OLANZAPINE
Ολανζαπίνη
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Στόματος
- Χορήγηση: Δύο φορές την ημέρα (σχιζοφρένεια, μανία, πρόληψη υποτροπής), μία φορά την ημέρα κατά την κατάκλιση (καταθλιπτικά επεισόδια).
- Δόση έναρξης: 50 mg
- Τιτλοποίηση: Σταδιακή τιτλοποίηση ανάλογα με την ένδειξη και την ανεκτικότητα.
-
Ενήλικες - ΣχιζοφρένειαΔόσηΗμέρα 1: 50 mg, Ημέρα 2: 100 mg, Ημέρα 3: 200 mg, Ημέρα 4: 300 mg. Από την Ημέρα 4 και μετά: 300-450 mgΜέγ. δόση750 mgΣυνεχής τιτλοποίηση από Ημέρα 4. Χορηγείται δύο φορές την ημέρα.
-
Ενήλικες - Μέτρια έως σοβαρά επεισόδια μανίας (Διπολική διαταραχή)ΔόσηΗμέρα 1: 100 mg, Ημέρα 2: 200 mg, Ημέρα 3: 300 mg, Ημέρα 4: 400 mg. Έως Ημέρα 6: τιτλοποίηση έως 800 mgΜέγ. δόση800 mgΠεραιτέρω ρυθμίσεις σε βήματα όχι μεγαλύτερα των 200 mg/ημέρα. Χορηγείται δύο φορές την ημέρα.
-
Ενήλικες - Καταθλιπτικά επεισόδια (Διπολική διαταραχή)ΔόσηΗμέρα 1: 50 mg, Ημέρα 2: 100 mg, Ημέρα 3: 200 mg, Ημέρα 4: 300 mg. Συνιστώμενη δόση: 300 mg.Μέγ. δόση600 mg (μεμονωμένοι ασθενείς)Χορηγείται μία φορά την ημέρα κατά την κατάκλιση. Η έναρξη χορήγησης δόσεων >300mg από ιατρούς με πείρα. Εξέταση μείωσης στα 200mg εάν υπάρχει πρόβλημα ανοχής.
-
Ενήλικες - Πρόληψη υποτροπής (Διπολική διαταραχή)Δόση300-800 mg/ημέραΣυνεχής θεραπεία στην ίδια δόση που ανταποκρίθηκε ο ασθενής. Χορηγείται δύο φορές την ημέρα. Χρήση χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης για συντήρηση.
-
ΗλικιωμένοιΧρήση με προσοχή, ιδιαίτερα στην αρχική δοσολόγηση. Βραδύτερος ρυθμός τιτλοποίησης και χαμηλότερη δόση από νεότερους ασθενείς. Μέση κάθαρση 30-50% χαμηλότερη.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΑρχική: 25 mg/ημέρα. Αυξήσεις 25-50 mg/ημέρα.Χρήση με προσοχή, ιδιαίτερα στην αρχική δοσολόγηση.
block
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
-
Συγχορήγηση αναστολέων του κυτοχρώματος P450 3A4, όπως οι αναστολείς της HIV πρωτεάσης, οι αντιμυκητιασικοί παράγοντες αζόλης, η ερυθρομυκίνη, η κλαριθρομυκίνη και η νεφαζοδόνη.
warning
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας από 10 έως 17 ετών)Το Quetiapine / Actavis δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών λόγω της έλλειψης δεδομένων για την υποστήριξη της χρήσης σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Κλινικές μελέτες της κουετιαπίνης έχουν καταδείξει ότι επιπροσθέτως του γνωστού προφίλ ασφαλείας που έχει ταυτοποιηθεί σε ενήλικες (βλ. Δοσολογία), συγκεκριμένες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν με υψηλότερη συχνότητα σε παιδιά και εφήβους σε σύγκριση με τους ενήλικες (αυξημένη όρεξη, αυξήσεις των επιπέδων προλακτίνης ορού και εξωπυραμιδικά συμπτώματα) και παρατηρήθηκε μία ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν είχε παρατηρηθεί στο παρελθόν σε μελέτες σε ενήλικες (αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης). Έχουν επίσης παρατηρηθεί διαταραχές στα αποτελέσματα των εξετάσεων θυρεοειδούς λειτουργίας σε παιδιά και εφήβους. Επιπροσθέτως, οι μακροχρόνιες επιπτώσεις ασφαλείας της θεραπείας με κουετιαπίνη στην ανάπτυξη και την ωρίμανση δεν έχουν μελετηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 26 εβδομάδων. Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις για τη γνωστική και συμπεριφορική ανάπτυξη δεν είναι γνωστές. Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες σε παιδιά και εφήβους ασθενείς που έλαβαν κουετιαπίνη, η κουετιαπίνη σχετίστηκε με αυξημένη επίπτωση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (EPS) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία για σχιζοφρένεια και διπολική μανία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Αυτοκτονία / αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωσηΗ κατάθλιψη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας (συμβάματα σχετιζόμενα με αυτοκτονία). Αυτός ο κίνδυνος εμμένει έως ότου σημειωθεί σημαντική ύφεση. Καθώς μπορεί να μη σημειωθεί βελτίωση κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων ή περισσότερων εβδομάδων θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά έως την εμφάνιση μίας τέτοιας βελτίωσης. Αποτελεί γενική κλινική πείρα ότι ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί στα αρχικά στάδια της ανάρρωσης. Επιπροσθέτως, οι γιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τον πιθανό κίνδυνο εμφάνισης σχετιζόμενων με αυτοκτονία συμβαμάτων μετά από απότομη διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη λόγω των γνωστών παραγόντων κινδύνου για τη νόσο που αντιμετωπίζεται. Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες συνταγογραφείται η κουετιαπίνη μπορεί επίσης να συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, αυτές οι καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια. Για το λόγο αυτό, οι ίδιες προφυλάξεις που τηρούνται κατά τη θεραπεία ασθενών με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια, πρέπει να τηρούνται και κατά τη θεραπεία ασθενών με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές. Ασθενείς με ιστορικό επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία, ή εκείνοι που παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό ιδεασμό πριν την έναρξη της θεραπείας, είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αποπειρών αυτοκτονίας και γι αυτό πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μία μετα-ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών με αντικαταθλιπτικά φάρμακα σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 25 ετών. Η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να συνδυάζεται με στενή παρακολούθηση των ασθενών και ιδιαίτερα αυτών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δοσολογία. Οι ασθενείς (και εκείνοι που φροντίζουν τους ασθενείς) πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης για οποιαδήποτε κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και ασυνήθιστες αλλαγές στη συμπεριφορά και να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή άμεσα εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα. Σε μικρότερης διάρκειας ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες ασθενών με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική διαταραχή παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης συμβαμάτων σχετιζόμενων με αυτοκτονία σε νεαρούς ενήλικες ασθενείς (ηλικίας μικρότερης των 25 ετών) που ήταν υπό θεραπεία με κουετιαπίνη σε σύγκριση με εκείνους υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο (3,0% έναντι 0%, αντίστοιχα).
-
Εξωπυραμιδικά συμπτώματαΣε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες σε ενήλικες ασθενείς, η κουετιαπίνη σχετίστηκε με αυξημένη εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (EPS) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία για μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε έδαφος διπολικής διαταραχής (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Η χρήση της κουετιαπίνης συσχετίστηκε με την ανάπτυξη ακαθησίας, που χαρακτηρίζεται από μια υποκειμενικά δυσάρεστη ή δυσφορική ανησυχία και ανάγκη για συχνή κίνηση, συνοδευόμενη από αδυναμία του ατόμου να καθίσει ή να σταθεί ακίνητο. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί μέσα στις πρώτες εβδομάδες θεραπείας. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν αυτά τα συμπτώματα, η αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.
-
Όψιμη δυσκινησίαΕάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής της χορήγησης της κουετιαπίνης. Τα συμπτώματα της όψιμης δυσκινησίας μπορούν να επιδεινωθούν ή ακόμη και να προκύψουν μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Υπνηλία και ζάληΗ θεραπεία με κουετιαπίνη έχει σχετιστεί με υπνηλία και σχετιζόμενα συμπτώματα, όπως καταστολή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε κλινικές μελέτες για τη θεραπεία ασθενών με διπολική κατάθλιψη, η εμφάνιση υπνηλίας παρατηρείτο συνήθως εντός των πρώτων 3 ημερών της θεραπείας και ήταν κατά κύριο λόγο ήπιας έως μέτριας βαρύτητας. Οι ασθενείς με διπολική κατάθλιψη που εμφανίζουν υπνηλία βαριάς μορφής μπορεί να χρήζουν συχνότερης επικοινωνίας για ένα μέγιστο χρονικό διάστημα 2 εβδομάδων από την εμφάνιση της υπνηλίας ή έως ότου τα συμπτώματα βελτιωθούν, και μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας. Η θεραπεία με κουετιαπίνη έχει συσχετιστεί με ορθοστατική υπόταση και σχετική ζάλη (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες) τα οποία, όπως και στην περίπτωση της υπνηλίας, έχουν έναρξη συνήθως κατά την αρχική περίοδο τιτλοποίησης της δόσης. Αυτό μπορεί να αυξήσει τα περιστατικά τυχαίων τραυματισμών (πτώσεις), ιδιαίτερα στον ηλικιωμένο πληθυσμό. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται να είναι προσεκτικοί μέχρι να εξοικειωθούν με τις δυνητικές επιδράσεις της φαρμακευτικής αγωγής.
-
ΚαρδιαγγειακόΗ κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, αγγειακή εγκεφαλική νόσο ή άλλες παθήσεις που δημιουργούν προδιάθεση για υπόταση. Η κουετιαπίνη μπορεί να προκαλέσει ορθοστατική υπόταση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου τιτλοποίησης της δόσης και κατά συνέπεια θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή σταδιακής τιτλοποίησης εάν εκδηλωθεί ορθοστατική υπόταση. Θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης ενός θεραπευτικού σχήματος με βραδύτερη τιτλοποίηση σε ασθενείς με υποκείμενη καρδιαγγειακή νόσο.
-
Επιληπτικές κρίσειςΣε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε διαφορά ως προς την επίπτωση επιληπτικών κρίσεων σε ασθενείς που λάμβαναν κουετιαπίνη ή εικονικό φάρμακο. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την επίπτωση των σπασμών σε ασθενείς με ιστορικό διαταραχής σπασμών. Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά, συνιστάται προσοχή κατά την αντιμετώπιση ασθενών με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΤο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο έχει σχετιστεί με την αντιψυχωσική θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της κουετιαπίνης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι κλινικές εκδηλώσεις του περιλαμβάνουν την υπερθερμία, τη διαταραγμένη διανοητική κατάσταση, τη μυϊκή δυσκαμψία, την αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος και την αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση. Σε μία τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση της κουετιαπίνης και να παρέχεται η κατάλληλη ιατρική θεραπεία.
-
Σοβαρή ουδετεροπενίαΣοβαρή ουδετεροπενία (αριθμός ουδετεροφίλων <0,5 X 10^9/l) έχει αναφερθεί, όχι συχνά, σε κλινικές μελέτες της κουετιαπίνης. Οι περισσότερες περιπτώσεις σοβαρής ουδετεροπενίας έχουν προκύψει εντός περίπου ενός ή δύο μηνών από την έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη. Δεν υπήρχε κατά τα φαινόμενα συσχετισμός με τη δόση. Από την πείρα μετά την κυκλοφορία του προϊόντος προκύπτει ότι σημειώθηκε υποχώρηση της λευκοπενίας ή/και της ουδετεροπενίας μετά τη διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη. Πιθανοί παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση ουδετεροπενίας περιλαμβάνουν τον προϋπάρχοντα χαμηλό αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων (WBC) και το ιστορικό φαρμακοεπαγόμενης ουδετεροπενίας. Η χορήγηση της κουετιαπίνης θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με αριθμό ουδετεροφίλων <1,0 X 10^9/l. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση σημείων και συμπτωμάτων λοίμωξης, ενώ θα πρέπει επίσης να παρακολουθείται ο αριθμός των ουδετεροφίλων τους (έως ότου υπερβεί την τιμή 1,5 X 10^9/l). (Βλ. Φαρμακοκινητικές). Η ουδετεροπενία θα πρέπει να εκτιμάται σε ασθενείς οι οποίοι παρουσιάζουν λοίμωξη ή πυρετό και ειδικά στην περίπτωση έλλειψης εμφανών προδιαθεσικών παραγόντων, και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με κατάλληλη κλινική πρακτική.
-
ΑλληλεπιδράσειςΑνατρέξτε επίσης στην Παράγραφο 4.5. Η συγχορήγηση της κουετιαπίνης με έναν ισχυρό επαγωγέα ηπατικών ενζύμων, όπως η καρβαμαζεπίνη ή η φαινυτοΐνη, θα μειώσει σημαντικά τις συγκεντρώσεις της κουετιαπίνης στο πλάσμα, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με κουετιαπίνη. Σε ασθενείς που λαμβάνουν έναν επαγωγέα ηπατικών ενζύμων, η έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη πρέπει να γίνεται μόνο όταν ο γιατρός εκτιμήσει ότι το όφελος της θεραπείας με κουετιαπίνη υπερισχύει του κινδύνου από τη διακοπή του επαγωγέα των ηπατικών ενζύμων. Είναι σημαντικό οποιαδήποτε αλλαγή του επαγωγέα να είναι σταδιακή και, εάν είναι απαραίτητο, να αντικαθίσταται από έναν μη-επαγωγέα (π.χ. βαλπροϊκό νάτριο).
-
Σωματικό βάροςΗ πρόσληψη σωματικού βάρους έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με κουετιαπίνη, και θα πρέπει να παρακολουθείται και να αντιμετωπίζεται όπως ενδείκνυται κλινικά σύμφωνα με τις χρησιμοποιούμενες αντιψυχωσικές κατευθυντήριες οδηγίες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
-
ΥπεργλυκαιμίαΗ υπεργλυκαιμία ή/και η ανάπτυξη ή η παρόξυνση διαβήτη που σχετίζεται ενίοτε με κετοξέωση ή κώμα αναφέρθηκε σπάνια, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων θανατηφόρων περιστατικών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ορισμένες περιπτώσεις, είχε προηγουμένως αναφερθεί αύξηση του σωματικού βάρους, η οποία μπορεί να αποτελεί παράγοντα προδιάθεσης. Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες για τα χρησιμοποιούμενα αντιψυχωσικά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιονδήποτε αντιψυχωσικό παράγοντα, συμπεριλαμβανομένης της κουετιαπίνης, θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και αδυναμία) και οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για τυχόν επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης. Το σωματικό βάρος θα πρέπει επίσης να παρακολουθείται τακτικά.
-
ΛιπίδιαΣε κλινικές μελέτες με κουετιαπίνη παρατηρήθηκε αύξηση των τριγλυκεριδίων, της LDL και της ολικής χοληστερόλης και μειώσεις της HDL χοληστερόλης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η διαχείριση των μεταβολών των λιπιδίων θα πρέπει να γίνεται με την κλινικά κατάλληλη μέθοδο.
-
Μεταβολικός κίνδυνοςΔεδομένων των μεταβολών στο σωματικό βάρος, τα επίπεδα γλυκόζης (βλέπε υπεργλυκαιμία) και τα επίπεδα των λιπιδίων που παρατηρούνται σε κλινικές μελέτες, οι ασθενείς (περιλαμβανομένων εκείνων με φυσιολογικές αρχικές τιμές) μπορεί να εμφανίσουν επιδείνωση του προφίλ μεταβολικού κινδύνου, γεγονός το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ενδείκνυται κλινικά (βλ. επίσης Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Παράταση του διαστήματος QTΣε κλινικές δοκιμές και όταν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος, η κουετιαπίνη δεν συσχετίστηκε με εμμένουσα αύξηση των απόλυτων διαστημάτων QT. Μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, παράταση του διαστήματος QT αναφέρθηκε με την κουετιαπίνη σε θεραπευτικές δόσεις (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) και με υπερδοσολογία (βλ. Υπερδοσολογία). Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της κουετιαπίνης σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT. Επίσης, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της κουετιαπίνης είτε με φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν αύξηση του διαστήματος QT είτε με νευροληπτικά, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού διαστήματος QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΔιακοπήΜετά από απότομη διακοπή λήψης της κουετιαπίνης, παρατηρήθηκαν οξέα συμπτώματα στέρησης όπως αϋπνία, ναυτία, πονοκέφαλος, διάρροια, έμετος, ζάλη και ευερεθιστότητα. Συνιστάται η σταδιακή διακοπή σε διάστημα τουλάχιστον μίας έως δύο εβδομάδων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοιαΗ κουετιαπίνη δεν είναι εγκεκριμένη για τη θεραπεία ψύχωσης σχετιζόμενη με άνοια. Παρατηρήθηκε περίπου τριπλάσια αύξηση του κινδύνου εμφάνισης των αγγειοεγκεφαλικών ανεπιθύμητων ενεργειών σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες στον πληθυσμό με άνοια, με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά. Ο μηχανισμός στον οποίο οφείλεται αυτός ο αυξημένος κίνδυνος δεν είναι γνωστός. Ένας αυξημένος κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί για άλλα αντιψυχωσικά ή άλλους πληθυσμούς ασθενών. Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε μία μετα-ανάλυση άτυπων αντιψυχωσικών, αναφέρθηκε ότι οι ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με εκείνους που λαμβάνουν εικονικό φάρμακο. Ωστόσο, σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες της κουετιαπίνης διάρκειας 10 εβδομάδων στον ίδιο πληθυσμό ασθενών (n=710, μέση ηλικία 83 έτη, εύρος: 56-99 έτη) η επίπτωση θνησιμότητας στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη ήταν 5,5% έναντι 3,2% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Οι ασθενείς σε αυτές τις μελέτες κατέληξαν από διάφορα αίτια που ήταν σύμφωνα με τα αναμενόμενα για αυτόν τον πληθυσμό. Τα δεδομένα αυτά δεν τεκμηριώνουν αιτιολογική σχέση μεταξύ της θεραπείας με κουετιαπίνη και του θανάτου σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια.
-
ΔυσφαγίαΔυσφαγία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) έχει αναφερθεί με τη χρήση κουετιαπίνης. Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο για εισροφητική πνευμονία.
-
Δυσκοιλιότητα και εντερική απόφραξηΗ δυσκοιλιότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εντερική απόφραξη. Δυσκοιλιότητα και εντερική απόφραξη έχουν αναφερθεί με κουετιαπίνη (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Συμπεριλαμβανονται αναφορές θανατηφόρων περιστατικών σε ασθενείς οι οποίοι βρίσκονατι σε μεγαλύτερο κίνδυνο εντερικής απόφραξης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων οι οποίοι λαμβάνουν πολλαπλά συγχορηγούμενα σκευάσματα/φάρμακα τα οποία μειώνουν την κινητικότητα του εντέρου και μπορεί ή δεν μπορεί να αναφερθούν συμπτώματα δυσκοιλοιότητος.
-
Φλεβική θρομβοεμβολή (VTE)Κατά τη χρήση αντιψυχωσικών φαρμάκων έχουν αναφερθεί περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE). Εφόσον οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικά εμφανίζουν συχνά επίκτητους παράγοντες κινδύνου για VTE, θα πρέπει να προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου εμφάνισης VTE πριν από και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κουετιαπίνη και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
-
ΠαγκρεατίτιδαΈχει αναφερθεί παγκρεατίτιδα σε κλινικές μελέτες και κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία. Στις μετεγκριτικές αναφορές, ενώ δεν είχαν όλα τα περιστατικά παράγοντες κινδύνου, πολλοί ασθενείς είχαν παράγοντες οι οποίοι είναι γνωστό ότι σχετίζονται με παγκρεατίτιδα, όπως αυξημένα τριγλυκερίδια (βλ. Λιπίδια), χολολιθίαση και κατανάλωση οινοπνεύματος.
-
Επιπρόσθετες πληροφορίεςΤα δεδομένα για την κουετιαπίνη σε συνδυασμό με divalproex ή λίθιο στα οξέα μέτρια έως σοβαρά επεισόδια μανίας είναι περιορισμένα. Ωστόσο, η συνδυαστική θεραπεία ήταν καλά ανεκτή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Τα δεδομένα κατέδειξαν αθροιστική επίδραση κατά την εβδομάδα 3.
-
ΛακτόζηΤο Quetiapine / Actavis περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνιες κληρονομικές διαταραχές δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη)ΑντένδειξηΑύξηση της AUC της κουετιαπίνης κατά 5-8 φορές.ΣύστασηΑντενδείκνυται η ταυτόχρονη χρήση. Αποφυγή χυμού γκρέιπφρουτ.
-
Επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη)ΠροσοχήΣημαντική αύξηση της κάθαρσης της κουετιαπίνης (καρβαμαζεπίνη: ~13%, φαινυτοΐνη: ~450%). Μείωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα.ΣύστασηΈναρξη θεραπείας με κουετιαπίνη μόνο εάν τα οφέλη υπερισχύουν των κινδύνων. Σταδιακή αλλαγή ή αντικατάσταση του επαγωγέα (π.χ. με βαλπροϊκό νάτριο).
-
Ιμιπραμίνη (CYP 2D6 αναστολέας)ΠαρακολούθησηΚαμία σημαντική μεταβολή της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης.
-
Φλουοξετίνη (CYP 3A4 & CYP 2D6 αναστολέας)ΠαρακολούθησηΚαμία σημαντική μεταβολή της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης.
-
ΠαρακολούθησηΚαμία σημαντική μεταβολή της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης.
-
ΠαρακολούθησηΚαμία σημαντική μεταβολή της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση της κάθαρσης της κουετιαπίνης κατά ~70%.
-
ΠαρακολούθησηΚαμία σημαντική μεταβολή της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης.
-
ΠαρακολούθησηΚαμία σημαντική μεταβολή της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης. Αυξημένη συχνότητα εξωπυραμιδικών εκδηλώσεων, υπνηλία, αύξηση βάρους.
-
Βαλπροϊκό νάτριοΠαρακολούθησηΚαμία κλινικά σχετική μεταβολή της φαρμακοκινητικής. Αυξημένη συχνότητα λευκοπενίας και ουδετεροπενίας σε συνδυασμό σε παιδιά/εφήβους.
-
Κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα και αλκοόλΠροσοχήΑπαιτείται προσοχή λόγω κύριων επιδράσεων στο ΚΝΣ.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχές ή αυξάνουν το διάστημα QTΠροσοχήΑπαιτείται προσοχή.
sick
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Λευκοπενία
- Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
- Αυξημένα ηωσινόφιλα
- Θρομβοκυτταροπενία
- Αναιμία
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Ουδετεροπενία
- Υπερευαισθησία (περιλαμβανομένων δερματικών αλλεργικών αντιδράσεων)
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερπρολακτιναιμία
- μειωμένη ολική Τ
- μειωμένη ελεύθερη Τ
- μειωμένη ολική Τ
- αυξημένη TSH
- Μειωμένη ελεύθερη Τ
- Υποθυρεοειδισμός
- Απρόσφορη έκκριση διουρητικής ορμόνης
- Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων ορού
- Αυξημένη ολική χοληστερόλη (κυρίως LDL χοληστερόλη)
- Μειωμένη HDL χοληστερόλη
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Αυξημένη όρεξη
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος σε υπεργλυκαιμικά επίπεδα
- Υπονατριαιμία
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Μεταβολικό σύνδρομο
- Ανώμαλα όνειρα και εφιάλτες
- Αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονική συμπεριφορά
- Υπνοβασία και σχετικές αντιδράσεις όπως παραμιλητό και σχετιζόμενη με τον ύπνο διαταραχή πρόσληψης τροφής
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
- Δυσαρθρία
- Επιληπτική κρίση
- Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών
- Όψιμη δυσκινησία
- Συγκοπή
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Παρατεταμένο διάστημα QT
- Βραδυκαρδία
- Θολή όραση
- Ορθοστατική υπόταση
- Φλεβική θρομβοεμβολή
- Δύσπνοια
- Ρινίτιδα
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Έμετος
- Δυσφαγία
- Παγκρεατίτιδα
- Εντερική απόφραξη/Ιλεός
- Αυξημένα επίπεδα αλανίνης (ALT)
- Αυξημένα επίπεδα γ-GT
- Αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρασφεράσης στον ορό (AST)
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Ραβδομυόλυση
- Κατακράτηση ούρων
- Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Πριαπισμός
- Γαλακτόρροια
- Οίδημα μαστών
- Διαταραχή εμμηνορρυσίας
- Συμπτώματα στέρησης
- Ήπια εξασθένηση
- Περιφερικό οίδημα
- Ευερεθιστότητα
- Πυρεξία
- Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
- Αυξήσεις της κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος
- Αυξημένη προλατίνη
- Αυξημένη όρεξη
- Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
- Συγκοπή
- Αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης
- Ρινίτιδα
- Έμετος
- Ευερεθιστότητα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνη
-
ΣυχνέςΛευκοπενία
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηωσινόφιλα
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτταροπενία
-
ΣπάνιεςΑναιμία
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμία
-
Άγνωστης συχνότηταςΟυδετεροπενία
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησία (περιλαμβανομένων δερματικών αλλεργικών αντιδράσεων)Ανοσοποιητικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό σύστημα
-
ΣυχνέςΥπερπρολακτιναιμίαΕνδοκρινικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςμειωμένη ολική Τ , μειωμένη ελεύθερη Τ , μειωμένη ολική Τ , αυξημένη TSHΕνδοκρινικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΜειωμένη ελεύθερη ΤΕνδοκρινικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑπρόσφορη έκκριση διουρητικής ορμόνηςΕνδοκρινικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων ορούΜεταβολισμός και θρέψη
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ολική χοληστερόλη (κυρίως LDL χοληστερόλη)Μεταβολισμός και θρέψη
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη HDL χοληστερόληΜεταβολισμός και θρέψη
-
Πολύ συχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΑυξημένη γλυκόζη αίματος σε υπεργλυκαιμικά επίπεδαΜεταβολισμός και θρέψη
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
Όχι συχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣπάνιεςΜεταβολικό σύνδρομοΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΑνώμαλα όνειρα και εφιάλτεςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονική συμπεριφοράΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΥπνοβασία και σχετικές αντιδράσεις όπως παραμιλητό και σχετιζόμενη με τον ύπνο διαταραχή πρόσληψης τροφήςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΕξωπυραμιδικά συμπτώματαΝευρικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΔυσαρθρίαΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΕπιληπτική κρίσηΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο ανήσυχων ποδιώνΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΌψιμη δυσκινησίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΣυγκοπήΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένο διάστημα QTΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΘολή όρασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΦλεβική θρομβοεμβολήΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό, θώρακας, μεσοθωράκιο
-
Μη συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό, θώρακας, μεσοθωράκιο
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΕντερική απόφραξη/ΙλεόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα αλανίνης (ALT)Ήπαρ και χοληφόρα
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα γ-GTΉπαρ και χοληφόρα
-
ΣπάνιεςΑυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρασφεράσης στον ορό (AST)Ήπαρ και χοληφόρα
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ και χοληφόρα
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ και χοληφόρα
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Άγνωστης συχνότηταςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Άγνωστης συχνότηταςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
Όχι ΣυχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφροί και ουροφόρες οδοί
-
Άγνωστης συχνότηταςΣύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνώνΚύηση, λοχεία, περιγεννητική περίοδος
-
Όχι συχνέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΟίδημα μαστώνΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή εμμηνορρυσίαςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Πολύ συχνέςΣυμπτώματα στέρησηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΉπια εξασθένησηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΚακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΑυξήσεις της κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματοςΈρευνες
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη προλατίνηΠαιδιά και έφηβοι - Ενδοκρινικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη όρεξηΠαιδιά και έφηβοι - Μεταβολισμός και θρέψη
-
Πολύ συχνέςΕξωπυραμιδικά συμπτώματαΠαιδιά και έφηβοι - Νευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΠαιδιά και έφηβοι - Νευρικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΑυξήσεις της αρτηριακής πίεσηςΠαιδιά και έφηβοι - Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΠαιδιά και έφηβοι - Αναπνευστικό, θώρακας, μεσοθωράκιο
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΠαιδιά και έφηβοι - Γαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΠαιδιά και έφηβοι - Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της κουετιαπίνης κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης εγκυμοσύνης δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Έως τώρα δεν υπάρχουν ενδείξεις βλαβερής επίδρασης σε δοκιμασίες σε πειραματόζωα, δεν έχουν όμως εξεταστεί οι πιθανές επιδράσεις στα μάτια των εμβρύων. Επομένως, η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων. Μετά από κυήσεις κατά τη διάρκεια των οποίων είχε χρησιμοποιηθεί κουετιαπίνη, παρατηρήθηκαν συμπτώματα στερητικού συνδρόμου στα νεογνά. Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά, περιλαμβανομένης της κουετιαπίνης, κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, υπόκεινται σε κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή συμπτωμάτων στερητικού συνδρόμου, που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά τη γέννηση. Υπάρχουν αναφορές διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής πρόσληψης τροφής. Κατά συνέπεια, τα νεογέννητα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΥπάρχουν δημοσιευμένες αναφορές απέκκρισης της κουετιαπίνης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, ωστόσο ο βαθμός απέκκρισης δεν ήταν σταθερός. Συνεπώς, οι γυναίκες που θηλάζουν θα πρέπει να καθοδηγούνται να αποφεύγουν τον θηλασμό για όσο διάστημα λαμβάνουν κουετιαπίνη.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικά Κωδικός ATC: N 05 AH 04 Μηχανισμός δράσης Η κουετιαπίνη είναι ένας άτυπος αντιψυχωσικός παράγοντας. Η κουετιαπίνη και ο δραστικός μεταβολίτης νορκουετιαπίνη στο ανθρώπινο πλάσμα…
biotech
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική Απορρόφηση Η κουετιαπίνη απορροφάται καλά και μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό μετά από χορήγηση από το στόμα. Η βιοδιαθεσιμότητα της κουετιαπίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη χορήγηση μαζί με τροφή. Η μέγιστη μοριακή συγκέντρωση σε…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Υπάρχουν διαφορετικά δοσολογικά σχήματα για κάθε ένδειξη. Ως εκ τούτου πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι ασθενείς λαμβάνουν σαφείς πληροφορίες σχετικά με την κατάλληλη δοσολογία για τη νόσο τους.
Ενήλικες
-
Για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας Το Quetiapine / Actavis θα πρέπει να χορηγείται δύο φορές την ημέρα. Η συνολική ημερήσια δόση για τις πρώτες 4 ημέρες θεραπείας είναι 50 mg (Ημέρα 1), 100 mg (Ημέρα 2), 200 mg (Ημέρα 3) και 300 mg (Ημέρα 4). Από την Ημέρα 4 και μετά, η δόση θα πρέπει να τιτλοποιείται έως το σύνηθες αποτελεσματικό δοσολογικό εύρος από 300 έως 450 mg κουετιαπίνης ανά ημέρα. Ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανεκτικότητα του κάθε ασθενούς, η δόση μπορεί να ρυθμίζεται εντός του εύρους από 150 έως 750 mg κουετιαπίνης ανά ημέρα.
-
Για τη θεραπεία των μέτριων έως σοβαρών επεισοδίων μανίας που σχετίζονται με διπολική διαταραχή Το Quetiapine / Actavis θα πρέπει να χορηγείται δύο φορές την ημέρα. Η συνολική ημερήσια δόση για τις πρώτες τέσσερις ημέρες θεραπείας είναι 100 mg (Ημέρα 1), 200 mg (Ημέρα 2), 300 mg (Ημέρα 3) και 400 mg (Ημέρα 4). Περαιτέρω ρυθμίσεις της δοσολογίας έως και τα 800 mg κουετιαπίνης ανά ημέρα έως την Ημέρα 6 θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε βήματα όχι μεγαλύτερα των 200 mg ανά ημέρα. Η δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανεκτικότητα του κάθε ασθενούς, εντός του εύρους από 200 έως 800 mg ανά ημέρα. Η συνήθης αποτελεσματική δόση βρίσκεται εντός του εύρους από 400 έως 800 mg ανά ημέρα.
-
Για τη θεραπεία των καταθλιπτικών επεισοδίων στη διπολική διαταραχή Το Quetiapine / Actavis θα πρέπει να χορηγείται μία φορά την ημέρα κατά την κατάκλιση. Η συνολική ημερήσια δόση για τις πρώτες τέσσερις ημέρες θεραπείας είναι 50 mg (Ημέρα 1), 100 mg (Ημέρα 2), 200 mg (Ημέρα 3) και 300 mg (Ημέρα 4). Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 300 mg. Σε κλινικές μελέτες, δεν έχει παρατηρηθεί επιπρόσθετο όφελος στην ομάδα της δόσης 600 mg σε σύγκριση με την ομάδα της δόσης 300 mg (βλ. παράγραφο 5.1). Μεμονωμένοι ασθενείς μπορεί να αποκομίσουν όφελος από μία δόση 600 mg. Η χορήγηση δόσεων υψηλότερων από 300 mg θα πρέπει να ξεκινά από γιατρούς με πείρα στην αντιμετώπιση της διπολικής διαταραχής. Σε μεμονωμένους ασθενείς, στην περίπτωση ύπαρξης ζητημάτων ανοχής, οι κλινικές μελέτες έχουν υποδείξει ότι θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης στο κατώτατο επίπεδο των 200 mg.
-
Για την πρόληψη της υποτροπής στη διπολική διαταραχή Για την πρόληψη της υποτροπής των επεισοδίων μανίας, κατάθλιψης ή των μικτών επεισοδίων στη διπολική διαταραχή, οι ασθενείς που έχουν ανταποκριθεί στην κουετιαπίνη για την οξεία θεραπεία της διπολικής διαταραχής θα πρέπει να συνεχίζουν τη θεραπεία στην ίδια δόση. Η δόση μπορεί να ρυθμίζεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανεκτικότητα του κάθε ασθενούς, εντός του εύρους από 300 έως 800 mg/ημέρα, με τη χορήγηση να πραγματοποιείται δύο φορές την ημέρα. Είναι σημαντικό να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για θεραπεία συντήρησης.
Ηλικιωμένοι
Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά και αντικαταθλιπτικά, η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στους ηλικιωμένους, ιδιαίτερα κατά την αρχική περίοδο δοσολόγησης. Ο ρυθμός τιτλοποίησης της κουετιαπίνης μπορεί να χρειαστεί να είναι βραδύτερος και η ημερήσια θεραπευτική δόση χαμηλότερη από εκείνη που χρησιμοποιείται για τους νεότερους ασθενείς, ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανοχή κάθε ασθενούς. Η μέση κάθαρση της κουετιαπίνης στο πλάσμα ηλικιωμένων ασθενών παρουσίασε μείωση κατά 30% έως 50% σε ηλικιωμένους ασθενείς συγκρινόμενη με αυτή των νεότερων ασθενών. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχουν αξιολογηθεί σε ασθενείς άνω των 65 ετών με επεισόδια κατάθλιψης στο πλαίσιο της διπολικής διαταραχής.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Quetiapine / Actavis δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών λόγω της έλλειψης δεδομένων για την υποστήριξη της χρήσης σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Τα διαθέσιμα στοιχεία από ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες της κουετιαπίνης παρουσιάζονται στις παραγράφους 4.4, 4.8, 5.1 και 5.2.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται κάποια ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η κουετιαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ. Συνεπώς, η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή ηπατική δυσλειτουργία, ιδιαίτερα κατά την αρχική περίοδο δοσολόγησης. Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να λαμβάνουν αρχική δόση 25 mg ανά ημέρα. Η δόση μπορεί να αυξάνεται με προσαυξήσεις των 25-50 mg/ημέρα μέχρι την επίτευξη της αποτελεσματικής δόσης, ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανοχή κάθε ασθενούς.
Τρόπος χορήγησης
Το Quetiapine / Actavis μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή.
block
Αντενδείξεις
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Επειδή η κουετιαπίνη έχει αρκετές ενδείξεις, το προφίλ ασφάλειας πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με τη διάγνωση κάθε ασθενούς και τη δόση που χορηγείται.
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας από 10 έως 17 ετών)
Το Quetiapine / Actavis δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών λόγω της έλλειψης δεδομένων για την υποστήριξη της χρήσης σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Κλινικές μελέτες της κουετιαπίνης έχουν καταδείξει ότι επιπροσθέτως του γνωστού προφίλ ασφαλείας που έχει ταυτοποιηθεί σε ενήλικες (βλ. παράγραφο 4.8), συγκεκριμένες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν με υψηλότερη συχνότητα σε παιδιά και εφήβους σε σύγκριση με τους ενήλικες (αυξημένη όρεξη, αυξήσεις των επιπέδων προλακτίνης ορού και εξωπυραμιδικά συμπτώματα) και παρατηρήθηκε μία ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν είχε παρατηρηθεί στο παρελθόν σε μελέτες σε ενήλικες (αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης). Έχουν επίσης παρατηρηθεί διαταραχές στα αποτελέσματα των εξετάσεων θυρεοειδούς λειτουργίας σε παιδιά και εφήβους. Επιπροσθέτως, οι μακροχρόνιες επιπτώσεις ασφαλείας της θεραπείας με κουετιαπίνη στην ανάπτυξη και την ωρίμανση δεν έχουν μελετηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 26 εβδομάδων. Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις για τη γνωστική και συμπεριφορική ανάπτυξη δεν είναι γνωστές. Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες σε παιδιά και εφήβους ασθενείς που έλαβαν κουετιαπίνη, η κουετιαπίνη σχετίστηκε με αυξημένη επίπτωση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (EPS) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία για σχιζοφρένεια και διπολική μανία (βλ. παράγραφο 4.8).
Αυτοκτονία / αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωση
Η κατάθλιψη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας (συμβάματα σχετιζόμενα με αυτοκτονία). Αυτός ο κίνδυνος εμμένει έως ότου σημειωθεί σημαντική ύφεση. Καθώς μπορεί να μη σημειωθεί βελτίωση κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων ή περισσότερων εβδομάδων θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά έως την εμφάνιση μίας τέτοιας βελτίωσης. Αποτελεί γενική κλινική πείρα ότι ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί στα αρχικά στάδια της ανάρρωσης. Επιπροσθέτως, οι γιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τον πιθανό κίνδυνο εμφάνισης σχετιζόμενων με αυτοκτονία συμβαμάτων μετά από απότομη διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη λόγω των γνωστών παραγόντων κινδύνου για τη νόσο που αντιμετωπίζεται. Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες συνταγογραφείται η κουετιαπίνη μπορεί επίσης να συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, αυτές οι καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια. Για το λόγο αυτό, οι ίδιες προφυλάξεις που τηρούνται κατά τη θεραπεία ασθενών με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια, πρέπει να τηρούνται και κατά τη θεραπεία ασθενών με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές. Ασθενείς με ιστορικό επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία, ή εκείνοι που παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό ιδεασμό πριν την έναρξη της θεραπείας, είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αποπειρών αυτοκτονίας και γι αυτό πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μία μετα-ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών με αντικαταθλιπτικά φάρμακα σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 25 ετών. Η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να συνδυάζεται με στενή παρακολούθηση των ασθενών και ιδιαίτερα αυτών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δοσολογία. Οι ασθενείς (και εκείνοι που φροντίζουν τους ασθενείς) πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης για οποιαδήποτε κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και ασυνήθιστες αλλαγές στη συμπεριφορά και να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή άμεσα εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα. Σε μικρότερης διάρκειας ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες ασθενών με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική διαταραχή παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης συμβαμάτων σχετιζόμενων με αυτοκτονία σε νεαρούς ενήλικες ασθενείς (ηλικίας μικρότερης των 25 ετών) που ήταν υπό θεραπεία με κουετιαπίνη σε σύγκριση με εκείνους υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο (3,0% έναντι 0%, αντίστοιχα).
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες σε ενήλικες ασθενείς, η κουετιαπίνη σχετίστηκε με αυξημένη εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (EPS) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία για μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε έδαφος διπολικής διαταραχής (βλ. παράγραφο 4.8 και 5.1). Η χρήση της κουετιαπίνης συσχετίστηκε με την ανάπτυξη ακαθησίας, που χαρακτηρίζεται από μια υποκειμενικά δυσάρεστη ή δυσφορική ανησυχία και ανάγκη για συχνή κίνηση, συνοδευόμενη από αδυναμία του ατόμου να καθίσει ή να σταθεί ακίνητο. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί μέσα στις πρώτες εβδομάδες θεραπείας. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν αυτά τα συμπτώματα, η αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.
Όψιμη δυσκινησία
Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής της χορήγησης της κουετιαπίνης. Τα συμπτώματα της όψιμης δυσκινησίας μπορούν να επιδεινωθούν ή ακόμη και να προκύψουν μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).
Υπνηλία και ζάλη
Η θεραπεία με κουετιαπίνη έχει σχετιστεί με υπνηλία και σχετιζόμενα συμπτώματα, όπως καταστολή (βλ. παράγραφο 4.8). Σε κλινικές μελέτες για τη θεραπεία ασθενών με διπολική κατάθλιψη, η εμφάνιση υπνηλίας παρατηρείτο συνήθως εντός των πρώτων 3 ημερών της θεραπείας και ήταν κατά κύριο λόγο ήπιας έως μέτριας βαρύτητας. Οι ασθενείς με διπολική κατάθλιψη που εμφανίζουν υπνηλία βαριάς μορφής μπορεί να χρήζουν συχνότερης επικοινωνίας για ένα μέγιστο χρονικό διάστημα 2 εβδομάδων από την εμφάνιση της υπνηλίας ή έως ότου τα συμπτώματα βελτιωθούν, και μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας. Η θεραπεία με κουετιαπίνη έχει συσχετιστεί με ορθοστατική υπόταση και σχετική ζάλη (βλέπε παράγραφο 4.8) τα οποία, όπως και στην περίπτωση της υπνηλίας, έχουν έναρξη συνήθως κατά την αρχική περίοδο τιτλοποίησης της δόσης. Αυτό μπορεί να αυξήσει τα περιστατικά τυχαίων τραυματισμών (πτώσεις), ιδιαίτερα στον ηλικιωμένο πληθυσμό. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται να είναι προσεκτικοί μέχρι να εξοικειωθούν με τις δυνητικές επιδράσεις της φαρμακευτικής αγωγής.
Καρδιαγγειακό
Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, αγγειακή εγκεφαλική νόσο ή άλλες παθήσεις που δημιουργούν προδιάθεση για υπόταση. Η κουετιαπίνη μπορεί να προκαλέσει ορθοστατική υπόταση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου τιτλοποίησης της δόσης και κατά συνέπεια θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή σταδιακής τιτλοποίησης εάν εκδηλωθεί ορθοστατική υπόταση. Θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης ενός θεραπευτικού σχήματος με βραδύτερη τιτλοποίηση σε ασθενείς με υποκείμενη καρδιαγγειακή νόσο.
Επιληπτικές κρίσεις
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε διαφορά ως προς την επίπτωση επιληπτικών κρίσεων σε ασθενείς που λάμβαναν κουετιαπίνη ή εικονικό φάρμακο. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την επίπτωση των σπασμών σε ασθενείς με ιστορικό διαταραχής σπασμών. Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά, συνιστάται προσοχή κατά την αντιμετώπιση ασθενών με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων (βλ. παράγραφο 4.8).
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
Το κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο έχει σχετιστεί με την αντιψυχωσική θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της κουετιαπίνης (βλ. παράγραφο 4.8). Οι κλινικές εκδηλώσεις του περιλαμβάνουν την υπερθερμία, τη διαταραγμένη διανοητική κατάσταση, τη μυϊκή δυσκαμψία, την αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος και την αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση. Σε μία τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση της κουετιαπίνης και να παρέχεται η κατάλληλη ιατρική θεραπεία.
Σοβαρή ουδετεροπενία
Σοβαρή ουδετεροπενία (αριθμός ουδετεροφίλων <0,5 X 10 /l) έχει αναφερθεί, όχι συχνά, σε κλινικές μελέτες της κουετιαπίνης. Οι περισσότερες περιπτώσεις σοβαρής ουδετεροπενίας έχουν προκύψει εντός περίπου ενός ή δύο μηνών από την έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη. Δεν υπήρχε κατά τα φαινόμενα συσχετισμός με τη δόση. Από την πείρα μετά την κυκλοφορία του προϊόντος προκύπτει ότι σημειώθηκε υποχώρηση της λευκοπενίας ή/και της ουδετεροπενίας μετά τη διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη. Pιθανοί παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση ουδετεροπενίας περιλαμβάνουν τον προϋπάρχοντα χαμηλό αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων (WBC) και το ιστορικό φαρμακοεπαγόμενης ουδετεροπενίας. Η χορήγηση της κουετιαπίνης θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με αριθμό ουδετεροφίλων <1,0 X 10 /l. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση σημείων και συμπτωμάτων λοίμωξης, ενώ θα πρέπει επίσης να παρακολουθείται ο αριθμός των ουδετεροφίλων τους (έως ότου υπερβεί την τιμή 1,5 X 10 /l). (Βλ. παράγραφο 5.1). Η ουδετεροπενία θα πρέπει να εκτιμάται σε ασθενείς οι οποίοι παρουσιάζουν λοίμωξη ή πυρετό και ειδικά στην περίπτωση έλλειψης εμφανών προδιαθεσικών παραγόντων, και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με κατάλληλη κλινική πρακτική.
Αλληλεπιδράσεις
Ανατρέξτε επίσης στην Παράγραφο 4.5. Η συγχορήγηση της κουετιαπίνης με έναν ισχυρό επαγωγέα ηπατικών ενζύμων, όπως η καρβαμαζεπίνη ή η φαινυτοΐνη, θα μειώσει σημαντικά τις συγκεντρώσεις της κουετιαπίνης στο πλάσμα, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με κουετιαπίνη. Σε ασθενείς που λαμβάνουν έναν επαγωγέα ηπατικών ενζύμων, η έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη πρέπει να γίνεται μόνο όταν ο γιατρός εκτιμήσει ότι το όφελος της θεραπείας με κουετιαπίνη υπερισχύει του κινδύνου από τη διακοπή του επαγωγέα των ηπατικών ενζύμων. Είναι σημαντικό οποιαδήποτε αλλαγή του επαγωγέα να είναι σταδιακή και, εάν είναι απαραίτητο, να αντικαθίσταται από έναν μη-επαγωγέα (π.χ. βαλπροϊκό νάτριο).
Σωματικό βάρος
Η πρόσληψη σωματικού βάρους έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με κουετιαπίνη, και θα πρέπει να παρακολουθείται και να αντιμετωπίζεται όπως ενδείκνυται κλινικά σύμφωνα με τις χρησιμοποιούμενες αντιψυχωσικές κατευθυντήριες οδηγίες (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1).
Υπεργλυκαιμία
Η υπεργλυκαιμία ή/και η ανάπτυξη ή η παρόξυνση διαβήτη που σχετίζεται ενίοτε με κετοξέωση ή κώμα αναφέρθηκε σπάνια, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων θανατηφόρων περιστατικών (βλ. παράγραφο 4.8). Σε ορισμένες περιπτώσεις, είχε προηγουμένως αναφερθεί αύξηση του σωματικού βάρους, η οποία μπορεί να αποτελεί παράγοντα προδιάθεσης. Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες για τα χρησιμοποιούμενα αντιψυχωσικά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιονδήποτε αντιψυχωσικό παράγοντα, συμπεριλαμβανομένης της κουετιαπίνης, θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και αδυναμία) και οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για τυχόν επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης. Το σωματικό βάρος θα πρέπει επίσης να παρακολουθείται τακτικά.
Λιπίδια
Σε κλινικές μελέτες με κουετιαπίνη παρατηρήθηκε αύξηση των τριγλυκεριδίων, της LDL και της ολικής χοληστερόλης και μειώσεις της HDL χοληστερόλης (βλ. παράγραφο 4.8). Η διαχείριση των μεταβολών των λιπιδίων θα πρέπει να γίνεται με την κλινικά κατάλληλη μέθοδο.
Μεταβολικός κίνδυνος
Δεδομένων των μεταβολών στο σωματικό βάρος, τα επίπεδα γλυκόζης (βλέπε υπεργλυκαιμία) και τα επίπεδα των λιπιδίων που παρατηρούνται σε κλινικές μελέτες, οι ασθενείς (περιλαμβανομένων εκείνων με φυσιολογικές αρχικές τιμές) μπορεί να εμφανίσουν επιδείνωση του προφίλ μεταβολικού κινδύνου, γεγονός το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ενδείκνυται κλινικά (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).
Παράταση του διαστήματος QT
Σε κλινικές δοκιμές και όταν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος, η κουετιαπίνη δεν συσχετίστηκε με εμμένουσα αύξηση των απόλυτων διαστημάτων QT. Μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, παράταση του διαστήματος QT αναφέρθηκε με την κουετιαπίνη σε θεραπευτικές δόσεις (βλ. παράγραφο 4.8) και με υπερδοσολογία (βλ. παράγραφο 4.9). Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της κουετιαπίνης σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT. Επίσης, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της κουετιαπίνης είτε με φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν αύξηση του διαστήματος QT είτε με νευροληπτικά, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού διαστήματος QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία (βλ. παράγραφο 4.5).
Διακοπή
Μετά από απότομη διακοπή λήψης της κουετιαπίνης, παρατηρήθηκαν οξέα συμπτώματα στέρησης όπως αϋπνία, ναυτία, πονοκέφαλος, διάρροια, έμετος, ζάλη και ευερεθιστότητα. Συνιστάται η σταδιακή διακοπή σε διάστημα τουλάχιστον μίας έως δύο εβδομάδων (βλ. παράγραφο 4.8).
Ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια
Η κουετιαπίνη δεν είναι εγκεκριμένη για τη θεραπεία ψύχωσης σχετιζόμενη με άνοια. Παρατηρήθηκε περίπου τριπλάσια αύξηση του κινδύνου εμφάνισης των αγγειοεγκεφαλικών ανεπιθύμητων ενεργειών σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες στον πληθυσμό με άνοια, με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά. Ο μηχανισμός στον οποίο οφείλεται αυτός ο αυξημένος κίνδυνος δεν είναι γνωστός. Ένας αυξημένος κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί για άλλα αντιψυχωσικά ή άλλους πληθυσμούς ασθενών. Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε μία μετα-ανάλυση άτυπων αντιψυχωσικών, αναφέρθηκε ότι οι ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με εκείνους που λαμβάνουν εικονικό φάρμακο. Ωστόσο, σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες της κουετιαπίνης διάρκειας 10 εβδομάδων στον ίδιο πληθυσμό ασθενών (n=710, μέση ηλικία 83 έτη, εύρος: 56-99 έτη) η επίπτωση θνησιμότητας στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη ήταν 5,5% έναντι 3,2% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Οι ασθενείς σε αυτές τις μελέτες κατέληξαν από διάφορα αίτια που ήταν σύμφωνα με τα αναμενόμενα για αυτόν τον πληθυσμό. Τα δεδομένα αυτά δεν τεκμηριώνουν αιτιολογική σχέση μεταξύ της θεραπείας με κουετιαπίνη και του θανάτου σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια.
Δυσφαγία
Δυσφαγία (βλ. παράγραφο 4.8) έχει αναφερθεί με τη χρήση κουετιαπίνης. Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο για εισροφητική πνευμονία.
Δυσκοιλιότητα και εντερική απόφραξη
Η δυσκοιλιότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εντερική απόφραξη. Δυσκοιλιότητα και εντερική απόφραξη έχουν αναφερθεί με κουετιαπίνη (βλέπε παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Συμπεριλαμβανονται αναφορές θανατηφόρων περιστατικών σε ασθενείς οι οποίοι βρίσκονατι σε μεγαλύτερο κίνδυνο εντερικής απόφραξης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων οι οποίοι λαμβάνουν πολλαπλά συγχορηγούμενα σκευάσματα/φάρμακα τα οποία μειώνουν την κινητικότητα του εντέρου και μπορεί ή δεν μπορεί να αναφερθούν συμπτώματα δυσκοιλοιότητος.
Φλεβική θρομβοεμβολή (VTE)
Κατά τη χρήση αντιψυχωσικών φαρμάκων έχουν αναφερθεί περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE). Εφόσον οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικά εμφανίζουν συχνά επίκτητους παράγοντες κινδύνου για VTE, θα πρέπει να προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου εμφάνισης VTE πριν από και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κουετιαπίνη και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
Παγκρεατίτιδα
Έχει αναφερθεί παγκρεατίτιδα σε κλινικές μελέτες και κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία. Στις μετεγκριτικές αναφορές, ενώ δεν είχαν όλα τα περιστατικά παράγοντες κινδύνου, πολλοί ασθενείς είχαν παράγοντες οι οποίοι είναι γνωστό ότι σχετίζονται με παγκρεατίτιδα, όπως αυξημένα τριγλυκερίδια (βλ. παράγραφο 4.4 Λιπίδια), χολολιθίαση και κατανάλωση οινοπνεύματος.
Επιπρόσθετες πληροφορίες
Τα δεδομένα για την κουετιαπίνη σε συνδυασμό με divalproex ή λίθιο στα οξέα μέτρια έως σοβαρά επεισόδια μανίας είναι περιορισμένα. Ωστόσο, η συνδυαστική θεραπεία ήταν καλά ανεκτή (βλ. παράγραφο 4.8 και 5.1). Τα δεδομένα κατέδειξαν αθροιστική επίδραση κατά την εβδομάδα 3.
Λακτόζη
Το Quetiapine / Actavis περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνιες κληρονομικές διαταραχές δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Με δεδομένες τις κύριες επιδράσεις της κουετιαπίνης στο κεντρικό νευρικό σύστημα, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με άλλα κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα και αλκοόλ.
Το κυτόχρωμα P450 (CYP) 3A4 είναι το ένζυμο που είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνο για τον μεσολαβούμενο από το κυτόχρωμα P450 μεταβολισμό της κουετιαπίνης. Σε μία μελέτη αλληλεπίδρασης σε υγιείς εθελοντές, η ταυτόχρονη χορήγηση κουετιαπίνης (δοσολογία 25 mg) με κετοκοναζόλη, ένας αναστολέας του CYP3A4, προκάλεσε μία αύξηση κατά 5 έως 8 φορές της AUC της κουετιαπίνης. Με βάση αυτό, η ταυτόχρονη χρήση της κουετιαπίνης με αναστολείς του CYP3A4 αντενδείκνυται. Δεν συνιστάται επίσης η κατανάλωση χυμού γκρέιπφρουτ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κουετιαπίνη.
Σε μία μελέτη πολλαπλών δόσεων σε ασθενείς για την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης χορηγούμενης πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με καρβαμαζεπίνη (ένας γνωστός επαγωγέας των ηπατικών ενζύμων), η συγχορήγηση με καρβαμαζεπίνη αύξησε σημαντικά την κάθαρση της κουετιαπίνης. Αυτή η αύξηση της κάθαρσης μείωσε τη συστηματική έκθεση στην κουετιαπίνη (όπως μετρήθηκε από την AUC) σε ένα μέσο όρο 13% της έκθεσης κατά τη διάρκεια της χορήγησης μόνο κουετιαπίνης, αν και μία μεγαλύτερη επίδραση παρατηρήθηκε σε ορισμένους ασθενείς. Ως συνέπεια αυτής της αλληλεπίδρασης μπορούν να προκύψουν χαμηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με κουετιαπίνη.
Η συγχορήγηση κουετιαπίνης και φαινυτοΐνης (ενός άλλου μικροσωματικού επαγωγέα ενζύμων) προκάλεσε πολύ αυξημένη κάθαρση της κουετιαπίνης κατά περίπου 450%. Σε ασθενείς που λαμβάνουν έναν επαγωγέα ηπατικών ενζύμων, η έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη θα πρέπει να γίνεται μόνο εάν ο γιατρός θεωρεί ότι τα οφέλη της κουετιαπίνης υπερισχύουν των κινδύνων διακοπής της απόσυρσης του επαγωγέα ηπατικών ενζύμων. Είναι σημαντικό οποιαδήποτε αλλαγή στον επαγωγέα να είναι σταδιακή και, εάν είναι απαραίτητο, να αντικαθίσταται από έναν μη επαγωγικό παράγοντα (π.χ. βαλπροϊκό νάτριο) (βλ. παράγραφο 4.4).
Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά εξαιτίας συγχορήγησης των αντικαταθλιπτικών ιμιπραμίνη (ένας γνωστός αναστολέας του CYP 2D6) ή φλουοξετίνη (ένας γνωστός αναστολέας του CYP 3A4 και του CYP 2D6).
Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά εξαιτίας συγχορήγησης των αντιψυχωσικών ρισπεριδόνη ή αλοπεριδόλη. Η ταυτόχρονη χορήγηση κουετιαπίνης και θειοριδαζίνης προκάλεσε αύξηση της κάθαρσης της κουετιαπίνης κατά περίπου 70%.
Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε μετά τη συγχορήγηση με σιμετιδίνη.
Η φαρμακοκινητική του λιθίου δεν μεταβλήθηκε κατά τη συγχορήγηση με κουετιαπίνη.
Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας 6-εβδομάδων, χορηγήθηκαν λίθιο και δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης κουετιαπίνης, έναντι του εικονικού σε ενήλικες ασθενείς με οξεία μανία, με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών σχετικών εκδηλώσεων (ιδιαίτερα τον τρόμο), υπνηλία, καθώς και αύξηση του σωματικού βάρους, παρατηρήθηκαν στην λιθίου add-on ομάδα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο add-on ομάδα (βλέπε παράγραφο 5.1).
Η φαρμακοκινητική του βαλπροϊκού νατρίου και της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκαν σε κλινικά σχετικό βαθμό κατά τη συγχορήγησή τους. Μία αναδρομική μελέτη σε παιδιά και εφήβους που έλαβαν βαλπροϊκό, κουετιαπίνη ή και τα δύο, βρήκε υψηλότερη συχνότητα λευκοπενίας και ουδετεροπενίας στο συνδυασμό σε σχέση με τις ομάδες μονοθεραπείας.
Δεν διατίθενται επίσημες μελέτες αλληλεπιδράσεων με ευρέως χρησιμοποιούμενα καρδιαγγειακά φαρμακευτικά προϊόντα.
Συνιστάται προσοχή όταν η κουετιαπίνη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχές ή ότι αυξάνουν το διάστημα QT.
Έχουν υπάρξει αναφορές ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων σε ενζυμικές ανοσοαναλύσεις για μεθαδόνη και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά σε ασθενείς που έχουν λάβει κουετιαπίνη. Συνιστάται επιβεβαίωση των αμφισβητούμενων αποτελεσμάτων ελέγχου μέσω ανοσοανάλυσης μέσω μίας κατάλληλης χρωματογραφικής τεχνικής.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων (ΑΕΦ) με κουετιαπίνη (10%) είναι υπνηλία, ζάλη, κεφαλαλγία, ξηροστομία, συμπτώματα απόσυρσης (διακοπής), αυξήσεις στα επίπεδα των τριγλυκεριδίων στον ορό, αυξήσεις στην ολική χοληστερόλη (κυρίως της LDL χοληστερόλης), μειώση της HDL χοληστερόλης, αύξηση βάρους, εξωπυραμιδικά συμπτώματα και μειωμένη αιμοσφαιρίνη.
Οι επιπτώσεις των ADR που σχετίζονται με τη θεραπεία κουετιαπίνης αναφέρονται στον πίνακα που ακολουθεί, σύμφωνα με το υπόδειγμα που συστήνεται από το Συμβούλιο Διεθνών Oργανισμών Iατρικών Eπιστημών (CIOMS III Working Group 1995).
Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων συμβάντων κατατάσσονται ως ακολούθως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), άγνωστης συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί η συχνότητα από τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Συχνές: Λευκοπενία
- Όχι συχνές: μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων, αυξημένα ηωσινόφιλα
- Σπάνιες: Θρομβοκυτταροπενία, αναιμία, μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Πολύ σπάνιες: Ακοκκιοκυτταραιμία
- Άγνωστης συχνότητας: Ουδετεροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Όχι συχνές: Υπερευαισθησία (περιλαμβανομένων δερματικών αλλεργικών αντιδράσεων)
- Πολύ σπάνιες: Αναφυλακτική αντίδραση
Ενδοκρινικές διαταραχές
- Συχνές: Υπερπρολακτιναιμία
- Όχι συχνές: μειωμένη ολική Τ , μειωμένη ελεύθερη Τ , μειωμένη ολική Τ , αυξημένη TSH
- Σπάνιες: Μειωμένη ελεύθερη Τ , υποθυρεοειδισμός
- Πολύ σπάνιες: Απρόσφορη έκκριση διουρητικής ορμόνης
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Πολύ συχνές: Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων ορού, αυξημένη ολική χοληστερόλη (κυρίως LDL χοληστερόλη), μειωμένη HDL χοληστερόλη, αύξηση σωματικού βάρους
- Συχνές: Αυξημένη όρεξη, αυξημένη γλυκόζη αίματος σε υπεργλυκαιμικά επίπεδα
- Όχι συχνές: Υπονατριαιμία, σακχαρώδης διαβήτης
- Σπάνιες: Μεταβολικό σύνδρομο
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Συχνές: Ανώμαλα όνειρα και εφιάλτες
- Σπάνιες: αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονική συμπεριφορά, Υπνοβασία και σχετικές αντιδράσεις όπως παραμιλητό και σχετιζόμενη με τον ύπνο διαταραχή πρόσληψης τροφής
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Ζάλη, υπνηλία, κεφαλαλγία
- Συχνές: Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
- Όχι συχνές: Δυσαρθρία
- Σπάνιες: Επιληπτική κρίση, σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, όψιμη δυσκινησία
- Πολύ σπάνιες: Συγκοπή
Καρδιακές διαταραχές
- Συχνές: Ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών
- Όχι συχνές: Παρατεταμένο διάστημα QT
- Πολύ σπάνιες: Βραδυκαρδία
Οφθαλμικές διαταραχές
- Συχνές: Θολή όραση
Αγγειακές διαταραχές
- Συχνές: Ορθοστατική υπόταση
- Σπάνιες: Φλεβική θρομβοεμβολή
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
- Συχνές: Δύσπνοια
- Μη συχνές: Ρινίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Πολύ συχνές: Ξηροστομία
- Συχνές: Δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, έμετος
- Όχι συχνές: Δυσφαγία
- Σπάνιες: Παγκρεατίτιδα
- Πολύ σπάνιες: Εντερική απόφραξη/Ιλεός
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Συχνές: Αυξημένα επίπεδα αλανίνης (ALT), αυξημένα επίπεδα γ-GT
- Σπάνιες: Αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρασφεράσης στον ορό (AST), Ίκτερος, ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Πολύ σπάνιες: Αγγειοοίδημα, σύνδρομο Stevens-Johnson
- Άγνωστης συχνότητας: Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, Πολύμορφο ερύθημα
Μυοσκελετικές διαταραχές και διαταραχές του συνδετικού ιστού
- Πολύ σπάνιες: Ραβδομυόλυση
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Όχι Συχνές: Κατακράτηση ούρων
Καταστάσεις της κύησης, της λοχίας και της περιγεννητικής περιόδου
- Άγνωστης συχνότητας: Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Όχι συχνές: Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Σπάνιες: Πριαπισμός, γαλακτόρροια, οίδημα μαστών, διαταραχή εμμηνορρυσίας
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Πολύ συχνές: Συμπτώματα στέρησης
- Συχνές: Ήπια εξασθένηση, περιφερικό οίδημα, ευερεθιστότητα, πυρεξία
- Σπάνιες: Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
Έρευνες
- Σπάνιες: Αυξήσεις της κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 10 έως 17 ετών)
Οι ίδιες ADR που περιγράφονται πιο πάνω για τους ενήλικες θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν και για τα παιδιά και τους εφήβους. Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τις ADR που εμφανίζονται σε μία κατηγορία υψηλότερης συχνότητας σε παιδιά και εφήβους ασθενείς (ηλικίας 10-17 ετών) από ό,τι στον ενήλικο πληθυσμό ή τις ADR που δεν έχουν ταυτοποιηθεί στον ενήλικο πληθυσμό.
Πίνακας 2 ΑΕ σε παιδιά και έφηβους που σχετίζονται με τη θεραπεία με κουετιαπίνη οι οποίες συμβαίνουν σε υψηλότερη συχνότητα από αυτή των ενηλίκων ή δεν αναγνωρίζονται στον πληθυσμό των ενηλίκων.
-
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Πολύ συχνές: Αυξημένη προλατίνη
-
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Πολύ συχνές: Αυξημένη όρεξη
-
Διαταραχές του Νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Εξωπυραμιδικά συμπτώματα Συχνές: Συγκοπή
-
Αγγειακές διαταραχές Πολύ συχνές: Αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης
-
Αναπνευστικές, θωρακικές και μεσοθωρακικές διαταραχές Συχνές: Ρινίτιδα
-
Γαστρεντερικές διαταραχές Πολύ συχνές: Έμετος
-
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές: Ευερεθιστότητα
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της κουετιαπίνης κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης εγκυμοσύνης δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Έως τώρα δεν υπάρχουν ενδείξεις βλαβερής επίδρασης σε δοκιμασίες σε πειραματόζωα, δεν έχουν όμως εξεταστεί οι πιθανές επιδράσεις στα μάτια των εμβρύων. Επομένως, η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων. Μετά από κυήσεις κατά τη διάρκεια των οποίων είχε χρησιμοποιηθεί κουετιαπίνη, παρατηρήθηκαν συμπτώματα στερητικού συνδρόμου στα νεογνά. Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά, περιλαμβανομένης της κουετιαπίνης, κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, υπόκεινται σε κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή συμπτωμάτων στερητικού συνδρόμου, που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά τη γέννηση. Υπάρχουν αναφορές διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής πρόσληψης τροφής. Κατά συνέπεια, τα νεογέννητα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Θηλασμός
Υπάρχουν δημοσιευμένες αναφορές απέκκρισης της κουετιαπίνης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, ωστόσο ο βαθμός απέκκρισης δεν ήταν σταθερός. Συνεπώς, οι γυναίκες που θηλάζουν θα πρέπει να καθοδηγούνται να αποφεύγουν τον θηλασμό για όσο διάστημα λαμβάνουν κουετιαπίνη.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικά Κωδικός ATC: N 05 AH 04
Μηχανισμός δράσης
Η κουετιαπίνη είναι ένας άτυπος αντιψυχωσικός παράγοντας. Η κουετιαπίνη και ο δραστικός μεταβολίτης νορκουετιαπίνη στο ανθρώπινο πλάσμα αλληλεπιδρούν με ένα μεγάλο εύρος υποδοχέων νευροδιαβιβαστών. Η κουετιαπίνη και η νορκουετιαπίνη εμφανίζουν συγγένεια με τους υποδοχείς σεροτονίνης (5HT ) και ντοπαμίνης D και D στον εγκέφαλο. Είναι ο συγκεκριμένος συνδυασμός ανταγωνισμού υποδοχέων με μία υψηλότερη εκλεκτικότητα για τους 5HT υποδοχείς σε σχέση με τους υποδοχείς ντοπαμίνης D που θεωρείται ότι συμβάλλει στις κλινικές αντιψυχωσικές ιδιότητες και τις λίγες εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες (EPS) που αποδίδονται στην κουετιαπίνη σε σύγκριση με τα τυπικά αντιψυχωσικά. Επιπροσθέτως, η νορκουετιαπίνη έχει υψηλή συγγένεια με τον µεταφορέα της νορεπινεφρίνης (NET). Η κουετιαπίνη και η νορκουετιαπίνη έχουν επίσης υψηλή συγγένεια με τους ισταμινεργικούς και αδρενεργικούς υποδοχείς α , με μικρότερη συγγένεια με τους αδρενεργικούς υποδοχείς α και τους υποδοχείς σεροτονίνης 5HT . Η κουετιαπίνη δεν εμφανίζει σημαντική συγγένεια με τους μουσκαρινικούς υποδοχείς ή τους βενζοδιαζεπινικούς υποδοχείς.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η κουετιαπίνη είναι δραστική σε εξετάσεις για αντιψυχωσική δραστηριότητα, όπως η εξέταση εξαρτημένης ανταπόκρισης σε δυσμενές ερέθισμα. Εμποδίζει επίσης τη δράση των αγωνιστών ντοπαμίνης, μετρούμενη είτε βάσει συμπεριφοράς είτε βάσει ηλεκτροφυσιολογίας, και αυξάνει τις συγκεντρώσεις του μεταβολίτη της ντοπαμίνης, ενός νευροχημικού δείκτη αποκλεισμού των υποδοχέων D2.
Σε προκλινικές εξετάσεις προγνωστικές για EPS, η κουετιαπίνη διαφέρει από τα τυπικά αντιψυχωσικά και έχει προφίλ άτυπου αντιψυχωσικού. Η κουετιαπίνη δεν προκαλεί υπερευαισθησία των υποδοχέων ντοπαμίνης D μετά από χρόνια χορήγηση. Η κουετιαπίνη προκαλεί μόνο ελαφρά καταληψία σε αποτελεσματικές δόσεις για τον αποκλεισμό των υποδοχέων ντοπαμίνης D . Η κουετιαπίνη παρουσιάζει εκλεκτικότητα για το μεταιχμιακό σύστημα, προκαλώντας αποπολωτικό αποκλεισμό των μεσομεταιχμιακών νευρώνων, και όχι των μελαινοραβδωτών ντοπαμινεργικών νευρώνων μετά από χρόνια χορήγηση. Η κουετιαπίνη φαίνεται να ευθύνεται ελάχιστα για τη δυστονία σε ευαισθητοποιημένους με αλοπεριδόλη ή πρωτοθεραπευόμενους πιθήκους Cebus μετά από οξεία και χρόνια χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.8).
Κλινική Αποτελεσματικότητα
-
Σχιζοφρένεια Σε τρεις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες, στις οποίες συμμετείχαν ασθενείς με σχιζοφρένεια και στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν διάφορες δόσεις κουετιαπίνης, δεν υπήρξαν διαφορές μεταξύ των ομάδων της κουετιαπίνης και του εικονικού φαρμάκου ως προς την επίπτωση των EPS ή την ταυτόχρονη χρήση αντιχολινεργικών. Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, στην οποία χορηγήθηκαν σταθερές δόσεις κουετιαπίνης στο εύρος 75 έως 750 mg/ημέρα, δεν παρατηρήθηκε καμία αύξηση των EPS ή την ταυτόχρονη χρήση αντιχολινεργικών. Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης για την πρόληψη των υποτροπών σχιζοφρένειας δεν έχει επαληθευτεί σε τυφλές κλινικές δοκιμές. Σε ανοιχτές δοκιμές, σε ασθενείς με σχιζοφρένεια, η κουετιαπίνη ήταν αποτελεσματική στη διατήρηση της κλινικής βελτίωσης κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης θεραπείας σε ασθενείς που εμφάνισαν αρχική ανταπόκριση στη θεραπεία, γεγονός που υποδηλώνει κάποια μακροχρόνια αποτελεσματικότητα.
-
Διπολική διαταραχή Σε τέσσερις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες, οι οποίες αξιολογούσαν δόσεις κουετιαπίνης έως και 800 mg/ημέρα για τη θεραπεία μέτριων έως σοβαρών επεισοδίων μανίας, δύο ως μονοθεραπεία και ως συνδυαστική θεραπεία στο λίθιο ή το divalproex, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας της κουετιαπίνης και του εικονικού φαρμάκου ως προς την επίπτωση των EPS ή την ταυτόχρονη χρήση αντιχολινεργικών. Στη θεραπεία μέτριων έως σοβαρών επεισοδίων μανίας, η κουετιαπίνη κατέδειξε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ως προς τη μείωση των συμπτωμάτων μανίας την εβδομάδα 3 και 12, σε δύο μελέτες μονοθεραπείας. Δεν υπάρχουν δεδομένα από μακροχρόνιες μελέτες που να υποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα της κουετιαπίνης να προλαμβάνει επακόλουθα επεισόδια μανίας ή κατάθλιψης. Τα δεδομένα για την κουετιαπίνη σε συνδυασμό με το divalproex ή το λίθιο σε οξεία μέτρια έως σοβαρά επεισόδια μανίας κατά τις 3 και 6 εβδομάδες είναι περιορισμένα, εντούτοις η συνδυαστική θεραπεία έγινε καλά ανεκτή. Τα δεδομένα κατέδειξαν προσθετική επίδραση περίπου την εβδομάδα 3. Σε μία δεύτερη μελέτη δεν καταδείχθηκε προσθετική επίδραση κατά την εβδομάδα 6. Η μέση διάμεση δόση της κουετιαπίνης την τελευταία εβδομάδα σε ανταποκριθέντες ασθενείς ήταν περίπου 600 mg και περίπου το 85% των ανταποκριθέντων ασθενών βρίσκονταν στο δοσολογικό εύρος των 400 έως 800 mg ανά ημέρα. Σε 4 κλινικές μελέτες με διάρκεια 8 εβδομάδων σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρά καταθλιπτικά επεισόδια στη διπολική διαταραχή τύπου Ι ή τύπου ΙΙ, η ενδιάμεσης απελευθέρωσης κουετιαπίνη 300 mg και 600 mg ήταν σημαντικά ανώτερη έναντι του εικονικού φαρμάκου για τις ακόλουθες παραμέτρους έκβασης: μέση βελτίωση στην MADRS και για ανταπόκριση που ορίζεται ως μία κατά τουλάχιστον 50% βελτίωση στη συνολική βαθμολογία της MADRS από την έναρξη της μελέτης. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαφορά ως προς την ένταση της επίδρασης μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν 300 mg κουετιαπίνης άμεσης απελευθέρωσης και εκείνων που λαμβάνουν δόση 600 mg. Στη φάση συνέχισης σε δύο από αυτές τις μελέτες, καταδείχθηκε ότι η μακροχρόνια θεραπεία, σε ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στην κουετιαπίνη άμεσης απελευθέρωσης 300 ή 600 mg, ήταν αποτελεσματική σε σύγκριση με τη θεραπεία με το εικονικό φάρμακο σε σχέση με τα καταθλιπτικά συμπτώματα, αλλά όχι σε σχέση με τα συμπτώματα μανίας. Σε δύο μελέτες πρόληψης της επανεμφάνισης που αξιολόγησαν την κουετιαπίνη σε συνδυασμό με σταθεροποιητές της διάθεσης, σε ασθενείς με μανιακά, καταθλιπτικά ή μικτά επεισόδια, ο συνδυασμός με κουετιαπίνη ήταν ανώτερος της μονοθεραπείας με σταθεροποιητές της διάθεσης ως προς την αύξηση του χρόνου έως την επανεμφάνιση οποιουδήποτε επεισοδίου διαταραχής της διάθεσης (μανιακό, μικτό ή καταθλιπτικό). Η κουετιαπίνη χορηγήθηκε δις ημερησίως σε μία δόση συνολικά 400 mg έως 800 mg την ημέρα ως συνδυαστική θεραπεία με λίθιο ή βαλπροϊκό. Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας 6-εβδομάδων του λιθίου, δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι του εικονικού φαρμάκου και δισκίων κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε ενήλικες ασθενείς με οξεία μανία, παρατηρήθηκε διαφορά στη YMRS μέση βελτίωση μεταξύ του λιθίου της add-on ομάδας και την add-on ομάδα που έλαβε το εικονικό φάρμακο, η οποία ήταν ήταν 2,8 πόντους και η διαφορά στα% ποσοστά που ανταποκρίθηκαν (που ορίζεται ως βελτίωση κατά 50% από την αρχική τιμή για την YMRS) ήταν 11% (79% στην λιθίου add-on ομάδα έναντι 68% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου add-on ομάδα). Σε μία μακροχρόνια μελέτη (έως και 2 έτη θεραπείας) που αξιολόγησε την πρόληψη της επανεμφάνισης σε ασθενείς με μανιακά, καταθλιπτικά ή μικτά επεισόδια, η κουετιαπίνη ήταν ανώτερη του εικονικού φαρμάκου ως προς την αύξηση του χρόνου έως την επανεμφάνιση οποιουδήποτε επεισοδίου διαταραχής της διάθεσης (μανιακό, μικτό ή καταθλιπτικό) σε ασθενείς με διπολική διαταραχή τύπου Ι. Ο αριθμός των ασθενών με σύμβαμα διαταραχής της διάθεσης ήταν 91 (22,5%) στην ομάδα της κουετιαπίνης, 208 (51,5%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και 95 (26,1%) στις ομάδες θεραπείας με λίθιο, αντίστοιχα. Σε ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στην κουετιαπίνη, όταν συγκρίθηκε με τη συνεχή θεραπεία με κουετιαπίνη σε αλλαγή σε λίθιο, τα αποτελέσματα υπέδειξαν ότι μία αλλαγή σε θεραπεία με λίθιο δεν φαίνεται να σχετίζεται με έναν αυξημένο χρόνο έως την επανεμφάνιση ενός συμβάματος διαταραχής της διάθεσης. Κλινικές μελέτες κατέδειξαν ότι η κουετιαπίνη είναι αποτελεσματική στη σχιζοφρένεια και τη μανία όταν χορηγείται δύο φορές την ημέρα, παρόλο που ο χρόνος φαρμακοκινητικής ημιζωής της είναι περίπου 7 ώρες. Αυτό υποστηρίζεται περαιτέρω από δεδομένα που έχουν προκύψει από μία μελέτη τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (ΡΕΤ), στην οποία καταδείχθηκε ότι για την κουετιαπίνη η κατάληψη των υποδοχέων 5HT και D διατηρείται για έως και 12 ώρες. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των δόσεων άνω των 800 mg/ημέρα δεν έχουν αξιολογηθεί.
-
Κλινική αποτελεσματικότητα Σε βραχυχρόνιες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες στη σχιζοφρένεια και τη διπολική μανία η συγκεντρωτική επίπτωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν παρόμοια με εκείνη του εικονικού φαρμάκου (σχιζοφρένεια: 7,8% για την κουετιαπίνη και 8,0% για το εικονικό φάρμακο, διπολική μανία: 11,2% για την κουετιαπίνη και 11,4% για το εικονικό φάρμακο). Τα υψηλότερα ποσοστά εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη, σε σύγκριση με όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο σε βραχυχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και διπολική κατάθλιψη. Σε βραχυχρόνιες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες στην οφειλόμενη σε διπολική διαταραχή κατάθλιψη, η συγκεντρωτική επίπτωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν 8,9% για την κουετιαπίνη σε σύγκριση με 3,8% για το εικονικό φάρμακο. Σε βραχυχρόνιες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες μονοθεραπείας για μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, η συγκεντρωτική επίπτωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν 5,4% για κουετιαπίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης και 3,2% για το εικονικό φάρμακο. Σε μία βραχυχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή μονοθεραπείας σε ηλικιωμένους ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, η συγκεντρωτική επίπτωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν 9,0% για κουετιαπίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης και 2,3% για το εικονικό φάρμακο. Και στη διπολική κατάξλιψη και στη μείζονα διπολική διαταραχή, η επίπτωση μεμονωμένων ανεπιθύμητων συμβάντων (π.χ. ακαθησία, εξωπυραμιδική διαταραχή, τρόμος, δυσκινησία, δυστονία, ανησυχία, ακούσιες μυϊκές συσπάσεις, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα και μυϊκή δυσκαμψία) δεν ξεπέρασε το 4% σε οποιαδήποτε ομάδα θεραπείας. Σε βραχυχρόνιες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες με σταθερή δόση (50 mg/d έως 800 mg/d), που κυμαίνοναν από 3 έως 8 εβδομάδες, η μέση αύξηση του βάρους για ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη κυμαινόταν από 0,8 kg για ημερήσια δόση 50 mg έως 1,4 kg για ημερήσια δόση 600 mg (με χαμηλότερη αύξηση για την ημερήσια δόση των 800 mg), σε σύγκριση με 0,2 kg για τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη και είχαν πάνω από 7% αύξηση του σωματικού βάρους κυμαινόταν από 5,3% για ημερήσια δόση 50 mg έως 15,5% για ημερήσια δόση 400 mg (με χαμηλότερη αύξηση για τις ημερήσεις δόσεις των 600 και 800 mg), σε σύγκριση με 3,7% για τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας έξι εβδομάδων δισκία λιθίου και κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι δισκίων εικονικού φαρμάκου και δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης κουετιαπίνηςσε ενήλικες ασθενείς με οξεία μανία έδειξαν ότι ο συνδυασμός των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης κουετιαπίνης με λίθιο οδηγεί σε περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες (63% έναντι 48% στα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης κουετιαπίνης σε συνδυασμό με το εικονικό φάρμακο). Τα αποτελέσματα ασφαλείας παρουσίασαν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων σε 16,8% των ασθενών που αναφέρθηκαν στην ομάδα add-on λιθίου και 6,6% στην ομάδα add-on του εικονικού φαρμάκου, η πλειοψηφία της η οποία αποτελούνταν από δονήσεις, που αναφέρθηκαν σε 15,6% των ασθενών στην ομάδα add-on λιθίου και 4,9% στην ομάδα addon του εικονικού φαρμάκου. Η συχνότητα εμφάνισης της υπνηλίας ήταν υψηλότερη στα δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης με την ομάδα add-on λιθίου (12,7%) σε σύγκριση με τα δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης με την ομάδα add-on του εικονικού φαρμάκου (5,5%). Επιπροσθέτως, ένα υψηλότερο ποσοστό των ασθενών που αντιμετωπίζονται με την ομάδα add-on λίθιοy (8,0%) είχαν αύξηση βάρους (≥7%) στο τέλος της θεραπείας σε σύγκριση με ασθενείς στην ομάδα add- on εικονικού φαρμάκου (4.7%). Μακροχρόνιες μελέτες για πρόληψη των υποτροπών είχαν μια ανοιχτή περίοδο (που κυμαινόταν από 4 έως 36 εβδομάδες) κατά τη διάρκεια της οποίας οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη, ακολουθούμενη από μια τυχαιοποιημένη περίοδο στέρησης κατά τη διάρκεια της οποίας οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε κουετιαπίνη ή εικονικό φάρμακο. Για ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε κουετιαπίνη, η μέση αύξηση σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια της ανοιχτής περιόδου ήταν 2,56 kg, και έως την εβδομάδα 48 της τυχαιοποιημένης περιόδου, η μέση αύξηση σωματικού βάρους ήταν 3,22 kg, σε σύγκριση με την αρχική τιμή της περιόδου. Για ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο, η μέση αύξηση σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια της ανοιχτής περιόδου ήταν 2,39 kg, και έως την εβδομάδα 48 της τυχαιοποιημένης περιόδου η μέση αύξηση σωματικού βάρους ήταν 0,89 kg, σε σύγκριση με την αρχική τιμή της περιόδου. Σε μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο σε ηλικιωμένους ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια, η συχνότητα των αγγειοεγκεφαλικών ανεπιθύμητων συμβαμάτων ανά 100 έτη ασθενών δεν ήταν μεγαλύτερη σε ασθενείς που έλαβαν κουετιαπίνη σε σχέση με ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Σε όλες τις βραχυχρόνιες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες μονοθεραπείας σε ασθενείς με αριθμό ουδετεροφίλων αναφοράς ≥1,5 x 10 /L, η επίπτωση αριθμού ουδετεροφίλων <1,5 x 10 /L τουλάχιστον μία φορά ήταν 1,9% σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με κουετιαπίνη σε σύγκριση με 1,3% σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα των επιπτώσεων σε >0,5-<1,0 x 10 /L ήταν η ίδια (0,2%) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη και σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Σε όλες τις κλινικές μελέτες (ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, ανοιχτής αγωγής, δραστικού συγκριτικού παράγοντα) σε ασθενείς με αριθμό ουδετεροφίλων κατά την έναρξη ≥1,5 x 10 /L, η επίπτωση αριθμού ουδετεροφίλων <0,5 x 10 /L τουλάχιστον μία φορά ήταν 2,9% και η <0,5 x 10 /L ήταν 0,21% σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με κουετιαπίνη. Η θεραπεία με κουετιαπίνη σχετίστηκε με μικρές δοσοσχετιζόμενες μειώσεις στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών. Η συχνότητα των επιπτώσεων σε TSH ήταν 3,2% για την κουετιαπίνη σε σχέση με 2,7% για το εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα των αμοιβαίων, δυνητικά κλινικά σημαντικών επιπτώσεων σε Τ3 ή Τ4 και TSH σε αυτές τις δοκιμές ήταν σπάνιες, και οι παρατηρούμενες αλλαγές στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών δεν συσχετίστηκαν με κλινικά συμπτώματα υποθυρεοειδισμού. Η μείωση της ολικής και της ελεύθερης T4 ήταν μέγιστη εντός των πρώτων έξι εβδομάδων της θεραπείας με κουετιαπίνη, χωρίς περαιτέρω μείωση κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας. Σε σχεδόν 2/3 των περιπτώσεων, η διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη σχετίστηκε με μία αναστροφή των επιδράσεων στην ολική και την ελεύθερη Τ4, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Καταρράκτης/θολερότητα φακού Σε μία κλινική μελέτη για την αξιολόγηση του δυναμικού πρόκλησης καταρράκτη της κουετιαπίνης (200-800 mg/ημέρα) έναντι της ρισπεριδόνης (2-8 mg) σε ασθενείς με σχιζοφρένεια ή σχιζοσυναιθηματική διαταραχή, το ποσοστό των ασθενών με αυξημένο βαθμό θολερότητας του φακού δεν ήταν υψηλότερο με την κουετιαπίνη (4%) σε σύγκριση με τη ρισπεριδόνη (10%), για τους ασθενείς με τουλάχιστον 21 μήνες έκθεσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 10 έως 17 ετών) Κλινική αποτελεσματικότητα Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της κουετιαπίνης μελετήθηκε σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 3 εβδομάδων για τη θεραπεία της μανίας (n= 284 ασθενείς από τις ΗΠΑ, ηλικίας 10-17). Περίπου 45% του πληθυσμού των ασθενών είχε μία επιπρόσθετη διάγνωση ADHD. Επιπροσθέτως διεξήχθη μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας (n = 222 ασθενείς, ηλικίας 13-17 ετών). Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς με γνωστή έλλειψη ανταπόκρισης στην κουετιαπίνη αποκλείστηκαν. Η θεραπεία με κουετιαπίνη ξεκίνησε με μία δόση 50 mg/ημέρα και κατά την ημέρα 2 αυξήθηκε στα 100 mg/ημέρα. Στη συνέχεια, η δόση τιτλοποιήθηκε σε μία στοχευόμενη δόση (μανία 400-600 mg/ημέρα, σχιζοφρένεια 400-800 mg/ημέρα) με τη χρήση βημάτων των 100 mg/ημέρα χορηγούμενη δύο έως τρεις φορές ημερησίως. Στη μελέτη της μανίας, η διαφορά στη μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων (LS) από την έναρξη της μελέτης ως προς τη συνολική βαθμολογία στην YMRS (δραστική ουσία έναντι εικονικού φαρμάκου) ήταν - 5,21 για την κουετιαπίνη σε δόση 400 mg/ημέρα και -6,56 για την κουετιαπίνη σε δόση 600 mg/ημέρα. Τα ποσοστά των ανταποκριθέντων (βελτίωση στην YMRS ≥50%) ήταν 64% για την κουετιαπίνη σε δόση 400 mg/ημέρα, 58% για τη δόση των 600 mg/ημέρα και 37% για το σκέλος του εικονικού φαρμάκου. Στη μελέτη της σχιζοφρένειας, η διαφορά στη μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων (LS) από την έναρξη της μελέτης ως προς τη συνολική βαθμολογία στην PANSS (δραστική ουσία έναντι εικονικού φαρμάκου) ήταν -8,16 για την κουετιαπίνη σε δόση 400 mg/ημέρα και -9,29 για την κουετιαπίνη σε δόση 800 mg/ημέρα. Ούτε το σχήμα χαμηλής δόσης (400 mg/ημέρα) ούτε το σχήμα υψηλής δόσης (800 mg/ημέρα) της κουετιαπίνης ήταν ανώτερο σε σχέση με το εικονικό φάρμακο ως προς το ποσοστό των ασθενών που επέτυχαν ανταπόκριση, η οποία ορίζεται ως μείωση ≥30% από την έναρξη της μελέτης στη συνολική βαθμολογία της PANSS. Τόσο στη μανία όσο και στη σχιζοφρένεια, οι υψηλότερες δόσεις είχαν ως αποτέλεσμα αριθμητικά χαμηλότερα ποσοστά ανταπόκρισης. Σε μια τρίτη βραχυπρόθεσμη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή μονοθεραπείας με δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε παιδιά και έφηβους ασθενείς (ηλικίας 10-17 ετών) με διπολική κατάθλιψη, δεν καταδείχθηκε αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα ως προς τη διατήρηση της επίδρασης ή την πρόληψη της επανεμφάνισης σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.
Κλινική ασφάλεια Σε βραχυπρόθεσμες παιδιατρικές μελέτες με κουετιαπίνη που περιγράφονται παραπάνω, τα ποσοστά των ΚΕΕ στον ενεργό βραχίονα έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 12,9% έναντι 5,3% στη δοκιμή σχιζοφρένειας, 3,6% έναντι 1,1% στη δοκιμή διπολικής μανίας, και 1,1% έναντι του 0% στην δοκιμή διπολικής κατάθλιψης. Τα ποσοστά της αύξησης βάρους κατά ≥ 7% από το αρχικό βάρος σώματος σε ενεργό βραχίονα έναντι εικονικού φαρμάκου ήταν 17% έναντι 2,5% στις μελέτες σχιζοφρένειας και διπολικής μανίας, και 12,5% έναντι 6% στη μελέτη διπολικής κατάθλιψης. Τα ποσοστά των επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία στον ενεργό βραχίονα έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 1,4% έναντι 1,3% της μελέτης σχιζοφρένειας, 1,0% έναντι 0% στη μελέτη διπολικής μανίας, και 1,1% έναντι του 0% στην μελέτη διπολικής κατάθλιψης. Κατά τη διάρκεια μιας παραταθείσας φάσης παρακολούθησης μετά τη θεραπεία της μελέτης της διπολικής κατάθλιψης, υπήρχαν δύο επιπλέον γεγονότα που σχετίζονται με αυτοκτονία σε δύο ασθενείς, μία από αυτές ήταν στους ασθενείς οι οποίοι λάμβαναν κουετιαπίνη κατά τη στιγμή του συμβάντος.
Μακροπρόθεσμη ασφάλεια Μία επέκταση ανοιχτής αγωγής των οξέων μελετών διάρκειας 26 εβδομάδων (n= 380 ασθενείς), με κυμαινόμενη δόση κουετιαπίνης 400-800 mg/ημέρα, παρείχε επιπρόσθετα δεδομένα ασφαλείας. Αυξήσεις στην αρτηριακή πίεση αναφέρθηκαν σε παιδιά και εφήβους και αυξημένη όρεξη, εξωπυραμιδικά συμπτώματα και αυξήσεις στα επίπεδα προλακτίνης στον ορό αναφέρθηκαν με υψηλότερη συχνότητα σε παιδιά και εφήβους από ό,τι σε ενήλικες ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η κουετιαπίνη απορροφάται καλά και μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό μετά από χορήγηση από το στόμα. Η βιοδιαθεσιμότητα της κουετιαπίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη χορήγηση μαζί με τροφή. Η μέγιστη μοριακή συγκέντρωση σε σταθερή κατάσταση του δραστικού μεταβολίτη νορκουετιαπίνη είναι 35% εκείνης που παρατηρείται για την κουετιαπίνη. Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης και της νορκουετιαπίνης είναι γραμμική εντός του εγκεκριμένου δοσολογικού εύρους.
Κατανομή
Η κουετιαπίνη συνδέεται σε ποσοστό περίπου 83% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετατροπή
Η κουετιαπίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό από το ήπαρ, με το αρχικό σύμπλοκο να αποτελεί λιγότερο από το 5% του αμετάβλητου υλικού που σχετίζεται με το φάρμακο στα ούρα ή τα κόπρανα, μετά από τη χορήγηση της ραδιοσημασμένης κουετιαπίνης. Διερευνήσεις in vitro εδραίωσαν ότι το CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που ευθύνεται για τον μεσολαβούμενο από το κυτόχρωμα Ρ450 μεταβολισμό της κουετιαπίνης. Η νορκουετιαπίνη σχηματίζεται και απεκκρίνεται κατά κύριο λόγο μέσω του CYP3A4.
Περίπου το 73% της ραδιενέργειας απεκκρίνεται στα ούρα και το 21% στα κόπρανα.
Η κουετιαπίνη και αρκετοί από τους μεταβολίτες της (συμπεριλαμβανομένης της νορκουετιαπίνης) βρέθηκε ότι είναι ασθενείς αναστολείς της δράσης των ισοενζύμων 1A2, 2C9, 2C19, 2D6 και 3A4 του ανθρώπινου κυτοχρώματος P450 in vitro. Αναστολή του CYP in vitro παρατηρείται μόνο σε συγκεντρώσεις περίπου 5 - 50 φορές υψηλότερες από εκείνες που παρατηρούνται σε δοσολογικό εύρος 300 έως 800mg/ημέρα σε ανθρώπους. Με βάση αυτά τα in vitro αποτελέσματα, είναι μάλλον απίθανο η συγχορήγηση της κουετιαπίνης με άλλα φάρμακα να οδηγήσει σε κλινικά σημαντική αναστολή του μεσολαβούμενου από το κυτόχρωμα P450 μεταβολισμού του άλλου φαρμάκου.
Από μελέτες σε πειραματόζωα φαίνεται ότι η κουετιαπίνη μπορεί να επάγει τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450. Σε μία ειδική μελέτη αλληλεπίδρασης σε ψυχωσικούς ασθενείς, ωστόσο, δεν βρέθηκε οποιαδήποτε αύξηση της δραστηριότητας του κυτοχρώματος P450 μετά από τη χορήγηση κουετιαπίνης.
Αποβολή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης της κουετιαπίνης και της νορκουετιαπίνης είναι περίπου 7 ώρες και 12 ώρες, αντίστοιχα. Το μέσο μοριακό δοσολογικό κλάσμα της ελεύθερης κουετιαπίνης και ο δραστικός μεταβολίτης νορκουετιαπίνη απεκκρίνεται σε ποσοστό < 5% στα ούρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
-
Γένος Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών ως προς την κινητική της κουετιαπίνης.
-
Ηλικιωμένοι Η μέση κάθαρση της κουετιαπίνης στους ηλικιωμένους ασθενείς είναι περίπου 30 έως 50% χαμηλότερη από εκείνη που παρατηρείται σε ενηλίκους ηλικίας 18 έως 65 ετών.
-
Νεφρική ανεπάρκεια Η μέση κάθαρση της κουετιαπίνης στο πλάσμα μειώθηκε κατά περίπου 25% σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική βλάβη (κάθαρση κρεατινίνης χαμηλότερη από 30 ml/min/1.73m ), αλλά οι μεμονωμένες τιμές κάθαρσης βρίσκονται εντός του εύρους για τους φυσιολογικούς συμμετέχοντες.
-
Ηπατική ανεπάρκεια Η μέση κάθαρση της κουετιαπίνης στο πλάσμα μειώθηκε κατά 25% περίπου σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (σταθεροποιημένη αλκοολική κίρρωση). Καθώς η κουετιαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, αναμένεται υψηλότερη τιμή κουετιαπίνης στο πλάσμα σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και η ρύθμιση της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη σε αυτή την ομάδα ασθενών (βλ. παράγραφο 4.2).
-
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας από 10 έως 17 ετών) Φαρμακοκινητικά δεδομένα ελήφθησαν δειγματοληπτικά από 9 παιδιά ηλικίας 10-12 ετών και 12 εφήβους, οι οποίοι λάμβαναν σταθερή θεραπεία με 400 mg κουετιαπίνης δις ημερησίως. Σε σταθερή κατάσταση, τα ομαλοποιημένα ως προς τη δόση επίπεδα του μητρικού συμπλόκου, της κουετιαπίνης, στο πλάσμα σε παιδιά και εφήβους (ηλικίας 10-17 ετών) ήταν εν γένει παρόμοια στους ενήλικες, αν και η Cmax στα παιδιά ήταν στο ανώτερο άκρο του εύρους που παρατηρήθηκε στους ενήλικες. Η AUC και η Cmax για τον δραστικό μεταβολίτη, τη νορκουετιαπίνη, ήταν υψηλότερες, κατά περίπου 62% και 49% σε παιδιά (10-12 ετών), αντίστοιχα, και 28% και 14% σε εφήβους (13-17 ετών), αντίστοιχα, σε σύγκριση με τους ενήλικες.
ΕΟΦ · 4.2
Aντιψυχωσικά φάρμακα
expand_more
Aντιψυχωσικά φάρμακα
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται το πρότυπο άτυπο κλοζαπίνη και τα νεώτερα αντιψυχωσικά ολανζαπίνη και κουετιαπίνη. Η ρισπεριδόνη έχει χαρακτηριστικά και των δύο κατηγοριών.
H κυριότερη ένδειξη είναι η σχιζοφρενική ψύχωση. Άλλες ενδείξεις χορήγησης είναι μανία, οξύ ψυχωσικό επεισόδιο, παραληρητικές μορφές κατάθλιψης (με ταυτόχρονη χορήγηση αντικαταθλιπτικού), οργανικές ψυχώσεις (οφειλόμενες σε οργανική πάθηση). Λιγότερο αποτελεσματικά είναι στις χρόνιες παραληρητικές διαταραχές. H συστηματική χορήγηση αντιψυχωσικών σε αγχώδεις διαταραχές ή ψυχοσωματικά νοσήματα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί έχουν πολύ περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από τα αγχολυτικά.
Tα αντιψυχωσικά βελτιώνουν τις διαταραχές της σκέψης, της αντίληψης, του συναισθήματος, την υπερκινητική συμπεριφορά και επηρεάζουν θετικά την επανασύνδεση του σχιζοφρενούς με το περιβάλλον του. H χορήγηση των αντιψυχωσικών επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο των οξέων σχιζοφρενικών επεισοδίων και των υποτροπών της νόσου. H μακροχρόνια συνέχιση της χορήγησης των αντιψυχωσικών μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, συχνά σε μειωμένες δόσεις συντήρησης, αποβλέπει στην πρόληψη των υποτροπών που εμφανίζονται εβδομάδες ή και μήνες μετά τη διακοπή των φαρμάκων. Για τη περίπτωση αυτή υπάρχουν μορφές παρατεταμένης δράσεως.
Πιο πιθανός τρόπος δράσεως θεωρείται ο αποκλεισμός των υποδοχέων D2 της ντοπαμίνης. H ιδιότητα αυτή φαίνεται να συσχετίζεται θετικά με τη θεραπευτική τους αποτελεσματικότητα. Ωστόσο το άτυπο αντιψυχωσικό κλοζαπίνη δεσμεύει σε μικρότερο βαθμό τους D2 υποδοχείς, αλλά δεσμεύει ταυτόχρονα σε σημαντικό βαθμό τους υποδοχείς τύπου 2 της σεροτονίνης (5HT2), σε αντίθεση με τα κλασικά αντιψυχωσικά. Aκόμη, η εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και η αύξηση της προλακτίνης οφείλεται στην αντιντοπαμινεργική τους δράση. Eπίσης τα αντιψυχωσικά αποκλείουν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τους αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς και άλλους σεροτονινεργικούς υποδοχείς, ιδιότητες που συνδέονται με ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα κ.ά. (βλ. και Πίνακα 4.2).
t4.2.jpg:
Tα αντιψυχωσικά έχουν την ίδια αντιψυχωσική ισχύ και το καθένα μπορεί να αντικατασταθεί με ισοδύναμες δόσεις άλλου φαρμάκου. Eξαίρεση αποτελούν η κλοζαπίνη, η οποία είναι δυνατόν να έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε ανθεκτικές μορφές σχιζοφρένειας καθώς και η προμαζίνη και η λεβοπρομαζίνη, οι οποίες έχουν ασθενέστερη δράση και χορηγούνται σαν συμπληρωματικά της κύριας αντιψυχωσικής αγωγής φάρμακα.
H επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από το αν είναι επιθυμητό μικρότερο ή μεγαλύτερο κατασταλτικό αποτέλεσμα, καθώς και από την ευαισθησία του ασθενούς στις εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα νεότερα άτυπα αντιψυχωσικά, σε αντίθεση με τα κλασικά νευροληπτικά, πλεονεκτούν σημαντικά από πλευράς ανεπιθύμητων ενεργειών καθώς και στην αντιμετώπιση των αρνητικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας. H απάντηση στη θεραπεία και η ανοχή στις ανεπιθύμητες ενέργειες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών. H χορήγηση περισσότερων του ενός αντιψυχωσικών στον ασθενή πρέπει να αποφεύγεται, καθότι δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιορίζονται. Aσθενής με καλή ανταπόκριση σε ένα αντιψυχωσικό στο παρελθόν είναι αρκετά πιθανό να απαντήσει πάλι εξίσου καλά. Aντίθετα, αντιψυχωσικά που στο παρελθόν έχουν προκαλέσει έντονα εξωπυραμιδικά συμπτώματα πρέπει να αποφεύγονται ως πρώτη επιλογή. Για ειδικές κατηγορίες ασθενών, π.χ. ασθενείς με ιστορικό αποπειρών αυτοκαταστροφής, πρέπει να χορηγούνται αντιψυχωσικά που είναι περισσότερο ασφαλή. Aντιψυχωσικά που σε υπερβολικές δόσεις είναι καρδιοτοξικά, όπως η θειοριδαζίνη και η πιμοζίδη, πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Σε ασθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτη ή άλλες αντενδείξεις σε αντιχολινεργικά φάρμακα, πρέπει να αποφεύγονται φαινοθειαζίνες ή θειοξανθένια με αυξημένες αντίστοιχες ιδιότητες, όπως η θειοριδαζίνη. H ηρεμιστική κατασταλτική δράση των αντιψυχωσικών εμφανίζεται 1 εβδομάδα πριν από την απάντηση των ψυχωσικών συμπτωμάτων, όπως οι παραληρητικές ιδέες και οι ψευδαισθήσεις. Συνεπώς η αύξηση της δόσης πριν από την παρέλευση χρονικού διαστήματος πρέπει να αποφεύγεται γιατί οδηγεί σε υπερδοσολογία, η οποία δεν προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα και δημιουργεί κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Eφόσον ο ασθενής είναι διεγερτικός χορηγούνται προσωρινά μεγαλύτερες δόσεις κατά προτίμηση σε ενδομυϊκές μορφές.
H ασφαλής και αποτελεσματική χορήγηση σκευασμάτων παρατεταμένης δράσεως προϋποθέτει τα ακόλουθα:
o Έναρξη με χαμηλή δόση, π.χ. 1 ml αλοπεριδόλης δοκιμαστικά για τον έλεγχο ανεπιθύμητων ενεργειών.
o Mε τις αρχικές χαμηλές δόσεις μπορεί να είναι αναγκαία η συγχορήγηση αντιψυχωσικού από του στόματος.
o Oι ασθενείς πρέπει να ελεγχθούν για ακινητικά συμπτώματα και συμπτώματα που προσομοιάζουν με κατάθλιψη. Στην περίπτωση αυτή, επειδή οφείλονται στο φάρμακο, οι δόσεις πρέπει να μειωθούν.
o Tυπικά παρκινσονικά συμπτώματα και ακαθισία εμφανίζονται συχνά και αντιμετωπίζονται με αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά.
o H ανάγκη για συνέχιση της αντιπαρκινσονικής θεραπείας πρέπει να επανεκτιμάται ανά διαστήματα. H οξεία δυστονία (έντονη, ασύμμετρη σύσπαση μυικών ομάδων με συνέπεια παραμορφωτικές στάσεις κεφαλής, κάτω γνάθου, γλώσσας, οφθαλμικών βολβών, άκρων ή και κορμού) παρουσιάζεται στην αρχή της θεραπείας. Για την άμεση αντιμετώπισή της χρησιμοποιούνται ενέσιμα αντιπαρκινσονικά.
H χορήγηση κλοζαπίνης είναι δυνατόν να προκαλέσει ουδετεροπενία έως και ακοκκιοκυτταραιμία. Γι αυτό είναι απαραίτητος ο έλεγχος του αίματος πριν από την έναρξη της θεραπείας, κάθε εβδομάδα τις πρώτες 18 εβδομάδες θεραπείας, και μετά κάθε μήνα όσο διαρκεί η θεραπεία. Aν διαπιστωθεί διαταραχή η χορήγηση διακόπτεται.
Yπάρχει ο κίνδυνος μετά από μακρόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικών να εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή της θεραπείας όψιμη δυσκινησία. Πρόκειται για ένα σύνδρομο ανώμαλων κινήσεων που συνήθως αφορά τους περιστοματικούς μυς, τους μυς της παρειάς και της γλώσσας. Kινήσεις των άκρων και του κορμού είναι πιο σπάνιες. Για την εμφάνιση όψιμης δυσκινησίας απαιτούνται κατά κανόνα μήνες και χρόνια. Hλικιωμένα άτομα, γυναίκες, ασθενείς με οργανικές εγκεφαλικές βλάβες και ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλες δόσεις νευροληπτικών έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν όψιμη δυσκινησία χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποκλεισθεί για άλλα άτομα. H κατά το δυνατό μειωμένη δόση συντήρησης φαίνεται ότι περιορίζει τις πιθανότητες εμφάνισης της όψιμης δυσκινησίας.
Tα αντιψυχωσικά δεν προκαλούν εξάρτηση.
Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο είναι μια εξαιρετικά σοβαρή ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Tα κυριότερα συμπτώματα είναι δυσκαμψία, πυρετός, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος (υπόταση ή υπέρταση, ταχυκαρδία, ωχρότητα) και εγκεφαλοπάθεια. Aναπτύσσονται σε 24-32 ώρες και η δυσκαμψία προηγείται των άλλων. O πυρετός μπορεί να είναι υψηλός με θερμοκρασίες 41° C και υψηλότερες, ενώ ο μυϊκός τόνος είναι αυξημένος και σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε νέκρωση του μυϊκού ιστού με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας από μυοσφαιρινουρία. Παρατηρούνται ακόμη καρδιακή αρρυθμία, ακινησία, τρόμος και ακούσιες κινήσεις. O ασθενής είναι συνήθως συγχυτικός και αμίλητος. Tο επίπεδο συνειδήσεως παρουσιάζει μεταβολές και ο ασθενής εκδηλώνει διέγερση ή βρίσκεται μέχρι και σε εμβροντησία. Aυξημένη είναι η δραστικότητα της κρεατινοφωσφοκινάσης και των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες και γαλακτική αφυδρογονάση). Aν και όλα τα νευροληπτικά έχουν συνδυασθεί με το κακοήθες σύνδρομο, σε υψηλές δόσεις αυτών που έχουν μεγαλύτερη ισχύ ο κίνδυνος αυξάνεται. Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο αποβαίνει θανατηφόρο σε ποσοστό 20%. Aντιμετώπιση: Άμεση διακοπή χορήγησης αντιψυχωσικών, ενυδάτωση του ασθενούς, παρακολούθηση της καρδιακής, αναπνευστικής και νεφρικής λειτουργίας, χρήση ψυχρών επιθεμάτων και χορήγηση συνδυασμού μυοχαλαρωτικών (νατριούχος δανδρολένη 1-3 mg/kg ημερησίως από του στόματος ή ενδοφλεβίως), βενζοδιαζεπινών και βρωμοκρυπτίνης 5-10 mg ημερησίως.
Αλλες χρήσεις: Mερικά αντιψυχωτικά φάρμακα, κυρίως η χλωροπρομαζίνη και η αλοπεριδόλη, χρησιμοποιούνται σε μικρές δόσεις για την καταπολέμηση του επίμονου λόξυγγα, της ναυτίας και του εμέτου. Eπίσης η αλοπεριδόλη σε διάφορες υπερκινησίες, όπως η χορεία του Huntington, τα τικς, το σύνδρομο Gilles de la Tourette, κ.ά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 1000 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 12 έως 47 L/h
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η επίδραση της ολανζαπίνης στον υποδοχέα D2 αναφέρεται ότι παράγει τις θετικές επιδράσεις αυτού του φαρμάκου, όπως μείωση των παραισθήσεων, των παραληρημάτων, της αποδιοργανωμένης ομιλίας, της αποδιοργανωμένης σκέψης και της αποδιοργανωμένης συμπεριφοράς. Από την άλλη πλευρά, η επίδρασή της στον υποδοχέα σεροτονίνης 5HT2A αποτρέπει την έναρξη της ανηδονίας, της πλαstrcpyς έκφρασης, της αλογίας, της αβουλίας και της κακής προσοχής. Βάσει του συγκεκριμένου μηχανισμού δράσης, η ολανζαπίνη παρουσιάζει υψηλότερη συγγένεια για τον υποδοχέα ντοπαμίνης D2 σε σύγκριση με τους υπόλοιπους ισοτύπους υποδοχέων ντοπαμίνης. Αυτό το χαρακτηριστικό μειώνει σημαντικά την παρουσία παρενεργειών.
Κλινικές δοκιμές για την αρχική χρήση της ολανζαπίνης κατέδειξαν σημαντική αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της σχιζοφρένειας και της διπολικής διαταραχής σε ενήλικες και σε οξέα μανιακά ή μικτά επεισόδια που σχετίζονται με διπολική διαταραχή σε εφήβους.
Η επίδραση της ολανζαπίνης στους υποδοχείς ντοπαμίνης και σεροτονίνης έχει προταθεί ότι μειώνει τη ναυτία και τον έμετο που προκαλούνται από χημειοθεραπεία, καθώς αυτοί οι υποδοχείς πιστεύεται ότι εμπλέκονται σε αυτή τη διαδικασία. Για αυτή την επίδραση, έχουν διεξαχθεί αρκετές κλινικές δοκιμές και έχει αποδειχθεί ότι η ολανζαπίνη μπορεί να προκαλέσει σημαντική αύξηση στον συνολικό έλεγχο της ναυτίας και του εμέτου. Σε μια μελέτη υψηλού επιπέδου για την επίδραση της ολανζαπίνης σε αυτή την κατάσταση, παρατηρήθηκε πλήρης ανταπόκριση στη φάση καθυστέρησης στο 84% των ατόμων και έλεγχος του εμέτου άνω του 80% παρά τη φάση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η δραστηριότητα της ολανζαπίνης επιτυγχάνεται με τον ανταγωνισμό πολλαπλών νευρωνικών υποδοχέων, συμπεριλαμβανομένων των υποδοχέων ντοπαμίνης D1, D2, D3 και D4 στον εγκέφαλο, των υποδοχέων σεροτονίνης 5HT2A, 5HT2C, 5HT3 και 5HT6, του α-1 αδρενεργικού υποδοχέα, του υποδοχέα ισταμίνης H1 και πολλαπλών μουσκαρινικών υποδοχέων.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ολανζαπίνη παρουσιάζει ένα ευρύ προφίλ στόχων. Ωστόσο, η ανταγωνιστική της δράση προς τον υποδοχέα ντοπαμίνης D2 στην μεσοlimbic οδό είναι καθοριστική, καθώς εμποδίζει την ντοπαμίνη από το να έχει πιθανή δράση στον μετα-συναπτικό υποδοχέα. Η σύνδεση της ολανζαπίνης στους υποδοχείς ντοπαμίνης D2 είναι εύκολα διαχωρίσιμη και, ως εκ τούτου, επιτρέπει έναν ορισμένο βαθμό νευροδιαβίβασης ντοπαμίνης.
Από την άλλη πλευρά, η ολανζαπίνη δρα στους υποδοχείς σεροτονίνης 5HT2A στον μετωπιαίο φλοιό με παρόμοιο τρόπο με αυτόν που αναφέρεται για τους υποδοχείς ντοπαμίνης D2. Αυτή η καθορισμένη επίδραση επιτρέπει τη μείωση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
Ο μηχανισμός δράσης της ολανζαπίνης, όπως και άλλων φαρμάκων που είναι αποτελεσματικά στη σχιζοφρένεια, είναι άγνωστος. Ωστόσο, έχει προταθεί ότι η αποτελεσματικότητα αυτού του φαρμάκου στη σχιζοφρένεια μεσολαβείται μέσω ενός συνδυασμού ανταγωνισμού ντοπαμίνης και σεροτονίνης τύπου 2 (5HT2).
Ο μηχανισμός δράσης της ολανζαπίνης στη θεραπεία οξέων μανιακών ή μικτών επεισοδίων που σχετίζονται με διπολική διαταραχή Ι είναι άγνωστος.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ολανζαπίνη παρουσιάζει γραμμικό φαρμακοκινητικό προφίλ και, μετά από καθημερινή χορήγηση, φτάνει σε σταθερή κατάσταση περίπου σε μία εβδομάδα. Υπό τη χορήγηση μιας φυσιολογικής δόσης ολανζαπίνης, η σταθερή συγκέντρωση στο πλάσμα δεν φαίνεται να υπερβαίνει τα 150 ng/ml με AUC 333 ng/h/ml.
Η απορρόφηση της ολανζαπίνης δεν επηρεάζεται από τη σύγχρονη χορήγηση τροφής. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ολανζαπίνης χαρακτηρίζεται από την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα 156,9 ng/ml περίπου 6 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η ολανζαπίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και, ως εκ τούτου, μόνο το 7% του αποβαλλομένου φαρμάκου ανευρίσκεται στην αμετάβλητη μορφή του. Απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το 53% της αποβαλλομένης δόσης, ακολουθούμενα από τα κόπρανα, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το 30%.
Ο όγκος κατανομής της ολανζαπίνης αναφέρεται σε 1000 λίτρα, υποδεικνύοντας μεγάλη κατανομή σε όλο το σώμα.
Ο μέσος ρυθμός κάθαρσης της ολανζαπίνης είναι 29,4 L/ώρα, αν και ορισμένες μελέτες έχουν αναφέρει φαινομενική κάθαρση 25 L/h.
Η απέκκριση της ολανζαπίνης στο μητρικό γάλα πέντε γαλουχουσών γυναικών με λοχειακή ψύχωση εξετάστηκε σε αυτή τη μελέτη. Συλλέχθηκαν εννέα ζεύγη δειγμάτων πλάσματος και μητρικού γάλακτος και η συγκέντρωση της ολανζαπίνης προσδιορίστηκε με υγρή χρωματογραφία υψηλής απόδοσης. Υπολογίστηκαν λόγοι γάλακτος προς πλάσμα μονής σημείου, οι οποίοι κυμαίνονταν από 0,2 έως 0,84 με μέσο όρο 0,46. Η διάμεση σχετική δόση του βρέφους ήταν 1,6% (εύρος 0-2,5%) της δόσης της μητέρας προσαρμοσμένης στο βάρος. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, δεν παρατηρήθηκαν εμφανείς δυσμενείς επιπτώσεις στο βρέφος ως συνέπεια της έκθεσης σε αυτές τις δόσεις ολανζαπίνης. Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, αυτή η μελέτη δείχνει ότι η ολανζαπίνη περνά στο μητρικό γάλα.
Η ολανζαπίνη κατανέμεται στο γάλα. Ο κατασκευαστής αναφέρει ότι σε μελέτη σε γαλουχούσες, υγιείς γυναίκες, η μέση δόση ολανζαπίνης για το βρέφος σε σταθερή κατάσταση εκτιμήθηκε σε περίπου 1,8% της δόσης ολανζαπίνης της μητέρας. Σε ξεχωριστή μελέτη που αξιολόγησε την έκταση της έκθεσης των βρεφών στην ολανζαπίνη σε 7 θηλάζουσες γυναίκες που λάμβαναν 5-20 mg ολανζαπίνης ημερησίως για περιόδους 19-395 ημερών, παρατηρήθηκαν διάμεσες και μέγιστες σχετικές δόσεις βρεφών 1% και 1,2% αντίστοιχα. Η ολανζαπίνη δεν ανιχνεύθηκε στο πλάσμα των θηλαζομένων βρεφών, και ανεπιθύμητες ενέργειες που πιθανώς σχετίζονται με την έκθεση στην ολανζαπίνη δεν αναφέρθηκαν στα βρέφη αυτής της μελέτης. Επιπλέον, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο γάλα επιτεύχθηκαν κατά μέσο όρο 5,2 ώρες αργότερα από τις αντίστοιχες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της μητέρας. Σε μια αναφορά περίπτωσης, εκτιμήθηκε μια σχετική δόση βρέφους περίπου 4% σε μία γυναίκα μετά από 4 και 10 ημέρες (εκτιμώμενη σε σταθερή κατάσταση) θεραπείας με ολανζαπίνη σε δόση 20 mg ημερησίως, βάσει μετρήσεων της συγκέντρωσης του φαρμάκου στον ορό και στο εκφρασμένο μητρικό γάλα.
Η ενδομυϊκή ολανζαπίνη για ένεση οδηγεί σε ταχεία απορρόφηση με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που εμφανίζονται εντός 15 έως 45 λεπτών. Με βάση μια φαρμακοκινητική μελέτη σε υγιείς εθελοντές, μια δόση 5 mg ενδομυϊκής ολανζαπίνης για ένεση παράγει, κατά μέσο όρο, μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα περίπου 5 φορές υψηλότερη από τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα που παράγεται από μια δόση 5 mg από του στόματος ολανζαπίνης. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη που επιτυγχάνεται μετά από ενδομυϊκή δόση είναι παρόμοια με αυτή που επιτυγχάνεται μετά από από του στόματος χορήγηση της ίδιας δόσης. Ο χρόνος ημίσειας ζωής που παρατηρείται μετά από ενδομυϊκή χορήγηση είναι παρόμοιος με αυτόν που παρατηρείται μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι φαρμακοκινητικές είναι γραμμικές εντός του κλινικού εύρους δόσης.
Η ολανζαπίνη κατανέμεται εκτενώς σε όλο το σώμα, με όγκο κατανομής περίπου 1000 L. Συνδέεται κατά 93% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στο εύρος συγκέντρωσης 7 έως 1100 ng/mL, συνδεόμενη κυρίως με αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
Η ολανζαπίνη απορροφάται καλά και φτάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις σε περίπου 6 ώρες μετά από από του στόματος δόση. Αποβάλλεται εκτενώς μέσω μεταβολισμού πρώτης διόδου, με περίπου το 40% της δόσης να μεταβολίζεται πριν φτάσει στη συστηματική κυκλοφορία. Η τροφή δεν επηρεάζει τον ρυθμό ή την έκταση της απορρόφησης της ολανζαπίνης. Οι φαρμακοκινητικές μελέτες έδειξαν ότι τα δισκία ολανζαπίνης και οι δισκία ολανζαπίνης που διαλύονται από το στόμα είναι βιοϊσοδύναμα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η ολανζαπίνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, και ως εκ τούτου, περίπου το 93% της χορηγηθείσας δόσης είναι δεσμευμένο. Οι κύριες πρωτεΐνες για τη σύνδεση είναι η αλβουμίνη και η α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ολανζαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 40% της χορηγηθείσας δόσης, κυρίως μέσω της δραστηριότητας των ενζύμων γλυκουρονιδίωσης και του συστήματος κυτοχρώματος P450. Από το σύστημα CYP, τα κύρια μεταβολικά ένζυμα είναι το CYP1A2 και το CYP2D6. Ως μέρος του μεταβολισμού φάσης Ι, οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες της ολανζαπίνης, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 50-60% αυτής της φάσης, είναι η 10-N-γλυκουρονιδίωση και η 4’-N-δεσμεθυλολανζαπίνη, οι οποίες είναι κλινικά ανενεργές και σχηματίζονται από τη δραστηριότητα του CYP1A2. Από την άλλη πλευρά, το CYP2D6 καταλύει το σχηματισμό της 2-ΟΗ ολανζαπίνης και η μονοοξειδάση που περιέχει φλαβίνη (FMO3) είναι υπεύθυνη για την N-οξείδιο ολανζαπίνη.
Στον μεταβολισμό φάσης ΙΙ της ολανζαπίνης, η UGT1A4 είναι ο βασικός παράγοντας, δημιουργώντας άμεσες συζευγμένες μορφές της ολανζαπίνης.
Τα μεταβολικά προφίλ μετά από ενδομυϊκή χορήγηση είναι ποιοτικά παρόμοια με τα μεταβολικά προφίλ μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η άμεση γλυκουρονιδίωση και η οξείδωση μέσω κυτοχρώματος P450 (CYP) είναι οι κύριες μεταβολικές οδοί για την ολανζαπίνη. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι τα CYP 1A2 και 2D6, και το σύστημα μονοοξειδάσης που περιέχει φλαβίνη, εμπλέκονται στην οξείδωση της ολανζαπίνης. Η οξείδωση μέσω CYP2D6 φαίνεται να είναι μια δευτερεύουσα μεταβολική οδός in vivo, επειδή η κάθαρση της ολανζαπίνης δεν μειώνεται σε άτομα που έχουν έλλειψη αυτού του ενζύμου.
Μετά από μία μόνο από του στόματος δόση (14)C-σημειωμένης ολανζαπίνης, το 7% της δόσης ολανζαπίνης ανακτήθηκε στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο, υποδεικνύοντας ότι η ολανζαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς. Περίπου το 57% και το 30% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα. Στο πλάσμα, η ολανζαπίνη αντιπροσώπευε μόνο το 12% της AUC για τη συνολική ραδιενέργεια, υποδεικνύοντας σημαντική έκθεση σε μεταβολίτες. Μετά από πολλαπλές δόσεις, οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες ήταν η 10-N-γλυκουρονιδίωση, παρούσα σε σταθερή κατάσταση στο 44% της συγκέντρωσης της ολανζαπίνης, και η 4’-N-δεσμεθυλολανζαπίνη, παρούσα σε σταθερή κατάσταση στο 31% της συγκέντρωσης της ολανζαπίνης. Και οι δύο μεταβολίτες στερούνται φαρμακολογικής δραστηριότητας στις συγκεντρώσεις που παρατηρήθηκαν.
Η ολανζαπίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 2-Υδροξυμεθυλολανζαπίνη, Ολανζαπίνη N-Οξείδιο, N-Δεσμεθυλολανζαπίνη και 7-Υδροξυολανζαπίνη.
Ήπαρ
Οδός Απέκκρισης: Απεκκρίνεται εκτενώς μέσω μεταβολισμού πρώτης διόδου, με περίπου το 40% της δόσης να μεταβολίζεται πριν φτάσει στη συστηματική κυκλοφορία. Μετά από μία μόνο από του στόματος δόση 14C-σημειωμένης ολανζαπίνης, το 7% της δόσης ολανζαπίνης ανακτήθηκε στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο, υποδεικνύοντας ότι η ολανζαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η ολανζαπίνη παρουσιάζει χρόνο ημίσειας ζωής που κυμαίνεται μεταξύ 21 έως 54 ωρών με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής 30 ωρών.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 21 έως 54 ώρες (5ο έως 95ο εκατοστημόριο· μέσος όρος 30 ώρες).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη της ΝΑΥΤΙΑΣ ή του ΕΜΕΤΟΥ.
- Παράγοντες που ελέγχουν την ανήσυχη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ· γεροντική άνοια· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΕΜΦΡΑΚΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα συχνά αναφέρονται ως νευροληπτικά, παραπέμποντας στην τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλα τα αντιψυχωσικά τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την επαναπρόσληψη σεροτονίνης στον εγκέφαλο.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- N7U69T4SZR
- OLANZAPINE
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Άτυπο Αντιψυχωσικό
- Η Ολανζαπίνη είναι Άτυπο Αντιψυχωσικό.
- OLANZAPINE
- Άτυπο Αντιψυχωσικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη της ΝΑΥΤΙΑΣ ή του ΕΜΕΤΟΥ.
- Παράγοντες που ελέγχουν την ανήσυχη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ· γεροντική άνοια· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΕΜΦΡΑΚΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα συχνά αναφέρονται ως νευροληπτικά, παραπέμποντας στην τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλα τα αντιψυχωσικά τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την επαναπρόσληψη σεροτονίνης στον εγκέφαλο.