Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N05AH03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

OLANZAPINE

Ολανζαπίνη

Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη …

Chemical structure of OLANZAPINE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Σχιζοφρένεια ιδιαίτερα για τη συντήρηση της κλινικής βελτίωσης σε καλή αρχική ανταπόκριση. Μέτριο έως σοβαρό μανιακό επεισόδιο και, σε ανταπόκρισή του στη θεραπεία, για την πρόληψη των υποτροπών σε διπολική διαταραχή.
medication
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Στόματος
Χορήγηση:
Δύο φορές την ημέρα (σχιζοφρένεια, μανία, πρόληψη υποτροπής), μία φορά την ημέρα κατά την κατάκλιση (καταθλιπτικά επεισόδια).
Δόση έναρξης:
50 mg
Τιτλοποίηση:
Σταδιακή τιτλοποίηση ανάλογα με την ένδειξη και την ανεκτικότητα.
  • Ενήλικες - Σχιζοφρένεια
    ΔόσηΗμέρα 1: 50 mg, Ημέρα 2: 100 mg, Ημέρα 3: 200 mg, Ημέρα 4: 300 mg. Από την Ημέρα 4 και μετά: 300-450 mg
    Μέγ. δόση750 mg
    Συνεχής τιτλοποίηση από Ημέρα 4. Χορηγείται δύο φορές την ημέρα.
  • Ενήλικες - Μέτρια έως σοβαρά επεισόδια μανίας (Διπολική διαταραχή)
    ΔόσηΗμέρα 1: 100 mg, Ημέρα 2: 200 mg, Ημέρα 3: 300 mg, Ημέρα 4: 400 mg. Έως Ημέρα 6: τιτλοποίηση έως 800 mg
    Μέγ. δόση800 mg
    Περαιτέρω ρυθμίσεις σε βήματα όχι μεγαλύτερα των 200 mg/ημέρα. Χορηγείται δύο φορές την ημέρα.
  • Ενήλικες - Καταθλιπτικά επεισόδια (Διπολική διαταραχή)
    ΔόσηΗμέρα 1: 50 mg, Ημέρα 2: 100 mg, Ημέρα 3: 200 mg, Ημέρα 4: 300 mg. Συνιστώμενη δόση: 300 mg.
    Μέγ. δόση600 mg (μεμονωμένοι ασθενείς)
    Χορηγείται μία φορά την ημέρα κατά την κατάκλιση. Η έναρξη χορήγησης δόσεων >300mg από ιατρούς με πείρα. Εξέταση μείωσης στα 200mg εάν υπάρχει πρόβλημα ανοχής.
  • Ενήλικες - Πρόληψη υποτροπής (Διπολική διαταραχή)
    Δόση300-800 mg/ημέρα
    Συνεχής θεραπεία στην ίδια δόση που ανταποκρίθηκε ο ασθενής. Χορηγείται δύο φορές την ημέρα. Χρήση χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης για συντήρηση.
  • Ηλικιωμένοι
    Χρήση με προσοχή, ιδιαίτερα στην αρχική δοσολόγηση. Βραδύτερος ρυθμός τιτλοποίησης και χαμηλότερη δόση από νεότερους ασθενείς. Μέση κάθαρση 30-50% χαμηλότερη.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    ΔόσηΑρχική: 25 mg/ημέρα. Αυξήσεις 25-50 mg/ημέρα.
    Χρήση με προσοχή, ιδιαίτερα στην αρχική δοσολόγηση.
block
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
  • Συγχορήγηση αναστολέων του κυτοχρώματος P450 3A4, όπως οι αναστολείς της HIV πρωτεάσης, οι αντιμυκητιασικοί παράγοντες αζόλης, η ερυθρομυκίνη, η κλαριθρομυκίνη και η νεφαζοδόνη.
warning
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας από 10 έως 17 ετών)
    Το Quetiapine / Actavis δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών λόγω της έλλειψης δεδομένων για την υποστήριξη της χρήσης σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Κλινικές μελέτες της κουετιαπίνης έχουν καταδείξει ότι επιπροσθέτως του γνωστού προφίλ ασφαλείας που έχει ταυτοποιηθεί σε ενήλικες (βλ. Δοσολογία), συγκεκριμένες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν με υψηλότερη συχνότητα σε παιδιά και εφήβους σε σύγκριση με τους ενήλικες (αυξημένη όρεξη, αυξήσεις των επιπέδων προλακτίνης ορού και εξωπυραμιδικά συμπτώματα) και παρατηρήθηκε μία ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν είχε παρατηρηθεί στο παρελθόν σε μελέτες σε ενήλικες (αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης). Έχουν επίσης παρατηρηθεί διαταραχές στα αποτελέσματα των εξετάσεων θυρεοειδούς λειτουργίας σε παιδιά και εφήβους. Επιπροσθέτως, οι μακροχρόνιες επιπτώσεις ασφαλείας της θεραπείας με κουετιαπίνη στην ανάπτυξη και την ωρίμανση δεν έχουν μελετηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 26 εβδομάδων. Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις για τη γνωστική και συμπεριφορική ανάπτυξη δεν είναι γνωστές. Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες σε παιδιά και εφήβους ασθενείς που έλαβαν κουετιαπίνη, η κουετιαπίνη σχετίστηκε με αυξημένη επίπτωση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (EPS) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία για σχιζοφρένεια και διπολική μανία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Αυτοκτονία / αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωση
    Η κατάθλιψη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας (συμβάματα σχετιζόμενα με αυτοκτονία). Αυτός ο κίνδυνος εμμένει έως ότου σημειωθεί σημαντική ύφεση. Καθώς μπορεί να μη σημειωθεί βελτίωση κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων ή περισσότερων εβδομάδων θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά έως την εμφάνιση μίας τέτοιας βελτίωσης. Αποτελεί γενική κλινική πείρα ότι ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί στα αρχικά στάδια της ανάρρωσης. Επιπροσθέτως, οι γιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τον πιθανό κίνδυνο εμφάνισης σχετιζόμενων με αυτοκτονία συμβαμάτων μετά από απότομη διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη λόγω των γνωστών παραγόντων κινδύνου για τη νόσο που αντιμετωπίζεται. Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες συνταγογραφείται η κουετιαπίνη μπορεί επίσης να συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, αυτές οι καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια. Για το λόγο αυτό, οι ίδιες προφυλάξεις που τηρούνται κατά τη θεραπεία ασθενών με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια, πρέπει να τηρούνται και κατά τη θεραπεία ασθενών με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές. Ασθενείς με ιστορικό επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία, ή εκείνοι που παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό ιδεασμό πριν την έναρξη της θεραπείας, είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αποπειρών αυτοκτονίας και γι αυτό πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μία μετα-ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών με αντικαταθλιπτικά φάρμακα σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 25 ετών. Η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να συνδυάζεται με στενή παρακολούθηση των ασθενών και ιδιαίτερα αυτών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δοσολογία. Οι ασθενείς (και εκείνοι που φροντίζουν τους ασθενείς) πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης για οποιαδήποτε κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και ασυνήθιστες αλλαγές στη συμπεριφορά και να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή άμεσα εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα. Σε μικρότερης διάρκειας ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες ασθενών με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική διαταραχή παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης συμβαμάτων σχετιζόμενων με αυτοκτονία σε νεαρούς ενήλικες ασθενείς (ηλικίας μικρότερης των 25 ετών) που ήταν υπό θεραπεία με κουετιαπίνη σε σύγκριση με εκείνους υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο (3,0% έναντι 0%, αντίστοιχα).
  • Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
    Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες σε ενήλικες ασθενείς, η κουετιαπίνη σχετίστηκε με αυξημένη εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (EPS) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία για μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε έδαφος διπολικής διαταραχής (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Η χρήση της κουετιαπίνης συσχετίστηκε με την ανάπτυξη ακαθησίας, που χαρακτηρίζεται από μια υποκειμενικά δυσάρεστη ή δυσφορική ανησυχία και ανάγκη για συχνή κίνηση, συνοδευόμενη από αδυναμία του ατόμου να καθίσει ή να σταθεί ακίνητο. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί μέσα στις πρώτες εβδομάδες θεραπείας. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν αυτά τα συμπτώματα, η αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.
  • Όψιμη δυσκινησία
    Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής της χορήγησης της κουετιαπίνης. Τα συμπτώματα της όψιμης δυσκινησίας μπορούν να επιδεινωθούν ή ακόμη και να προκύψουν μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Υπνηλία και ζάλη
    Η θεραπεία με κουετιαπίνη έχει σχετιστεί με υπνηλία και σχετιζόμενα συμπτώματα, όπως καταστολή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε κλινικές μελέτες για τη θεραπεία ασθενών με διπολική κατάθλιψη, η εμφάνιση υπνηλίας παρατηρείτο συνήθως εντός των πρώτων 3 ημερών της θεραπείας και ήταν κατά κύριο λόγο ήπιας έως μέτριας βαρύτητας. Οι ασθενείς με διπολική κατάθλιψη που εμφανίζουν υπνηλία βαριάς μορφής μπορεί να χρήζουν συχνότερης επικοινωνίας για ένα μέγιστο χρονικό διάστημα 2 εβδομάδων από την εμφάνιση της υπνηλίας ή έως ότου τα συμπτώματα βελτιωθούν, και μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας. Η θεραπεία με κουετιαπίνη έχει συσχετιστεί με ορθοστατική υπόταση και σχετική ζάλη (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες) τα οποία, όπως και στην περίπτωση της υπνηλίας, έχουν έναρξη συνήθως κατά την αρχική περίοδο τιτλοποίησης της δόσης. Αυτό μπορεί να αυξήσει τα περιστατικά τυχαίων τραυματισμών (πτώσεις), ιδιαίτερα στον ηλικιωμένο πληθυσμό. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται να είναι προσεκτικοί μέχρι να εξοικειωθούν με τις δυνητικές επιδράσεις της φαρμακευτικής αγωγής.
  • Καρδιαγγειακό
    Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, αγγειακή εγκεφαλική νόσο ή άλλες παθήσεις που δημιουργούν προδιάθεση για υπόταση. Η κουετιαπίνη μπορεί να προκαλέσει ορθοστατική υπόταση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου τιτλοποίησης της δόσης και κατά συνέπεια θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή σταδιακής τιτλοποίησης εάν εκδηλωθεί ορθοστατική υπόταση. Θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης ενός θεραπευτικού σχήματος με βραδύτερη τιτλοποίηση σε ασθενείς με υποκείμενη καρδιαγγειακή νόσο.
  • Επιληπτικές κρίσεις
    Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε διαφορά ως προς την επίπτωση επιληπτικών κρίσεων σε ασθενείς που λάμβαναν κουετιαπίνη ή εικονικό φάρμακο. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την επίπτωση των σπασμών σε ασθενείς με ιστορικό διαταραχής σπασμών. Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά, συνιστάται προσοχή κατά την αντιμετώπιση ασθενών με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
    Το κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο έχει σχετιστεί με την αντιψυχωσική θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της κουετιαπίνης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι κλινικές εκδηλώσεις του περιλαμβάνουν την υπερθερμία, τη διαταραγμένη διανοητική κατάσταση, τη μυϊκή δυσκαμψία, την αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος και την αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση. Σε μία τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση της κουετιαπίνης και να παρέχεται η κατάλληλη ιατρική θεραπεία.
  • Σοβαρή ουδετεροπενία
    Σοβαρή ουδετεροπενία (αριθμός ουδετεροφίλων <0,5 X 10^9/l) έχει αναφερθεί, όχι συχνά, σε κλινικές μελέτες της κουετιαπίνης. Οι περισσότερες περιπτώσεις σοβαρής ουδετεροπενίας έχουν προκύψει εντός περίπου ενός ή δύο μηνών από την έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη. Δεν υπήρχε κατά τα φαινόμενα συσχετισμός με τη δόση. Από την πείρα μετά την κυκλοφορία του προϊόντος προκύπτει ότι σημειώθηκε υποχώρηση της λευκοπενίας ή/και της ουδετεροπενίας μετά τη διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη. Πιθανοί παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση ουδετεροπενίας περιλαμβάνουν τον προϋπάρχοντα χαμηλό αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων (WBC) και το ιστορικό φαρμακοεπαγόμενης ουδετεροπενίας. Η χορήγηση της κουετιαπίνης θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με αριθμό ουδετεροφίλων <1,0 X 10^9/l. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση σημείων και συμπτωμάτων λοίμωξης, ενώ θα πρέπει επίσης να παρακολουθείται ο αριθμός των ουδετεροφίλων τους (έως ότου υπερβεί την τιμή 1,5 X 10^9/l). (Βλ. Φαρμακοκινητικές). Η ουδετεροπενία θα πρέπει να εκτιμάται σε ασθενείς οι οποίοι παρουσιάζουν λοίμωξη ή πυρετό και ειδικά στην περίπτωση έλλειψης εμφανών προδιαθεσικών παραγόντων, και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με κατάλληλη κλινική πρακτική.
  • Αλληλεπιδράσεις
    Ανατρέξτε επίσης στην Παράγραφο 4.5. Η συγχορήγηση της κουετιαπίνης με έναν ισχυρό επαγωγέα ηπατικών ενζύμων, όπως η καρβαμαζεπίνη ή η φαινυτοΐνη, θα μειώσει σημαντικά τις συγκεντρώσεις της κουετιαπίνης στο πλάσμα, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με κουετιαπίνη. Σε ασθενείς που λαμβάνουν έναν επαγωγέα ηπατικών ενζύμων, η έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη πρέπει να γίνεται μόνο όταν ο γιατρός εκτιμήσει ότι το όφελος της θεραπείας με κουετιαπίνη υπερισχύει του κινδύνου από τη διακοπή του επαγωγέα των ηπατικών ενζύμων. Είναι σημαντικό οποιαδήποτε αλλαγή του επαγωγέα να είναι σταδιακή και, εάν είναι απαραίτητο, να αντικαθίσταται από έναν μη-επαγωγέα (π.χ. βαλπροϊκό νάτριο).
  • Σωματικό βάρος
    Η πρόσληψη σωματικού βάρους έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με κουετιαπίνη, και θα πρέπει να παρακολουθείται και να αντιμετωπίζεται όπως ενδείκνυται κλινικά σύμφωνα με τις χρησιμοποιούμενες αντιψυχωσικές κατευθυντήριες οδηγίες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
  • Υπεργλυκαιμία
    Η υπεργλυκαιμία ή/και η ανάπτυξη ή η παρόξυνση διαβήτη που σχετίζεται ενίοτε με κετοξέωση ή κώμα αναφέρθηκε σπάνια, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων θανατηφόρων περιστατικών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ορισμένες περιπτώσεις, είχε προηγουμένως αναφερθεί αύξηση του σωματικού βάρους, η οποία μπορεί να αποτελεί παράγοντα προδιάθεσης. Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες για τα χρησιμοποιούμενα αντιψυχωσικά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιονδήποτε αντιψυχωσικό παράγοντα, συμπεριλαμβανομένης της κουετιαπίνης, θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και αδυναμία) και οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για τυχόν επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης. Το σωματικό βάρος θα πρέπει επίσης να παρακολουθείται τακτικά.
  • Λιπίδια
    Σε κλινικές μελέτες με κουετιαπίνη παρατηρήθηκε αύξηση των τριγλυκεριδίων, της LDL και της ολικής χοληστερόλης και μειώσεις της HDL χοληστερόλης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η διαχείριση των μεταβολών των λιπιδίων θα πρέπει να γίνεται με την κλινικά κατάλληλη μέθοδο.
  • Μεταβολικός κίνδυνος
    Δεδομένων των μεταβολών στο σωματικό βάρος, τα επίπεδα γλυκόζης (βλέπε υπεργλυκαιμία) και τα επίπεδα των λιπιδίων που παρατηρούνται σε κλινικές μελέτες, οι ασθενείς (περιλαμβανομένων εκείνων με φυσιολογικές αρχικές τιμές) μπορεί να εμφανίσουν επιδείνωση του προφίλ μεταβολικού κινδύνου, γεγονός το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ενδείκνυται κλινικά (βλ. επίσης Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Παράταση του διαστήματος QT
    Σε κλινικές δοκιμές και όταν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος, η κουετιαπίνη δεν συσχετίστηκε με εμμένουσα αύξηση των απόλυτων διαστημάτων QT. Μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, παράταση του διαστήματος QT αναφέρθηκε με την κουετιαπίνη σε θεραπευτικές δόσεις (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) και με υπερδοσολογία (βλ. Υπερδοσολογία). Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της κουετιαπίνης σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT. Επίσης, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της κουετιαπίνης είτε με φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν αύξηση του διαστήματος QT είτε με νευροληπτικά, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού διαστήματος QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Διακοπή
    Μετά από απότομη διακοπή λήψης της κουετιαπίνης, παρατηρήθηκαν οξέα συμπτώματα στέρησης όπως αϋπνία, ναυτία, πονοκέφαλος, διάρροια, έμετος, ζάλη και ευερεθιστότητα. Συνιστάται η σταδιακή διακοπή σε διάστημα τουλάχιστον μίας έως δύο εβδομάδων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια
    Η κουετιαπίνη δεν είναι εγκεκριμένη για τη θεραπεία ψύχωσης σχετιζόμενη με άνοια. Παρατηρήθηκε περίπου τριπλάσια αύξηση του κινδύνου εμφάνισης των αγγειοεγκεφαλικών ανεπιθύμητων ενεργειών σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες στον πληθυσμό με άνοια, με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά. Ο μηχανισμός στον οποίο οφείλεται αυτός ο αυξημένος κίνδυνος δεν είναι γνωστός. Ένας αυξημένος κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί για άλλα αντιψυχωσικά ή άλλους πληθυσμούς ασθενών. Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε μία μετα-ανάλυση άτυπων αντιψυχωσικών, αναφέρθηκε ότι οι ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με εκείνους που λαμβάνουν εικονικό φάρμακο. Ωστόσο, σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες της κουετιαπίνης διάρκειας 10 εβδομάδων στον ίδιο πληθυσμό ασθενών (n=710, μέση ηλικία 83 έτη, εύρος: 56-99 έτη) η επίπτωση θνησιμότητας στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη ήταν 5,5% έναντι 3,2% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Οι ασθενείς σε αυτές τις μελέτες κατέληξαν από διάφορα αίτια που ήταν σύμφωνα με τα αναμενόμενα για αυτόν τον πληθυσμό. Τα δεδομένα αυτά δεν τεκμηριώνουν αιτιολογική σχέση μεταξύ της θεραπείας με κουετιαπίνη και του θανάτου σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια.
  • Δυσφαγία
    Δυσφαγία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) έχει αναφερθεί με τη χρήση κουετιαπίνης. Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο για εισροφητική πνευμονία.
  • Δυσκοιλιότητα και εντερική απόφραξη
    Η δυσκοιλιότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εντερική απόφραξη. Δυσκοιλιότητα και εντερική απόφραξη έχουν αναφερθεί με κουετιαπίνη (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Συμπεριλαμβανονται αναφορές θανατηφόρων περιστατικών σε ασθενείς οι οποίοι βρίσκονατι σε μεγαλύτερο κίνδυνο εντερικής απόφραξης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων οι οποίοι λαμβάνουν πολλαπλά συγχορηγούμενα σκευάσματα/φάρμακα τα οποία μειώνουν την κινητικότητα του εντέρου και μπορεί ή δεν μπορεί να αναφερθούν συμπτώματα δυσκοιλοιότητος.
  • Φλεβική θρομβοεμβολή (VTE)
    Κατά τη χρήση αντιψυχωσικών φαρμάκων έχουν αναφερθεί περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE). Εφόσον οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικά εμφανίζουν συχνά επίκτητους παράγοντες κινδύνου για VTE, θα πρέπει να προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου εμφάνισης VTE πριν από και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κουετιαπίνη και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
  • Παγκρεατίτιδα
    Έχει αναφερθεί παγκρεατίτιδα σε κλινικές μελέτες και κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία. Στις μετεγκριτικές αναφορές, ενώ δεν είχαν όλα τα περιστατικά παράγοντες κινδύνου, πολλοί ασθενείς είχαν παράγοντες οι οποίοι είναι γνωστό ότι σχετίζονται με παγκρεατίτιδα, όπως αυξημένα τριγλυκερίδια (βλ. Λιπίδια), χολολιθίαση και κατανάλωση οινοπνεύματος.
  • Επιπρόσθετες πληροφορίες
    Τα δεδομένα για την κουετιαπίνη σε συνδυασμό με divalproex ή λίθιο στα οξέα μέτρια έως σοβαρά επεισόδια μανίας είναι περιορισμένα. Ωστόσο, η συνδυαστική θεραπεία ήταν καλά ανεκτή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Τα δεδομένα κατέδειξαν αθροιστική επίδραση κατά την εβδομάδα 3.
  • Λακτόζη
    Το Quetiapine / Actavis περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνιες κληρονομικές διαταραχές δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη)
    Αντένδειξη
    Αύξηση της AUC της κουετιαπίνης κατά 5-8 φορές.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται η ταυτόχρονη χρήση. Αποφυγή χυμού γκρέιπφρουτ.
  • Επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη)
    Προσοχή
    Σημαντική αύξηση της κάθαρσης της κουετιαπίνης (καρβαμαζεπίνη: ~13%, φαινυτοΐνη: ~450%). Μείωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα.
    ΣύστασηΈναρξη θεραπείας με κουετιαπίνη μόνο εάν τα οφέλη υπερισχύουν των κινδύνων. Σταδιακή αλλαγή ή αντικατάσταση του επαγωγέα (π.χ. με βαλπροϊκό νάτριο).
  • Ιμιπραμίνη (CYP 2D6 αναστολέας)
    Παρακολούθηση
    Καμία σημαντική μεταβολή της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης.
  • Φλουοξετίνη (CYP 3A4 & CYP 2D6 αναστολέας)
    Παρακολούθηση
    Καμία σημαντική μεταβολή της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης.
  • Παρακολούθηση
    Καμία σημαντική μεταβολή της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης.
  • Παρακολούθηση
    Καμία σημαντική μεταβολή της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης.
  • Παρακολούθηση
    Αύξηση της κάθαρσης της κουετιαπίνης κατά ~70%.
  • Παρακολούθηση
    Καμία σημαντική μεταβολή της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης.
  • Παρακολούθηση
    Καμία σημαντική μεταβολή της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης. Αυξημένη συχνότητα εξωπυραμιδικών εκδηλώσεων, υπνηλία, αύξηση βάρους.
  • Βαλπροϊκό νάτριο
    Παρακολούθηση
    Καμία κλινικά σχετική μεταβολή της φαρμακοκινητικής. Αυξημένη συχνότητα λευκοπενίας και ουδετεροπενίας σε συνδυασμό σε παιδιά/εφήβους.
  • Κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα και αλκοόλ
    Προσοχή
    Απαιτείται προσοχή λόγω κύριων επιδράσεων στο ΚΝΣ.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχές ή αυξάνουν το διάστημα QT
    Προσοχή
    Απαιτείται προσοχή.
sick
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
  • Λευκοπενία
  • Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
  • Αυξημένα ηωσινόφιλα
  • Θρομβοκυτταροπενία
  • Αναιμία
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Ουδετεροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Υπερευαισθησία (περιλαμβανομένων δερματικών αλλεργικών αντιδράσεων)
  • Αναφυλακτική αντίδραση
Ενδοκρινικές διαταραχές
  • Υπερπρολακτιναιμία
  • μειωμένη ολική Τ
  • μειωμένη ελεύθερη Τ
  • μειωμένη ολική Τ
  • αυξημένη TSH
  • Μειωμένη ελεύθερη Τ
  • Υποθυρεοειδισμός
  • Απρόσφορη έκκριση διουρητικής ορμόνης
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων ορού
  • Αυξημένη ολική χοληστερόλη (κυρίως LDL χοληστερόλη)
  • Μειωμένη HDL χοληστερόλη
  • Αύξηση σωματικού βάρους
  • Αυξημένη όρεξη
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος σε υπεργλυκαιμικά επίπεδα
  • Υπονατριαιμία
  • Σακχαρώδης διαβήτης
  • Μεταβολικό σύνδρομο
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Ανώμαλα όνειρα και εφιάλτες
  • Αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονική συμπεριφορά
  • Υπνοβασία και σχετικές αντιδράσεις όπως παραμιλητό και σχετιζόμενη με τον ύπνο διαταραχή πρόσληψης τροφής
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ζάλη
  • Υπνηλία
  • Κεφαλαλγία
  • Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
  • Δυσαρθρία
  • Επιληπτική κρίση
  • Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών
  • Όψιμη δυσκινησία
  • Συγκοπή
Καρδιακές διαταραχές
  • Ταχυκαρδία
  • Αίσθημα παλμών
  • Παρατεταμένο διάστημα QT
  • Βραδυκαρδία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Θολή όραση
Αγγειακές διαταραχές
  • Ορθοστατική υπόταση
  • Φλεβική θρομβοεμβολή
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Δύσπνοια
  • Ρινίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Ξηροστομία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Δυσπεψία
  • Έμετος
  • Δυσφαγία
  • Παγκρεατίτιδα
  • Εντερική απόφραξη/Ιλεός
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Αυξημένα επίπεδα αλανίνης (ALT)
  • Αυξημένα επίπεδα γ-GT
  • Αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρασφεράσης στον ορό (AST)
  • Ίκτερος
  • Ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αγγειοοίδημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Πολύμορφο ερύθημα
Μυοσκελετικές διαταραχές και διαταραχές του συνδετικού ιστού
  • Ραβδομυόλυση
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Κατακράτηση ούρων
Καταστάσεις της κύησης, της λοχίας και της περιγεννητικής περιόδου
  • Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Σεξουαλική δυσλειτουργία
  • Πριαπισμός
  • Γαλακτόρροια
  • Οίδημα μαστών
  • Διαταραχή εμμηνορρυσίας
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Συμπτώματα στέρησης
  • Ήπια εξασθένηση
  • Περιφερικό οίδημα
  • Ευερεθιστότητα
  • Πυρεξία
  • Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
Έρευνες
  • Αυξήσεις της κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος
Παιδιά και έφηβοι - Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • Αυξημένη προλατίνη
Παιδιά και έφηβοι - Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Αυξημένη όρεξη
Παιδιά και έφηβοι - Διαταραχές του Νευρικού συστήματος
  • Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
  • Συγκοπή
Παιδιά και έφηβοι - Αγγειακές διαταραχές
  • Αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης
Παιδιά και έφηβοι - Αναπνευστικές, θωρακικές και μεσοθωρακικές διαταραχές
  • Ρινίτιδα
Παιδιά και έφηβοι - Γαστρεντερικές διαταραχές
  • Έμετος
Παιδιά και έφηβοι - Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Ευερεθιστότητα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
    Πολύ συχνές
  • Λευκοπενία
    Συχνές
  • Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
    Όχι συχνές
  • Αυξημένα ηωσινόφιλα
    Όχι συχνές
  • Θρομβοκυτταροπενία
    Σπάνιες
  • Αναιμία
    Σπάνιες
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Σπάνιες
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Πολύ σπάνιες
  • Ουδετεροπενία
    Άγνωστης συχνότητας
  • Υπερευαισθησία (περιλαμβανομένων δερματικών αλλεργικών αντιδράσεων)
    Ανοσοποιητικό σύστημα
    Όχι συχνές
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Υπερπρολακτιναιμία
    Ενδοκρινικές διαταραχές
    Συχνές
  • μειωμένη ολική Τ , μειωμένη ελεύθερη Τ , μειωμένη ολική Τ , αυξημένη TSH
    Ενδοκρινικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη ελεύθερη Τ
    Ενδοκρινικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Υποθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Απρόσφορη έκκριση διουρητικής ορμόνης
    Ενδοκρινικές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων ορού
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη ολική χοληστερόλη (κυρίως LDL χοληστερόλη)
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη HDL χοληστερόλη
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη όρεξη
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Συχνές
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος σε υπεργλυκαιμικά επίπεδα
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Όχι συχνές
  • Σακχαρώδης διαβήτης
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Όχι συχνές
  • Μεταβολικό σύνδρομο
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Σπάνιες
  • Ανώμαλα όνειρα και εφιάλτες
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονική συμπεριφορά
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Υπνοβασία και σχετικές αντιδράσεις όπως παραμιλητό και σχετιζόμενη με τον ύπνο διαταραχή πρόσληψης τροφής
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ζάλη
    Νευρικό σύστημα
    Πολύ συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό σύστημα
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό σύστημα
    Πολύ συχνές
  • Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
    Νευρικό σύστημα
    Συχνές
  • Δυσαρθρία
    Νευρικό σύστημα
    Όχι συχνές
  • Επιληπτική κρίση
    Νευρικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών
    Νευρικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Όψιμη δυσκινησία
    Νευρικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Συγκοπή
    Νευρικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Παρατεταμένο διάστημα QT
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Θολή όραση
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Φλεβική θρομβοεμβολή
    Αγγειακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό, θώρακας, μεσοθωράκιο
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό, θώρακας, μεσοθωράκιο
    Μη συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσφαγία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Εντερική απόφραξη/Ιλεός
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αυξημένα επίπεδα αλανίνης (ALT)
    Ήπαρ και χοληφόρα
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα γ-GT
    Ήπαρ και χοληφόρα
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρασφεράσης στον ορό (AST)
    Ήπαρ και χοληφόρα
    Σπάνιες
  • Ίκτερος
    Ήπαρ και χοληφόρα
    Σπάνιες
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ και χοληφόρα
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα και υποδόριος ιστός
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα και υποδόριος ιστός
    Πολύ σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα και υποδόριος ιστός
    Άγνωστης συχνότητας
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα και υποδόριος ιστός
    Άγνωστης συχνότητας
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
    Πολύ σπάνιες
  • Κατακράτηση ούρων
    Νεφροί και ουροφόρες οδοί
    Όχι Συχνές
  • Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών
    Κύηση, λοχεία, περιγεννητική περίοδος
    Άγνωστης συχνότητας
  • Σεξουαλική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
    Όχι συχνές
  • Πριαπισμός
    Αναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
    Σπάνιες
  • Γαλακτόρροια
    Αναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
    Σπάνιες
  • Οίδημα μαστών
    Αναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
    Σπάνιες
  • Διαταραχή εμμηνορρυσίας
    Αναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
    Σπάνιες
  • Συμπτώματα στέρησης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Ήπια εξασθένηση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Ευερεθιστότητα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • Αυξήσεις της κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος
    Έρευνες
    Σπάνιες
  • Αυξημένη προλατίνη
    Παιδιά και έφηβοι - Ενδοκρινικό σύστημα
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη όρεξη
    Παιδιά και έφηβοι - Μεταβολισμός και θρέψη
    Πολύ συχνές
  • Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
    Παιδιά και έφηβοι - Νευρικό σύστημα
    Πολύ συχνές
  • Συγκοπή
    Παιδιά και έφηβοι - Νευρικό σύστημα
    Συχνές
  • Αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης
    Παιδιά και έφηβοι - Αγγειακές διαταραχές
    Πολύ συχνές
  • Ρινίτιδα
    Παιδιά και έφηβοι - Αναπνευστικό, θώρακας, μεσοθωράκιο
    Συχνές
  • Έμετος
    Παιδιά και έφηβοι - Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ευερεθιστότητα
    Παιδιά και έφηβοι - Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
pregnant_woman
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της κουετιαπίνης κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης εγκυμοσύνης δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Έως τώρα δεν υπάρχουν ενδείξεις βλαβερής επίδρασης σε δοκιμασίες σε πειραματόζωα, δεν έχουν όμως εξεταστεί οι πιθανές επιδράσεις στα μάτια των εμβρύων. Επομένως, η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων. Μετά από κυήσεις κατά τη διάρκεια των οποίων είχε χρησιμοποιηθεί κουετιαπίνη, παρατηρήθηκαν συμπτώματα στερητικού συνδρόμου στα νεογνά. Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά, περιλαμβανομένης της κουετιαπίνης, κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, υπόκεινται σε κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή συμπτωμάτων στερητικού συνδρόμου, που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά τη γέννηση. Υπάρχουν αναφορές διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής πρόσληψης τροφής. Κατά συνέπεια, τα νεογέννητα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Υπάρχουν δημοσιευμένες αναφορές απέκκρισης της κουετιαπίνης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, ωστόσο ο βαθμός απέκκρισης δεν ήταν σταθερός. Συνεπώς, οι γυναίκες που θηλάζουν θα πρέπει να καθοδηγούνται να αποφεύγουν τον θηλασμό για όσο διάστημα λαμβάνουν κουετιαπίνη.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η αντιψυχωσική δράση της ολανζαπίνης πιθανότατα οφείλεται σε συνδυασμό ανταγωνισμού στους υποδοχείς D2 στην μεσοlimbic οδό και στους υποδοχείς 5HT2A στον μετωπιαίο φλοιό. Ο ανταγωνισμός στους υποδοχείς D2 ανακουφίζει τα θετικά…
monitor_heart
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικά Κωδικός ATC: N 05 AH 04 Μηχανισμός δράσης Η κουετιαπίνη είναι ένας άτυπος αντιψυχωσικός παράγοντας. Η κουετιαπίνη και ο δραστικός μεταβολίτης νορκουετιαπίνη στο ανθρώπινο πλάσμα…

biotech
SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS

Φαρμακοκινητική

expand_more

Φαρμακοκινητική Απορρόφηση Η κουετιαπίνη απορροφάται καλά και μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό μετά από χορήγηση από το στόμα. Η βιοδιαθεσιμότητα της κουετιαπίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη χορήγηση μαζί με τροφή. Η μέγιστη μοριακή συγκέντρωση σε…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η ολανζαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 40% της χορηγηθείσας δόσης, κυρίως μέσω της δραστηριότητας των ενζύμων γλυκουρονιδίωσης και του συστήματος κυτοχρώματος P450. Από το σύστημα CYP, τα κύρια…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more

Δοσολογία

Υπάρχουν διαφορετικά δοσολογικά σχήματα για κάθε ένδειξη. Ως εκ τούτου πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι ασθενείς λαμβάνουν σαφείς πληροφορίες σχετικά με την κατάλληλη δοσολογία για τη νόσο τους.

Ενήλικες

  • Για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας Το Quetiapine / Actavis θα πρέπει να χορηγείται δύο φορές την ημέρα. Η συνολική ημερήσια δόση για τις πρώτες 4 ημέρες θεραπείας είναι 50 mg (Ημέρα 1), 100 mg (Ημέρα 2), 200 mg (Ημέρα 3) και 300 mg (Ημέρα 4). Από την Ημέρα 4 και μετά, η δόση θα πρέπει να τιτλοποιείται έως το σύνηθες αποτελεσματικό δοσολογικό εύρος από 300 έως 450 mg κουετιαπίνης ανά ημέρα. Ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανεκτικότητα του κάθε ασθενούς, η δόση μπορεί να ρυθμίζεται εντός του εύρους από 150 έως 750 mg κουετιαπίνης ανά ημέρα.

  • Για τη θεραπεία των μέτριων έως σοβαρών επεισοδίων μανίας που σχετίζονται με διπολική διαταραχή Το Quetiapine / Actavis θα πρέπει να χορηγείται δύο φορές την ημέρα. Η συνολική ημερήσια δόση για τις πρώτες τέσσερις ημέρες θεραπείας είναι 100 mg (Ημέρα 1), 200 mg (Ημέρα 2), 300 mg (Ημέρα 3) και 400 mg (Ημέρα 4). Περαιτέρω ρυθμίσεις της δοσολογίας έως και τα 800 mg κουετιαπίνης ανά ημέρα έως την Ημέρα 6 θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε βήματα όχι μεγαλύτερα των 200 mg ανά ημέρα. Η δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανεκτικότητα του κάθε ασθενούς, εντός του εύρους από 200 έως 800 mg ανά ημέρα. Η συνήθης αποτελεσματική δόση βρίσκεται εντός του εύρους από 400 έως 800 mg ανά ημέρα.

  • Για τη θεραπεία των καταθλιπτικών επεισοδίων στη διπολική διαταραχή Το Quetiapine / Actavis θα πρέπει να χορηγείται μία φορά την ημέρα κατά την κατάκλιση. Η συνολική ημερήσια δόση για τις πρώτες τέσσερις ημέρες θεραπείας είναι 50 mg (Ημέρα 1), 100 mg (Ημέρα 2), 200 mg (Ημέρα 3) και 300 mg (Ημέρα 4). Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 300 mg. Σε κλινικές μελέτες, δεν έχει παρατηρηθεί επιπρόσθετο όφελος στην ομάδα της δόσης 600 mg σε σύγκριση με την ομάδα της δόσης 300 mg (βλ. παράγραφο 5.1). Μεμονωμένοι ασθενείς μπορεί να αποκομίσουν όφελος από μία δόση 600 mg. Η χορήγηση δόσεων υψηλότερων από 300 mg θα πρέπει να ξεκινά από γιατρούς με πείρα στην αντιμετώπιση της διπολικής διαταραχής. Σε μεμονωμένους ασθενείς, στην περίπτωση ύπαρξης ζητημάτων ανοχής, οι κλινικές μελέτες έχουν υποδείξει ότι θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης στο κατώτατο επίπεδο των 200 mg.

  • Για την πρόληψη της υποτροπής στη διπολική διαταραχή Για την πρόληψη της υποτροπής των επεισοδίων μανίας, κατάθλιψης ή των μικτών επεισοδίων στη διπολική διαταραχή, οι ασθενείς που έχουν ανταποκριθεί στην κουετιαπίνη για την οξεία θεραπεία της διπολικής διαταραχής θα πρέπει να συνεχίζουν τη θεραπεία στην ίδια δόση. Η δόση μπορεί να ρυθμίζεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανεκτικότητα του κάθε ασθενούς, εντός του εύρους από 300 έως 800 mg/ημέρα, με τη χορήγηση να πραγματοποιείται δύο φορές την ημέρα. Είναι σημαντικό να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για θεραπεία συντήρησης.

Ηλικιωμένοι

Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά και αντικαταθλιπτικά, η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στους ηλικιωμένους, ιδιαίτερα κατά την αρχική περίοδο δοσολόγησης. Ο ρυθμός τιτλοποίησης της κουετιαπίνης μπορεί να χρειαστεί να είναι βραδύτερος και η ημερήσια θεραπευτική δόση χαμηλότερη από εκείνη που χρησιμοποιείται για τους νεότερους ασθενείς, ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανοχή κάθε ασθενούς. Η μέση κάθαρση της κουετιαπίνης στο πλάσμα ηλικιωμένων ασθενών παρουσίασε μείωση κατά 30% έως 50% σε ηλικιωμένους ασθενείς συγκρινόμενη με αυτή των νεότερων ασθενών. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχουν αξιολογηθεί σε ασθενείς άνω των 65 ετών με επεισόδια κατάθλιψης στο πλαίσιο της διπολικής διαταραχής.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Το Quetiapine / Actavis δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών λόγω της έλλειψης δεδομένων για την υποστήριξη της χρήσης σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Τα διαθέσιμα στοιχεία από ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες της κουετιαπίνης παρουσιάζονται στις παραγράφους 4.4, 4.8, 5.1 και 5.2.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται κάποια ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Ηπατική δυσλειτουργία

Η κουετιαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ. Συνεπώς, η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή ηπατική δυσλειτουργία, ιδιαίτερα κατά την αρχική περίοδο δοσολόγησης. Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να λαμβάνουν αρχική δόση 25 mg ανά ημέρα. Η δόση μπορεί να αυξάνεται με προσαυξήσεις των 25-50 mg/ημέρα μέχρι την επίτευξη της αποτελεσματικής δόσης, ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανοχή κάθε ασθενούς.

Τρόπος χορήγησης

Το Quetiapine / Actavis μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή.

block

Αντενδείξεις

SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα, που παρατίθενται στην παράγραφο 6.1. Η συγχορήγηση αναστολέων του κυτοχρώματος P450 3A4, όπως οι αναστολείς της HIV πρωτεάσης, οι αντιμυκητιασικοί παράγοντες αζόλης, η ερυθρομυκίνη, η κλαριθρομυκίνη και η νεφαζοδόνη, αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.5).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more

Επειδή η κουετιαπίνη έχει αρκετές ενδείξεις, το προφίλ ασφάλειας πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με τη διάγνωση κάθε ασθενούς και τη δόση που χορηγείται.

Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας από 10 έως 17 ετών)

Το Quetiapine / Actavis δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών λόγω της έλλειψης δεδομένων για την υποστήριξη της χρήσης σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Κλινικές μελέτες της κουετιαπίνης έχουν καταδείξει ότι επιπροσθέτως του γνωστού προφίλ ασφαλείας που έχει ταυτοποιηθεί σε ενήλικες (βλ. παράγραφο 4.8), συγκεκριμένες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν με υψηλότερη συχνότητα σε παιδιά και εφήβους σε σύγκριση με τους ενήλικες (αυξημένη όρεξη, αυξήσεις των επιπέδων προλακτίνης ορού και εξωπυραμιδικά συμπτώματα) και παρατηρήθηκε μία ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν είχε παρατηρηθεί στο παρελθόν σε μελέτες σε ενήλικες (αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης). Έχουν επίσης παρατηρηθεί διαταραχές στα αποτελέσματα των εξετάσεων θυρεοειδούς λειτουργίας σε παιδιά και εφήβους. Επιπροσθέτως, οι μακροχρόνιες επιπτώσεις ασφαλείας της θεραπείας με κουετιαπίνη στην ανάπτυξη και την ωρίμανση δεν έχουν μελετηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 26 εβδομάδων. Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις για τη γνωστική και συμπεριφορική ανάπτυξη δεν είναι γνωστές. Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες σε παιδιά και εφήβους ασθενείς που έλαβαν κουετιαπίνη, η κουετιαπίνη σχετίστηκε με αυξημένη επίπτωση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (EPS) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία για σχιζοφρένεια και διπολική μανία (βλ. παράγραφο 4.8).

Αυτοκτονία / αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωση

Η κατάθλιψη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας (συμβάματα σχετιζόμενα με αυτοκτονία). Αυτός ο κίνδυνος εμμένει έως ότου σημειωθεί σημαντική ύφεση. Καθώς μπορεί να μη σημειωθεί βελτίωση κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων ή περισσότερων εβδομάδων θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά έως την εμφάνιση μίας τέτοιας βελτίωσης. Αποτελεί γενική κλινική πείρα ότι ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί στα αρχικά στάδια της ανάρρωσης. Επιπροσθέτως, οι γιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τον πιθανό κίνδυνο εμφάνισης σχετιζόμενων με αυτοκτονία συμβαμάτων μετά από απότομη διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη λόγω των γνωστών παραγόντων κινδύνου για τη νόσο που αντιμετωπίζεται. Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες συνταγογραφείται η κουετιαπίνη μπορεί επίσης να συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, αυτές οι καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια. Για το λόγο αυτό, οι ίδιες προφυλάξεις που τηρούνται κατά τη θεραπεία ασθενών με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια, πρέπει να τηρούνται και κατά τη θεραπεία ασθενών με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές. Ασθενείς με ιστορικό επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία, ή εκείνοι που παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό ιδεασμό πριν την έναρξη της θεραπείας, είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αποπειρών αυτοκτονίας και γι αυτό πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μία μετα-ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών με αντικαταθλιπτικά φάρμακα σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 25 ετών. Η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να συνδυάζεται με στενή παρακολούθηση των ασθενών και ιδιαίτερα αυτών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δοσολογία. Οι ασθενείς (και εκείνοι που φροντίζουν τους ασθενείς) πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης για οποιαδήποτε κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και ασυνήθιστες αλλαγές στη συμπεριφορά και να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή άμεσα εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα. Σε μικρότερης διάρκειας ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες ασθενών με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική διαταραχή παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης συμβαμάτων σχετιζόμενων με αυτοκτονία σε νεαρούς ενήλικες ασθενείς (ηλικίας μικρότερης των 25 ετών) που ήταν υπό θεραπεία με κουετιαπίνη σε σύγκριση με εκείνους υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο (3,0% έναντι 0%, αντίστοιχα).

Εξωπυραμιδικά συμπτώματα

Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες σε ενήλικες ασθενείς, η κουετιαπίνη σχετίστηκε με αυξημένη εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (EPS) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία για μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε έδαφος διπολικής διαταραχής (βλ. παράγραφο 4.8 και 5.1). Η χρήση της κουετιαπίνης συσχετίστηκε με την ανάπτυξη ακαθησίας, που χαρακτηρίζεται από μια υποκειμενικά δυσάρεστη ή δυσφορική ανησυχία και ανάγκη για συχνή κίνηση, συνοδευόμενη από αδυναμία του ατόμου να καθίσει ή να σταθεί ακίνητο. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί μέσα στις πρώτες εβδομάδες θεραπείας. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν αυτά τα συμπτώματα, η αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.

Όψιμη δυσκινησία

Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής της χορήγησης της κουετιαπίνης. Τα συμπτώματα της όψιμης δυσκινησίας μπορούν να επιδεινωθούν ή ακόμη και να προκύψουν μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).

Υπνηλία και ζάλη

Η θεραπεία με κουετιαπίνη έχει σχετιστεί με υπνηλία και σχετιζόμενα συμπτώματα, όπως καταστολή (βλ. παράγραφο 4.8). Σε κλινικές μελέτες για τη θεραπεία ασθενών με διπολική κατάθλιψη, η εμφάνιση υπνηλίας παρατηρείτο συνήθως εντός των πρώτων 3 ημερών της θεραπείας και ήταν κατά κύριο λόγο ήπιας έως μέτριας βαρύτητας. Οι ασθενείς με διπολική κατάθλιψη που εμφανίζουν υπνηλία βαριάς μορφής μπορεί να χρήζουν συχνότερης επικοινωνίας για ένα μέγιστο χρονικό διάστημα 2 εβδομάδων από την εμφάνιση της υπνηλίας ή έως ότου τα συμπτώματα βελτιωθούν, και μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας. Η θεραπεία με κουετιαπίνη έχει συσχετιστεί με ορθοστατική υπόταση και σχετική ζάλη (βλέπε παράγραφο 4.8) τα οποία, όπως και στην περίπτωση της υπνηλίας, έχουν έναρξη συνήθως κατά την αρχική περίοδο τιτλοποίησης της δόσης. Αυτό μπορεί να αυξήσει τα περιστατικά τυχαίων τραυματισμών (πτώσεις), ιδιαίτερα στον ηλικιωμένο πληθυσμό. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται να είναι προσεκτικοί μέχρι να εξοικειωθούν με τις δυνητικές επιδράσεις της φαρμακευτικής αγωγής.

Καρδιαγγειακό

Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, αγγειακή εγκεφαλική νόσο ή άλλες παθήσεις που δημιουργούν προδιάθεση για υπόταση. Η κουετιαπίνη μπορεί να προκαλέσει ορθοστατική υπόταση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου τιτλοποίησης της δόσης και κατά συνέπεια θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή σταδιακής τιτλοποίησης εάν εκδηλωθεί ορθοστατική υπόταση. Θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης ενός θεραπευτικού σχήματος με βραδύτερη τιτλοποίηση σε ασθενείς με υποκείμενη καρδιαγγειακή νόσο.

Επιληπτικές κρίσεις

Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε διαφορά ως προς την επίπτωση επιληπτικών κρίσεων σε ασθενείς που λάμβαναν κουετιαπίνη ή εικονικό φάρμακο. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την επίπτωση των σπασμών σε ασθενείς με ιστορικό διαταραχής σπασμών. Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά, συνιστάται προσοχή κατά την αντιμετώπιση ασθενών με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων (βλ. παράγραφο 4.8).

Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο

Το κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο έχει σχετιστεί με την αντιψυχωσική θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της κουετιαπίνης (βλ. παράγραφο 4.8). Οι κλινικές εκδηλώσεις του περιλαμβάνουν την υπερθερμία, τη διαταραγμένη διανοητική κατάσταση, τη μυϊκή δυσκαμψία, την αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος και την αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση. Σε μία τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση της κουετιαπίνης και να παρέχεται η κατάλληλη ιατρική θεραπεία.

Σοβαρή ουδετεροπενία

Σοβαρή ουδετεροπενία (αριθμός ουδετεροφίλων <0,5 X 10 /l) έχει αναφερθεί, όχι συχνά, σε κλινικές μελέτες της κουετιαπίνης. Οι περισσότερες περιπτώσεις σοβαρής ουδετεροπενίας έχουν προκύψει εντός περίπου ενός ή δύο μηνών από την έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη. Δεν υπήρχε κατά τα φαινόμενα συσχετισμός με τη δόση. Από την πείρα μετά την κυκλοφορία του προϊόντος προκύπτει ότι σημειώθηκε υποχώρηση της λευκοπενίας ή/και της ουδετεροπενίας μετά τη διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη. Pιθανοί παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση ουδετεροπενίας περιλαμβάνουν τον προϋπάρχοντα χαμηλό αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων (WBC) και το ιστορικό φαρμακοεπαγόμενης ουδετεροπενίας. Η χορήγηση της κουετιαπίνης θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με αριθμό ουδετεροφίλων <1,0 X 10 /l. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση σημείων και συμπτωμάτων λοίμωξης, ενώ θα πρέπει επίσης να παρακολουθείται ο αριθμός των ουδετεροφίλων τους (έως ότου υπερβεί την τιμή 1,5 X 10 /l). (Βλ. παράγραφο 5.1). Η ουδετεροπενία θα πρέπει να εκτιμάται σε ασθενείς οι οποίοι παρουσιάζουν λοίμωξη ή πυρετό και ειδικά στην περίπτωση έλλειψης εμφανών προδιαθεσικών παραγόντων, και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με κατάλληλη κλινική πρακτική.

Αλληλεπιδράσεις

Ανατρέξτε επίσης στην Παράγραφο 4.5. Η συγχορήγηση της κουετιαπίνης με έναν ισχυρό επαγωγέα ηπατικών ενζύμων, όπως η καρβαμαζεπίνη ή η φαινυτοΐνη, θα μειώσει σημαντικά τις συγκεντρώσεις της κουετιαπίνης στο πλάσμα, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με κουετιαπίνη. Σε ασθενείς που λαμβάνουν έναν επαγωγέα ηπατικών ενζύμων, η έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη πρέπει να γίνεται μόνο όταν ο γιατρός εκτιμήσει ότι το όφελος της θεραπείας με κουετιαπίνη υπερισχύει του κινδύνου από τη διακοπή του επαγωγέα των ηπατικών ενζύμων. Είναι σημαντικό οποιαδήποτε αλλαγή του επαγωγέα να είναι σταδιακή και, εάν είναι απαραίτητο, να αντικαθίσταται από έναν μη-επαγωγέα (π.χ. βαλπροϊκό νάτριο).

Σωματικό βάρος

Η πρόσληψη σωματικού βάρους έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με κουετιαπίνη, και θα πρέπει να παρακολουθείται και να αντιμετωπίζεται όπως ενδείκνυται κλινικά σύμφωνα με τις χρησιμοποιούμενες αντιψυχωσικές κατευθυντήριες οδηγίες (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1).

Υπεργλυκαιμία

Η υπεργλυκαιμία ή/και η ανάπτυξη ή η παρόξυνση διαβήτη που σχετίζεται ενίοτε με κετοξέωση ή κώμα αναφέρθηκε σπάνια, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων θανατηφόρων περιστατικών (βλ. παράγραφο 4.8). Σε ορισμένες περιπτώσεις, είχε προηγουμένως αναφερθεί αύξηση του σωματικού βάρους, η οποία μπορεί να αποτελεί παράγοντα προδιάθεσης. Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες για τα χρησιμοποιούμενα αντιψυχωσικά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιονδήποτε αντιψυχωσικό παράγοντα, συμπεριλαμβανομένης της κουετιαπίνης, θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και αδυναμία) και οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για τυχόν επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης. Το σωματικό βάρος θα πρέπει επίσης να παρακολουθείται τακτικά.

Λιπίδια

Σε κλινικές μελέτες με κουετιαπίνη παρατηρήθηκε αύξηση των τριγλυκεριδίων, της LDL και της ολικής χοληστερόλης και μειώσεις της HDL χοληστερόλης (βλ. παράγραφο 4.8). Η διαχείριση των μεταβολών των λιπιδίων θα πρέπει να γίνεται με την κλινικά κατάλληλη μέθοδο.

Μεταβολικός κίνδυνος

Δεδομένων των μεταβολών στο σωματικό βάρος, τα επίπεδα γλυκόζης (βλέπε υπεργλυκαιμία) και τα επίπεδα των λιπιδίων που παρατηρούνται σε κλινικές μελέτες, οι ασθενείς (περιλαμβανομένων εκείνων με φυσιολογικές αρχικές τιμές) μπορεί να εμφανίσουν επιδείνωση του προφίλ μεταβολικού κινδύνου, γεγονός το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ενδείκνυται κλινικά (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).

Παράταση του διαστήματος QT

Σε κλινικές δοκιμές και όταν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος, η κουετιαπίνη δεν συσχετίστηκε με εμμένουσα αύξηση των απόλυτων διαστημάτων QT. Μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, παράταση του διαστήματος QT αναφέρθηκε με την κουετιαπίνη σε θεραπευτικές δόσεις (βλ. παράγραφο 4.8) και με υπερδοσολογία (βλ. παράγραφο 4.9). Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της κουετιαπίνης σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT. Επίσης, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της κουετιαπίνης είτε με φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν αύξηση του διαστήματος QT είτε με νευροληπτικά, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού διαστήματος QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία (βλ. παράγραφο 4.5).

Διακοπή

Μετά από απότομη διακοπή λήψης της κουετιαπίνης, παρατηρήθηκαν οξέα συμπτώματα στέρησης όπως αϋπνία, ναυτία, πονοκέφαλος, διάρροια, έμετος, ζάλη και ευερεθιστότητα. Συνιστάται η σταδιακή διακοπή σε διάστημα τουλάχιστον μίας έως δύο εβδομάδων (βλ. παράγραφο 4.8).

Ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια

Η κουετιαπίνη δεν είναι εγκεκριμένη για τη θεραπεία ψύχωσης σχετιζόμενη με άνοια. Παρατηρήθηκε περίπου τριπλάσια αύξηση του κινδύνου εμφάνισης των αγγειοεγκεφαλικών ανεπιθύμητων ενεργειών σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες στον πληθυσμό με άνοια, με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά. Ο μηχανισμός στον οποίο οφείλεται αυτός ο αυξημένος κίνδυνος δεν είναι γνωστός. Ένας αυξημένος κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί για άλλα αντιψυχωσικά ή άλλους πληθυσμούς ασθενών. Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε μία μετα-ανάλυση άτυπων αντιψυχωσικών, αναφέρθηκε ότι οι ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με εκείνους που λαμβάνουν εικονικό φάρμακο. Ωστόσο, σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες της κουετιαπίνης διάρκειας 10 εβδομάδων στον ίδιο πληθυσμό ασθενών (n=710, μέση ηλικία 83 έτη, εύρος: 56-99 έτη) η επίπτωση θνησιμότητας στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη ήταν 5,5% έναντι 3,2% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Οι ασθενείς σε αυτές τις μελέτες κατέληξαν από διάφορα αίτια που ήταν σύμφωνα με τα αναμενόμενα για αυτόν τον πληθυσμό. Τα δεδομένα αυτά δεν τεκμηριώνουν αιτιολογική σχέση μεταξύ της θεραπείας με κουετιαπίνη και του θανάτου σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια.

Δυσφαγία

Δυσφαγία (βλ. παράγραφο 4.8) έχει αναφερθεί με τη χρήση κουετιαπίνης. Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο για εισροφητική πνευμονία.

Δυσκοιλιότητα και εντερική απόφραξη

Η δυσκοιλιότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εντερική απόφραξη. Δυσκοιλιότητα και εντερική απόφραξη έχουν αναφερθεί με κουετιαπίνη (βλέπε παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Συμπεριλαμβανονται αναφορές θανατηφόρων περιστατικών σε ασθενείς οι οποίοι βρίσκονατι σε μεγαλύτερο κίνδυνο εντερικής απόφραξης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων οι οποίοι λαμβάνουν πολλαπλά συγχορηγούμενα σκευάσματα/φάρμακα τα οποία μειώνουν την κινητικότητα του εντέρου και μπορεί ή δεν μπορεί να αναφερθούν συμπτώματα δυσκοιλοιότητος.

Φλεβική θρομβοεμβολή (VTE)

Κατά τη χρήση αντιψυχωσικών φαρμάκων έχουν αναφερθεί περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE). Εφόσον οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικά εμφανίζουν συχνά επίκτητους παράγοντες κινδύνου για VTE, θα πρέπει να προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου εμφάνισης VTE πριν από και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κουετιαπίνη και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.

Παγκρεατίτιδα

Έχει αναφερθεί παγκρεατίτιδα σε κλινικές μελέτες και κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία. Στις μετεγκριτικές αναφορές, ενώ δεν είχαν όλα τα περιστατικά παράγοντες κινδύνου, πολλοί ασθενείς είχαν παράγοντες οι οποίοι είναι γνωστό ότι σχετίζονται με παγκρεατίτιδα, όπως αυξημένα τριγλυκερίδια (βλ. παράγραφο 4.4 Λιπίδια), χολολιθίαση και κατανάλωση οινοπνεύματος.

Επιπρόσθετες πληροφορίες

Τα δεδομένα για την κουετιαπίνη σε συνδυασμό με divalproex ή λίθιο στα οξέα μέτρια έως σοβαρά επεισόδια μανίας είναι περιορισμένα. Ωστόσο, η συνδυαστική θεραπεία ήταν καλά ανεκτή (βλ. παράγραφο 4.8 και 5.1). Τα δεδομένα κατέδειξαν αθροιστική επίδραση κατά την εβδομάδα 3.

Λακτόζη

Το Quetiapine / Actavis περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνιες κληρονομικές διαταραχές δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more

Αλληλεπιδράσεις

Με δεδομένες τις κύριες επιδράσεις της κουετιαπίνης στο κεντρικό νευρικό σύστημα, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με άλλα κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα και αλκοόλ.

Το κυτόχρωμα P450 (CYP) 3A4 είναι το ένζυμο που είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνο για τον μεσολαβούμενο από το κυτόχρωμα P450 μεταβολισμό της κουετιαπίνης. Σε μία μελέτη αλληλεπίδρασης σε υγιείς εθελοντές, η ταυτόχρονη χορήγηση κουετιαπίνης (δοσολογία 25 mg) με κετοκοναζόλη, ένας αναστολέας του CYP3A4, προκάλεσε μία αύξηση κατά 5 έως 8 φορές της AUC της κουετιαπίνης. Με βάση αυτό, η ταυτόχρονη χρήση της κουετιαπίνης με αναστολείς του CYP3A4 αντενδείκνυται. Δεν συνιστάται επίσης η κατανάλωση χυμού γκρέιπφρουτ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κουετιαπίνη.

Σε μία μελέτη πολλαπλών δόσεων σε ασθενείς για την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης χορηγούμενης πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με καρβαμαζεπίνη (ένας γνωστός επαγωγέας των ηπατικών ενζύμων), η συγχορήγηση με καρβαμαζεπίνη αύξησε σημαντικά την κάθαρση της κουετιαπίνης. Αυτή η αύξηση της κάθαρσης μείωσε τη συστηματική έκθεση στην κουετιαπίνη (όπως μετρήθηκε από την AUC) σε ένα μέσο όρο 13% της έκθεσης κατά τη διάρκεια της χορήγησης μόνο κουετιαπίνης, αν και μία μεγαλύτερη επίδραση παρατηρήθηκε σε ορισμένους ασθενείς. Ως συνέπεια αυτής της αλληλεπίδρασης μπορούν να προκύψουν χαμηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με κουετιαπίνη.

Η συγχορήγηση κουετιαπίνης και φαινυτοΐνης (ενός άλλου μικροσωματικού επαγωγέα ενζύμων) προκάλεσε πολύ αυξημένη κάθαρση της κουετιαπίνης κατά περίπου 450%. Σε ασθενείς που λαμβάνουν έναν επαγωγέα ηπατικών ενζύμων, η έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη θα πρέπει να γίνεται μόνο εάν ο γιατρός θεωρεί ότι τα οφέλη της κουετιαπίνης υπερισχύουν των κινδύνων διακοπής της απόσυρσης του επαγωγέα ηπατικών ενζύμων. Είναι σημαντικό οποιαδήποτε αλλαγή στον επαγωγέα να είναι σταδιακή και, εάν είναι απαραίτητο, να αντικαθίσταται από έναν μη επαγωγικό παράγοντα (π.χ. βαλπροϊκό νάτριο) (βλ. παράγραφο 4.4).

Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά εξαιτίας συγχορήγησης των αντικαταθλιπτικών ιμιπραμίνη (ένας γνωστός αναστολέας του CYP 2D6) ή φλουοξετίνη (ένας γνωστός αναστολέας του CYP 3A4 και του CYP 2D6).

Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά εξαιτίας συγχορήγησης των αντιψυχωσικών ρισπεριδόνη ή αλοπεριδόλη. Η ταυτόχρονη χορήγηση κουετιαπίνης και θειοριδαζίνης προκάλεσε αύξηση της κάθαρσης της κουετιαπίνης κατά περίπου 70%.

Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε μετά τη συγχορήγηση με σιμετιδίνη.

Η φαρμακοκινητική του λιθίου δεν μεταβλήθηκε κατά τη συγχορήγηση με κουετιαπίνη.

Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας 6-εβδομάδων, χορηγήθηκαν λίθιο και δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης κουετιαπίνης, έναντι του εικονικού σε ενήλικες ασθενείς με οξεία μανία, με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών σχετικών εκδηλώσεων (ιδιαίτερα τον τρόμο), υπνηλία, καθώς και αύξηση του σωματικού βάρους, παρατηρήθηκαν στην λιθίου add-on ομάδα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο add-on ομάδα (βλέπε παράγραφο 5.1).

Η φαρμακοκινητική του βαλπροϊκού νατρίου και της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκαν σε κλινικά σχετικό βαθμό κατά τη συγχορήγησή τους. Μία αναδρομική μελέτη σε παιδιά και εφήβους που έλαβαν βαλπροϊκό, κουετιαπίνη ή και τα δύο, βρήκε υψηλότερη συχνότητα λευκοπενίας και ουδετεροπενίας στο συνδυασμό σε σχέση με τις ομάδες μονοθεραπείας.

Δεν διατίθενται επίσημες μελέτες αλληλεπιδράσεων με ευρέως χρησιμοποιούμενα καρδιαγγειακά φαρμακευτικά προϊόντα.

Συνιστάται προσοχή όταν η κουετιαπίνη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχές ή ότι αυξάνουν το διάστημα QT.

Έχουν υπάρξει αναφορές ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων σε ενζυμικές ανοσοαναλύσεις για μεθαδόνη και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά σε ασθενείς που έχουν λάβει κουετιαπίνη. Συνιστάται επιβεβαίωση των αμφισβητούμενων αποτελεσμάτων ελέγχου μέσω ανοσοανάλυσης μέσω μίας κατάλληλης χρωματογραφικής τεχνικής.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων (ΑΕΦ) με κουετιαπίνη (10%) είναι υπνηλία, ζάλη, κεφαλαλγία, ξηροστομία, συμπτώματα απόσυρσης (διακοπής), αυξήσεις στα επίπεδα των τριγλυκεριδίων στον ορό, αυξήσεις στην ολική χοληστερόλη (κυρίως της LDL χοληστερόλης), μειώση της HDL χοληστερόλης, αύξηση βάρους, εξωπυραμιδικά συμπτώματα και μειωμένη αιμοσφαιρίνη.

Οι επιπτώσεις των ADR που σχετίζονται με τη θεραπεία κουετιαπίνης αναφέρονται στον πίνακα που ακολουθεί, σύμφωνα με το υπόδειγμα που συστήνεται από το Συμβούλιο Διεθνών Oργανισμών Iατρικών Eπιστημών (CIOMS III Working Group 1995).

Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων συμβάντων κατατάσσονται ως ακολούθως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), άγνωστης συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί η συχνότητα από τα διαθέσιμα δεδομένα).

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

  • Πολύ συχνές: Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
  • Συχνές: Λευκοπενία
  • Όχι συχνές: μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων, αυξημένα ηωσινόφιλα
  • Σπάνιες: Θρομβοκυτταροπενία, αναιμία, μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
  • Πολύ σπάνιες: Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Άγνωστης συχνότητας: Ουδετεροπενία

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

  • Όχι συχνές: Υπερευαισθησία (περιλαμβανομένων δερματικών αλλεργικών αντιδράσεων)
  • Πολύ σπάνιες: Αναφυλακτική αντίδραση

Ενδοκρινικές διαταραχές

  • Συχνές: Υπερπρολακτιναιμία
  • Όχι συχνές: μειωμένη ολική Τ , μειωμένη ελεύθερη Τ , μειωμένη ολική Τ , αυξημένη TSH
  • Σπάνιες: Μειωμένη ελεύθερη Τ , υποθυρεοειδισμός
  • Πολύ σπάνιες: Απρόσφορη έκκριση διουρητικής ορμόνης

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

  • Πολύ συχνές: Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων ορού, αυξημένη ολική χοληστερόλη (κυρίως LDL χοληστερόλη), μειωμένη HDL χοληστερόλη, αύξηση σωματικού βάρους
  • Συχνές: Αυξημένη όρεξη, αυξημένη γλυκόζη αίματος σε υπεργλυκαιμικά επίπεδα
  • Όχι συχνές: Υπονατριαιμία, σακχαρώδης διαβήτης
  • Σπάνιες: Μεταβολικό σύνδρομο

Ψυχιατρικές διαταραχές

  • Συχνές: Ανώμαλα όνειρα και εφιάλτες
  • Σπάνιες: αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονική συμπεριφορά, Υπνοβασία και σχετικές αντιδράσεις όπως παραμιλητό και σχετιζόμενη με τον ύπνο διαταραχή πρόσληψης τροφής

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

  • Πολύ συχνές: Ζάλη, υπνηλία, κεφαλαλγία
  • Συχνές: Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
  • Όχι συχνές: Δυσαρθρία
  • Σπάνιες: Επιληπτική κρίση, σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, όψιμη δυσκινησία
  • Πολύ σπάνιες: Συγκοπή

Καρδιακές διαταραχές

  • Συχνές: Ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών
  • Όχι συχνές: Παρατεταμένο διάστημα QT
  • Πολύ σπάνιες: Βραδυκαρδία

Οφθαλμικές διαταραχές

  • Συχνές: Θολή όραση

Αγγειακές διαταραχές

  • Συχνές: Ορθοστατική υπόταση
  • Σπάνιες: Φλεβική θρομβοεμβολή

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου

  • Συχνές: Δύσπνοια
  • Μη συχνές: Ρινίτιδα

Διαταραχές του γαστρεντερικού

  • Πολύ συχνές: Ξηροστομία
  • Συχνές: Δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, έμετος
  • Όχι συχνές: Δυσφαγία
  • Σπάνιες: Παγκρεατίτιδα
  • Πολύ σπάνιες: Εντερική απόφραξη/Ιλεός

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

  • Συχνές: Αυξημένα επίπεδα αλανίνης (ALT), αυξημένα επίπεδα γ-GT
  • Σπάνιες: Αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρασφεράσης στον ορό (AST), Ίκτερος, ηπατίτιδα

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

  • Πολύ σπάνιες: Αγγειοοίδημα, σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Άγνωστης συχνότητας: Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, Πολύμορφο ερύθημα

Μυοσκελετικές διαταραχές και διαταραχές του συνδετικού ιστού

  • Πολύ σπάνιες: Ραβδομυόλυση

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

  • Όχι Συχνές: Κατακράτηση ούρων

Καταστάσεις της κύησης, της λοχίας και της περιγεννητικής περιόδου

  • Άγνωστης συχνότητας: Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού

  • Όχι συχνές: Σεξουαλική δυσλειτουργία
  • Σπάνιες: Πριαπισμός, γαλακτόρροια, οίδημα μαστών, διαταραχή εμμηνορρυσίας

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

  • Πολύ συχνές: Συμπτώματα στέρησης
  • Συχνές: Ήπια εξασθένηση, περιφερικό οίδημα, ευερεθιστότητα, πυρεξία
  • Σπάνιες: Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο

Έρευνες

  • Σπάνιες: Αυξήσεις της κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος

Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 10 έως 17 ετών)

Οι ίδιες ADR που περιγράφονται πιο πάνω για τους ενήλικες θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν και για τα παιδιά και τους εφήβους. Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τις ADR που εμφανίζονται σε μία κατηγορία υψηλότερης συχνότητας σε παιδιά και εφήβους ασθενείς (ηλικίας 10-17 ετών) από ό,τι στον ενήλικο πληθυσμό ή τις ADR που δεν έχουν ταυτοποιηθεί στον ενήλικο πληθυσμό.

Πίνακας 2 ΑΕ σε παιδιά και έφηβους που σχετίζονται με τη θεραπεία με κουετιαπίνη οι οποίες συμβαίνουν σε υψηλότερη συχνότητα από αυτή των ενηλίκων ή δεν αναγνωρίζονται στον πληθυσμό των ενηλίκων.

  • Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Πολύ συχνές: Αυξημένη προλατίνη

  • Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Πολύ συχνές: Αυξημένη όρεξη

  • Διαταραχές του Νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Εξωπυραμιδικά συμπτώματα Συχνές: Συγκοπή

  • Αγγειακές διαταραχές Πολύ συχνές: Αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης

  • Αναπνευστικές, θωρακικές και μεσοθωρακικές διαταραχές Συχνές: Ρινίτιδα

  • Γαστρεντερικές διαταραχές Πολύ συχνές: Έμετος

  • Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές: Ευερεθιστότητα

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more

Κύηση

Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της κουετιαπίνης κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης εγκυμοσύνης δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Έως τώρα δεν υπάρχουν ενδείξεις βλαβερής επίδρασης σε δοκιμασίες σε πειραματόζωα, δεν έχουν όμως εξεταστεί οι πιθανές επιδράσεις στα μάτια των εμβρύων. Επομένως, η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων. Μετά από κυήσεις κατά τη διάρκεια των οποίων είχε χρησιμοποιηθεί κουετιαπίνη, παρατηρήθηκαν συμπτώματα στερητικού συνδρόμου στα νεογνά. Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά, περιλαμβανομένης της κουετιαπίνης, κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, υπόκεινται σε κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή συμπτωμάτων στερητικού συνδρόμου, που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά τη γέννηση. Υπάρχουν αναφορές διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής πρόσληψης τροφής. Κατά συνέπεια, τα νεογέννητα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Θηλασμός

Υπάρχουν δημοσιευμένες αναφορές απέκκρισης της κουετιαπίνης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, ωστόσο ο βαθμός απέκκρισης δεν ήταν σταθερός. Συνεπώς, οι γυναίκες που θηλάζουν θα πρέπει να καθοδηγούνται να αποφεύγουν τον θηλασμό για όσο διάστημα λαμβάνουν κουετιαπίνη.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικά Κωδικός ATC: N 05 AH 04

Μηχανισμός δράσης

Η κουετιαπίνη είναι ένας άτυπος αντιψυχωσικός παράγοντας. Η κουετιαπίνη και ο δραστικός μεταβολίτης νορκουετιαπίνη στο ανθρώπινο πλάσμα αλληλεπιδρούν με ένα μεγάλο εύρος υποδοχέων νευροδιαβιβαστών. Η κουετιαπίνη και η νορκουετιαπίνη εμφανίζουν συγγένεια με τους υποδοχείς σεροτονίνης (5HT ) και ντοπαμίνης D και D στον εγκέφαλο. Είναι ο συγκεκριμένος συνδυασμός ανταγωνισμού υποδοχέων με μία υψηλότερη εκλεκτικότητα για τους 5HT υποδοχείς σε σχέση με τους υποδοχείς ντοπαμίνης D που θεωρείται ότι συμβάλλει στις κλινικές αντιψυχωσικές ιδιότητες και τις λίγες εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες (EPS) που αποδίδονται στην κουετιαπίνη σε σύγκριση με τα τυπικά αντιψυχωσικά. Επιπροσθέτως, η νορκουετιαπίνη έχει υψηλή συγγένεια με τον µεταφορέα της νορεπινεφρίνης (NET). Η κουετιαπίνη και η νορκουετιαπίνη έχουν επίσης υψηλή συγγένεια με τους ισταμινεργικούς και αδρενεργικούς υποδοχείς α , με μικρότερη συγγένεια με τους αδρενεργικούς υποδοχείς α και τους υποδοχείς σεροτονίνης 5HT . Η κουετιαπίνη δεν εμφανίζει σημαντική συγγένεια με τους μουσκαρινικούς υποδοχείς ή τους βενζοδιαζεπινικούς υποδοχείς.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η κουετιαπίνη είναι δραστική σε εξετάσεις για αντιψυχωσική δραστηριότητα, όπως η εξέταση εξαρτημένης ανταπόκρισης σε δυσμενές ερέθισμα. Εμποδίζει επίσης τη δράση των αγωνιστών ντοπαμίνης, μετρούμενη είτε βάσει συμπεριφοράς είτε βάσει ηλεκτροφυσιολογίας, και αυξάνει τις συγκεντρώσεις του μεταβολίτη της ντοπαμίνης, ενός νευροχημικού δείκτη αποκλεισμού των υποδοχέων D2.

Σε προκλινικές εξετάσεις προγνωστικές για EPS, η κουετιαπίνη διαφέρει από τα τυπικά αντιψυχωσικά και έχει προφίλ άτυπου αντιψυχωσικού. Η κουετιαπίνη δεν προκαλεί υπερευαισθησία των υποδοχέων ντοπαμίνης D μετά από χρόνια χορήγηση. Η κουετιαπίνη προκαλεί μόνο ελαφρά καταληψία σε αποτελεσματικές δόσεις για τον αποκλεισμό των υποδοχέων ντοπαμίνης D . Η κουετιαπίνη παρουσιάζει εκλεκτικότητα για το μεταιχμιακό σύστημα, προκαλώντας αποπολωτικό αποκλεισμό των μεσομεταιχμιακών νευρώνων, και όχι των μελαινοραβδωτών ντοπαμινεργικών νευρώνων μετά από χρόνια χορήγηση. Η κουετιαπίνη φαίνεται να ευθύνεται ελάχιστα για τη δυστονία σε ευαισθητοποιημένους με αλοπεριδόλη ή πρωτοθεραπευόμενους πιθήκους Cebus μετά από οξεία και χρόνια χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.8).

Κλινική Αποτελεσματικότητα

  • Σχιζοφρένεια Σε τρεις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες, στις οποίες συμμετείχαν ασθενείς με σχιζοφρένεια και στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν διάφορες δόσεις κουετιαπίνης, δεν υπήρξαν διαφορές μεταξύ των ομάδων της κουετιαπίνης και του εικονικού φαρμάκου ως προς την επίπτωση των EPS ή την ταυτόχρονη χρήση αντιχολινεργικών. Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, στην οποία χορηγήθηκαν σταθερές δόσεις κουετιαπίνης στο εύρος 75 έως 750 mg/ημέρα, δεν παρατηρήθηκε καμία αύξηση των EPS ή την ταυτόχρονη χρήση αντιχολινεργικών. Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης για την πρόληψη των υποτροπών σχιζοφρένειας δεν έχει επαληθευτεί σε τυφλές κλινικές δοκιμές. Σε ανοιχτές δοκιμές, σε ασθενείς με σχιζοφρένεια, η κουετιαπίνη ήταν αποτελεσματική στη διατήρηση της κλινικής βελτίωσης κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης θεραπείας σε ασθενείς που εμφάνισαν αρχική ανταπόκριση στη θεραπεία, γεγονός που υποδηλώνει κάποια μακροχρόνια αποτελεσματικότητα.

  • Διπολική διαταραχή Σε τέσσερις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες, οι οποίες αξιολογούσαν δόσεις κουετιαπίνης έως και 800 mg/ημέρα για τη θεραπεία μέτριων έως σοβαρών επεισοδίων μανίας, δύο ως μονοθεραπεία και ως συνδυαστική θεραπεία στο λίθιο ή το divalproex, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας της κουετιαπίνης και του εικονικού φαρμάκου ως προς την επίπτωση των EPS ή την ταυτόχρονη χρήση αντιχολινεργικών. Στη θεραπεία μέτριων έως σοβαρών επεισοδίων μανίας, η κουετιαπίνη κατέδειξε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ως προς τη μείωση των συμπτωμάτων μανίας την εβδομάδα 3 και 12, σε δύο μελέτες μονοθεραπείας. Δεν υπάρχουν δεδομένα από μακροχρόνιες μελέτες που να υποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα της κουετιαπίνης να προλαμβάνει επακόλουθα επεισόδια μανίας ή κατάθλιψης. Τα δεδομένα για την κουετιαπίνη σε συνδυασμό με το divalproex ή το λίθιο σε οξεία μέτρια έως σοβαρά επεισόδια μανίας κατά τις 3 και 6 εβδομάδες είναι περιορισμένα, εντούτοις η συνδυαστική θεραπεία έγινε καλά ανεκτή. Τα δεδομένα κατέδειξαν προσθετική επίδραση περίπου την εβδομάδα 3. Σε μία δεύτερη μελέτη δεν καταδείχθηκε προσθετική επίδραση κατά την εβδομάδα 6. Η μέση διάμεση δόση της κουετιαπίνης την τελευταία εβδομάδα σε ανταποκριθέντες ασθενείς ήταν περίπου 600 mg και περίπου το 85% των ανταποκριθέντων ασθενών βρίσκονταν στο δοσολογικό εύρος των 400 έως 800 mg ανά ημέρα. Σε 4 κλινικές μελέτες με διάρκεια 8 εβδομάδων σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρά καταθλιπτικά επεισόδια στη διπολική διαταραχή τύπου Ι ή τύπου ΙΙ, η ενδιάμεσης απελευθέρωσης κουετιαπίνη 300 mg και 600 mg ήταν σημαντικά ανώτερη έναντι του εικονικού φαρμάκου για τις ακόλουθες παραμέτρους έκβασης: μέση βελτίωση στην MADRS και για ανταπόκριση που ορίζεται ως μία κατά τουλάχιστον 50% βελτίωση στη συνολική βαθμολογία της MADRS από την έναρξη της μελέτης. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαφορά ως προς την ένταση της επίδρασης μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν 300 mg κουετιαπίνης άμεσης απελευθέρωσης και εκείνων που λαμβάνουν δόση 600 mg. Στη φάση συνέχισης σε δύο από αυτές τις μελέτες, καταδείχθηκε ότι η μακροχρόνια θεραπεία, σε ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στην κουετιαπίνη άμεσης απελευθέρωσης 300 ή 600 mg, ήταν αποτελεσματική σε σύγκριση με τη θεραπεία με το εικονικό φάρμακο σε σχέση με τα καταθλιπτικά συμπτώματα, αλλά όχι σε σχέση με τα συμπτώματα μανίας. Σε δύο μελέτες πρόληψης της επανεμφάνισης που αξιολόγησαν την κουετιαπίνη σε συνδυασμό με σταθεροποιητές της διάθεσης, σε ασθενείς με μανιακά, καταθλιπτικά ή μικτά επεισόδια, ο συνδυασμός με κουετιαπίνη ήταν ανώτερος της μονοθεραπείας με σταθεροποιητές της διάθεσης ως προς την αύξηση του χρόνου έως την επανεμφάνιση οποιουδήποτε επεισοδίου διαταραχής της διάθεσης (μανιακό, μικτό ή καταθλιπτικό). Η κουετιαπίνη χορηγήθηκε δις ημερησίως σε μία δόση συνολικά 400 mg έως 800 mg την ημέρα ως συνδυαστική θεραπεία με λίθιο ή βαλπροϊκό. Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας 6-εβδομάδων του λιθίου, δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι του εικονικού φαρμάκου και δισκίων κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε ενήλικες ασθενείς με οξεία μανία, παρατηρήθηκε διαφορά στη YMRS μέση βελτίωση μεταξύ του λιθίου της add-on ομάδας και την add-on ομάδα που έλαβε το εικονικό φάρμακο, η οποία ήταν ήταν 2,8 πόντους και η διαφορά στα% ποσοστά που ανταποκρίθηκαν (που ορίζεται ως βελτίωση κατά 50% από την αρχική τιμή για την YMRS) ήταν 11% (79% στην λιθίου add-on ομάδα έναντι 68% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου add-on ομάδα). Σε μία μακροχρόνια μελέτη (έως και 2 έτη θεραπείας) που αξιολόγησε την πρόληψη της επανεμφάνισης σε ασθενείς με μανιακά, καταθλιπτικά ή μικτά επεισόδια, η κουετιαπίνη ήταν ανώτερη του εικονικού φαρμάκου ως προς την αύξηση του χρόνου έως την επανεμφάνιση οποιουδήποτε επεισοδίου διαταραχής της διάθεσης (μανιακό, μικτό ή καταθλιπτικό) σε ασθενείς με διπολική διαταραχή τύπου Ι. Ο αριθμός των ασθενών με σύμβαμα διαταραχής της διάθεσης ήταν 91 (22,5%) στην ομάδα της κουετιαπίνης, 208 (51,5%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και 95 (26,1%) στις ομάδες θεραπείας με λίθιο, αντίστοιχα. Σε ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στην κουετιαπίνη, όταν συγκρίθηκε με τη συνεχή θεραπεία με κουετιαπίνη σε αλλαγή σε λίθιο, τα αποτελέσματα υπέδειξαν ότι μία αλλαγή σε θεραπεία με λίθιο δεν φαίνεται να σχετίζεται με έναν αυξημένο χρόνο έως την επανεμφάνιση ενός συμβάματος διαταραχής της διάθεσης. Κλινικές μελέτες κατέδειξαν ότι η κουετιαπίνη είναι αποτελεσματική στη σχιζοφρένεια και τη μανία όταν χορηγείται δύο φορές την ημέρα, παρόλο που ο χρόνος φαρμακοκινητικής ημιζωής της είναι περίπου 7 ώρες. Αυτό υποστηρίζεται περαιτέρω από δεδομένα που έχουν προκύψει από μία μελέτη τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (ΡΕΤ), στην οποία καταδείχθηκε ότι για την κουετιαπίνη η κατάληψη των υποδοχέων 5HT και D διατηρείται για έως και 12 ώρες. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των δόσεων άνω των 800 mg/ημέρα δεν έχουν αξιολογηθεί.

  • Κλινική αποτελεσματικότητα Σε βραχυχρόνιες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες στη σχιζοφρένεια και τη διπολική μανία η συγκεντρωτική επίπτωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν παρόμοια με εκείνη του εικονικού φαρμάκου (σχιζοφρένεια: 7,8% για την κουετιαπίνη και 8,0% για το εικονικό φάρμακο, διπολική μανία: 11,2% για την κουετιαπίνη και 11,4% για το εικονικό φάρμακο). Τα υψηλότερα ποσοστά εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη, σε σύγκριση με όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο σε βραχυχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και διπολική κατάθλιψη. Σε βραχυχρόνιες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες στην οφειλόμενη σε διπολική διαταραχή κατάθλιψη, η συγκεντρωτική επίπτωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν 8,9% για την κουετιαπίνη σε σύγκριση με 3,8% για το εικονικό φάρμακο. Σε βραχυχρόνιες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες μονοθεραπείας για μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, η συγκεντρωτική επίπτωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν 5,4% για κουετιαπίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης και 3,2% για το εικονικό φάρμακο. Σε μία βραχυχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή μονοθεραπείας σε ηλικιωμένους ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, η συγκεντρωτική επίπτωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν 9,0% για κουετιαπίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης και 2,3% για το εικονικό φάρμακο. Και στη διπολική κατάξλιψη και στη μείζονα διπολική διαταραχή, η επίπτωση μεμονωμένων ανεπιθύμητων συμβάντων (π.χ. ακαθησία, εξωπυραμιδική διαταραχή, τρόμος, δυσκινησία, δυστονία, ανησυχία, ακούσιες μυϊκές συσπάσεις, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα και μυϊκή δυσκαμψία) δεν ξεπέρασε το 4% σε οποιαδήποτε ομάδα θεραπείας. Σε βραχυχρόνιες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες με σταθερή δόση (50 mg/d έως 800 mg/d), που κυμαίνοναν από 3 έως 8 εβδομάδες, η μέση αύξηση του βάρους για ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη κυμαινόταν από 0,8 kg για ημερήσια δόση 50 mg έως 1,4 kg για ημερήσια δόση 600 mg (με χαμηλότερη αύξηση για την ημερήσια δόση των 800 mg), σε σύγκριση με 0,2 kg για τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη και είχαν πάνω από 7% αύξηση του σωματικού βάρους κυμαινόταν από 5,3% για ημερήσια δόση 50 mg έως 15,5% για ημερήσια δόση 400 mg (με χαμηλότερη αύξηση για τις ημερήσεις δόσεις των 600 και 800 mg), σε σύγκριση με 3,7% για τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας έξι εβδομάδων δισκία λιθίου και κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι δισκίων εικονικού φαρμάκου και δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης κουετιαπίνηςσε ενήλικες ασθενείς με οξεία μανία έδειξαν ότι ο συνδυασμός των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης κουετιαπίνης με λίθιο οδηγεί σε περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες (63% έναντι 48% στα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης κουετιαπίνης σε συνδυασμό με το εικονικό φάρμακο). Τα αποτελέσματα ασφαλείας παρουσίασαν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων σε 16,8% των ασθενών που αναφέρθηκαν στην ομάδα add-on λιθίου και 6,6% στην ομάδα add-on του εικονικού φαρμάκου, η πλειοψηφία της η οποία αποτελούνταν από δονήσεις, που αναφέρθηκαν σε 15,6% των ασθενών στην ομάδα add-on λιθίου και 4,9% στην ομάδα addon του εικονικού φαρμάκου. Η συχνότητα εμφάνισης της υπνηλίας ήταν υψηλότερη στα δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης με την ομάδα add-on λιθίου (12,7%) σε σύγκριση με τα δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης με την ομάδα add-on του εικονικού φαρμάκου (5,5%). Επιπροσθέτως, ένα υψηλότερο ποσοστό των ασθενών που αντιμετωπίζονται με την ομάδα add-on λίθιοy (8,0%) είχαν αύξηση βάρους (≥7%) στο τέλος της θεραπείας σε σύγκριση με ασθενείς στην ομάδα add- on εικονικού φαρμάκου (4.7%). Μακροχρόνιες μελέτες για πρόληψη των υποτροπών είχαν μια ανοιχτή περίοδο (που κυμαινόταν από 4 έως 36 εβδομάδες) κατά τη διάρκεια της οποίας οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη, ακολουθούμενη από μια τυχαιοποιημένη περίοδο στέρησης κατά τη διάρκεια της οποίας οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε κουετιαπίνη ή εικονικό φάρμακο. Για ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε κουετιαπίνη, η μέση αύξηση σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια της ανοιχτής περιόδου ήταν 2,56 kg, και έως την εβδομάδα 48 της τυχαιοποιημένης περιόδου, η μέση αύξηση σωματικού βάρους ήταν 3,22 kg, σε σύγκριση με την αρχική τιμή της περιόδου. Για ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο, η μέση αύξηση σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια της ανοιχτής περιόδου ήταν 2,39 kg, και έως την εβδομάδα 48 της τυχαιοποιημένης περιόδου η μέση αύξηση σωματικού βάρους ήταν 0,89 kg, σε σύγκριση με την αρχική τιμή της περιόδου. Σε μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο σε ηλικιωμένους ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια, η συχνότητα των αγγειοεγκεφαλικών ανεπιθύμητων συμβαμάτων ανά 100 έτη ασθενών δεν ήταν μεγαλύτερη σε ασθενείς που έλαβαν κουετιαπίνη σε σχέση με ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Σε όλες τις βραχυχρόνιες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες μονοθεραπείας σε ασθενείς με αριθμό ουδετεροφίλων αναφοράς ≥1,5 x 10 /L, η επίπτωση αριθμού ουδετεροφίλων <1,5 x 10 /L τουλάχιστον μία φορά ήταν 1,9% σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με κουετιαπίνη σε σύγκριση με 1,3% σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα των επιπτώσεων σε >0,5-<1,0 x 10 /L ήταν η ίδια (0,2%) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κουετιαπίνη και σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Σε όλες τις κλινικές μελέτες (ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, ανοιχτής αγωγής, δραστικού συγκριτικού παράγοντα) σε ασθενείς με αριθμό ουδετεροφίλων κατά την έναρξη ≥1,5 x 10 /L, η επίπτωση αριθμού ουδετεροφίλων <0,5 x 10 /L τουλάχιστον μία φορά ήταν 2,9% και η <0,5 x 10 /L ήταν 0,21% σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με κουετιαπίνη. Η θεραπεία με κουετιαπίνη σχετίστηκε με μικρές δοσοσχετιζόμενες μειώσεις στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών. Η συχνότητα των επιπτώσεων σε TSH ήταν 3,2% για την κουετιαπίνη σε σχέση με 2,7% για το εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα των αμοιβαίων, δυνητικά κλινικά σημαντικών επιπτώσεων σε Τ3 ή Τ4 και TSH σε αυτές τις δοκιμές ήταν σπάνιες, και οι παρατηρούμενες αλλαγές στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών δεν συσχετίστηκαν με κλινικά συμπτώματα υποθυρεοειδισμού. Η μείωση της ολικής και της ελεύθερης T4 ήταν μέγιστη εντός των πρώτων έξι εβδομάδων της θεραπείας με κουετιαπίνη, χωρίς περαιτέρω μείωση κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας. Σε σχεδόν 2/3 των περιπτώσεων, η διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη σχετίστηκε με μία αναστροφή των επιδράσεων στην ολική και την ελεύθερη Τ4, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της θεραπείας.

  • Καταρράκτης/θολερότητα φακού Σε μία κλινική μελέτη για την αξιολόγηση του δυναμικού πρόκλησης καταρράκτη της κουετιαπίνης (200-800 mg/ημέρα) έναντι της ρισπεριδόνης (2-8 mg) σε ασθενείς με σχιζοφρένεια ή σχιζοσυναιθηματική διαταραχή, το ποσοστό των ασθενών με αυξημένο βαθμό θολερότητας του φακού δεν ήταν υψηλότερο με την κουετιαπίνη (4%) σε σύγκριση με τη ρισπεριδόνη (10%), για τους ασθενείς με τουλάχιστον 21 μήνες έκθεσης.

  • Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 10 έως 17 ετών) Κλινική αποτελεσματικότητα Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της κουετιαπίνης μελετήθηκε σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 3 εβδομάδων για τη θεραπεία της μανίας (n= 284 ασθενείς από τις ΗΠΑ, ηλικίας 10-17). Περίπου 45% του πληθυσμού των ασθενών είχε μία επιπρόσθετη διάγνωση ADHD. Επιπροσθέτως διεξήχθη μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας (n = 222 ασθενείς, ηλικίας 13-17 ετών). Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς με γνωστή έλλειψη ανταπόκρισης στην κουετιαπίνη αποκλείστηκαν. Η θεραπεία με κουετιαπίνη ξεκίνησε με μία δόση 50 mg/ημέρα και κατά την ημέρα 2 αυξήθηκε στα 100 mg/ημέρα. Στη συνέχεια, η δόση τιτλοποιήθηκε σε μία στοχευόμενη δόση (μανία 400-600 mg/ημέρα, σχιζοφρένεια 400-800 mg/ημέρα) με τη χρήση βημάτων των 100 mg/ημέρα χορηγούμενη δύο έως τρεις φορές ημερησίως. Στη μελέτη της μανίας, η διαφορά στη μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων (LS) από την έναρξη της μελέτης ως προς τη συνολική βαθμολογία στην YMRS (δραστική ουσία έναντι εικονικού φαρμάκου) ήταν - 5,21 για την κουετιαπίνη σε δόση 400 mg/ημέρα και -6,56 για την κουετιαπίνη σε δόση 600 mg/ημέρα. Τα ποσοστά των ανταποκριθέντων (βελτίωση στην YMRS ≥50%) ήταν 64% για την κουετιαπίνη σε δόση 400 mg/ημέρα, 58% για τη δόση των 600 mg/ημέρα και 37% για το σκέλος του εικονικού φαρμάκου. Στη μελέτη της σχιζοφρένειας, η διαφορά στη μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων (LS) από την έναρξη της μελέτης ως προς τη συνολική βαθμολογία στην PANSS (δραστική ουσία έναντι εικονικού φαρμάκου) ήταν -8,16 για την κουετιαπίνη σε δόση 400 mg/ημέρα και -9,29 για την κουετιαπίνη σε δόση 800 mg/ημέρα. Ούτε το σχήμα χαμηλής δόσης (400 mg/ημέρα) ούτε το σχήμα υψηλής δόσης (800 mg/ημέρα) της κουετιαπίνης ήταν ανώτερο σε σχέση με το εικονικό φάρμακο ως προς το ποσοστό των ασθενών που επέτυχαν ανταπόκριση, η οποία ορίζεται ως μείωση ≥30% από την έναρξη της μελέτης στη συνολική βαθμολογία της PANSS. Τόσο στη μανία όσο και στη σχιζοφρένεια, οι υψηλότερες δόσεις είχαν ως αποτέλεσμα αριθμητικά χαμηλότερα ποσοστά ανταπόκρισης. Σε μια τρίτη βραχυπρόθεσμη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή μονοθεραπείας με δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε παιδιά και έφηβους ασθενείς (ηλικίας 10-17 ετών) με διπολική κατάθλιψη, δεν καταδείχθηκε αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα ως προς τη διατήρηση της επίδρασης ή την πρόληψη της επανεμφάνισης σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.

    Κλινική ασφάλεια Σε βραχυπρόθεσμες παιδιατρικές μελέτες με κουετιαπίνη που περιγράφονται παραπάνω, τα ποσοστά των ΚΕΕ στον ενεργό βραχίονα έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 12,9% έναντι 5,3% στη δοκιμή σχιζοφρένειας, 3,6% έναντι 1,1% στη δοκιμή διπολικής μανίας, και 1,1% έναντι του 0% στην δοκιμή διπολικής κατάθλιψης. Τα ποσοστά της αύξησης βάρους κατά ≥ 7% από το αρχικό βάρος σώματος σε ενεργό βραχίονα έναντι εικονικού φαρμάκου ήταν 17% έναντι 2,5% στις μελέτες σχιζοφρένειας και διπολικής μανίας, και 12,5% έναντι 6% στη μελέτη διπολικής κατάθλιψης. Τα ποσοστά των επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία στον ενεργό βραχίονα έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 1,4% έναντι 1,3% της μελέτης σχιζοφρένειας, 1,0% έναντι 0% στη μελέτη διπολικής μανίας, και 1,1% έναντι του 0% στην μελέτη διπολικής κατάθλιψης. Κατά τη διάρκεια μιας παραταθείσας φάσης παρακολούθησης μετά τη θεραπεία της μελέτης της διπολικής κατάθλιψης, υπήρχαν δύο επιπλέον γεγονότα που σχετίζονται με αυτοκτονία σε δύο ασθενείς, μία από αυτές ήταν στους ασθενείς οι οποίοι λάμβαναν κουετιαπίνη κατά τη στιγμή του συμβάντος.

    Μακροπρόθεσμη ασφάλεια Μία επέκταση ανοιχτής αγωγής των οξέων μελετών διάρκειας 26 εβδομάδων (n= 380 ασθενείς), με κυμαινόμενη δόση κουετιαπίνης 400-800 mg/ημέρα, παρείχε επιπρόσθετα δεδομένα ασφαλείας. Αυξήσεις στην αρτηριακή πίεση αναφέρθηκαν σε παιδιά και εφήβους και αυξημένη όρεξη, εξωπυραμιδικά συμπτώματα και αυξήσεις στα επίπεδα προλακτίνης στον ορό αναφέρθηκαν με υψηλότερη συχνότητα σε παιδιά και εφήβους από ό,τι σε ενήλικες ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-QUETIAPINE-ACTAVIS
expand_more

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Η κουετιαπίνη απορροφάται καλά και μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό μετά από χορήγηση από το στόμα. Η βιοδιαθεσιμότητα της κουετιαπίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη χορήγηση μαζί με τροφή. Η μέγιστη μοριακή συγκέντρωση σε σταθερή κατάσταση του δραστικού μεταβολίτη νορκουετιαπίνη είναι 35% εκείνης που παρατηρείται για την κουετιαπίνη. Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης και της νορκουετιαπίνης είναι γραμμική εντός του εγκεκριμένου δοσολογικού εύρους.

Κατανομή

Η κουετιαπίνη συνδέεται σε ποσοστό περίπου 83% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Βιομετατροπή

Η κουετιαπίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό από το ήπαρ, με το αρχικό σύμπλοκο να αποτελεί λιγότερο από το 5% του αμετάβλητου υλικού που σχετίζεται με το φάρμακο στα ούρα ή τα κόπρανα, μετά από τη χορήγηση της ραδιοσημασμένης κουετιαπίνης. Διερευνήσεις in vitro εδραίωσαν ότι το CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που ευθύνεται για τον μεσολαβούμενο από το κυτόχρωμα Ρ450 μεταβολισμό της κουετιαπίνης. Η νορκουετιαπίνη σχηματίζεται και απεκκρίνεται κατά κύριο λόγο μέσω του CYP3A4.

Περίπου το 73% της ραδιενέργειας απεκκρίνεται στα ούρα και το 21% στα κόπρανα.

Η κουετιαπίνη και αρκετοί από τους μεταβολίτες της (συμπεριλαμβανομένης της νορκουετιαπίνης) βρέθηκε ότι είναι ασθενείς αναστολείς της δράσης των ισοενζύμων 1A2, 2C9, 2C19, 2D6 και 3A4 του ανθρώπινου κυτοχρώματος P450 in vitro. Αναστολή του CYP in vitro παρατηρείται μόνο σε συγκεντρώσεις περίπου 5 - 50 φορές υψηλότερες από εκείνες που παρατηρούνται σε δοσολογικό εύρος 300 έως 800mg/ημέρα σε ανθρώπους. Με βάση αυτά τα in vitro αποτελέσματα, είναι μάλλον απίθανο η συγχορήγηση της κουετιαπίνης με άλλα φάρμακα να οδηγήσει σε κλινικά σημαντική αναστολή του μεσολαβούμενου από το κυτόχρωμα P450 μεταβολισμού του άλλου φαρμάκου.

Από μελέτες σε πειραματόζωα φαίνεται ότι η κουετιαπίνη μπορεί να επάγει τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450. Σε μία ειδική μελέτη αλληλεπίδρασης σε ψυχωσικούς ασθενείς, ωστόσο, δεν βρέθηκε οποιαδήποτε αύξηση της δραστηριότητας του κυτοχρώματος P450 μετά από τη χορήγηση κουετιαπίνης.

Αποβολή

Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης της κουετιαπίνης και της νορκουετιαπίνης είναι περίπου 7 ώρες και 12 ώρες, αντίστοιχα. Το μέσο μοριακό δοσολογικό κλάσμα της ελεύθερης κουετιαπίνης και ο δραστικός μεταβολίτης νορκουετιαπίνη απεκκρίνεται σε ποσοστό < 5% στα ούρα.

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Γένος Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών ως προς την κινητική της κουετιαπίνης.

  • Ηλικιωμένοι Η μέση κάθαρση της κουετιαπίνης στους ηλικιωμένους ασθενείς είναι περίπου 30 έως 50% χαμηλότερη από εκείνη που παρατηρείται σε ενηλίκους ηλικίας 18 έως 65 ετών.

  • Νεφρική ανεπάρκεια Η μέση κάθαρση της κουετιαπίνης στο πλάσμα μειώθηκε κατά περίπου 25% σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική βλάβη (κάθαρση κρεατινίνης χαμηλότερη από 30 ml/min/1.73m ), αλλά οι μεμονωμένες τιμές κάθαρσης βρίσκονται εντός του εύρους για τους φυσιολογικούς συμμετέχοντες.

  • Ηπατική ανεπάρκεια Η μέση κάθαρση της κουετιαπίνης στο πλάσμα μειώθηκε κατά 25% περίπου σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (σταθεροποιημένη αλκοολική κίρρωση). Καθώς η κουετιαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, αναμένεται υψηλότερη τιμή κουετιαπίνης στο πλάσμα σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και η ρύθμιση της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη σε αυτή την ομάδα ασθενών (βλ. παράγραφο 4.2).

  • Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας από 10 έως 17 ετών) Φαρμακοκινητικά δεδομένα ελήφθησαν δειγματοληπτικά από 9 παιδιά ηλικίας 10-12 ετών και 12 εφήβους, οι οποίοι λάμβαναν σταθερή θεραπεία με 400 mg κουετιαπίνης δις ημερησίως. Σε σταθερή κατάσταση, τα ομαλοποιημένα ως προς τη δόση επίπεδα του μητρικού συμπλόκου, της κουετιαπίνης, στο πλάσμα σε παιδιά και εφήβους (ηλικίας 10-17 ετών) ήταν εν γένει παρόμοια στους ενήλικες, αν και η Cmax στα παιδιά ήταν στο ανώτερο άκρο του εύρους που παρατηρήθηκε στους ενήλικες. Η AUC και η Cmax για τον δραστικό μεταβολίτη, τη νορκουετιαπίνη, ήταν υψηλότερες, κατά περίπου 62% και 49% σε παιδιά (10-12 ετών), αντίστοιχα, και 28% και 14% σε εφήβους (13-17 ετών), αντίστοιχα, σε σύγκριση με τους ενήλικες.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

21-54 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

93%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
135398745
Μοριακός τύπος
C17H20N4S
Μοριακό βάρος
312.4
IUPAC
2-methyl-4-(4-methylpiperazin-1-yl)-10H-thieno[2,3-b][1,5]benzodiazepine
InChIKey
KVWDHTXUZHCGIO-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

  • Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη της ΝΑΥΤΙΑΣ ή του ΕΜΕΤΟΥ.
  • Παράγοντες που ελέγχουν την ανήσυχη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ· γεροντική άνοια· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΕΜΦΡΑΚΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα συχνά αναφέρονται ως νευροληπτικά, παραπέμποντας στην τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλα τα αντιψυχωσικά τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
  • Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την επαναπρόσληψη σεροτονίνης στον εγκέφαλο.