LEFLUNOMIDE
Λεφλουνομίδη
### Φαρμακοδυναμικές **Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:** Άλλα προϊόντα πεπτικής οδού και μεταβολισμού, ένζυμα, κωδικός ATC: A16AB10.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος VPRIV
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: κάθε δεύτερη εβδομάδα
- Δόση έναρξης: 60 μονάδες/kg
- Τιτλοποίηση: Ρυθμίσεις της δοσολογίας μπορούν να γίνουν σε εξατομικευμένη βάση, με βάση την επίτευξη και τη διατήρηση των θεραπευτικών στόχων. Κλινικές μελέτες έχουν αξιολογήσει δόσεις που κυμαίνονται από 15 έως 60 μονάδες/kg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Μετά από τουλάχιστον 12 μήνες συνεχούς θεραπείας, η δόση μπορεί να μειωθεί σταδιακά από 60 σε 30 μονάδες/kg εφόσον επιτευχθούν τουλάχιστον 2 από τους 4 θεραπευτικούς στόχους ERT του «Έτους 1» για τη νόσο Gaucher τύπου 1.
-
ΕνήλικεςΔόση15 έως 60 μονάδες/kgΜέγ. δόση60 μονάδες/kgΗ συνιστώμενη δόση είναι 60 μονάδες/kg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Ρυθμίσεις της δοσολογίας μπορούν να γίνουν σε εξατομικευμένη βάση.
-
Ασθενείς που μεταβαίνουν από ιμιγλουκεράσηΜπορούν να μεταπηδήσουν σε VPRIV, χρησιμοποιώντας την ίδια δόση και συχνότητα με την ιμιγλουκεράση.
-
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)Δόση15 έως 60 μονάδες/kgΜπορεί να γίνει χορήγηση εντός του ίδιου εύρους δόσης όπως σε άλλους ενήλικες ασθενείς.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (4 έως 17 ετών)Τα προφίλ ασφάλειας και αποτελεσματικότητας ήταν παρόμοια μεταξύ παιδιατρικών και ενήλικων ασθενών.
-
Παιδιά (<4 ετών)Δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Σοβαρή αλλεργική αντίδραση στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΙχνηλασιμότηταΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
ΥπερευαισθησίαΠληθυσμόςασθενείςΈχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων συμπτωμάτων συμβατών με αναφυλαξία, συνήθως έως και 12 ώρες μετά την έγχυση. Συχνά συμπτώματα: ναυτία, εξάνθημα, δύσπνοια, οσφυαλγία, θωρακική δυσφορία, κνίδωση, αρθραλγία, κεφαλαλγία.
-
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση (IRR)ΠληθυσμόςασθενείςΟποιαδήποτε ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου εντός 24 ωρών μετά την έναρξη έγχυσης. Μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα υπερευαισθησίας (όπως αναφυλαξία) και άλλα (κόπωση, ζάλη, πυρεξία, αύξηση αρτηριακής πίεσης, κνησμός, θαμπή όραση, έμετος). Σε μη θεραπευμένους ασθενείς, οι περισσότερες IRR παρατηρήθηκαν τους πρώτους 6 μήνες.
-
Αντιμετώπιση αντιδράσεων υπερευαισθησίας/σχετιζόμενων με την έγχυση (IRR)προσοχήΠληθυσμόςασθενείςΗ αντιμετώπιση πρέπει να βασίζεται στη σοβαρότητα: μείωση ρυθμού έγχυσης, χορήγηση αντιϊσταμινικών, αντιπυρετικών ή/και κορτικοστεροειδών, ή/και διακοπή και επανέναρξη με αυξημένο χρόνο έγχυσης. Άμεση διαθεσιμότητα ιατρικής υποστήριξης. Διακοπή έγχυσης και κατάλληλη ιατρική θεραπεία για αναφυλαξία/οξείες αντιδράσεις. Θεραπεία σε κλινική για αναφυλαξία κατ’ οίκον. Προθεραπεία με αντιϊσταμινικά ή/και κορτικοστεροειδή μπορεί να αποτρέψει αντιδράσεις.
-
Ανοσογονικότητα (Αντισώματα)ΠληθυσμόςασθενείςΣε περιπτώσεις σοβαρών IRR και έλλειψης/απώλειας δράσης, οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για την παρουσία αντισωμάτων και τα αποτελέσματα να αναφέρονται στην εταιρία. Έχουν αναφερθεί IgG αντισώματα (1% σε κλινικές μελέτες, μετα-κυκλοφοριακά), μερικά εξουδετερωτικά. Δεν αναφέρθηκαν IgE αντισώματα.
-
ΝάτριοΠληθυσμόςενήλικεςΤο προϊόν περιέχει 12,15 mg νατρίου ανά φιαλίδιο (0,06% της ημερήσιας πρόσληψης 2g).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- αντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιλαμβάνουν αλλεργική δερματίτιδα και αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Θαμπή όραση
- Ταχυκαρδία
- Δύσπνοια
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Έξαψη
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Έμετος
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Οστικό άλγος
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- ενέργεια που σχετίζεται με την έγχυση
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Αυξημένη θερμοκρασία σώματος
- Θωρακική δυσφορία
- Παρατεταμένος ενεργοποιημένος χρόνος μερικής θρομβοπλαστίνης
- Θετικά εξουδετερωτικά αντισώματα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη θερμοκρασία σώματοςΓενικές
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘετικά εξουδετερωτικά αντισώματαΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΟστικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠαρατεταμένος ενεργοποιημένος χρόνος μερικής θρομβοπλαστίνηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Συχνέςαντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιλαμβάνουν αλλεργική δερματίτιδα και αναφυλακτικές/ αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Συχνέςενέργεια που σχετίζεται με την έγχυσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΟι ασθενείς που έχουν τη νόσο Gaucher και μένουν έγκυες ενδέχεται να παρουσιάσουν ένα διάστημα αυξημένης δραστικότητας της νόσου κατά την εγκυμοσύνη και τη λοχεία. Αξιολόγηση κινδύνου/οφέλους απαιτείται για γυναίκες με νόσο Gaucher που σκέφτονται να κυοφορήσουν. Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βελαγλουκεράσης σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη. Στενή παρακολούθηση της εγκυμοσύνης και των κλινικών εκδηλώσεων της νόμου Gaucher είναι απαραίτητες για την εξατομίκευση της θεραπείας.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΥπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της βελαγλουκεράσης άλφα ή των μεταβολιτών της στο ανθρώπινο γάλα. Η βελαγλουκεράση είναι συνθετική μορφή της β-γλυκοκερεμπροσιδάσης που αποτελεί φυσιολογικό συστατικό του ανθρώπινου γάλακτος. Μελέτες με άλλες μορφές του ενζύμου έχουν βρει πολύ χαμηλά επίπεδα του ενζύμου στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΜελέτες σε ζώα δεν παρουσίασαν αποδείξεις διαταραγμένης γονιμότητας.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα προϊόντα πεπτικής οδού και μεταβολισμού, ένζυμα, κωδικός ATC: A16AB10.
Η νόσος Gaucher είναι μια αυτοσωμική υπολειπόμενη διαταραχή που προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο GBA, η οποία καταλήγει σε ανεπάρκεια του λυσοσωμικού ενζύμου β-γλυκοκερεβροσιδάση. Αυτή η ενζυμική ανεπάρκεια προκαλεί συσσώρευση της γλυκοκερεβροσίδης κυρίως στα μακροφάγα, δημιουργώντας αφρώδη κύτταρα ή «κύτταρα Gaucher». Σε αυτή τη διαταραχή λυσοσωμικής αποθήκευσης, τα κλινικά χαρακτηριστικά αντανακλούν την κατανομή των κυττάρων Gaucher στο ήπαρ, τον σπλήνα, τον μυελό των οστών, τον σκελετό και τους πνεύμονες. Η συσσώρευση γλυκοεγκεφαλοσίδης στο ήπαρ και τον σπλήνα οδηγεί σε οργανομεγαλία. Η συμμετοχή των οστών καταλήγει σε σκελετικές ανωμαλίες και δυσμορφίες καθώς και σε κρίσεις οστικού άλγους. Οι εναποθέσεις στο μυελό των οστών και η σπληνική απολυματοποίηση οδηγούν σε κλινικά σημαντική αναιμία και θρομβοπενία.
Η δραστική ουσία του VPRIV είναι η βελαγλουκεράση άλφα, η οποία παράγεται μέσω τεχνολογίας ενεργοποίησης γονιδίων σε μια ανθρώπινη κυτταρική σειρά. Η βελαγλουκεράση άλφα είναι μια γλυκοπρωτεΐνη. Το μονομερές είναι περίπου 63 kDa, έχει 497 αμινοξέα, και την ίδια αμινοξική αλληλουχία με το φυσικά εμφανιζόμενο ανθρώπινο ένζυμο, γλυκοκερεβροσιδάση. Υπάρχουν 5 πιθανά σημεία γλυκοζυλίωσης που συνδέονται στο Ν-τελικό άκρο, τέσσερα από τα οποία καταλαμβάνονται. Η βελαγλουκεράση άλφα παράγεται ώστε να περιέχει κυρίως υψηλής μαννόζης τύπου γλυκάνες ώστε να διευκολύνει την εσωτερίκευση του ενζύμου από τα φαγοκυτταρικά κύτταρα-στόχο μέσω του υποδοχέα μαννόζης.
Η βελαγλουκεράση άλφα συμπληρώνει ή αντικαθιστά τη β-γλυκοκερεβροσιδάση, το ένζυμο που καταλύει την υδρόλυση της γλυκοκερεβροσίδης σε γλυκόζη και κεραμίδιο στο λυσόσωμα, μειώνοντας την ποσότητα της συσσωρευμένης γλυκοκερεβροσίδης και διορθώνοντας την παθοφυσιολογία της νόσου Gaucher. Η βελαγλουκεράση άλφα αυξάνει τη συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης και τον αριθμό των αιμοπεταλίων και μειώνει τον ηπατικό και το σπληνικό όγκο σε ασθενείς με νόσο Gaucher τύπου 1. Κλινικά σημαντικές βελτιώσεις παρατηρήθηκαν στη συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης και στον αριθμό των αιμοπεταλίων μόλις σε 3 μήνες και στον ηπατικό και τον σπληνικό όγκο στους 6 μήνες. Η θεραπεία έχει δείξει επίσης βελτίωση στην οστική πυκνότητα και στη γραμμική ανάπτυξη στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Φαρμακοκινητικές
Δεν υπήρχαν εμφανείς φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ αντρών και γυναικών ασθενών με νόσο Gaucher τύπου 1. Κανένα από τα άτομα στις φαρμακοκινητικές μελέτες δεν ήταν θετικό για αντισώματα αντι-βελαγλουκεράσης άλφα τις ημέρες της φαρμακοκινητικής αξιολόγησης. Επομένως, δεν ήταν δυνατόν να αξιολογηθεί η επίδραση της αντισωμικής απόκρισης στο φαρμακοκινητικό προφίλ της βελαγλουκεράσης άλφα.
Απορρόφηση
Οι συγκεντρώσεις βελαγλουκεράσης άλφα στον ορό αυξήθηκαν ταχέως για τα πρώτα 20 λεπτά της 60λεπτης έγχυσης πριν από την οριζοντίωση, και η Cmax επιτεύχθηκε τυπικά μεταξύ 40 και 60 λεπτών μετά την έναρξη της έγχυσης. Μετά τη λήξη της έγχυσης, οι συγκεντρώσεις βελαγλουκεράσης άλφα στον ορό έπεσαν ταχέως σε μία ή δύο φάσεις με μέση t1/2 να κυμαίνεται από 5 έως 12 λεπτά στις δόσεις των 15, 30, 45, και 60 μονάδων/kg.
Κατανομή
Η βελαγλουκεράση άλφα παρουσίασε ένα κατά προσέγγιση γραμμικό (δηλ. πρώτης τάξης) φαρμακοκινητικό προφίλ, και Cmax και AUC αυξημένες κατά προσέγγιση ανάλογα με τη δόση σε εύρος δόσης 15 έως 60 μονάδων/kg. Ο όγκος κατανομής σταθερής κατάστασης ήταν περίπου 10% του σωματικού βάρους. Η υψηλή κάθαρση της βελαγλουκεράσης άλφα από τον ορό (μέση 6,7 έως 7,6 ml/min/kg) είναι σύμφωνη με την ταχεία πρόσληψη της βελαγλουκεράσης άλφα εντός των μακροφάγων μέσω υποδοχέων μαννόζης.
Αποβολή
Το εύρος της κάθαρσης της βελαγλουκεράσης άλφα σε παιδιατρικούς ασθενείς (Ν=7, εύρος ηλικίας 4 έως 17 ετών) περιεχόταν εντός του εύρους των τιμών κάθαρσης σε ενήλικες ασθενείς (Ν=15, εύρος ηλικίας 19 έως 62 ετών).
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα προϊόντα πεπτικής οδού και μεταβολισμού, ένζυμα, κωδικός ATC: A16AB10. Η νόσος Gaucher είναι μια αυτοσωμική υπολειπόμενη διαταραχή που προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο GBA, η οποία καταλήγει…
Φαρμακοκινητικές Δεν υπήρχαν εμφανείς φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ αντρών και γυναικών ασθενών με νόσο Gaucher τύπου 1. Κανένα από τα άτομα στις φαρμακοκινητικές μελέτες δεν ήταν θετικό για αντισώματα αντι-βελαγλουκεράσης άλφα τις ημέρες της…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αντισώματα | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | — | Σοβαρές αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση ή απώλεια δράσης |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λεφλουναμίδη είναι ένας αναστολέας σύνθεσης πυριμιδίνης που ενδείκνυται σε ενήλικες για τη θεραπεία της ενεργού ρευματοειδούς αρθρίτιδας (ΡΑ). Η ΡΑ είναι μια αυτοάνοση νόσος που χαρακτηρίζεται από υψηλή δραστηριότητα Τ-κυττάρων. Τα Τ-κύτταρα έχουν δύο μονοπάτια για τη σύνθεση πυριμιδινών: τα μονοπάτια διάσωσης και τη σύνθεση de novo. Σε ηρεμία, οι Τ-λεμφοκύτταροι καλύπτουν τις μεταβολικές τους ανάγκες μέσω του μονοπατιού διάσωσης. Τα ενεργοποιημένα λεμφοκύτταρα χρειάζεται να αυξήσουν την πυριμιδινική τους δεξαμενή 7- έως 8-πλάσια, ενώ η δεξαμενή πουρινών αυξάνεται μόνο 2- έως 3-πλάσια. Για να καλυφθεί η ανάγκη για περισσότερες πυριμιδίνες, τα ενεργοποιημένα Τ-κύτταρα χρησιμοποιούν το μονοπάτι de novo για τη σύνθεση πυριμιδινών. Επομένως, τα ενεργοποιημένα Τ-κύτταρα, τα οποία εξαρτώνται από τη σύνθεση πυριμιδινών de novo, θα επηρεαστούν περισσότερο από την αναστολή της διυδροοροτικός δεϋδρογονάσης από τη λεφλουναμίδη σε σύγκριση με άλλους τύπους κυττάρων που χρησιμοποιούν το μονοπάτι διάσωσης της σύνθεσης πυριμιδινών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λεφλουναμίδη είναι ένα προφάρμακο που μεταβολίζεται ταχέως και σχεδόν πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση στον φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη της, A77 1726. Αυτός ο μεταβολίτης είναι υπεύθυνος για ουσιαστικά όλη τη δράση του φαρμάκου in vivo. Ο μηχανισμός δράσης της λεφλουναμίδης δεν έχει προσδιοριστεί πλήρως, αλλά φαίνεται να περιλαμβάνει κυρίως τη ρύθμιση των αυτοάνοσων λεμφοκυττάρων. Έχει προταθεί ότι η λεφλουναμίδη ασκεί τις ανοσορυθμιστικές της επιδράσεις αποτρέποντας την επέκταση των ενεργοποιημένων αυτοάνοσων λεμφοκυττάρων μέσω παρεμβολών στην πρόοδο του κυτταρικού κύκλου. Δεδομένα in vitro υποδεικνύουν ότι η λεφλουναμίδη παρεμβαίνει στην πρόοδο του κυτταρικού κύκλου αναστέλλοντας τη διυδροοροτικός δεϋδρογονάση (ένα μιτοχονδριακό ένζυμο που εμπλέκεται στη σύνθεση ριβονουκλεοτιδίου ουριδίνης μονοφωσφορικής (rUMP) de novo) και έχει αντι-πολλαπλασιαστική δραστηριότητα. Η ανθρώπινη διυδροοροτικός δεϋδρογονάση αποτελείται από 2 τομείς: έναν τομέα α/β-barrel που περιέχει την ενεργό θέση και έναν τομέα α-ελικοειδή που σχηματίζει μια σήραγγα που οδηγεί στην ενεργό θέση. Το A77 1726 συνδέεται στην υδρόφοβη σήραγγα σε μια θέση κοντά στη φλαβίνη μονονουκλεοτιδίου. Η αναστολή της διυδροοροτικός δεϋδρογονάσης από το A77 1726 αποτρέπει την παραγωγή rUMP μέσω του μονοπατιού de novo· τέτοια αναστολή οδηγεί σε μειωμένα επίπεδα rUMP, μειωμένη σύνθεση DNA και RNA, αναστολή του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και κυτταρική διακοπή φάσης G1. Μέσω αυτής της δράσης, η λεφλουναμίδη αναστέλλει τον αυτοάνοσο πολλαπλασιασμό Τ-κυττάρων και την παραγωγή αυτοαντισωμάτων από Β-κύτταρα. Δεδομένου ότι τα μονοπάτια διάσωσης αναμένεται να υποστηρίζουν τα κύτταρα που έχουν σταματήσει στη φάση G1, η δράση της λεφλουναμίδης είναι κυτταροστατική παρά κυτταροτοξική. Άλλες επιδράσεις που προκύπτουν από τα μειωμένα επίπεδα rUMP περιλαμβάνουν παρεμβολές στην πρόσφυση των ενεργοποιημένων λεμφοκυττάρων στα κυτταρικά ενδοθηλιακά αγγεία του αρθρικού υμένα και αυξημένη σύνθεση ανοσοκατασταλτικών κυτοκινών όπως ο μετασχηματιστικός αυξητικός παράγοντας-β (TGF-β). Η λεφλουναμίδη είναι επίσης αναστολέας τυροσινικής κινάσης. Οι τυροσινικές κινάσες ενεργοποιούν οδούς σηματοδότησης που οδηγούν σε επιδιόρθωση DNA, απόπτωση και κυτταρικό πολλαπλασιασμό. Η αναστολή των τυροσινικών κινασών μπορεί να βοηθήσει στη θεραπεία του καρκίνου αποτρέποντας την επιδιόρθωση των καρκινικών κυττάρων.
Η λεφλουναμίδη εμφανίζει αντιφλεγμονώδη δράση αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση-2 (COX-2).
Έχει προταθεί ότι η λεφλουναμίδη ασκεί τις ανοσορυθμιστικές της επιδράσεις αποτρέποντας την επέκταση των ενεργοποιημένων αυτοάνοσων λεμφοκυττάρων μέσω παρεμβολών στην πρόοδο του κυτταρικού κύκλου. … Δεδομένα in vitro υποδεικνύουν ότι η λεφλουναμίδη παρεμβαίνει στην πρόοδο του κυτταρικού κύκλου αναστέλλοντας το μιτοχονδριακό ένζυμο διυδροοροτικός δεϋδρογονάση· υπάρχουν επίσης ενδείξεις in vitro ότι το φάρμακο αναστέλλει τη δραστηριότητα της πρωτεϊνικής τυροσινικής κινάσης σε διαιρούμενα κύτταρα και εμφανίζει άλλες επιδράσεις που μπορεί να συμβάλλουν στην ανοσορυθμιστική της δράση.
… Σε αυτή τη μελέτη, εξετάσαμε την επίδραση του A771726 /ενεργός μεταβολίτης της λεφλουναμίδης/ στον σχηματισμό οστεοκλαστικών κυττάρων και στη δραστηριότητα απορρόφησης οστών in vitro, χρησιμοποιώντας καλλιέργειες προγονικών οστεοκλαστικών κυττάρων που προέρχονται από μυελό και καθαρισμένα λειτουργικά ώριμα οστεοκλαστικά κύτταρα, και στη συνέχεια αποσαφηνίσαμε τον μοριακό μηχανισμό δράσης της επίδρασης του A771726 στα οστεοκλαστικά κύτταρα. Το A771726 ανέστειλε τον σχηματισμό οστεοκλαστικών κυττάρων από προγονικά οστεοκλαστικά κύτταρα εξαρτώμενα από τον παράγοντα διέγερσης αποικιών μακροφάγων (M-CSF) παρουσία του υποδοχέα ενεργοποιητή του πυρηνικού παράγοντα κ-B (NF-kappaB) ligand (RANKL), χωρίς παρουσία άλλων τύπων κυττάρων, με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση, παρόμοια με την αναστολή σε καλλιέργειες μη ταξινομημένων κυττάρων μυελού των οστών. Επιπλέον, το A771726 κατέστειλε την οστική απορρόφηση από απομονωμένα ώριμα οστεοκλαστικά κύτταρα. Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι το A771726 ανέστειλε άμεσα και εγγενώς τη διαφοροποίηση και τη λειτουργία των κυτταρικών σειρών των οστεοκλαστικών κυττάρων χωρίς καμία διαμεσολάβηση από άλλα κύτταρα. Η αναστολή από το A771726 δεν αποκαταστάθηκε με την ταυτόχρονη προσθήκη ουριδίνης και μπορεί να είναι ανεξάρτητη από την αναστολή της ενεργοποίησης του NF-kappaB και τη φωσφορυλίωση τυροσίνης των πρωτεϊνών. Έτσι, η λεφλουναμίδη, μέσω του ενεργού μεταβολίτη της, έχει τη δυνατότητα να αποτρέψει την απώλεια οστικής μάζας αναστέλλοντας άμεσα την οστεοκλαστογένεση και τη λειτουργία των οστεοκλαστικών κυττάρων. Αυτή η αναστολή υποδηλώνει έναν νέο μηχανισμό για τη λεφλουναμίδη στην επιβράδυνση της καταστροφής των αρθρώσεων που παρατηρείται σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: Καλά απορροφάται, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζονται 6-12 ώρες μετά τη χορήγηση.
- Μεταβολισμός: Ο ενεργός μεταβολίτης (A77 1726) σχηματίζεται ταχέως στον γαστρεντερικό βλεννογόνο και στο ήπαρ μετά από από του στόματος χορήγηση.
- Κατανομή: Ο μεταβολίτης M1 έχει χαμηλό όγκο κατανομής (Vss = 0.13 L/kg) και δεσμεύεται εκτενώς (>99.3%) στην αλβουμίνη σε υγιείς εθελοντές. Η δέσμευση πρωτεϊνών έχει αποδειχθεί γραμμική σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Το ελεύθερο κλάσμα του M1 είναι ελαφρώς υψηλότερο σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα και διπλασιάζεται περίπου σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
- Απέκκριση: Ο ενεργός μεταβολίτης απεκκρίνεται μέσω περαιτέρω μεταβολισμού και επακόλουθης νεφρικής απέκκρισης, καθώς και μέσω άμεσης χολικής απέκκρισης. Σε μια μελέτη απέκκρισης φαρμάκου 28 ημερών (n=3) με μία δόση σημασμένης ραδιοισοτόπου ουσίας, περίπου το 43% της συνολικής ραδιοδραστικότητας απεκκρίθηκε στα ούρα και το 48% στα κόπρανα.
- Γαλακτοπαραγωγή: Δεν είναι γνωστό εάν η λεφλουναμίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα και υπάρχει πιθανότητα σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε θηλάζοντα βρέφη από τη λεφλουναμίδη.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρη) δεδομένα για τη LEFLUNOMIDE (8 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα καταχώρησης HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
99.3%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
- Κύριος τόπος: Κυρίως ηπατικός. Η λεφλουναμίδη μετατρέπεται στην ενεργό της μορφή μετά από λήψη από το στόμα.
- Μεταβολίτες: Η λεφλουναμίδη μεταβολίζεται σε M1 και άλλους μικρότερους ενεργούς μεταβολίτες. Ένας ενεργός μεταβολίτης, η 4-τριφθορομεθυλανιλίνη, ανιχνεύεται στο πλάσμα σε χαμηλές συγκεντρώσεις.
- Μηχανισμός: Αν και η ακριβής θέση του μεταβολισμού της λεφλουναμίδης είναι άγνωστη, έχει προταθεί ότι το γαστρεντερικό τοίχωμα και το ήπαρ παίζουν ρόλο στον μεταβολισμό.
Ο 3-μη υποκατεστημένος ισοξαζολικός δακτύλιος στο αντιφλεγμονώδες φάρμακο λεφλουναμίδη υφίσταται μια μοναδική διάσπαση δεσμού N-O στον ενεργό α-κυανοενολικό μεταβολίτη A771726, ο οποίος βρίσκεται στην ίδια κατάσταση οξείδωσης με το μητρικό μόριο. Μελέτες in vitro διεξήχθησαν για να χαρακτηριστούν τα ένζυμα που είναι υπεύθυνα για το άνοιγμα του δακτυλίου και για να αποκτηθεί κατανόηση του μηχανισμού του ανοίγματος του δακτυλίου. … Παρόλο που ο σχηματισμός A771726 σε μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος ή ανασυνδυασμένο p4501A2 απαιτούσε NADPH, ο σχηματισμός του μειώθηκε σημαντικά από οξυγόνο ή μονοξείδιο του άνθρακα, υποδεικνύοντας ότι το άνοιγμα του ισοξαζολικού δακτυλίου καταλυόταν από τη μορφή p450Fe(II) του ενζύμου. Προτείνεται ένας μηχανισμός για τη διάσπαση του δακτυλίου που μεσολαβείται από p450, στον οποίο το άζωτο ή το οξυγόνο του ισοξαζολικού δακτυλίου συντονίζεται με την αναγμένη μορφή του αίματος ακολουθούμενη από μεταφορά φορτίου από το p450Fe(II) στον δεσμό C=N ή αποπρωτονίωση του C3-H, η οποία οδηγεί σε διάσπαση του δεσμού N-O.
Η λεφλουναμίδη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την (E)-3-Υδροξυ-2-μεθανιμιδοϋλ-N-[4-(τριφθορομεθυλ)φαινυλ]βουτ-2-εναμίδη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 2 εβδομάδες
- Χρόνος Ημίσειας Ζωής (Μεταβολίτης M1): 2 εβδομάδες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Αναστολείς Ενζύμων: Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Ανοσοκατασταλτικά: Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω διαφόρων μηχανισμών δράσης. Τα κλασικά κυτταροτοξικά ανοσοκατασταλτικά δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλα μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
- Κωδικός FDA: G162GK9U4W
- Όνομα Φαρμάκου: LEFLUNOMIDE
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC]: Αντιρρευματικό Φάρμακο
- Περιγραφή: Η λεφλουναμίδη είναι ένα αντιρρευματικό φάρμακο.
- Συντομογραφία: LEFLUNOMIDE
- Κατηγορία: Αντιρρευματικό Φάρμακο [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 L04AA13ΒΗΜΑ 1 — Αρχική αγωγή με csDMARD ως μονοθεραπεία
- Διαγνωσμένη ΨΑ — έναρξη θεραπείας
- Χωρίς προηγούμενη αποτυχία csDMARD
Δοσολογία: 10–20 mg/ημέρα PO · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 L04AA13ΒΗΜΑ 1 — Αρχική αγωγή με csDMARD ως μονοθεραπεία
- Διαγνωσμένη ΡΑ — έναρξη θεραπείας
Δοσολογία: 20 mg/ημέρα PO · Συνεχής
Απόσυρση / Deprescribing
DMARDs
Αναφερθείτε στον γιατρό που ξεκίνησε τη θεραπεία.
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Αναστολείς Ενζύμων: Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Ανοσοκατασταλτικά: Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω διαφόρων μηχανισμών δράσης. Τα κλασικά κυτταροτοξικά ανοσοκατασταλτικά δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλα μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.