HALOPERIDOL
Αλοπεριδόλη
### Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ψυχοληπτικά, αντιψυχωσικά, παράγωγα βουτυροφαινόνης, κωδικός ATC: N05AD01.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
G25 Άλλες εξωπυραμιδικές και διαταραχές της κίνησης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διαταραχές ακούσιας επαναλαμβανόμενης σπασμωδικής κίνησης
-
F06 Άλλες ψυχικές διαταραχές οφειλόμενες σε βλάβη και δυσλειτουργία του εγκεφάλου και σε σωματική νόσο
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οξεία ψυχοκινητική διέγερση
-
F01 Αγγειακή άνοια
-
F95 Διαταραχές τικ
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Σύνδρομο Tourette
-
F31 Διπολική συναισθηματική διαταραχή
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διπολική διαταραχή I · Επεισόδια μανίας της διπολικής διαταραχής I
-
F30 Μανιακό επεισόδιο
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μανία
-
F29 Μη καθορισμένη μη οργανική ψύχωση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ψυχωσικά συμπτώματα · Ψυχωσική διαταραχή
-
G30 Νόσος Alzheimer
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Άνοια τύπου Alzheimer
-
G10 Νόσος του Huntington
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χορεία στη νόσο Huntington
-
F05 Παραλήρημα, μη προκληθέν από αλκοόλ ή άλλες ψυχοδραστικές ουσίες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Παραλήρημα
-
R45 Συμπτώματα και σημεία που αφορούν τη συναισθηματική κατάσταση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Επιθετικότητα
-
F25 Σχιζοσυναισθηματικές διαταραχές
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Σχιζοσυναισθηματική διαταραχή
-
F20 Σχιζοφρένεια
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ALOPERIDIN
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από στόματος
- Χορήγηση: ως εφάπαξ δόση ή σε 2-3 διαιρεμένες δόσεις
- Δόση έναρξης: 0,5 mg/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η δόση προσαρμόζεται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς. Για τη σχιζοφρένεια, προσαρμογές κάθε 1-7 ημέρες. Για οξύ παραλήρημα, σταδιακή αύξηση σε διαστήματα 2-4 ωρών. Για μανία, επιθετικότητα σε άνοια και χορεία Huntington, προσαρμογές κάθε 1-3 ημέρες. Για διαταραχές ακούσιας κίνησης/Tourette, προσαρμογές κάθε 1-7 ημέρες. Σε ηλικιωμένους, συνιστάται προσεκτική και βαθμιαία τιτλοποίηση προς τα άνω. Σε σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, προσαρμογές με μικρότερες αυξήσεις και σε μεγαλύτερα διαστήματα.
-
Ενήλικες (Θεραπεία της σχιζοφρένειας και της σχιζοσυναισθηματικής διαταραχής)Δόση2 έως 10 mg/ημέραΜέγ. δόση20 mg/ημέρααπό στόματος, ως εφάπαξ δόση ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις. Οι ασθενείς με πρώτο επεισόδιο σχιζοφρένειας γενικά ανταποκρίνονται σε 2 έως 4 mg/ημέρα. Προσαρμογές της δόσης κάθε 1 έως 7 ημέρες. Αξιολόγηση σχέσης οφέλους-κινδύνου για δόσεις άνω των 10 mg/ημέρα.
-
Ενήλικες (Οξεία θεραπεία του παραληρήματος)Δόση1 έως 10 mg/ημέραΜέγ. δόση10 mg/ημέρααπό στόματος, ως εφάπαξ δόση ή σε 2 έως 3 διαιρεμένες δόσεις. Έναρξη με τη χαμηλότερη δυνατή δόση, σταδιακή αύξηση σε διαστήματα 2 έως 4 ωρών, μέχρι τη μέγιστη δόση.
-
Ενήλικες (Θεραπεία των μέτριων έως σοβαρών επεισοδίων μανίας που σχετίζονται με διπολική διαταραχή I)Δόση2 έως 10 mg/ημέραΜέγ. δόση15 mg/ημέρααπό στόματος, ως εφάπαξ δόση ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις. Προσαρμογές της δόσης κάθε 1 έως 3 ημέρες. Αξιολόγηση σχέσης οφέλους-κινδύνου για δόσεις άνω των 10 mg/ημέρα. Αξιολόγηση συνέχισης της χρήσης κατά τα πρώιμα στάδια της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ενήλικες (Θεραπεία της οξείας ψυχοκινητικής διέγερσης)Δόση5 έως 10 mgΜέγ. δόση20 mg/ημέρααπό στόματος, επαναλαμβάνεται μετά από 12 ώρες, αν κρίνεται απαραίτητο. Αξιολόγηση συνέχισης της χρήσης κατά τα πρώιμα στάδια της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Κατά τη μετάβαση από ενδομυϊκή ένεση, από στόματος χορήγηση με αναλογία μετατροπής 1:1, ακολουθούμενη από προσαρμογή της δόσης.
-
Ενήλικες (Θεραπεία της εμμένουσας επιθετικότητας και των ψυχωσικών συμπτωμάτων σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή άνοια)Δόση0,5 έως 5 mg/ημέρααπό στόματος, ως εφάπαξ δόση ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις. Προσαρμογές της δόσης κάθε 1 έως 3 ημέρες. Επανεκτίμηση ανάγκης συνέχισης της θεραπείας μετά από χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από 6 εβδομάδες.
-
Ενήλικες (Θεραπεία των διαταραχών ακούσιας επαναλαμβανόμενης σπασμωδικής κίνησης, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Tourette)Δόση0,5 έως 5 mg/ημέρααπό στόματος, ως εφάπαξ δόση ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις. Προσαρμογές της δόσης κάθε 1 έως 7 ημέρες. Επανεκτίμηση ανάγκης συνέχισης της θεραπείας κάθε 6 έως 12 μήνες.
-
Ενήλικες (Θεραπεία της ήπιας έως μέτριας χορείας στη νόσο Huntington)Δόση2 έως 10 mg/ημέρααπό στόματος, ως εφάπαξ δόση ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις. Προσαρμογές της δόσης κάθε 1 έως 3 ημέρες.
-
Ηλικιωμένοι (Θεραπεία της εμμένουσας επιθετικότητας και των ψυχωσικών συμπτωμάτων σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή άνοια)Δόση0,5 mg/ημέραΜέγ. δόση5 mg/ημέραΣυνιστάται προσεκτική και βαθμιαία τιτλοποίηση της δόσης προς τα άνω. Η χορήγηση δόσεων πάνω από 5 mg/ημέρα θα πρέπει να εξετάζεται μόνο σε ασθενείς που έχουν δείξει ανοχή σε υψηλότερες δόσεις και μετά από επαναξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου.
-
Ηλικιωμένοι (Για όλες τις λοιπές ενδείξεις)Δόσητο ήμισυ της χαμηλότερης δόσης που χρησιμοποιείται σε ενήλικεςΜέγ. δόση5 mg/ημέραΣυνιστάται προσεκτική και βαθμιαία τιτλοποίηση της δόσης προς τα άνω. Η χορήγηση δόσεων πάνω από 5 mg/ημέρα θα πρέπει να εξετάζεται μόνο σε ασθενείς που έχουν δείξει ανοχή σε υψηλότερες δόσεις και μετά από επαναξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης, αλλά συνιστάται προσοχή. Για τους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να χρειάζεται χαμηλότερη αρχική δόση, με επακόλουθες προσαρμογές με μικρότερες αυξήσεις και σε μεγαλύτερα διαστήματα (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται μείωση της αρχικής δόσης στο ήμισυ και προσαρμογή της δόσης με μικρότερες αυξήσεις και σε μεγαλύτερα διαστήματα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Θεραπεία της σχιζοφρένειας σε εφήβους ηλικίας 13 έως 17 ετών)Δόση0,5 έως 3 mg/ημέραΜέγ. δόση5 mg/ημέρααπό στόματος σε διαιρεμένες δόσεις (2 έως 3 φορές την ημέρα). Αξιολόγηση σχέσης οφέλους-κινδύνου για δόσεις άνω των 3 mg/ημέρα. Διάρκεια θεραπείας αξιολογείται σε ατομική βάση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Θεραπεία της εμμένουσας, σοβαρής επιθετικότητας σε παιδιά ηλικίας 6 έως 11 ετών)Δόση0,5 έως 3 mg/ημέρααπό στόματος σε διαιρεμένες δόσεις (2 έως 3 φορές την ημέρα). Επανεκτίμηση ανάγκης συνέχισης της θεραπείας μετά από 6 εβδομάδες.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Θεραπεία της εμμένουσας, σοβαρής επιθετικότητας σε εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών)Δόση0,5 έως 5 mg/ημέρααπό στόματος σε διαιρεμένες δόσεις (2 έως 3 φορές την ημέρα). Επανεκτίμηση ανάγκης συνέχισης της θεραπείας μετά από 6 εβδομάδες.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Θεραπεία των διαταραχών ακούσιας επαναλαμβανόμενης σπασμωδικής κίνησης, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Tourette, σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 10 έως 17 ετών)Δόση0,5 έως 3 mg/ημέρααπό στόματος σε διαιρεμένες δόσεις (2 έως 3 φορές την ημέρα). Επανεκτίμηση ανάγκης συνέχισης της θεραπείας κάθε 6 έως 12 μήνες.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Κωματώδης κατάσταση
-
Καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ)
-
Νόσος Parkinson
-
Άνοια με σωμάτια Lewy
-
Προϊούσα υπερπυρηνική παράλυση
-
Γνωστή παράταση του διαστήματος QTc ή συγγενές σύνδρομο μακρού διαστήματος QT
-
Πρόσφατο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια
-
Ιστορικό κοιλιακής αρρυθμίας ή κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου
-
Μη διορθωμένη υποκαλιαιμία
-
Συγχορηγούμενη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αυξημένη θνητότητααυξημένος κίνδυνοςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοια και ψύχωση
-
Καρδιαγγειακές επιδράσεις (παράταση QTc, κοιλιακές αρρυθμίες)υψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με βραδυκαρδία, καρδιακή νόσο, οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QTc, ιστορικό υπερβολικής έκθεσης σε οινόπνευμα, ασθενείς με δυνητικά υψηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα (πτωχοί μεταβολιστές του CYP2D6), ασθενείς με ηλεκτρολυτικές διαταραχέςΣυνιστάται προσοχή. Σε παράταση QTc, μείωση δόσης ή διακοπή αν QTc > 500 ms. Διόρθωση ηλεκτρολυτών πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Καρδιαγγειακές επιδράσεις (ταχυκαρδία και υπόταση)ΠληθυσμόςΑσθενείς με εκδηλώσεις υπότασης ή ορθοστατικής υπότασηςΣυνιστάται προσοχή
-
Αγγειοεγκεφαλικά συμβάντατριπλάσια αύξηση κινδύνουΠληθυσμόςΠληθυσμός με άνοια, ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΤο Αλοπεριδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοσπάνιαΗ αντιψυχωσική θεραπεία πρέπει να αποσυρθεί αμέσως και να ξεκινήσει κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία και προσεκτική παρακολούθηση
-
Όψιμη δυσκινησίαΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία ή μετά από διακοπήΣε περίπτωση εμφάνισης, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής όλων των αντιψυχωσικών, συμπεριλαμβανομένου του Αλοπεριδόλη
-
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (ακαθησία)Η αύξηση της δόσης μπορεί να αποβεί επιζήμια
-
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (οξεία δυστονία)ΠληθυσμόςΆνδρες και μικρότερες ηλικιακές ομάδεςΜπορεί να χρειάζεται διακοπή του φαρμακευτικού προϊόντος. Χορήγηση αντιπαρκινσονικών αντιχολινεργικών αν απαιτείται. Προσοχή στην αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης με συγχορήγηση αντιχολινεργικών.
-
Επιληπτικές κρίσεις/σπασμοίΠληθυσμόςΑσθενείς που πάσχουν από επιληψία και σε καταστάσεις που προδιαθέτουν στην εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων (π.χ., στέρηση οινοπνεύματος, εγκεφαλική βλάβη)Εφιστάται η προσοχή
-
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται προσαρμογή της δόσης και προσοχή
-
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος (υπερθυρεοειδισμός)ΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερθυρεοειδισμόΧρησιμοποιείται μόνο με προσοχή και πάντα να συνοδεύεται από θεραπεία με την οποία επιτυγχάνεται ευθυρεοειδική κατάσταση
-
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος (υπερπρολακτιναιμία, εξαρτώμενοι από προλακτίνη όγκοι)ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα υπερπρολακτιναιμία και σε ασθενείς με πιθανούς, εξαρτώμενους από προλακτίνη όγκουςΣυνιστάται προσοχή. Το Αλοπεριδόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Υπογλυκαιμία και σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης
-
Φλεβική θρομβοεμβολή (VTE)ΠληθυσμόςΑσθενείς που αντιμετωπίζονται με αντιψυχωσικάΠρέπει να προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα
-
Απόσυρση της θεραπείαςΣυνιστάται σταδιακή απόσυρση ως μέτρο προφύλαξης
-
Χρήση σε ασθενείς με κατάθλιψηΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους κυριαρχεί η κατάθλιψηΔεν συνιστάται η χρήση του Αλοπεριδόλη μεμονωμένα. Μπορεί να συνδυαστεί με αντικαταθλιπτικούς παράγοντες.
-
Μετάβαση από μανία σε κατάθλιψηΠληθυσμόςΑσθενείς που θεραπεύονται για επεισόδια μανίας στη διπολική διαταραχήΕίναι σημαντική η παρακολούθηση των ασθενών για τη μετάβαση σε καταθλιπτικό επεισόδιο και τους συνεπακόλουθους κινδύνους, όπως αυτοκτονική συμπεριφορά, προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα παρέμβασης
-
Πτωχοί μεταβολιστές του CYP2D6ΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι γνωστοί ως πτωχοί μεταβολιστές του CYP2D6 και στους οποίους συγχορηγείται ένας αναστολέας του CYP3A4Το Αλοπεριδόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Ασφάλεια στον παιδιατρικό πληθυσμόΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμόςΥποδεικνύεται κίνδυνος ανάπτυξης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, συμπεριλαμβανομένων της όψιμης δυσκινησίας και της καταστολής
-
Έκδοχα του Αλοπεριδόλη (παραϋδροξυβενζοϊκό μεθυλεστέρα)Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν με καθυστέρηση)
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QTcαντένδειξηΠαράταση διαστήματος QTcΣύστασηΑντενδείκνυται ο συνδυασμός.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχέςπροσοχήΗλεκτρολυτικές διαταραχέςΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Αναστολείς του CYP3A4 (αλπραζολάμη, φλουβοξαμίνη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νεφαζοδόνη, ποσακοναζόλη, σακουιναβίρη, βεραπαμίλη, βορικοναζόλη)προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασηΠαρακολούθηση για σημεία/συμπτώματα αύξησης ή παράτασης των φαρμακολογικών επιδράσεων της αλοπεριδόλης. Μείωση δόσης Αλοπεριδόλη όπως κρίνεται απαραίτητο.
-
Αναστολείς του CYP2D6 (βουπροπιόνη, χλωροπρομαζίνη, ντουλοξετίνη, παροξετίνη, προμεθαζίνη, σερτραλίνη, βενλαφαξίνη)προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασηΠαρακολούθηση για σημεία/συμπτώματα αύξησης ή παράτασης των φαρμακολογικών επιδράσεων της αλοπεριδόλης. Μείωση δόσης Αλοπεριδόλη όπως κρίνεται απαραίτητο.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμαΣύστασηΠαρακολούθηση για σημεία/συμπτώματα αύξησης ή παράτασης των φαρμακολογικών επιδράσεων της αλοπεριδόλης. Μείωση δόσης Αλοπεριδόλη όπως κρίνεται απαραίτητο.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμα (μηχανισμός ασαφής)ΣύστασηΠαρακολούθηση για σημεία/συμπτώματα αύξησης ή παράτασης των φαρμακολογικών επιδράσεων της αλοπεριδόλης. Μείωση δόσης Αλοπεριδόλη όπως κρίνεται απαραίτητο.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων αλοπεριδόλης στο πλάσμα, μείωση αποτελεσματικότηταςΣύστασηΚατά τη θεραπεία συνδυασμού, παρακολούθηση των ασθενών και μείωση της δόσης του Αλοπεριδόλη, όπως κρίνεται απαραίτητο. Μετά την απόσυρση του επαγωγέα, η συγκέντρωση της αλοπεριδόλης μπορεί να αυξηθεί σταδιακά, και μπορεί να απαιτείται μείωση της δόσης του Αλοπεριδόλη.
-
Βαλπροϊκό νάτριοπαρακολούθησηΑναστέλλει τη γλυκουρονιδίωση, αλλά δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις της αλοπεριδόλης στο πλάσμα
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΑύξηση καταστολής του ΚΝΣ
-
Κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα του ΚΝΣ (υπνωτικά, κατασταλτικά, ισχυρά αναλγητικά)προσοχήΑύξηση καταστολής του ΚΝΣ
-
ΜεθυλντόπαπροσοχήΕνισχυμένη επίδραση στο ΚΝΣ
-
ΑδρεναλίνηπροσοχήΑνταγωνισμός της δράσης της αδρεναλίνης
-
Συμπαθομιμητικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ., αμφεταμίνες)προσοχήΑνταγωνισμός της δράσης
-
Αδρενεργικοί αναστολείς (γουανεθιδίνη)προσοχήΑντιστροφή της αντιυπερτασικής δράσης
-
προσοχήΑνταγωνισμός της δράσης της λεβοντόπα
-
Αγωνιστές της ντοπαμίνηςπροσοχήΑνταγωνισμός της δράσης
-
προσοχήΑναστολή μεταβολισμού, αύξηση συγκεντρώσεων
-
αντένδειξηΕγκεφαλοπάθεια, εξωπυραμιδικά συμπτώματα, όψιμη δυσκινησία, κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο, οξύ εγκεφαλικό σύνδρομο, κώμαΣύστασηΆμεση διακοπή της θεραπείας σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων.
-
προσοχήΑνταγωνισμός της αντιπηκτικής δράσης
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διέγερση
- Αϋπνία
- Ψυχωσική διαταραχή
- Κατάθλιψη
- Συγχυτική κατάσταση
- Απώλεια γενετήσιας ορμής
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Ανησυχία
- Εξωπυραμιδική διαταραχή
- Υπερκινησία
- Κεφαλαλγία
- Όψιμη δυσκινησία
- Ακαθησία
- Βραδυκινησία
- Δυσκινησία
- Δυστονία
- Υποκινησία
- Υπερτονία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Τρόμος
- Σπασμός
- Παρκινσονισμός
- Καταστολή
- Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
- Κινητική δυσλειτουργία
- Νυσταγμός
- Ακινησία
- Σημείο οδοντωτού τροχού
- Καθηλωμένο προσωπείο
- Ακούσιες μυϊκές συσπάσεις
- Ραιβόκρανο
- Τρισμός
- Μυϊκή ακαμψία
- Μυϊκές δεσμιδώσεις
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυοσκελετική δυσκαμψία
- Ραβδομυόλυση
- Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών
- Οπτική διαταραχή
- Θαμπή όραση
- Ταχυκαρδία
- Κοιλιακή μαρμαρυγή
- Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Έκτακτες συστολές
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Οίδημα λάρυγγα
- Λαρυγγόσπασμος
- Έμετος
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Υπερέκκριση σιέλου
- Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
- Χολόσταση
- Εξάνθημα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Υπεριδρωσία
- Αγγειοοίδημα
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
- Κατακράτηση ούρων
- Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνών
- Στυτική δυσλειτουργία
- Αμηνόρροια
- Γαλακτόρροια
- Δυσμηνόρροια
- Μαστοδυνία
- Μηνορραγία
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Πριαπισμός
- Γυναικομαστία
- Υπερθερμία
- Οίδημα
- Διαταραχή βαδίσματος
- Αιφνίδιος θάνατος
- Οίδημα προσώπου
- Υποθερμία
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Υπογλυκαιμία
- Παράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερπρολακτιναιμία
- Απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης
- Λευκοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Θρομβοπενία
- Ουδετεροπενία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΕξωπυραμιδική διαταραχήΝευρικό
-
ΣυχνέςΌψιμη δυσκινησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑκαθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒραδυκινησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυστονίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβώνΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερκινησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερπρολακτιναιμίαΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΥπερτονίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥποκινησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑκούσιες μυϊκές συσπάσειςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑπώλεια γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή βαδίσματοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΚαταστολήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜαστοδυνίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΜυϊκή ακαμψίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠαρκινσονισμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΡαιβόκρανοΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΣπασμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΤρισμόςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΥπερέκκριση σιέλουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπερθερμίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΈκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑιφνίδιος θάνατοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΑκινησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑπρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές εμμήνου ρύσηςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚαθηλωμένο προσωπείοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚινητική δυσλειτουργίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΛαρυγγόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΛευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΜυοσκελετική δυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυϊκές δεσμιδώσειςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΝυσταγμόςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα λάρυγγαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Μη γνωστέςΟξεία ηπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠαράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣημείο οδοντωτού τροχούΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνώνΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποθερμίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΧολόστασηΉπαρ
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
Κύησηείναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Αλοπεριδόλη κατά τη διάρκεια της κύησηςΈνας μέτριος όγκος δεδομένων από εγκύους (περισσότερες από 400 εκβάσεις κύησης) δεν υποδεικνύουν δυσπλασίες ή τοξικότητα στο έμβρυο/νεογνό με αλοπεριδόλη. Ωστόσο, έχουν υπάρξει αναφορές μεμονωμένων περιπτώσεων διαμαρτιών διαπλάσεως μετά από έκθεση του εμβρύου σε αλοπεριδόλη, κυρίως σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Αλοπεριδόλη κατά τη διάρκεια της κύησης. Τα νεογέννητα βρέφη που έχουν εκτεθεί σε αντιψυχωσικά (συμπεριλαμβανομένης της αλοπεριδόλης) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή των συμπτωμάτων απόσυρσης, που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταύρασης της σίτισης. Κατά συνέπεια, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των νεογνών.
-
ΓαλουχίαΠρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με Αλοπεριδόλη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.Η αλοπεριδόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μικρές ποσότητες αλοπεριδόλης έχουν ανιχνευτεί στο πλάσμα και στα ούρα νεογέννητων που θήλασαν από μητέρες που έλαβαν θεραπεία με αλοπεριδόλη. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση της αλοπεριδόλης στα θηλάζοντα βρέφη.
-
ΓονιμότηταΗ αλοπεριδόλη αυξάνει το επίπεδο της προλακτίνης. Η υπερπρολακτιναιμία μπορεί να καταστείλει την GnRH του υποθαλάμου, με αποτέλεσμα τη μείωση της έκκρισης γοναδοτροπινών από την υπόφυση. Αυτό μπορεί να αναστείλει την αναπαραγωγική λειτουργία διαταράσσοντας τη γοναδική στεροειδογένεση σε γυναίκες και άνδρες ασθενείς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρές εξωπυραμιδικές αντιδράσεις
- υπόταση
- καταστολή
- μυϊκή δυσκαμψία
- γενικευμένος ή εντοπισμένος τρόμος
- υπέρταση
- κωματώδης κατάσταση
- αναπνευστική καταστολή
- κατάσταση που ομοιάζει με καταπληξία
- κίνδυνος κοιλιακής αρρυθμίας, πιθανώς συσχετιζόμενης με παράταση του διαστήματος QTc
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ψυχοληπτικά, αντιψυχωσικά, παράγωγα βουτυροφαινόνης, κωδικός ATC: N05AD01.
Μηχανισμός δράσης
Η αλοπεριδόλη είναι ένα αντιψυχωσικό που ανήκει στην ομάδα των βουτυροφαινονών. Είναι ένας ισχυρός ανταγωνιστής των κεντρικών υποδοχέων της ντοπαμίνης τύπου 2 και στις συνιστώμενες δόσεις, έχει χαμηλή α1 αντι-αδρενεργική δράση και δεν παρουσιάζει αντιισταμινική ή αντιχολινεργική δράση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η αλοπεριδόλη καταστέλλει τις παραληρητικές ιδέες και τις ψευδαισθήσεις ως άμεση συνέπεια της αναστολής της ντοπαμινεργικής μεταγωγής σημάτων στη μεσομεταιχμιακή οδό. Η κεντρική ανασταλτική δράση της ντοπαμίνης παρουσιάζει δράση στα βασικά γάγγλια (μελαινοραβδωτά δεμάτια). Η αλοπεριδόλη προκαλεί επαρκή ψυχοκινητική καταστολή, που εξηγεί την ευνοϊκή δράση στη μανία και σε άλλα σύνδρομα με διέγερση.
Η δράση στα βασικά γάγγλια πιθανώς αποτελεί τη βασική εξήγηση των εξωπυραμιδικών κινητικών ανεπιθύμητων ενεργειών (δυστονία, ακαθησία και παρκινσονισμός).
Οι αντιντοπαμινεργικές δράσεις της αλοπεριδόλης επί των λακτοτρόπων κυττάρων της πρόσθιας υπόφυσης εξηγούν την υπερπρολακτιναιμία που οφείλεται στην αναστολή της επαγόμενης από τη ντοπαμίνη τονικής αναστολής της έκκρισης προλακτίνης.
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση
Η μέση βιοδιαθεσιμότητα της αλοπεριδόλης μετά τη χορήγηση του δισκίου ή του πόσιμου διαλύματος είναι 60 έως 70%. Τα μέγιστα επίπεδα της αλοπεριδόλης στο πλάσμα επιτυγχάνονται συνήθως εντός 2 έως 6 ωρών από την από στόματος χορήγηση. Μεταξύ των ασθενών παρατηρήθηκε υψηλή διακύμανση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται εντός 1 εβδομάδας από την έναρξη της θεραπείας.
Κατανομή
Η μέση σύνδεση της αλοπεριδόλης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 88 έως 92%. Υπάρχει υψηλή διακύμανση μεταξύ των ασθενών ως προς τη σύνδεση με πρωτεΐνες του πλάσματος. Η αλοπεριδόλη κατανέμεται ταχέως σε διάφορους ιστούς και όργανα, όπως υποδεικνύεται από το μεγάλο όγκο κατανομής (μέσες τιμές 8 έως 21 l/kg μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της δόσης). Η αλοπεριδόλη διαπερνά εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Διαπερνά επίσης τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Βιομετασχηματισμός
Η αλοπεριδόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Οι κύριες μεταβολικές οδοί της αλοπεριδόλης στον άνθρωπο περιλαμβάνουν γλυκουρονιδίωση, αναγωγή κετονών, οξειδωτική N-απαλκυλίωση και σχηματισμό μεταβολιτών πυριδινίου. Οι μεταβολίτες της αλοπεριδόλης δεν θεωρείται ότι συμβάλλουν σημαντικά στη δράση της, ωστόσο, η οδός αναγωγής ευθύνεται περίπου για το 23% του βιομετασχηματισμού, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποκλειστεί πλήρως η μετατροπή του ανηγμένου μεταβολίτη της αλοπεριδόλης ξανά σε αλοπεριδόλη. Τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2D6 του κυτοχρώματος P450 συμμετέχουν στο μεταβολισμό της αλοπεριδόλης. Η αναστολή ή η επαγωγή του CYP3A4 ή η αναστολή του CYP2D6, μπορεί να επηρεάσει το μεταβολισμό της αλοπεριδόλης. Η μείωση της δράσης του ενζύμου CYP2D6 μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των συγκεντρώσεων της αλοπεριδόλης.
Αποβολή
Η τελική ημίσεια ζωή αποβολής της αλοπεριδόλης είναι κατά μέσο όρο 24 ώρες (εύρος μέσων τιμών από 15 έως 37 ώρες) μετά την από στόματος χορήγηση. Η φαινομενική κάθαρση της αλοπεριδόλης μετά από εξωαγγειακή χορήγηση κυμαίνεται από 0,9 έως 1,5 l/h/kg και μειώνεται στα άτομα με μειωμένο μεταβολισμό μέσω του CYP2D6. Η μειωμένη δράση του ενζύμου CYP2D6 μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των συγκεντρώσεων της αλοπεριδόλης. Σε μία ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με σχιζοφρένεια, η διακύμανση (συντελεστής διακύμανσης,%) της κάθαρσης της αλοπεριδόλης μεταξύ των ασθενών εκτιμήθηκε στο 44%. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση αλοπεριδόλης, το 21% της δόσης αποβάλλεται στα κόπρανα και το 33% στα ούρα. Λιγότερο από 3% της δόσης αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα.
Γραμμικότητα/ μη γραμμικότητα
Στους ενήλικες η σχέση μεταξύ της δόσης της αλοπεριδόλης και των συγκεντρώσεων στο πλάσμα είναι γραμμική.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Οι συγκεντρώσεις της αλοπεριδόλης στο πλάσμα σε ηλικιωμένους ασθενείς ήταν υψηλότερες σε σύγκριση με νεότερους ενήλικες στους οποίους χορηγήθηκε η ίδια δόση. Τα αποτελέσματα από μικρές κλινικές μελέτες υποδεικνύουν χαμηλότερη κάθαρση και μεγαλύτερη ημίσεια ζωή αποβολής της αλοπεριδόλης σε ηλικιωμένους ασθενείς. Τα αποτελέσματα βρίσκονται εντός της διακύμανσης που παρατηρείται στη φαρμακοκινητική της αλοπεριδόλης. Συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία
Η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της αλοπεριδόλης δεν έχει αξιολογηθεί. Περίπου το ένα τρίτο της δόσης της αλοπεριδόλης απεκκρίνεται στα ούρα, κυρίως ως μεταβολίτες. Λιγότερο από 3% της χορηγούμενης αλοπεριδόλης αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα. Οι μεταβολίτες της αλοπεριδόλης δεν θεωρείται ότι συμβάλλουν σημαντικά στη δράση της, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως η μετατροπή του ανηγμένου μεταβολίτη της αλοπεριδόλης ξανά σε αλοπεριδόλη. Παρόλο που η νεφρική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να επηρεάσει την αποβολή της αλοπεριδόλης σε κλινικά σημαντικό βαθμό, συνιστάται προσοχή στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και ιδιαίτερα στους ασθενείς με σοβαρή δυσλειτουργία, λόγω της μεγάλης ημίσειας ζωής της αλοπεριδόλης και του ανηγμένου μεταβολίτη της, καθώς και της πιθανότητας συσσώρευσης (βλ. Δοσολογία). Λόγω του μεγάλου όγκου κατανομής της αλοπεριδόλης και της υψηλής σύνδεσης με πρωτεΐνες, μόνο πολύ μικρές ποσότητες απομακρύνονται με διύλιση.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της αλοπεριδόλης δεν έχει αξιολογηθεί. Ωστόσο, η ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να έχει σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της αλοπεριδόλης, λόγω του εκτενούς μεταβολισμού της στο ήπαρ. Ως εκ τούτου, συνιστάται προσαρμογή της δόσης και προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Έχουν ληφθεί περιορισμένα δεδομένα για τη συγκέντρωση στο πλάσμα σε παιδιατρικές μελέτες, στις οποίες συμπεριλήφθηκαν 78 ασθενείς με διάφορες διαταραχές (σχιζοφρένεια, ψυχωσική διαταραχή, σύνδρομο Tourette, αυτισμό) που έλαβαν δόσεις αλοπεριδόλης από στόματος έως 30 mg/ημέρα. Σε αυτές τις μελέτες συμπεριλήφθηκαν κυρίως παιδιά και έφηβοι ηλικίας μεταξύ 2 και 17 ετών. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα που μετρήθηκαν σε διάφορα χρονικά σημεία και μετά από θεραπείες ποικίλης διάρκειας, ήταν μη ανιχνεύσιμες ή κυμαίνονταν έως τη μέγιστη συγκέντρωση των 44,3 ng/ml. Όπως συμβαίνει και στους ενήλικες, παρατηρήθηκε υψηλή διακύμανση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα μεταξύ των ασθενών. Στα παιδιά παρατηρήθηκε τάση για βραχύτερη ημίσεια ζωή σε σύγκριση με τους ενήλικες.
Σε 2 μελέτες σε παιδιά που έλαβαν θεραπεία με αλοπεριδόλη για την αντιμετώπιση ακούσιων επαναλαμβανόμενων σπασμωδικών κινήσεων και συνδρόμου Tourette, η θετική ανταπόκριση συσχετίστηκε με συγκεντρώσεις στο πλάσμα 1 έως 4 ng/ml.
Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις
Θεραπευτικές συγκεντρώσεις
Με βάση τα δημοσιευμένα δεδομένα από πολλές κλινικές μελέτες, θεραπευτική ανταπόκριση επιτυγχάνεται στους περισσότερους ασθενείς με οξεία ή χρόνια σχιζοφρένεια με συγκεντρώσεις στο πλάσμα 1 έως 10 ng/ml. Για ένα υποσύνολο ασθενών μπορεί να απαιτούνται υψηλότερες συγκεντρώσεις ως αποτέλεσμα της υψηλής διακύμανσης της φαρμακοκινητικής της αλοπεριδόλης μεταξύ των ασθενών.
Σε ασθενείς με πρώτο επεισόδιο σχιζοφρένειας, θεραπευτική ανταπόκριση μπορεί να επιτευχθεί με χαμηλές συγκεντρώσεις που φθάνουν τα 0,6 έως 3,2 ng/ml, όπως εκτιμάται με βάση τις μετρήσεις κατάληψης του υποδοχέα D2 και την υπόθεση ότι ένα επίπεδο κατάληψης του υποδοχέα D2 της τάξεως του 60 έως 80% είναι το πιο κατάλληλο για την επίτευξη θεραπευτικής ανταπόκρισης και τον περιορισμό των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων. Κατά μέσο όρο, συγκεντρώσεις σε αυτό το εύρος επιτυγχάνονται με δόσεις 1 έως 4 mg ημερησίως.
Λόγω της υψηλής διακύμανσης της φαρμακοκινητικής της αλοπεριδόλης μεταξύ των ασθενών, καθώς και της σχέσης συγκέντρωσης-επίδρασης, συνιστάται προσαρμογή της ατομικής δόσης αλοπεριδόλης με βάση την ανταπόκριση του ασθενούς, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα που υποδεικνύουν καθυστέρηση 5 ημερών στην επίτευξη της μισής μέγιστης θεραπευτικής ανταπόκρισης. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο μέτρησης των συγκεντρώσεων της αλοπεριδόλης στο αίμα.
Καρδιαγγειακές επιδράσεις
Ο κίνδυνος εμφάνισης παράτασης του διαστήματος QTc αυξάνεται με τη δόση και με τις συγκεντρώσεις της αλοπεριδόλης στο πλάσμα.
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν εντός του θεραπευτικού εύρους, αν και η συχνότητα είναι συνήθως μεγαλύτερη με δόσεις που οδηγούν σε υψηλότερες συγκεντρώσεις από τις θεραπευτικές.
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ψυχοληπτικά, αντιψυχωσικά, παράγωγα βουτυροφαινόνης, κωδικός ATC: N05AD01. ### Μηχανισμός δράσης Η αλοπεριδόλη είναι ένα αντιψυχωσικό που ανήκει στην ομάδα των βουτυροφαινονών. Είναι ένας ισχυρός…
Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Η μέση βιοδιαθεσιμότητα της αλοπεριδόλης μετά τη χορήγηση του δισκίου ή του πόσιμου διαλύματος είναι 60 έως 70%. Τα μέγιστα επίπεδα της αλοπεριδόλης στο πλάσμα επιτυγχάνονται συνήθως εντός 2 έως 6 ωρών από την από στόματος…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Ηλεκτρολύτες
· Κατά την έναρξη της θεραπείας καθώς και σε περιοδική βάση
Διόρθωση πριν την έναρξη θεραπείας
-
Κάλιο ορού (K⁺)
· Κατά την έναρξη της θεραπείας καθώς και σε περιοδική βάση
Διόρθωση πριν την έναρξη θεραπείας
-
Μαγνήσιο ορού (Mg²⁺)
· Κατά την έναρξη της θεραπείας καθώς και σε περιοδική βάση
Διόρθωση πριν την έναρξη θεραπείας
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Διάστημα QTc | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Πριν από τη θεραπεία | — |
| Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — | ||
| Κοιλιακές αρρυθμίες | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Τα αντιψυχωσικά πρώτης γενιάς (συμπεριλαμβανομένης της αλοπεριδόλης) θεωρούνται ιδιαίτερα αποτελεσματικά για την αντιμετώπιση των «θετικών» συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας, όπως οι ψευδαισθήσεις, η ακοή φωνών, η επιθετικότητα/εχθρότητα, ο αποδιοργανωμένος λόγος και η ψυχοκινητική διέγερση.
Η κατηγορία αυτή περιορίζεται ωστόσο από την εμφάνιση κινητικών διαταραχών — φαρμακογενής παρκινσονισμός, ακαθισία, δυστονία και όψιμη δυσκινησία — καθώς και από άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως καταστολή, αύξηση σωματικού βάρους και μεταβολές της προλακτίνης.
Σε σύγκριση με τα αντιψυχωσικά πρώτης γενιάς χαμηλής ισχύος, η αλοπεριδόλη εμφανίζει συνήθως τις λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες εντός της κατηγορίας, αλλά μεγαλύτερη τάση πρόκλησης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (EPS). Τα σκευάσματα χαμηλής ισχύος έχουν μικρότερη συγγένεια για τους ντοπαμινεργικούς υποδοχείς, επομένως απαιτείται υψηλότερη δόση για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Επιπλέον, αποκλείουν πολλούς υποδοχείς πέραν του κύριου στόχου (ντοπαμινεργικοί υποδοχείς), όπως χολινεργικούς ή ισταμινεργικούς, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη επίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών όπως καταστολή, αύξηση βάρους και υπόταση.
Η ισορροπία μεταξύ των επιθυμητών δράσεων στα ψυχωσικά συμπτώματα και των ανεπιθύμητων ενεργειών καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό εντός των ντοπαμινεργικών οδών του εγκεφάλου που επηρεάζονται από την αλοπεριδόλη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Αν και η αλοπεριδόλη εμφανίζει φαρμακολογική δράση σε πλήθος υποδοχέων του εγκεφάλου, ασκεί την αντιψυχωσική της δράση μέσω ισχυρού ανταγωνισμού των ντοπαμινεργικών υποδοχέων (κυρίως D2), ιδίως εντός των μεσομεταιχμιακών (mesolimbic) και μεσοφλοιωδών (mesocortical) οδών του εγκεφάλου.
Ο ακριβής μηχανισμός δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως. Θεωρείται ότι η αλοπεριδόλη δρα εκλεκτικά στο κεντρικό νευρικό σύστημα, αναστέλλοντας ανταγωνιστικά τους μετασυναπτικούς ντοπαμινεργικούς υποδοχείς D2 του μεσομεταιχμιακού ντοπαμινεργικού συστήματος και αυξάνοντας την ανακύκλωση (turnover) της ντοπαμίνης στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα την κατευναστική της δράση.
Με υποχρόνια χορήγηση, ο αποπολωτικός αποκλεισμός (depolarization blockade) — δηλαδή η μειωμένη συχνότητα εκφόρτισης του ντοπαμινεργικού νευρώνα και η ελαττωμένη απελευθέρωση ντοπαμίνης — σε συνδυασμό με τον μετασυναπτικό αποκλεισμό των υποδοχέων D2, οδηγεί στην αντιψυχωσική δράση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η η λοπεριδόλη είναι μια εξαιρετικά λιπόφιλη ένωση και μεταβολίζεται εκτενώς σε ανθρώπους, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει μεγάλη διατομική μεταβλητότητα στη φαρμακοκινητική της. Μελέτες έχουν βρει ευρεία διακύμανση στις φαρμακοκινητικές τιμές για από του στόματος χορηγούμενη η λοπεριδόλη με 1.7-6.1 ώρες να αναφέρονται για τον χρόνο έως τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (tmax), 14.5-36.7 ώρες για την ημιζωή (t1⁄2), και 43.73 μg/L•h [εύρος 14.89-120.96 μg/L•h] για την AUC. Η η λοπεριδόλη απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα όταν λαμβάνεται από του στόματος, ωστόσο, ο μεταβολισμός πρώτης διόδου στο ήπαρ μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητά της από του στόματος στο 40 - 75%. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, ο χρόνος έως τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (tmax) είναι 20 λεπτά σε υγιείς εθελοντές ή 33.8 λεπτά σε ασθενείς με σχιζοφρένεια, με μέση ημιζωή 20.7 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από ενδομυϊκή χορήγηση είναι υψηλότερη από αυτήν της από του στόματος χορήγησης. Η χορήγηση ακετομένου ακετομένου ακετομένου (η μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης της η λοπεριδόλης για μακροχρόνια θεραπεία) σε σησαμέλαιο οδηγεί σε αργή απελευθέρωση του φαρμάκου για μακροχρόνιες επιδράσεις. Οι πλασματικές συγκεντρώσεις της η λοπεριδόλης αυξάνονται σταδιακά, φτάνοντας τη μέγιστη συγκέντρωση περίπου 6 ημέρες μετά την ένεση, με φαινόμενη ημιζωή περίπου 21 ημέρες. Οι σταθερές πλασματικές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται μετά την τρίτη ή τέταρτη δόση.
Σε μελέτες ραδιοσήμανσης, περίπου το 30% της ραδιενέργειας απεκκρίνεται στα ούρα μετά από μία από του στόματος χορήγηση 14C-σημασμένης η λοπεριδόλης, ενώ το 18% απεκκρίνεται στα ούρα ως η λοπεριδόλη γλυκουρονίδιο, αποδεικνύοντας ότι το η λοπεριδόλη γλυκουρονίδιο είναι κύριος μεταβολίτης στα ούρα, καθώς και στο πλάσμα σε ανθρώπους.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής κυμάνθηκε από 9.5-21.7 L/kg. Αυτός ο υψηλός όγκος κατανομής είναι σύμφωνος με τη λιπόφιλη φύση του, η οποία επίσης υποδηλώνει ελεύθερη κίνηση μέσω διαφόρων ιστών, συμπεριλαμβανομένου του αιματοεγκεφαλικού φραγμού.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η κάθαρση από το πλάσμα ή τον ορό (CL) βρέθηκε να είναι 0.39-0.708 L/h/kg (6.5 έως 11.8 ml/min/kg). Μετά από από του στόματος χορήγηση, η κάθαρση βρέθηκε να είναι 141.65 L/h (εύρος 41.34 έως 335.80 L/h). Η κάθαρση της η λοπεριδόλης μετά από εξωαγγειακή χορήγηση κυμαίνεται από 0.9-1.5 l/h/kg, ωστόσο, αυτός ο ρυθμός μειώνεται σε ασθενείς με κακό μεταβολισμό του ενζύμου CYP2D6. Η μειωμένη δραστηριότητα του ενζύμου CYP2D6 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις η λοπεριδόλης. Η διατομική μεταβλητότητα (συντελεστής διακύμανσης, %) στην κάθαρση της η λοπεριδόλης εκτιμήθηκε στο 44% σε μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ασθενείς με σχιζοφρένεια. Ο γενετικός πολυμορφισμός του CYP2D6 έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί σημαντική πηγή διατομικής μεταβλητότητας στη φαρμακοκινητική της η λοπεριδόλης και μπορεί να επηρεάσει τη θεραπευτική ανταπόκριση και την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών.
Η η λοπεριδόλη απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα, αλλά ο μεταβολισμός πρώτης διόδου στο ήπαρ μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα από του στόματος στο 40 έως 75%. Η κορυφή της συγκέντρωσης στον ορό εμφανίζεται 0.5 έως 4 ώρες μετά από μια από του στόματος δόση.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι περίπου 20 L/kg, σύμφωνος με την υψηλή λιπόφιλη φύση του φαρμάκου. Η η λοπεριδόλη κυκλοφορεί στο αίμα συνδεδεμένη κατά κύριο λόγο (90-94%) με πρωτεΐνες πλάσματος.
Μετά τη χορήγηση η λοπεριδόλης σε ζώα, το φάρμακο κατανέμεται κυρίως στο ήπαρ, με χαμηλότερες συγκεντρώσεις να κατανέμονται στον εγκέφαλο, τους πνεύμονες, τα νεφρά, τον σπλήνα και την καρδιά. … Η η λοπεριδόλη δεσμεύεται περίπου 92% σε πρωτεΐνες πλάσματος.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η η λοπεριδόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, με μόνο περίπου 1% της χορηγούμενης δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Σε ανθρώπους, η η λοπεριδόλη βιομετασχηματίζεται σε διάφορους μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένου του p-φθοροβενζοϋλοπροπιονικού οξέος, της 4-(4-χλωροφαινυλ)-4-υδροξυπiperidine, της μειωμένης η λοπεριδόλης, των πυριδινικών μεταβολιτών και του η λοπεριδόλη γλυκουρονιδίου. Σε ψυχιατρικούς ασθενείς που λαμβάνουν τακτικά η λοπεριδόλη, η συγκέντρωση του η λοπεριδόλη γλυκουρονιδίου στο πλάσμα είναι η υψηλότερη μεταξύ των μεταβολιτών, ακολουθούμενη, κατά φθίνουσα σειρά, από την αμετάβλητη η λοπεριδόλη, τη μειωμένη η λοπεριδόλη και το μειωμένο η λοπεριδόλη γλυκουρονίδιο. Το φάρμακο πιστεύεται ότι μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξειδωτικής N-απελκυλοποίησης του αζώτου της piperidine για να σχηματίσει φθοροφαινυλοκαρβονικά οξέα και μεταβολίτες piperidine (που φαίνονται να είναι ανενεργοί), και μέσω μείωσης του καρβονυλίου της βουτυροφαινόνης προς την αλκοόλη, σχηματίζοντας υδροξυ η λοπεριδόλη. Τα ένζυμα που εμπλέκονται στη βιομεταμόρφωση της η λοπεριδόλης περιλαμβάνουν κυτοχρωματικό P450 (CYP) συμπεριλαμβανομένων των CYP3A4 και CYP2D6, καρβονική αναγωγάση και ουριδίνη δι-φωσφογλυκοζιδο-γλυκουρονιδική τρανσφεράση. Το μεγαλύτερο ποσοστό της εγγενούς ηπατικής κάθαρσης της η λοπεριδόλης γίνεται μέσω γλυκουρονιδίωσης και ακολουθεί η αναγωγή της η λοπεριδόλης σε μειωμένη η λοπεριδόλη και η οξειδωτική μεταβολή που καταλύεται από CYP. Σε μελέτες in vitro της κυτοχρωματικής μεταβολικής οδού, ο CYP3A4 φαίνεται να είναι η κύρια ισομορφή του ενζύμου που ευθύνεται για το μεταβολισμό της η λοπεριδόλης σε ανθρώπους. Η εγγενής κάθαρση της οπισθόδρομης οξείδωσης της μειωμένης η λοπεριδόλης προς την μητρική ένωση, της οξειδωτικής N-απελκυλοποίησης και του σχηματισμού πυριδινίου είναι της ίδιας τάξης μεγέθους. Αυτό υποδηλώνει ότι το ίδιο ενζυμικό σύστημα είναι υπεύθυνο για τις τρεις παραπάνω μεταβολικές αντιδράσεις. Σε in vivo μελέτες σε ανθρώπους για το μεταβολισμό της η λοπεριδόλης, έχει αποδειχθεί ότι η γλυκουρονιδίωση της η λοπεριδόλης αντιστοιχεί στο 50 έως 60% της βιομεταμόρφωσης της η λοπεριδόλης και ότι περίπου το 23% της βιομεταμόρφωσης αντιστοιχεί στην οδοντογλυφίδα. Το υπόλοιπο 20 έως 30% της βιομεταμόρφωσης της η λοπεριδόλης γίνεται μέσω N-απελκυλοποίησης και σχηματισμού πυριδινίου.
Αν και η ακριβής μεταβολική τύχη δεν έχει καθοριστεί σαφώς, φαίνεται ότι η η λοπεριδόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Το φάρμακο φαίνεται να μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξειδωτικής N-απελκυλοποίησης του αζώτου της piperidine για να σχηματίσει φθοροφαινυλοκαρβονικά οξέα και μεταβολίτες piperidine (που φαίνονται να είναι ανενεργοί), και μέσω αναγωγής του καρβονυλίου της βουτυροφαινόνης προς την αλκοόλη, σχηματίζοντας υδροξυ η λοπεριδόλη. Περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι ο μειωμένος μεταβολίτης, υδροξυ η λοπεριδόλη, έχει κάποια φαρμακολογική δράση, αν και η δράση του φαίνεται να είναι μικρότερη από αυτήν της η λοπεριδόλης. Οι ουρικοί μεταβολίτες σε αρουραίους περιλαμβάνουν p-φθοροφαινυλακετυλικό οξύ, β-p-φθοροβενζοϋλοπροπιονικό οξύ και διάφορα μη αναγνωρισμένα οξέα.
… μεταβολίζεται μέσω αναγωγής σε μειωμένη η λοπεριδόλη, η οποία είναι βιολογικά ανενεργή. Διαφορετικοί βαθμοί εντεροηπατικής ανακύκλωσης και εθνοτικές διαφορές στο μεταβολισμό, θα μπορούσαν επίσης να εξηγήσουν την παρατηρούμενη μεταβλητότητα στη διάθεση της η λοπεριδόλης.
Τα ένζυμα που εμπλέκονται στη βιομεταμόρφωση της η λοπεριδόλης περιλαμβάνουν κυτοχρωματικό P450 (CYP), καρβονική αναγωγάση και ουριδίνη διφωσφογλυκοζιδο-γλυκουρονιδική τρανσφεράση. Το μεγαλύτερο ποσοστό της εγγενούς ηπατικής κάθαρσης της η λοπεριδόλης γίνεται μέσω γλυκουρονιδίωσης, ακολουθούμενο από την αναγωγή της η λοπεριδόλης σε μειωμένη η λοπεριδόλη και την οξειδωτική μεταβολή που καταλύεται από CYP. Σε μελέτες in vitro της κυτοχρωματικής μεταβολικής οδού, ο CYP3A4 φαίνεται να είναι η κύρια ισομορφή που ευθύνεται για το μεταβολισμό της η λοπεριδόλης σε ανθρώπους. Οι εγγενείς κάθαρσεις της οπισθόδρομης οξείδωσης της μειωμένης η λοπεριδόλης προς την μητρική ένωση, της οξειδωτικής N-απελκυλοποίησης και του σχηματισμού πυριδινίου είναι της ίδιας τάξης μεγέθους, υποδηλώνοντας ότι το ίδιο ενζυμικό σύστημα είναι υπεύθυνο για τις 3 αντιδράσεις. Παρατηρήθηκε μεγάλη διακύμανση στην καταλυτική δραστηριότητα στις αντιδράσεις που καταλύονται από CYP, ενώ φάνηκε να υπάρχουν μόνο μικρές διακυμάνσεις στις οδούς γλυκουρονιδίωσης και καρβονικής αναγωγής. Η η λοπεριδόλη είναι υπόστρωμα του CYP3A4 και αναστολέας, καθώς και ενεργοποιητής, του CYP2D6.
… Σε in vivo φαρμακογενετικές μελέτες έχουν υποδείξει ότι ο μεταβολισμός και η διάθεση της η λοπεριδόλης μπορεί να ρυθμίζονται από γενετικά καθορισμένη πολυμορφική δραστηριότητα του CYP2D6. Ωστόσο, αυτά τα ευρήματα φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με αυτά από in vitro μελέτες με ανθρώπινους ηπατικούς μικροσωμάτια και από μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων in vivo. Οι διατομικές και φαρμακογενετικές διαφορές στο μεταβολισμό της η λοπεριδόλης μπορεί να εξηγήσουν αυτές τις παρατηρήσεις.
Η η λοπεριδόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την η λοπεριδόλη πυριδίνιο, (2S,3S,4S,5R)-6-[4-(4-Χλωροφαινυλ)-1-[4-(4-φθοροφαινυλ)-4-οξοβουτυλ]πιπεριδιν-4-υλ]οξυ-3,4,5-τριυδροξυοξάνη-2-καρβονικό οξύ, και p-φθοροβενζοϋλοπροπιονικό οξύ και 4-(4-χλωροφαινυλ)-4-υδροξυπiperidine.
Η η λοπεριδόλη είναι γνωστός ανθρώπινος μεταβολίτης της μειωμένης η λοπεριδόλης.
Η η λοπεριδόλη απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα, αλλά ο μεταβολισμός πρώτης διόδου στο ήπαρ μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα από του στόματος στο 40 έως 75%. Η κορυφή της συγκέντρωσης στον ορό εμφανίζεται 0.5 έως 4 ώρες μετά από μια από του στόματος δόση. Μετά τη χορήγηση η λοπεριδόλης, το φάρμακο κατανέμεται κυρίως στο ήπαρ, με χαμηλότερες συγκεντρώσεις να κατανέμονται στον εγκέφαλο, τους πνεύμονες, τα νεφρά, τον σπλήνα και την καρδιά. Αν και η ακριβής μεταβολική τύχη δεν έχει καθοριστεί σαφώς, φαίνεται ότι η η λοπεριδόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Το φάρμακο φαίνεται να μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξειδωτικής N-απελκυλοποίησης του αζώτου της piperidine για να σχηματίσει φθοροφαινυλοκαρβονικά οξέα και μεταβολίτες piperidine (που φαίνονται να είναι ανενεργοί), και μέσω αναγωγής του καρβονυλίου της βουτυροφαινόνης προς την αλκοόλη, σχηματίζοντας υδροξυ η λοπεριδόλη. Περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι ο μειωμένος μεταβολίτης, υδροξυ η λοπεριδόλη, έχει κάποια φαρμακολογική δράση, αν και η δράση του φαίνεται να είναι μικρότερη από αυτήν της η λοπεριδόλης. Οι ουρικοί μεταβολίτες περιλαμβάνουν p-φθοροφαινυλακετυλικό οξύ, β-p-φθοροβενζοϋλοπροπιονικό οξύ και διάφορα μη αναγνωρισμένα οξέα (A637, A566, A637).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η ημιζωή βρέθηκε να είναι 14.5-36.7 ώρες. Μετά από ενδομυϊκή ένεση, η μέση ημιζωή βρέθηκε να είναι 20.7 ώρες.
10 MG Haloperidol IV και από του στόματος χορήγηση σε υγιείς εθελοντές: ορός T1/2 10-19 ώρες μετά από IV και 12-38.3 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση. Βιοδιαθεσιμότητα της τάξης του 60%; όγκος κατανομής περίπου 1300 L.
Haloperidol, Απέκκριση: Από του στόματος: 24 ώρες (εύρος 12 έως 37 ώρες). Ενδομυϊκή: 21 ώρες (εύρος 17 έως 25 ώρες). Ενδοφλέβια: 14 ώρες (εύρος 10 έως 19 ώρες). Haloperidol decanoate, Απέκκριση: Περίπου 3 εβδομάδες (μεμονωμένες ή πολλαπλές δόσεις).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχωμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ. γεροντική άνοια. παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση. ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ. κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης τους ως ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΑ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των διαταραχών της κίνησης. Τα περισσότερα από αυτά δρουν κεντρικά στα ντοπαμινεργικά ή χολινεργικά συστήματα. Μεταξύ των πιο σημαντικών κλινικά είναι αυτά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον (ΑΝΤΙΠΑΡΚΙΝΣΟΝΙΚΑ) και αυτά για τις όψιμες δυσκινησίες.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
J6292F8L3D
HALOPERIDOL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Τυπικό Αντιψυχωσικό
Η η λοπεριδόλη είναι ένα Τυπικό Αντιψυχωσικό.
HALOPERIDOL
Τυπικό Αντιψυχωσικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απόσυρση / Deprescribing
Αντιψυχωσικά
Η διακοπή μετά από μακροχρόνια θεραπεία (1 έως 2 έτη) πρέπει να είναι σταδιακή και εξατομικευμένη (έναρξη με μείωση δόσης 10-25%).
⚠ Μείωση του κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών και αποφυγή υποτροπής.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχωμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ. γεροντική άνοια. παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση. ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ. κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης τους ως ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΑ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των διαταραχών της κίνησης. Τα περισσότερα από αυτά δρουν κεντρικά στα ντοπαμινεργικά ή χολινεργικά συστήματα. Μεταξύ των πιο σημαντικών κλινικά είναι αυτά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον (ΑΝΤΙΠΑΡΚΙΝΣΟΝΙΚΑ) και αυτά για τις όψιμες δυσκινησίες.