπλέον της επαγωγής των ενζύμων του κυτοχρώματος Ρ450 3Α, η αυξημένη γλυκουρονιδίωση και η αυξημένη χολική απέκκριση μπορεί να συντελέσει στη μείωση της έκθεσης στην irinotecan και στους μεταβολίτες της. Μια μελέτη έδειξε ότι η συγχορήγηση της κετοκοναζόλης είχε σαν αποτέλεσμα μείωση της AUC του APC κατά 87% και αύξηση της AUC του SN-38 κατά 109% σε σύγκριση με τις τιμές οι οποίες παρατηρούνται όταν η irinotecan χορηγείται μόνη της. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν συγχρόνως φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι αναστέλλουν (π.χ. κετοκοναζόλη) ή επάγουν (π.χ ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη ή φαινυτοίνη) το μεταβολισμό των φαρμάκων από το κυτόχρωμα Ρ450 3Α4. Ταυτόχρονη χορήγηση της irinotecan με έναν αναστολέα/επαγωγέα αυτής της. μεταβολικής οδού μπορεί να αλλοιώσει το μεταβολισμό της irinotecan και πρέπει να αποφεύγεται (βλ. λήμμα 4.4). Σε μια μικρή φαρμακοκινητική μελέτη (n=5), στην οποία συνχορηγήθηκαν 350 mg/m² irinotecan με 900 mg St. John’s Wort (Hypericum perforatum/ Υπερικό /Βαλσαμόχορτο), παρατηρήθηκε 42% μείωση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα του ενεργού μεταβολίτη της irinotecan SN-38. To St. John’s Wort (Υπερικό /Βαλσαμόχορτο) μειώνει τα επίπεδα του SN-38 στο πλάσμα. Συνεπώς, το St. John’s Wort (Υπερικό /Βαλσαμόχορτο) δεν θα πρέπει να χορηγείται με irinotecan. (βλ. λήμμα 4.3). Η φαρμακοκινητική της irinotecan δεν μεταβάλλεται κατά τη συγχορήγηση του 5- fluorouracil/folinic acid στη θεραπεία συνδυασμού. Θειική αταζαναβίρη. Η συγχορήγηση θειικής αταζαναβίρης, ενός αναστολέα CYP3A4 και UGT1A1 έχει τη δυναμική να αυξήσει τη συστηματική έκθεση στο SN-38, τον ενεργό μεταβολίτη της ιρινοτεκάνης. Οι ιατροί πρέπει να το λαμβάνουν υπόψιν τους όταν συγχορηγούν τέτοια φάρμακα. Αλληλεπιδράσεις κοινές σε όλα τα κυτταροτοξικά: Η χρήση αντιπηκτικών είναι συνήθης λόγω αυξημένου κινδύνου θρομβωτικών επεισοδίων σε νεοπλασματικές νόσους. Εάν ενδείκνυται η χρήση αντιπηκτικών, ανταγωνιστών της βιταμίνης Κ, απαιτείται αυξημένη συχνότητα παρακολούθησης του INR (Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης), λόγω του στενού θεραπευτικού τους δείκτη, της υψηλής ενδοατομικής μεταβλητότητας του σχηματισμού θρόμβων στο αίμα και της δυνατότητας αλληλεπίδρασης μεταξύ των από του στόματος αντιπηκτικών και της αντικαρκινικής χημειοθεραπείας. Ταυτόχρονη χρήση που αντενδείκνυται:
- Εμβόλιο κίτρινου πυρετού: κίνδυνος για θανατηφόρα γενικευμένη αντίδραση στα εμβόλια Ταυτόχρονη χρήση που δε συνιστάται -Ζώντα αδρανοποιημένα εμβόλια (εκτός του κίτρινου πυρετού): κίνδυνος συστηματικής ασθένειας που δύναται να προκαλέσει το θάνατο (π.χ λοιμώξεις). Αυτός ο κίνδυνος αυξάνεται σε ασθενείς που είναι ήδη ανοσοκατεσταλμένοι από υποκείμενη νόσο. Χρήση αδρανοποιημένου εμβολίου όπου αυτό υπάρχει (πολυομελίτιδα) Φαινυτοϊνη: Κίνδυνος επιδείνωσης των σπασμών που προέρχονται από τη μείωση της πεπτικής απορρόφησης της φαινυτοϊνης από κυτταροτοξικό φάρμακο ή κίνδυνος αύξησης τοξικότητας λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού από τη φαινυτοϊνη. Ταυτόχρονη χρήση να εξετάζεται
- Κυκλοσπορίνη, Τακρόλιμους: Υπερβολική ανοσοκαταστολή με κίνδυνο λεμφοϋπερπλαστικότητας Δεν έχει αποδειχθεί ότι τα χαρακτηριστικά ασφαλείας της irinotecan επηρεάζονται από το cetuximab ή αντιστρόφως.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω, αφορούν το irinotecan. Δεν έχει αποδειχθεί ότι τα χαρακτηριστικά ασφαλείας του irinotecan επηρεάζονται από το cetuximab ή αντιστρόφως. Σε συνδυασμό με το cetuximab, αναφέρθηκαν επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες σχετίζονται με το cetuximab (όπως εξάνθημα ομοιάζον με ακμή 88%). Επομένως, αναφερθείτε στις πληροφορίες που αφορούν το cetuximab. Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, που θεωρείται, ότι είναι δυνατόν ή πιθανόν να συνδέονται, με τη χορήγηση του IRINOTECAN αναφέρθηκαν από 765 ασθενείς με τη συνιστώμενη δόση των 350 mg/m² , κατά τη μονοθεραπεία και από 145 ασθενείς που έλαβαν IRINOTECAN σε συνδυασμό με 5-FU/FA κατά το σχήμα χορήγησης κάθε 2 εβδομάδες, στη συνιστώμενη δόση 180 mg/m². Οι πιο συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η πρώιμη και η καθυστερημένη διάρροια, ουδετεροπενία, αναιμία, θρoμβοκυτταροπενία, αλωπεκία και πυρετός με απουσία λοίμωξης. Οι δοσο-περιοριστικές τοξικότητες και οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες απαιτούν ιατρική βοήθεια είναι η πρώιμη και η καθυστερημένη διάρροια η οποία μπορεί να σοβαρή και επιμένουσα, ουδετεροπενία, ναυτία και/ή εμετοί και αναπνευστικές δυσκολίες. Γαστρεντερικές διαταραχές Όψιμη διάρροια Η διάρροια (που εμφανίζεται πέραν των 24 ωρών μετά από τη χορήγηση) αποτελεί μια μορφή δοσο- περιοριστικής τοξικότητας του IRINOTECAN Κατά τη μονοθεραπεία: Σοβαρή διάρροια παρατηρήθηκε στο 20% των ασθενών οι οποίοι ακολουθούν τις οδηγίες για την αντιμετώπιση της διάρροιας. Στο 14% των αξιολογήσιμων κύκλων εμφανίστηκε σοβαρή διάρροια. Ο διάμεσος χρόνος εμφάνισης της πρώτης υδαρούς κένωσης ήταν η 5η ημέρα μετά την έγχυση του IRINOTECAN. Κατά τη θεραπεία συνδυασμού: Σοβαρή διάρροια παρατηρήθηκε στο 13,1% των ασθενών οι οποίοι ακολουθούν τις οδηγίες για την αντιμετώπιση της διάρροιας. Στο 3.9% των αξιολογήσιμων κύκλων εμφανίστηκε σοβαρή διάρροια. Έχουν αναφερθεί ασυνήθεις περιπτώσεις ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας, μια από τις οποίες έχει τεκμηριωθεί βακτηριολογικά {Clostridium difficile). Ναυτία και εμετός Κατά τη μονοθεραπεία: Η ναυτία και ο έμετος ήταν σοβαρής μορφής στο 10% περίπου των ασθενών οι οποίοι ελάμβαναν θεραπευτικώς αντιεμετικά.. Κατά τη θεραπεία συνδυασμού: Παρατηρήθηκε χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης σοβαρής ναυτίας και εμετού (2,1% και 2,8% των ασθενών, αντιστοίχως). Αφυδάτωση Έχουν αναφερθεί επεισόδια αφυδάτωσης συνήθως συνδεόμενα με διάρροια ή/και έμετο. Ασυνήθεις περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας, υπότασης ή καρδιο-κυκλοφορικής ανεπάρκειας έχουν παρατηρηθεί, σε ασθενείς με επεισόδια αφυδάτωσης συνδεόμενα με διάρροια ή/και έμετο. Άλλες γασγρεντερικές διαταραχές Παρατηρήθηκε δυσκοιλιότητα σχετιζόμενη με το IRINOTECAN και/η την loperamide με την εξής αναλογία:
- στη μονοθεραπεία: σε λιγότερο από το 10% των ασθενών
- στη θεραπεία συνδυασμού: 3,4% των ασθενών. Ασυνήθεις περιπτώσεις εντερικής απόφραξης, ειλεού, αιμορραγίας εκ του γαστρεντερικού και σπάνιες περιπτώσεις κολίτιδας, συμπεριλαμβανομένης της τυφλίτιδας, της ισχαιμικής και της ελκώδους κολίτιδας έχουν αναφερθεί, Επίσης έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις διάτρησης του εντέρου. Αλλες ήπιες αντιδράσεις περιλαμβάνουν ανορεξία, κοιλιακό άλγος και βλε\α·ογονίτιδα. Σπάνιες περιπτώσεις συμπτωματικής και ασυμπτωματικής παγκρεατίτιδας συσχετίστηκαν με τη θεραπεία με irinotecan. Αιματολογικές διαταραχές Η ουδετεροπενία αποτελεί μορφή δοσο-περιοριστικής τοξικότητας. Η ουδετεροπενία ήταν αναστρέψιμη και μη-αθροιστική. Ο διάμεσος (median) αριθμός ημερών μέχρι την εμφάνιση του ναδίρ ήταν 8 ημέρες ανεξαρτήτως του αν χορηγήθηκε μονοθεραπεία ή θεραπεία συνδυασμού. Κατά τη μονοθεραπεία: Παρατηρήθηκε ουδετεροπενία στο 78,7% των ασθενών και ήταν σοβαρή (αριθμός ουδετεροφίλων
- 500 κυτταρα/mm³ ) στο 22,6% των ασθενών. Από τους αξιολογήσιμους κύκλους το 18% παρουσίασε αριθμό ουδετεροφίλων μικρότερο από 1000 κύτταρα/mm³ εκ των οποίων το 7,6% με αριθμό ουδετεροφίλων < 500 κύτταρα/mm³ . Πλήρης ανάκαμψη επιτυγχανόταν συνήθως μέχρι την 22η ημέρα. Πυρετός με σοβαρή ουδετεροπενία αναφέρθηκε στο 6,2% των ασθενών και στο 1,7% των κύκλων. Λοιμώξεις εμφανίστηκαν στο 10,3% περίπου των ασθενών (2,5% των κύκλων) και συνδέονταν με σοβαρή ουδετεροπενία στο 5,3% περίπου των ασθενών (1,1% των κύκλων) και οδήγησαν σε θάνατο σε 2 περιπτώσεις. Αναφέρθηκε αναιμία στο 58,7% περίπου των ασθενών (8% με αιμοσφαιρίνη < 8 g/dl και 0,9% με αιμοσφαιρίνη < 6,5 g/dl). Θρομβοπενία (< 100.000 κύτταρα/mm³ ) παρατηρήθηκε στο 7,4% των ασθενών και στο 1,8% των κύκλων με 0,9% με αριθμό αιμοπεταλίων ≤ 50.000 κύτταρα/mm³ και στο 0,2% των κύκλων. Σχεδόν όλοι οι ασθενείς παρουσίασαν ανάκαμψη μέχρι την 22η ημέρα. Κατά τη θεραπεία συνδυασμού: Ουδετεροπενία παρατηρήθηκε στο 82,5% των ασθενών και ήταν σοβαρή (αριθμός ουδετεροφίλων <500 κύτταρα/mm³ ) στο 9,8% των ασθενών. Από τους αξιολογήσιμους κύκλους, το 67,3% παρουσίασε αριθμό ουδετεροφίλων μικρότερο από 1000 κύτταρα/mm³ εκ των οποίων το 2,7% με αριθμό ουδετεροφίλων < 500 κύτταρα/mm³ . .Πλήρης ανάκαμψη επιτυγχανόταν συνήθως εντός 7-8 ημερών. Πυρετός με σοβαρή ουδετεροπενία αναφέρθηκε στο 3,4% των ασθενών και στο 0,9% των κύκλων. Λοιμώξεις εμφανίστηκαν στο 2% περίπου των ασθενών (0,5% των κύκλων) και συνδέονταν με σοβαρή ουδετεροπενία στο 2,1% περίπου των ασθενών (0.5% των κύκλων) και οδήγησαν σε θάνατο σε 1 περίπτωση. Αναφέρθηκε αναιμία στο 97,2% των ασθενών (2,1% με αιμοσφαιρίνη < 8 g/dl). Θρομβοπενία (< 100.000 κύτταρα/mm³ ) παρατηρήθηκε στο 32,6% των ασθενών και στο 21,8% των κύκλων. Δεν παρατηρήθηκε σοβαρή θρομβοπενία (<50,000 κύτταρα/mm³ ). Μια περίπτωση περιφερειακής θρομβοπενίας με αντιαιμοπεταλιακά αντισώματα αναφέρθηκε κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Σπάνιες περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας, υπότασης ή καρδιο-κυκλοφορικής ανεπάρκειας έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς με σηψαιμία. Γενικές διαταραχές και αντιδράσεις στο σημείο έγχυσης Οξύ χολινεργικό σύνδρομο Σοβαρό παροδικό οξύ χολινεργικό σύνδρομο παρατηρήθηκε στο 9% των ασθενών που έλαβαν μονοθεραπεία και στο 1,4% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού. Τα κύρια συμπτώματα ήταν πρώιμη διάρροια και διάφορα άλλα συμπτώματα, όπως κοιλιακό άλγος, επιπεφυκίτιδα, ρινίτιδα, υπόταση, αγγειοδιαστολή, εφίδρωση, ρίγη, κακουχία, ζάλη, οπτικές διαταραχές, μύση, δακρύρροια και αυξημένη σιελόρροια, τα οποία εμφανίζονταν κατά τη διάρκεια ή εντός των πρώτων 24 ωρών μετά την έγχυση του IRINOTECAN. Αυτά τα συμπτώματα εξαφανίσθηκαν μετά από τη χορήγηση ατροπίνης (βλ. λήμμα «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση»). Η καταβολή ήταν σοβαρή σε λιγότερο από το 10% των ασθενών που έλαβαν μονοθεραπεία και στο 6,2% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού. Η αιτιολογική συσχέτιση με το IRINOTECAN δεν έχει σαφώς καθορισθεί. Πυρετός, απουσία λοίμωξης χωρίς ταυτόχρονη σοβαρή ουδετεροπενία, παρατηρήθηκε στο 12% των ασθενών που έλαβαν μονοθεραπεία και στο 6,2% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού. Ήπιες αντιδράσεις στο σημείο της έγχυσης έχουν αναφερθεί, αν και δεν ήταν συχνές. Καρδιακές διαταραχές Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις υπέρτασης κατά τη διάρκεια της έγχυσης ή μετά από αυτή. Aναπνευστικές διαταραχές Η εμφάνιση διάμεσης πνευμονοπάθειας με τη μορφή πνευμονικών διηθήσεων είναι ασυνήθης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με irinotecan. Έχουν αναφερθεί πρώιμες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως δύσπνοια (βλ. λήμμα 4.4). Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Η αλωπεκία ήταν πολύ συχνή και αναστρέψιμη. Ήπιες δερματικές αντιδράσεις έχουν αναφερθεί, αν και δεν ήταν συχνές. Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις ήπιας αλλεργίας, οι οποίες δεν είναι συχνές, καθώς και σπάνιες περιπτώσεις αναφυλακτικών/αναφυλακτοειδών αντιδράσεων. Μυοσκελετικές διαταραχές Έχουν αναφερθεί πρώιμες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως μυΐκή σύσπαση ή κράμπες και παραισθησία. Εργαστηριακές εξετάσεις Κατά τη μονοθεραπεία παροδικές και ελαφρές έως μέτριες αυξήσεις των επιπέδων των τρανσαμινασών, της αλκαλικής φωσφατάσης ή της χολερυθρίνης του ορού παρατηρήθηκαν στο 9,2%, 8,1% και 1,8% των ασθενών, αντίστοιχα, με απουσία εξελισσόμενης μετάστασης του ήπατος. Παροδική ελαφρή έως μέτρια αύξηση των επιπέδων της κρεατινίνης στον ορό παρατηρήθηκε στο 7,3% των ασθενών. Κατά την συνδυασμένη θεραπεία παρατηρήθηκε παροδική αύξηση των τιμών στον ορό (βαθμού 1 και 2) είτε της SGPT, της SGOT, της αλκαλικής φωσφατάσης ή της χολερυθρίνης σε αντίστοιχα ποσοστά ασθενών 15%, 11%, 11% και 10%, με απουσία εξελισσόμενης μετάστασης του ήπατος. Παροδικά βαθμού 3 παρατηρήθηκε σε αντίστοιχα ποσοστά ασθενών 0%, 0%, 0% και 1%. Δεν παρατηρήθηκε βαθμού 4. Πολύ σπάνια έχουν παρουσιασθεί αυξήσεις της αμυλάσης ή/και της λιπάσης. Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις υποκαλιαιμίας και υπονατριαιμίας σχετιζόμενες κυρίως με διάρροια και έμετο. Διαταραχές του νευρικού συστήματος Μετά την κυκλοφορία του IRINOTECAN, πολύ σπάνια, αναφέρθηκαν περιπτώσεις, παροδικών διαταραχών της ομιλίας που έχουν σχέση με την έγχυση του IRINOTECAN
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν πληροφορίες όσον αφορά στη χορήγηση του IRINOTECAN σε εγκύους. Έχει δειχθεί ότι το IRINOTECAN έχει εμβρυοτοξική και τερατογόνο δράση στα κουνέλια και τους αρουραίους. Γι’ αυτό το IRINOTECAN δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. λήμμα «Αντενδείξεις» και «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση»).
Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης
Θα πρέπει να συστήνεται στις γυναίκες που βρίσκονται σε ηλικία τεκνοποίησης και λαμβάνουν IRINOTECAN αποφύγουν την κύηση και να ενημερώσουν αμέσως το θεράποντα ιατρό τους, εφόσον διαπιστωθεί (βλ. λήμματα «Αντενδείξεις» και «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση»).
Γαλουχία
Η C-irinotecan ανιχνεύθηκε στο γάλα αρουραίων που θήλαζαν. Δεν είναι γνωστό, αν η irinotecan απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Κατά συνέπεια, εξαιτίας του ενδεχόμενου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στο νεογνό που θηλάζει, η γαλουχία θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IRINOTECAN (βλ, λήμμα «Αντενδείξεις»).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-IRINOTECAN-MEDICALIS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Σε μια μελέτη φάσης I, όπου συμμετείχαν 60 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε με ενδοφλέβια έγχυση το δοσολογικό σχήμα των 100 έως 750 mg/m² για 30 λεπτά κάθε 3 εβδομάδες, η irinotecan εμφάνισε διφασικό ή τριφασικό μοντέλο. Η μέση κάθαρση στο πλάσμα ήταν 15 L/ώρα/m² και ο όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση (Vss) ήταν 157 L/m² Ο μέσος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα της πρώτης φάσης του τριφασικού μοντέλου ήταν 12 λεπτά, της δεύτερης φάσης ήταν 2,5 ώρες και ο χρόνος ημιζωής της τελικής φάσης ήταν 14,2 ώρες. Ο SN-38 κατέδειξε πρότυπο αποβολής σε δύο φάσεις με μέσο τελικό χρόνο ημιζωής αποβολής 13,8 ώρες. Κατά το τέλος της έγχυσης με τη συνιστώμενη δόση των 350 mg/m² , οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της irinotecan και του SN-38 στο πλάσμα ήταν 7,7 μg/ml και 56 ng/ml, αντίστοιχα ενώ οι μέσες τιμές επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) ήταν αντίστοιχα 34 μg.h/ml και 451 ng.h/ml. Μεγάλη διατομική μεταβλητότητα στις τιμές των φαρμακοκινητικών παραμέτρων παρατηρήθηκε γενικά για το SN-38. Μια φαρμακοκινητική ανάλυση σε πληθυσμό στον οποίο χορηγήθηκε irinotecan πραγματοποιήθηκε σε 148 ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου και του ορθού, οι οποίοι αντιμετωπίσθηκαν με διάφορα θεραπευτικά σχήματα και σε διαφορετικές δόσεις στις μελέτες φάσης Π. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι που υπολογίσθηκαν με το μοντέλο τριπλής διαμερισματοποίησης ήταν παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν από τις μελέτες φάσης I. Από όλες τις μελέτες φάνηκε ότι η συγκέντρωση της irinotecan (CPT-11) και του SN-38 αυξάνεται αναλογικά με την χορηγούμενη δόση της CPT - 11. Η φαρμακοκινητική τους είναι ανεξάρτητη του αριθμού των προηγούμενων κύκλων και του σχήματος χορήγησης. In vitro, η σύνδεση της irinotecan και του SN-38 με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν περίπου 65% και 95%, αντιστοίχως. Μελέτες ως προς το μεταβολισμό και το ισοζύγιο της μάζας με φάρμακο επισημασμένο με 14C έδειξαν ότι ποσοστό μεγαλύτερο από 50% της δόσεως irinotecan που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως απεκκρίθηκε ως αναλλοίωτη ουσία, ενώ 33% απεκκρίθηκε στα κόπρανα, κυρίως μέσω της χολής και 22% στα ούρα. Δύο μεταβολικές οδοί, καθεμιά εκ των οποίων σχετίζεται τουλάχιστον με το 12% της δόσης, έχουν βρεθεί:
- Υδρόλυση μέσοι καρβοξυλεστερασών στον ενεργό μεταβολίτη SN-38. Ο SN-38 απομακρύνεται κυρίως μέσω γλυκουρονιδίωσης και περαιτέρω μέσω χολικής και νεφρικής απέκκρισης (λιγότερο από 0.5% της δόσεως της irinotecan). Το γλυκουρονίδιο του SN-38 στη συνέχεια πιθανώς υδρολύεται στο έντερο.
- Οξειδώσεις εξαρτώμενες από τα ένζυμα του κυτοχρώματος Ρ 450 3Α οδηγούν σε άνοιγμα του εξωτερικού πιπεριδινικού δακτυλίου σχηματίζοντος το APC (παράγωγο του αμινοπεντανοϊκού οξέος) και το NPC (προτοταές αμινικό παράγωγο) (βλ, λήμμα 4,5). Η αναλλοίωτη irinotecan αποτελεί την κύρια μορφή στο πλάσμα, ακολουθούμενη από το παράγωγο του αμινοπεντανοϊκού οξέος, το γλυκουρονίδιο του SN-38 και τον SN-3S. Μόνο ο SN-38 εμφανίζει σημαντική κυτταροτοξική δράση. Σε ασθενείς με τιμές χολερυθρίνης που κυμαίνονται μεταξύ 1,5 έως 3 φορές της ανώτερης φυσιολογικής τιμής, η κάθαρση της irinotecan μειώνεται κατά 40% περίπου. Σε αυτούς τους ασθενείς μια δόση των 200 mg/m² irinotecan οδηγεί σε έκθεση του φαρμάκου στο πλάσμα συγκρίσιμη εκείνης που παρατηρήθηκε κατά τη δόση των 350 mg/m² σε καρκινοπαθείς με φυσιολογικές παραμέτρους του ήπατος.
ΕΟΦ · 8.6
Αλλα αντινεοπλασματικά φάρμακα
expand_more
Αλλα αντινεοπλασματικά φάρμακα
ΕΟΦ · 8.6.1
Αναστολείς της τοποϊσομεράσης Ι
expand_more
Αναστολείς της τοποϊσομεράσης Ι
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ιρινotecάνη είναι ένας αντικαρκινικός παράγοντας. Η χορήγηση ιρινotecάνης έχει οδηγήσει σε αντικαρκινική δράση σε ποντίκια με καρκίνους ζωικής προέλευσης και σε ξενoμοσχεύματα ανθρώπινων καρκινωμάτων διαφόρων ιστολογικών τύπων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η DNA τοποϊσομεράση Ι είναι ένα πυρηνικό ένζυμο που διασφαλίζει τη σωστή τοπολογία του DNA κατά την αντιγραφή και τη μεταγραφή. Απελευθερώνει στροφική τάση στη διπλή έλικα του DNA κατά την αντιγραφή και τη μεταγραφή, δημιουργώντας αναστρέψιμες μονοκλωνικές θραύσεις. Μετά τη χορήγηση, η ιρινotecάνη μετατρέπεται στον ενεργό μεταβολίτη της, SN-38, από την καρβοξυλεστεράση στο ήπαρ και τον γαστρεντερικό σωλήνα. Τόσο η ιρινotecάνη όσο και η SN-38 αναστέλλουν την DNA τοποϊσομεράση Ι, δρώντας στις φάσεις S και G2 του κυτταρικού κύκλου. Η ιρινotecάνη και η SN-38 συνδέονται με το σύμπλοκο τοποϊσομεράσης Ι-DNA και εμποδίζουν την επανασύνδεση των μονοκλωνικών θραύσεων. Το τριμερές σύμπλοκο που σχηματίζεται από την τοποϊσομεράση Ι, το DNA και είτε την ιρινotecάνη είτε την SN-38 παρεμβαίνει στον κινούμενο διχαλωτό βραχίονα αντιγραφής, προκαλώντας διακοπή της αντιγραφής και θανατηφόρες διπλές θραύσεις στο DNA. Δεδομένου ότι οι διπλές θραύσεις δεν μπορούν να επιδιορθωθούν αποτελεσματικά από τα θηλαστικά κύτταρα, συμβαίνει απόπτωση των καρκινικών κυττάρων.
Η ιρινotecάνη είναι ένα παράγωγο της καμπτοθεκίνης. Οι καμπτοθεκίνες αλληλεπιδρούν ειδικά με το ένζυμο τοποϊσομεράση Ι, το οποίο απελευθερώνει στροφική τάση στο DNA προκαλώντας αναστρέψιμες μονοκλωνικές θραύσεις. Η ιρινotecάνη και ο ενεργός μεταβολίτης της SN-38 συνδέονται με το σύμπλοκο τοποϊσομεράσης Ι-DNA και εμποδίζουν την επανασύνδεση αυτών των μονοκλωνικών θραύσεων. Η τρέχουσα έρευνα υποδηλώνει ότι η κυτταροτοξικότητα της ιρινotecάνης οφείλεται σε βλάβη του διπλού DNA που προκαλείται κατά τη σύνθεση του DNA, όταν τα ένζυμα αντιγραφής αλληλεπιδρούν με το τριμερές σύμπλοκο που σχηματίζεται από την τοποϊσομεράση Ι, το DNA και είτε την ιρινotecάνη είτε την SN-38. Τα θηλαστικά κύτταρα δεν μπορούν να επιδιορθώσουν αποτελεσματικά αυτές τις διπλές θραύσεις.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Εντός του συνιστώμενου εύρους δόσης 50 έως 350 mg/m2, η AUC της ιρινotecάνης αυξάνεται γραμμικά με τη δόση· η AUC της SN-38 αυξάνεται λιγότερο αναλογικά με τη δόση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις του ενεργού μεταβολίτη SN-38 παρατηρούνται συνήθως εντός 1 ώρας μετά το τέλος μιας έγχυσης 90 λεπτών ιρινotecάνης. Τα επίπεδα SN-38 στο πλάσμα είναι πολύ χαμηλότερα από αυτά της ιρινotecάνης. Μετά από ενδοφλέβια έγχυση σε ασθενείς με συμπαγείς όγκους, η μέση (± τυπική απόκλιση) Cmax ήταν 1.660 ± 797 ng/mL σε δόση 125 mg/m2 και 3.392 ± 874 ng/mL σε δόση 340 mg/m2. Η AUC0–24 ήταν 10.200 ± 3.270 ng x h/mL σε δόση 125 mg/m2 και 20.604 ± 6.027 ng x h/mL σε δόση 340 mg/m2.
Η διαθεσιμότητα της ιρινotecάνης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί σε ανθρώπους. Η νεφρική απέκκριση της ιρινotecάνης, της SN-38 και της SN-38 γλυκουρονιδίου είναι 11% έως 20%, <1% και 3%, αντίστοιχα. Η σωρευτική χολική και νεφρική απέκκριση της ιρινotecάνης και των μεταβολιτών της (SN-38 και SN-38 γλυκουρονιδίου) σε διάστημα 48 ωρών σε δύο ασθενείς κυμάνθηκε από περίπου 25% (100 mg/m2) έως 50% (300 mg/m2).
Μετά από ενδοφλέβια έγχυση σε ασθενείς με συμπαγείς όγκους, ο μέσος (± τυπική απόκλιση) όγκος κατανομής της τελικής φάσης εξάλειψης ήταν 110 ± 48,5 L/m2 σε δόση 125 mg/m2 και 234 ± 69,6 L/m2 σε δόση 340 mg/m2.
Η μέση (± τυπική απόκλιση) συνολική συστηματική κάθαρση της ιρινotecάνης σε ασθενείς με συμπαγείς όγκους ήταν 13,3 ± 6,01 L/h/m2 σε δόση 125 mg/m2 και 13,9 ± 4,0 L/h/m2 σε δόση 340 mg/m2.
Φαρμακοκινητικές παράμετροι για την ιρινotecάνη και την SN-38 προσδιορίστηκαν σε 2 παιδιατρικές μελέτες συμπαγών όγκων σε επίπεδα δόσης 50 mg/m2 (έγχυση 60 λεπτών, n=48) και 125 mg/m2 (έγχυση 90 λεπτών, n=6). Η κάθαρση της ιρινotecάνης (μέση + ή - Τ.Α.) ήταν 17,3 + ή - 6,7 L/h/m2 για τη δόση 50 mg/m2 και 16,2 + ή - 4,6 L/h/m2 για τη δόση 125 mg/m2, η οποία είναι συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων. Οι τιμές AUC της SN-38 προσαρμοσμένες στη δόση ήταν συγκρίσιμες μεταξύ ενηλίκων και παιδιών. Παρατηρήθηκε ελάχιστη συσσώρευση ιρινotecάνης και SN-38 σε παιδιά με σχήματα ημερήσιας χορήγησης (ημερησίως x 5 κάθε 3 εβδομάδες ή (ημερησίως x 5) x 2 εβδομάδες κάθε 3 εβδομάδες).
Η κλινική φαρμακοκινητική της ιρινotecάνης (CPT11) μπορεί να περιγραφεί από ένα μοντέλο 2 ή 3 διαμερισμάτων, με μέση ημιζωή τελικής εξάλειψης 12 ώρες, όγκο κατανομής σε σταθερή κατάσταση 168 L/m2 και συνολική κάθαρση σώματος 15 L/m2/ώρα. Η ιρινotecάνη συνδέεται κατά 65% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Οι περιοχές κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) τόσο της ιρινotecάνης όσο και του ενεργού μεταβολίτη SN38 αυξάνονται αναλογικά με τη χορηγούμενη δόση, αν και η διαασθενής μεταβλητότητα είναι σημαντική. … Η μέση απέκκριση ιρινotecάνης στα ούρα σε 24 ώρες αντιπροσωπεύει 17-25% της χορηγούμενης δόσης, ενώ η ανάκτηση SN38 και του γλυκουρονιδίου του στα ούρα είναι ελάχιστη (0,5% και 6%, αντίστοιχα). Οι φαρμακοκινητικές της ιρινotecάνης και της SN38 δεν επηρεάζονται από προηγούμενη έκθεση στο μητρικό φάρμακο. Οι AUC της ιρινotecάνης και της SN38 συσχετίζονται σημαντικά με τη λευκο-ουδετεροπενία και μερικές φορές με την ένταση της διάρροιας. Τα αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης φαίνεται να επηρεάζουν τη συνολική κάθαρση του σώματος της ιρινotecάνης.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η ιρινotecάνη συνδέεται περίπου 30% έως 68% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η SN-38 συνδέεται περίπου 95% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η ιρινotecάνη και η SN-38 συνδέονται κυρίως με την αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μετά τη χορήγηση, η ιρινotecάνη μετατρέπεται κυρίως στο ήπαρ στον ενεργό μεταβολίτη της, SN-38, από καρβοξυλεστεράση. Η SN-38 σχηματίζεται με διάσπαση του δεσμού καρβαμιδίου μεταξύ της μονάδας καμπτοθεκίνης και της διπιπεριδινο-αλυσίδας. Ενώ οι in vitro δοκιμές κυτταροτοξικότητας δείχνουν ότι η δραστικότητα της SN-38 σε σχέση με την ιρινotecάνη ποικίλλει, η SN-38 είναι περίπου 1000 φορές πιο δραστική από την ιρινotecάνη ως αναστολέας της τοποϊσομεράσης Ι. Η SN-38 μπορεί να υποστεί περαιτέρω γλυκουρονιδίωση από την UGT1A1 για να σχηματίσει SN-38G. Η ιρινotecάνη μπορεί επίσης να υποστεί οξειδωτικό μεταβολισμό μέσω CYP3A4 για να σχηματίσει NPC και APC. Αν και ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι η NPC και η APC είναι ασθενείς αναστολείς της τοποϊσομεράσης Ι, είναι απίθανο να συμβάλλουν στη φαρμακολογική δράση της ιρινotecάνης.
…Τα επίπεδα SN38 που επιτυγχάνονται σε ανθρώπους είναι περίπου 100 φορές χαμηλότερα από τα αντίστοιχα επίπεδα ιρινotecάνης, αλλά αυτές οι συγκεντρώσεις είναι σημαντικές, καθώς η SN38 είναι 100 έως 1.000 φορές πιο κυτταροτοξική από την μητρική ένωση. Η SN38 συνδέεται κατά 95% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η πτώση της SN38 στο πλάσμα ακολουθεί στενά αυτήν της μητρικής ένωσης. Η ιρινotecάνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Η διπιπεριδινοκαρβονυλοξυ ομάδα της ιρινotecάνης αφαιρείται αρχικά από μια καρβοξυλεστεράση σχηματίζοντας το αντίστοιχο καρβοξυλικό οξύ και SN38. Αυτός ο μεταβολίτης μπορεί να μετατραπεί σε SN38 γλυκουρονίδιο από την UDP-γλυκουρονυλτρανσφεράση (ισομορφή 1.1). Ένας πρόσφατα αναγνωρισμένος μεταβολίτης είναι η 7-αιθυλ-10-[4-Ν-(5-αμινοπεντανοϊκό οξύ)-1-πιπεριδίνο]-καρβονυλοξυ-καμπτοθεκίνη (APC), η οποία σχηματίζεται από τη δράση της κυτοχρωμικής P450 3A4. Εντοπίζονται πολλοί άλλοι μη ταυτοποιημένοι μεταβολίτες στη χολή και τα ούρα. …
Η ιρινotecάνη, ένα ανάλογο της καμπτοθεκίνης, είναι ένα προφάρμακο που απαιτεί βιοενεργοποίηση για να σχηματίσει τον ενεργό μεταβολίτη SN-38. Η SN-38 δρα ως δηλητηριαστής της DNA τοποϊσομεράσης Ι. … Η ιρινotecάνη υφίσταται οξειδωτικό μεταβολισμό μέσω CYP3A4 σχηματίζοντας δύο ανενεργούς μεταβολίτες, την APC ή την NPC, και υδρόλυση μέσω καρβοξυλεστεράσης ιστού σχηματίζοντας SN-38, η οποία τελικά αποτοξινώνεται μέσω γλυκουρονιδίωσης από την UGT1A1 σχηματίζοντας SN-38G. Η φαρμακολογία αυτής της ένωσης περιπλέκεται περαιτέρω από την ύπαρξη γενετικών διαασθενικών διαφορών στα ένζυμα ενεργοποίησης και απενεργοποίησης της ιρινotecάνης (π.χ., CYP3A4, CYP3A5, UGT1A1) και την κοινή ανταγωνιστική οδό απέκκρισης με πολλά συγχορηγούμενα φάρμακα, όπως αντιεπιληπτικά, βαλσαμόχορτο και κετοκοναζόλη. Η εκροή της μητρικής ένωσης και των μεταβολιτών από τα κύτταρα από διάφορους μεταφορείς φαρμάκων (π.χ., Pgp, BCRP, MRP1, MRP2) συμβαίνει επίσης. Αυτή η ανασκόπηση τονίζει τα τελευταία ευρήματα στην ενεργοποίηση του φαρμάκου, τους μηχανισμούς μεταφοράς, τη γλυκουρονιδίωση και τις αλληλεπιδράσεις φαρμάκων-φαρμάκων μέσω CYP3A της ιρινotecάνης, προκειμένου να αποκαλυφθούν ορισμένες από τις περίπλοκες φαρμακολογίες της και να δοθούν ιδέες για σχετικές μελλοντικές μελέτες για τη βελτιστοποίηση αυτού του πολλά υποσχόμενου παράγοντα.
Η ιρινotecάνη λειτουργεί ως υδατοδιαλυτό πρόδρομο του λιπόφιλου μεταβολίτη SN-38. Η SN-38 σχηματίζεται από την ιρινotecάνη μέσω υδρόλυσης μέσω καρβοξυλεστεράσης του δεσμού καρβαμιδίου μεταξύ της μονάδας καμπτοθεκίνης και της διπιπεριδινο-αλυσίδας. Η SN-38 είναι περίπου 1000 φορές πιο δραστική από την ιρινotecάνη ως αναστολέας της τοποϊσομεράσης Ι, όπως προκύπτει από μελέτες σε καθαρισμένες γραμμές κυττάρων όγκων ανθρώπου και αρουραίου. Οι in vitro δοκιμές κυτταροτοξικότητας δείχνουν ότι η δραστικότητα της SN-38 σε σχέση με την ιρινotecάνη κυμαίνεται από 2 έως 2000 φορές. Ωστόσο, οι τιμές της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης έναντι χρόνου (AUC) στο πλάσμα για την SN-38 είναι 2% έως 8% της ιρινotecάνης και η SN-38 συνδέεται κατά 95% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε σύγκριση με περίπου 50% σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος για την ιρινotecάνη. Η ακριβής συμβολή της SN-38 στη δράση του Camptosar είναι επομένως άγνωστη. Τόσο η ιρινotecάνη όσο και η SN-38 υπάρχουν σε ενεργή μορφή λακτόνης και σε ανενεργό μορφή υδροξυ-ανιονικού οξέος. Υπάρχει μια εξαρτώμενη από το pH ισορροπία μεταξύ των δύο μορφών, έτσι ώστε ένα όξινο pH να προάγει το σχηματισμό της λακτόνης, ενώ ένα πιο βασικό pH ευνοεί τη μορφή υδροξυ-ανιονικού οξέος.
Η μεταβολική μετατροπή της ιρινotecάνης στον ενεργό μεταβολίτη SN-38 μεσολαβείται από ένζυμα καρβοξυλεστεράσης και συμβαίνει κυρίως στο ήπαρ. Η SN-38 στη συνέχεια συζεύγνυται κυρίως από το ένζυμο UDP-γλυκουρονoζυλτρανσφεράση 1A1 (UGT1A1) για να σχηματίσει έναν γλυκουρονιδικό μεταβολίτη. Η δραστηριότητα της UGT1A1 μειώνεται σε άτομα με γενετικούς πολυμορφισμούς που οδηγούν σε μειωμένη δραστηριότητα του ενζύμου, όπως ο πολυμορφισμός UGT1A128. Περίπου το 10% του πληθυσμού της Βόρειας Αμερικής είναι ομόζυγος για το αλληλόμορφο UGT1A128. Σε μια προοπτική μελέτη, στην οποία χορηγήθηκε ιρινotecάνη ως μονοθεραπεία σε σχήμα μία φορά κάθε 3 εβδομάδες, οι ασθενείς που ήταν ομόζυγοι για UGT1A1*28 είχαν μεγαλύτερη έκθεση στην SN-38 από τους ασθενείς με τον τύπο άγριου τύπου του αλληλόμορφου UGT1A1. Η SN-38 γλυκουρονίδιο είχε 1/50 έως 1/100 της δραστικότητας της SN-38 σε δοκιμές κυτταροτοξικότητας χρησιμοποιώντας δύο κυτταρικές σειρές in vitro. Η διαθεσιμότητα της ιρινotecάνης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί σε ανθρώπους. Η νεφρική απέκκριση της ιρινotecάνης είναι 11% έως 20%· SN-38, <1%· και SN-38 γλυκουρονίδιο, 3%. Η σωρευτική χολική και νεφρική απέκκριση της ιρινotecάνης και των μεταβολιτών της (SN-38 και SN-38 γλυκουρονίδιο) σε διάστημα 48 ωρών μετά τη χορήγηση ιρινotecάνης σε δύο ασθενείς κυμάνθηκε από περίπου 25% (100 mg/m2) έως 50% (300 mg/m2).
Η ιρινotecάνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν (2S,3S,4S,5R)-6-[[(19S)-10,19-διαιθυλ-14,18-διοξο-7-(4-πιπεριδινο-1-υλπιπεριδινο-1-καρβονυλ)οξυ-17-οξα-3,13-διαζαπεντακυκλο[11.8.0.02,11.04,9.015,20]ηενικοσα-1(21),2,4(9),5,7,10,15(20)-εφταεν-19-υλ]οξυ]-3,4,5-τριυδροξυοξάνιο-2-καρβοξυλικό οξύ και 7-αιθυλ-10-[4-Ν-(5-αμινοπεντανοϊκό οξύ)-1-πιπεριδίνο] καρβονυλοξυκαμπτοθεκίνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Ημίσεια Ζωή
Μετά από ενδοφλέβια έγχυση ιρινotecάνης σε ανθρώπους, η μέση ημιζωή τελικής εξάλειψης της ιρινotecάνης είναι περίπου 6 έως 12 ώρες. Η μέση ημιζωή τελικής εξάλειψης του ενεργού μεταβολίτη SN-38 είναι περίπου 10 έως 20 ώρες.
Μετά από ενδοφλέβια έγχυση ιρινotecάνης σε ανθρώπους, οι συγκεντρώσεις ιρινotecάνης στο πλάσμα μειώνονται με πολυεκθετικό τρόπο, με μέση ημιζωή τελικής εξάλειψης περίπου 6 έως 12 ώρες. Η μέση ημιζωή τελικής εξάλειψης του ενεργού μεταβολίτη SN-38 είναι περίπου 10 έως 20 ώρες. Οι ημιζωές των ενεργών (λακτονικών) μορφών της ιρινotecάνης και της SN-38 είναι παρόμοιες με αυτές της συνολικής ιρινotecάνης και SN-38, καθώς οι μορφές λακτόνης και υδροξυ-ανιονικού οξέος βρίσκονται σε ισορροπία.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE I.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Κατηγοριοποίηση FDA
7673326042
ΙΡΙΝΟΤΕΚΑΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Τοποϊσομεράσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Τοποϊσομεράσης
Η ιρινotecάνη είναι Αναστολέας Τοποϊσομεράσης. Ο μηχανισμός δράσης της ιρινotecάνης είναι ως Αναστολέας Τοποϊσομεράσης.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατηγοριοποίηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE I.