Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N04BA03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LEVODOPA, DECARBOXYLASE INHIBITOR + COMT INHIBITOR

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία Η βέλτιστη ημερήσια δόση πρέπει να καθορίζεται με προσεκτική τιτλοποίηση της λεβοντόπας σε κάθε ασθενή. Η ημερήσια δόση πρέπει να βελτιστοποιείται κατά προτίμηση χρησιμοποιώντας μία από τις επτά διαθέσιμες περιεκτικότητες δισκίων (50 mg/12,5 mg/200 mg, 75 mg/18,75 mg/200 mg, 100 mg/25 mg/200 mg, 125 mg/31,25 mg/200 mg, 150 mg/37,5 mg/200 mg, 175 mg/43,75 mg/200 mg ή 200 mg/50 mg/200 mg λεβοντόπας/καρβιντόπας/εντακαπόνης). Θα πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς ώστε να λαμβάνουν μόνο ένα δισκίο Stalevo ανά χορήγηση δόσης. Ασθενείς που λαμβάνουν λιγότερο από 70-100 mg καρβιντόπας την ημέρα είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν ναυτία και έμετο. Παρότι η εμπειρία από συνολική ημερήσια δόση 3 μεγαλύτερη από 200 mg καρβιντόπας είναι περιορισμένη, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δοσολογία εντακαπόνης είναι 2 000 mg και επομένως η μέγιστη δόση είναι 10 δισκία την ημέρα για τις περιεκτικότητες του Stalevo 50 mg/12,5 mg/200 mg, 75 mg/18,75 mg/200 mg, 100 mg/25 mg/200 mg, 125 mg/31,25 mg/200 mg και 150 mg/37,5 mg/200 mg. Δέκα δισκία Stalevo 150 mg/37,5 mg/200 mg είναι ίσα με 375 mg καρβιντόπας την ημέρα. Σύμφωνα με αυτή την ημερήσια δόση καρβιντόπας, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση του Stalevo 175 mg/43,75 mg/200 mg είναι 8 δισκία την ημέρα και του Stalevo 200 mg/50 mg/200 mg είναι 7 δισκία την ημέρα. Συνήθως το Stalevo πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται τη συγκεκριμένη εποχή σε θεραπεία με αντίστοιχες δόσεις λεβοντόπας/αναστολέα DDC και εντακαπόνης τυπικής απελευθέρωσης. Πώς να μεταβούν στη θεραπεία με Stalevo ασθενείς που λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με ιδιοσκευάσματα λεβοντόπας/αναστολέα DDC (καρβιντόπα ή βενσεραζίδη) και δισκία εντακαπόνης a. Ασθενείς που υποβάλλονται τη συγκεκριμένη εποχή σε θεραπευτική αγωγή με εντακαπόνη και λεβοντόπα/καρβιντόπα τυπικής απελευθέρωσης σε δόσεις ίσες με τις περιεκτικότητες των δισκίων του Stalevo μπορούν να μεταβαίνουν άμεσα στα αντίστοιχα δισκία Stalevo. Για παράδειγμα, ένας ασθενής που λαμβάνει ένα δισκίο λεβοντόπας/καρβιντόπας των 50 mg/12,5 mg με ένα δισκίο εντακαπόνης των 200 mg τέσσερις φορές την ημέρα μπορεί να λαμβάνει ένα δισκίο Stalevo των 50 mg/12,5 mg/200 mg τέσσερις φορές την ημέρα αντί των συνήθων δόσεων λεβοντόπας/καρβιντόπας και εντακαπόνης. β. Όταν ξεκινά θεραπεία με Stalevo σε ασθενείς που υποβάλλονται τη συγκεκριμένη εποχή σε θεραπευτική αγωγή με εντακαπόνη και λεβοντόπα/καρβιντόπα σε δόσεις που δεν είναι ίσες με τα δισκία Stalevo (50 mg/12,5 mg/200 mg ή 75 mg/18,75 mg/200 mg ή 100 mg/25 mg/200 mg ή 125 mg/31,25 mg/200 mg ή 150 mg/37,5 mg/200 mg ή 175 mg/43,75 mg/200 mg ή 200 mg/50 mg/200 mg), η δοσολογία του Stalevo πρέπει να τιτλοποιείται προσεκτικά για τη βέλτιστη κλινική απόκριση. Κατά την έναρξη, το Stalevo πρέπει να ρυθμίζεται ώστε να αντιστοιχεί όσο το δυνατόν καλύτερα στη συνολική ημερήσια δόση λεβοντόπας η οποία χρησιμοποιείται τη συγκεκριμένη εποχή. γ. Όταν ξεκινά η χορήγηση Stalevo σε ασθενείς που υποβάλλονται τη συγκεκριμένη εποχή σε θεραπευτική αγωγή με εντακαπόνη και λεβοντόπα/βενσεραζίδη σε σχήμα τυπικής απελευθέρωσης, θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση λεβοντόπας/βενσεραζίδης το προηγούμενο βράδυ και θα πρέπει να ξεκινά η χορήγηση του Stalevo το επόμενο πρωί. Η δόση έναρξης του Stalevo θα πρέπει να παρέχει είτε την ίδια ποσότητα λεβοντόπας είτε ελαφρώς μεγαλύτερη (5-10%). Πώς να μεταβούν στη θεραπεία με Stalevo ασθενείς που δεν υποβάλλονται τη συγκεκριμένη εποχή σε θεραπευτική αγωγή με εντακαπόνη Μπορεί να εξεταστεί η έναρξη της θεραπείας με Stalevo σε δόσεις αντίστοιχες προς την τρέχουσα θεραπεία σε ορισμένους ασθενείς με νόσο του Parkinson και διακυμάνσεις της κινητικότητας στο τέλος της δόσης, οι οποίοι δεν έχουν σταθεροποιηθεί με την τρέχουσα θεραπευτική αγωγή τους με λεβοντόπα/αναστολέα ντόπας αποκαρβοξυλάσης (DDC) τυπικής απελευθέρωσης. Ωστόσο, δεν συνιστάται άμεση μετάβαση από λεβοντόπα/αναστολέα DDC στο Stalevo σε ασθενείς με δυσκινησίες ή των οποίων η ημερήσια δόση λεβοντόπας είναι μεγαλύτερη από 800 mg. Στους εν λόγω ασθενείς συνιστάται εισαγωγή της θεραπευτικής αγωγής με εντακαπόνη ως ξεχωριστή θεραπευτική αγωγή (δισκία εντακαπόνης) και ρύθμιση της δόσης της λεβοντόπας, αν είναι απαραίτητο, πριν τη μετάβαση στο Stalevo. Η εντακαπόνη ενισχύει τις δράσεις της λεβοντόπας. Επομένως, ενδέχεται να είναι απαραίτητο, ιδιαίτερα σε ασθενείς με δυσκινησία, να μειωθεί η δόση της λεβοντόπας κατά 10-30% εντός του διαστήματος από τις πρώτες ημέρες έως τις πρώτες εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με Stalevo. Η ημερήσια δόση της λεβοντόπας μπορεί να μειωθεί επιμηκύνοντας τα διαστήματα που 4 μεσολαβούν ανάμεσα στις χορηγήσεις και/ή μειώνοντας την ποσότητα της λεβοντόπας ανά δόση, ανάλογα με την κλινική κατάσταση του ασθενούς. Ρύθμιση των δόσεων κατά τη διάρκεια της θεραπείας Όταν απαιτείται περισσότερη λεβοντόπα, θα πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση αύξησης της συχνότητας των δόσεων και/ή η χρήση Stalevo εναλλακτικής περιεκτικότητας εντός του πλαισίου των συστάσεων για τις δόσεις. Όταν απαιτείται λιγότερη λεβοντόπα, η συνολική ημερήσια δόση του Stalevo θα πρέπει να μειωθεί είτε μειώνοντας τη συχνότητα της χορήγησης επιμηκύνοντας το χρονικό διάστημα μεταξύ των δόσεων, είτε μειώνοντας την περιεκτικότητα του Stalevo σε μία χορήγηση. Αν χρησιμοποιούνται άλλα προϊόντα με λεβοντόπα ταυτόχρονα με ένα δισκίο Stalevo, θα πρέπει να ακολουθούνται οι συστάσεις σχετικά με τη μέγιστη δόση. Διακοπή της θεραπείας με Stalevo: Αν διακοπεί η θεραπευτική αγωγή με το Stalevo (λεβοντόπα/καρβιντόπα/εντακαπόνη) και ο ασθενής μεταβεί σε θεραπεία λεβοντόπας/αναστολέα DDC χωρίς εντακαπόνη, είναι αναγκαίο να ρυθμιστεί η δοσολογία των άλλων αντιπαρκινσονικών θεραπευτικών αγωγών, ιδιαίτερα της λεβοντόπας, προκειμένου να επιτευχθεί επαρκές επίπεδο ελέγχου των παρκινσονικών συμπτωμάτων. Παιδιατρικός πληθυσμός: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Stalevo σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Ηλικιωμένοι: Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης του Stalevo στους ηλικιωμένους. Ηπατική δυσλειτουργία: Συνιστάται προσεκτική χορήγηση του Stalevo σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Μπορεί να απαιτείται μείωση της δόσης (βλ. παράγραφο 5.2). Για σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία βλ. παράγραφο 4.3. Νεφρική δυσλειτουργία: Η νεφρική δυσλειτουργία δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της εντακαπόνης. Δεν έχουν αναφερθεί ιδιαίτερες μελέτες σχετικά με τη φαρμακοκινητική της λεβοντόπας και της καρβιντόπας σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, επομένως, η θεραπευτική αγωγή με Stalevo πρέπει να χορηγείται προσεκτικά σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (βλ. παράγραφο 5.2). Τρόπος χορήγησης Το κάθε δισκίο λαμβάνεται από στόματος με ή χωρίς τροφή (βλ. παράγραφο 5.2). Ένα δισκίο περιέχει μια δόση θεραπευτικής αγωγής και τα δισκία μπορούν να χορηγούνται μόνο ολόκληρα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Σοβαρή ηπατική βλάβη. Γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Φαιοχρωμοκύτωμα. Συγχορήγηση του Stalevo με μη εκλεκτικούς αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ-Α και ΜΑΟ-Β) (π.χ. φαινελζίνη, τρανυλκυπρομίνη). Συγχορήγηση με έναν εκλεκτικό αναστολέα ΜΑΟ-Α και έναν εκλεκτικό αναστολέα ΜΑΟ-Β (βλ. παράγραφο 4.5). Προηγούμενο ιστορικό Κακόηθους Νευροληπτικού Συνδρόμου (ΚΝΣ) και/ή μη τραυματικής ραβδομυόλυσης.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
α. Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες με το Stalevo είναι δυσκινησίες, οι οποίες σημειώνονται σε περίπου 19% των ασθενών, γαστρεντερικά συμπτώματα, μεταξύ των οποίων ναυτία και διάρροια, τα οποία σημειώνονται σε περίπου 15% και 12% των ασθενών, αντιστοίχως. Μυϊκό, μυοσκελετικό άλγος και άλγος του συνδετικού ιστού, τα οποία σημειώνονται σε περίπου 12% των ασθενών καθώς επίσης και ακίνδυνος καστανέρυθρος δυσχρωματισμός των ούρων (χρωματουρία) που σημειώνεται σε περίπου 10% των ασθενών. Σοβαρά συμβάντα γαστρεντερικής αιμορραγίας (όχι συχνά) και αγγειοοίδημα (σπάνια) έχουν εντοπιστεί από τις κλινικές δοκιμές με το Stalevo ή την εντακαπόνη σε συνδυασμό με λεβοντόπα/αναστολέα DDC. Με το Stalevo μπορεί να σημειωθούν βαριά ηπατίτιδα με κυρίως χολοστατικά χαρακτηριστικά, ραβδομυόλυση και κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο παρόλο που δεν έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις από τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών. β. Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στον Πίνακα 1, έχουν συγκεντρωθεί τόσο από τα συναθροισμένα δεδομένα έντεκα διπλά-τυφλών κλινικών δοκιμών στις οποίες έλαβαν μέρος 3 230 ασθενείς (στους 1 810 χορηγήθηκε Stalevo ή εντακαπόνη σε συνδυασμό με λεβοντόπα/αναστολέα DDC, και στους 1 420 χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο σε συνδυασμό με λεβοντόπα/αναστολέα DDC ή καβεργολίνη σε συνδυασμό με λεβοντόπα/αναστολέα DDC), όσο και από δεδομένα μετά την κυκλοφορία της εντακαπόνης στην αγορά για τη χρήση της σε συνδυασμό με λεβοντόπα/αναστολέα DDC. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν ταξινομηθεί σύμφωνα με τη συχνότητα, οι πιο συχνές πρώτες, χρησιμοποιώντας την ακόλουθη συνθήκη: Πολύ συχνές (> 1/10), συχνές (> 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (> 1/1 000 έως < 1/100), σπάνιες (> 1/10 000 έως < 1/1 000), πολύ σπάνιες (< 1/10 000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, καθώς δεν μπορούν να εξαχθούν έγκυροι υπολογισμοί από κλινικές δοκιμές ή επιδημιολογικές μελέτες). Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες ενέργειες 9 Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Συχνές: Αναιμία Όχι συχνές: Θρομβοπενία Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Συχνές: Σωματικό βάρος μειωμένο*, μειωμένη όρεξη* Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές: Κατάθλιψη, ψευδαισθήσεις, συγχυτική κατάσταση*, ανώμαλα όνειρα*, άγχος, αϋπνία Όχι συχνές: Ψύχωση, διέγερση* Μη γνωστές: Αυτοκτονική συμπεριφορά, Σύνδρομο απορρύθμισης της ντοπαμίνης Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Δυσκινησία* Συχνές: Επιδεινούμενος παρκινσονισμός (π.χ. βραδυκινησία), τρόμος, ταχεία διακύμανση ακινητικών και χορειοαθετωσικών κινήσεων κατά τη θεραπεία της νόσου του Parkinson, δυστονία, επηρεασμένη διανοητική κατάσταση (π.χ. επηρεασμένη μνήμη, άνοια), υπνηλία, ζάλη, κεφαλαλγία Μη γνωστές: Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο* Οφθαλμικές διαταραχές Συχνές: Όραση θαμπή Καρδιακές διαταραχές Συχνές: Επεισόδια ισχαιμικής καρδιοπάθειας εκτός από έμφραγμα μυοκαρδίου (π.χ. στηθάγχη), ανώμαλος καρδιακός ρυθμός Όχι συχνές: Έμφραγμα μυοκαρδίου Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Ορθοστατική υπόταση, υπέρταση Όχι συχνές: Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Συχνές: Δύσπνοια Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Πολύ συχνές: Διάρροια*, ναυτία* Συχνές: Δυσκοιλιότητα*, έμετος*, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος και δυσφορία*, ξηροστομία* Όχι συχνές: Κολίτιδα*, δυσφαγία Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Όχι συχνές: Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας* Μη γνωστές: Ηπατίτιδα με κυρίως χολοστατικά χαρακτηριστικά (βλ. παράγραφο 4.4)* Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές: Εξάνθημα*, υπεριδρωσία Όχι συχνές: Δυσχρωματισμοί εκτός των ούρων (π.χ. δέρματος, ονύχων, μαλλιών, ιδρώτα)* Σπάνιες: Αγγειοοίδημα Μη γνωστές: Κνίδωση* Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πολύ συχνές: Μυϊκό, μυοσκελετικό άλγος και άλγος του συνδετικού ιστού* Συχνές: Μυϊκοί σπασμοί, αρθραλγία Μη γνωστές: Ραβδομυόλυση* 10 Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Πολύ συχνές: Χρωματουρία* Συχνές: Ουρολοίμωξη Όχι συχνές: Κατακράτηση ούρων Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές: Θωρακικό άλγος, περιφερικό οίδημα, πτώσεις, διαταραχή στη βάδιση, εξασθένιση, κόπωση Όχι συχνές: Αίσθημα κακουχίας *Ανεπιθύμητες ενέργειες που αποδίδονται κυρίως στην εντακαπόνη ή είναι πιο συχνές (με διαφορά συχνότητας τουλάχιστον 1% στα δεδομένα κλινικών δοκιμών) με την εντακαπόνη παρά με λεβοντόπα/αναστολέα DDC μόνο. Βλ. παράγραφο γ. **Η συχνότητα εμφάνισης εμφράγματος μυοκαρδίου και άλλων επεισοδίων ισχαιμικής καρδιοπάθειας (0,43% και 1,54%, αντιστοίχως) προκύπτει από μια ανάλυση 13 διπλά-τυφλών μελετών στις οποίες συμμετείχαν 2 082 ασθενείς με διακυμάνσεις κινητικότητας προς το τέλος της δόσης, οι οποίοι έπαιρναν εντακαπόνη. γ. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Ανεπιθύμητες ενέργειες που αποδίδονται κυρίως στην εντακαπόνη ή είναι πιο συχνές με την εντακαπόνη παρά με λεβοντόπα/αναστολέα DDC μόνο, σημειώνονται με αστερίσκο στον Πίνακα 1 της παραγράφου 4.8β. Μερικές από αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται με την αυξημένη ντοπαμινεργική δράση (π.χ. δυσκινησία, ναυτία και έμετος) και εμφανίζονται πιο συχνά στην αρχή της θεραπείας. Η μείωση της δόσης της λεβοντόπας μειώνει τη βαρύτητα και τη συχνότητα αυτών των ντοπαμινεργικών ενεργειών. Λίγες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γνωστό ότι αποδίδονται απευθείας στη δραστική ουσία εντακαπόνη, περιλαμβανομένων της διάρροιας και του καστανέρυθρου δυσχρωματισμού των ούρων. Σε μερικές περιπτώσεις, η εντακαπόνη μπορεί να προκαλέσει επίσης δυσχρωματισμό π.χ. του δέρματος, των νυχιών, των μαλλιών και του ιδρώτα. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες με αστερίσκο στον Πίνακα 1 της παραγράφου 4.8β έχουν σημανθεί με βάση είτε την πιο συχνή εμφάνισή τους (με διαφορά συχνότητας τουλάχιστον 1%) στα δεδομένα των κλινικών δοκιμών με εντακαπόνη παρά σε αυτά με λεβοντόπα/DDCI μόνο ή τις αναφορές ασφάλειας μεμονωμένων περιστατικών που ελήφθησαν μετά την κυκλοφορία της εντακαπόνης στην αγορά. Σπασμοί εμφανίστηκαν σπάνια με λεβοντόπα/καρβιντόπα. Ωστόσο, αιτιολογική σχέση με τη θεραπεία με λεβοντόπα/καρβιντόπα δεν έχει αποδειχθεί. Διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων: Παθολογική χαρτοπαιξία, γενετήσια ορμή αυξημένη, υπερσεξουαλικότητα, καταναγκαστικές δαπάνες ή αγορές, κραιπάλη φαγητού και καταναγκαστική κατανάλωση φαγητού μπορεί να εμφανιστούν σε ασθενείς σε θεραπεία με αγωνιστές της ντοπαμίνης και/ή άλλες ντοπαμινεργικές θεραπείες που περιέχουν λεβοντόπα συμπεριλαμβανομένου του Stalevo (βλ. παράγραφο 4.4). Το Σύνδρομο Απορρύθμισης της Ντοπαμίνης (DDS) είναι μία εθιστική διαταραχή που παρουσιάσθηκε σε μερικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με καρβιντόπα/λεβοντόπα. Οι προσβεβλημένοι ασθενείς παρουσιάζουν μία κατάσταση καταναγκαστικής μη ορθής χρήσης ντοπαμινεργικού φαρμάκου πέραν των δόσεων που είναι επαρκείς για τον έλεγχο των κινητικών συμπτωμάτων, τα οποία μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να οδηγήσουν σε σοβαρές δυσκινησίες (βλ. επίσης παράγραφο 4.4). Η εντακαπόνη σε συνδυασμό με λεβοντόπα έχει συσχετιστεί με μεμονωμένα περιστατικά υπερβολικής υπνηλίας κατά τη διάρκεια της ημέρας και επεισόδια αιφνίδιας έναρξης ύπνου. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών 11 Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Κύηση Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση του συνδυασμού λεβοντόπας/καρβιντόπας/εντακαπόνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα των ξεχωριστών ενώσεων (βλ. παράγραφο 5.3). Ο πιθανός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Stalevo δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης παρά μόνον αν τα οφέλη για τη μητέρα υπερτερούν των δυνητικών κινδύνων για το έμβρυο. Θηλασμός Η λεβοντόπα απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Υπάρχουν ενδείξεις ότι καταστέλλεται ο θηλασμός 8 κατά τη διάρκεια θεραπείας με λεβοντόπα. Έλαβε χώρα απέκκριση καρβιντόπας και εντακαπόνης στο γάλα ζώων, αλλά δεν είναι γνωστό αν λαμβάνει χώρα απέκκριση στο μητρικό γάλα των ανθρώπων. Η ασφάλεια της λεβοντόπας, της καρβιντόπας ή της εντακαπόνης για το νεογνό δεν είναι γνωστή. Οι γυναίκες δεν πρέπει να θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Stalevo. Γονιμότητα Δεν έχουν παρατηρηθεί ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη γονιμότητα σε προκλινικές μελέτες με την εντακαπόνη, την καρβιντόπα ή τη λεβοντόπα ως μονοθεραπεία. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες γονιμότητας σε ζώα με το συνδυασμό εντακαπόνης, λεβοντόπας και καρβιντόπας.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιπαρκινσονικά φάρμακα, ντόπα και παράγωγα της ντόπας, κωδικός ATC: N04BA03 Σύμφωνα με την τρέχουσα κατανόηση, τα συμπτώματα της νόσου του Parkinson σχετίζονται με την ελάττωση της ντοπαμίνης στο ραβδωτό σώμα. Η ντοπαμίνη δεν διαπερνά τον αιματο-εγκεφαλικό φραγμό. Η λεβοντόπα, πρόδρομος της ντοπαμίνης, διαπερνά τον αιματο-εγκεφαλικό φραγμό και ανακουφίζει τα συμπτώματα της νόσου. Καθώς η λεβοντόπα μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό στην περιφέρεια, μόνον ένα μικρό τμήμα μιας δεδομένης δόσης φθάνει στο κεντρικό νευρικό σύστημα όταν χορηγείται λεβοντόπα χωρίς αναστολείς μεταβολικών ενζύμων. Η καρβιντόπα και η βενσεραζίδη είναι περιφερικοί αναστολείς της DDC, οι οποίοι μειώνουν τον περιφερικό μεταβολισμό της λεβοντόπας σε ντοπαμίνη, και έτσι, υπάρχει διαθέσιμη στον εγκέφαλο περισσότερη λεβοντόπα. Όταν η αποκαρβοξυλίωση της λεβοντόπας μειώνεται με ταυτόχρονη χορήγηση ενός αναστολέα DDC, μπορεί να χρησιμοποιηθεί χαμηλότερη δόση λεβοντόπας και να μειωθεί η επίπτωση ανεπιθύμητων αντιδράσεων όπως η ναυτία. Με την αναστολή της αποκαρβοξυλάσης από έναν αναστολέα DDC, η κατεχολ-Ομεθυλτρανσφεράση (COMT) γίνεται η κύρια περιφερική μεταβολική οδός καταλύοντας τη μετατροπή της λεβοντόπας σε 3-O-μεθυλντόπα (3-OMD), ένα δυνητικά επιβλαβή μεταβολίτη της λεβοντόπας. Η εντακαπόνη είναι ένας αναστρέψιμος, ειδικός αναστολέας COMT με κυρίως περιφερική δράση, ο οποίος προορίζεται για ταυτόχρονη χορήγηση με λεβοντόπα. Η εντακαπόνη επιβραδύνει την αποβολή της λεβοντόπας από την κυκλοφορία του αίματος με αποτέλεσμα μια αυξημένη περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) στο φαρμακοκινητικό προφίλ της λεβοντόπας. Κατά συνέπεια, η κλινική απόκριση σε κάθε δόση λεβοντόπας εντείνεται και παρατείνεται. 12 Η ένδειξη των θεραπευτικών δράσεων του Stalevo βασίζεται σε δύο διπλά-τυφλές μελέτες φάσης ΙΙΙ, σε σύνολο 376 ασθενών με νόσο Parkinson με διακυμάνσεις της κινητικότητας στο τέλος της δόσης, στους οποίους δόθηκε εντακαπόνη ή εικονικό φάρμακο μαζί με κάθε δόση λεβοντόπας/αναστολέα DDC. Ο καθημερινός χρόνος ON με και χωρίς εντακαπόνη καταγράφηκε σε κατ’ οίκον ημερολόγια από τους ασθενείς. Στην πρώτη μελέτη, η εντακαπόνη αύξησε το μέσο καθημερινό χρόνο ON κατά 1 ώρα και 20 λεπτά (CI 95% 45 λεπτά, 1 ώρα και 56 λεπτά) από την τιμή έναρξης. Αυτό αντιστοιχούσε σε αύξηση 8,3% στην αναλογία του καθημερινού χρόνου ON. Αντίστοιχα, η μείωση στον καθημερινό χρόνο OFF ήταν 24% στην ομάδα της εντακαπόνης και 0% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στη δεύτερη μελέτη, η μέση αναλογία καθημερινού χρόνου ON αυξήθηκε κατά 4,5% (CI 95% 0,93%, 7,97%) από την τιμή έναρξης. Αυτό μεταφράζεται ως μέση αύξηση 35 λεπτών στον ημερήσιο χρόνο ON. Αντίστοιχα, ο ημερήσιος χρόνος OFF μειώθηκε κατά 18% στην εντακαπόνη και κατά 5% στο εικονικό φάρμακο. Επειδή οι δράσεις των δισκίων Stalevo είναι ισοδύναμες με εκείνες του δισκίου εντακαπόνης 200 mg που χορηγείται ταυτόχρονα με τα σκευάσματα καρβιντόπας/λεβοντόπας τυπικής απελευθέρωσης που διατίθενται στο εμπόριο σε αντίστοιχες δόσεις, τα αποτελέσματα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν τις δράσεις και του Stalevo.
Φαρμακοκινητική
Γενικά χαρακτηριστικά των δραστικών ουσιών Απορρόφηση/κατανομή: Υπάρχουν ουσιαστικές διαφοροποιήσεις της απορρόφησης της λεβοντόπας, της καρβιντόπας και της εντακαπόνης τόσο σε κάθε μεμονωμένο άτομο όσο και από άτομο σε άτομο. Τόσο η λεβοντόπα όσο και η εντακαπόνη απορροφώνται και αποβάλλονται ταχέως. Η καρβιντόπα απορροφάται και αποβάλλεται ελαφρώς πιο αργά σε σύγκριση με τη λεβοντόπα. Όταν χορηγείται ξεχωριστά χωρίς τις άλλες δύο δραστικές ουσίες, η βιοδιαθεσιμότητα για τη λεβοντόπα είναι 15- 33%, για την καρβιντόπα 40-70% και για την εντακαπόνη 35% μετά από μία δόση 200 mg που λαμβάνεται από στόματος. Γεύματα πλούσια σε μεγάλα ουδέτερα αμινοξέα ενδέχεται να καθυστερήσουν και να μειώσουν την απορρόφηση της λεβοντόπας. Η τροφή δεν επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την απορρόφηση της εντακαπόνης. Ο όγκος κατανομής τόσο της λεβοντόπας (Vd 0,36-1,6 l/kg) όσο και της εντακαπόνης (Vdss 0,27 l/kg) είναι μετρίως μικρός ενώ δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την καρβιντόπα. Η λεβοντόπα δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος μόνο σε μικρό βαθμό της τάξης περίπου του 10-30% και η καρβιντόπα δεσμεύεται κατά 36% περίπου, ενώ η εντακαπόνη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό στις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 98%) - κυρίως στη λευκωματίνη του ορού. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η εντακαπόνη δεν μετατοπίζει άλλες εκτενώς δεσμευμένες δραστικές ουσίες (π.χ. βαρφαρίνη, σαλικυλικό οξύ, φαινυλβουταζόνη, ή διαζεπάμη), ούτε μετατοπίζεται σε κάποιο σημαντικό βαθμό από οποιεσδήποτε από αυτές τις ουσίες στις θεραπευτικές ή μεγαλύτερες συγκεντρώσεις. Bιομετασχηματισμός και αποβολή: Η λεβοντόπα μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό σε διάφορους μεταβολίτες και οι δύο πιο σημαντικές οδοί είναι η αποκαρβοξυλίωση από την ντόπα αποκαρβοξυλάση (DDC) και η O-μεθυλίωση από την κατεχολ-O-μεθυλτρανσφεράση (COMT). Η καρβιντόπα μεταβολίζεται σε δύο κύριους μεταβολίτες, οι οποίοι απεκκρίνονται στα ούρα ως γλυκουρονίδια και μη συζευγμένες ενώσεις. Η αναλλοίωτη καρβιντόπα αντιστοιχεί στο 30% της συνολικής απέκκρισης μέσω των ούρων. Η εντακαπόνη μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως πριν την απέκκριση μέσω των ούρων (10 έως 20%) και της χολής/κοπράνων (80 έως 90%). Η κύρια μεταβολική οδός είναι η γλυκουρονιδίωση της εντακαπόνης και του δραστικού μεταβολίτη της, του cis-ισομερούς, που αντιστοιχεί περίπου στο 5% της συνολικής ποσότητας στο πλάσμα. Η συνολική κάθαρση για τη λεβοντόπα είναι της κλίμακας του 0,55-1,38 l/kg/ώρα και για την εντακαπόνη είναι της κλίμακας του 0,70 l/kg/ώρα. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής (t1/2) είναι 0,6- 13 1,3 ώρες για τη λεβοντόπα, 2-3 ώρες για την καρβιντόπα και 0,4-0,7 ώρες για την εντακαπόνη, έκαστη εκ των οποίων χορηγούμενη ξεχωριστά. Λόγω των σύντομων χρόνων ημιζωής αποβολής, δεν λαμβάνει χώρα πραγματική συσσώρευση λεβοντόπας ή εντακαπόνης κατά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Δεδομένα από in vitro μελέτες όπου χρησιμοποιήθηκαν παρασκευάσματα από ανθρώπινα ηπατικά μικροσωμάτια δείχνουν ότι η εντακαπόνη αναστέλλει το κυτόχρωμα P450 2C9 (IC50 ~ 4 μΜ). Η εντακαπόνη έδειξε μικρή ή μηδενική αναστολή για άλλους τύπους των ισοενζύμων P450 (CYP1A2, CYP2A6, CYP2D6, CYP2E1, CYP3A και CYP2C19), βλ. παράγραφο 4.5. Χαρακτηριστικά στους ασθενείς Ηλικιωμένοι: Όταν χορηγείται χωρίς καρβιντόπα και εντακαπόνη, η απορρόφηση της λεβοντόπας είναι μεγαλύτερη και η αποβολή είναι βραδύτερη σε ηλικιωμένους από ότι σε νεαρά άτομα. Ωστόσο, μετά το συνδυασμό καρβιντόπας με λεβοντόπα, η απορρόφηση της λεβοντόπας είναι παρόμοια μεταξύ των ηλικιωμένων και των νεαρών ατόμων, αλλά η AUC εξακολουθεί να είναι 1,5 φορά μεγαλύτερη στους ηλικιωμένους λόγω της μειωμένης δράσης της DDC και της μικρότερης κάθαρσης λόγω γήρανσης. Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην AUC της καρβιντόπας ή της εντακαπόνης μεταξύ νεαρών (45-64 ετών) και ηλικιωμένων (65-75 ετών). Φύλο: Η βιοδιαθεσιμότητα της λεβοντόπας είναι κατά πολύ υψηλότερη στις γυναίκες από ότι στους άνδρες. Στις μελέτες φαρμακοκινητικής με το Stalevo, η βιοδιαθεσιμότητα της λεβοντόπας είναι υψηλότερη σε γυναίκες από ότι σε άνδρες, κυρίως λόγω της διαφοράς στο σωματικό βάρος, ενώ δεν υπάρχει διαφορά ως προς το φύλο με την καρβιντόπα και την εντακαπόνη. Ηπατική δυσλειτουργία: Ο μεταβολισμός της εντακαπόνης επιβραδύνεται σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορία Α και Β κατά Child-Pugh), γεγονός που οδηγεί σε αυξημένη συγκέντρωση της εντακαπόνης στο πλάσμα τόσο στη φάση απορρόφησης όσο και στη φάση αποβολής (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.3). Δεν έχουν αναφερθεί ιδιαίτερες μελέτες σχετικά με τη φαρμακοκινητική της καρβιντόπας και της λεβοντόπας σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ωστόσο, συνιστάται προσεκτική χορήγηση του Stalevo σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Νεφρική δυσλειτουργία: Η νεφρική δυσλειτουργία δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της εντακαπόνης. Δεν έχουν αναφερθεί ιδιαίτερες μελέτες σχετικά με τη φαρμακοκινητική της λεβοντόπας και της καρβιντόπας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, στους ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, ίσως πρέπει να εξετασθεί η περίπτωση μεγαλύτερου διαστήματος μεταξύ των δόσεων του Stalevo (βλ. παράγραφο 4.2).

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

oral

Μορφή

tablet

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

3
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Νόσος Πάρκινσον Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Νευρολογικών Νοσημάτων

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Λεβοντόπα + περιφερικός αναστολέας αποκαρβοξυλάσης (ακρογωνιαίος λίθος)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.