α.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες με το Stalevo είναι δυσκινησίες, οι οποίες
σημειώνονται σε περίπου 19% των ασθενών, γαστρεντερικά συμπτώματα, μεταξύ των οποίων ναυτία
και διάρροια, τα οποία σημειώνονται σε περίπου 15% και 12% των ασθενών, αντιστοίχως. Μυϊκό,
μυοσκελετικό άλγος και άλγος του συνδετικού ιστού, τα οποία σημειώνονται σε περίπου 12% των
ασθενών καθώς επίσης και ακίνδυνος καστανέρυθρος δυσχρωματισμός των ούρων (χρωματουρία)
που σημειώνεται σε περίπου 10% των ασθενών. Σοβαρά συμβάντα γαστρεντερικής αιμορραγίας (όχι
συχνά) και αγγειοοίδημα (σπάνια) έχουν εντοπιστεί από τις κλινικές δοκιμές με το Stalevo ή την
εντακαπόνη σε συνδυασμό με λεβοντόπα/αναστολέα DDC. Με το Stalevo μπορεί να σημειωθούν
βαριά ηπατίτιδα με κυρίως χολοστατικά χαρακτηριστικά, ραβδομυόλυση και κακόηθες νευροληπτικό
σύνδρομο παρόλο που δεν έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις από τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών.
β.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στον Πίνακα 1, έχουν συγκεντρωθεί τόσο από
τα συναθροισμένα δεδομένα έντεκα διπλά-τυφλών κλινικών δοκιμών στις οποίες έλαβαν μέρος
3 230 ασθενείς (στους 1 810 χορηγήθηκε Stalevo ή εντακαπόνη σε συνδυασμό με
λεβοντόπα/αναστολέα DDC, και στους 1 420 χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο σε συνδυασμό με
λεβοντόπα/αναστολέα DDC ή καβεργολίνη σε συνδυασμό με λεβοντόπα/αναστολέα DDC), όσο και
από δεδομένα μετά την κυκλοφορία της εντακαπόνης στην αγορά για τη χρήση της σε συνδυασμό με
λεβοντόπα/αναστολέα DDC.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν ταξινομηθεί σύμφωνα με τη συχνότητα, οι πιο συχνές πρώτες,
χρησιμοποιώντας την ακόλουθη συνθήκη: Πολύ συχνές (> 1/10), συχνές (> 1/100 έως < 1/10), όχι
συχνές (> 1/1 000 έως < 1/100), σπάνιες (> 1/10 000 έως < 1/1 000), πολύ σπάνιες (< 1/10 000), μη
γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, καθώς δεν μπορούν να
εξαχθούν έγκυροι υπολογισμοί από κλινικές δοκιμές ή επιδημιολογικές μελέτες).
Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες ενέργειες
9
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Συχνές:
Αναιμία
Όχι συχνές:
Θρομβοπενία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Συχνές:
Σωματικό βάρος μειωμένο*, μειωμένη όρεξη*
Ψυχιατρικές διαταραχές
Συχνές:
Κατάθλιψη, ψευδαισθήσεις, συγχυτική κατάσταση*, ανώμαλα όνειρα*, άγχος,
αϋπνία
Όχι συχνές:
Ψύχωση, διέγερση*
Μη γνωστές: Αυτοκτονική συμπεριφορά, Σύνδρομο απορρύθμισης της ντοπαμίνης
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Πολύ συχνές: Δυσκινησία*
Συχνές:
Επιδεινούμενος παρκινσονισμός (π.χ. βραδυκινησία), τρόμος, ταχεία διακύμανση
ακινητικών και χορειοαθετωσικών κινήσεων κατά τη θεραπεία της νόσου του
Parkinson, δυστονία, επηρεασμένη διανοητική κατάσταση (π.χ. επηρεασμένη μνήμη,
άνοια), υπνηλία, ζάλη, κεφαλαλγία
Μη γνωστές: Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο*
Οφθαλμικές διαταραχές
Συχνές:
Όραση θαμπή
Καρδιακές διαταραχές
Συχνές:
Επεισόδια ισχαιμικής καρδιοπάθειας εκτός από έμφραγμα μυοκαρδίου (π.χ.
στηθάγχη), ανώμαλος καρδιακός ρυθμός
Όχι συχνές:
Έμφραγμα μυοκαρδίου
Αγγειακές διαταραχές
Συχνές:
Ορθοστατική υπόταση, υπέρταση
Όχι συχνές:
Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Συχνές:
Δύσπνοια
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Πολύ συχνές: Διάρροια*, ναυτία*
Συχνές:
Δυσκοιλιότητα*, έμετος*, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος και δυσφορία*, ξηροστομία*
Όχι συχνές:
Κολίτιδα*, δυσφαγία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Όχι συχνές:
Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας*
Μη γνωστές: Ηπατίτιδα με κυρίως χολοστατικά χαρακτηριστικά (βλ. παράγραφο 4.4)*
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Συχνές:
Εξάνθημα*, υπεριδρωσία
Όχι συχνές:
Δυσχρωματισμοί εκτός των ούρων (π.χ. δέρματος, ονύχων, μαλλιών, ιδρώτα)*
Σπάνιες:
Αγγειοοίδημα
Μη γνωστές: Κνίδωση*
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Πολύ συχνές: Μυϊκό, μυοσκελετικό άλγος και άλγος του συνδετικού ιστού*
Συχνές:
Μυϊκοί σπασμοί, αρθραλγία
Μη γνωστές: Ραβδομυόλυση*
10
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Πολύ συχνές: Χρωματουρία*
Συχνές:
Ουρολοίμωξη
Όχι συχνές:
Κατακράτηση ούρων
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Συχνές:
Θωρακικό άλγος, περιφερικό οίδημα, πτώσεις, διαταραχή στη βάδιση, εξασθένιση,
κόπωση
Όχι συχνές:
Αίσθημα κακουχίας
*Ανεπιθύμητες ενέργειες που αποδίδονται κυρίως στην εντακαπόνη ή είναι πιο συχνές (με διαφορά
συχνότητας τουλάχιστον 1% στα δεδομένα κλινικών δοκιμών) με την εντακαπόνη παρά με
λεβοντόπα/αναστολέα DDC μόνο. Βλ. παράγραφο γ.
**Η συχνότητα εμφάνισης εμφράγματος μυοκαρδίου και άλλων επεισοδίων ισχαιμικής
καρδιοπάθειας (0,43% και 1,54%, αντιστοίχως) προκύπτει από μια ανάλυση 13 διπλά-τυφλών
μελετών στις οποίες συμμετείχαν 2 082 ασθενείς με διακυμάνσεις κινητικότητας προς το τέλος της
δόσης, οι οποίοι έπαιρναν εντακαπόνη.
γ.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Ανεπιθύμητες ενέργειες που αποδίδονται κυρίως στην εντακαπόνη ή είναι πιο συχνές με την
εντακαπόνη παρά με λεβοντόπα/αναστολέα DDC μόνο, σημειώνονται με αστερίσκο στον Πίνακα 1
της παραγράφου 4.8β. Μερικές από αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται με την αυξημένη
ντοπαμινεργική δράση (π.χ. δυσκινησία, ναυτία και έμετος) και εμφανίζονται πιο συχνά στην αρχή
της θεραπείας. Η μείωση της δόσης της λεβοντόπας μειώνει τη βαρύτητα και τη συχνότητα αυτών
των ντοπαμινεργικών ενεργειών. Λίγες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γνωστό ότι αποδίδονται
απευθείας στη δραστική ουσία εντακαπόνη, περιλαμβανομένων της διάρροιας και του
καστανέρυθρου δυσχρωματισμού των ούρων. Σε μερικές περιπτώσεις, η εντακαπόνη μπορεί να
προκαλέσει επίσης δυσχρωματισμό π.χ. του δέρματος, των νυχιών, των μαλλιών και του ιδρώτα.
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες με αστερίσκο στον Πίνακα 1 της παραγράφου 4.8β έχουν σημανθεί με
βάση είτε την πιο συχνή εμφάνισή τους (με διαφορά συχνότητας τουλάχιστον 1%) στα δεδομένα των
κλινικών δοκιμών με εντακαπόνη παρά σε αυτά με λεβοντόπα/DDCI μόνο ή τις αναφορές ασφάλειας
μεμονωμένων περιστατικών που ελήφθησαν μετά την κυκλοφορία της εντακαπόνης στην αγορά.
Σπασμοί εμφανίστηκαν σπάνια με λεβοντόπα/καρβιντόπα. Ωστόσο, αιτιολογική σχέση με τη
θεραπεία με λεβοντόπα/καρβιντόπα δεν έχει αποδειχθεί.
Διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων: Παθολογική χαρτοπαιξία, γενετήσια ορμή αυξημένη,
υπερσεξουαλικότητα, καταναγκαστικές δαπάνες ή αγορές, κραιπάλη φαγητού και καταναγκαστική
κατανάλωση φαγητού μπορεί να εμφανιστούν σε ασθενείς σε θεραπεία με αγωνιστές της ντοπαμίνης
και/ή άλλες ντοπαμινεργικές θεραπείες που περιέχουν λεβοντόπα συμπεριλαμβανομένου του Stalevo
(βλ. παράγραφο 4.4).
Το Σύνδρομο Απορρύθμισης της Ντοπαμίνης (DDS) είναι μία εθιστική διαταραχή που
παρουσιάσθηκε σε μερικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με καρβιντόπα/λεβοντόπα. Οι
προσβεβλημένοι ασθενείς παρουσιάζουν μία κατάσταση καταναγκαστικής μη ορθής χρήσης
ντοπαμινεργικού φαρμάκου πέραν των δόσεων που είναι επαρκείς για τον έλεγχο των κινητικών
συμπτωμάτων, τα οποία μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να οδηγήσουν σε σοβαρές δυσκινησίες (βλ.
επίσης παράγραφο 4.4).
Η εντακαπόνη σε συνδυασμό με λεβοντόπα έχει συσχετιστεί με μεμονωμένα περιστατικά
υπερβολικής υπνηλίας κατά τη διάρκεια της ημέρας και επεισόδια αιφνίδιας έναρξης ύπνου.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
11
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας
του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης
οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να
αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος
αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.