OLANZAPINE
Ολανζαπίνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ψυχοληπτικά, διαζεπίνες, οξαζεπίνες, θειαζεπίνες και οξεπίνες, κωδικός ATC: N05A Η03.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
F20 Σχιζοφρένεια
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ZYPADHERA
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδομυϊκή
- Χορήγηση: κάθε 2 εβδομάδες ή κάθε 4 εβδομάδες
- Δόση έναρξης: 210 mg/2 εβδομάδες (για ασθενείς που λάμβαναν 10 mg/ημερησίως από του στόματος ολανζαπίνη)
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί διαδοχικά να προσαρμόζεται με βάση την κλινική κατάσταση του κάθε ασθενή. Μετά την κλινική επαναξιολόγηση, η δόση μπορεί να ρυθμιστεί με εύρος δόσεων από 150 mg έως 300 mg κάθε 2 εβδομάδες ή από 300 mg έως 405 mg κάθε 4 εβδομάδες.
-
ΕνήλικεςΑρχικά θα πρέπει να έχουν λάβει από του στόματος ολανζαπίνη. Η δόση μπορεί να ρυθμιστεί με εύρος δόσεων από 150 mg έως 300 mg κάθε 2 εβδομάδες ή από 300 mg έως 405 mg κάθε 4 εβδομάδες.
-
Ηλικιωμένοι (> 65 ετών)Δεν συστήνεται εκτός αν έχει καθιερωθεί ένα καλά ανεκτό και αποτελεσματικό δοσολογικό σχήμα με από του στόματος ολανζαπίνη. Μικρότερη δόση έναρξης (150 mg/4 εβδομάδες) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν οι κλινικές παράμετροι το απαιτούν. Η χορήγηση του Ολανζαπίνη δεν συστήνεται σε ασθενείς >75 ετών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ασθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργίαΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός αν έχει καθιερωθεί ένα καλά ανεκτό και αποτελεσματικό δοσολογικό σχήμα με από του στόματος ολανζαπίνη. Μια μικρότερη δόση έναρξης (150 mg κάθε 4 εβδομάδες) θα πρέπει να εξεταστεί για αυτούς τους ασθενείς. Σε περιπτώσεις μέτριας ηπατικής ανεπάρκειας (κίρρωση, κατηγορίας Α ή Β στην ταξινόμηση κατά Child-Pugh), η δόση έναρξης θα πρέπει να είναι 150 mg κάθε 4 εβδομάδες και να αυξάνεται με προσοχή.
-
ΚαπνιστέςΗ δόση έναρξης και το εύρος της δόσης συνήθως δεν χρειάζεται να μεταβάλλονται σε μη-καπνιστές σε σχέση με καπνιστές. Ο μεταβολισμός της ολανζαπίνης ενδέχεται να επάγεται με το κάπνισμα. Συστήνεται κλινική παρακολούθηση και να εξεταστεί το ενδεχόμενο αύξησης της δόσης ολανζαπίνης, αν κριθεί αναγκαίο (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ασθενείς με πολλούς παράγοντες που επιβραδύνουν τον μεταβολισμό (π.χ. γυναίκα, ηλικιωμένος, μη-καπνιστής)Θα πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα μείωσης της δόσης. Όταν ενδείκνυται, η δόση πρέπει να αυξάνεται με προσοχή.
-
Παιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Κίνδυνος εμφάνισης γλαυκώματος κλειστής γωνίαςΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Τεχνική ένεσηςπροσοχήΛαμβάνεται ειδική προσοχή στην εφαρμογή της κατάλληλης τεχνικής ένεσης για να αποφευχθεί από αμέλεια ενδοαγγειακή ή υποδόρια ένεση.
-
Οξεία διέγερση ή σοβαρή ψυχωτική κατάστασηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σχιζοφρένεια σε οξεία διέγερση ή σοβαρή ψυχωτική κατάσταση που απαιτεί άμεσο έλεγχο συμπτωμάτωνΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Σύνδρομο μετά από ένεσηπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείςΕνημέρωση κινδύνου, παρακολούθηση σε χώρους υγειονομικών υπηρεσιών για τουλάχιστον 3 ώρες μετά από κάθε ένεση. Συμβουλή να είναι σε επαγρύπνηση για σημεία υπερδοσολογίας και να μην οδηγούν/χειρίζονται μηχανές την υπόλοιπη ημέρα.
-
Συγχορήγηση με παρεντερικές βενζοδιαζεπίνεςπροσοχήΠροσεκτική αξιολόγηση της κλινικής κατάστασης για αποφυγή υπερβολικής καταστολής και καρδιοαναπνευστικής καταστολής.
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες στο σημείο της ένεσηςΛήψη κατάλληλων μέτρων αντιμετώπισης στην περίπτωση εμφάνισης ανεπιθύμητης ενέργειας σχετιζόμενης με το σημείο της ένεσης.
-
Ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια και/ή διαταραχές συμπεριφοράςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια και/ή διαταραχές συμπεριφοράςΔεν συνιστάται η χρήση.
-
Νόσος του ParkinsonαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο ParkinsonΔεν συνιστάται η χορήγηση για τη θεραπεία ψύχωσης που σχετίζεται με αγωνιστή ντοπαμίνης.
-
Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο (NMS)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΔιακοπή όλων των αντιψυχωτικών φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένης της ολανζαπίνης, εάν εμφανιστούν σημεία NMS ή ανεξήγητος υψηλός πυρετός.
-
Υπεργλυκαιμία και διαβήτηςπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείςΚλινικός έλεγχος γλυκόζης και σωματικού βάρους. Παρακολούθηση για σημεία υπεργλυκαιμίας. Τακτική παρακολούθηση για επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης σε διαβητικούς ή σε κίνδυνο.
-
Μεταβολές λιπιδίωνπαρακολούθησηΠληθυσμόςΔυσλιπιδαιμικοί ασθενείς και ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για διαταραχές των λιπιδίωνΑντιμετώπιση μεταβολών λιπιδίων κλινικά. Τακτικός έλεγχος λιπιδίων ορού.
-
Αντιχολινεργική δραστηριότηταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερτροφία προστάτη, παραλυτικό ειλεό και ανάλογες καταστάσειςΠροσοχή κατά τη συνταγογράφηση.
-
Ηπατική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένες τιμές ALT και/ή AST, σημεία/συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας, προϋπάρχουσες καταστάσεις με περιορισμό ηπατικής λειτουργικής επάρκειας, ή αγωγή με δυνητικά ηπατοτοξικά φάρμακαΠροσοχή και συνεχής παρακολούθηση. Διακοπή θεραπείας εάν διαγνωστεί ηπατίτιδα.
-
ΟυδετεροπενίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χαμηλό αριθμό λευκοκυττάρων και/ή ουδετερόφιλων, ασθενείς σε φάρμακα που προκαλούν ουδετεροπενία, ιστορικό καταστολής μυελού των οστών, καταστολή μυελού από νόσημα/ακτινοθεραπεία/χημειοθεραπεία, υπερηωσινοφιλικές καταστάσεις, μυελοϋπερπλαστική νόσοΠροσοχή.
-
Διακοπή της θεραπείας
-
QT διάστημαπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία, ή σε συγχορήγηση με φάρμακα που παρατείνουν το QTcΠροσοχή κατά τη συγχορήγηση.
-
ΘρομβοεμβολήπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς με σχιζοφρένειαΠροσδιορισμός παραγόντων κινδύνου VTE (όπως η ακινητοποίηση) και λήψη προστατευτικών μέτρων.
-
Γενική δραστηριότητα ΚΝΣπροσοχήΠροσοχή στη συγχορήγηση με άλλα φάρμακα που δρουν στο ΚΝΣ καθώς και με το αλκοόλ.
-
Επιληπτικές κρίσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή παράγοντες που μειώνουν την επιληπτική ουδόΧορήγηση με προσοχή.
-
Όψιμη δυσκινησίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΕξέταση μείωσης δόσης ή διακοπής της χορήγησης εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας.
-
Ορθοστατική υπότασηπαρακολούθησηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς (> 65 ετών)Περιοδική μέτρηση αρτηριακής πίεσης.
-
Αιφνίδιος καρδιακός θάνατοςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςαντένδειξηΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοιΔεν ενδείκνυται για χρήση.
-
Χρήση σε ηλικιωμένους (>75 ετών)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς > 75 ετώνΔεν συνιστάται η μορφή αυτή.
-
Νάτριο
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν υπόταση ή καταστολήπροσοχήΥπόταση ή καταστολήΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
ΚάπνισμαπαρακολούθησηΕνίσχυση μεταβολισμού ολανζαπίνης, μείωση συγκεντρώσεων ολανζαπίνης.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση και αύξηση της δόσης της ολανζαπίνης αν κριθεί απαραίτητο.
-
παρακολούθησηΕνίσχυση μεταβολισμού ολανζαπίνης, μείωση συγκεντρώσεων ολανζαπίνης.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση και αύξηση της δόσης της ολανζαπίνης αν κριθεί απαραίτητο.
-
προσοχήΑναστολή μεταβολισμού ολανζαπίνης, σημαντική αύξηση Cmax (54% σε γυναίκες μη καπνίστριες, 77% σε άνδρες καπνιστές) και AUC (52% και 108% αντίστοιχα).ΣύστασηΧορήγηση μικρότερης δόσης έναρξης της ολανζαπίνης. Σε περίπτωση έναρξης θεραπείας με φλουβοξαμίνη, το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της ολανζαπίνης θα πρέπει να εξετάζεται.
-
Άλλοι αναστολείς του CYP1A2 (π.χ. σιπροφλοξασίνη)προσοχήΑναστολή μεταβολισμού ολανζαπίνης.ΣύστασηΧορήγηση μικρότερης δόσης έναρξης της ολανζαπίνης. Σε περίπτωση έναρξης θεραπείας με έναν αναστολέα του CYP1A2, το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της ολανζαπίνης θα πρέπει να εξετάζεται.
-
Άμεσοι ή έμμεσοι αγωνιστές ντοπαμίνηςπροσοχήΗ ολανζαπίνη ενδέχεται να ανταγωνισθεί τις επιδράσεις τους.
-
ΑλκοόλπροσοχήΚαταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν καταστολή του ΚΝΣπροσοχήΚαταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Αντι-Παρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα (σε ασθενείς με νόσο Parkinson και άνοια)αντένδειξηΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το QTc διάστημαπροσοχήΠαράταση του QTc διαστήματος.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ηωσινοφιλία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοκυτοπενία
- Ουδετεροπενία (σε συγχορήγηση με βαλπροϊκό σε διπολική μανία)
- Υπερευαισθησία
- Αύξηση βάρους
- Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης
- Αυξημένα επίπεδα γλυκόζης
- Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων
- Αύξηση όρεξης
- Γλυκοζουρία
- Ακράτεια ούρων
- Κατακράτηση ούρων
- Δυσκολία στην ούρηση
- Εμφάνιση ή παρόξυνση διαβήτη (με κετοξέωση ή κώμα, θανατηφόρα)
- Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων (Παιδιατρικός πληθυσμός)
- Αύξηση της όρεξης (Παιδιατρικός πληθυσμός)
- Αυξημένα επίπεδα χολεστερόλης (Παιδιατρικός πληθυσμός)
- Αύξηση σωματικού βάρους (σε συγχορήγηση με λίθιο ή βαλπροϊκό)
- Υποθερμία
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Οίδημα
- Πυρεξία
- Άλγος στη θέση ένεσης
- Σύνδρομο μετά την ένεση
- Αυξημένη θερμοκρασία σώματος
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Ακαθησία
- Παρκινσονισμός
- Δυσκινησία
- Επιληπτικές κρίσεις
- Δυστονία
- Βραδυκινησία
- Αμνησία
- Δυσαρθρία
- Τραύλισμα
- Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών
- Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο
- Μη φυσιολογικό βάδισμα
- Λήθαργος
- Συμπτώματα απόσυρσης (εφίδρωση, αϋπνία, τρόμος, άγχος, ναυτία, έμετος)
- Επιδείνωση των Παρκινσονικών συμπτωμάτων (σε ασθενείς με φαρμακο-επαγώμενη ψύχωση στο πλαίσιο νόσου Parkinson)
- Ψευδαισθήσεις (σε ασθενείς με φαρμακο-επαγώμενη ψύχωση στο πλαίσιο νόσου Parkinson)
- Τρόμος (σε συγχορήγηση με λίθιο ή βαλπροϊκό)
- Διαταραχή του λόγου (σε συγχορήγηση με ολανζαπίνη με λίθιο ή βαλπροϊκό)
- Καταστολή (Παιδιατρικός πληθυσμός)
- Οπτικές ψευδαισθήσεις
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Βραδυκαρδία
- Παράταση διαστήματος QTc
- Κοιλιακή ταχυκαρδία/μαρμαρυγή, αιφνίδιος θάνατος
- Ορθοστατική υπόταση
- Θρομβοεμβολή (πνευμονική εμβολή, θρόμβωση εν τω βάθει φλεβών)
- Επίσταξη
- Πνευμονία
- Αντιχολινεργική επίδραση
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Διάταση κοιλίας
- Υπερέκκριση σιέλου
- Παγκρεατίτιδα
- Ξηροστομία (Παιδιατρικός πληθυσμός)
- Αύξηση ηπατικών αμινοτρανσφερασών
- Ηπατίτιδα
- Αύξηση των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (ALT/AST) (Παιδιατρικός πληθυσμός)
- Εξάνθημα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Αλωπεκία
- Σύνδρομο DRESS
- Ερύθημα
- Αρθραλγία
- Ραβδομυόλυση
- Πτώσεις
- Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνών
- Στυτική δυσλειτουργία
- Αμηνόρροια
- Διόγκωση μαστού
- Γαλακτόρροια
- Γυναικομαστία
- Διόγκωση μαστού στους άνδρες
- Πριαπισμός
- Απόστημα στη θέση ένεσης
- Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση
- Αυξημένη γάμα γλουταμυλτρανσφεράση
- Υπερουριχαιμία
- Αυξημένη ολική χολερυθρίνη
- Μειωμένη ολική χολερυθρίνη (Παιδιατρικός πληθυσμός)
- Αυξημένη GGT (Παιδιατρικός πληθυσμός)
- Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης του πλάσματος (Παιδιατρικός πληθυσμός)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα προλακτίνηςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη όρεξη (σε συγχορήγηση με λίθιο ή βαλπροϊκό)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑύξηση σωματικού βάρους (σε συγχορήγηση με λίθιο ή βαλπροϊκό)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΕπιδείνωση των Παρκινσονικών συμπτωμάτων (σε ασθενείς με φαρμακο-επαγώμενη ψύχωση στο πλαίσιο νόσου Parkinson)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜη φυσιολογικό βάδισμαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΞηροστομία (σε συγχορήγηση με λίθιο ή βαλπροϊκό)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ συχνέςΠτώσειςΤραυματισμοί
-
Πολύ συχνέςΤρόμος (σε συγχορήγηση με λίθιο ή βαλπροϊκό)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΨευδαισθήσεις (σε ασθενείς με φαρμακο-επαγώμενη ψύχωση στο πλαίσιο νόσου Parkinson)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΆλγος στη θέση ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΑκαθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑνεπιθύμητες αντιδράσεις στη θέση ένεσης (π.χ. άλγος, οζίδια, ερύθημα, ερεθισμός, οίδημα, μώλωπες, αιμορραγία, αναισθησία)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑντιχολινεργική επίδρασηΆλλο
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα γλυκόζηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίωνΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα χοληστερόληςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη γάμα γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη θερμοκρασία σώματοςΓενικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινική φωσφοκινάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση ηπατικών αμινοτρανσφερασώνΉπαρ
-
ΣυχνέςΑύξηση όρεξηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΓλυκοζουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή του λόγου (σε συγχορήγηση με ολανζαπίνη με λίθιο ή βαλπροϊκό)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚαταστολήΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟπτικές ψευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενία (σε συγχορήγηση με βαλπροϊκό σε διπολική μανία)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠαρκινσονισμόςΝευρικό
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΥπερουριχαιμίαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ολική χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΒραδυκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιόγκωση μαστούΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιόγκωση μαστού στους άνδρεςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσαρθρίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκολία στην ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔυστονίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕμφάνιση ή παρόξυνση διαβήτη (με κετοξέωση ή κώμα, θανατηφόρα)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘρομβοεμβολή (πνευμονική εμβολή, θρόμβωση εν τω βάθει φλεβών)Αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠαράταση διαστήματος QTcΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣυμπτώματα απόσυρσης (εφίδρωση, αϋπνία, τρόμος, άγχος, ναυτία, έμετος)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο ανήσυχων ποδιώνΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤραύλισμαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερέκκριση σιέλουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑπόστημα στη θέση ένεσηςΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΥποθερμίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδία/μαρμαρυγή, αιφνίδιος θάνατοςΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΝευροληπτικό Κακόηθες ΣύνδρομοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνώνΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο μετά την ένεση (καταστολή, παραλήρημα, εξωπυραμιδικά συμπτώματα, δυσαρθρία, αταξία, επιθετικότητα, ζάλη, αδυναμία, υπέρταση, σπασμοί)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
Κύησηχορηγείται στην εγκυμοσύνη μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος, δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες επί εγκύων γυναικών. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνουν το γιατρό τους, σε περίπτωση που μείνουν ή προτίθενται να μείνουν έγκυες, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ολανζαπίνη. Ωστόσο, επειδή η εμπειρία στον άνθρωπο είναι περιορισμένη, η ολανζαπίνη θα πρέπει να χορηγείται στην εγκυμοσύνη μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος, δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Τα νεογέννητα βρέφη που εκτίθενται σε αντιψυχωτικά (περιλαμβανομένης της ολανζαπίνης) κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, διατρέχουν κίνδυνο για εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης που μπορούν να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Υπάρχουν αναφορές για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή στη σίτιση. Κατά συνέπεια, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
Γαλουχίαδεν συνιστάται να θηλάζουν, εάν λαμβάνουν ολανζαπίνη.Σε μια μελέτη από του στόματος ολανζαπίνης σε υγιείς θηλάζουσες γυναίκες, παρατηρήθηκε απέκκριση της ολανζαπίνης στο μητρικό γάλα. Η μέση έκθεση του νεογνού (mg/kg) στη σταθερή κατάσταση, υπολογίσθηκε ότι αντιστοιχεί στο 1,8% της αντίστοιχης δόσης της ολανζαπίνης στη μητέρα (mg/kg).
-
ΓονιμότηταΟι επιδράσεις στη γονιμότητα δεν είναι γνωστές(βλ. Προκλινικά δεδομένα για προκλινική πληροφορία).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ταχυκαρδία
- διέγερση / επιθετικότητα
- δυσαρθρία
- ποικίλα εξωπυραμιδικά συμπτώματα
- μειωμένο επίπεδο συνείδησης
- καταστολή
- κώμα
- παραλήρημα
- επιληπτικές κρίσεις
- πιθανό νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο
- αναπνευστική καταστολή
- εισρόφηση
- υπέρταση ή υπόταση
- καρδιακές αρρυθμίες
- καρδιοαναπνευστική ανακοπή
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ψυχοληπτικά, διαζεπίνες, οξαζεπίνες, θειαζεπίνες και οξεπίνες, κωδικός ATC: N05A Η03.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
H ολανζαπίνη είναι ένας αντιψυχωτικός, αντιμανιακός και σταθεροποιητικός της διάθεσης παράγοντας, ο οποίος εκδηλώνει ένα ευρύ φαρμακολογικό προφίλ επιδράσεων σε ένα αριθμό συστημάτων υποδοχέων. Στις προκλινικές μελέτες, η ολανζαπίνη έδειξε χημική συγγένεια (Κi < 100 nΜ) για ευρύ φάσμα υποδοχέων όπως οι υποδοχείς της σεροτονίνης 5-HT2A/2C, 5- HT3, 5- HT6, οι υποδοχείς της ντοπαμίνης D1, D2, D3, D4, D5, οι χολινεργικοί μουσκαρινικοί υποδοχείς Μ1-Μ5, οι αδρενεργικοί υποδοχείς α1 και οι υποδοχείς της ισταμίνης H1. Οι μελέτες συμπεριφοράς σε ζώα με την ολανζαπίνη έδειξαν 5-ΗΤ, ντοπαμινικό και χολινεργικό ανταγωνισμό, συμβατό με το προφίλ σύνδεσης υποδοχέων του φαρμάκου. Η ολανζαπίνη εμφάνισε μεγαλύτερη in vitro συγγένεια για τους υποδοχείς της σεροτονίνης 5-HT2 παρά για τους υποδοχείς της ντοπαμίνης D2 και μεγαλύτερη 5-HT2 παρά D2 δραστηριότητα σε in vivo μοντέλα (πρότυπα). Ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες έδειξαν ότι η ολανζαπίνη εκλεκτικά μείωσε το ρυθμό πυροδότησης των μεσομεταιχμιακών (Α10) ντοπαμινεργικών νευρώνων, ενώ έχει μικρή επίδραση στη ραβδωτή οδό (Α9) η οποία εμπλέκεται στην κινητική λειτουργία. Η ολανζαπίνη μείωσε μια εξαρτημένη αντίδραση αποφυγής, δοκιμασία ενδεικτική αντιψυχωτικής δραστηριότητας, σε δόσεις μικρότερες από αυτές που προκαλούν καταληψία, μια δράση ενδεικτική κινητικών παρενεργειών. Αντίθετα προς άλλους αντιψυχωτικούς παράγοντες, η ολανζαπίνη αυξάνει την ανταπόκριση σε μια “αγχολυτική” δοκιμασία.
Σε μελέτη Τομογραφίας Εκπομπής Ποζιτρονίων (PET) στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Ολανζαπίνη (300 mg/4 εβδομάδες), στο τέλος της 6μηνης περιόδου, η μέση δέσμευση των D2 υποδοχέων ήταν 60% ή υψηλότερη, επίπεδο το οποίο είναι σε αντιστοιχία με αυτό που βρέθηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας με από του στόματος ολανζαπίνη.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η αποτελεσματικότητα του Ολανζαπίνη στη θεραπεία και στη συντήρηση της θεραπείας της σχιζοφρένειας συνάδει με την καθιερωμένη αποτελεσματικότητα της από του στόματος μορφής της ολανζαπίνης.
Συνολικά 1469 ασθενείς με σχιζοφρένεια περιελήφθησαν σε 2 κεντρικές δοκιμές:
Η πρώτη δοκιμή, διάρκειας 8 εβδομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πραγματοποιήθηκε σε ενήλικες ασθενείς (n=404) που αντιμετώπιζαν οξεία ψυχωτικά συμπτώματα. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν ενέσεις με Ολανζαπίνη 405 mg κάθε 4 εβδομάδες, 300 mg κάθε 2 εβδομάδες, 210 mg κάθε 2 εβδομάδες, ή εικονικό φάρμακο κάθε 2 εβδομάδες. Δεν επιτράπηκε η συγχορήγηση άλλων από του στόματος αντιψυχωτικών. Η συνολική βαθμολογία της κλίμακας PANSS (συνολικά θετικά και αρνητικά συμπτώματα) παρουσίασε σημαντική βελτίωση από την αρχική εκτίμηση (μέση αρχική εκτίμηση της συνολικής βαθμολογίας της κλίμακας PANSS 101) ως το καταληκτικό της σημείο (μέσες αλλαγές -22,57, -26,32, -22,49 αντίστοιχα) με κάθε δόση Ολανζαπίνη (405 mg κάθε 4 εβδομάδες, 300 mg κάθε 2 εβδομάδες, και 210 mg κάθε 2 εβδομάδες) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (μέση αλλαγή -8,51). Από τα δεδομένα των επισκέψεων η μέση αλλαγή από την αρχική εκτίμηση ως το καταληκτικό σημείο στη συνολική βαθμολογία PANSS έδειξε ότι έως την Ημέρα 3, οι ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με 300 mg/2 εβδομάδες και 405 mg/4 εβδομάδες είχαν τις στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερες μειώσεις στη συνολική βαθμολογία PANSS έναντι των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (- 8,6, -8,2, και -5,2, αντίστοιχα). Και οι 3 ομάδες ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με Ολανζαπίνη παρουσίασαν στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο έως το τέλος της εβδομάδας 1. Τα αποτελέσματα αυτά υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα του Ολανζαπίνη για περισσότερο από 8 εβδομάδες θεραπείας και τη φαρμακολογική επίδραση που παρατηρήθηκε κιόλας από την εβδομάδα 1 μετά από την έναρξη της θεραπείας με Ολανζαπίνη.
Η δεύτερη, μια μακράς διάρκειας μελέτη σε κλινικά σταθερούς ασθενείς (n=1065) (μέση αρχική εκτίμηση Συνολικής βαθμολογίας PANSS 54,33 έως 57,75) που έλαβαν αρχικά θεραπεία με από του στόματος ολανζαπίνη από 4 έως 8 εβδομάδες και στη συνέχεια άλλαξαν σε συνέχιση της από του στόματος ολανζαπίνης ή σε Ολανζαπίνη για 24 εβδομάδες. Δεν επιτράπηκε συμπληρωματική χορήγηση άλλων από του στόματος αντιψυχωτικών. Οι ομάδες θεραπείας ασθενών που έλαβαν Ολανζαπίνη των 150 mg και 300 mg κάθε 2 εβδομάδες (δόσεις που συγκεντρώνονται για την ανάλυση) και 405 mg κάθε 4 εβδομάδες ήταν μη κατώτερες από τις συνδυασμένες δόσεις των 10, 15 και 20 mg από του στόματος ολανζαπίνης (δόσεις που συγκεντρώνονται για την ανάλυση) όπως μετρήθηκαν από τα ποσοστά επιδείνωσης των συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας (αντίστοιχα ποσοστά επιδείνωσης, 10%, 10% 7%). Η επιδείνωση μετρήθηκε με την επιδείνωση των παραμέτρων στην παραγόμενη από το PANSS BPRS Θετική κλίμακα και την εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω της επιδείνωσης των θετικών ψυχωτικών συμπτωμάτων. Η ομάδα θεραπείας που έλαβε τη συνδυασμένη δόση 150 mg και 300 mg/2 εβδομάδες ήταν μη κατώτερη από την ομάδα θεραπείας που έλαβε τη δόση των 405 mg/4 εβδομάδες (ποσοστά επιδείνωσης 10% για κάθε ομάδα) στις 24 εβδομάδες μετά από την τυχαιοποίηση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τo Ολανζαπίνη δεν έχει μελετηθεί στον παιδιατρικό πληθυσμό. Δεδομένα ελεγχόμενης αποτελεσματικότητας σε έφηβους (ηλικίας 13 έως 17 ετών) προέρχονται από μικρής διάρκειας μελέτες με από του στόματος ολανζαπίνη για τη σχιζοφρένεια (6 εβδομάδες) και για τη μανία που σχετίζεται με διπολική διαταραχή τύπου Ι (3 εβδομάδες), με τη συμμετοχή λιγότερων των 200 εφήβων. Η από του στόματος ολανζαπίνη χορηγήθηκε με ευέλικτο δοσολογικό σχήμα με δόση έναρξης 2,5 που κυμάνθηκε έως και 20 mg/ημερησίως. Κατά τη διάρκεια θεραπείας με από του στόματος ολανζαπίνη, οι έφηβοι παρουσίασαν σημαντικά μεγαλύτερη αύξηση βάρους σε σύγκριση με τους ενήλικες. Το μέγεθος των αλλαγών στις τιμές νηστείας της ολικής χολεστερόλης, της LDL χολεστερόλης, των τριγλυκεριδίων και της προλακτίνης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες) ήταν μεγαλύτερη στους έφηβους συγκριτικά με τους ενήλικες. Δεν υπάρχουν ελεγχόμενα δεδομένα για τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας ή δεδομένα μακροχρόνιας ασφάλειας (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Πληροφορίες σχετικά με μακροχρόνια ασφάλεια προέρχονται κυρίως από ανοιχτού σχεδιασμού μη ελεγχόμενα δεδομένα.
Απορρόφηση
H ολανζαπίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ μέσω οδών σύζευξης και οξείδωσης. O κύριος μεταβολίτης στο αίμα είναι το 10-N-γλυκουρονίδιο. Τα κυτοχρώματα P450-CYP1A2 και P450-CYP2D6 συνεισφέρουν στο σχηματισμό των N-δεσμεθυλ και 2-υδροξυμεθυλ μεταβολιτών, οι οποίοι εμφάνισαν σημαντικά μικρότερη in vivo φαρμακολογική δραστικότητα από την ολανζαπίνη σε μελέτες ζώων. H κύρια φαρμακολογική δράση οφείλεται στη μητρική ουσία, την ολανζαπίνη.
Μετά από εφάπαξ ενδομυϊκή ένεση με Ολανζαπίνη, η αργή διάλυση του παμοϊκού άλατος της ολανζαπίνης στο μυϊκό ιστό αρχίζει αμέσως και παρέχει μία αργή συνεχόμενη αποδέσμευση της ολανζαπίνης για περισσότερο από τέσσερις εβδομάδες. Η αποδέσμευση ελαχιστοποιείται όλο και περισσότερο μέσα σε οκτώ έως δώδεκα εβδομάδες. Στην έναρξη της θεραπείας με Ολανζαπίνη δεν απαιτείται συμπληρωματική αντιψυχωτική αγωγή (βλέπε Δοσολογία).
Ο συνδυασμός του προφίλ της αποδέσμευσης και του δοσολογικού σχήματος (ενδομυϊκή ένεση κάθε δύο ή τέσσερις εβδομάδες) οδηγεί σε παρατεταμένες συγκεντρώσεις ολανζαπίνης του πλάσματος. Οι συγκεντρώσεις ολανζαπίνης του πλάσματος παραμένουν μετρήσιμες για αρκετούς μήνες μετά από κάθε ένεση με Ολανζαπίνη. Ο χρόνος ημιζωής της ολανζαπίνης μετά από χορήγηση Ολανζαπίνη είναι 30 ημέρες έναντι των 30 ωρών μετά από την από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση και η αποβολή ολοκληρώνονται περίπου έξι έως οκτώ μήνες μετά από την τελευταία ένεση.
Κατανομή
Η από του στόματος ολανζαπίνη κατανέμεται ταχέως. Το ποσοστό σύνδεσης της ολανζαπίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 93% στο εύρος συγκέντρωσης 7 έως 1.000 ng/ml. Στο πλάσμα, η ολανζαπίνη συνδέεται κυρίως με τη λευκωματίνη και την α1- όξινη- γλυκοπρωτεΐνη.
Μετά από επαναλαμβανόμενες ενδομυϊκές ενέσεις Ολανζαπίνη με εύρος 150 έως 300 mg κάθε δύο εβδομάδες, το 10ο μέχρι το 90ο εκατοστιαίο ποσοστό συγκεντρώσεων της ολανζαπίνης στο πλάσμα στη σταθερή κατάσταση ήταν μεταξύ 4,2 και 73,2 ng/ml. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος της ολανζαπίνης που παρατηρήθηκαν εντός του δοσολογικού εύρους από 150 mg κάθε 4 εβδομάδες έως 300 mg κάθε 2 εβδομάδες δείχνουν αυξημένη συστηματική έκθεση στην ολανζαπίνη με αυξημένες δόσεις Ολανζαπίνη. Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών της θεραπείας με Ολανζαπίνη, παρατηρήθηκε συσσώρευση ολανζαπίνης αλλά δεν υπήρξε καμία πρόσθετη συσσώρευση κατά τη μακράς διάρκειας χρήση (12 μήνες) σε ασθενείς που έλαβαν ένεση μέχρι 300 mg κάθε δύο εβδομάδες.
Αποβολή
Η κάθαρση πλάσματος ολανζαπίνης μετά την από του στόματος χορήγηση είναι χαμηλότερη στις γυναίκες (18,9 l/hr) σε σύγκριση με τους άντρες (27,3 l/hr) και στους μη καπνιστές (18,6 l/hr) σε σύγκριση με τους καπνιστές (27,7 l/hr). Σε κλινικές δοκιμές με Ολανζαπίνη, παρατηρήθηκαν παρόμοιες φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ των αντρών και των γυναικών και των καπνιστών και των μη καπνιστών. Εντούτοις, το μέγεθος της επίδρασης του φύλου ή του καπνίσματος στην κάθαρση της ολανζαπίνης είναι μικρό σε σύγκριση με τη συνολική ετερογένεια μεταξύ των διαφόρων ασθενών.
Ηλικιωμένοι
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές έρευνες με Ολανζαπίνη σε ηλικιωμένους ασθενείς. Το Ολανζαπίνη δεν συστήνεται για τη θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών (65 ετών και άνω), εκτός εάν έχει καθιερωθεί ένα καλά ανεκτό και αποτελεσματικό δοσολογικό σχήμα με από του στόματος ολανζαπίνη. Σε υγιή ηλικιωμένα άτομα (65 ετών και άνω) σε σύγκριση με μη ηλικιωμένα άτομα, η μέση ημιπερίοδος αποβολής παρατάθηκε (51,8 έναντι 33,8 ωρών) και η κάθαρση ήταν μειωμένη (17,5 έναντι 18,2 l/hr). Η φαρμακοκινητική μεταβλητότητα που παρατηρήθηκε στους ηλικιωμένους είναι εντός του εύρους που παρατηρήθηκε και στους μη ηλικιωμένους. Σε 44 ασθενείς με σχιζοφρένεια ηλικίας > 65 ετών, η δοσολογία από 5 έως 20 mg/ημερησίως, δεν συσχετίστηκε με κάποιο ιδιαίτερο προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min) σε σύγκριση με υγιή άτομα, δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική διαφορά στη μέση ημιπερίοδο αποβολής (37,7 έναντι 32,4 ωρών) ή στην κάθαρση (21,2 έναντι 25,0 l/hr). Μια μελέτη των οδών απέκκρισης έδειξε ότι περίπου 57% της ραδιοσημασμένης ολανζαπίνης ανιχνεύθηκε στα ούρα, κυρίως με τη μορφή των μεταβολιτών. Παρόλο που ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δεν μελετήθηκαν με Ολανζαπίνη, συστήνεται η καθιέρωση ενός καλά ανεκτού και αποτελεσματικού δοσολογικού σχήματος με από του στόματος ολανζαπίνη, πριν από την έναρξη της θεραπείας με Ολανζαπίνη στους ασθενείς αυτούς (βλέπε Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία
Μία μικρή μελέτη για την επίδραση της διαταραγμένης ηπατικής λειτουργίας σε 6 άτομα με κλινικά σημαντική κίρρωση (Κατηγορία A (n = 5) και B (n = 1) κατά Childs Pugh) αποκάλυψε μικρή επίδραση στη φαρμακοκινητική της από του στόματος χορηγούμενης ολανζαπίνης (2,5 - 7,5 mg εφάπαξ δόση). Άτομα με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία είχαν ελαφρώς αυξημένη συστηματική κάθαρση και ταχύτερο χρόνο ημιζωής αποβολής σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς ηπατική δυσλειτουργία (n = 3). Υπήρχαν περισσότεροι καπνιστές μεταξύ των ατόμων με κίρρωση (4/6, 67%) από ό,τι μεταξύ των ατόμων χωρίς ηπατική δυσλειτουργία (0/3, 0%).
Παρόλο που οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δεν μελετήθηκαν με Ολανζαπίνη, συστήνεται η καθιέρωση ενός καλά ανεκτού και αποτελεσματικού δοσολογικού σχήματος με από του στόματος ολανζαπίνη πριν από την έναρξη της θεραπείας με Ολανζαπίνη στους ασθενείς αυτούς (βλέπε Δοσολογία).
Από τα δεδομένα μίας μελέτης με χορήγηση από του στόματος ολανζαπίνης σε Καυκάσιους, Ιάπωνες και Κινέζους, δεν προέκυψαν διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους ανάμεσα στους τρεις αυτούς πληθυσμούς.
Απορρόφηση H ολανζαπίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ μέσω οδών σύζευξης και οξείδωσης. O κύριος μεταβολίτης στο αίμα είναι το 10-N-γλυκουρονίδιο. Τα κυτοχρώματα P450-CYP1A2 και P450-CYP2D6 συνεισφέρουν στο σχηματισμό των N-δεσμεθυλ και 2-υδροξυμεθυλ…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Γλυκόζη αίματος · Πριν την έναρξη της θεραπείας, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη, εν συνεχεία ετησίως
- Σωματικό βάρος · Πριν την έναρξη της θεραπείας, 4, 8 και 12 εβδομάδες μετά την έναρξη, εν συνεχεία κάθε τρίμηνο
- Λιπίδια ορού · Πριν την έναρξη της θεραπείας, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη, εν συνεχεία κάθε 5 χρόνια
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αμινοτρανσφεράσες (ALT/AST) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Συνεχής παρακολούθηση | Αυξημένες ALT/AST, σημεία/συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας, περιορισμός ηπατικής λειτουργικής επάρκειας, ή συγχορήγηση ηπατοτοξικών |
| Γλυκαιμικός έλεγχος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Τακτικά | Σακχαρώδης διαβήτης ή παράγοντες κινδύνου για διαβήτη |
| Κλινική παρακολούθηση (υπεργλυκαιμία) | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Αγωγή με αντιψυχωτικά |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Περιοδικά | Ασθενείς άνω των 65 ετών |
| Υπερδοσολογία ολανζαπίνης | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Για τουλάχιστον 3 ώρες μετά από κάθε ένεση | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 1000 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 12 έως 47 L/h
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η επίδραση της ολανζαπίνης στον υποδοχέα D2 αναφέρεται ότι παράγει τις θετικές επιδράσεις αυτού του φαρμάκου, όπως μείωση των παραισθήσεων, των παραληρημάτων, της αποδιοργανωμένης ομιλίας, της αποδιοργανωμένης σκέψης και της αποδιοργανωμένης συμπεριφοράς. Από την άλλη πλευρά, η επίδρασή της στον υποδοχέα σεροτονίνης 5HT2A αποτρέπει την έναρξη της ανηδονίας, της πλαstrcpyς έκφρασης, της αλογίας, της αβουλίας και της κακής προσοχής. Βάσει του συγκεκριμένου μηχανισμού δράσης, η ολανζαπίνη παρουσιάζει υψηλότερη συγγένεια για τον υποδοχέα ντοπαμίνης D2 σε σύγκριση με τους υπόλοιπους ισοτύπους υποδοχέων ντοπαμίνης. Αυτό το χαρακτηριστικό μειώνει σημαντικά την παρουσία παρενεργειών.
Κλινικές δοκιμές για την αρχική χρήση της ολανζαπίνης κατέδειξαν σημαντική αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της σχιζοφρένειας και της διπολικής διαταραχής σε ενήλικες και σε οξέα μανιακά ή μικτά επεισόδια που σχετίζονται με διπολική διαταραχή σε εφήβους.
Η επίδραση της ολανζαπίνης στους υποδοχείς ντοπαμίνης και σεροτονίνης έχει προταθεί ότι μειώνει τη ναυτία και τον έμετο που προκαλούνται από χημειοθεραπεία, καθώς αυτοί οι υποδοχείς πιστεύεται ότι εμπλέκονται σε αυτή τη διαδικασία. Για αυτή την επίδραση, έχουν διεξαχθεί αρκετές κλινικές δοκιμές και έχει αποδειχθεί ότι η ολανζαπίνη μπορεί να προκαλέσει σημαντική αύξηση στον συνολικό έλεγχο της ναυτίας και του εμέτου. Σε μια μελέτη υψηλού επιπέδου για την επίδραση της ολανζαπίνης σε αυτή την κατάσταση, παρατηρήθηκε πλήρης ανταπόκριση στη φάση καθυστέρησης στο 84% των ατόμων και έλεγχος του εμέτου άνω του 80% παρά τη φάση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η δραστηριότητα της ολανζαπίνης επιτυγχάνεται με τον ανταγωνισμό πολλαπλών νευρωνικών υποδοχέων, συμπεριλαμβανομένων των υποδοχέων ντοπαμίνης D1, D2, D3 και D4 στον εγκέφαλο, των υποδοχέων σεροτονίνης 5HT2A, 5HT2C, 5HT3 και 5HT6, του α-1 αδρενεργικού υποδοχέα, του υποδοχέα ισταμίνης H1 και πολλαπλών μουσκαρινικών υποδοχέων.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ολανζαπίνη παρουσιάζει ένα ευρύ προφίλ στόχων. Ωστόσο, η ανταγωνιστική της δράση προς τον υποδοχέα ντοπαμίνης D2 στην μεσοlimbic οδό είναι καθοριστική, καθώς εμποδίζει την ντοπαμίνη από το να έχει πιθανή δράση στον μετα-συναπτικό υποδοχέα. Η σύνδεση της ολανζαπίνης στους υποδοχείς ντοπαμίνης D2 είναι εύκολα διαχωρίσιμη και, ως εκ τούτου, επιτρέπει έναν ορισμένο βαθμό νευροδιαβίβασης ντοπαμίνης.
Από την άλλη πλευρά, η ολανζαπίνη δρα στους υποδοχείς σεροτονίνης 5HT2A στον μετωπιαίο φλοιό με παρόμοιο τρόπο με αυτόν που αναφέρεται για τους υποδοχείς ντοπαμίνης D2. Αυτή η καθορισμένη επίδραση επιτρέπει τη μείωση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
Ο μηχανισμός δράσης της ολανζαπίνης, όπως και άλλων φαρμάκων που είναι αποτελεσματικά στη σχιζοφρένεια, είναι άγνωστος. Ωστόσο, έχει προταθεί ότι η αποτελεσματικότητα αυτού του φαρμάκου στη σχιζοφρένεια μεσολαβείται μέσω ενός συνδυασμού ανταγωνισμού ντοπαμίνης και σεροτονίνης τύπου 2 (5HT2).
Ο μηχανισμός δράσης της ολανζαπίνης στη θεραπεία οξέων μανιακών ή μικτών επεισοδίων που σχετίζονται με διπολική διαταραχή Ι είναι άγνωστος.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ολανζαπίνη παρουσιάζει γραμμικό φαρμακοκινητικό προφίλ και, μετά από καθημερινή χορήγηση, φτάνει σε σταθερή κατάσταση περίπου σε μία εβδομάδα. Υπό τη χορήγηση μιας φυσιολογικής δόσης ολανζαπίνης, η σταθερή συγκέντρωση στο πλάσμα δεν φαίνεται να υπερβαίνει τα 150 ng/ml με AUC 333 ng/h/ml.
Η απορρόφηση της ολανζαπίνης δεν επηρεάζεται από τη σύγχρονη χορήγηση τροφής. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ολανζαπίνης χαρακτηρίζεται από την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα 156,9 ng/ml περίπου 6 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η ολανζαπίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και, ως εκ τούτου, μόνο το 7% του αποβαλλομένου φαρμάκου ανευρίσκεται στην αμετάβλητη μορφή του. Απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το 53% της αποβαλλομένης δόσης, ακολουθούμενα από τα κόπρανα, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το 30%.
Ο όγκος κατανομής της ολανζαπίνης αναφέρεται σε 1000 λίτρα, υποδεικνύοντας μεγάλη κατανομή σε όλο το σώμα.
Ο μέσος ρυθμός κάθαρσης της ολανζαπίνης είναι 29,4 L/ώρα, αν και ορισμένες μελέτες έχουν αναφέρει φαινομενική κάθαρση 25 L/h.
Η απέκκριση της ολανζαπίνης στο μητρικό γάλα πέντε γαλουχουσών γυναικών με λοχειακή ψύχωση εξετάστηκε σε αυτή τη μελέτη. Συλλέχθηκαν εννέα ζεύγη δειγμάτων πλάσματος και μητρικού γάλακτος και η συγκέντρωση της ολανζαπίνης προσδιορίστηκε με υγρή χρωματογραφία υψηλής απόδοσης. Υπολογίστηκαν λόγοι γάλακτος προς πλάσμα μονής σημείου, οι οποίοι κυμαίνονταν από 0,2 έως 0,84 με μέσο όρο 0,46. Η διάμεση σχετική δόση του βρέφους ήταν 1,6% (εύρος 0-2,5%) της δόσης της μητέρας προσαρμοσμένης στο βάρος. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, δεν παρατηρήθηκαν εμφανείς δυσμενείς επιπτώσεις στο βρέφος ως συνέπεια της έκθεσης σε αυτές τις δόσεις ολανζαπίνης. Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, αυτή η μελέτη δείχνει ότι η ολανζαπίνη περνά στο μητρικό γάλα.
Η ολανζαπίνη κατανέμεται στο γάλα. Ο κατασκευαστής αναφέρει ότι σε μελέτη σε γαλουχούσες, υγιείς γυναίκες, η μέση δόση ολανζαπίνης για το βρέφος σε σταθερή κατάσταση εκτιμήθηκε σε περίπου 1,8% της δόσης ολανζαπίνης της μητέρας. Σε ξεχωριστή μελέτη που αξιολόγησε την έκταση της έκθεσης των βρεφών στην ολανζαπίνη σε 7 θηλάζουσες γυναίκες που λάμβαναν 5-20 mg ολανζαπίνης ημερησίως για περιόδους 19-395 ημερών, παρατηρήθηκαν διάμεσες και μέγιστες σχετικές δόσεις βρεφών 1% και 1,2% αντίστοιχα. Η ολανζαπίνη δεν ανιχνεύθηκε στο πλάσμα των θηλαζομένων βρεφών, και ανεπιθύμητες ενέργειες που πιθανώς σχετίζονται με την έκθεση στην ολανζαπίνη δεν αναφέρθηκαν στα βρέφη αυτής της μελέτης. Επιπλέον, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο γάλα επιτεύχθηκαν κατά μέσο όρο 5,2 ώρες αργότερα από τις αντίστοιχες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της μητέρας. Σε μια αναφορά περίπτωσης, εκτιμήθηκε μια σχετική δόση βρέφους περίπου 4% σε μία γυναίκα μετά από 4 και 10 ημέρες (εκτιμώμενη σε σταθερή κατάσταση) θεραπείας με ολανζαπίνη σε δόση 20 mg ημερησίως, βάσει μετρήσεων της συγκέντρωσης του φαρμάκου στον ορό και στο εκφρασμένο μητρικό γάλα.
Η ενδομυϊκή ολανζαπίνη για ένεση οδηγεί σε ταχεία απορρόφηση με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που εμφανίζονται εντός 15 έως 45 λεπτών. Με βάση μια φαρμακοκινητική μελέτη σε υγιείς εθελοντές, μια δόση 5 mg ενδομυϊκής ολανζαπίνης για ένεση παράγει, κατά μέσο όρο, μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα περίπου 5 φορές υψηλότερη από τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα που παράγεται από μια δόση 5 mg από του στόματος ολανζαπίνης. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη που επιτυγχάνεται μετά από ενδομυϊκή δόση είναι παρόμοια με αυτή που επιτυγχάνεται μετά από από του στόματος χορήγηση της ίδιας δόσης. Ο χρόνος ημίσειας ζωής που παρατηρείται μετά από ενδομυϊκή χορήγηση είναι παρόμοιος με αυτόν που παρατηρείται μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι φαρμακοκινητικές είναι γραμμικές εντός του κλινικού εύρους δόσης.
Η ολανζαπίνη κατανέμεται εκτενώς σε όλο το σώμα, με όγκο κατανομής περίπου 1000 L. Συνδέεται κατά 93% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στο εύρος συγκέντρωσης 7 έως 1100 ng/mL, συνδεόμενη κυρίως με αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
Η ολανζαπίνη απορροφάται καλά και φτάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις σε περίπου 6 ώρες μετά από από του στόματος δόση. Αποβάλλεται εκτενώς μέσω μεταβολισμού πρώτης διόδου, με περίπου το 40% της δόσης να μεταβολίζεται πριν φτάσει στη συστηματική κυκλοφορία. Η τροφή δεν επηρεάζει τον ρυθμό ή την έκταση της απορρόφησης της ολανζαπίνης. Οι φαρμακοκινητικές μελέτες έδειξαν ότι τα δισκία ολανζαπίνης και οι δισκία ολανζαπίνης που διαλύονται από το στόμα είναι βιοϊσοδύναμα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η ολανζαπίνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, και ως εκ τούτου, περίπου το 93% της χορηγηθείσας δόσης είναι δεσμευμένο. Οι κύριες πρωτεΐνες για τη σύνδεση είναι η αλβουμίνη και η α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ολανζαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 40% της χορηγηθείσας δόσης, κυρίως μέσω της δραστηριότητας των ενζύμων γλυκουρονιδίωσης και του συστήματος κυτοχρώματος P450. Από το σύστημα CYP, τα κύρια μεταβολικά ένζυμα είναι το CYP1A2 και το CYP2D6. Ως μέρος του μεταβολισμού φάσης Ι, οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες της ολανζαπίνης, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 50-60% αυτής της φάσης, είναι η 10-N-γλυκουρονιδίωση και η 4’-N-δεσμεθυλολανζαπίνη, οι οποίες είναι κλινικά ανενεργές και σχηματίζονται από τη δραστηριότητα του CYP1A2. Από την άλλη πλευρά, το CYP2D6 καταλύει το σχηματισμό της 2-ΟΗ ολανζαπίνης και η μονοοξειδάση που περιέχει φλαβίνη (FMO3) είναι υπεύθυνη για την N-οξείδιο ολανζαπίνη.
Στον μεταβολισμό φάσης ΙΙ της ολανζαπίνης, η UGT1A4 είναι ο βασικός παράγοντας, δημιουργώντας άμεσες συζευγμένες μορφές της ολανζαπίνης.
Τα μεταβολικά προφίλ μετά από ενδομυϊκή χορήγηση είναι ποιοτικά παρόμοια με τα μεταβολικά προφίλ μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η άμεση γλυκουρονιδίωση και η οξείδωση μέσω κυτοχρώματος P450 (CYP) είναι οι κύριες μεταβολικές οδοί για την ολανζαπίνη. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι τα CYP 1A2 και 2D6, και το σύστημα μονοοξειδάσης που περιέχει φλαβίνη, εμπλέκονται στην οξείδωση της ολανζαπίνης. Η οξείδωση μέσω CYP2D6 φαίνεται να είναι μια δευτερεύουσα μεταβολική οδός in vivo, επειδή η κάθαρση της ολανζαπίνης δεν μειώνεται σε άτομα που έχουν έλλειψη αυτού του ενζύμου.
Μετά από μία μόνο από του στόματος δόση (14)C-σημειωμένης ολανζαπίνης, το 7% της δόσης ολανζαπίνης ανακτήθηκε στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο, υποδεικνύοντας ότι η ολανζαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς. Περίπου το 57% και το 30% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα. Στο πλάσμα, η ολανζαπίνη αντιπροσώπευε μόνο το 12% της AUC για τη συνολική ραδιενέργεια, υποδεικνύοντας σημαντική έκθεση σε μεταβολίτες. Μετά από πολλαπλές δόσεις, οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες ήταν η 10-N-γλυκουρονιδίωση, παρούσα σε σταθερή κατάσταση στο 44% της συγκέντρωσης της ολανζαπίνης, και η 4’-N-δεσμεθυλολανζαπίνη, παρούσα σε σταθερή κατάσταση στο 31% της συγκέντρωσης της ολανζαπίνης. Και οι δύο μεταβολίτες στερούνται φαρμακολογικής δραστηριότητας στις συγκεντρώσεις που παρατηρήθηκαν.
Η ολανζαπίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 2-Υδροξυμεθυλολανζαπίνη, Ολανζαπίνη N-Οξείδιο, N-Δεσμεθυλολανζαπίνη και 7-Υδροξυολανζαπίνη.
Ήπαρ
Οδός Απέκκρισης: Απεκκρίνεται εκτενώς μέσω μεταβολισμού πρώτης διόδου, με περίπου το 40% της δόσης να μεταβολίζεται πριν φτάσει στη συστηματική κυκλοφορία. Μετά από μία μόνο από του στόματος δόση 14C-σημειωμένης ολανζαπίνης, το 7% της δόσης ολανζαπίνης ανακτήθηκε στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο, υποδεικνύοντας ότι η ολανζαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η ολανζαπίνη παρουσιάζει χρόνο ημίσειας ζωής που κυμαίνεται μεταξύ 21 έως 54 ωρών με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής 30 ωρών.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 21 έως 54 ώρες (5ο έως 95ο εκατοστημόριο· μέσος όρος 30 ώρες).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη της ΝΑΥΤΙΑΣ ή του ΕΜΕΤΟΥ.
- Παράγοντες που ελέγχουν την ανήσυχη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ· γεροντική άνοια· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΕΜΦΡΑΚΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα συχνά αναφέρονται ως νευροληπτικά, παραπέμποντας στην τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλα τα αντιψυχωσικά τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την επαναπρόσληψη σεροτονίνης στον εγκέφαλο.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- N7U69T4SZR
- OLANZAPINE
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Άτυπο Αντιψυχωσικό
- Η Ολανζαπίνη είναι Άτυπο Αντιψυχωσικό.
- OLANZAPINE
- Άτυπο Αντιψυχωσικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Απόσυρση / Deprescribing
Αντιψυχωσικά
Η διακοπή μετά από μακροχρόνια θεραπεία (1 έως 2 έτη) πρέπει να είναι σταδιακή και εξατομικευμένη (έναρξη με μείωση δόσης 10-25%).
⚠ Μείωση του κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών και αποφυγή υποτροπής.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη της ΝΑΥΤΙΑΣ ή του ΕΜΕΤΟΥ.
- Παράγοντες που ελέγχουν την ανήσυχη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ· γεροντική άνοια· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΕΜΦΡΑΚΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα συχνά αναφέρονται ως νευροληπτικά, παραπέμποντας στην τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλα τα αντιψυχωσικά τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την επαναπρόσληψη σεροτονίνης στον εγκέφαλο.