Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L04AA13 L04AK01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LEFLUNOMIDE(Λεφλουνομίδη)

Ημίσεια ζωή

Ημίσεια ζωή

Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.

Κατά την πηγή: περίπου 2 εβδομάδες

Άλλες πηγές αναφέρουν:
  • DrugBank: 2 εβδομάδες
  • PubChem: 2 εβδομάδες
2 εβδομάδες ΠΧΠ (SPC)
Δέσμευση πρωτεϊνών

Δέσμευση πρωτεϊνών

Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.

>99.3% DrugBank
Απέκκριση

Απέκκριση

Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.

Νεφρά/Ήπαρ DrugBank
Καθαρίζει (~5×t½)

Καθαρίζει (~5×t½)

Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.

10 εβδομάδες arrow_forward

Σκευάσματα και τιμές

Φόρτωση...
Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)

Ενδείξεις κατά έγγραφο

Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση

έλεγχος κάλυψης…
  1. Φόρτωση…

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
Κείμενο ενός σκευάσματος, όχι της δραστικής. Οι ενότητες προέρχονται από την ΠΧΠ του LEFID και καλύπτουν 9 από 18 συσκευασίες της δραστικής. Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές και οδοί χορήγησης μπορεί να έχουν διαφορετικές ενδείξεις, δοσολογία και προειδοποιήσεις — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του σκευάσματος που συνταγογραφείτε.
clinical_notes

Ενδείξεις

ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
  1. οξεία ρευματοειδή αρθρίτιδα

    σε: Ενήλικες

    ως αντιρρευματικό φάρμακο τροποποιητικό της νόσου (DMARD)

    • M06 Άλλη ρευματοειδής αρθρίτιδα
  2. οξεία ψωριασική αρθρίτιδα

    σε: Ενήλικες

    • L40 Ψωρίαση

Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
εφάπαξ ημερησίως
Δόση έναρξης:
100 mg
Τιτλοποίηση:
Η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 10 mg έως 20 mg λεφλουνομίδης εφάπαξ ημερησίως ανάλογα με τη βαρύτητα (ενεργότητα) της νόσου.
  • Ενήλικες με ρευματοειδή αρθρίτιδα
    Δόση10-20 mg εφάπαξ ημερησίως
    Δόση φόρτισης: 100 mg εφάπαξ ημερησίως για 3 ημέρες. Παράλειψη της δόσης φόρτισης πιθανόν να μειώσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Ενήλικες με ψωριασική αρθρίτιδα
    Δόση20 mg εφάπαξ ημερησίως
    Δόση φόρτισης: 100 mg εφάπαξ ημερησίως για 3 ημέρες.
  • Ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκεια
    Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς ηλικίας >65 ετών
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)
    Δε συνιστάται.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία (ειδικότερα προηγούμενο σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα) στη δραστική ουσία, στον κύριο δραστικό μεταβολίτη, την τεριφλουνομίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
  • Βαριάς μορφής καταστάσεις ανοσοανεπάρκειας
    Πληθυσμόςπ.χ. AIDS
  • Σημαντικά διαταραγμένη λειτουργία του μυελού των οστών ή σημαντική αναιμία, λευκοπενία, ουδετεροπενία ή θρομβοπενία που οφείλεται σε διαφορετικά αίτια από τη ρευματοειδή ή την ψωριασική αρθρίτιδα
  • Σοβαρές λοιμώξεις
  • Μέτριας έως σοβαρής μορφής νεφρική ανεπάρκεια
  • Βαριάς μορφής υποπρωτεϊναιμία
    Πληθυσμόςπ.χ. σε νεφρωσικό σύνδρομο
  • Έγκυες
  • Γυναίκες με πιθανότητα τεκνοποίησης οι οποίες δεν χρησιμοποιούν αξιόπιστη αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της αγωγής με λεφλουνομίδη και μετά από αυτή όσο χρονικό διάστημα τα επίπεδα του δραστικού μεταβολίτη στο πλάσμα είναι περισσότερο από 0,02 mg/l
  • Γυναίκες που θηλάζουν
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Συγχορήγηση με ηπατοτοξικά ή αιματοτοξικά DMARDs
    προσοχή
    Δεν συνιστάται
  • Ηπατικές αντιδράσεις
    Σε αυξήσεις ALT 2x-3x ULN, μείωση δόσης 20mg σε 10mg και εβδομαδιαία παρακολούθηση. Σε αυξήσεις ALT >2x ULN (επίμονες) ή >3x ULN, διακοπή και έναρξη διαδικασίας έκπλυσης. Συνέχιση παρακολούθησης ηπατικών ενζύμων μετά τη διακοπή μέχρι να επανέλθουν σε φυσιολογικά επίπεδα.
  • Κατανάλωση οινοπνεύματος
    προσοχή
    Να αποφεύγεται λόγω αθροιστικής ηπατοτοξικής δράσης.
  • Υποπρωτεϊναιμία
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με υποπρωτεϊναιμία
    Αναμένονται αυξημένα επίπεδα Α771726. Αντενδείκνυται σε βαριά υποπρωτεϊναιμία ή διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας (βλ. Αντενδείξεις).
  • Αιματολογικές διαταραχές
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα αναιμία, λευκοπενία, θρομβοπενία, ή διαταραγμένη λειτουργία μυελού των οστών
    Εάν εμφανιστούν σοβαρές αιματολογικές αντιδράσεις (π.χ. παγκυτταροπενία), διακοπή Λεφλουνομίδη και συνοδού μυελοκατασταλτικής αγωγής, έναρξη διαδικασίας έκπλυσης.
  • Παρεμβολή στον προσδιορισμό ιονισμένου ασβεστίου
    προσοχή
    Μπορεί να προκύψει εσφαλμένη μείωση. Σε αμφισβητούμενες μετρήσεις, συνιστάται προσδιορισμός ολικού ασβεστίου ορού διορθωμένου ως προς τη λευκωματίνη.
  • Συγχορήγηση με άλλα DMARDs (εκτός μεθοτρεξάτης)
    προσοχή
    Δεν συνιστάται λόγω άγνωστου κινδύνου αθροιστικής ή συνεργιστικής τοξικότητας (π.χ. ηπατοτοξικότητα, τοξικότητα αίματος).
  • Συγχορήγηση με τεριφλουνομίδη
    αντένδειξη
    Δεν συνιστάται.
  • Μετάταξη σε άλλα φάρμακα
    προσοχή
    Εάν δεν διεξαχθεί διαδικασία έκπλυσης, μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών. Πιο στενή παρακολούθηση κατά την αρχική φάση εάν προηγήθηκε θεραπεία με ηπατοτοξικά/αιματοτοξικά προϊόντα.
  • Εξέλκωση του στόματος
    Διακοπή χορήγησης λεφλουνομίδης.
  • Σύνδρομο Stevens Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, DRESS
    αντένδειξη
    Διακοπή Λεφλουνομίδη και οποιασδήποτε συνοδού αγωγής, άμεση έναρξη πλήρους διαδικασίας έκπλυσης. Η επανέκθεση στη λεφλουνομίδη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Φλυκταινώδης ψωρίαση και επιδείνωση της ψωρίασης
    Η διακοπή της αγωγής μπορεί να εξεταστεί.
  • Λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων ευκαιριακών
    προσοχή
    Σε μη ελεγχόμενες λοιμώξεις βαριάς μορφής, διακοπή θεραπείας και διαδικασία έκπλυσης.
  • Φυματίωση (ενεργή ή λανθάνουσα)
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Αξιολόγηση πριν την έναρξη της θεραπείας σύμφωνα με τις τοπικές συστάσεις. Οι ασθενείς με ιστορικό φυματίωσης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
    Τα πνευμονικά συμπτώματα (βήχας, δύσπνοια) μπορεί να είναι αιτία διακοπής της θεραπείας και περαιτέρω διερεύνησης.
  • Περιφερική Νευροπάθεια
    προσοχή
    Εάν αναπτυχθεί, να λαμβάνεται υπόψη η διακοπή της θεραπείας με Λεφλουνομίδη και να πραγματοποιείται η διαδικασία έκπλυσης του φαρμάκου.
  • Κολίτιδα (συμπεριλαμβανομένης μικροσκοπικής κολίτιδας)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ανεξήγητη χρόνια διάρροια
    Υποβολή σε κατάλληλες διαγνωστικές εξετάσεις.
  • Αρτηριακή πίεση
    παρακολούθηση
    Πρέπει να ελέγχεται πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια περιοδικά.
  • Εμβρυοτοξικότητα οφειλόμενη στον άνδρα
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΆνδρες ασθενείς
    Χρήση αξιόπιστης αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της αγωγής. Για άνδρες που επιθυμούν τεκνοποίηση, διακοπή χορήγησης, διαδικασία έκπλυσης και έλεγχος επιπέδων Α771726.
  • Λακτόζη
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ηπατοτοξικά ή αιματοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα
    προσοχή
    Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων και αιματολογικών παραμέτρων κατά την αρχική φάση της μετάταξης.
  • προσοχή
    Αύξηση ηπατικών ενζύμων (2πλάσια-3πλάσια)
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων και αιματολογικών παραμέτρων κατά την αρχική φάση της μετάταξης.
  • Ζώντα εξασθενημένα εμβόλια
    προσοχή
    Δεν υπάρχουν δεδομένα αποτελεσματικότητας/ασφάλειας. Πιθανή αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις.
    ΣύστασηΟ εμβολιασμός με ζώντα εξασθενημένα εμβόλια δεν συνιστάται. Η μακρά ημίσεια ζωή της λεφλουνομίδης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
  • προσοχή
    Αυξημένος χρόνος προθρομβίνης. Μείωση 25% στο μέγιστο INR.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση του διεθνούς κανονικοποιημένου λόγου (INR).
  • ΜΣΑΦ και/ή Κορτικοστεροειδή
    παρακολούθηση
    Μπορούν να συνεχιστούν μετά την έναρξη της λεφλουνομίδης.
  • Χολεστυραμίνη ή ενεργός άνθρακας
    αντένδειξη
    Ταχεία και σημαντική μείωση της συγκέντρωσης του Α771726 στο πλάσμα.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να λαμβάνονται.
  • Σιμετιδίνη (μη ειδικός ήπιος αποκλειστής CYP P450)
    παρακολούθηση
    Έλλειψη σημαντικής επίδρασης στην έκθεση του Α771726.
  • Ριφαμπικίνη (μη ειδικός επαγωγέας CYP P450)
    παρακολούθηση
    Αύξηση μέγιστων επιπέδων Α771726 κατά 40%.
  • Ρεπαγλινίδη (υπόστρωμα CYP2C8)
    προσοχή
    Αύξηση Cmax (1,7x) και AUC (2,4x) της ρεπαγλινίδης.
    ΣύστασηΠαρακολούθηση ασθενών. Φάρμακα που μεταβολίζονται από CYP2C8 (π.χ. πακλιταξέλη, πιογλιταζόνη, ροσιγλιταζόνη) ενδέχεται να έχουν υψηλότερη έκθεση.
  • Καφεΐνη (υπόστρωμα CYP1A2)
    προσοχή
    Μείωση Cmax (18%) και AUC (55%) της καφεΐνης.
    ΣύστασηΦάρμακα που μεταβολίζονται από CYP1A2 (π.χ. δουλοξετίνη, αλοσετρόνη, θεοφυλλίνη, τιζανιδίνη) πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή λόγω μείωσης αποτελεσματικότητας.
  • Υποστρώματα μεταφορέα οργανικών ανιόντων 3 (OAT3) (κεφακλόρη, βενζυλπενικιλλίνη, σιπροφλοξασίνη, ινδομεθακίνη, κετοπροφαίνη, φουροσεμίδη, σιμετιδίνη, μεθοτρεξάτη, ζιδοβουδίνη)
    προσοχή
    Αύξηση Cmax (1,43x) και AUC (1,54x) της κεφακλόρης.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
  • Υποστρώματα BCRP και, ή OATP1B1, B3 (ροσουβαστατίνη, μεθοτρεξάτη, τοποτεκάνη, σουλφασαλαζίνη, δαουνορουμπικίνη, δοξορουμπικίνη, σιμβαστατίνη, ατορβαστατίνη, πραβαστατίνη, νατεγλινίδη, ρεπαγλινίδη, ριφαμπικίνη)
    προσοχή
    Αύξηση Cmax (2,65x) και AUC (2,51x) της ροσουβαστατίνης. Πιθανή υπερβολική έκθεση στα φαρμακευτικά προϊόντα.
    ΣύστασηΕάν χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα, η δόση της ροσουβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg εφάπαξ ημερησίως. Για άλλα υποστρώματα, η ταυτόχρονη χορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή. Παρακολούθηση για σημεία υπερβολικής έκθεσης και εξέταση μείωσης δόσης.
  • Από του στόματος αντισυλληπτικά (αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση Cmax και AUC της αιθινυλοιστραδιόλης (1,58x, 1,54x) και της λεβονοργεστρέλης (1,33x, 1,41x). Δεν αναμένεται να επηρεάσει δυσμενώς την αποτελεσματικότητα.
    ΣύστασηΠρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο τύπος της θεραπευτικής αγωγής του από του στόματος αντισυλληπτικού.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Σοβαρές λοιμώξεις (Σπάνιες)
  • Σήψη (Σπάνιες, μπορεί να αποβεί θανατηφόρα)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Λευκοπενία (>2 G/l) (Συχνές)
  • Ελαφρά θρομβοπενία (<100 G/l) (Όχι συχνές)
  • Λευκοπενία (<2 G/l) (Σπάνιες)
Αίμα
  • Αναιμία
  • Πανκυτταροπενία
  • Ηωσινοφιλία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Ελαφρές αλλεργικές αντιδράσεις (Συχνές)
  • Σοβαρές αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (Πολύ σπάνιες)
  • Αγγειίτιδα, συμπεριλαμβανομένης της δερματικής νεκρωτικής αγγειίτιδας (Πολύ σπάνιες)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Αυξημένη CPK (Συχνές)
  • Υπερλιπιδαιμία (Όχι συχνές)
  • Αυξημένη LDH (Σπάνιες)
  • Υποουριχαιμία (Μη γνωστές)
Μεταβολισμός
  • Υποκαλιαιμία
  • Υποφωσφοραιμία
  • Ανορεξία
Ψυχιατρικές
  • Άγχος
Νευρικό
  • Παραισθησία
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Διαταραχές γεύσης
Καρδιακές διαταραχές
  • Ήπια αύξηση της αρτηριακής πίεσης (Συχνές)
  • Σοβαρή αύξηση της αρτηριακής πίεσης (Σπάνιες)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια (Σπάνιες, μπορεί να αποβεί θανατηφόρα)
  • Διάμεση πνευμονίτιδα (Σπάνιες, μπορεί να αποβεί θανατηφόρα)
  • Πνευμονική υπέρταση (Μη γνωστές)
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Κολίτιδα (Συχνές)
  • Μικροσκοπική κολίτιδα (Συχνές)
  • Λεμφοκυτταρική κολίτιδα (Συχνές)
  • Κολλαγονική κολίτιδα (Συχνές)
  • Διαταραχές του στοματικού βλεννογόνου (π.χ. αφθώδης στοματίτιδα, εξέλκωση του στόματος) (Συχνές)
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Αύξηση των ηπατικών παραμέτρων [τρανσαμινάσες (ιδιαίτερα της ALT), λιγότερο συχνά της γ-GT, της αλκαλικής φωσφατάσης, της χολερυθρίνης] (Συχνές)
  • Ίκτερος/χολόσταση (Σπάνιες)
  • Σοβαρή βλάβη του ήπατος (Πολύ σπάνιες)
  • Ηπατική ανεπάρκεια (Πολύ σπάνιες, μπορεί να αποβεί θανατηφόρος)
  • Οξεία νέκρωση του ήπατος (Πολύ σπάνιες, μπορεί να αποβεί θανατηφόρος)
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αυξημένη απώλεια μαλλιών (Συχνές)
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα (Συχνές)
  • Δερματικός ερυθηματώδης λύκος (Μη γνωστές)
  • Φλυκταινώδης ψωρίαση ή επιδείνωση της ψωρίασης (Μη γνωστές)
  • Φαρμακευτική Αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS) (Μη γνωστές)
Δέρμα
  • Έκζεμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Ξηροδερμία
  • Κνίδωση
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Πολύμορφο ερύθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Τενοντοθηκίτιδα (Συχνές)
  • Ρήξη τένοντα (Όχι συχνές)
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική ανεπάρκεια
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Οριακές (αναστρέψιμες) μειώσεις των συγκεντρώσεων του σπέρματος, του ολικού αριθμού σπερματοζωαρίων και της ταχείας κινητικότητας (Μη γνωστές)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Απώλεια σωματικού βάρους (συνήθως μη σημαντική) (Συχνές)
Γενικές
  • Εξασθένηση
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Το Λεφλουνομίδη αντενδείκνυται κατά την εγκυμοσύνη.
    Υπάρχουν υπόνοιες ότι ο ενεργός μεταβολίτης της λεφλουνομίδης, Α771726 προκαλεί σοβαρές συγγενείς διαμαρτίες. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 2 χρόνια μετά (περίοδος αναμονής) ή έως 11 ημέρες μετά τη θεραπεία (συντομευμένη περίοδος έκπλυσης). Σε περίπτωση υποψίας κύησης, άμεση ενημέρωση ιατρού και τεστ κυήσεως. Εάν θετικό, ο ιατρός θα συζητήσει τον πιθανό κίνδυνο και τη διαδικασία αποβολής του φαρμάκου. Για γυναίκες που επιθυμούν να τεκνοποιήσουν, συνιστάται περίοδος αναμονής 2 ετών ή διαδικασία έκπλυσης με χολεστυραμίνη ή ενεργό άνθρακα, με επιβεβαίωση συγκεντρώσεων Α771726 < 0,02 mg/l.
  • Γαλουχία
    Δεν επιτρέπεται
    Η λεφλουνομίδη ή οι μεταβολίτες της διέρχονται στο μητρικό γάλα.
  • Γονιμότητα
    Χωρίς επίδραση
    Αποτελέσματα μελετών γονιμότητας σε ζώα δεν έχουν δείξει επίδραση στην αρσενική και θηλυκή γονιμότητα, αλλά παρατηρήθηκαν επιβλαβείς επιδράσεις στα αρσενικά αναπαραγωγικά όργανα σε μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενης δόσης (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • υπογάστριο άλγος
  • ναυτία
  • διάρροια
  • αυξημένα ηπατικά ένζυμα
  • αναιμία
  • λευκοπενία
  • κνησμός
  • εξάνθημα
Αντιμετώπιση
Συνιστάται η χορήγηση χολεστυραμίνης (8 g, 3 φορές την ημέρα για 24 ώρες) ή ενεργού άνθρακα (50 g ανά 6ωρο για 24 ώρες) για επιτάχυνση της αποβολής του μεταβολίτη Α771726. Οι διαδικασίες έκπλυσης μπορούν να επαναληφθούν κλινικά αν χρειάζεται.
ΑντίδοτοΧολεστυραμίνη ή ενεργός άνθρακας
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Εφόσον παρουσιασθούν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ζάλη, μπορεί να επηρεαστεί η ικανότητα συγκέντρωσης και αντίδρασης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ασθενείς θα πρέπει να αποφεύγουν την οδήγηση και τον χειρισμό μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου:
μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, μονοϋδρική λακτόζη, άμυλο αραβοσίτου 1500, ποβιδόνη,
διασταυρούμενη ποβιδόνη, άνυδρο κολλοειδές διοξείδιο του πυριτίου, στεατικό μαγνήσιο.
Eπικάλυψη δισκίου:
Δισκία 10 mg: διοξείδιο του τιτανίου (E171), μονοϋδρική λακτόζη,
υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη (HPMC/υπρομελλόζη) 15cP, πολυαιθυλενογλυκόλη 4000,
υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη (HPMC/υπρομελλόζη) 3cP, υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη
(HPMC/υπρομελλόζη) 50cP
Δισκία 20 mg: υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη (HPMC/υπρομελλόζη) 15cP, διοξείδιο του
τιτανίου (E171), πολυαιθυλενογλυκόλη 6000, τάλκης, κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (E172)
Δισκία 100 mg: διοξείδιο του τιτανίου (E171), μονοϋδρική λακτόζη,
υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη (HPMC/υπρομελλόζη) 15cP, υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη
(HPMC/υπρομελλόζη) 3cP, υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη (HPMC/υπρομελλόζη) 50cP,
πολυαιθυλενογλυκόλη 4000
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Εκλεκτικά ανοσοκατασταλτικά, κωδικός ΑΤC: L04AA13.

Φαρμακολογία σε ανθρώπους

Η λεφλουνομίδη είναι ένας αντιρρευματικός παράγοντας, τροποποιητικός της νόσου με ιδιότητες ανασταλτικές του πολλαπλασιασμού.

Φαρμακολογία σε ζώα

Η λεφλουνομίδη είναι δραστική σε μοντέλα πειραματόζωων με αρθρίτιδα καθώς και με άλλες αυτοάνοσες νόσους ή και μεταμόσχευση, κυρίως αν χορηγηθεί κατά τη φάση ευαισθητοποίησης. Έχει ανοσορυθμιστικά/ανοσοκατασταλτικά χαρακτηριστικά, δρα ως ανασταλτικός παράγοντας του πολλαπλασιασμού και παρουσιάζει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Σε μοντέλα πειραματόζωων με αυτοάνοσο νόσο, όταν χορηγήθηκε η λεφλουνομίδη κατά την πρώιμη φάση της εξέλιξης της νόσου παρουσιάσθηκε η μέγιστη προφυλακτική δράση. In vivo μεταβολίζεται ταχέως και σχεδόν πλήρως στον Α771726, ο οποίος είναι δραστικός in vitro και θεωρείται ότι είναι υπεύθυνος για το θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Μηχανισμός δράσης

Ο Α771726, ενεργός μεταβολίτης της λεφλουνομίδης, αναστέλλει το ένζυμο διϋδροοροτική αφυδρογονάση (DHODH) στους ανθρώπους και επιδεικνύει ανασταλτική του πολλαπλασιασμού δράση.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Ρευματοειδής αρθρίτιδα Σε 4 ελεγχόμενες μελέτες (1 φάσης ΙΙ και 3 φάσης ΙΙΙ) παρουσιάσθηκε η αποτελεσματικότητα της λεφλουνομίδης στη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Στη μελέτη φάσης ΙΙ, μελέτη ΥU203, τυχαιοποιήθηκαν 402 άτομα με οξεία ρευματοειδή αρθρίτιδα σε placebo (n=102), σε 5 mg (n=95), σε 10 mg (n=101) ή 25 mg/ημέρα (n=104) λεφλουνομίδης. Η διάρκεια αγωγής ήταν 6 μήνες. Σε όλους τους ασθενείς κατά τις μελέτες φάσης ΙΙΙ χορηγήθηκε μια αρχική δόση 100 mg λεφλουνομίδης για 3 ημέρες. Στη μελέτη ΜΝ301 τυχαιοποιήθηκαν 358 άτομα με οξεία ρευματοειδή αρθρίτιδα σε 20 mg λεφλουνομίδης ημερησίως (n=133), σε 2 g σουλφασαλαζίνης την ημέρα (n=133) ή σε placebo (n=92). Η διάρκεια της αγωγής ήταν 6 μήνες. Η μελέτη ΜΝ303 ήταν μια προαιρετική, 6μηνη τυφλή συνέχιση της ΜΝ301 χωρίς τη χορήγηση placebo, καταλήγοντας σε μια σύγκριση λεφλουνομίδης με σουλφασαλαζίνη επί 12 μήνες. Στη μελέτη ΜΝ302 τυχαιοποιήθηκαν 999 άτομα με οξεία ρευματοειδή αρθρίτιδα σε 20 mg λεφλουνομίδης ημερησίως (n=501) ή σε 7,5 mg μεθοτρεξάτης την εβδομάδα τα οποία αυξήθηκαν σε 15 mg εβδομαδιαίως (n=498). H συμπληρωματική χορήγηση φυλλικού οξέος ήταν προαιρετική και χορηγήθηκε μόνο σε 10% των ασθενών. Η διάρκεια της αγωγής ήταν 12 μήνες. Στη μελέτη US301 τυχαιοποιήθηκαν 482 άτομα με οξεία ρευματοειδή αρθρίτιδα σε 20 mg λεφλουνομίδης/ημέρα (n=182), σε 7,5 mg μεθοτρεξάτης/εβδομαδιαίως αυξανόμενη σε 15 mg την εβδομάδα (n=182) ή σε placebo (n=118). Όλοι οι ασθενείς έλαβον 1 mg φυλλικού οξέος 2 φορές ημερησίως. Η διάρκεια αγωγής ήταν 12 μήνες. Η λεφλουνομίδη σε ημερήσια δόση τουλάχιστον 10 mg (10-25 mg στη μελέτη YU203, 20 mg στις μελέτες ΜΝ301 και US301) ήταν στατιστικά σημαντικά ανώτερη έναντι του placebo ως προς τη μείωση των σημείων και συμπτωμάτων της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και στις 3 ελεγχόμενες με placebo μελέτες. Οι δείκτες ανταπόκρισης κατά ACR (Αμερικάνικο Κολλέγιο Ρευματολογίας) στη μελέτη ΥU203 ήταν 27,7% έναντι του placebo, 31,9% στα 5 mg, 50,5% στα 10 mg και 54,5% στα 25 mg/ημέρα. Στις μελέτες φάσης ΙΙΙ οι δείκτες ανταπόκρισης κατά το ACR για τα 20 mg λεφλουνομίδης ημερησίως έναντι του placebo ήταν 54,6% έναντι 28,6% (μελέτη ΜΝ301) και 49,4% έναντι 26,3% (μελέτη US301) αντίστοιχα. Μετά από 12 μηνών συνεχιζόμενη αγωγή, οι δείκτες ανταπόκρισης κατά το ACR στους ασθενείς υπό λεφλουνομίδη ήταν 52,3% (μελέτες ΜΝ301/303), 50,5% (μελέτη ΜΝ302) και 49,4% (μελέτη US301) συγκρινόμενοι με τους ασθενείς υπό σουλφασαλαζίνη που ήταν 53,8% (μελέτες ΜΝ301/303), 64,8% (μελέτη ΜΝ302) και 43,9% (μελέτη US301) στους ασθενείς υπό μεθοτρεξάτη. Στη μελέτη ΜΝ302 η λεφλουνομίδη ήταν σημαντικά λιγότερο αποτελεσματική από ότι η μεθοτρεξάτη. Παρ’ όλα αυτά, στη μελέτη US301 δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ λεφλουνομίδης και μεθοτρεξάτης στις κυρίαρχες παραμέτρους αποτελεσματικότητας. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά μεταξύ λεφλουνομίδης και σουλφασαλαζίνης (μελέτη ΜΝ301). Το αποτέλεσμα από την αγωγή λεφλουνομίδης ήταν εμφανές μετά από 1 μήνα, σταθεροποιήθηκε μέσα σε 3-6 μήνες και συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της αγωγής. Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη, παράλληλων ομάδων, μη κατωτερότητας (noninferiority) συγκρίθηκε η σχετική αποτελεσματικότητα δύο διαφορετικών ημερήσιων δόσεων συντήρησης λεφλουνομίδης, ήτοι 10 mg και 20 mg. Από τα αποτελέσματα μπορεί να συναχθεί ότι η αποτελεσματικότητα που προκύπτει από τη δόση συντήρησης των 20 mg ήταν περισσότερο ευνοϊκή, ενώ, από την άλλη πλευρά, τα αποτελέσματα ως προς την ασφάλεια ευνοούσαν την ημερήσια δόση συντήρησης των 10 mg.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η λεφλουνομίδη μελετήθηκε σε μονή πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, συγκρινόμενη με δραστική ουσία μελέτη σε 94 ασθενείς (47 ανά σκέλος) με πολυαρθρική μορφή νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Οι ασθενείς ήταν 3- 17 ετών με ενεργή πολυαρθρική μορφή νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας ανεξάρτητα από τον τύπο έναρξης της νόσου και χωρίς να έχουν λάβει προηγουμένως μεθοτρεξάτη ή λεφλουνομίδη. Σε αυτή τη μελέτη, η δόση φόρτισης και συντήρησης της λεφλουνομίδης βασίστηκε σε 3 κατηγορίες ανάλογα με το σωματικό βάρος: < 20 kg, 20-40 kg και >40 kg. Μετά από 16 εβδομάδες αγωγής, η διαφορά στο ρυθμό απόκρισης ήταν στατιστικά σημαντική για τη μεθοτρεξάτη σύμφωνα με τον ορισμό για βελτίωση της νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας (DOI) ≥30% (p=0,02). Στους ασθενείς που ανταποκρίθηκαν, η απόκριση διατηρήθηκε για 48 εβδομάδες (βλ. Δοσολογία). Το σχήμα των ανεπιθύμητων ενεργειών της λεφλουνομίδης και της μεθοτρεξάτης φαίνεται να είναι παρόμοιο, αν και η δόση που χορηγήθηκε σε ασθενείς χαμηλού σωματικού βάρους οδήγησε σε σχετικά χαμηλή έκθεση (βλ. Φαρμακοκινητικές). Αυτά τα στοιχεία δεν επιτρέπουν αποτελεσματική και ασφαλή δοσολογική σύσταση.

Ψωριασική αρθρίτιδα Η αποτελεσματικότητα της λεφλουνομίδης αποδείχθηκε σε μια ελεγχόμενη τυχαιοποιημένη διπλή-τυφλή μελέτη 3L01 σε 188 ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα, στους οποίους χορηγήθηκαν 20 mg ημερησίως. Η διάρκεια της αγωγής ήταν 6 μήνες. Η λεφλουνομίδη σε ημερήσια δόση 20 mg ήταν σημαντικά ανώτερη έναντι του placebo ως προς τη μείωση των συμπτωμάτων της αρθρίτιδας σε ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα: οι κατά PsARC (δείκτες ανταπόκρισης για τη θεραπεία της ψωριασικής αρθρίτιδας) ανταποκρίσεις ήταν 59% στην ομάδα της λεφλουνομίδης και 29,7% στην ομάδα του placebo για 6 μήνες (p<0,0001). Η αποτελεσματικότητα της λεφλουνομίδης στη βελτίωση της λειτουργίας και στη μείωση των βλαβών δέρματος ήταν μέτρια.

Μελέτες μετά την κυκλοφορία του προϊόντος Μια τυχαιοποιημένη μελέτη αξιολόγησε το ποσοστό ανταπόκρισης της κλινικής αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με πρώιμη ρευματοειδή αρθρίτιδα που δεν έχουν λάβει στο παρελθόν DMARD (n=121),κατά την οποία έλαβαν είτε 20 mg είτε 100 mg λεφλουνομίδης σε δύο παράλληλες ομάδες κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων ημερών της διπλής τυφλής περιόδου. Η αρχική περίοδος ακολουθήθηκε από μια ανοιχτή περίοδο συντήρησης τριών μηνών, κατά τη διάρκεια της οποίας και οι ομάδες έλαβαν 20 mg λεφλουνομίδης ημερησίως. Κανένα επιπρόσθετο συνολικό όφελος δεν παρατηρήθηκε στον πληθυσμό που μελετήθηκε με τη χρήση του σχήματος με δόση φόρτισης. Τα δεδομένα ασφάλειας που αποκτήθηκαν και από τις δύο ομάδες αγωγής ήταν σύμφωνα με το γνωστό προφίλ ασφάλειας της λεφλουνομίδης, ωστόσο, η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό και αυξημένων ηπατικών ενζύμων έτεινε να είναι υψηλότερη στους ασθενείς που έλαβαν τη δόση φόρτισης των 100 mg λεφλουνομίδης.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Η λεφλουνομίδη μετατρέπεται ταχέως στον δραστικό μεταβολίτη, Α771726, με μεταβολισμό της πρώτης διόδου (διάνοιξη δακτυλίου) στο τοίχωμα του εντέρου και στο ήπαρ. Σε μια μελέτη με ραδιοεπισημασμένη 14C- λεφλουνομίδη σε τρεις υγιείς εθελοντές δεν ανιχνεύθηκε αμετάβλητη λεφλουνομίδη στο πλάσμα, στα ούρα ή στα κόπρανα. Σε άλλες μελέτες, σπάνια ανιχνεύθηκαν επίπεδα αμετάβλητης λεφλουνομίδης στο πλάσμα, ωστόσο, ήταν σε επίπεδα πλάσματος των ng/mL. Ο μόνος ραδιοεπισημασμένος μεταβολίτης που ανιχνεύθηκε στο πλάσμα ήταν ο Α771726. Ο μεταβολίτης αυτός ευθύνεται ουσιαστικά για όλη την in vivo δραστικότητα του Λεφλουνομίδη.

Απορρόφηση

Τα στοιχεία απέκκρισης από τη μελέτη 14C έδειξαν ότι απορροφήθηκε τουλάχιστον ποσοστό 82-95% της δόσης. Ο χρόνος επίτευξης μέγιστων συγκεντρώσεων του Α771726 στο πλάσμα είναι πολύ ευμετάβλητος. Μετά την εφάπαξ χορήγηση τα μέγιστα επίπεδα του πλάσματος δυνατόν να παρουσιασθούν μετά από 1-24 ώρες. Η λεφλουνομίδη μπορεί να χορηγηθεί με την τροφή, επειδή ο ρυθμός απορρόφησης είναι συγκρίσιμος τόσο με ύπαρξη τροφής όσο και σε κατάσταση νηστείας. Λόγω της πολύ μεγάλης ημιπεριόδου ζωής του Α771726 (περίπου 2 εβδομάδες) σε κλινικές μελέτες χορηγήθηκε δόση εφόδου 100 mg για 3 ημέρες προκειμένου να διευκολυνθεί η ταχεία επίτευξη των επιπέδων του Α771726 σε σταθερή κατάσταση. Υπολογίζεται ότι χωρίς τη δόση εφόδου απαιτείται χρονικό διάστημα χορήγησης 2 μηνών προκειμένου να επιτευχθούν οι συγκεντρώσεις του πλάσματος σε σταθερή κατάσταση. Σε μελέτες πολλαπλών δόσεων σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι του Α771726 ήταν γραμμικές σε εύρος δόσης 5 έως 25 mg. Σε αυτές τις μελέτες η κλινική δράση έχει στενή σχέση με τις συγκεντρώσεις του Α771726 στο πλάσμα και με την ημερήσια δόση λεφλουνομίδης. Σε επίπεδο δόσης 20 mg/ημέρα, οι κατά μέσο όρο συγκεντρώσεις του Α771726 στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση ήταν περίπου 35 μg/mL. Τα επίπεδα πλάσματος σε σταθερή κατάσταση συσσωρεύονται περίπου κατά 33 έως 35 φορές συγκρινόμενα με εκείνα της εφάπαξ δόσεως.

Κατανομή

Στο πλάσμα των ανθρώπων ο Α771726 δεσμεύεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες (λευκωματίνη). Το μη δεσμευμένο κλάσμα του Α771726 ήταν 0,62% περίπου. Η δέσμευση του Α771726 είναι γραμμική στις συγκεντρώσεις θεραπευτικού εύρους. Η δέσμευση του Α771726 παρουσιάσθηκε ελαφρώς μειωμένη και περισσότερο ευμετάβλητη στο πλάσμα ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα ή με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Η εκτεταμένη δέσμευση του Α771726 με τις πρωτεΐνες μπορεί να προκαλέσει εκτόπιση άλλων φαρμάκων που έχουν υψηλή δέσμευση. Παρ’ όλα αυτά μελέτες αλληλεπίδρασης με βαρφαρίνη in vitro ως προς τη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις δεν εμφάνισαν κάποια αλληλεπίδραση. Από παρόμοιες μελέτες φάνηκε ότι η ιβουπροφαίνη και η δικλοφενάκη δεν εκτοπίζουν τον Α771726, ενώ το αδέσμευτο κλάσμα του Α771726 αυξάνεται κατά 2 έως 3 φορές σε παρουσία της τολβουταμίδης. Ο Α771726 εκτόπισε την ιβουπροφαίνη, τη δικλοφενάκη και την τολβουταμίδη ενώ το αδέσμευτο κλάσμα αυτών των φαρμάκων αυξήθηκε κατά 10% έως 50%. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι οι δράσεις αυτές έχουν κλινική σημασία. Σύμφωνα με την εκτεταμένη δέσμευση με τις πρωτεΐνες, ο Α771726 έχει χαμηλό φαινόμενο όγκο κατανομής (περίπου 11 λίτρα). Δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη πρόσληψη στα ερυθροκύτταρα.

Βιομετασχηματισμός

Η λεφλουνομίδη μεταβολίζεται σε ένα κυρίαρχο (Α771726) και σε πολλούς μικρότερης σημασίας μεταβολίτες συμπεριλαμβανόμενου του ΤFΜΑ (4-τριφλουορομεθυλανιλίνη). Ο μεταβολικός βιομετασχηματισμός της λεφλουνομίδης σε Α 771726 και ο επακόλουθος μεταβολισμός του Α771726 δεν ελέγχεται από ένα μεμονωμένο ένζυμο και παρατηρήθηκε ότι εντοπίζεται σε κυτταρικά κλάσματα μικροσωμάτια και κυτοσολίων. Από μελέτες αλληλεπίδρασης με σιμετιδίνη (μη ειδικός αποκλειστής του κυτοχρώματος Ρ450) και ριφαμπικίνη (μη ειδικός επαγωγέας του κυτοχρώματος Ρ450) φάνηκε ότι in vivo τα ένζυμα CYP ευθύνονται μόνο σε μικρό βαθμό για το μεταβολισμό της λεφλουνομίδης.

Αποβολή

Η αποβολή του Α771726 είναι βραδεία και χαρακτηρίζεται από φαινομενική κάθαρση 31 mL/ώρα περίπου. Σε ασθενείς η ημιπερίοδος αποβολής είναι περίπου 2 εβδομάδες. Μετά από χορήγηση μιας ραδιοεπισημασμένης δόσης λεφλουνομίδης, η ραδιενέργεια απεκκρίθηκε εξίσου στα κόπρανα, πιθανόν μέσω αποβολής από τη χολή και τα ούρα. Ο A771726 ανιχνεύεται στα ούρα και στα κόπρανα ακόμη και 36 ημέρες μετά την εφάπαξ χορήγηση. Οι βασικοί μεταβολίτες στα ούρα ήταν γλυκουρονικά προϊόντα τα οποία προέρχονται από τη λεφλουνομίδη (κυρίως σε δείγματα 0 έως 24 ωρών) και ένα παράγωγο οξανιλικού οξέος του Α771726. Ο κυρίαρχος μεταβολίτης στα κόπρανα ήταν ο Α771726. Αποδείχτηκε στον άνθρωπο ότι η από του στόματος χορήγηση εναιωρήματος ενεργού άνθρακα σε κόνι ή χολεστυραμίνης προκαλεί ταχεία και σημαντική αύξηση του ρυθμού αποβολής του Α771726 και μείωση στις συγκεντρώσεις του πλάσματος (βλ. Υπερδοσολογία). Αυτό πιστεύεται ότι επιτυγχάνεται με κάποιο μηχανισμό γαστρεντερικής διαπίδυσης και/ή με διακοπή της εντεροηπατικής ανακύκλωσης.

Νεφρική δυσλειτουργία

Η λεφλουνομίδη χορηγήθηκε από του στόματος ως εφάπαξ δόση 100 mg σε 3 ασθενείς υπό αιμοδιύλιση και σε 3 ασθενείς υπό συνεχή φορητή περιτοναϊκή κάθαρση (CAPD). Η φαρμακοκινητική του μεταβολίτη Α771726 σε άτομα υπό συνεχή φορητή περιτοναϊκή κάθαρση (CAPD) φάνηκε ότι ήταν παρόμοια με εκείνη των υγιών εθελοντών. Ταχύτερη αποβολή του μεταβολίτη Α771726 παρατηρήθηκε σε άτομα υπό αιμοδιύλιση, γεγονός που δεν οφειλόταν στην απομάκρυνση του φαρμάκου με το διάλυμα αιμοκάθαρσης.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την αγωγή ασθενών με ηπατική δυσλειτουργία. Ο δραστικός μεταβολίτης Α771726 δεσμεύεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες και αποβάλλεται μέσω ηπατικού μεταβολισμού και απέκκρισης από τη χολή. Σε ηπατική δυσλειτουργία οι διαδικασίες αυτές δυνατόν να επηρεασθούν.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική του Α771726 μετά την από του στόματος χορήγηση λεφλουνομίδης έχει μελετηθεί σε 73 παιδιατρικούς ασθενείς με πολυαρθρική μορφή νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε ηλικίες που κυμαίνονται από 3 έως 17 έτη. Τα αποτελέσματα από μία πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση αυτών των δοκιμών έδειξαν ότι οι παιδιατρικοί ασθενείς με βάρος σώματος ≤ 40 kg παρουσιάζουν μειωμένη συστηματική έκθεση (μετρούμενη με C ss) του Α771726 σχετικά με τους ενήλικες ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα (βλ. Δοσολογία).

Ηλικιωμένοι

Τα δεδομένα φαρμακοκινητικής σε ηλικιωμένους (> 65 ετών) είναι περιορισμένα αλλά συμφωνούν με τη φαρμακοκινητική σε πιο νεαρούς ενήλικες.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης
Η λεφλουνομίδη είναι προβάρουχο φάρμακο που μεταβολίζεται ταχύτατα και σχεδόν εξ ολοκλήρου σε ενεργό μεταβολίτη A77 1726 μετά από από του στόματος χορήγηση. Ο μεταβολίτης αυτός ευθύνεται για ουσιαστικά όλη τη φαρμακολογική δράση εν ζωή. Ο μηχανισμός δράσης…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Εκλεκτικά ανοσοκατασταλτικά, κωδικός ΑΤC: L04AA13. ### Φαρμακολογία σε ανθρώπους Η λεφλουνομίδη είναι ένας αντιρρευματικός παράγοντας, τροποποιητικός της νόσου με ιδιότητες ανασταλτικές του πολλαπλασιασμού. ### Φαρμακολογία σε…
Φαρμακοκινητική
Η λεφλουνομίδη μετατρέπεται ταχέως στον δραστικό μεταβολίτη, Α771726, με μεταβολισμό της πρώτης διόδου (διάνοιξη δακτυλίου) στο τοίχωμα του εντέρου και στο ήπαρ. Σε μια μελέτη με ραδιοεπισημασμένη 14C- λεφλουνομίδη σε τρεις υγιείς εθελοντές δεν…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός * Κύριος τόπος: Κυρίως ηπατικός. Η λεφλουναμίδη μετατρέπεται στην ενεργό της μορφή μετά από λήψη από το στόμα. * Μεταβολίτες: Η λεφλουναμίδη μεταβολίζεται σε M1 και άλλους μικρότερους ενεργούς μεταβολίτες. Ένας ενεργός μεταβολίτης, η…
Απέκκριση
Νεφρά/Ήπαρ

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • ALT (SGPT) · Πριν την έναρξη, κάθε 2 εβδομάδες για τους πρώτους 6 μήνες, μετά κάθε 8 εβδομάδες
  • Γενική εξέταση αίματος (τύπος λευκών, αιμοπετάλια) · Πριν την έναρξη, κάθε 2 εβδομάδες για τους πρώτους 6 μήνες, μετά κάθε 8 εβδομάδες
  • Αξιολόγηση για ενεργή ή μη ενεργή φυματίωση · Πριν την έναρξη της θεραπείας
  • Αρτηριακή πίεση · Πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια περιοδικά
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Επίπεδα ιονισμένου ασβεστίου (σε περίπτωση αμφισβητούμενων μετρήσεων) more_horizΆλλο / λοιπά — Στην περίπτωση αμφισβητούμενων μετρήσεων, συνιστάται ο προσδιορισμός της συνολικής συγκέντρωσης των επιπέδων ασβεστίου ορού διορθωμένων ως προς τη λευκωματίνη.
Συγκεντρώσεις Α771726 στο πλάσμα more_horizΆλλο / λοιπά Πρώτη φορά μετά διαδικασία έκπλυσης, έπειτα μετά τουλάχιστον 14 ημέρες Για άνδρες που επιθυμούν τεκνοποίηση, εφόσον και οι δύο συγκεντρώσεις είναι κάτω από 0,02 mg/l
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Η λεφλουνομίδη είναι αναστολέας της βιοσύνθεσης πυριμιδινών και ανήκει στην κατηγορία DMARD (φάρμακα που τροποποιούν την πορεία της νόσου), τα οποία είναι χημικώς και φαρμακολογικά εξαιρετικά ετερογενή. Η λεφλουνομίδη εγκρίθηκε από τον FDA και σε πολλές άλλες χώρες (π.χ. Καναδάς, Ευρώπη) το 1999.
DrugBank

Indication

expand_more
Για τη διαχείριση των σημείων και συμπτωμάτων ενεργού ρευματοειδούς αρθρίτιδας (ΡΑ) με σκοπό τη βελτίωση της φυσικής λειτουργίας και την επιβράδυνση της εξέλιξης της δομικής βλάβης που σχετίζεται με την πάθηση. Έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για την πρόληψη οξέος και χρόνιας απόρριψης σε λήπτες μεταμόσχευμένων οργάνων στερεάς μορφής και θεωρείται από τον FDA ως φάρμακο ορφανής ένδειξης γι’ αυτή τη χρήση.
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Η λεφλουνομίδη είναι αναστολέας σύνθεσης πυριμιδινών και έχει ένδειξη σε ενήλικες για τη θεραπεία ενεργού ΡΑ. Η ΡΑ αποτελεί αυτοάνοσο νόσημα με υψηλή δραστηριότητα Τ-λεμφοκυττάρων. Οι Τ–κύτταρα έχουν δύο οδούς για τη σύνθεση πυριμιδινών: τη σωστική (salvage) οδό και την οδό de novo σύνθεσης. Στο ηρεμία, τα Τ λεμφοκύτταρα ικανοποιούν τις μεταβολικές τους ανάγκες μέσω της οδού salvage. Οι ενεργοποιημένοι λεμφοκύτταρα χρειάζονται 7-8πλάσια αύξηση του πυριμιδινικού αποθέματος, ενώ ο φαινοτυπικά αντίστοιχος όγκος πυρινοειδών αυξάνει μόνο 2-3πλάσια. Για την ικανοποίηση των αναγκών για περισσότερες πυριμιδίνες, τα ενεργοποιημένα Τ κύτταρα χρησιμοποιούν την οδό de novo. Ως εκ τούτου, τα ενεργοποιημένα Τ-κύτταρα, εξαρτώμενα από τη σύνθεση πυριμιδινών de novo, θα επηρεάζονται περισσότερο από την αναστολή της διϋδροοροτάτης αφυδρογονάσης από την A77 1726 από άλλους κυτταρικούς τύπους που χρησιμοποιούν την οδό salvage.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Η λεφλουνομίδη είναι προβάρουχο φάρμακο που μεταβολίζεται ταχύτατα και σχεδόν εξ ολοκλήρου σε ενεργό μεταβολίτη A77 1726 μετά από από του στόματος χορήγηση. Ο μεταβολίτης αυτός ευθύνεται για ουσιαστικά όλη τη φαρμακολογική δράση εν ζωή. Ο μηχανισμός δράσης δεν έχει οριστικοποιηθεί πλήρως, αλλά φαίνεται ότι αφορά κυρίως ρύθμιση αυτοάνοσων λεμφοκυττάρων. Προτείνεται ότι η επίδρασή του στην ανοσοτροποποίηση επιτυγχάνεται εμποδίζοντας την επέκταση ενεργοποιημένων αυτοάνοσων λεμφοκυττάρων μέσω παρεμβολών με την πορεία του κυτταρικού κύκλου. Τα δεδομένα in vitro δείχνουν ότι η λεφλουνομίδη επηρεάζει την πορεία του κυτταρικού κύκλου αναστέλλοντας τη διϋδροοροτάτη αφυδρογονάση (ένα μιτοχονδριακό ένζυμο εμπλεκόμενο στην de novo σύνθεση UDP-ριμπυσουλικού μονοφωσφατικού rUMP) και εμφανίζει αντιπολλαπλασιακή δραστηριότητα. Η ανθρώπινη διϋδροοροτάτης αφυδρογονάσης αποτελείται από δύο τομείς: έναν α/β-βαρρελ τομέα που περιέχει το ενεργό σημείο και έναν α-ελλεικό τομέα που σχηματίζει σήραγγα προς το ενεργό σημείο. Ο A77 1726 συνδέεται στη υδροφοβική σήραγγα σε θέση κοντά στο φλαβοϊνο-νουκλεοτιδικό ενεργό κέντρο. Ο περιορισμός της διϋδροοροτάτης αφυδρογονάσης από τον A77 1726 εμποδίζει την παραγωγή rUMP μέσω της οδού de novo, οδηγώντας σε μειωμένα επίπεδα rUMP, μειωμένη σύνθεση DNA/RNA, αναστολή κυτταρικού πολλαπλασιασμού και εξαρττητική G1 φάση του κυτταρικού κύκλου. Μέσω αυτής της πράξης η λεφλουνομίδη αναστέλλει την αυτοάνοση Τ-κυτταρική ανάπτυξη και την παραγωγή αυτοαντισωμάτων από Β κύτταρα. Δεδομένου ότι οι οδοί salvage αναμένεται να διατηρούν κύτταρα σε φάση G1, η δραστηριότητα της λεφλουνομίδης είναι κυτταροστατική αντί κυτταροτοξική. Άλλες επιδράσεις που προέρχονται από τη μειωμένη στάθμη rUMP περιλαμβάνουν διαταραχές στην προσκόλληση ενεργοποιημένων λεμφοκυττάρων στα ενδοθήλια της αρθρικής μεμβράνης, καθώς και αυξημένη σύνθεση ανοσοκατασταλτικών κυττοκινών όπως TGF-β.
DrugBank

Absorption

expand_more
Καλά απορροφάται, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό εμφανίζονται 6-12 ώρες μετά τη χορήγηση.
DrugBank

Half life

expand_more
2 εβδομάδες
DrugBank

Protein binding

expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών: >99.3%
DrugBank

Route of elimination

expand_more
Ο ενεργός μεταβολίτης εξαλείφεται με περαιτέρω μεταβολισμό και επακόλουθη νεφρική απέκκριση, καθώς και μέσω άμεσης χολικής απέκκρισης. Σε μελέτη εξάλειψης φαρμάκου διάρκειας 28 ημερών (n=3) με μονοδοσική χορήγηση ραδιοελεγχόμενου μορίου, περίπου το 43% της συνολικής ραδιενέργειας εξήχθη στα ούρα και το 48% στα κόπρανα. Δεν είναι γνωστό εάν η λεφλουνομίδη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Για το φάρμακο υπάρχουν ανησυχίες για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σε θηλάζοντα βρέφη.
DrugBank

Volume of distribution

expand_more
Όγκος κατανομής: 0.13 L/kg
DrugBank

Toxicity

expand_more
LD50 = 100-250 mg/kg (οξεία τοξικότητα από από του στόματος)
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Ψωριασική Αρθρίτιδα Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Ρευματολογικών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 1 L04AA13
    ΒΗΜΑ 1 — Αρχική αγωγή με csDMARD ως μονοθεραπεία
    • Διαγνωσμένη ΨΑ — έναρξη θεραπείας
    • Χωρίς προηγούμενη αποτυχία csDMARD
    Δοσολογία: 10–20 mg/ημέρα PO · Συνεχής
📋 Ρευματοειδής Αρθρίτιδα Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Ρευματολογικών Νοσημάτων

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 1 L04AA13
    ΒΗΜΑ 1 — Αρχική αγωγή με csDMARD ως μονοθεραπεία
    • Διαγνωσμένη ΡΑ — έναρξη θεραπείας
    Δοσολογία: 20 mg/ημέρα PO · Συνεχής
trending_down

Απόσυρση / Deprescribing

IMPACT

DMARDs

Με ειδικό CR: Μεσαίο DP: Μεσαίο

Αναφερθείτε στον γιατρό που ξεκίνησε τη θεραπεία.

open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
3899
Μοριακός τύπος
C12H9F3N2O2
Μοριακό βάρος
270.21
IUPAC
5-methyl-N-[4-(trifluoromethyl)phenyl]-1,2-oxazole-4-carboxamide
InChIKey
VHOGYURTWQBHIL-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

  • Αναστολείς Ενζύμων: Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
  • Ανοσοκατασταλτικά: Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω διαφόρων μηχανισμών δράσης. Τα κλασικά κυτταροτοξικά ανοσοκατασταλτικά δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλα μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.