HALOPERIDOL
Αλοπεριδόλη
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ALOPERIDIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Δόση έναρξης: 2 mg/ημέρα από στόματος (εφάπαξ ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις)
- Τιτλοποίηση: Προσαρμογές της δόσης μπορούν να πραγματοποιούνται κάθε 1 έως 7 ημέρες. Μέγιστη δόση 20 mg/ημέρα.
-
ΕνήλικεςΔόση2-10 mg/ημέρα από στόματοςΜέγ. δόση20 mg/ημέραΓια πρώτο επεισόδιο σχιζοφρένειας συνήθως 2-4 mg/ημέρα. Προσαρμογές κάθε 1-7 ημέρες. Δόσεις άνω των 10 mg/ημέρα ενδέχεται να μην έχουν επιπλέον όφελος και να αυξάνουν εξωπυραμιδικά συμπτώματα. Μέγιστη δόση 20 mg/ημέρα.
-
ΗλικιωμένοιΔόση0,5 mg/ημέραΜέγ. δόση5 mg/ημέραΑρχικές δόσεις για εμμένουσα επιθετικόττητα/ψυχωσικά συμπτώματα σε άνοια. Όλες οι υπόλοιπες ενδείξεις είναι το ήμισυ της χαμηλότερης δόσης σε ενήλικες. Προσεκτική και βαθμιαία τιτλοποίηση. Μέγιστη δόση 5 mg/ημέρα.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΗ επίδραση στη φαρμακοκινητική δεν έχει προξενηθεί αξιολόγηση. Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης, αλλά απαιτείται προσοχή. Για σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ίσως χρειαστεί χαμηλότερη αρχική δόση με μικρότερες αυξήσεις και μεγαλύτερα διαστήματα σε σχέση με ασθενείς χωρίς νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν έχει αξιολογηθεί η επίδραση στη φαρμακοκινητική. Συνιστάται μείωση της αρχικής δόσης στο ήμισυ και προσαρμογή με μικρότερες αυξήσεις και μεγαλύτερα διαστήματα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (13-17 ετών)Δόση0,5-3 mg/ημέραΜέγ. δόση5 mg/ημέραχορηγείται από στόματος σε διαιρεμένες δόσεις (2-3 φορές/ημέρα). Αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου για δόσεις >3 mg/ημέρα.
-
Παιδιά και έφηβοι 6-11 ετώνΔόση0,5-3 mg/ημέραΜέγ. δόση3 mg/ημέραχορηγείται από στόματος σε διαιρεμένες δόσεις (2-3 φορές/ημέρα). Αξιολόγηση μετά από 6 εβδομάδες.
-
Έφηβοι 12-17 ετώνΔόση0,5-5 mg/ημέραΜέγ. δόση5 mg/ημέραχορηγείται από στόματος σε διαιρεμένες δόσεις (2-3 φορές/ημέρα). Αξιολόγηση μετά από 6 εβδομάδες.
block
SPC-ALOPERIDIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Κωματώδης κατάσταση.
-
Καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ).
-
Νόσος Parkinson.
-
Άνοια με σωμάτια Lewy.
-
Προϊούσα υπερπυρηνική παράλυση.
-
Γνωστή παράταση του διαστήματος QTc ή συγγενές σύνδρομο μακρού διαστήματος QT.
-
Πρόσφατο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
-
Μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια.
-
Ιστορικό κοιλιακής αρρυθμίας ή κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου.
-
Μη διορθωμένη υποκαλιαιμία.
-
Συγχορηγούμενη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning
SPC-ALOPERIDIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αυξημένη θνητότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοιαπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοιαΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςπαρακολούθησηΠληθυσμόςασθενείς με βραδυκαρδία, καρδιακή νόσο, οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QTc ή ιστορικό υπερβολικής έκθεσης σε οινόπνευμαΝα χρησιμοποιείται με προσοχή. Υπεύθυνη παρακολούθηση ΗΚΓ πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια, διόρθωση ηλεκτρολυτών και μείωση ή διακοπή της δόσης εάν QTc > 500 ms.
-
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοπροσοχήΠληθυσμόςΓενικοί ενήλικες ασθενείς υπό αντιψυχωσική θεραπείαΗ αντιψυχωσική θεραπεία πρέπει να αποσυρθεί αμέσως και να ξεκινήσει κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία και προσεκτική παρακολούθηση.
-
Όψιμη δυσκινησίαπροσοχήΠληθυσμόςΓενικοί ασθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία ή μετά από διακοπήΝα εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής όλων των αντιψυχωσικών, συμπεριλαμβαμένου του ALOPERIDIN.
-
Εξωπυραμιδικά συμπτώματαπροσοχήΜπορούν να χορηγηθούν αντιχολινεργικά όπως απαιτείται για την αντιμετώπιση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, αλλά δεν συνιστάται η τακτική συνταγογράφηση τους ως προληπτικό μέτρο. Εάν απαιτείται ταυτόχρονη θεραπεία με αντιπαρκινσονικό φάρμακο, η χορήγηση μπορεί να συνεχιστεί και μετά τη διακοπή του ALOPERIDIN εάν η απέκκρισή του είναι ταχύτερη από αυτήν της αλοπεριδόλης, ώστε να αποφευχθεί η ανάπτυξη ή η επιδείνωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων.
-
Αντιπαρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα αντιχολινεργικού τύπουπροσοχήΜπορούν να χορηγηθούν όπως απαιτείται για την αντιμετώπιση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, αλλά δεν συνιστάται η τακτική συνταγογράφησή τους ως προληπτικό μέτρο.
-
Επιληπτικές κρίσεις/σπασμοίπροσοχήΝα δοθεί προσοχή σε ασθενείς με επιληψία ή καταστάσεις που προδιαθέτουν στην εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων.
-
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΠροσαρμογή της δόσης και προσοχή. Συχνά έχουν αναφερθεί διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας ή ηπατίτιδας (χολοστατικής μορφής).
-
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματοςπροσοχήΗ θυροξίνη μπορεί να διευκολύνει την τοξικότητα της αλοπεριδόλης. Αντιψυχωσική θεραπεία σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με προσοχή και πάντα να συνοδεύεται από θεραπεία με την οποία επιτυγχάνεται ευθυρεοειδική κατάσταση.
-
ΥπερπρολακτιναιμίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με υπερπρολακτιναιμία ή πιθανούς, εξαρτώμενους από προλακτίνη όγκουςΠροσοχή. Μπορεί να προκαλέσει γαλακτόρροια, γυναικομαστία και ολιγομηνόρροια ή αμηνόρροια.
-
Υπογλυκαιμία και σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης ADHπροσοχήΈχουν αναφερθεί. Παρακολουθούνται.
-
Φλεβική θρομβοεμβολήπαρακολούθησηΠληθυσμόςασθενείς υπό αντιψυχωσική αγωγήΠριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE και λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
-
Ανταπόκριση στη θεραπεία και απόσυρση της θεραπείαςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σχιζοφρένειαΗ ανταπόκριση στη θεραπεία ενδέχεται να καθυστερήσει. Σε περίπτωση απόσυρσης, τα συμπτώματα μπορεί να μην επανεμφανιστούν για αρκετές εβδομάδες ή μήνες. Υπάρχουν πολύ σπάνιες αναφορές οξέων συμπτωμάτων απόσυρσης μετά από απότομη απόσυρση υψηλών δόσεων αντιψυχωσικών. Συνιστάται σταδιακή απόσυρση.
-
Ασθενείς με κατάθλιψηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με κατάθλιψηΔεν συνιστάται η χρήση του ALOPERIDIN μεμονωμένα. Μπορεί να συνδυαστεί με αντικαταθλιπτικούς παράγοντες.
-
Μετάβαση από μανία σε κατάθλιψηπροσοχήΟι ασθενείς διατρέχουν κίνδυνο μετάβασης από μανία σε κατάθλιψη. Είναι σημαντική η παρακολούθηση της μετάβασης σε καταθλιπτικό επεισόδιο και των συνεπακόλουθων κινδύνων.
-
Πτωχοί μεταβολιστές CYP2D6προσοχήΠληθυσμόςασθενείς που είναι πτωχοί μεταβολιστές CYP2D6 και συγχορηγείται αναστολέας CYP3A4Το ALOPERIDIN πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςπροσοχήΠληθυσμόςπαιδιατρικός πληθυσμόςΤα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν κίνδυνο εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και περιορισμένα δεδομένα για μακροχρόνια ασφάλεια.
-
ΈκδοχοπροσοχήΤα δισκία περιέχουν μονοϋδρική λακτόζη, σακχαρόζη ή παραϋδροξυβενζοϊκό μεθυλεστέρα. Ασθενείς με ειδικούς ασθενείς να λαμβάνουν το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-ALOPERIDIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηπαρατεύν το διάστημα QTcΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης
-
αντένδειξηπαρατεύν το διάστημα QTcΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης
-
προσοχήενδέχεται να παρατείνουν το QTcΣύστασηΠαρακολούθηση/προσεκτική διαχείριση
-
Αντιβιοτικά (π.χ., αζιθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη, λεβοφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη, τελιθρομυκίνη)προσοχήενδέχεται να παρατείνουν το QTcΣύστασηΠαρακολούθηση QTc, ενδεχομένως μείωση δόσης
-
προσοχήενδέχεται να παρατείνουν το QTcΣύστασηΠαρακολούθηση
-
Ορισμένα αντιμυκητιασικά (π.χ., πενταμιδίνη)προσοχήενδέχεται να παρατείνουν το QTcΣύστασηΠαρακολούθηση
-
Ορισμένα αντιμαλνασιακά (π.χ., αλοφαντρίνη)προσοχήενδέχεται να παρατείνουν το QTcΣύστασηΠαρακολούθηση
-
Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα για το γαστρεντερικό (π.χ., δολασετρόνη)προσοχήενδέχεται να παρατείνουν το QTcΣύστασηΠαρακολούθηση
-
προσοχήενδέχεται να παρατείνουν το QTcΣύστασηΠαρακολούθηση
-
προσοχήενδέχεται να παρατείνουν το QTcΣύστασηΠαρακολούθηση
-
φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχέςπροσοχήαύξηση κινδύνου ηλεκτρολυτικών διαταραχώνΣύστασηΠαρακολούθηση ηλεκτρολυτών
-
Αναστολείς CYP3A4 - αλπραζολάμηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP3A4 - φλουβοξαμίνηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP3A4 - ινδιναβίρηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP3A4 - ιτρακοναζόληπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP3A4 - κετοκοναζόληπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP3A4 - νεφαζοδόνηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP3A4 - ποσακοναζόληπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP3A4 - σακουιναβίρηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP3A4 - βεραπαμίληπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP3A4 - βορικοναζόληπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP2D6 - βουπροπιόνηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP2D6 - χλωροπρομαζίνηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP2D6 - ντουλοξετίνηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP2D6 - παροξετίνηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP2D6 - προμεθαζίνηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP2D6 - σερτραλίνηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Αναστολείς CYP2D6 - βενλαφαξίνηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Συνδυασμός αναστολέων CYP3A4 και CYP2D6 - φλουοξετίνηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Συνδυασμός αναστολέων CYP3A4 και CYP2D6 - ριτοναβίρηπαρακολούθησηαύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασημείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
-
Ασαφής μηχανισμός - βουσπιρόνηπαρακολούθησηενδεχόμενη αύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόληςΣύστασηπαρακολούθηση/προσαρμογή δόσης
-
Αυξημένες συγκεντρώσεις αλοπεριδόλης από επαγωγείς CYP3A4παρακολούθησηαύξηση/μείωση δόσεων ανά περίπτωσηΣύστασηπαρακολούθηση/προσαρμογή δόσης
-
παρακολούθησημείωση συγκεντρώσεων αλοπεριδόληςΣύστασηπαρακολούθηση/προσαρμογή δόσης
-
παρακολούθησημείωση συγκεντρώσεων αλοπεριδόληςΣύστασηπαρακολούθηση/προσαρμογή δόσης
-
παρακολούθησημείωση συγκεντρώσεων αλοπεριδόληςΣύστασηπαρακολούθηση/προσαρμογή δόσης
-
παρακολούθησημείωση συγκεντρώσεων αλοπεριδόληςΣύστασηπαρακολούθηση/προσαρμογή δόσης
-
Βαλσαμόχορτο (St John's Wort)παρακολούθησημείωση συγκεντρώσεων αλοπεριδόληςΣύστασηπαρακολούθηση/προσαρμογή δόσης
-
Επαγωγή ενζύμων (CYP3A4)παρακολούθησημείωση συγκεντρώσεων αλοπεριδόληςΣύστασηπαρακολούθηση/προσαρμογή δόσης
-
Οινοπνευμα/κατασταλτικά του ΚΝΣπαρακολούθησηενίσχυση της καταστολής ΚΝΣΣύστασηπροσοχή/περιορισμός πρόσληψης αλκοόλ
-
Υπνωτικά/κατασταλτικά/ισχυρά αναλγητικάπαρακολούθησηενίσχυση της καταστολής ΚΝΣΣύστασηπροσοχή
-
Μεθυλντόπαπαρακολούθησηενίσχυση της καταστολής ΚΝΣΣύστασηπαρακολούθηση
-
Αδρεναλίνη και άλλα συμπαθομιμητικά (π.χ., αμφεταμίνες)Προσοχήανταγωνίζεται τη δράση της αδρεναλίνης/αδρενεργητικών αναστολέωνΣύστασηπαρακολούθηση
-
Λεβοντόπα, άλλοι αγωνιστές ντοπαμίνηςΠαρακολούθησηανταγωνισμός της δράσης ντοπαμίνηςΣύστασηπαρακολούθηση
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (ιμιπραμίνη, δεσιπραμίνη)Παρακολούθησηαναστέλλει τον μεταβολισμό → αυξάνει τις συγκεντρώσειςΣύστασηπαρακολούθηση/προσαρμογή δόσης
-
Φαινινδιόνη (-anticoagulant)Παρακολούθησηενδέχεται να αλληλεπιδράσει με τη δράσηΣύστασηπαρακολούθηση θεραπείας
sick
SPC-ALOPERIDIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Θρομβοπενία
- Ουδετεροπενία
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερπρολακτιναιμία
- Απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης
- Υπογλυκαιμία
- Διέγερση
- Αϋπνία
- Ψυχιατρικές διαταραχές
- Κατάθλιψη
- Συγχυτική κατάσταση
- Απώλεια της γενετήσιας ορμής
- Γενετήσια ορμή μειωμένη
- Ανησυχία
- Εξωπυραμιδική διαταραχή
- Υπερκινησία
- Κεφαλαλγία
- Όψιμη δυσκινησία
- Ακαθησία
- Βραδυκινησία
- Δυσκινησία
- Δυστονία
- Υποκινησία
- Υπερτονία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Τρόμος
- Παρκινσονισμός
- Καταστολή
- Ακούσιες μυϊκές συσπάσεις
- Κινητική δυσλειτουργία
- Νυσταγμός
- Ακινησία
- Σημείο οδοντωτού τροχού
- Καθηλωμένο προσωπίδιο
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών
- Οπτική διαταραχή
- Θάμπη όραση
- Ταχυκαρδία
- Κοιλιακή μαρμαρυγή
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Έκτακτες συστολές
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Οίδημα λάρυγγα
- Λαρυγόσπασμος
- Έμετος
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Υπερέκκριση σιέλου
- Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
- Χολόσταση
- Εξάνθημα
- Αντίδραση από φωτοευαισθησία
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Υπεριδρωσία
- Αγγειοοίδημα
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
- Ραιβόκρανο
- Μυϊκή ακαμψία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυοσκελετική δυσκαμψία
- Τρισμός
- Μυϊκές δεσμίδες
- Ραβδομυόλυση
- Κατακράτηση ούρων
- Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου νεογνών
- Στυτική δυσλειτουργία
- Αμηνόρροια
- Γαλακτόρροια
- Δυσμηνόρροια
- Μαστοδυνία
- Δυσανεξία μαστού
- Μηνoρραγία
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Πριαπισμός
- Γυναικομαστία
- Υπερθερμία
- Οίδημα
- Διαταραχή του βαδίσματος
- Αιφνίδιος θάνατος
- Οίδημα προσώπου
- Υποθερμία
- Παρακλινικές εξετάσεις
- Σωματικό βάρος αυξημένο
- Σωματικό βάρος μειωμένο
- Ηλεκτροκαρδιογράφημα, διάστημα QT παρατεταμένο
- Καρδιακή ανακοπή
- Περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής
- Περιπτώσεις εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΕξωπυραμιδική διαταραχήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΥπερκινησίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπερτονίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυστονίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥπερπρολακτιναιμίαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑπρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνηςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥπογλυκαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΨυχιατρικές διαταραχέςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑπώλεια της γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΓενετική ορμή μειωμένηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑνησυχίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕξωπυραμιδική διαταραχήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥπερκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΌψιμη δυσκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑκαθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΒραδυκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΔυσκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΔυστονίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥποκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥπερτονίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΖάληΔιαταραχές του νεφρικού/νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΠαρκινσονισμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚαταστολήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑκούσιες μυϊκές συσπάσειςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚινητική δυσλειτουργίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΝυσταγμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΣημείο οδοντωτού τροχούΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚαθηλωμένο προσωπίδιοΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΟφθαλμικές διαταραχέςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβώνΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΟπτική διαταραχήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΘάμπη όρασηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή μαρμαρυγήΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΈκτακτες συστολέςΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΟίδημα λάρυγαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΛαρυγόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιοτότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΥπερέκκριση σιέλουΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΔιαταραχές ήπατος και χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΔιαταραχές ήπατος και χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΟξεία ηπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές ήπατος και χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΧολόστασηΔιαταραχές ήπατος και χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑντίδραση από φωτοευαισθησίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΥπεριδρωσίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΛευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΡαιβόκρανοΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΜυϊκή ακαμψίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΜυϊκοί σπασμοίΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΜυοσκελετική δυσκαμψίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΤρισμόςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΜυϊκές δεσμίδεςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου νεογνώνΚύηση, λοχεία και περιγεννητική περίοδος
-
Μη γνωστέςΣτυτική δυσλειτουργίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΑμηνόρροιαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΓαλακτόρροιαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΔυσμηνόρροιαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΜαστοδυνίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΔυσανεξία μαστούΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΜηνoρραγίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές εμμήνου ρύσηςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΠριαπισμόςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΥπερθερμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΟίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή του βαδίσματοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΑιφνίδιος θάνατοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΟίδημα προσώπουΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΥποθερμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΠαρακλινικές εξετάσειςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΣωματικό βάρος αυξημένοΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΣωματικό βάρος μειωμένοΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΗλεκτροκαρδιογράφημα, διάστημα QT παρατεταμένοΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΕπιδράσεις της κατηγορίας των αντιψυχωσικών
-
Μη γνωστέςΠεριπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολήςΕπιδράσεις της κατηγορίας των αντιψυχωσικών
-
Μη γνωστέςΠεριπτώσεις εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσηςΕπιδράσεις της κατηγορίας των αντιψυχωσικών
pregnant_woman
SPC-ALOPERIDIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΈνας μέτριος όγκος δεδομένων από εγκύους (περισσότερες από 400 εκβάσεις κύησης) δεν υποδεικνύουν δυσπλασίες ή τοξικότητα στο έμβρυο/νεογνό με αλοπεριδόλη. Ωστόσο, έχουν υπάρξει αναφορές μεμονωμένων περιπτώσεων διαμαρτιών διαπλάσεως μετά από έκθεση του εμβρύου σε αλοπεριδόλη, κυρίως σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του ALOPERIDIN κατά τη διάρκεια της κύησης. Τα νεογέννητα βρέφη που έχουν εκτεθεί σε αντιψυχωσικά (συμπεριλαμβανομένης της αλοπεριδόλης) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή των συμπτωμάτων απόσυρσης, που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής της σίτισης. Κατά συνέπεια, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των νεογνών.
-
ΓαλουχίαΆγνωστοΗ αλοπεριδόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μικρές ποσότητες αλοπεριδόλης έχουν ανιχνευτεί στο πλάσμα και στα ούρα νεογέννητων που θήλασαν από μητέρες που έλαβαν θεραπεία με αλοπεριδόλη. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση της αλοπεριδόλης στα θηλάζοντα βρέφη. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με ALOPERIDIN, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος τους θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΗ αλοπεριδόλη αυξάνει το επίπεδο της προλακτίνης. Η υπερπρολακτιναιμία μπορεί να καταστείλει την GnRH του υποθαλάμου, με αποτέλεσμα τη μείωση της έκκρισης γοναδοτροπίνων από την υπόφυση. Αυτό μπορεί να αναστείλει την αναπαραγωγική λειτουργία διαταράσσοντας τη γοναδική στεροειδογένεση σε γυναίκες και άνδρες ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ALOPERIDIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης Η αλοπεριδόλη είναι αντιψυχωτικό που ανήκει στην ομάδα των βουτυροφαινονών. Είναι ισχυρός ανταγωνιστής των κεντρικών υποδοχέων ντοπαμίνης τύπου 2 (D2) και στις συνιστώμενες δόσεις, έχει χαμηλή α1 αντι-αδρενεργική δράση και…
biotech
SPC-ALOPERIDIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση - Βιοδιαθεσιμότητα: 60–70%. - Μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται συνήθως εντός 2–6 ωρών από την από στόματος χορήγηση. - Σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται εντός 1 εβδομάδας από την έναρξη της θεραπείας. ### Κατανομή - **Δέσμευση…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ALOPERIDIN
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Δισκία
Οι συνιστώμενες δόσεις για τα δισκία ALOPERIDIN παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.
Πόσιμο διάλυμα
Οι συνιστώμενες δόσεις για το πόσιμο διάλυμα ALOPERIDIN παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.
Θεραπεία της σχιζοφρένειας και της σχιζοσυναισθηματικής διαταραχής
- 2 έως 10 mg/ημέρα από στόματος, ως εφάπαξ δόση ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις. Οι ασθενείς με πρώτο επεισόδιο σχιζοφρένειας γενικά ανταποκρίνονται σε 2 έως 4 mg/ημέρα, ενώ για τους ασθενείς με πολλαπλά επεισόδια σχιζοφρένειας, ενδέχεται να απαιτούνται δόσεις έως 10 mg/ημέρα.
- Προσαρμογές της δόσης μπορούν να πραγματοποιούνται κάθε 1 έως 7 ημέρες.
- Δόσεις άνω των 10 mg/ημέρα δεν έχουν επιδείξει υψηλότερη αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με τις χαμηλότερες δόσεις στην πλειοψηφία των ασθενών και ενδέχεται να προκαλέσουν αυξημένη εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων. Θα πρέπει να αξιολογείται η σχέση οφέλους-κινδύνου σε ατομική βάση κατά την εξέταση χορήγησης δόσεων άνω των 10 mg/ημέρα.
- Η μέγιστη δόση είναι 20 mg/ημέρα, καθώς οι ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια υπερτερούν του κλινικού οφέλους από τη θεραπεία με υψηλότερες δόσεις.
Οξεία θεραπεία του παραληρήματος (ντελίριου) κατόπιν αποτυχίας με μη φαρμακολογικές θεραπείες
- 1 έως 10 mg/ημέρα από στόματος, ως εφάπαξ δόση ή σε 2 έως 3 διαιρεμένες δόσεις.
- Η έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να ξεκινάει με τη χαμηλότερη δυνατή δόση και, σε περίπτωση συνέχισης της διέγερσης, θα πρέπει να γίνει προσαρμογή της δόσης αυξάνοντάς τη σταδιακά σε διαστήματα των 2 έως 4 ωρών, μέχρι τη μέγιστη δόση των 10 mg/ημέρα.
Θεραπεία των μετρίων έως σοβαρών επεισοδίων μανίας που σχετίζονται με διπολική διαταραχή I
- 2 έως 10 mg/ημέρα από στόματος, ως εφάπαξ δόση ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις.
- Προσαρμογές της δόσης μπορούν να πραγματοποιούνται κάθε 1 έως 3 ημέρες.
- Δόσεις άνω των 10 mg/ημέρα δεν έχουν επιδείξει υψηλότερη αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με τις χαμηλότερες δόσεις στην πλειοψηφία των ασθενών και ενδέχεται να προκαλέσουν αυξημένη εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων. Θα πρέπει να αξιολογείται η σχέση οφέλους-κινδύνου σε ατομική βάση κατά την εξέταση χορήγησης δόσεων άνω των 10 mg/ημέρα.
- Η μέγιστη δόση είναι 15 mg/ημέρα, καθώς οι ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια υπερτερούν του κλινικού οφέλους από τη θεραπεία με υψηλότερες δόσεις.
- Η συνέχιση της χρήσης του ALOPERIDIN θα πρέπει να αξιολογείται κατά τα πρώιμα στάδια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Θεραπεία της οξείας ψυχοκινητικής διέγερσης που σχετίζεται με ψυχωσητική διαταραχή ή επεισόδια μανίας της διπολικής διαταραχής I
- 5 έως 10 mg από στόματος, η οποία πρέπει να επαναληφθεί μετά από 12 ώρες, αν κρίνεται απαραίτητο, έως τη μέγιστη δόση των 20 mg/ημέρα.
- Η συνέχιση της χρήσης του ALOPERIDIN θα πρέπει να αξιολογείται κατά τα πρώιμα στάδια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
- Κατά τη μετάβαση από ενδομυϊκή ένεση αλοπεριδόλης, θα πρέπει να ξεκινήσει απόστόματος χορηγούμενο ALOPERIDIN με αναλογία μετατροπής της δόσης 1:1, ακολουθούμενη από προσαρμογή της δόσης, σύμφωνα με την κλινική ανταπόκριση.
Θεραπεία της εμμένουσας επιθετικότητας και των ψυχωνωτικών συμπτωμάτων σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή άνοια τύπου Alzheimer και αγγειακή άνοια κατόπιν αποτυχίας μη φαρμακολογικών θεραπειών και όταν υφίσταται κίνδυνος πρόκλησης βλάβης από τον ασθενή στον εαυτό του ή σε άλλα άτομα
- 0,5 έως 5 mg/ημέρα από στόματος, ως εφάπαξ δόση ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις.
- Προσαρμογές της δόσης μπορούν να πραγματοποιούνται κάθε 1 έως 3 ημέρες.
- Η ανάγκη για συνέχιση της θεραπείας θα πρέπει να αξιολογείται εκ νέου μετά από χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από 6 εβδομάδες.
Θεραπεία των διαταραχών ακούσιας επαναλαμβανόμενης σπασμωδικής κίνησης, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Tourette, σε ασθενείς με σοβαρή δυσλειτουργία κατόπιν αποτυχίας εκπαιδευτικών, ψυχολογικών και άλλων φαρμακολογικών θεραπειών
- 0,5 έως 5 mg/ημέρα από στόματος, ως εφάπαξ δόση ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις.
- Προσαρμογές της δόσης μπορούν να πραγματοποιούνται κάθε 1 έως 7 ημέρες.
- Η ανάγκη για συνέχιση της θεραπείας θα πρέπει να αξιολογείται εκ νέου κάθε 6 έως 12 μήνες.
Θεραπεία της ήπιας έως μέτριας χορείας στη νόσο Huntington, όταν η θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα είναι μη αποτελεσματική ή μη ανεκτή
- 2 έως 10 mg/ημέρα από στόματος, ως εφάπαξ δόση ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις.
- Προσαρμογές της δόσης μπορούν να πραγματοποιούνται κάθε 1 έως 3 ημέρες.
Το πόσιμο διάλυμα ALOPERIDIN θα πρέπει να χρησιμοποιείται για εφάπαξ δόσεις μικρότερες του 1 mg, οι οποίες δεν γίνεται να επιτευχθούν με τα δισκία ALOPERIDIN 2 mg/ml πόσιμο διάλυμα.
Το πόσιμο διάλυμα ALOPERIDIN 2 mg/ml σε σταγονομετρικό περιέκτη προορίζεται για χορήγηση εφάπαξ δόσεων αλοπεριδόλης έως 2 mg (αντιστοιχεί σε 20 σταγόνες).
Το πόσιμο διάλυμα ALOPERIDIN 2 mg/ml σε φιάλη με σύριγγα για από στόματος χρήση προορίζεται για χορήγηση εφάπαξ δόσεων αλοπεριδόλης 0,5 mg και άνω (αντιστοιχεί σε 0,25 ml και άνω).
Στον Πίνακα 2 παρουσιάζεται ο αριθμός των σταγόνων ή η ποσότητα (ml) που απαιτείται για την επίτευξη μίας δεδομένης εφάπαξ δόσης χρησιμοποιώντας το πόσιμο διάλυμα ALOPERIDIN 2 mg/ml.
Πίνακας 2: Πίνακας μετατροπής για το πόσιμο διάλυμα ALOPERIDIN 2 mg/ml
| mg αλοπεριδόλης | Αριθμός σταγόνων ALOPERIDIN (σταγονομετρικός περιέκτης) | ml ALOPERIDIN (φιάλη με σύριγγα για από στόματος χρήση) |
|---|---|---|
| 0,1 mg | 1 σταγόνα | - |
| 0,2 mg | 2 σταγόνες | - |
| 0,3 mg | 3 σταγόνες | - |
| 0,4 mg | 4 σταγόνες | - |
| 0,5 mg | 5 σταγόνες | 0,25 ml |
| 1 mg | 10 σταγόνες | 0,5 ml |
| 2 mg | 20 σταγάονες | 1 ml |
| 5 mg | - | 2,5 ml |
| 10 mg | - | 5 ml |
| 15 mg | - | 7,5 ml |
| 20 mg | - | 10 ml |
Κανένα σκεύασμα του ALOPERIDIN 2 mg/ml πόσιμο διάλυμα δεν μπορεί να καλύψει ολόκληρο το φάσμα των συνιστώμενων εφάπαξ δόσεων. Αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη για να αποφασιστεί ποιο σκεύασμα θα συνταγογραφηθεί.
Απόσυρση της θεραπείας
Συνιστάται σταδιακή απόσυρση της αλοπεριδόλης (βλ. παράγραφο 4.4).
Παραληφθείσα δόση
Αν οι ασθενείς παραλείψουν μία δόση, συνιστάται να λάβουν την επόμενη δόση ως συνήθως και να μην πάρουν διπλή δόση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Σε ηλικιωμένους ασθενείς συνιστώνται οι ακόλουθες αρχικές δόσεις αλοπεριδόλης:
- Θεραπεία της εμμένουσας επιθετικότητας και των ψυχωσικών συμπτωμάτων σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή άνοια τύπου Alzheimer και αγγειακή άνοια κατόπιν αποτυχίας μη φαρμακολογικών θεραπειών και όταν υφίσταται κίνδυνος πρόκλησης βλάβης από τον ασθενή στον εαυτό του ή σε άλλα άτομα
- 0,5 mg/ημέρα.
- Όλες οι λοιπές ενδείξεις - το ήμισυ της χαμηλότερης δοσης που χρησιμοποιείται σε ενήλικες.
Η δόση της αλοπεριδόλης μπορεί να προσαρμόζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση του ασθενούς. Στους ηλικιωμένους ασθενείς συνιστάται προσεκτική και βαθμιαία τιτλοποίηση της δόσης προς τα άνω. Η μέγιστη δόση σε ηλικιωμένους ασθενείς είναι 5 mg/ημέρα. Η χορήγηση δόσεων πάνω από 5 mg/ημέρα θα πρέπει να εξετάζεται μόνο σε ασθενείς που έχουν δείξει ανοχή σε υψηλότερες δόσεις και μετά από επαναξιολόγηση σε ατομική βάση για κάθε ασθενή της σχέσης οφέλους-κινδύνου.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της αλοπεριδόλης δεν έχει αξιολογηθεί. Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης, αλλά συνιστάται προσοχή κατά την αντιμετώπιση ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, για τους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να χρειάζεται χαμηλότερη αρχική δόση, με επακόλουθες προσαρμογές με μικρότερες αυξήσεις και σε μεγαλύτερα διαστήματα σε σύγκριση με τους ασθενείς χωρίς νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η επίδραση της ηπατική δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της αλοπεριδόλης δεν έχει αξιολογηθεί. Δεδομένου ότι η αλοπεριοδόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, συνιστάται μείωση της αρχικής δόσης στο ήμισυ και προσαρμογή της δόσης με μικρότερες αυξήσεις και σε μεγαλύτερα διαστήματα σε σύγκριση με τους ασθενείς χωρίς ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δισκία:
Οι συνιστώμενες δόσεις για τα δισκία ALOPERIDIN παρουσιάζονται στον Πίνακα 4.
Πόσιμο διάλυμα:
Οι συνιστώμενες δόσεις για το πόσιμο διάλυμα ALOPERIDIN παρουσιάζονται στον Πίνακα 4.
Πίνακας 4: Συνιστώμενες δόσεις της αλοπεριδόλης για τον παιδιατρικό πληθυσμό
- Θεραπεία της σχιζοφρένειας σε εφήβους ηλικίας 13 έως 17 ετών όταν άλλες φαρμακολογικές θεραπείες έχουν αποτύχει ή δεν είναι ανεκτές
- Η συνιστώμενη δόση είναι 0,5 έως 3 mg/ημέρα και χορηγείται από στόματος σε διαιρεμένες δόσεις (2 έως 3 φορές την ημέρα).
- Συνιστάται αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου σε ατομική βάση όταν εξετάζεται η χορήγηση δόσεων άνω των 3 mg/ημέρα.
- Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 5 mg/ημέρα.
- Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται σε ατομική βάση.
Θεραπεία της εμμένουσας, σοβαρής επιθετικότητας σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 έως 17 ετών με αυτισμό ή βαριά εκτεταμένη διαταραχή της ανάπτυξης, όταν άλλες θεραπείες έχουν αποτύχει ή είναι μη ανεκτές
- Οι συνιστώμενες δόσεις είναι 0,5 έως 3 mg/ημέρα σε παιδιά ηλικίας 6 έως 11 ετών και 0,5 έως 5 mg/ημέρα σε εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών και χορηγούνται από στόματος σε διαιρεμένες δόσεις (2 έως 3 φορές την ημέρα).
- Η ανάγκη για συνέχιση της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται εκ νέου μετά από 6 εβδομάδες.
Θεραπεία των διαταραχών ακούσιας επαναλαμβανόμενης σπασμωδικής κίνησης, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Tourette, σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 10 έως 17 ετών με σοβαρή δυσλειτουργία κατόπιν αποτυχίας εκπαιδευτικών, ψυχολογικών και άλλων φαρμακολογικών θεραπειών
- Οι συνιστώμενες δόσεις είναι 0,5 έως 3 mg/ημέρα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 10 έως 17 ετών και χορηγούνται από στόματος σε διαιρεμένες δόσεις (2 έως 3 φορές την ημέρα).
- Η ανάγκη για συνέχιση της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται εκ νέου κάθε 6 έως 12 μήνες.
Δισκία:
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των δισκίων ALOPERIDIN σε παιδιά ηλικίας κάτω από τις ηλικίες που ορίζονται στις ενδείξεις δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών.
Πόσιμο διάλυμα:
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του πόσιμου διαλύματος ALOPERIDIN σε παιδιά ηλικίας κάτω από τις ηλικίες που ορίζονται στις ενδείξεις δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών.
Τρόπος χορήγησης
- Δισκία: Τα δισκία ALOPERIDIN προορίζονται για από- στόματος χρήση.
- Πόσιμο διάλυμα: Το πόσιμο διάλυμα ALOPERIDIN προορίζεται για από στόματος χρήση. Μπορεί να αναμειχθεί με νερό προς διευκόλυνση της χορήγησης της δόσης, αλλά δεν πρέπει να αναμειγνύεται με οποιοδήποτε άλλο υγρό. Το αραιωμένο διάλυμα πρέπει να λαμβάνεται αμέσως.
block
Αντενδείξεις
SPC-ALOPERIDIN
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Κωματώδης κατάσταση.
- Καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ).
- Νόσος Parkinson.
- Άνοια με σωμάτια Lewy.
- Προϊούσα υπερπυρηνική παράλυση.
- Γνωστή παράταση του διαστήματος QTc ή συγγενές σύνδρομο μακρού διαστήματος QT.
- Πρόσφατο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
- Μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια.
- Ιστορικό κοιλιακής αρρυθμίας ή κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου.
- Μη διορθωμένη υποκαλιαιμία.
- Συγχορηγούμενη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ALOPERIDIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Αυξημένη θνητότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια
Αυξημένη θνητότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια Σπάνιες περιπτώσεις αιφνίδιου θανάτου έχουν αναφερθεί σε ψυχιατρικούς ασθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένης της αλοπεριδόλης (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση που σχετίζεται με άνοια και ακολουθούν θεραπεία με αντιψυχωσικά φάρμακα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Αναλύσεις δεκαεπτά ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών (συνήθους διάρκειας 10 εβδομάδων) κυρίως σε ασθενείς που λάμβαναν άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα, έδειξαν για τους ασθενείς που λάμβαναν φαρμακευτική αγωγή κίνδυνο θανάτου 1,6 έως 1,7 φορές υψηλότερο από τον κίνδυνο θανάτου των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Κατά την πορεία μιας τυπικής ελεγχόμενης μελέτης διάρκειας 10 εβδομάδων, το ποσοστό θανάτων σε ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με αντιψυχωσικά ήταν περίπου 4,5% σε σύγκριση με το ποσοστό της ομάδας του εικονικού φαρμάκου που ήταν περίπου 2,6%. Παρόλο που οι αιτίες θανάτου ήταν ποικίλες, οι περισσότεροι θάνατοι φάνηκε να είναι καρδιαγγειακής (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, αιφνίδιος θάνατος) ή λοιμώδους (π.χ. πνευμονία) αιτιολογίας. Μελέτες παρατήρησης έδειξαν ότι η θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών με αλοπεριδόλη σχετίζεται επίσης με αυξημένη θνητότητα. Αυτή η συσχέτιση μπορεί να είναι ισχυρότερη για την αλοπεριδόλη σε σχέση με τα άτυπα αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα, είναι πιο έντονη τις πρώτες 30 ημέρες μετά από την έναρξη της θεραπείας και εμμένει για τουλάχιστον 6 μήνες. Ο βαθμός στον οποίο αυτή η συσχέτιση μπορεί να αποδοθεί στο φαρμακευτικό προϊόν και όχι στα χαρακτηριστικά του ασθενούς ως συγχυτικού παράγοντα, δεν έχει ακόμα διευκρινιστεί.
Καρδιαγγειακές επιδράσεις
Εκτός από περιστατικά αιφνίδιου θανάτου, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις παράτασης του διαστήματος QTc και/ή κοιλιακών αρρυθμιών με αλοπεριδόλη (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8). Ο κίνδυνος εμφάνισης αυτών των συμβάντων φαίνεται να αυξάνεται με υψηλές δόσεις, υψηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα, σε ασθενείς με προδιάθεση ή με παρεντερική χρήση, κυρίως ενδοφλέβια χορήγηση. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με βραδυκαρδία, καρδιακή νόσο, οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QTc ή ιστορικό υπερβολικής έκθεσης σε οινόπνευμα. Προσοχή απαιτείται επίσης σε ασθενείς με δυνητικά υψηλές συγκεντώσεις στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.4, Πτωχοί μεταβολιστές του CYP2D6). Πριν από τη θεραπεία συνιστάται διενέργεια ΗΚΓ αναφοράς. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται για όλους τους ασθενείς η ανάγκη ΗΚΓ παρακολούθησης για παράταση του διαστήματος QTc και κοιλιακές αρρυθμίες. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας συνιστάται μείωση της δόσης σε περίπτωση παράτασης του διαστήματος QTc, ενώ στην περίπτωση που το διάστημα QTc υπερβαίνει τα 500 ms η θεραπεία με αλοπεριδόλη πρέπει να διακόπτεται. Οι ηλεκτρολυτικές διαταραχές, όπως η υποκαλιαιμία και η υπομαγνησιαιμία, αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης κοιλιακών αρρυθμιών και πρέπει να διορθώνονται πριν από την έναρξη της θεραπείας με αλοπεριδόλη. Ως εκ τούτου, συνιστάται παρακολούθηση των ηλεκτρολυτών κατά την έναρξη της θεραπείας καθώς και σε περιοδική βάση. Ταχυκαρδία και υπόταση (συμπεριλαμβανομένης ορθοστατικής υπότασης) έχουν επίσης αναφερθεί (βλ. παράγραφο 4.8). Συνιστάται προσοχή όταν η αλοπεριδόλη χορηγείται σε ασθενείς με εκδηλώσεις υπότασης ή ορθοστατικής υπότασης.
Αγγειοεγκεφαλικά συμβάντα
Σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες σε πληθυσμό με άνοια, παρατηρήθηκε περίπου τριπλάσια αύξηση του κινδύνου εμφάνισης αγγειοεγκεφαλικών ανεπιθύμητων συμβάντων με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά. Σε μελέτες παρατήρησης στις οποίες συγκρίθηκε το ποσοστό εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου μεταξύ ηλικιωμένων ασθενών με έκθεση σε οποιοδήποτε αντιψυχωσικό και ατόμων που δεν έχουν εκτεθεί σε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα, βρέθηκε αύξηση του ποσοστού εμφάνισης αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων στους ασθενείς με έκθεση σε αντιψυχωσικά. Η αύξηση αυτή ενδέχεται να είναι μεγαλύτερη με όλες τις βουτυροφαινόνες, συμπεριλαμβανομένης της αλοπεριδόλης. Ο μηχανισμός για αυτόν τον αυξημένο κίνδυνο δεν είναι γνωστός. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η παρουσία αυξημένου κινδύνου για άλλους πληθυσμούς ασθενών. Το ALOPERIDIN πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
Η αλοπεριδόλη έχει συσχετιστεί με κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο: μία σπάνια ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση που χαρακτηρίζεται από υπερθερμία, γενικευμένη μυϊκή δυσκαμψία, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, διαταραχές της συνείδησης και αυξημένα επίπεδα κρεατινοφωσφοκινάσης ορού. Η υπερθερμία είναι συχνά ένα πρώιμο σημείο αυτού του συνδρόμου. Η αντιψυχωσική θεραπεία πρέπει να αποσυρθεί αμέσως και να ξεκινήσει κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία και προσεκτική παρακολούθηση.
Όψιμη δυσκινησία
Όψιμη δυσκινησία μπορεί να εμφανίσθεί σε μερικούς ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία ή μετά από διακοπή του φαρμακευτικού προϊόντος. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται κυρίως από ρυθμικές ακούσιες κινήσεις της γλώσσας, του προσώπου, του στόματος ή της σιαγόνας. Οι εκδηλώσεις μπορεί να είναι μόνιμες σε μερικούς ασθενείς. Το σύνδρομο μπορεί να καλυφθεί κατά την επανέναρξη της θεραπείας, την αύξηση της δόσης ή τη μετάβαση σε άλλο αντιψυχωσικό. Σε περίπτωση εμφάνισης σημείων και συμπτωμάτων όψιμης dyskinesis, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής όλων των αντιψυχωσικών, συμπεριλαμβανομένου του ALOPERIDIN.
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
Μπορεί να εμφανισθούν εξωπυραμιδικά συμπτώματα, π.χ. τρόμος, dυσκαμψία, υπερέκκριση σιέλου, βραδυκινησία, ακαθησία, οξεία δυστονία). Η χρήση της αλοπεριδόλης έχει συσχετιστεί με την ανάπτυξη ακαθησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από υποκειμενικά δυσάρεστη ή ενοχλητική ανησυχία και ανάγκη για κίνηση που συνοδεύεται συχνά από την ανικανότητα του ατόμου να παραμείνει καθιστό ή σε ακινησία. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί εντός των πρώτων λίγων εβδομάδων της θεραπείας. Η αύξηση της δόσης σε ασθενείς που αναπτύσσουν αυτά τα συμπτώματα μπορεί να αποβεί επιζήμια. Οξεία δυστονία μπορεί να εμφανιστεί τις πρώτες λίγες ημέρες της θεραπείας με ALOPERIDIN, ωστόσο έχει αναφερθεί όψιμη έναρξη καθώς και έναρξη μετά από αυξήσεις της δόσης. Τα συμπτώματα της δυστονίας μπορεί να περιλαμβάνουν ενδεικτικά, ραιβόκρανο, μορφασμούς προσώπου, τρισμό, προεκβολή της γλώσσας και ανώμαλες κινήσεις του οφθαλμού, συμπεριλαμβανομένης της κρίσης περιστροφής οφθαλμικών βολβών. Οι άνδρες και οι μικρότερες ηλικιακές ομάδες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης αυτών των αντιδράσεων. Η οξεία δυστονία μπορεί να χρειάζεται διακοπή του φαρμακευτικού προϊόντος.
Αντιπαρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα αντιχολινεργικού τύπου
μπορούν να χορηγηθούν όπως απαιτείται για την αντιμετώπιση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, αλλά δεν συνιστάται η τακτική συνταγογράφησή τους ως προληπτικό μέτρο. Εάν απαιτείται ταυτόχρονη θεραπεία με αντιπαρκινσονικό φαρμακευτικό προϊόν, η χορήγηση μπορεί να χρειαστεί να συνεχιστεί και μετά τη διακοπή του ALOPERIDIN εάν η απέκκρισή του είναι ταχύτερη από αυτήν της αλοπεριδόλης, ώστε να αποφευχθεί η ανάπτυξη ή η επιδείνωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων. Κατά την ταυτόχρονη χορήγηση αντιχολινεργικών φαρμακευτικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των αντιπαρκινσονικών φαρμάκων, με ALOPERIDIN πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αύξησης της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Επιληπτικές κρίσεις/σπασμοί
Έχει αναφερθεί ότι με την αλοπεριδόλη μπορεί να προκληθούν επιληπτικές κρίσεις. Εφιστάται η προσοχή σε ασθενείς που πάσχουν από επιληψία και σε καταστάσεις που προδιαθέτουν στην εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων (π.χ., στέρηση οινοπνεύματος, εγκεφαλακή βλάβη).
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Επειδή η αλοπεριδόλη μεταβολίζεται στο ήπαρ, συνιστάται προσαρμογή της δόσης και προσοχή στους ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2). Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας ή ηπατίτιδας, συνηθέστερα χολοστατικής (βλ. παράγραφο 4.8).
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
Η θυροξίνη μπορεί να διευκολύνει την τοξικότητα της αλοπεριδόλης. Αντιψυχωσική θεραπεία σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με προσοχή και πάντα να συνοδεύεται από θεραπεία με την οποία επιτυγχάνεται ευθυρεοειδική κατάσταση. Οι ορμονικές επιδράσεις των αντιψυχωσικών περιλαμβάνουν υπερπρολακτιναιμία, η οποία μπορεί να προκαλέσει γαλακτόρροια, gυναικομαστία και ολιγομηνόρροια ή αμηνόρροια (βλ. παράγραφο 4.8). Μελέτες ιστοκαλλιέργειας δείχνουν ότι η κυτταρική ανάπτυξη σε όγκους του μαστού στον άνθρωπο μπορεί να διεγερθεί με την προλακτίνη. Παρά το γεγονός ότι σε κλινικές και επιδημιολογικές μελέτες δεν έχει καταδειχθεί σαφής συσχέτιση μεταξύ της χορήγησης αντιψυχωσικών και των όγκων του μαστού στον άνθρωπο, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σχετικό ιατρικό ιστορικό. Το ALOPERIDIN πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα υπερπρολακτιναιμία και σε ασθενείς με πιθανούς, εξαρτώμενους από προλακτίνη όγκους (βλ. παράγραφο 5.3). Υπογλυκαιμία και σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης έχουν αναφερθεί με την αλοπεριδόλη (βλ. παράγραφο 4.8).
Φλεβική θρομβοεμβολή
Περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά. Δεδομένου ότι οι ασθενείς που αντιμετωπίζονται με αντιψυχωσικά συχνά έχουν επίκτητους παράγοντες κινδύνου για VTE, πρέπει να προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ALOPERIDIN και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
Ανταπόκριση στη θεραπεία και απόσυρση της θεραπείας
Στη σχιζοφρένεια, η ανταπόκριση στη θεραπεία με αντιψυχωσικά ενδέχεται να καθυστερήσει. Σε περίπτωση απόσυρσης των αντιψυχωσικών, τα συμπτώματα που σχετίζονται με την υποκείμενη πάθηση ενδέχεται να μην επανεμφανιστούν για αρκετές εβδομάδες ή μήνες. Έχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές οξέων συμπτωμάτων απόσυρσης (συμπεριλαμβάνονται ναυτία, έμετος και αϋπνία) μετά από απότομη απόσυρση υψηλών δόσεων αντιψυχωσικών. Συνιστάται σταδιακή απόσυρση ως μέτρο προφύλαξης.
Ασθενείς με κατάθλιψη
Δεν συνιστάται η χρήση του ALOPERIDIN μεμονωμένα σε ασθενείς στους οποίους κυριαρχεί η κατάθλιψη. Μπορεί να συνδυαστεί με αντικαταθλιπτικούς παράγοντες για την αντιμετώπιση των παθήσεων εκείνων στις οποίες η κατάθλιψη και η ψύχωση συνυπάρχουν (βλ. παράγραφο 4.5).
Μετάβαση από μανία σε κατάθλιψη
Κατά τη θεραπεία επεισοδίων μανίας στη διπολική διαταραχή, οι ασθενείς διατρέχουν κίνδυνο μετάβασης από μανία σε κατάθλιψη. Είναι σημαντική η παρακολούθηση των ασθενών όσον αφορά τη μετάβαση σε καταθλιπτικό επεισόδιο και τους συνεπακόλουθους κινδύνους, όπως αυτοκτονική συμπεριφορά, προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα παρέμβασης σε περίπτωση τέτοιας μετάβασης.
Πτωχοί μεταβολιστές του CYP2D6
Το ALOPERIDIN θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που είναι γνωστοί ως πτωχοί μεταβολιστές του κυτοχρώματος P450 (CYP) 2D6 και στους οποίους συγχορηγείται ένας αναστολέας του CYP3A4.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα διαθέσιμα δεδομένα ως προς την ασφάλεια στον παιδιατρικό πληθυσμό υποδεικνύουν κίνδυνο ανάπτυξης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, συμπεριλαμβανομένων της όψιμης δυσκινησίας και της καταστολής. Τα διαθέσιμα δεδομένα ως προς τη μακροχρόνια ασφάλεια είναι περιορισμένα.
Έκδοχο
Τα δισκία 1 mg και 5 mg περιέχουν μονοϋδρική λακτόζη: Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο. Το δισκίο 1 mg περιέχει σακχαρόζη: Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη gλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο. Οι πόσιμες σταγόνες, διάλυμα 2 mg/ml περιέχουν παραϋδροξυβενζοϊκό μεθυλεστέρα (Ε218): Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν καθυστερημένες).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ALOPERIDIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αντιαρρυθμικά κατηγορίας IA (π.χ., δισοπυραμίδη, κινιδίνη)
- Severity: Αντένδειξη
- Clinical effect: παράταση του διαστήματος QTc
- Recommendation: Αποφυγή συγχορήγησης
Αντιαρρυθμικά κατηγορίας III (π.χ., αμιοδαρόνη, δοφετιλίδη, δορονεδρόνη, ιμπουτιλίδη, σοταλόλη)
- Severity: Αντένδειξη
- Clinical effect: παράταση του διαστήματος QTc
- Recommendation: Αποφυγή συγχορήγησης
Αντικαταθλιπτικά (π.χ., σιταλοπράμη, εσιταλοπράμη)
- Severity: Προσοχή
- Clinical effect: ενδέχεται να παρατείνουν το QTc
- Recommendation: Παρακολούθηση/προσεκτική διαχείριση
Αντιβιοτικά (π.χ., αζιθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη, λεβοφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη, τελιθρομυκίνη)
- Severity: Προσοχή
- Clinical effect: ενδέχεται να παρατείνουν το QTc
- Recommendation: Παρακολούθηση QTc, ενδεχομένως μείωση δόσης
Άλλα αντιψυχωσικά (π.χ., παράγωγα φαινοθειαζίνης, σερτινδόλη, πιμοζίδη, ζιπρασιδόνη)
- Severity: Προσοχή
- Clinical effect: ενδέχεται να παρατείνουν το QTc
- Recommendation: Παρακολούθηση
Ορισμένα αντιμυκητιασικά (π.χ., πενταμιδίνη)
- Severity: Προσοχή
- Clinical effect: ενδέχεται να παρατείνουν το QTc
- Recommendation: Παρακολούθηση
Ορισμένα αντιμαλγασιακά (π.χ., αλοφαντρίνη)
- Severity: Προσοχή
- Clinical effect: ενδέχεται να παρατείνουν το QTc
- Recommendation: Παρακολούθηση
Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα για το γαστρεντερικό (π.χ., δολασετρόνη)
- Severity: Προσοχή
- Clinical effect: ενδέχεται να παρατείνουν το QTc
- Recommendation: Παρακολούθηση
Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία καρκίνου (π.χ., τορεμιφαίνη, βανδετανίμπη)
- Severity: Προσοχή
- Clinical effect: ενδέχεται να παρατείνουν το QTc
- Recommendation: Παρακολούθηση
Ορισμένα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ., βεπριδίλη, μεθαδόνη)
- Severity: Προσοχή
- Clinical effect: ενδέχεται να παρατείνουν το QTc
- Recommendation: Παρακολούθηση
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχές
- Severity: Προσοχή
- Clinical effect: αυξάνει ο κίνδυνος ηλεκτρολυτικών διαταραχών
- Recommendation: Παρακολούθηση ηλεκτρολυτών
Αυξημένες συγκεντρώσεις αλοπεριδόλης σε πλάσμα
- Severity: Παρακολούθηση
- Clinical effect: αύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμα
- Recommendation: μείωση δόσης του ALOPERIDIN ανάλογα με την κλινική εικόνα
Αναστολείς CYP3A4 (Αναστολείς της γλυκοπρωτεΐνης CYP3A4)
- Αλπραζολάμη
- Φλουβοξαμίνη
- Ινδιναβίρη
- Ιτρακοναζόλη
- Κετοκοναζόλη
- Νεφαζοδόνη
- Ποσακοναζόλη
- Σακουιναβίρη
- Βεραπαμίλη
- Βορικοναζόλη
- Severity: Παρακολούθηση
- Clinical effect: αύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης
- Recommendation: μείωση δόσης/παρακολούθηση ανά περίπτωση
Αναστολείς CYP2D6 (αναστολείς του CYP2D6)
- Βουπροπιόνη
- Χλωροπρομαζίνη
- Ντουλοξετίνη
- Παροξετίνη
- Προμεθαζίνη
- Σετραλίνη
- Βενλαφαξίνη
- Severity: Παρακολούθηση
- Clinical effect: αύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης
- Recommendation: μείωση δόσης/παρακολούθηση
Συνδυασμός αναστολέων CYP3A4 και CYP2D6
- Φλοξετίνη (fluoxetine)
- ΡΙτοναβίρη (ritonavir)
- Severity: Παρακολούθηση
- Clinical effect: αμοιβαία ενίσχυση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης
- Recommendation: παρακολούθηση και ενδεχόμενη προσαρμογή δόσης
Ασαφής μηχανισμός – Βουσπιρόνη
- Severity: Παρακολούθηση
- Clinical effect: αυξημένο επίπεδο αλληλεπίδρασης χωρίς σαφή μηχανισμό
- Recommendation: παρακολούθηση
Ενδεχόμενες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις αλοπεριδόλης από επαγωγείς CYP3A4
- Καρβαμαζεπίνη
- Φαινοβαρβιτάλη
- Φαινυτοϊνη
- Ριφαμπικίνη
- Βαλσαμόχορτο (St John’s Wort)
- Severity: Παρακολούθηση
- Clinical effect: μείωση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης
- Recommendation: μείωση δόσης ανάλογα με την κλινική εικόνα
Επαγωγή ενζύμων (CYP3A4)
- Severity: Παρακολούθηση
- Clinical effect: μείωση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης
- Recommendation: παρακολούθηση/προσαρμογή δόσης
Επίδραση της αλοπεριδόλης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
- Οινοπνεύμα (αλκοόλ)
- Υποκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα του ΚΝΣ (υπνωτικά, κατασταλτικά, ισχυρά αναλγητικά)
- Μεθυλντόπα
- Αδρεναλίνη και άλλα συμπαθομιμητικά (π.χ., αμφεταμίνες)
- Γουανεθιδίνη
- Λεβοντόπα και άλλοι αγωνιστές ντοπαμίνης
- Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (ιμιπραμίνη, δεσιπραμίνη)
- Φαινινδιόνη (αντιπηκτικό)
- Severity: Παρακολούθηση/προσοχή
- Clinical effect: ενισχυόμενη καταστολή ΚΝΣ ή αντίδραση σε αγωνιστές/αντιυπερτατικά
- Recommendation: παρακολούθηση κλινικής κατάστασης, προσαρμογή δόσεων όπου χρειάζεται
Λίθιο (Lithium) σε συνδυασμό με ALOPERIDIN
- Severity: Παρακολούθηση
- Clinical effect: εγκεφαλοπάθεια, εξωπυραμιδικά συμπτώματα, όψιμη δυσκινησία, κακοήθες νευροληπτικό σύνδρομο, οξύ εγκεφαλικό σύνδρομο και κώμα (σε σπάνιες περιπτώσεις)
- Recommendation: άμεση διακοπή της θεραπείας σε περίπτωση εμφάνισης αυτών των συμπτωμάτων
Ανταγωνισμός της δράσης αντιπηκτικού φαινινδιόνη
- Severity: Παρακολούθηση
- Clinical effect: ανταγωνισμός της δράσης του αντιπηκτικού φαινινδιόνης
- Recommendation: παρακολούθηση αντιπηκτικής θεραπείας
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ALOPERIDIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Λευκοπενία, Πανκυτταροπενία, Ακοκκιοκυτταραιμία, Θρομβοπενία, Ουδετεροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Μη γνωστές: Υπερευαισθησία, Αναφυλακτική αντίδραση
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
- Μη γνωστές: Υπερπρολακτιναιμία, Απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Μη γνωστές: Υπογλυκαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Πολύ συχνές: Διέγερση, Αϋπνία
- Μη συχνές/Συχνές: Ψυχιατρικές διαταραχές, Κατάθλιψη, Συγχυστική κατάσταση, Απώλεια της γενετής ορμής, Γενετική ορμή μειωμένη, Ανησυχία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Εξωπυραμιδική διαταραχή, Υπερκινησία, Κεφαλαλγία
- Συχνές: Όψιμη δυσκινησία, Ακαθησία, Βραδυκινησία, Δυσκινησία, Δυστονία, Υποκινησία, Υπερτονία, Ζάλη, Ψυχική κόπωση (Σύγχυση/Ανησυχία), Τρόμος, Παρκινσονισμός, Καταστολή, Ακούσιες μυϊκές συσπάσεις, Κινητική δυσλειτουργία, Νυσταγμός, Ακινησία, Σημείο οδοντωτού τροχού, Καθηλωμένο προσωπίδιο, Οφθαλμικές διαταραχές, Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών, Οπτική διαταραχή, Θολή όραση
Διαταραχές του καρδιακού συστήματος
- Πολύ συχνές/Συχνές: Ταχυκαρδία, Κοιλιακή μαρμαρυγή, Κοιλιακή ταχυκαρδία, Έκτακτες συστολές, Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου, Αρρυθμίες
Αγγειακές διαταραχές
- Μη γνωστές: Υπόταση, Ορθοστατική υπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Μη γνωστές: Δύσπνοια, Βρογχόσπασμος, Οίδημα λάρυγγα, Λαρυγόσπασμος
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Μη γνωστές: Έμετος, Ναυτία, Δυσκοιλιότητα, Ξηροστομία, Υπερέκκριση σιέλου
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Μη γνωστές: Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές, Ηπατίτιδα, Ίκτερος, Οξεία ηπατική ανεπάρκεια, Χολόσταση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Μη γνωστές: Εξάνθημα, Αντίδραση από φωτοευαισθησία, Κνίδωση, Κνησμός, Υπεριδρωσία, Αγγειοοίδημα, Αποφολιδωτική δερματίτιδα, Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Μη γνωστές: Ραιβόκρανο, Μυϊκή ακαμψία, Μυϊκοί σπασμοί, Μυοσκελετική δυσκαμψία, Τρισμός, Μυϊκές δεσμίδες, Ραβδομυόλυση
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Μη γνωστές: Κατακράτηση ούρων
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Μη γνωστές: Στυτική δυσλειτουργία, Αμηνόρροια, Γαλακτόρροια, Δυσμηνόρροια, Μαστοδυνία, Δυσανεξία μαστού, Μηνoρραγία, Διαταραχές εμμήνου ρύσης, Σεξουαλική δυσλειτουργία, Πριαπισμός, Γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Μη γνωστές: Υπερθερμία, Οίδημα, Διαταραχή του βαδίσματος, Αιφνίδιος θάνατος, Οίδημα προσώπου, Υποθερμία, Παρακλινικές εξετάσεις, Σωματικό βάρος αυξημένο, Σωματικό βάρος μειωμένο, Ηλεκτροκαρδιογράφημα διάστημα QT παρατεταμένο
Επιδράσεις της κατηγορίας των αντιψυχωσικών
- Μη γνωστές: Καρδιακή ανακοπή, Περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής, Περιπτώσεις εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης
“Σημείωση”: Τα ανωτέρω στοιχεία βασίζονται σε την περιγραφόμενη λίστα Ανεπιθύμητων Ενεργειών και στις ενδείξεις του πίνακα 5 του κειμένου. Τα πεδία frequency έχουν οριστεί όπου ήταν σαφώς δηλωμένα (Πολύ συχνές/Συχνές) και αλλού χρησιμοποιήθηκε Μη γνωστές όταν δεν προσδιορίζεται σαφώς η συχνότητα.
Σημαντικές επιπλέον πληροφορίες
- Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζονται σε κλινικές μελέτες ή επιδημιολογικές μελέτες με αλοπεριδόλη και ταξινομούνται χρησιμοποιώντας την ακόλουθη συνθήκη: Πολύ συχνές: ≥1/10, Συχνές: ≥1/100 έως <1/10, Όχι συχνές: ≥1/1.000 έως <1/100, Σπάνιες: ≥1/10.000 έως <1/1.000, Πολύ σπάνιες: <1/10.000, Μη γνωστές: δεν μπορούν να εκτιμηθούν.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ALOPERIDIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Ένας μέτριος όγκος δεδομένων από εγκύους (περισσότερες από 400 εκβάσεις κύησης) δεν υποδεικνύουν δυσπλασίες ή τοξικότητα στο έμβρυο/νεογνό με αλοπεριδόλη. Ωστόσο, έχουν υπάρξει αναφορές μεμονωμένων περιπτώσεων διαμαρτιών διαπλάσεως μετά από έκθεση του εμβρύου σε αλοπεριδόλη, κυρίως σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του ALOPERIDIN κατά τη διάρκεια της κύησης. Τα νεογέννητα βρέφη που έχουν εκτεθεί σε αντιψυχωσικά (συμπεριλαμβανομένης της αλοπεριδόλης) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή των συμπτωμάτων απόσυρσης, που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής της σίτισης. Κατά συνέπεια, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των νεογνών.
Γαλουχία
Η αλοπεριδόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μικρές ποσότητες αλοπεριδόλης έχουν ανιχνευτεί στο πλάσμα και στα ούρα νεογέννητων που θήλασαν από μητέρες που έλαβαν θεραπεία με αλοπεριδόλη. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση της αλοπεριδόλης στα θηλάζοντα βρέφη. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με ALOPERIDIN, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος τους θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Η αλοπεριδόλη αυξάνει το επίπεδο της προλακτίνης. Η υπερπρολακτιναιμία μπορεί να καταστείλει την GnRH του υποθαλάμου, με αποτέλεσμα τη μείωση της έκκρισης γοναδοτροπίνων από την υπόφυση. Αυτό μπορεί να αναστείλει την αναπαραγωγική λειτουργία διαταράσσοντας τη γοναδική στεροειδογένεση σε γυναίκες και άνδρες ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ALOPERIDIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης
Η αλοπεριδόλη είναι αντιψυχωτικό που ανήκει στην ομάδα των βουτυροφαινονών. Είναι ισχυρός ανταγωνιστής των κεντρικών υποδοχέων ντοπαμίνης τύπου 2 (D2) και στις συνιστώμενες δόσεις, έχει χαμηλή α1 αντι-αδρενεργική δράση και δεν παρουσιάζει αντιισταμινική ή αντιχολινεργική δράση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η αλοπεριδόλη καταστέλλει τις παραληρητικές ιδέες και τις ψευδαισθήσεις ως άμεση συνέπεια της αναστολής της ντοπαμινεργικής μεταγωγής σημάτων στη μεσομεταιχμιακή οδό. Η κεντρική ανασταλτική δράση της ντοπαμίνης παρουσιάζει δράση στα βασικά γάγγλια (μελαινοραβδωτά δεμάτια). Η αλοπεριδόλη προκαλεί επαρκή ψυχοκινητική καταστολή, που εξηγεί την ευνοϊκή δράση στη μανία και σε άλλα σύνδρομα με διέγερση. Η δράση στα βασικά γάγγλια πιθανώς αποτελεί τη βασική εξήγηση των εξωπυραμιδικών κινητικών ανεπιθύμητων ενεργειών (δυστονία, ακαθησία και παρκινσονισμός). Οι αντιντοπαμινεργικές δράσεις της αλοπεριδόλης επί των λακτοτρόπων κυττάρων της πρόσθιας υπόφυσης εξηγούν την υπερπρολακτιναιμία που οφείλεται στην αναστολή της επαγόμενης από τη ντοπαμίνη τονικής αναστολής της έκκρισης προλακτίνης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ALOPERIDIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
- Βιοδιαθεσιμότητα: 60–70%.
- Μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται συνήθως εντός 2–6 ωρών από την από στόματος χορήγηση.
- Σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται εντός 1 εβδομάδας από την έναρξη της θεραπείας.
Κατανομή
- Δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος: 88–92%.
- Υψηλός όγκος κατανομής (μέσοι όγκοι 8–21 L/kg μετά από ενδοφλέβια χορήγηση).
- Διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, διαπερνά επίσης τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Βιομετασχηματισμός
- Μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Κύριες μεταβολικές οδοί: γλυκουρονιδίωση, αναγωγή κετονών, οξειδωτική N-απαλκυλίωση και σχηματισμό μεταβολιτών πυριδινίου.
- Οι μεταβολίτες της αλοπεριδόλης δεν θεωρείται ότι συνεισφέρουν σημαντικά στη δράση της· η οδός αναγωγής ευθύνεται περίπου για το 23% του βιομετασχηματισμού, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποκλειστεί πλήρως η μετατροπή του ανηγμένου μεταβολίτη της αλοπεριδόλης ξανά σε αλοπεριδόλη.
- Τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2D6 του κυτοχρώματος P450 συμμετέχουν στο μεταβολισμό της αλοπεριδόλης. Η αναστολή ή η επαγωγή του CYP3A4 ή η αναστολή του CYP2D6 μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό της αλοπεριδόλης. Η μείωση της δραστηρίας του ενζύμου CYP2D6 μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των συγκεντρώσεων της αλοπεριδόλης.
Αποβολή
- Τελική ημίσεια ζωή αποβολής της αλοπεριδόλης είναι κατά μέσο όρο 24 ώρες (εύρος μέσων τιμών 15–37 ωρών) μετά την από στόματος χορήγηση.
- Η φαινομενική κάθαρση της αλοπεριδόλης μετά από εξωαγγειακή χορήγηση κυμαίνεται από 0,9–1,5 L/h/kg και μειώνεται στα άτομα με μειωμένο μεταβολισμό μέσω του CYP2D6. Η μειωμένη δράση του ενζύμου CYP2D6 μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των συγκεντρώσεων της αλοπεριδόλης.
- Σε μία ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με σχιζοφρένεια, η διακύμανση (συντελεστής διακύμανσης, %) της κάθαρσης της αλοπεριδόλης μεταξύ των ασθενών εκτιμήθηκε στο 44%.
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση αλοπεριδόλης, το 21% της δόσης αποβάλλεται στα κόπρανα και το 33% στα ούρα. Λιγότερο από 3% της δόσης αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα.
Σχέση δοσολογίας – συγκέντρωσης
- Στους ενήλικες η σχέση μεταξύ της δόσης της αλοπεριδόλης και των συγκεντρώσεων στο πλάσμα είναι γραμμική.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι: Οι συγκεντρώσεις της αλοπεριδόλης στο πλάσμα ήταν υψηλότερες σε ηλικιωμένους ασθενείς σε σχέση με νεότερους ενήλικες που χορηγήθηκε η ίδια δόση. Τα αποτελέσματα προτείνουν προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.2).
- Νεφρική δυσλειτουργία: Η επίδραση στη φαρμακοκινητική δεν έχει αξιολογηθεί πλήρως. Περίπου το ένα τρίτο της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα, κυρίως ως μεταβολίτες. Λιγότερο από 3% της χορηγούμενης αλοπεριδόλης αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα. Οι μεταβολίτες δεν θεωρείται ότι συνεισφέρουν σημαντικά στη δράση, όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως η μετατροπή του ανηγμένου μεταβολίτη ξανά σε αλοπεριδόλη. Προσοχή στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και ιδιαίτερα σε σοβαρή δυσλειτουργία λόγω της μεγάλης ημισειας ζωής και του ανηγμένου μεταβολίτη.
- Ηπατική δυσλειτουργία: Δεν έχει αξιολογηθεί πλήρως ο αντίκτυπος, αλλά μπορεί να έχει σημαντικές επιδράσεις λόγω εκτενούς μεταβολισμού στο ήπαρ. Συνιστάται προσαρμογή της δόσης και προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
- Παιδιατρικός πληθυσμός: Περιορισμένα δεδομένα σε παιδιατρικούς ασθενείς (υπάρχουν μελέτες σε 2–17 ετών, 78 ασθενείς με σχιζοφρένεια, ψυχώσεις, σύνδρομο Tourette κ.ά.). Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ποικίλλουν και συχνά είναι μη ανιχνεύσιμες ή έως 44,3 ng/mL. Υψηλό επίπεδο διακύμανσης μεταξύ ασθενών. Παρατηρείται τάση για βραχύτερη ημίσεια ζωή σε σχέση με ενήλικες. Σε δύο μελέτες σε παιδιά με θεραπεία αλοπεριδόλης για ακούσιες επαναλαμβανόμενες σπασμωδικές κινήσεις και σύνδρομο Tourette, η θετική ανταπόκριση συσχετίζεται με συγκεντρώσεις 1–4 ng/mL.
- Καρδιαγγειακές επιδράσεις: Ο κίνδυνος παράτασης QTc αυξάνεται με τη δόση και με τις συγκεντρώσεις της αλοπεριδόλης στο πλάσμα.
- Εξωπυραμιδικά συμπτώματα: Εξωπυραμιδικά συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν εντός του θεραπευτικού εύρους, συνήθως με υψηλότερες συγκεντρώσεις από τις θεραπευτικές.
ΕΟΦ · 4.2
Aντιψυχωσικά φάρμακα
expand_more
Aντιψυχωσικά φάρμακα
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται το πρότυπο άτυπο κλοζαπίνη και τα νεώτερα αντιψυχωσικά ολανζαπίνη και κουετιαπίνη. Η ρισπεριδόνη έχει χαρακτηριστικά και των δύο κατηγοριών.
H κυριότερη ένδειξη είναι η σχιζοφρενική ψύχωση. Άλλες ενδείξεις χορήγησης είναι μανία, οξύ ψυχωσικό επεισόδιο, παραληρητικές μορφές κατάθλιψης (με ταυτόχρονη χορήγηση αντικαταθλιπτικού), οργανικές ψυχώσεις (οφειλόμενες σε οργανική πάθηση). Λιγότερο αποτελεσματικά είναι στις χρόνιες παραληρητικές διαταραχές. H συστηματική χορήγηση αντιψυχωσικών σε αγχώδεις διαταραχές ή ψυχοσωματικά νοσήματα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί έχουν πολύ περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από τα αγχολυτικά.
Tα αντιψυχωσικά βελτιώνουν τις διαταραχές της σκέψης, της αντίληψης, του συναισθήματος, την υπερκινητική συμπεριφορά και επηρεάζουν θετικά την επανασύνδεση του σχιζοφρενούς με το περιβάλλον του. H χορήγηση των αντιψυχωσικών επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο των οξέων σχιζοφρενικών επεισοδίων και των υποτροπών της νόσου. H μακροχρόνια συνέχιση της χορήγησης των αντιψυχωσικών μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, συχνά σε μειωμένες δόσεις συντήρησης, αποβλέπει στην πρόληψη των υποτροπών που εμφανίζονται εβδομάδες ή και μήνες μετά τη διακοπή των φαρμάκων. Για τη περίπτωση αυτή υπάρχουν μορφές παρατεταμένης δράσεως.
Πιο πιθανός τρόπος δράσεως θεωρείται ο αποκλεισμός των υποδοχέων D2 της ντοπαμίνης. H ιδιότητα αυτή φαίνεται να συσχετίζεται θετικά με τη θεραπευτική τους αποτελεσματικότητα. Ωστόσο το άτυπο αντιψυχωσικό κλοζαπίνη δεσμεύει σε μικρότερο βαθμό τους D2 υποδοχείς, αλλά δεσμεύει ταυτόχρονα σε σημαντικό βαθμό τους υποδοχείς τύπου 2 της σεροτονίνης (5HT2), σε αντίθεση με τα κλασικά αντιψυχωσικά. Aκόμη, η εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και η αύξηση της προλακτίνης οφείλεται στην αντιντοπαμινεργική τους δράση. Eπίσης τα αντιψυχωσικά αποκλείουν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τους αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς και άλλους σεροτονινεργικούς υποδοχείς, ιδιότητες που συνδέονται με ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα κ.ά. (βλ. και Πίνακα 4.2).
t4.2.jpg:
Tα αντιψυχωσικά έχουν την ίδια αντιψυχωσική ισχύ και το καθένα μπορεί να αντικατασταθεί με ισοδύναμες δόσεις άλλου φαρμάκου. Eξαίρεση αποτελούν η κλοζαπίνη, η οποία είναι δυνατόν να έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε ανθεκτικές μορφές σχιζοφρένειας καθώς και η προμαζίνη και η λεβοπρομαζίνη, οι οποίες έχουν ασθενέστερη δράση και χορηγούνται σαν συμπληρωματικά της κύριας αντιψυχωσικής αγωγής φάρμακα.
H επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από το αν είναι επιθυμητό μικρότερο ή μεγαλύτερο κατασταλτικό αποτέλεσμα, καθώς και από την ευαισθησία του ασθενούς στις εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα νεότερα άτυπα αντιψυχωσικά, σε αντίθεση με τα κλασικά νευροληπτικά, πλεονεκτούν σημαντικά από πλευράς ανεπιθύμητων ενεργειών καθώς και στην αντιμετώπιση των αρνητικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας. H απάντηση στη θεραπεία και η ανοχή στις ανεπιθύμητες ενέργειες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών. H χορήγηση περισσότερων του ενός αντιψυχωσικών στον ασθενή πρέπει να αποφεύγεται, καθότι δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιορίζονται. Aσθενής με καλή ανταπόκριση σε ένα αντιψυχωσικό στο παρελθόν είναι αρκετά πιθανό να απαντήσει πάλι εξίσου καλά. Aντίθετα, αντιψυχωσικά που στο παρελθόν έχουν προκαλέσει έντονα εξωπυραμιδικά συμπτώματα πρέπει να αποφεύγονται ως πρώτη επιλογή. Για ειδικές κατηγορίες ασθενών, π.χ. ασθενείς με ιστορικό αποπειρών αυτοκαταστροφής, πρέπει να χορηγούνται αντιψυχωσικά που είναι περισσότερο ασφαλή. Aντιψυχωσικά που σε υπερβολικές δόσεις είναι καρδιοτοξικά, όπως η θειοριδαζίνη και η πιμοζίδη, πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Σε ασθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτη ή άλλες αντενδείξεις σε αντιχολινεργικά φάρμακα, πρέπει να αποφεύγονται φαινοθειαζίνες ή θειοξανθένια με αυξημένες αντίστοιχες ιδιότητες, όπως η θειοριδαζίνη. H ηρεμιστική κατασταλτική δράση των αντιψυχωσικών εμφανίζεται 1 εβδομάδα πριν από την απάντηση των ψυχωσικών συμπτωμάτων, όπως οι παραληρητικές ιδέες και οι ψευδαισθήσεις. Συνεπώς η αύξηση της δόσης πριν από την παρέλευση χρονικού διαστήματος πρέπει να αποφεύγεται γιατί οδηγεί σε υπερδοσολογία, η οποία δεν προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα και δημιουργεί κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Eφόσον ο ασθενής είναι διεγερτικός χορηγούνται προσωρινά μεγαλύτερες δόσεις κατά προτίμηση σε ενδομυϊκές μορφές.
H ασφαλής και αποτελεσματική χορήγηση σκευασμάτων παρατεταμένης δράσεως προϋποθέτει τα ακόλουθα:
o Έναρξη με χαμηλή δόση, π.χ. 1 ml αλοπεριδόλης δοκιμαστικά για τον έλεγχο ανεπιθύμητων ενεργειών.
o Mε τις αρχικές χαμηλές δόσεις μπορεί να είναι αναγκαία η συγχορήγηση αντιψυχωσικού από του στόματος.
o Oι ασθενείς πρέπει να ελεγχθούν για ακινητικά συμπτώματα και συμπτώματα που προσομοιάζουν με κατάθλιψη. Στην περίπτωση αυτή, επειδή οφείλονται στο φάρμακο, οι δόσεις πρέπει να μειωθούν.
o Tυπικά παρκινσονικά συμπτώματα και ακαθισία εμφανίζονται συχνά και αντιμετωπίζονται με αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά.
o H ανάγκη για συνέχιση της αντιπαρκινσονικής θεραπείας πρέπει να επανεκτιμάται ανά διαστήματα. H οξεία δυστονία (έντονη, ασύμμετρη σύσπαση μυικών ομάδων με συνέπεια παραμορφωτικές στάσεις κεφαλής, κάτω γνάθου, γλώσσας, οφθαλμικών βολβών, άκρων ή και κορμού) παρουσιάζεται στην αρχή της θεραπείας. Για την άμεση αντιμετώπισή της χρησιμοποιούνται ενέσιμα αντιπαρκινσονικά.
H χορήγηση κλοζαπίνης είναι δυνατόν να προκαλέσει ουδετεροπενία έως και ακοκκιοκυτταραιμία. Γι αυτό είναι απαραίτητος ο έλεγχος του αίματος πριν από την έναρξη της θεραπείας, κάθε εβδομάδα τις πρώτες 18 εβδομάδες θεραπείας, και μετά κάθε μήνα όσο διαρκεί η θεραπεία. Aν διαπιστωθεί διαταραχή η χορήγηση διακόπτεται.
Yπάρχει ο κίνδυνος μετά από μακρόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικών να εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή της θεραπείας όψιμη δυσκινησία. Πρόκειται για ένα σύνδρομο ανώμαλων κινήσεων που συνήθως αφορά τους περιστοματικούς μυς, τους μυς της παρειάς και της γλώσσας. Kινήσεις των άκρων και του κορμού είναι πιο σπάνιες. Για την εμφάνιση όψιμης δυσκινησίας απαιτούνται κατά κανόνα μήνες και χρόνια. Hλικιωμένα άτομα, γυναίκες, ασθενείς με οργανικές εγκεφαλικές βλάβες και ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλες δόσεις νευροληπτικών έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν όψιμη δυσκινησία χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποκλεισθεί για άλλα άτομα. H κατά το δυνατό μειωμένη δόση συντήρησης φαίνεται ότι περιορίζει τις πιθανότητες εμφάνισης της όψιμης δυσκινησίας.
Tα αντιψυχωσικά δεν προκαλούν εξάρτηση.
Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο είναι μια εξαιρετικά σοβαρή ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Tα κυριότερα συμπτώματα είναι δυσκαμψία, πυρετός, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος (υπόταση ή υπέρταση, ταχυκαρδία, ωχρότητα) και εγκεφαλοπάθεια. Aναπτύσσονται σε 24-32 ώρες και η δυσκαμψία προηγείται των άλλων. O πυρετός μπορεί να είναι υψηλός με θερμοκρασίες 41° C και υψηλότερες, ενώ ο μυϊκός τόνος είναι αυξημένος και σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε νέκρωση του μυϊκού ιστού με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας από μυοσφαιρινουρία. Παρατηρούνται ακόμη καρδιακή αρρυθμία, ακινησία, τρόμος και ακούσιες κινήσεις. O ασθενής είναι συνήθως συγχυτικός και αμίλητος. Tο επίπεδο συνειδήσεως παρουσιάζει μεταβολές και ο ασθενής εκδηλώνει διέγερση ή βρίσκεται μέχρι και σε εμβροντησία. Aυξημένη είναι η δραστικότητα της κρεατινοφωσφοκινάσης και των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες και γαλακτική αφυδρογονάση). Aν και όλα τα νευροληπτικά έχουν συνδυασθεί με το κακοήθες σύνδρομο, σε υψηλές δόσεις αυτών που έχουν μεγαλύτερη ισχύ ο κίνδυνος αυξάνεται. Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο αποβαίνει θανατηφόρο σε ποσοστό 20%. Aντιμετώπιση: Άμεση διακοπή χορήγησης αντιψυχωσικών, ενυδάτωση του ασθενούς, παρακολούθηση της καρδιακής, αναπνευστικής και νεφρικής λειτουργίας, χρήση ψυχρών επιθεμάτων και χορήγηση συνδυασμού μυοχαλαρωτικών (νατριούχος δανδρολένη 1-3 mg/kg ημερησίως από του στόματος ή ενδοφλεβίως), βενζοδιαζεπινών και βρωμοκρυπτίνης 5-10 mg ημερησίως.
Αλλες χρήσεις: Mερικά αντιψυχωτικά φάρμακα, κυρίως η χλωροπρομαζίνη και η αλοπεριδόλη, χρησιμοποιούνται σε μικρές δόσεις για την καταπολέμηση του επίμονου λόξυγγα, της ναυτίας και του εμέτου. Eπίσης η αλοπεριδόλη σε διάφορες υπερκινησίες, όπως η χορεία του Huntington, τα τικς, το σύνδρομο Gilles de la Tourette, κ.ά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Ενώ η η λοπεριδόλη έχει επιδείξει φαρμακολογική δραστηριότητα σε διάφορους υποδοχείς στον εγκέφαλο, ασκεί την αντιψυχωσική της δράση μέσω του ισχυρού ανταγωνισμού του υποδοχέα ντοπαμίνης (κυρίως D2), ιδιαίτερα εντός των μεσοκορτικο-μεσοβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουβουAThe mechanism of action of haloperidol is not fully understood, but it is believed to selectively affect the central nervous system (CNS) by competitively blocking postsynaptic dopamine (D2) receptors in the mesolimbic dopaminergic system and increasing brain dopamine turnover to produce its tranquilizing effects. With subchronic therapy, depolarization blockade, or diminished firing rate of the dopamine neuron (decreased release) along with D2 postsynaptic blockade results in the antipsychotic action. Haloperidol exerts its antipsychotic effect through its strong antagonism of the dopamine receptor (mainly D2), particularly within the mesolimbic and mesocortical systems of the brain. Schizophrenia is theorized to be caused by a hyperdopaminergic state within the limbic system of the brain. Dopamine-antagonizing medications such as haloperidol, therefore, are thought to improve psychotic symptoms by halting this over-production of dopamine. The optimal clinical efficacy of antipsychotics is associated with the blockade of approximately 60 % - 80 % of D2 receptors in the brain. While the exact mechanism is not entirely understood, haloperidol is known to inhibit the effects of dopamine and increase its turnover. Traditional antipsychotics, such as haloperidol, bind more tightly than dopamine itself to the dopamine D2 receptor, with dissociation constants that are lower than that for dopamine. It is believed that haloperidol competitively blocks post-synaptic dopamine (D2) receptors in the brain, eliminating dopamine neurotransmission and leading to the relief of delusions and hallucinations that are commonly associated with psychosis. It acts primarily on the D2-receptors and has some effect on 5-HT2 and α1-receptors, with negligible effects on dopamine D1-receptors. The drug also exerts some blockade of α-adrenergic receptors of the autonomic system. Antagonistic activity regulated through dopamine D2 receptors in the chemoreceptive trigger zone (CTZ) of the brain renders its antiemetic activity. Of the three D2-like receptors, only the D2 receptor is blocked by antipsychotic drugs in direct relation to their clinical antipsychotic abilities. Clinical brain-imaging findings show that haloperidol remains tightly bound to D2 dopamine receptors in humans undergoing 2 positron emission tomography (PET) scans with a 24h pause in between scans. A common adverse effect of this drug is the development of extrapyramidal symptoms (EPS), due to this tight binding of haloperidol to the dopamine D2 receptor. Due to the risk of unpleasant and sometimes lifelong extrapyramidal symptoms, newer antipsychotic medications than haloperidol have been discovered and formulated. Rapid dissociation of drugs from dopamine D2 receptors is a plausible explanation for the improved EPS profile of atypical antipsychotics such as [DB00734]. This is also consistent with the theory of a lower affinity for D2 receptors for these drugs. As mentioned above, haloperidol binds tightly to the dopamine receptor, potentiating the risk of extrapyramidal symptoms, and therefore should only been used when necessary.
Haloperidol has less prominent autonomic effects than do other antipsychotic drugs. It has little anticholinergic activity… it blocks activation of alpha receptors by sympathomimetic amines but is much less potent than chlorpromazine in this action.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η η λοπεριδόλη είναι μια εξαιρετικά λιπόφιλη ένωση και μεταβολίζεται εκτενώς σε ανθρώπους, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει μεγάλη διατομική μεταβλητότητα στη φαρμακοκινητική της. Μελέτες έχουν βρει ευρεία διακύμανση στις φαρμακοκινητικές τιμές για από του στόματος χορηγούμενη η λοπεριδόλη με 1.7-6.1 ώρες να αναφέρονται για τον χρόνο έως τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (tmax), 14.5-36.7 ώρες για την ημιζωή (t1⁄2), και 43.73 μg/L•h [εύρος 14.89-120.96 μg/L•h] για την AUC. Η η λοπεριδόλη απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα όταν λαμβάνεται από του στόματος, ωστόσο, ο μεταβολισμός πρώτης διόδου στο ήπαρ μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητά της από του στόματος στο 40 - 75%. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, ο χρόνος έως τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (tmax) είναι 20 λεπτά σε υγιείς εθελοντές ή 33.8 λεπτά σε ασθενείς με σχιζοφρένεια, με μέση ημιζωή 20.7 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από ενδομυϊκή χορήγηση είναι υψηλότερη από αυτήν της από του στόματος χορήγησης. Η χορήγηση ακετομένου ακετομένου ακετομένου (η μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης της η λοπεριδόλης για μακροχρόνια θεραπεία) σε σησαμέλαιο οδηγεί σε αργή απελευθέρωση του φαρμάκου για μακροχρόνιες επιδράσεις. Οι πλασματικές συγκεντρώσεις της η λοπεριδόλης αυξάνονται σταδιακά, φτάνοντας τη μέγιστη συγκέντρωση περίπου 6 ημέρες μετά την ένεση, με φαινόμενη ημιζωή περίπου 21 ημέρες. Οι σταθερές πλασματικές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται μετά την τρίτη ή τέταρτη δόση.
Σε μελέτες ραδιοσήμανσης, περίπου το 30% της ραδιενέργειας απεκκρίνεται στα ούρα μετά από μία από του στόματος χορήγηση 14C-σημασμένης η λοπεριδόλης, ενώ το 18% απεκκρίνεται στα ούρα ως η λοπεριδόλη γλυκουρονίδιο, αποδεικνύοντας ότι το η λοπεριδόλη γλυκουρονίδιο είναι κύριος μεταβολίτης στα ούρα, καθώς και στο πλάσμα σε ανθρώπους.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής κυμάνθηκε από 9.5-21.7 L/kg. Αυτός ο υψηλός όγκος κατανομής είναι σύμφωνος με τη λιπόφιλη φύση του, η οποία επίσης υποδηλώνει ελεύθερη κίνηση μέσω διαφόρων ιστών, συμπεριλαμβανομένου του αιματοεγκεφαλικού φραγμού.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η κάθαρση από το πλάσμα ή τον ορό (CL) βρέθηκε να είναι 0.39-0.708 L/h/kg (6.5 έως 11.8 ml/min/kg). Μετά από από του στόματος χορήγηση, η κάθαρση βρέθηκε να είναι 141.65 L/h (εύρος 41.34 έως 335.80 L/h). Η κάθαρση της η λοπεριδόλης μετά από εξωαγγειακή χορήγηση κυμαίνεται από 0.9-1.5 l/h/kg, ωστόσο, αυτός ο ρυθμός μειώνεται σε ασθενείς με κακό μεταβολισμό του ενζύμου CYP2D6. Η μειωμένη δραστηριότητα του ενζύμου CYP2D6 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις η λοπεριδόλης. Η διατομική μεταβλητότητα (συντελεστής διακύμανσης, %) στην κάθαρση της η λοπεριδόλης εκτιμήθηκε στο 44% σε μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ασθενείς με σχιζοφρένεια. Ο γενετικός πολυμορφισμός του CYP2D6 έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί σημαντική πηγή διατομικής μεταβλητότητας στη φαρμακοκινητική της η λοπεριδόλης και μπορεί να επηρεάσει τη θεραπευτική ανταπόκριση και την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών.
Η η λοπεριδόλη απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα, αλλά ο μεταβολισμός πρώτης διόδου στο ήπαρ μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα από του στόματος στο 40 έως 75%. Η κορυφή της συγκέντρωσης στον ορό εμφανίζεται 0.5 έως 4 ώρες μετά από μια από του στόματος δόση.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι περίπου 20 L/kg, σύμφωνος με την υψηλή λιπόφιλη φύση του φαρμάκου. Η η λοπεριδόλη κυκλοφορεί στο αίμα συνδεδεμένη κατά κύριο λόγο (90-94%) με πρωτεΐνες πλάσματος.
Μετά τη χορήγηση η λοπεριδόλης σε ζώα, το φάρμακο κατανέμεται κυρίως στο ήπαρ, με χαμηλότερες συγκεντρώσεις να κατανέμονται στον εγκέφαλο, τους πνεύμονες, τα νεφρά, τον σπλήνα και την καρδιά. … Η η λοπεριδόλη δεσμεύεται περίπου 92% σε πρωτεΐνες πλάσματος.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η η λοπεριδόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, με μόνο περίπου 1% της χορηγούμενης δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Σε ανθρώπους, η η λοπεριδόλη βιομετασχηματίζεται σε διάφορους μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένου του p-φθοροβενζοϋλοπροπιονικού οξέος, της 4-(4-χλωροφαινυλ)-4-υδροξυπiperidine, της μειωμένης η λοπεριδόλης, των πυριδινικών μεταβολιτών και του η λοπεριδόλη γλυκουρονιδίου. Σε ψυχιατρικούς ασθενείς που λαμβάνουν τακτικά η λοπεριδόλη, η συγκέντρωση του η λοπεριδόλη γλυκουρονιδίου στο πλάσμα είναι η υψηλότερη μεταξύ των μεταβολιτών, ακολουθούμενη, κατά φθίνουσα σειρά, από την αμετάβλητη η λοπεριδόλη, τη μειωμένη η λοπεριδόλη και το μειωμένο η λοπεριδόλη γλυκουρονίδιο. Το φάρμακο πιστεύεται ότι μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξειδωτικής N-απελκυλοποίησης του αζώτου της piperidine για να σχηματίσει φθοροφαινυλοκαρβονικά οξέα και μεταβολίτες piperidine (που φαίνονται να είναι ανενεργοί), και μέσω μείωσης του καρβονυλίου της βουτυροφαινόνης προς την αλκοόλη, σχηματίζοντας υδροξυ η λοπεριδόλη. Τα ένζυμα που εμπλέκονται στη βιομεταμόρφωση της η λοπεριδόλης περιλαμβάνουν κυτοχρωματικό P450 (CYP) συμπεριλαμβανομένων των CYP3A4 και CYP2D6, καρβονική αναγωγάση και ουριδίνη δι-φωσφογλυκοζιδο-γλυκουρονιδική τρανσφεράση. Το μεγαλύτερο ποσοστό της εγγενούς ηπατικής κάθαρσης της η λοπεριδόλης γίνεται μέσω γλυκουρονιδίωσης και ακολουθεί η αναγωγή της η λοπεριδόλης σε μειωμένη η λοπεριδόλη και η οξειδωτική μεταβολή που καταλύεται από CYP. Σε μελέτες in vitro της κυτοχρωματικής μεταβολικής οδού, ο CYP3A4 φαίνεται να είναι η κύρια ισομορφή του ενζύμου που ευθύνεται για το μεταβολισμό της η λοπεριδόλης σε ανθρώπους. Η εγγενής κάθαρση της οπισθόδρομης οξείδωσης της μειωμένης η λοπεριδόλης προς την μητρική ένωση, της οξειδωτικής N-απελκυλοποίησης και του σχηματισμού πυριδινίου είναι της ίδιας τάξης μεγέθους. Αυτό υποδηλώνει ότι το ίδιο ενζυμικό σύστημα είναι υπεύθυνο για τις τρεις παραπάνω μεταβολικές αντιδράσεις. Σε in vivo μελέτες σε ανθρώπους για το μεταβολισμό της η λοπεριδόλης, έχει αποδειχθεί ότι η γλυκουρονιδίωση της η λοπεριδόλης αντιστοιχεί στο 50 έως 60% της βιομεταμόρφωσης της η λοπεριδόλης και ότι περίπου το 23% της βιομεταμόρφωσης αντιστοιχεί στην οδοντογλυφίδα. Το υπόλοιπο 20 έως 30% της βιομεταμόρφωσης της η λοπεριδόλης γίνεται μέσω N-απελκυλοποίησης και σχηματισμού πυριδινίου.
Αν και η ακριβής μεταβολική τύχη δεν έχει καθοριστεί σαφώς, φαίνεται ότι η η λοπεριδόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Το φάρμακο φαίνεται να μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξειδωτικής N-απελκυλοποίησης του αζώτου της piperidine για να σχηματίσει φθοροφαινυλοκαρβονικά οξέα και μεταβολίτες piperidine (που φαίνονται να είναι ανενεργοί), και μέσω αναγωγής του καρβονυλίου της βουτυροφαινόνης προς την αλκοόλη, σχηματίζοντας υδροξυ η λοπεριδόλη. Περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι ο μειωμένος μεταβολίτης, υδροξυ η λοπεριδόλη, έχει κάποια φαρμακολογική δράση, αν και η δράση του φαίνεται να είναι μικρότερη από αυτήν της η λοπεριδόλης. Οι ουρικοί μεταβολίτες σε αρουραίους περιλαμβάνουν p-φθοροφαινυλακετυλικό οξύ, β-p-φθοροβενζοϋλοπροπιονικό οξύ και διάφορα μη αναγνωρισμένα οξέα.
… μεταβολίζεται μέσω αναγωγής σε μειωμένη η λοπεριδόλη, η οποία είναι βιολογικά ανενεργή. Διαφορετικοί βαθμοί εντεροηπατικής ανακύκλωσης και εθνοτικές διαφορές στο μεταβολισμό, θα μπορούσαν επίσης να εξηγήσουν την παρατηρούμενη μεταβλητότητα στη διάθεση της η λοπεριδόλης.
Τα ένζυμα που εμπλέκονται στη βιομεταμόρφωση της η λοπεριδόλης περιλαμβάνουν κυτοχρωματικό P450 (CYP), καρβονική αναγωγάση και ουριδίνη διφωσφογλυκοζιδο-γλυκουρονιδική τρανσφεράση. Το μεγαλύτερο ποσοστό της εγγενούς ηπατικής κάθαρσης της η λοπεριδόλης γίνεται μέσω γλυκουρονιδίωσης, ακολουθούμενο από την αναγωγή της η λοπεριδόλης σε μειωμένη η λοπεριδόλη και την οξειδωτική μεταβολή που καταλύεται από CYP. Σε μελέτες in vitro της κυτοχρωματικής μεταβολικής οδού, ο CYP3A4 φαίνεται να είναι η κύρια ισομορφή που ευθύνεται για το μεταβολισμό της η λοπεριδόλης σε ανθρώπους. Οι εγγενείς κάθαρσεις της οπισθόδρομης οξείδωσης της μειωμένης η λοπεριδόλης προς την μητρική ένωση, της οξειδωτικής N-απελκυλοποίησης και του σχηματισμού πυριδινίου είναι της ίδιας τάξης μεγέθους, υποδηλώνοντας ότι το ίδιο ενζυμικό σύστημα είναι υπεύθυνο για τις 3 αντιδράσεις. Παρατηρήθηκε μεγάλη διακύμανση στην καταλυτική δραστηριότητα στις αντιδράσεις που καταλύονται από CYP, ενώ φάνηκε να υπάρχουν μόνο μικρές διακυμάνσεις στις οδούς γλυκουρονιδίωσης και καρβονικής αναγωγής. Η η λοπεριδόλη είναι υπόστρωμα του CYP3A4 και αναστολέας, καθώς και ενεργοποιητής, του CYP2D6.
… Σε in vivo φαρμακογενετικές μελέτες έχουν υποδείξει ότι ο μεταβολισμός και η διάθεση της η λοπεριδόλης μπορεί να ρυθμίζονται από γενετικά καθορισμένη πολυμορφική δραστηριότητα του CYP2D6. Ωστόσο, αυτά τα ευρήματα φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με αυτά από in vitro μελέτες με ανθρώπινους ηπατικούς μικροσωμάτια και από μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων in vivo. Οι διατομικές και φαρμακογενετικές διαφορές στο μεταβολισμό της η λοπεριδόλης μπορεί να εξηγήσουν αυτές τις παρατηρήσεις.
Η η λοπεριδόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την η λοπεριδόλη πυριδίνιο, (2S,3S,4S,5R)-6-[4-(4-Χλωροφαινυλ)-1-[4-(4-φθοροφαινυλ)-4-οξοβουτυλ]πιπεριδιν-4-υλ]οξυ-3,4,5-τριυδροξυοξάνη-2-καρβονικό οξύ, και p-φθοροβενζοϋλοπροπιονικό οξύ και 4-(4-χλωροφαινυλ)-4-υδροξυπiperidine.
Η η λοπεριδόλη είναι γνωστός ανθρώπινος μεταβολίτης της μειωμένης η λοπεριδόλης.
Η η λοπεριδόλη απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα, αλλά ο μεταβολισμός πρώτης διόδου στο ήπαρ μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα από του στόματος στο 40 έως 75%. Η κορυφή της συγκέντρωσης στον ορό εμφανίζεται 0.5 έως 4 ώρες μετά από μια από του στόματος δόση. Μετά τη χορήγηση η λοπεριδόλης, το φάρμακο κατανέμεται κυρίως στο ήπαρ, με χαμηλότερες συγκεντρώσεις να κατανέμονται στον εγκέφαλο, τους πνεύμονες, τα νεφρά, τον σπλήνα και την καρδιά. Αν και η ακριβής μεταβολική τύχη δεν έχει καθοριστεί σαφώς, φαίνεται ότι η η λοπεριδόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Το φάρμακο φαίνεται να μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξειδωτικής N-απελκυλοποίησης του αζώτου της piperidine για να σχηματίσει φθοροφαινυλοκαρβονικά οξέα και μεταβολίτες piperidine (που φαίνονται να είναι ανενεργοί), και μέσω αναγωγής του καρβονυλίου της βουτυροφαινόνης προς την αλκοόλη, σχηματίζοντας υδροξυ η λοπεριδόλη. Περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι ο μειωμένος μεταβολίτης, υδροξυ η λοπεριδόλη, έχει κάποια φαρμακολογική δράση, αν και η δράση του φαίνεται να είναι μικρότερη από αυτήν της η λοπεριδόλης. Οι ουρικοί μεταβολίτες περιλαμβάνουν p-φθοροφαινυλακετυλικό οξύ, β-p-φθοροβενζοϋλοπροπιονικό οξύ και διάφορα μη αναγνωρισμένα οξέα (A637, A566, A637).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η ημιζωή βρέθηκε να είναι 14.5-36.7 ώρες. Μετά από ενδομυϊκή ένεση, η μέση ημιζωή βρέθηκε να είναι 20.7 ώρες.
10 MG Haloperidol IV και από του στόματος χορήγηση σε υγιείς εθελοντές: ορός T1/2 10-19 ώρες μετά από IV και 12-38.3 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση. Βιοδιαθεσιμότητα της τάξης του 60%; όγκος κατανομής περίπου 1300 L.
Haloperidol, Απέκκριση: Από του στόματος: 24 ώρες (εύρος 12 έως 37 ώρες). Ενδομυϊκή: 21 ώρες (εύρος 17 έως 25 ώρες). Ενδοφλέβια: 14 ώρες (εύρος 10 έως 19 ώρες). Haloperidol decanoate, Απέκκριση: Περίπου 3 εβδομάδες (μεμονωμένες ή πολλαπλές δόσεις).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχωμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ. γεροντική άνοια. παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση. ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ. κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης τους ως ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΑ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των διαταραχών της κίνησης. Τα περισσότερα από αυτά δρουν κεντρικά στα ντοπαμινεργικά ή χολινεργικά συστήματα. Μεταξύ των πιο σημαντικών κλινικά είναι αυτά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον (ΑΝΤΙΠΑΡΚΙΝΣΟΝΙΚΑ) και αυτά για τις όψιμες δυσκινησίες.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
J6292F8L3D
HALOPERIDOL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Τυπικό Αντιψυχωσικό
Η η λοπεριδόλη είναι ένα Τυπικό Αντιψυχωσικό.
HALOPERIDOL
Τυπικό Αντιψυχωσικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Scientific Profile
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχωμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ. γεροντική άνοια. παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση. ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ. κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης τους ως ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΑ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των διαταραχών της κίνησης. Τα περισσότερα από αυτά δρουν κεντρικά στα ντοπαμινεργικά ή χολινεργικά συστήματα. Μεταξύ των πιο σημαντικών κλινικά είναι αυτά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον (ΑΝΤΙΠΑΡΚΙΝΣΟΝΙΚΑ) και αυτά για τις όψιμες δυσκινησίες.