LEFLUNOMIDE MEDAC(λεφλuνομηδε μεδαc)
leflunomide
Σκευάσματα και τιμές LEFLUNOMIDE MEDAC
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
LEFLUNOMIDE MEDAC 10MG/TAB
Διακοπή
|
10 / TAB | 22.41 € |
|
LEFLUNOMIDE MEDAC 20MG/TAB
Διακοπή
|
20 / TAB | 24.44 € |
LEFLUNOMIDE MEDAC — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
οξεία ρευματοειδή αρθρίτιδα
σε: Ενήλικες
ως αντιρρευματικό φάρμακο τροποποιητικό της νόσου (DMARD)
- M06 Άλλη ρευματοειδής αρθρίτιδα
-
οξεία ψωριασική αρθρίτιδα
σε: Ενήλικες
- L40 Ψωρίαση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: εφάπαξ ημερησίως
- Δόση έναρξης: 100 mg
- Τιτλοποίηση: Η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 10 mg έως 20 mg λεφλουνομίδης εφάπαξ ημερησίως ανάλογα με τη βαρύτητα (ενεργότητα) της νόσου.
-
Ενήλικες με ρευματοειδή αρθρίτιδαΔόση10-20 mg εφάπαξ ημερησίωςΔόση φόρτισης: 100 mg εφάπαξ ημερησίως για 3 ημέρες. Παράλειψη της δόσης φόρτισης πιθανόν να μειώσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Ενήλικες με ψωριασική αρθρίτιδαΔόση20 mg εφάπαξ ημερησίωςΔόση φόρτισης: 100 mg εφάπαξ ημερησίως για 3 ημέρες.
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκειαΔεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς ηλικίας >65 ετώνΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Δε συνιστάται.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία (ειδικότερα προηγούμενο σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα) στη δραστική ουσία, στον κύριο δραστικό μεταβολίτη, την τεριφλουνομίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
-
Βαριάς μορφής καταστάσεις ανοσοανεπάρκειαςΠληθυσμόςπ.χ. AIDS
-
Σημαντικά διαταραγμένη λειτουργία του μυελού των οστών ή σημαντική αναιμία, λευκοπενία, ουδετεροπενία ή θρομβοπενία που οφείλεται σε διαφορετικά αίτια από τη ρευματοειδή ή την ψωριασική αρθρίτιδα
-
Σοβαρές λοιμώξεις
-
Μέτριας έως σοβαρής μορφής νεφρική ανεπάρκεια
-
Βαριάς μορφής υποπρωτεϊναιμίαΠληθυσμόςπ.χ. σε νεφρωσικό σύνδρομο
-
Έγκυες
-
Γυναίκες με πιθανότητα τεκνοποίησης οι οποίες δεν χρησιμοποιούν αξιόπιστη αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της αγωγής με λεφλουνομίδη και μετά από αυτή όσο χρονικό διάστημα τα επίπεδα του δραστικού μεταβολίτη στο πλάσμα είναι περισσότερο από 0,02 mg/l
-
Γυναίκες που θηλάζουν
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Συγχορήγηση με ηπατοτοξικά ή αιματοτοξικά DMARDsπροσοχήΔεν συνιστάται
-
Ηπατικές αντιδράσειςΣε αυξήσεις ALT 2x-3x ULN, μείωση δόσης 20mg σε 10mg και εβδομαδιαία παρακολούθηση. Σε αυξήσεις ALT >2x ULN (επίμονες) ή >3x ULN, διακοπή και έναρξη διαδικασίας έκπλυσης. Συνέχιση παρακολούθησης ηπατικών ενζύμων μετά τη διακοπή μέχρι να επανέλθουν σε φυσιολογικά επίπεδα.
-
Κατανάλωση οινοπνεύματοςπροσοχήΝα αποφεύγεται λόγω αθροιστικής ηπατοτοξικής δράσης.
-
ΥποπρωτεϊναιμίααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με υποπρωτεϊναιμίαΑναμένονται αυξημένα επίπεδα Α771726. Αντενδείκνυται σε βαριά υποπρωτεϊναιμία ή διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας (βλ. Αντενδείξεις).
-
Αιματολογικές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα αναιμία, λευκοπενία, θρομβοπενία, ή διαταραγμένη λειτουργία μυελού των οστώνΕάν εμφανιστούν σοβαρές αιματολογικές αντιδράσεις (π.χ. παγκυτταροπενία), διακοπή Λεφλουνομίδη και συνοδού μυελοκατασταλτικής αγωγής, έναρξη διαδικασίας έκπλυσης.
-
Παρεμβολή στον προσδιορισμό ιονισμένου ασβεστίουπροσοχήΜπορεί να προκύψει εσφαλμένη μείωση. Σε αμφισβητούμενες μετρήσεις, συνιστάται προσδιορισμός ολικού ασβεστίου ορού διορθωμένου ως προς τη λευκωματίνη.
-
Συγχορήγηση με άλλα DMARDs (εκτός μεθοτρεξάτης)προσοχήΔεν συνιστάται λόγω άγνωστου κινδύνου αθροιστικής ή συνεργιστικής τοξικότητας (π.χ. ηπατοτοξικότητα, τοξικότητα αίματος).
-
Συγχορήγηση με τεριφλουνομίδηαντένδειξηΔεν συνιστάται.
-
Μετάταξη σε άλλα φάρμακαπροσοχήΕάν δεν διεξαχθεί διαδικασία έκπλυσης, μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών. Πιο στενή παρακολούθηση κατά την αρχική φάση εάν προηγήθηκε θεραπεία με ηπατοτοξικά/αιματοτοξικά προϊόντα.
-
Εξέλκωση του στόματοςΔιακοπή χορήγησης λεφλουνομίδης.
-
Σύνδρομο Stevens Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, DRESSαντένδειξηΔιακοπή Λεφλουνομίδη και οποιασδήποτε συνοδού αγωγής, άμεση έναρξη πλήρους διαδικασίας έκπλυσης. Η επανέκθεση στη λεφλουνομίδη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Φλυκταινώδης ψωρίαση και επιδείνωση της ψωρίασηςΗ διακοπή της αγωγής μπορεί να εξεταστεί.
-
Λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων ευκαιριακώνπροσοχήΣε μη ελεγχόμενες λοιμώξεις βαριάς μορφής, διακοπή θεραπείας και διαδικασία έκπλυσης.
-
Φυματίωση (ενεργή ή λανθάνουσα)προσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΑξιολόγηση πριν την έναρξη της θεραπείας σύμφωνα με τις τοπικές συστάσεις. Οι ασθενείς με ιστορικό φυματίωσης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΤα πνευμονικά συμπτώματα (βήχας, δύσπνοια) μπορεί να είναι αιτία διακοπής της θεραπείας και περαιτέρω διερεύνησης.
-
Περιφερική ΝευροπάθειαπροσοχήΕάν αναπτυχθεί, να λαμβάνεται υπόψη η διακοπή της θεραπείας με Λεφλουνομίδη και να πραγματοποιείται η διαδικασία έκπλυσης του φαρμάκου.
-
Κολίτιδα (συμπεριλαμβανομένης μικροσκοπικής κολίτιδας)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ανεξήγητη χρόνια διάρροιαΥποβολή σε κατάλληλες διαγνωστικές εξετάσεις.
-
Αρτηριακή πίεσηπαρακολούθησηΠρέπει να ελέγχεται πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια περιοδικά.
-
Εμβρυοτοξικότητα οφειλόμενη στον άνδραπροσοχήΠληθυσμόςΆνδρες ασθενείςΧρήση αξιόπιστης αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της αγωγής. Για άνδρες που επιθυμούν τεκνοποίηση, διακοπή χορήγησης, διαδικασία έκπλυσης και έλεγχος επιπέδων Α771726.
-
ΛακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ηπατοτοξικά ή αιματοτοξικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΑυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειεςΣύστασηΣτενή παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων και αιματολογικών παραμέτρων κατά την αρχική φάση της μετάταξης.
-
προσοχήΑύξηση ηπατικών ενζύμων (2πλάσια-3πλάσια)ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων και αιματολογικών παραμέτρων κατά την αρχική φάση της μετάταξης.
-
Ζώντα εξασθενημένα εμβόλιαπροσοχήΔεν υπάρχουν δεδομένα αποτελεσματικότητας/ασφάλειας. Πιθανή αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις.ΣύστασηΟ εμβολιασμός με ζώντα εξασθενημένα εμβόλια δεν συνιστάται. Η μακρά ημίσεια ζωή της λεφλουνομίδης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
-
προσοχήΑυξημένος χρόνος προθρομβίνης. Μείωση 25% στο μέγιστο INR.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση του διεθνούς κανονικοποιημένου λόγου (INR).
-
ΜΣΑΦ και/ή ΚορτικοστεροειδήπαρακολούθησηΜπορούν να συνεχιστούν μετά την έναρξη της λεφλουνομίδης.
-
Χολεστυραμίνη ή ενεργός άνθρακαςαντένδειξηΤαχεία και σημαντική μείωση της συγκέντρωσης του Α771726 στο πλάσμα.ΣύστασηΔεν πρέπει να λαμβάνονται.
-
Σιμετιδίνη (μη ειδικός ήπιος αποκλειστής CYP P450)παρακολούθησηΈλλειψη σημαντικής επίδρασης στην έκθεση του Α771726.
-
Ριφαμπικίνη (μη ειδικός επαγωγέας CYP P450)παρακολούθησηΑύξηση μέγιστων επιπέδων Α771726 κατά 40%.
-
Ρεπαγλινίδη (υπόστρωμα CYP2C8)προσοχήΑύξηση Cmax (1,7x) και AUC (2,4x) της ρεπαγλινίδης.ΣύστασηΠαρακολούθηση ασθενών. Φάρμακα που μεταβολίζονται από CYP2C8 (π.χ. πακλιταξέλη, πιογλιταζόνη, ροσιγλιταζόνη) ενδέχεται να έχουν υψηλότερη έκθεση.
-
Καφεΐνη (υπόστρωμα CYP1A2)προσοχήΜείωση Cmax (18%) και AUC (55%) της καφεΐνης.ΣύστασηΦάρμακα που μεταβολίζονται από CYP1A2 (π.χ. δουλοξετίνη, αλοσετρόνη, θεοφυλλίνη, τιζανιδίνη) πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή λόγω μείωσης αποτελεσματικότητας.
-
Υποστρώματα μεταφορέα οργανικών ανιόντων 3 (OAT3) (κεφακλόρη, βενζυλπενικιλλίνη, σιπροφλοξασίνη, ινδομεθακίνη, κετοπροφαίνη, φουροσεμίδη, σιμετιδίνη, μεθοτρεξάτη, ζιδοβουδίνη)προσοχήΑύξηση Cmax (1,43x) και AUC (1,54x) της κεφακλόρης.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Υποστρώματα BCRP και, ή OATP1B1, B3 (ροσουβαστατίνη, μεθοτρεξάτη, τοποτεκάνη, σουλφασαλαζίνη, δαουνορουμπικίνη, δοξορουμπικίνη, σιμβαστατίνη, ατορβαστατίνη, πραβαστατίνη, νατεγλινίδη, ρεπαγλινίδη, ριφαμπικίνη)προσοχήΑύξηση Cmax (2,65x) και AUC (2,51x) της ροσουβαστατίνης. Πιθανή υπερβολική έκθεση στα φαρμακευτικά προϊόντα.ΣύστασηΕάν χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα, η δόση της ροσουβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg εφάπαξ ημερησίως. Για άλλα υποστρώματα, η ταυτόχρονη χορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή. Παρακολούθηση για σημεία υπερβολικής έκθεσης και εξέταση μείωσης δόσης.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά (αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη)παρακολούθησηΑύξηση Cmax και AUC της αιθινυλοιστραδιόλης (1,58x, 1,54x) και της λεβονοργεστρέλης (1,33x, 1,41x). Δεν αναμένεται να επηρεάσει δυσμενώς την αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΠρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο τύπος της θεραπευτικής αγωγής του από του στόματος αντισυλληπτικού.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σοβαρές λοιμώξεις (Σπάνιες)
- Σήψη (Σπάνιες, μπορεί να αποβεί θανατηφόρα)
- Λευκοπενία (>2 G/l) (Συχνές)
- Ελαφρά θρομβοπενία (<100 G/l) (Όχι συχνές)
- Λευκοπενία (<2 G/l) (Σπάνιες)
- Αναιμία
- Πανκυτταροπενία
- Ηωσινοφιλία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Ελαφρές αλλεργικές αντιδράσεις (Συχνές)
- Σοβαρές αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (Πολύ σπάνιες)
- Αγγειίτιδα, συμπεριλαμβανομένης της δερματικής νεκρωτικής αγγειίτιδας (Πολύ σπάνιες)
- Αυξημένη CPK (Συχνές)
- Υπερλιπιδαιμία (Όχι συχνές)
- Αυξημένη LDH (Σπάνιες)
- Υποουριχαιμία (Μη γνωστές)
- Υποκαλιαιμία
- Υποφωσφοραιμία
- Ανορεξία
- Άγχος
- Παραισθησία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Διαταραχές γεύσης
- Ήπια αύξηση της αρτηριακής πίεσης (Συχνές)
- Σοβαρή αύξηση της αρτηριακής πίεσης (Σπάνιες)
- Διάμεση πνευμονοπάθεια (Σπάνιες, μπορεί να αποβεί θανατηφόρα)
- Διάμεση πνευμονίτιδα (Σπάνιες, μπορεί να αποβεί θανατηφόρα)
- Πνευμονική υπέρταση (Μη γνωστές)
- Κολίτιδα (Συχνές)
- Μικροσκοπική κολίτιδα (Συχνές)
- Λεμφοκυτταρική κολίτιδα (Συχνές)
- Κολλαγονική κολίτιδα (Συχνές)
- Διαταραχές του στοματικού βλεννογόνου (π.χ. αφθώδης στοματίτιδα, εξέλκωση του στόματος) (Συχνές)
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Παγκρεατίτιδα
- Αύξηση των ηπατικών παραμέτρων [τρανσαμινάσες (ιδιαίτερα της ALT), λιγότερο συχνά της γ-GT, της αλκαλικής φωσφατάσης, της χολερυθρίνης] (Συχνές)
- Ίκτερος/χολόσταση (Σπάνιες)
- Σοβαρή βλάβη του ήπατος (Πολύ σπάνιες)
- Ηπατική ανεπάρκεια (Πολύ σπάνιες, μπορεί να αποβεί θανατηφόρος)
- Οξεία νέκρωση του ήπατος (Πολύ σπάνιες, μπορεί να αποβεί θανατηφόρος)
- Ηπατίτιδα
- Αυξημένη απώλεια μαλλιών (Συχνές)
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα (Συχνές)
- Δερματικός ερυθηματώδης λύκος (Μη γνωστές)
- Φλυκταινώδης ψωρίαση ή επιδείνωση της ψωρίασης (Μη γνωστές)
- Φαρμακευτική Αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS) (Μη γνωστές)
- Έκζεμα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ξηροδερμία
- Κνίδωση
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Τενοντοθηκίτιδα (Συχνές)
- Ρήξη τένοντα (Όχι συχνές)
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Οριακές (αναστρέψιμες) μειώσεις των συγκεντρώσεων του σπέρματος, του ολικού αριθμού σπερματοζωαρίων και της ταχείας κινητικότητας (Μη γνωστές)
- Απώλεια σωματικού βάρους (συνήθως μη σημαντική) (Συχνές)
- Εξασθένηση
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Λεφλουνομίδη αντενδείκνυται κατά την εγκυμοσύνη.Υπάρχουν υπόνοιες ότι ο ενεργός μεταβολίτης της λεφλουνομίδης, Α771726 προκαλεί σοβαρές συγγενείς διαμαρτίες. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 2 χρόνια μετά (περίοδος αναμονής) ή έως 11 ημέρες μετά τη θεραπεία (συντομευμένη περίοδος έκπλυσης). Σε περίπτωση υποψίας κύησης, άμεση ενημέρωση ιατρού και τεστ κυήσεως. Εάν θετικό, ο ιατρός θα συζητήσει τον πιθανό κίνδυνο και τη διαδικασία αποβολής του φαρμάκου. Για γυναίκες που επιθυμούν να τεκνοποιήσουν, συνιστάται περίοδος αναμονής 2 ετών ή διαδικασία έκπλυσης με χολεστυραμίνη ή ενεργό άνθρακα, με επιβεβαίωση συγκεντρώσεων Α771726 < 0,02 mg/l.
-
ΓαλουχίαΔεν επιτρέπεταιΗ λεφλουνομίδη ή οι μεταβολίτες της διέρχονται στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΧωρίς επίδρασηΑποτελέσματα μελετών γονιμότητας σε ζώα δεν έχουν δείξει επίδραση στην αρσενική και θηλυκή γονιμότητα, αλλά παρατηρήθηκαν επιβλαβείς επιδράσεις στα αρσενικά αναπαραγωγικά όργανα σε μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενης δόσης (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπογάστριο άλγος
- ναυτία
- διάρροια
- αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- αναιμία
- λευκοπενία
- κνησμός
- εξάνθημα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Εκλεκτικά ανοσοκατασταλτικά, κωδικός ΑΤC: L04AA13.
Φαρμακολογία σε ανθρώπους
Η λεφλουνομίδη είναι ένας αντιρρευματικός παράγοντας, τροποποιητικός της νόσου με ιδιότητες ανασταλτικές του πολλαπλασιασμού.
Φαρμακολογία σε ζώα
Η λεφλουνομίδη είναι δραστική σε μοντέλα πειραματόζωων με αρθρίτιδα καθώς και με άλλες αυτοάνοσες νόσους ή και μεταμόσχευση, κυρίως αν χορηγηθεί κατά τη φάση ευαισθητοποίησης. Έχει ανοσορυθμιστικά/ανοσοκατασταλτικά χαρακτηριστικά, δρα ως ανασταλτικός παράγοντας του πολλαπλασιασμού και παρουσιάζει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Σε μοντέλα πειραματόζωων με αυτοάνοσο νόσο, όταν χορηγήθηκε η λεφλουνομίδη κατά την πρώιμη φάση της εξέλιξης της νόσου παρουσιάσθηκε η μέγιστη προφυλακτική δράση. In vivo μεταβολίζεται ταχέως και σχεδόν πλήρως στον Α771726, ο οποίος είναι δραστικός in vitro και θεωρείται ότι είναι υπεύθυνος για το θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Μηχανισμός δράσης
Ο Α771726, ενεργός μεταβολίτης της λεφλουνομίδης, αναστέλλει το ένζυμο διϋδροοροτική αφυδρογονάση (DHODH) στους ανθρώπους και επιδεικνύει ανασταλτική του πολλαπλασιασμού δράση.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Ρευματοειδής αρθρίτιδα Σε 4 ελεγχόμενες μελέτες (1 φάσης ΙΙ και 3 φάσης ΙΙΙ) παρουσιάσθηκε η αποτελεσματικότητα της λεφλουνομίδης στη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Στη μελέτη φάσης ΙΙ, μελέτη ΥU203, τυχαιοποιήθηκαν 402 άτομα με οξεία ρευματοειδή αρθρίτιδα σε placebo (n=102), σε 5 mg (n=95), σε 10 mg (n=101) ή 25 mg/ημέρα (n=104) λεφλουνομίδης. Η διάρκεια αγωγής ήταν 6 μήνες. Σε όλους τους ασθενείς κατά τις μελέτες φάσης ΙΙΙ χορηγήθηκε μια αρχική δόση 100 mg λεφλουνομίδης για 3 ημέρες. Στη μελέτη ΜΝ301 τυχαιοποιήθηκαν 358 άτομα με οξεία ρευματοειδή αρθρίτιδα σε 20 mg λεφλουνομίδης ημερησίως (n=133), σε 2 g σουλφασαλαζίνης την ημέρα (n=133) ή σε placebo (n=92). Η διάρκεια της αγωγής ήταν 6 μήνες. Η μελέτη ΜΝ303 ήταν μια προαιρετική, 6μηνη τυφλή συνέχιση της ΜΝ301 χωρίς τη χορήγηση placebo, καταλήγοντας σε μια σύγκριση λεφλουνομίδης με σουλφασαλαζίνη επί 12 μήνες. Στη μελέτη ΜΝ302 τυχαιοποιήθηκαν 999 άτομα με οξεία ρευματοειδή αρθρίτιδα σε 20 mg λεφλουνομίδης ημερησίως (n=501) ή σε 7,5 mg μεθοτρεξάτης την εβδομάδα τα οποία αυξήθηκαν σε 15 mg εβδομαδιαίως (n=498). H συμπληρωματική χορήγηση φυλλικού οξέος ήταν προαιρετική και χορηγήθηκε μόνο σε 10% των ασθενών. Η διάρκεια της αγωγής ήταν 12 μήνες. Στη μελέτη US301 τυχαιοποιήθηκαν 482 άτομα με οξεία ρευματοειδή αρθρίτιδα σε 20 mg λεφλουνομίδης/ημέρα (n=182), σε 7,5 mg μεθοτρεξάτης/εβδομαδιαίως αυξανόμενη σε 15 mg την εβδομάδα (n=182) ή σε placebo (n=118). Όλοι οι ασθενείς έλαβον 1 mg φυλλικού οξέος 2 φορές ημερησίως. Η διάρκεια αγωγής ήταν 12 μήνες. Η λεφλουνομίδη σε ημερήσια δόση τουλάχιστον 10 mg (10-25 mg στη μελέτη YU203, 20 mg στις μελέτες ΜΝ301 και US301) ήταν στατιστικά σημαντικά ανώτερη έναντι του placebo ως προς τη μείωση των σημείων και συμπτωμάτων της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και στις 3 ελεγχόμενες με placebo μελέτες. Οι δείκτες ανταπόκρισης κατά ACR (Αμερικάνικο Κολλέγιο Ρευματολογίας) στη μελέτη ΥU203 ήταν 27,7% έναντι του placebo, 31,9% στα 5 mg, 50,5% στα 10 mg και 54,5% στα 25 mg/ημέρα. Στις μελέτες φάσης ΙΙΙ οι δείκτες ανταπόκρισης κατά το ACR για τα 20 mg λεφλουνομίδης ημερησίως έναντι του placebo ήταν 54,6% έναντι 28,6% (μελέτη ΜΝ301) και 49,4% έναντι 26,3% (μελέτη US301) αντίστοιχα. Μετά από 12 μηνών συνεχιζόμενη αγωγή, οι δείκτες ανταπόκρισης κατά το ACR στους ασθενείς υπό λεφλουνομίδη ήταν 52,3% (μελέτες ΜΝ301/303), 50,5% (μελέτη ΜΝ302) και 49,4% (μελέτη US301) συγκρινόμενοι με τους ασθενείς υπό σουλφασαλαζίνη που ήταν 53,8% (μελέτες ΜΝ301/303), 64,8% (μελέτη ΜΝ302) και 43,9% (μελέτη US301) στους ασθενείς υπό μεθοτρεξάτη. Στη μελέτη ΜΝ302 η λεφλουνομίδη ήταν σημαντικά λιγότερο αποτελεσματική από ότι η μεθοτρεξάτη. Παρ’ όλα αυτά, στη μελέτη US301 δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ λεφλουνομίδης και μεθοτρεξάτης στις κυρίαρχες παραμέτρους αποτελεσματικότητας. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά μεταξύ λεφλουνομίδης και σουλφασαλαζίνης (μελέτη ΜΝ301). Το αποτέλεσμα από την αγωγή λεφλουνομίδης ήταν εμφανές μετά από 1 μήνα, σταθεροποιήθηκε μέσα σε 3-6 μήνες και συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της αγωγής. Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη, παράλληλων ομάδων, μη κατωτερότητας (noninferiority) συγκρίθηκε η σχετική αποτελεσματικότητα δύο διαφορετικών ημερήσιων δόσεων συντήρησης λεφλουνομίδης, ήτοι 10 mg και 20 mg. Από τα αποτελέσματα μπορεί να συναχθεί ότι η αποτελεσματικότητα που προκύπτει από τη δόση συντήρησης των 20 mg ήταν περισσότερο ευνοϊκή, ενώ, από την άλλη πλευρά, τα αποτελέσματα ως προς την ασφάλεια ευνοούσαν την ημερήσια δόση συντήρησης των 10 mg.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η λεφλουνομίδη μελετήθηκε σε μονή πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, συγκρινόμενη με δραστική ουσία μελέτη σε 94 ασθενείς (47 ανά σκέλος) με πολυαρθρική μορφή νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Οι ασθενείς ήταν 3- 17 ετών με ενεργή πολυαρθρική μορφή νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας ανεξάρτητα από τον τύπο έναρξης της νόσου και χωρίς να έχουν λάβει προηγουμένως μεθοτρεξάτη ή λεφλουνομίδη. Σε αυτή τη μελέτη, η δόση φόρτισης και συντήρησης της λεφλουνομίδης βασίστηκε σε 3 κατηγορίες ανάλογα με το σωματικό βάρος: < 20 kg, 20-40 kg και >40 kg. Μετά από 16 εβδομάδες αγωγής, η διαφορά στο ρυθμό απόκρισης ήταν στατιστικά σημαντική για τη μεθοτρεξάτη σύμφωνα με τον ορισμό για βελτίωση της νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας (DOI) ≥30% (p=0,02). Στους ασθενείς που ανταποκρίθηκαν, η απόκριση διατηρήθηκε για 48 εβδομάδες (βλ. Δοσολογία). Το σχήμα των ανεπιθύμητων ενεργειών της λεφλουνομίδης και της μεθοτρεξάτης φαίνεται να είναι παρόμοιο, αν και η δόση που χορηγήθηκε σε ασθενείς χαμηλού σωματικού βάρους οδήγησε σε σχετικά χαμηλή έκθεση (βλ. Φαρμακοκινητικές). Αυτά τα στοιχεία δεν επιτρέπουν αποτελεσματική και ασφαλή δοσολογική σύσταση.
Ψωριασική αρθρίτιδα Η αποτελεσματικότητα της λεφλουνομίδης αποδείχθηκε σε μια ελεγχόμενη τυχαιοποιημένη διπλή-τυφλή μελέτη 3L01 σε 188 ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα, στους οποίους χορηγήθηκαν 20 mg ημερησίως. Η διάρκεια της αγωγής ήταν 6 μήνες. Η λεφλουνομίδη σε ημερήσια δόση 20 mg ήταν σημαντικά ανώτερη έναντι του placebo ως προς τη μείωση των συμπτωμάτων της αρθρίτιδας σε ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα: οι κατά PsARC (δείκτες ανταπόκρισης για τη θεραπεία της ψωριασικής αρθρίτιδας) ανταποκρίσεις ήταν 59% στην ομάδα της λεφλουνομίδης και 29,7% στην ομάδα του placebo για 6 μήνες (p<0,0001). Η αποτελεσματικότητα της λεφλουνομίδης στη βελτίωση της λειτουργίας και στη μείωση των βλαβών δέρματος ήταν μέτρια.
Μελέτες μετά την κυκλοφορία του προϊόντος Μια τυχαιοποιημένη μελέτη αξιολόγησε το ποσοστό ανταπόκρισης της κλινικής αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με πρώιμη ρευματοειδή αρθρίτιδα που δεν έχουν λάβει στο παρελθόν DMARD (n=121),κατά την οποία έλαβαν είτε 20 mg είτε 100 mg λεφλουνομίδης σε δύο παράλληλες ομάδες κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων ημερών της διπλής τυφλής περιόδου. Η αρχική περίοδος ακολουθήθηκε από μια ανοιχτή περίοδο συντήρησης τριών μηνών, κατά τη διάρκεια της οποίας και οι ομάδες έλαβαν 20 mg λεφλουνομίδης ημερησίως. Κανένα επιπρόσθετο συνολικό όφελος δεν παρατηρήθηκε στον πληθυσμό που μελετήθηκε με τη χρήση του σχήματος με δόση φόρτισης. Τα δεδομένα ασφάλειας που αποκτήθηκαν και από τις δύο ομάδες αγωγής ήταν σύμφωνα με το γνωστό προφίλ ασφάλειας της λεφλουνομίδης, ωστόσο, η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό και αυξημένων ηπατικών ενζύμων έτεινε να είναι υψηλότερη στους ασθενείς που έλαβαν τη δόση φόρτισης των 100 mg λεφλουνομίδης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Η λεφλουνομίδη μετατρέπεται ταχέως στον δραστικό μεταβολίτη, Α771726, με μεταβολισμό της πρώτης διόδου (διάνοιξη δακτυλίου) στο τοίχωμα του εντέρου και στο ήπαρ. Σε μια μελέτη με ραδιοεπισημασμένη 14C- λεφλουνομίδη σε τρεις υγιείς εθελοντές δεν ανιχνεύθηκε αμετάβλητη λεφλουνομίδη στο πλάσμα, στα ούρα ή στα κόπρανα. Σε άλλες μελέτες, σπάνια ανιχνεύθηκαν επίπεδα αμετάβλητης λεφλουνομίδης στο πλάσμα, ωστόσο, ήταν σε επίπεδα πλάσματος των ng/mL. Ο μόνος ραδιοεπισημασμένος μεταβολίτης που ανιχνεύθηκε στο πλάσμα ήταν ο Α771726. Ο μεταβολίτης αυτός ευθύνεται ουσιαστικά για όλη την in vivo δραστικότητα του Λεφλουνομίδη.
Απορρόφηση
Τα στοιχεία απέκκρισης από τη μελέτη 14C έδειξαν ότι απορροφήθηκε τουλάχιστον ποσοστό 82-95% της δόσης. Ο χρόνος επίτευξης μέγιστων συγκεντρώσεων του Α771726 στο πλάσμα είναι πολύ ευμετάβλητος. Μετά την εφάπαξ χορήγηση τα μέγιστα επίπεδα του πλάσματος δυνατόν να παρουσιασθούν μετά από 1-24 ώρες. Η λεφλουνομίδη μπορεί να χορηγηθεί με την τροφή, επειδή ο ρυθμός απορρόφησης είναι συγκρίσιμος τόσο με ύπαρξη τροφής όσο και σε κατάσταση νηστείας. Λόγω της πολύ μεγάλης ημιπεριόδου ζωής του Α771726 (περίπου 2 εβδομάδες) σε κλινικές μελέτες χορηγήθηκε δόση εφόδου 100 mg για 3 ημέρες προκειμένου να διευκολυνθεί η ταχεία επίτευξη των επιπέδων του Α771726 σε σταθερή κατάσταση. Υπολογίζεται ότι χωρίς τη δόση εφόδου απαιτείται χρονικό διάστημα χορήγησης 2 μηνών προκειμένου να επιτευχθούν οι συγκεντρώσεις του πλάσματος σε σταθερή κατάσταση. Σε μελέτες πολλαπλών δόσεων σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι του Α771726 ήταν γραμμικές σε εύρος δόσης 5 έως 25 mg. Σε αυτές τις μελέτες η κλινική δράση έχει στενή σχέση με τις συγκεντρώσεις του Α771726 στο πλάσμα και με την ημερήσια δόση λεφλουνομίδης. Σε επίπεδο δόσης 20 mg/ημέρα, οι κατά μέσο όρο συγκεντρώσεις του Α771726 στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση ήταν περίπου 35 μg/mL. Τα επίπεδα πλάσματος σε σταθερή κατάσταση συσσωρεύονται περίπου κατά 33 έως 35 φορές συγκρινόμενα με εκείνα της εφάπαξ δόσεως.
Κατανομή
Στο πλάσμα των ανθρώπων ο Α771726 δεσμεύεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες (λευκωματίνη). Το μη δεσμευμένο κλάσμα του Α771726 ήταν 0,62% περίπου. Η δέσμευση του Α771726 είναι γραμμική στις συγκεντρώσεις θεραπευτικού εύρους. Η δέσμευση του Α771726 παρουσιάσθηκε ελαφρώς μειωμένη και περισσότερο ευμετάβλητη στο πλάσμα ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα ή με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Η εκτεταμένη δέσμευση του Α771726 με τις πρωτεΐνες μπορεί να προκαλέσει εκτόπιση άλλων φαρμάκων που έχουν υψηλή δέσμευση. Παρ’ όλα αυτά μελέτες αλληλεπίδρασης με βαρφαρίνη in vitro ως προς τη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις δεν εμφάνισαν κάποια αλληλεπίδραση. Από παρόμοιες μελέτες φάνηκε ότι η ιβουπροφαίνη και η δικλοφενάκη δεν εκτοπίζουν τον Α771726, ενώ το αδέσμευτο κλάσμα του Α771726 αυξάνεται κατά 2 έως 3 φορές σε παρουσία της τολβουταμίδης. Ο Α771726 εκτόπισε την ιβουπροφαίνη, τη δικλοφενάκη και την τολβουταμίδη ενώ το αδέσμευτο κλάσμα αυτών των φαρμάκων αυξήθηκε κατά 10% έως 50%. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι οι δράσεις αυτές έχουν κλινική σημασία. Σύμφωνα με την εκτεταμένη δέσμευση με τις πρωτεΐνες, ο Α771726 έχει χαμηλό φαινόμενο όγκο κατανομής (περίπου 11 λίτρα). Δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη πρόσληψη στα ερυθροκύτταρα.
Βιομετασχηματισμός
Η λεφλουνομίδη μεταβολίζεται σε ένα κυρίαρχο (Α771726) και σε πολλούς μικρότερης σημασίας μεταβολίτες συμπεριλαμβανόμενου του ΤFΜΑ (4-τριφλουορομεθυλανιλίνη). Ο μεταβολικός βιομετασχηματισμός της λεφλουνομίδης σε Α 771726 και ο επακόλουθος μεταβολισμός του Α771726 δεν ελέγχεται από ένα μεμονωμένο ένζυμο και παρατηρήθηκε ότι εντοπίζεται σε κυτταρικά κλάσματα μικροσωμάτια και κυτοσολίων. Από μελέτες αλληλεπίδρασης με σιμετιδίνη (μη ειδικός αποκλειστής του κυτοχρώματος Ρ450) και ριφαμπικίνη (μη ειδικός επαγωγέας του κυτοχρώματος Ρ450) φάνηκε ότι in vivo τα ένζυμα CYP ευθύνονται μόνο σε μικρό βαθμό για το μεταβολισμό της λεφλουνομίδης.
Αποβολή
Η αποβολή του Α771726 είναι βραδεία και χαρακτηρίζεται από φαινομενική κάθαρση 31 mL/ώρα περίπου. Σε ασθενείς η ημιπερίοδος αποβολής είναι περίπου 2 εβδομάδες. Μετά από χορήγηση μιας ραδιοεπισημασμένης δόσης λεφλουνομίδης, η ραδιενέργεια απεκκρίθηκε εξίσου στα κόπρανα, πιθανόν μέσω αποβολής από τη χολή και τα ούρα. Ο A771726 ανιχνεύεται στα ούρα και στα κόπρανα ακόμη και 36 ημέρες μετά την εφάπαξ χορήγηση. Οι βασικοί μεταβολίτες στα ούρα ήταν γλυκουρονικά προϊόντα τα οποία προέρχονται από τη λεφλουνομίδη (κυρίως σε δείγματα 0 έως 24 ωρών) και ένα παράγωγο οξανιλικού οξέος του Α771726. Ο κυρίαρχος μεταβολίτης στα κόπρανα ήταν ο Α771726. Αποδείχτηκε στον άνθρωπο ότι η από του στόματος χορήγηση εναιωρήματος ενεργού άνθρακα σε κόνι ή χολεστυραμίνης προκαλεί ταχεία και σημαντική αύξηση του ρυθμού αποβολής του Α771726 και μείωση στις συγκεντρώσεις του πλάσματος (βλ. Υπερδοσολογία). Αυτό πιστεύεται ότι επιτυγχάνεται με κάποιο μηχανισμό γαστρεντερικής διαπίδυσης και/ή με διακοπή της εντεροηπατικής ανακύκλωσης.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η λεφλουνομίδη χορηγήθηκε από του στόματος ως εφάπαξ δόση 100 mg σε 3 ασθενείς υπό αιμοδιύλιση και σε 3 ασθενείς υπό συνεχή φορητή περιτοναϊκή κάθαρση (CAPD). Η φαρμακοκινητική του μεταβολίτη Α771726 σε άτομα υπό συνεχή φορητή περιτοναϊκή κάθαρση (CAPD) φάνηκε ότι ήταν παρόμοια με εκείνη των υγιών εθελοντών. Ταχύτερη αποβολή του μεταβολίτη Α771726 παρατηρήθηκε σε άτομα υπό αιμοδιύλιση, γεγονός που δεν οφειλόταν στην απομάκρυνση του φαρμάκου με το διάλυμα αιμοκάθαρσης.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την αγωγή ασθενών με ηπατική δυσλειτουργία. Ο δραστικός μεταβολίτης Α771726 δεσμεύεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες και αποβάλλεται μέσω ηπατικού μεταβολισμού και απέκκρισης από τη χολή. Σε ηπατική δυσλειτουργία οι διαδικασίες αυτές δυνατόν να επηρεασθούν.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική του Α771726 μετά την από του στόματος χορήγηση λεφλουνομίδης έχει μελετηθεί σε 73 παιδιατρικούς ασθενείς με πολυαρθρική μορφή νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε ηλικίες που κυμαίνονται από 3 έως 17 έτη. Τα αποτελέσματα από μία πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση αυτών των δοκιμών έδειξαν ότι οι παιδιατρικοί ασθενείς με βάρος σώματος ≤ 40 kg παρουσιάζουν μειωμένη συστηματική έκθεση (μετρούμενη με C ss) του Α771726 σχετικά με τους ενήλικες ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα (βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι
Τα δεδομένα φαρμακοκινητικής σε ηλικιωμένους (> 65 ετών) είναι περιορισμένα αλλά συμφωνούν με τη φαρμακοκινητική σε πιο νεαρούς ενήλικες.