ONDANSETRON
Ονδανσετρόνη
Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZOFRON
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα, ορθό, ενδοφλέβια, ενδομυική
- Χορήγηση: 1-2 ώρες πριν τη θεραπεία, ή 1 ώρα πριν την αναισθησία, ή ανάλογα με το σχήμα
- Δόση έναρξης: 8 mg
- Τιτλοποίηση: Ανάλογα με την ανταπόκριση και τη βαρύτητα της εμετογόνου πρόκλησης, ή σύμφωνα με τα αναφερόμενα σχήματα.
-
Ενήλικες (ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία)Δόση8 mgΛαμβανόμενα 1-2 ώρες πριν τη θεραπεία, ακολουθούμενη από 8 mg κάθε 12 ώρες για έως 5 ημέρες.
-
Ενήλικες (έντονα εμετογόνος χημειοθεραπεία)Δόσηέως 24 mgΧορηγείται μαζί με 12 mg dexamethasone sodium phosphate, 1-2 ώρες πριν τη χημειοθεραπεία. Μετά τις πρώτες 24 ώρες, μπορεί να συνεχιστεί με 8 mg δύο φορές την ημέρα για έως 5 ημέρες.
-
Ενήλικες (ενέσιμη χορήγηση)Δόση8 mgΑμέσως πριν τη θεραπεία.
-
Ενήλικες (έντονα εμετογόνος χημειοθεραπεία, ενέσιμη)Μέγ. δόση16 mgΜέγιστη αρχική δόση ενδοφλέβιας έγχυσης σε 15 λεπτά. Εφάπαξ ενδοφλέβια δόση μεγαλύτερη των 16 mg δεν πρέπει να χορηγείται.
-
Ενήλικες (ενισχυμένη αποτελεσματικότητα σε έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία)Προσθήκη εφάπαξ IV δόσης dexamethasone sodium phosphate 20 mg, πριν τη χημειοθεραπεία.
-
Ενήλικες (ενδοφλέβιες δόσεις >8 mg και ≤16 mg)Πρέπει να αραιώνονται σε 50-100 ml 0,9% NaCl ή 5% Dextrose Injection και να εγχέονται σε όχι λιγότερο από 15 λεπτά. Δόσεις ≤8 mg δεν χρειάζεται να αραιώνονται και μπορεί να χορηγούνται ως αργή ενδομυική ή ενδοφλέβια ένεση σε όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα. Η αρχική δόση μπορεί να ακολουθείται από 2 πρόσθετες IV ή IM δόσεις των 8 mg με 4 ώρες μεταξύ τους, ή με σταθερή έγχυση 1 mg/h για έως 24 ώρες.
-
Ενήλικες (θεραπεία από το στόμα ή το ορθό)Συνιστάται για προστασία έναντι καθυστερημένης ή παρατεταμένης έμεσης μετά τις πρώτες 24 ώρες.
-
Ενήλικες (χορήγηση από το ορθό)Δόση1 υπόθετο 16 mgΧορηγούμενο 1-2 ώρες πριν τη θεραπεία.
-
Ενήλικες (προφύλαξη από καθυστερημένο ή παρατεταμένο έμετο, από το στόμα ή το ορθό)Δόση1 υπόθετο 16 mgΣυνέχιση της χορήγησης για έως 5 ημέρες μετά τη θεραπεία.
-
Παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και έφηβοι (ναυτία και έμετος από χημειοθεραπεία, ενέσιμο)Ενέσιμο ondansetron πρέπει να αραιώνεται και ενίεται ενδοφλέβια σε διάστημα όχι μικρότερο των 15 λεπτών.
-
Παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και έφηβοι (ναυτία και έμετος από χημειοθεραπεία, δόση βάσει ΕΕΣ)Δόση5 mg/m² IVΜέγ. δόση8 mgΕφάπαξ ενδοφλέβια δόση. Ακολουθείται από από του στόματος χορήγηση 12 ώρες αργότερα, για έως 5 ημέρες.
-
Παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και έφηβοι (ναυτία και έμετος από χημειοθεραπεία, δόση βάσει ΕΕΣ)Δόση2 mg σιρόπιΧορηγείται κάθε 12 ώρες για ΕΕΣ <0,6 m².
-
Παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και έφηβοι (ναυτία και έμετος από χημειοθεραπεία, δόση βάσει ΕΕΣ)Δόση4 mg σιρόπι ή δισκίοΧορηγείται κάθε 12 ώρες για ΕΕΣ ≥0,6 m² έως ≤1,2 m².
-
Παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και έφηβοι (ναυτία και έμετος από χημειοθεραπεία, δόση βάσει ΕΕΣ)Δόση8 mg σιρόπι ή δισκίοΧορηγείται κάθε 12 ώρες για ΕΕΣ >1,2 m².
-
Παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και έφηβοι (ναυτία και έμετος από χημειοθεραπεία, δόση βάσει βάρους)Δόση0,15 mg/kg IVΜέγ. δόση8 mgΕφάπαξ ενδοφλέβια δόση. Έως 3 δόσεις κάθε 4 ώρες την πρώτη ημέρα. Από του στόματος χορήγηση 12 ώρες αργότερα, για έως 5 ημέρες.
-
Παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και έφηβοι (ναυτία και έμετος από χημειοθεραπεία, δόση βάσει βάρους)Δόση2 mg σιρόπιΧορηγείται κάθε 12 ώρες για βάρος ≤10 kg.
-
Παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και έφηβοι (ναυτία και έμετος από χημειοθεραπεία, δόση βάσει βάρους)Δόση4 mg σιρόπι ή δισκίοΧορηγείται κάθε 12 ώρες για βάρος >10 kg.
-
Ηλικιωμένοι (χορήγηση από το στόμα)Δεν απαιτείται μεταβολή.
-
Ηλικιωμένοι (ενέσιμη χορήγηση, 65 ετών και άνω)Όλες οι IV δόσεις πρέπει να αραιώνονται και να εγχέονται σε 15 λεπτά. Επαναλαμβανόμενες δόσεις σε διάστημα όχι μικρότερο των 4 ωρών.
-
Ηλικιωμένοι (ενέσιμη χορήγηση, 65-74 ετών)Δόση8 mg ή 16 mg IVΑρχικές δόσεις, εγχέονται σε 15 λεπτά, μπορεί να ακολουθούνται από 2 δόσεις των 8 mg εγχεόμενες σε 15 λεπτά και χορηγούμενες σε διάστημα όχι μικρότερο των 4 ωρών.
-
Ηλικιωμένοι (ενέσιμη χορήγηση, ≥75 ετών)Μέγ. δόση8 mg IVΑρχική δόση, εγχέεται σε 15 λεπτά. Μπορεί να ακολουθείται από 2 δόσεις των 8 mg, εγχεόμενες σε 15 λεπτά και χορηγούμενες σε διάστημα όχι μικρότερο των 4 ωρών.
-
Ενήλικες (μετεγχειρητική ναυτία και έμετος, πρόληψη)Δόση16 mgΑπό το στόμα, μία ώρα πριν την αναισθησία.
-
Ενήλικες (μετεγχειρητική ναυτία και έμετος, πρόληψη, εναλλακτικά)Δόση4 mgΕνέσιμο, με βραδεία IV ή IM ένεση κατά την εισαγωγή στην αναισθησία.
-
Ενήλικες (μετεγχειρητική ναυτία και έμετος, θεραπεία)Δόση4 mgΜία δόση με βραδεία IV ή IM ένεση.
-
Παιδιά ηλικίας ≥ 1 μηνός και έφηβοι (μετεγχειρητική ναυτία και έμετος, πρόληψη/θεραπεία, ενέσιμο)Δόση0,1 mg/kgΜέγ. δόση4 mgΕφάπαξ δόση με βραδεία IV ένεση (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα), πριν ή μετά την εισαγωγή στην αναισθησία ή μετά την εγχείρηση.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (μέση ή σοβαρή)Μέγ. δόση8 mgΣυνολική ημερήσια δόση, ενδοφλέβια ή από το στόμα.
block
SPC-ZOFRON
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Συγχορήγηση με απομορφίνη.
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του ιδιοσκευάσματος.
warning
SPC-ZOFRON
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΟι ανεπιθύμητες ενέργειες από το αναπνευστικό πρέπει να αντιμετωπίζονται συμπτωματικά και οι γιατροί θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σε αυτές επειδή μπορεί να είναι προπομποί αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
-
Παρατεταμένο διάστημα QTΝα αποφεύγεται το ondansetron σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT. Το ondansetron πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς οι οποίοι έχουν ή μπορεί να αναπτύξουν επιμήκυνση του QTc, περιλαμβανομένων των ασθενών με ηλεκτρολυτικές ανωμαλίες, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμία ή ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που οδηγούν σε επιμήκυνση του QT ή σε ηλεκτρολυτικές ανωμαλίες. Η υποκαλιαιμία και η υπομαγνησαιμία πρέπει να διορθώνονται πριν τη χορήγηση του ondansetron.
-
Σύνδρομο ΣεροτονίνηςΕάν η συγχορήγηση ondansetron και άλλων σεροτονινεργικών φαρμάκων δικαιολογείται κλινικά, συνιστάται κατάλληλη παρακολούθηση του ασθενή.
-
Εντερική ΑπόφραξηΟι ασθενείς με συμπτώματα υποξείας εντερικής απόφραξης θα πρέπει να παρακολουθούνται μετά τη χορήγηση του.
-
Χειρουργικές ΕπεμβάσειςΗ πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου με το ondansetron μπορεί να αποκρύψει λανθάνουσα αιμορραγία.
-
Περιεκτικότητα σε ΦαινυλαλανίνηΘα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με φαινυλκετονουρία.
-
Δυσανεξία στη ΛακτόζηΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν τα δισκία ondansetron.
-
Παιδιατρικός ΠληθυσμόςΟι παιδιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν ondansetron με ηπατοτοξικούς χημειοθεραπευτικούς παράγοντες θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας.
swap_horiz
SPC-ZOFRON
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΈντονη υπόταση και απώλεια συνειδήσεως
-
παρακολούθησηΑυξημένη από του στόματος κάθαρση του ondansetron, μειωμένες συγκεντρώσεις στο αίμα
-
Σεροτονινεργικά φάρμακα (π.χ., SSRIs, SNRIs)προσοχήΣύνδρομο σεροτονίνης (μεταβολή νοητικής κατάστασης, αστάθεια αυτόνομου νευρικού, νευρομυικές ανωμαλίες)
-
παρακολούθησηΜείωση αναλγητικής δράσης
-
Φάρμακα που επιμηκύνουν το QTπροσοχήΕπιπλέον επιμήκυνση του QT
-
Καρδιοτοξικά φάρμακα (π.χ. ανθρακυκλίνες)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αρρυθμίας
sick
SPC-ZOFRON
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Άμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, μερικές φορές σοβαρές, περιλαμβανομένης της αναφυλαξίας
- Κεφαλαλγία
- Eπιληπτικοί σπασμοί, κινητικές διαταραχές (περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικές αντιδράσεων όπως δυστονικές αντιδράσεις βολβοστροφικές κρίσεις και δυσκινησία)
- Ζάλη κυρίως κατά τη διάρκεια γρήγορης ενδοφλέβιας χορήγησης
- Παροδικές οπτικές διαταραχές (π.χ. θάμβος οράσεως) κυρίως κατά τη διάρκεια ενδοφλέβιας χορήγησης
- Παροδική τύφλωση κυρίως κατά την ενδοφλέβια χορήγηση
- Αρρυθμίες, πόνος στο θώρακα με ή χωρίς κατάσπαση του ST τμήματος, βραδυκαρδία
- Επιμήκυνση του QTc (περιλαμβανομένου του Torsade de Pointes)
- Αίσθηση θερμότητας ή έξαψης
- Υπόταση
- Λόξυγκας
- Δυσκοιλιότητα
- Τοπικό αίσθημα καύσου μετά από τοποθέτηση του υπόθετου
- Ασυμπτωματικές αυξήσεις στις δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας
- Τοξικό δερματικό εξάνθημα, συμπεριλαμβανομένης της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης
- Τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ενδοφλέβιας χορήγησης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΆμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, μερικές φορές σοβαρές, περιλαμβανομένης της αναφυλαξίαςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕπιληπτικοί σπασμοί, κινητικές διαταραχές (περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικές αντιδράσεων όπως δυστονικές αντιδράσεις βολβοστροφικές κρίσεις και δυσκινησία)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΖάλη κυρίως κατά τη διάρκεια γρήγορης ενδοφλέβιας χορήγησηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠαροδικές οπτικές διαταραχές (π.χ. θάμβος οράσεως) κυρίως κατά τη διάρκεια ενδοφλέβιας χορήγησηςΟπτικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΠαροδική τύφλωση κυρίως κατά την ενδοφλέβια χορήγησηΟπτικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίες, πόνος στο θώρακα με ή χωρίς κατάσπαση του ST τμήματος, βραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕπιμήκυνση του QTc (περιλαμβανομένου του Torsade de Pointes)Καρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑίσθηση θερμότητας ή έξαψηςΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΛόξυγκαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΤοπικό αίσθημα καύσου μετά από τοποθέτηση του υπόθετουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑσυμπτωματικές αυξήσεις στις δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίαςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΤοξικό δερματικό εξάνθημα, συμπεριλαμβανομένης της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσηςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΤοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ενδοφλέβιας χορήγησηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-ZOFRON
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηδεν ενδείκνυταιH ασφάλεια χρήσης του ondansetron κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης στον άνθρωπο δεν έχει τεκμηριωθεί. Αξιολόγηση των πειραματικών μελετών με ζώα δεν δείχνει άμεσα ή έμμεσα επιβλαβείς δράσεις σχετικά με την ανάπτυξη του εμβρύου την πορεία της εγκυμοσύνης και την περιγεννετική και μετεμβρυική ανάπτυξη. Πάντως καθώς οι μελέτες με πειραματόζωα δεν προβλέπουν πάντα την ανταπόκριση στον άνθρωπο.
-
ΓαλουχίασυνιστάταιΔοκιμασίες έχουν δείξει ότι το ondansetron απεκκρίνεται στο γάλα των ζώων. Γι' αυτό συνιστάται οι μητέρες που λαμβάνουν ondansetron να μη θηλάζουν τα βρέφη τους.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ZOFRON
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ZOFRON
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZOFRON
expand_more
Δοσολογία
Από το στόμα, το ορθό, ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά. Το επιγλώσσιο δισκίο τοποθετείται πάνω στη γλώσσα, όπου θα διαλυθεί μέσα σε δευτερόλεπτα και μετά ο ασθενής πρέπει να καταπιεί.
Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία (CINV) και
ακτινοθεραπεία (RINV)
Ενήλικοι
Το εμετογόνο δυναμικό της θεραπείας του καρκίνου ποικίλλει ανάλογα με τα δοσολογικά σχήματα και τους συνδυασμούς που χρησιμοποιούνται στη χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία. Η επιλογή του δοσολογικού σχήματος πρέπει να προσδιορίζεται από τη βαρύτητα της εμετογόνου πρόκλησης. Για ασθενείς που χρησιμοποιούν εμετογόνο χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία, το ondansetron μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε από το στόμα (ως δισκία ή σιρόπι) είτε από το ορθό είτε με ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση.
Χορήγηση από το στόμα Η συνιστώμενη δόση από το στόμα είναι 8 mg λαμβανόμενα 1-2 ώρες αμέσως πριν από τη χημειοθεραπεία ή την ακτινοθεραπεία, ακολουθούμενη από 8 mg από το στόμα κάθε 12 ώρες για έως 5 ημέρες το μέγιστο. Για έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μία δόση ondansetron από το στόμα έως 24 mg λαμβανόμενη μαζί με 12 mg dexamethasone sodium phosphate από το στόμα, 1 έως 2 ώρες πριν τη χημειοθεραπεία. Μετά τις πρώτες 24 ώρες, η χορήγηση του ondansetron μπορεί να συνεχισθεί από το στόμα ή από το ορθό για έως 5 ημέρες το μέγιστο μετά τη θεραπεία. Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 8 mg ondansetron από το στόμα δύο φορές την ημέρα.
Ενέσιμη χορήγηση Η συνιστώμενη ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά χορηγούμενη δόση του ondansetron είναι 8 mg και χορηγείται αμέσως πριν από τη θεραπεία. Για έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία, μπορεί να χρησιμοποιηθει μία μέγιστη αρχική δόση 16 mg ενδοφλέβιας έγχυσης σε 15 λεπτά. Εφάπαξ ενδοφλέβια δόση μεγαλύτερη των 16 mg δεν πρέπει να χορηγείται λόγω της δοσοεξαρτώμενης αύξησης του κινδύνου επιμήκυνσης του διαστήματος QT. Η αποτελεσματικότητα του ondansetron σε έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία μπορεί να ενισχυθεί με την προσθήκη μίας εφάπαξ IV δόσης dexamethasone sodium phosphate 20 mg, χορηγούμενης πριν τη χημειοθεραπεία. Ενδοφλέβιες δόσεις μεγαλύτερες των 8 mg και έως 16 mg το μέγιστο, πρέπει να αραιώνονται σε 50 - 100 ml 0,9% Sodium Chloride Injection ή 5% Dextrose Injection πριν τη χορήγηση και να εγχέονται σε όχι λιγότερο από 15 λεπτά (βλέπε παράγραφο 6.6). Δόσεις ondansetron 8 mg ή λιγότερο δεν χρειάζεται να αραιώνονται και μπορεί να χορηγούνται ως αργή ενδομυική ή ενδοφλέβια ένεση σε όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα. Η αρχική δόση ondansetron μπορεί να ακολουθείται από 2 πρόσθετες ενδοφλέβιες δόσεις (σε όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) ή ενδομυικές δόσεις των 8 mg με 4 ώρες μεταξύ τους, ή με σταθερή έγχυση 1 mg/h για έως 24 ώρες. Θεραπεία από το στόμα ή το ορθό συνιστάται για την προστασία έναντι καθυστερημένης ή παρατεταμένης έμεσης μετά τις πρώτες 24 ώρες.
Χορήγηση από το ορθό Η συνιστώμενη δόση των υπόθετων ondansetron είναι ένα υπόθετο 16 mg χορηγούμενο 1-2 ώρες πριν από τη θεραπεία. Για την προφύλαξη από καθυστερημένο ή παρατεταμένο έμετο μετά τις πρώτες 24 ώρες, η χορήγηση του ondansetron πρέπει να συνεχίζεται από το στόμα ή από το ορθό για έως 5 ημέρες το μέγιστο μετά τη θεραπεία. Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι ένα υπόθετο ondansetron 16 mg.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία σε παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και σε εφήβους
Χορήγηση από το στόμα και ενέσιμο Η δόση για ναυτία και έμετο που προκαλούνται από χημειοθεραπεία, μπορεί να υπολογιστεί με βάση το εμβαδόν επιφανείας σώματος (ΕΕΣ) ή το βάρος σώματος - βλέπε παρακάτω. Το ενέσιμο ondansetron πρέπει να αραιώνεται σε 5% δεξτρόζη ή 0.9% χλωριούχο νάτριο ή σε άλλο συμβατό ενδοφλέβια χορηγούμενο υγρό (βλέπε παράγραφο 6.6) και ενίεται ενδοφλέβια σε διάστημα όχι μικρότερο των 15 λεπτών. Δεν υπάρχουν δεδομένα από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για τη χρήση του ondansetron στην πρόληψη της καθυστερημένης ή παρατεταμένης ναυτίας και εμέτου που προκαλούνται από χημειοθεραπεία. Δεν υπάρχουν δεδομένα από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για τη χρήση του ondansetron σε ναυτία και έμετο που προκαλούνται από ραδιοθεραπεία σε παιδιά.
Δοσολογία με βάση το ΕΕΣ Το ondansetron πρέπει να χορηγείται αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία ως εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 5 mg/m². Η εφάπαξ ενδοφλέβια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg. Η από του στόματος χορηγούμενη δόση μπορεί να αρχίσει 12 ώρες αργότερα και μπορεί να συνεχιστεί μέχρι 5 ημέρες (πίνακας 1). Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τη δόση ενηλίκων 32 mg.
Πίνακας 1: Δοσολογία για χημειοθεραπεία με βάση το ΕΕΣ - Παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και έφηβοι
| ΕΕΣ | Ημέρα 1 (1,2) | Ημέρες 2-6 (2) |
|---|---|---|
| 0,6 m² | 5 mg/m² IV ακολουθούμενο από 2 mg σιρόπι μετά από 12 ώρες | 2 mg σιρόπι κάθε 12 ώρες |
| ≥ 0,6 m² έως ≤1,2 m² | 5 mg/m² IV ακολουθούμενο από 4 mg σιρόπι ή δισκίο μετά από 12 ώρες | 4 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες |
| >1,2 m² | 5 mg/m² IV ή 8μγ ΙΩ ακολουθούμενο από 8 mg σιρόπι ή δισκίο μετά από 12 ώρες | 8 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες |
1 Η ενδοφλέβια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg. 2 Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει την δόση ενηλίκων 32 mg
Δοσολογία με βάση το βάρος σώματος: Η δοσολογία με βάση το βάρος σώματος έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερες ημερήσιες δόσεις συγκριτικά με την ΕΣΣ (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1) Το ondansetron πρέπει να χορηγείται αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία ως εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 0,15 mg/Kg. Η εφάπαξ ενδοφλέβια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg. Κατά την πρώτη ημέρα δύο επιπλέον ενδοφλέβιες δόσεις μπορούν να δοθούν σε 4ωρα διαστήματα. Η από του στόματος χορηγούμενη δόση μπορεί να αρχίσει δώδεκα ώρες αργότερα και μπορεί να συνεχιστεί μέχρι 5 ημέρες (πίνακας 2). Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τη δόση ενηλίκων 32 mg.
Πίνακας 2: Δοσολογία για χημειοθεραπεία με βάση το βάρος σώματος - Παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και έφηβοι
| Βάρος | Ημέρα 1 (1,2) | Ημέρες 2-6 (b) |
|---|---|---|
| ≤ 10 kg | Έως 3 δόσεις των 0,15 mg/kg IV κάθε 4 ώρες | 2 mg σιρόπι κάθε 12 ώρες |
| 10 kg | Έως 3 δόσεις των 0,15 mg/kg IV κάθε 4 ώρες | 4 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες |
1 Η ενδοφλέβια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg. 2 Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει την δόση ενηλίκων 32 mg
Η χρήση των υπόθετων ondansetron δεν συνιστάται στα παιδιά.
Ηλικιωμένοι
Χορήγηση από το στόμα Δεν απαιτείται μεταβολή της χορηγούμενης από το στόμα δόσης η της συχνότητας χορήγησης.
Ενέσιμη χορήγηση Σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, όλες οι ενδοφλέβιες δόσεις πρέπει να αραιώνονται και να εγχέονται σε διάστημα 15 λεπτών και εάν επαναλαμβάνονται να χορηγούνται σε διάστημα όχι μικρότερο των 4 ωρών. Σε ασθενείς ηλικίας 65 έως 74 ετών, οι αρχικές ενδοφλέβιες δόσεις ondansetron 8 mg ή 16 mg, εγχέονται σε διάστημα 15 λεπτών, μπορεί να ακολουθούνται από 2 δόσεις των 8 mg εγχεόμενες σε διάστημα 15 λεπτών και χορηγούμενες σε διάστημα όχι μικρότερο των 4 ωρών. Σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω, η αρχική ενδοφλέβια δόση ondansetron δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg εγχεόμενη σε διάστημα 15 λεπτών. Η αρχική δόση των 8 mg μπορεί να ακολουθείται από 2 δόσεις των 8 mg, εγχεόμενες σε διάστημα 15 λεπτών και χορηγούμενες σε διάστημα όχι μικρότερο των 4 ωρών. (βλέπε παράγραφο 5.2).
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος (PONV)
Ενήλικοι
Για την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου μετεγχειρητικά, το ondansetron μπορεί να χορηγηθεί είτε από το στόμα (δισκία ή σιρόπι) είτε με ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση. Η συνιστώμενη δόση από το στόμα είναι 16 mg, τα οποία χορηγούνται μία ώρα πριν την αναισθησία. Εναλλακτικά, ondansetron ενέσιμο, σε μία δόση των 4 mg με βραδεία ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση κατά την εισαγωγή στην αναισθησία. Για τη θεραπεία της εγκατασταθείσης μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου, συνιστάται η χορήγηση μίας δόσης των 4 mg με βραδεία ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος σε παιδιά ηλικίας ≥ 1 μηνός και σε εφήβους Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τη χρήση ondansetron από το στόμα για την πρόληψη ή θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου. Γι αυτό το σκοπό συνιστάται η χορήγηση ενδοφλέβιας ένεσης (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα). Για την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου μετεγχειρητικά σε παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν χειρουργηθεί μετά από γενική αναισθησία, μία εφάπαξ δόση ondansentron μπορεί να χορηγηθεί με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) σε δόση 0,1 mg/kg, με μέγιστη δόση 4 mg είτε πριν είτε μετά την εισαγωγή στην αναισθησία ή μετά την εγχείρηση. Για τη θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου μετεγχειρητικά σε παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν χειρουργηθεί μετά από γενική αναισθησία, μία εφάπαξ δόση ondansentron μπορεί να χορηγηθεί με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) σε δόση 0,1 mg/kg, με μέγιστη δόση 4 mg. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τη χρήση από του στόματος χορηγούμενου ondansetron στη πρόληψη ή θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου. Συνιστάται βραδεία ενδοφλέβια ένεση (όχι λιγότερο από 15 λεπτά). Η χρήση των υποθέτων στα παιδιά δεν συνιστάται.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Η εμπειρία είναι περιορισμένη στη χρήση του ondansetron για την πρόληψη και τη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου στους ηλικιωμένους, εν τούτοις το ondansetron είναι καλά ανεκτό σε ασθενείς άνω των 65 ετών που λαμβάνουν χημειοθεραπεία.
Aσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Δεν χρειάζεται να μεταβληθεί η ημερήσια δοσολογία, η συχνότητα της δοσολογίας είτε η οδός χορήγησης.
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια Σε άτομα με μέση ή σοβαρή ανεπάρκεια της ηπατικής λειτουργίας, η κάθαρση του ondansetron μειώνεται σημαντικά και ο χρόνος υποδιπλασιασμού στον ορό του αίματος παρατείνεται σημαντικά. Σε αυτούς τους ασθενείς η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg ενδοφλέβια ή από το στόμα.
Ασθενείς με μειωμένη ικανότητα μεταβολισμού σπαρτε ΐ νης/ d ebrisoquine Σε άτομα που θεωρούνται ότι έχουν πτωχό μεταβολισμό σπαρτεΐνης και debrisoquine, ο χρόνος υποδιπλασιασμού του ondansetron δεν μεταβάλλεται. Συνεπώς σε αυτούς τους ασθενείς, επαναλαμβανόμενες δόσεις επιτυγχάνουν στον ορό του αίματος ίδιες στάθμες με τις αντίστοιχες του γενικού πληθυσμού. Δεν χρειάζεται αλλαγή της ημερήσιας δοσολογίας και της συχνότητας της δοσολογίας.
block
Αντενδείξεις
SPC-ZOFRON
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZOFRON
expand_more
Προειδοποιήσεις
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει υπερευαισθησία σε άλλους ανταγωνιστές των 5ΗΤ υποδοχέων. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από το αναπνευστικό πρέπει να αντιμετωπίζονται συμπτωματικά και οι γιατροί θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σε αυτές επειδή μπορεί να είναι προπομποί αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
Παρατεταμένο διάστημα QT Το ondansetron επιμηκύνει το διάστημα QT με δοσοεξαρτώμενο τρόπο (βλέπε παράγραφο 5.1). Επιπρόσθετα μετεγκριτικά περιστατικά Torsade de Pointes έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που χρησιμοποιούν το ondansetron. Να αποφεύγεται το ondansetron σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT. Το ondansetron πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς οι οποίοι έχουν ή μπορεί να αναπτύξουν επιμήκυνση του QTc, περιλαμβανομένων των ασθενών με ηλεκτρολυτικές ανωμαλίες, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμία ή ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που οδηγούν σε επιμήκυνση του QT ή σε ηλεκτρολυτικές ανωμαλίες. Η υποκαλιαιμία και η υπομαγνησαιμία πρέπει να διορθώνονται πριν τη χορήγηση του ondansetron.
Σύνδρομο Σεροτονίνης Έχει αναφερθεί σύνδρομο σεροτονίνης μετά από τη συγχορήγηση ondansetron και άλλων σεροτονινεργικών φαρμάκων (βλέπε παράγραφο 4.5). Εάν η συγχορήγηση ondansetron και άλλων σεροτονινεργικών φαρμάκων δικαιολογείται κλινικά, συνιστάται κατάλληλη παρακολούθηση του ασθενή.
Εντερική Απόφραξη Επειδή το οndansetron αυξάνει το χρόνο διάβασης στο παχύ έντερο, οι ασθενείς με συμπτώματα υποξείας εντερικής απόφραξης θα πρέπει να παρακολουθούνται μετά τη χορήγηση του.
Χειρουργικές Επεμβάσεις Σε ασθενείς που υπόκεινται σε επέμβαση των αμυγδαλών και των αδενοειδών εκβλαστήσεων η πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου με το ondansetron μπορεί να αποκρύψει λανθάνουσα αιμορραγία.
Περιεκτικότητα σε Φαινυλαλανίνη Τα επιγλώσσια δισκία ondansetron περιέχουν ασπαρτάμη και γι αυτό θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με φαινυλκετονουρία.
Δυσανεξία στη Λακτόζη Ασθενείς με σπάνια διαιτητικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν τα δισκία ondansetron.
Παιδιατρικός Πληθυσμός Οι παιδιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν ondansetron με ηπατοτοξικούς χημειοθεραπευτικούς παράγοντες θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZOFRON
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το ondansetron προκαλεί ή αναστέλλει τον μεταβολισμό άλλων φαρμάκων που συνήθως χορηγούνται μαζί του. Ειδικές μελέτες έχουν δείξει ότι δεν υπάρχουν αλληλεπιδράσεις όταν το ondansetron χορηγείται με αλκοόλη, τεμαζεπάμη, φουροσεμίδη, αλφενταμίλη, τραμαδόλη, μορφίνη, λινοκαϊνη, θειοπεντάλη ή προποφόλη. Το οndansetron μεταβολίζεται από διάφορα ηπατικά ένζυμα του κυτοχρώματος P-450: CYP3A4, CYP2D6 και CYP1A2. Λόγω της ποικιλότητας των μεταβολικών ενζύμων που είναι ικανά να μεταβολίσουν το ondansetron, η αναστολή ενός ενζύμου ή η μειωμένη δραστηριότητα ενός ενζύμου (π.χ. γενετική έλλειψη CYP2D6) συνήθως αντισταθμίζεται από άλλα ένζυμα και πρέπει να οδηγεί σε μικρή ή ασήμαντη μεταβολή της συνολικής κάθαρσης του ondansetron ή της απαιτούμενης δόσης.
Χρειάζεται προσοχή όταν το ondansetron συγχορηγείται με φάρμακα που επιμηκύνουν το διάστημα QT και/ή προκαλούν ηλεκτρολυτικές ανωμαλίες. (βλέπε παράγραφο 4.4).
- Απομορφίνη Με βάση τις αναφορές έντονης υπότασης και απώλειας συνειδήσεως όταν το ondansetron χορηγήθηκε μαζί με υδροχλωρική απομορφίνη η συγχορήγηση με απομορφίνη αντενδείκνυται.
- Φαινυτοϊνη, καρβαμαζεπίνη και ριφαμπικίνη Σε ασθενείς που χορηγούνται ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (δηλ. φαινυτοϊνη, καρβαμαζεπίνη και ριφαμπικίνη), η από του στόματος κάθαρση του οndansetron αυξήθηκε και οι συγκεντρώσεις του οndansetron στο αίμα μειώθηκαν.
- Σεροτονινεργικά φάρμακα (π.χ., SSRIs και SNRIs) Έχει αναφερθεί σύνδρομο σεροτονίνης (περιλαμβανομένης της μεταβολής της νοητικής κατάστασης, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού και νευρομυϊκές ανωμαλίες) μετά από συγχορήγηση ondansetron και άλλων σεροτονινεργικών φαρμάκων, περιλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) και αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης νοραδρεναλίνης (SNRIs) (βλέπε παράγραφο 4.4).
- Tραμαδόλη Στοιχεία από μικρές μελέτες δείχνουν ότι το οndansetron μπορεί να μειώσει την αναλγητική δράση της τραμαδόλης.
- Φάρμακα που επιμηκύνουν το QT ή είναι καρδιοτοξικά Η χρήση του ondansetron με φάρμακα που επιμηκύνουν το QT μπορεί να οδηγήσει σε επιπλέον επιμήκυνση του QT. Η συγχορήγηση του ondansetron με καρδιοτοξικά φάρμακα (π.χ ανθρακυκλίνες) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αρρυθμίας (βλέπε παράγραφο 4.4).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZOFRON
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιγράφονται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1000) και πολύ σπάνιες (<1/10.000) περιλαμβανομένων των μεμονωμένων αναφορών. Οι πολύ συχνές, οι συχνές και οι όχι συχνές καταστάσεις γενικά υπολογίσθηκαν από στοιχεία κλινικών μελετών. Η συχνότητα εμφάνισης στο εικονικό φάρμακο έχει ληφθεί υπόψη. Οι σπάνιες και οι πολύ σπάνιες καταστάσεις γενικά υπολογίσθηκαν από στοιχεία αυθόρμητων αναφορών μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Οι ακόλουθες συχνότητες υπολογίσθηκαν στις κανονικές συνιστώμενες δόσεις του ondansetron σύμφωνα με την ένδειξη και τη φαρμακοτεχνική μορφή.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σπάνιες: Άμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, μερικές φορές σοβαρές, περιλαμβανομένης της αναφυλαξίας.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία Όχι συχνές: Eπιληπτικοί σπασμοί, κινητικές διαταραχές (περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικές αντιδράσεων όπως δυστονικές αντιδράσεις βολβοστροφικές κρίσεις και δυσκινησία). Σπάνιες: Ζάλη κυρίως κατά τη διάρκεια γρήγορης ενδοφλέβιας χορήγησης
Οπτικές διαταραχές Σπάνιες: Παροδικές οπτικές διαταραχές (π.χ. θάμβος οράσεως) κυρίως κατά τη διάρκεια ενδοφλέβιας χορήγησης Πολύ σπάνιες: Παροδική τύφλωση κυρίως κατά την ενδοφλέβια χορήγηση. Η πλειονότητα των αναφερθέντων περιστατικών τύφλωσης επανήλθε εντός 20 λεπτών. Οι περισσότεροι ασθενείς είχαν λάβει χημειοθεραπευτικούς παράγοντες οι οποίοι περιείχαν σισπλατίνη. Μερικές περιπτώσεις παροδικής τύφλωσης αναφέρθηκαν να είναι φλοιώδους προέλευσης.
Καρδιακές διαταραχές Όχι συχνές: Αρρυθμίες, πόνος στο θώρακα με ή χωρίς κατάσπαση του ST τμήματος, βραδυκαρδία. Σπάνιες: Επιμήκυνση του QTc (περιλαμβανομένου του Torsade de Pointes)
Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Αίσθηση θερμότητας ή έξαψης. Όχι συχνές: Υπόταση.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου Όχι συχνές: Λόξυγκας.
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Συχνές: Δυσκοιλιότητα. Τοπικό αίσθημα καύσου μετά από τοποθέτηση του υπόθετου.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Όχι συχνές: Ασυμπτωματικές αυξήσεις στις δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας #.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ σπάνιες:Τοξικό δερματικό εξάνθημα, συμπεριλαμβανομένης της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές: Τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ενδοφλέβιας χορήγησης. #. Οι καταστάσεις αυτές παρατηρήθηκαν συχνά σε ασθενείς που ελάμβαναν χημειοθεραπεία με σισπλατίνη
Παιδιατρικός πληθυσμός Το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιά και εφήβους ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε ενήλικες.
μ μ Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562, Χολαργός,,: + 30 Αθήνα Τηλ 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZOFRON
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση: H ασφάλεια χρήσης του ondansetron κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης στον άνθρωπο δεν έχει τεκμηριωθεί. Αξιολόγηση των πειραματικών μελετών με ζώα δεν δείχνει άμεσα ή έμμεσα επιβλαβείς δράσεις σχετικά με την ανάπτυξη του εμβρύου την πορεία της εγκυμοσύνης και την περιγεννετική και μετεμβρυική ανάπτυξη. Πάντως καθώς οι μελέτες με πειραματόζωα δεν προβλέπουν πάντα την ανταπόκριση στον άνθρωπο, η χρήση του ondansetron στην εγκυμοσύνη δεν ενδείκνυται.
Γαλουχία: Δοκιμασίες έχουν δείξει ότι το ondansetron απεκκρίνεται στο γάλα των ζώων. Γι’ αυτό συνιστάται οι μητέρες που λαμβάνουν ondansetron να μη θηλάζουν τα βρέφη τους.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZOFRON
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης Το οndansetron είναι ένας ισχυρός και εξαιρετικά εκλεκτικός ανταγωνιστής των 5HT -υποδοχέων. Ο ακριβής τρόπος δράσης του στον έλεγχο της ναυτίας και του εμέτου δεν είναι γνωστός. Οι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες και η ακτινοθεραπεία μπορεί να προκαλέσουν απελευθέρωση της ουσίας 5-υδροξυτρυπταμίνης (5ΗΤ) στο λεπτό έντερο δι’ ενεργοποιήσεως των απαγωγών ινών του παρασυμπαθητικού δια μέσου των 5ΗΤ -υποδοχέων. Το ondansetron δεσμεύει την έναρξη αυτού του αντανακλαστικού. Ενεργοποίηση των απαγωγών παρασυμπαθητικών ινών μπορεί επίσης να προκαλέσει απελευθέρωση της 5-υδροξυτρυπταμίνης στην οπίσθια περιοχή η οποία βρίσκεται στη βάση της τέταρτης κοιλίας του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα να προάγει την έμεση μέσω ενός κεντρικού μηχανισμού. Έτσι η δράση του ondansetron στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου, που προκαλούνται από κυτταροτοξική χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία οφείλεται στον ανταγωνισμό των 5HT υποδοχέων στους νευρώνες που βρίσκονται τόσο στο περιφερικό όσο και στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Οι μηχανισμοί δράσης στην μετεγχειρητική ναυτία και έμετο δεν είναι γνωστοί αλλά είναι πιθανό ο τρόπος δράσης να είναι κοινός με την ναυτία και τον έμετο που προκαλούνται από την κυτταροτοξική θεραπεία.
Φαρμακοδυναμικές δράσεις Το ondansetron δεν μεταβάλλει τις πυκνότητες της προλακτίνης στο πλάσμα.
Επιμήκυνση του QT Η επίδραση του ondansetron στο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε μία διπλή τυφλή τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και με δραστική ουσία (moxifloxacin), διασταυρούμενη μελέτη σε 58 υγιείς ενήλικες, άνδρες και γυναίκες. Οι δόσεις του ondansetron περιελάμβαναν 8 mg και 32 mg χορηγούμενες με έγχυση ενδοφλεβίως σε διάστημα 15 λεπτών. Στην υψηλότερη δόση των 32 mg που ελέγχθηκε, η μέγιστη μέση (άνω όριο 90% CI) διαφορά στο QTcF από το εικονικό φάρμακο μετά από διόρθωση από τη αρχική τιμή ήταν 19,6 (21,5) msec. Στη χαμηλότερη δόση των 8 mg που ελέγχθηκε, η μέγιστη μέση (άνω όριο 90% CI) διαφορά στο QTcF από το εικονικό φάρμακο μετά από διόρθωση από τη αρχική τιμή ήταν 5,8 (7,8) msec. Σε αυτή τη μελέτη δεν υπήρχαν μετρήσεις QTcF μεγαλύτερες από 480 msec και δεν υπήρχε επιμήκυνση του QTcF μεγαλύτερη από 60 msec. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές μεταβολές στα ηλεκτροκαρδιογραφικά μετρηθέντα διαστήματα PR ή QRS.
Παιδιά και έφηβοι Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία Η αποτελεσματικότητα του οndansetron στον έλεγχο του εμέτου και της ναυτίας που προκαλούνται από αντικαρκινική χημειοθεραπεία αξιολογήθηκε σε μία διπλή τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη σε 415 ασθενείς ηλικίας 1 έως 18 ετών (S3AB3006). Κατά τις ημέρες της χημειοθεραπείας, οι ασθενείς έλαβαν είτε οndansetron 5 mg/m² ενδοφλέβια + οndansetron 4 mg από το στόμα μετά από 8-12 ώρες ή οndansetron 0,45 mg/kg ενδοφλέβια
- εικονικό φάρμακο από το στόμα μετά από 8-12 ώρες. Μετά την χημειοθεραπεία και οι δύο ομάδες έλαβαν 4 mg οndansetron σιρόπι δύο φορές την ημέρα για 3 ημέρες. Πλήρης έλεγχος του εμέτου κατά την χειρότερη ημέρα της χημειοθεραπείας ήταν 49% (5 mg/m² iενδοφλέβια + οndansetron 4 mg από το στόμα) και 41% (0,45 mg/kg ενδοφλέβια + εικονικό φάρμακο από το στόμα). Μετά τη χημειοθεραπεία και οι δύο ομάδες έλαβαν 4 mg οndansetron σιρόπι δύο φορές την ημέρα για 3 ημέρες. Δεν υπήρχε διαφορά στην συνολική συχνότητα εμφάνισης ή στην φύση των ανεπιθύμητων ενεργειών μεταξύ των δύο θεραπευτικών ομάδων. Μία διπλή τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (S3AB4003) σε 438 ασθενείς ηλικίας 1 έως 17 ετών έδειξε πλήρη έλεγχο του εμέτου κατά τη χειρότερη ημέρα της χημειοθεραπείας στο: 73% των ασθενών, όταν το οndansetron χορηγήθηκε ενδοφλέβια σε δόση 5 mg/m² μαζί με 2-4 mg δεξαμεθαζόνης από το στόμα 71% των ασθενών, όταν το οndansetron χορηγήθηκε ως σιρόπι σε δόση 8 mg + 2-4 mg δεξαμεθαζόνης από το στόμα κατά τις ημέρες της χημειοθεραπείας. Μετά την χημειοθεραπεία και οι δύο ομάδες έλαβαν 4 mg οndansetron σιρόπι δύο φορές την ημέρα για 2 ημέρες. Δεν υπήρχε διαφορά στην συνολική συχνότητα εμφάνισης ή στην φύση των ανεπιθύμητων ενεργειών μεταξύ των δύο θεραπευτικών ομάδων. Η αποτελεσματικότητα του οndansetron σε 75 παιδιά ηλικίας 6 έως 48 μηνών διερευνήθηκε σε μία ανοιχτή, μη συγκριτική, ενός σκέλους μελέτη (S3A40320). Όλα τα παιδιά έλαβαν τρεις ενδοφλέβιες δόσεις οndansetron 0,15 mg/kg, χορηγούμενες 30 λεπτά πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας και στη συνέχεια σε τέσσερεις και οκτώ ώρες μετά την πρώτη δόση. Πλήρης έλεγχος του εμέτου επιτεύχθηκε στο 56% των ασθενών. Μία άλλη ανοιχτή, μη συγκριτική, ενός σκέλους μελέτη (S3A239) διερεύνησε την αποτελεσματικότητα της εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης οndansetron 0,15 mg/kg, ακολουθούμενης από δύο από του στόματος δόσεις οndansetron 4 mg σε παιδιά ηλικίας < 12 ετών και 8 mg σε παιδιά ηλικίας ≥ 12 ετών (συνολικός αριθμός παιδιών n= 28). Πλήρης έλεγχος του εμέτου επιτεύχθηκε στο 42% των ασθενών.
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος Η αποτελεσματικότητα της εφάπαξ δόσης οndansetron στην πρόληψη της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου διερευνήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 670 παιδιά ηλικίας 1 έως 24 μηνών (μετά τη σύλληψη ηλικία ≥44 εβδομάδες, βάρος ≥ 3 kg). Τα άτομα που έλαβαν μέρος προγραμματίσθηκαν να υποβληθούν σε επιλεκτική χειρουργική επέμβαση κάτω από γενική αναισθησία και είχαν κατάσταση ASA ≤ III. Εφάπαξ δόση οndansetron 0,1 mg/kg χορηγήθηκε εντός πέντε λεπτών από την εισαγωγή αναισθησίας. Η αναλογία ατόμων που παρουσίασαν τουλάχιστον ένα εμετογόνο επεισόδιο κατά τη διάρκεια της 24ωρης περιόδου αξιολόγησης (ITT) ήταν μεγαλύτερο για τους ασθενείς σε εικονικό φάρμακο από ότι σε αυτούς που έλαβαν οndansetron ((28% vs. 11%, p <0,0001). Τέσσερεις διπλές τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες έχουν διεξαχθεί σε 1469 άρρενες και θήλεις ασθενείς (2 έως 12 ετών) υπό γενική αναισθησία. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν είτε σε μονές ενδοφλέβιες δόσεις οndansetron (0,1 mg/kg για παιδιά βάρους 40 kg ή λιγότερο, 4 mg για παιδιά βάρους μεγαλύτερου των 40 kg; αριθμός ασθενών = 735)) ή εικονικό φάρμακο (αριθμός ασθενών = 734). Το φάρμακο της μελέτης χορηγήθηκε τουλάχιστον 30 δευτερόλεπτα αμέσως πριν ή μετά την εισαγωγή αναισθησίας. Το οndansetron ήταν σημαντικά αποτελεσματικότερο από το εικονικό φάρμακο στην πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών συνοψίζονται στον πίνακα 1.
Πίνακας 1 Πρόληψη και θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου σε παιδιατρικούς ασθενείς - Ανταπόκριση στη θεραπεία εντός 24 ωρών
| Μελέτη | Τελικό σημείο | οndansetron % | Εικονικό φάρμακο
| % | Τιμή p | |||
|---|---|---|---|---|
| S3A380 | CR | 68 | 39 | ≤0,001 |
| S3GT09 | CR | 61 | 35 | ≤0,001 |
| S3A381 | CR | 53 | 17 | ≤0,001 |
| S3GT11 | χωρίς | |||
| ναυτία | 64 | 51 | 0,004 | |
| S3GT11 | χωρίς | |||
| έμετο | 60 | 47 | 0,004 |
CR = χωρίς εμετογόνα επεισόδια, χρήση θεραπείας ανάγκης ή απόσυρση
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZOFRON
expand_more
Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοδυναμικές ιδιότητες του ondansetron παραμένουν αμετάβλητες σε επαναλαμβανόμενη χορήγηση.
Απορρόφηση
Από του στόματος χορηγούμενες μορφές: Μετά από του στόματος χορήγηση το ondansetron απορροφάται παθητικά και ολοκληρωτικά από τον γαστρεντερικό σωλήνα και υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 1,5 ώρες μετά τη χορήγηση. Για δόσεις ανώτερες των 8 mg η αύξηση στη συστηματική έκθεση του ondansetron ως προς τη δόση είναι αναλογικά μεγαλύτερη. Αυτό μπορεί να αντανακλά κάποια μείωση στο μεταβολισμό πρώτης διόδου σε υψηλότερες από του στόματος χορηγούμενες δόσεις. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα σε υγιείς άρρενες μετά από εφάπαξ χορήγηση δισκίου 8 mg είναι περίπου 55 έως 60%. Η βιοδιαθεσιμότητα ενισχύεται ελαφρώς από την παρουσία τροφής αλλά δεν επηρεάζεται από αντιόξινα.
Ενέσιμο: Ισοδύναμη συστηματική έκθεση επιτυγχάνεται μετά από ενδομυική και ενδοφλέβια χορήγηση ondansetron.
Υπόθετα: Μετά την χορήγηση ενός υπόθετου ondansetron, οι συγκεντρώσεις του ondansetron στο πλάσμα ανιχνεύονται μεταξύ 15 και 60 λεπτά μετά τη δόση. Οι συγκεντρώσεις αυξάνονται ουσιαστικά με γραμμικό τρόπο, έως ότου φθάσουν στη μεγαλύτερη συγκέντρωση 20 - 30 ng/ml, συνήθως 6 ώρες μετά τη δόση. Οι συγκεντρώσεις του πλάσματος μετά μειώνονται, αλλά με πιο αργό ρυθμό από εκείνον που παρατηρείται μετά τη δια του στόματος χορήγηση, λόγω της συνεχιζόμενης απορρόφησης του ondansetron. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του υπόθετου ondansetron είναι περίπου 60%.
Κατανομή Το ondansetron δεν συνδέεται ιδιαίτερα με τις πρωτεΐνες (70 έως 76%). Η διάθεση του ondansetron μετά από του στόματος, ενδομυική ή ενδοφλέβια χορήγηση σε ενήλικες είναι παρόμοια με ένα σταθερό όγκο κατανομής περίπου 140lt.
Μεταβολισμός Η κάθαρση του ondansetron από τη συστηματική κυκλοφορία γίνεται κυρίως μέσω πολλαπλών ενζυματικών διόδων του ηπατικού μεταβολισμού. Η έλλειψη του ενζύμου CYP2D6 (πολυμορφισμός της χημικής ουσίας debrisoquine) δεν έχει επίδραση στην φαρμακοκινητική του ondansetron.
Αποβολή Η κάθαρση του ondansetron από τη συστηματική κυκλοφορία γίνεται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού. Λιγότερο από 5% της απορροφημένης δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Η διάθεση του ondansetron μετά από του στόματος, ενδομυική ή ενδοφλέβια χορήγηση είναι παρόμοια με καταληκτικό χρόνο ημιζωής περίπου 3 ώρες. Για τα υπόθετα ο χρόνος υποδιπλασιασμού της απεκκριτικής φάσης εξαρτάται από το ρυθμό απορρόφησης του ondansetron και όχι την συστηματική κάθαρση και είναι περίπου 6 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Φύλο Έχουν παρατηρηθεί διαφορές στη διάθεση του ondansetron ως προς το φύλο, με τις γυναίκες να έχουν μεγαλύτερο βαθμό και διάρκεια στην απορρόφηση μετά από μία δόση από το στόμα και μειωμένη συστηματική κάθαρση και όγκο κατανομής (προσαρμοσμένο στο βάρος σώματος). Στα υπόθετα η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν επηρεάζεται από το φύλο. Οι γυναίκες δείχνουν μία μικρή κλινικά ασήμαντη αύξηση στην ημιπερίοδο ζωής συγκριτικά με τους άνδρες.
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 1 μηνός έως 17 ετών) Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως 4 μηνών (n=19) που υποβάλονται σε χειρουργική επέμβαση, η κάθαρση με βάση το σωματικό βάρος ήταν περίπου 30% χαμηλότερη από ότι σε ασθενείς ηλικίας 5 έως 24 μηνών (n=22), αλλά συγκρίσιμη με αυτή ασθενών ηλικίας 3 έως 12 ετών. Η ημιπερίοδος ζωής στον πληθυσμό ηλικίας 1 έως 4 μηνών αναφέρθηκε ότι είναι κατά μέσο όρο 6,7 ώρες συγκριτικά με 2,9 ώρες για ασθενείς ηλικιακού εύρους 5 έως 24 μηνών και 3 έως 12 ετών. Οι διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους στον πληθυσμό ασθενών 1 έως 4 μηνών μπορεί να εξηγηθεί μερικώς από το υψηλότερο ποσοστό του συνολικού σωματικού ύδατος στα νεογνά και τα βρέφη και τον μεγαλύτερο όγκο κατανομής για το υδατοδιαλυτά φάρμακα όπως το οndansetron. Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 έως 12 ετών που υποβλήθηκαν σε επιλεκτική χειρουργική επέμβαση με γενική αναισθησία, οι απόλυτες τιμές κάθαρσης και όγκου κατανομής του οndansetron μειώθηκαν συγκριτικά με τις τιμές σε ενήλικες ασθενείς, Και οι δύο παράμετροι αυξήθηκαν σε μία ευθύγραμμη σχέση με το βάρος και κατά την ηλικία των 12 ετών, οι τιμές πλησίαζαν περίπου αυτές νεαρών ενηλίκων. Όταν οι τιμές κάθαρσης και όγκου κατανομής ομαλοποιήθηκαν ως προς το βάρος σώματος, οι τιμές γι αυτές τις παραμέτρους ήταν παρόμοιες μεταξύ των διαφόρων ηλικιακών ομάδων πληθυσμού. Η χρήση δοσολογίας με βάση το βάρος αντισταθμίζει τις μεταβολές που σχετίζονται με την ηλικία και είναι αποτελεσματική στην εξομάλυνση της συστηματικής έκθεσης σε παιδιατρικούς ασθενείς. Πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση διεξήχθη σε 428 άτομα (ογκολογικοί ασθενείς χειρουργικοί ασθενείς και υγιείς εθελοντές) ηλικία 1 μηνός έως 44 ετών μετά από ενδοφλέβια χορήγηση οndansetron. Με βάση αυτή την ανάλυση η συστηματική έκθεση (AUC) μετά από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση σε παιδιά και εφήβους ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων, με εξαίρεση τα βρέφη ηλικίας 1 έως 4 μηνών. Ο όγκος κατανομής συσχελίσθηκε με την ηλικία και ήταν χαμηλότερος στους ενήλικες από ότι στα βρέφη και τα παιδιά. Η κάθαρση συσχελίσθηκε με το βάρος αλλά όχι με την ηλικία, με εξαίρεση τα βρέφη ηλικίας 1 έως 4 μηνών. Είναι δύσκολο να αποφασισθεί εάν υπήρχε επιπρόσθετη μείωση της κάθαρσης σχετιζόμενη με την ηλικία σε βρέφη ηλικίας 1 έως 4 μηνών, ή απλά έμφυτη μεταβλητότητα λόγω του μικρού αριθμού ατόμων που μελετήθηκαν σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Επειδή οι ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 6 μηνών θα λάβουν μόνο μία εφάπαξ δόση στην μετεγχειρητική ναυτία και έμετο, η μειωμένη κάθαρση δεν φαίνεται να σχετίζεται κλινικά.
Ηλικιωμένοι Μελέτες πρώιμης Φάσης Ι σε υγιείς ηλικιωμένους εθελοντές έδειξαν ελαφρά μείωση σχετιζόμενη με την ηλικία, στην κάθαρση και αύξηση στην ημιπερίοδο ζωής του ondansetron. Ωστόσο, η μεγάλη μεταβλητότητα μεταξύ των ατόμων οδήγησε σε σημαντική επικάλυψη ως προς τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους ανάμεσα σε νέα (<65 ετών) και σε ηλικιωμένα άτομα (≥ 65 ετών) και δεν υπήρχαν συνολικές διαφορές στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα που παρατηρήθηκε μεταξύ των νέων και των ηλικιωμένων ασθενών με καρκίνο που συμμετείχαν στις CINV κλινικές μελέτες που να υποστηρίζουν μια διαφορετική σύσταση δοσολογίας για τους ηλικιωμένους. Με βάση πιο πρόσφατες συγκεντρώσεις ondansetron στο πλάσμα και μοντέλα έκθεσης-απόκρισης, προβλέπεται μεγαλύτερη επίδραση στην QTcF σε ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετών συγκριτικά με τους νεότερους ενήλικες. Ειδικές πληροφορίες για τη δοσολογία παρέχονται σε ασθενείς άνω των 65 ετών και άνω των 75 ετών (βλέπε παράγραφο 4.2). Ειδικές μελέτες σε ηλικιωμένους ή ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία έχουν περιορισθεί σε ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση. Ωστόσο, αναμένεται ότι η ημιπερίοδος ζωής του ondansetron σε ηλικιωμένους ασθενείς θα είναι παρόμοια με αυτή που έχει παρατηρηθεί σε υγιείς εθελοντές καθώς ο βαθμός αποβολής του ondansetron μετά από χορήγηση υπόθετου δεν καθορίζεται από την συστηματική κάθαρση.
Νεφρική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 15 έως 60 ml/λεπτό), η συστηματική κάθαρση και ο όγκος κατανομής μειώνονται, με αποτέλεσμα μία μικρή, αλλά κλινικά άνευ σημασίας αύξηση του χρόνου υποδιπλασιασμού (5.4 ώρες). Μία μελέτη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, οι οποίοι είχαν υποβληθεί σε τακτική αιμοδιύλιση (οι μελέτες έγιναν μεταξύ των διυλίσεων), έδειξε ότι η φαρμακοκινητική του ondansetron δεν μεταβάλλεται. Ειδικές μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία έχουν περιορισθεί σε ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση. Ωστόσο, αναμένεται ότι η ημιπερίοδος ζωής του ondansetron σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία θα είναι παρόμοια με αυτή που έχει παρατηρηθεί σε υγιείς εθελοντές καθώς ο βαθμός αποβολής του ondansetron μετά από χορήγηση υπόθετου δεν καθορίζεται από την συστηματική κάθαρση.
Ηπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, η συστηματική κάθαρση μειώνεται σημαντικά με παρατεταμένους χρόνους υποδιπλασιασμού (15-32 ώρες) και την από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα να αγγίζει το 100% λόγω μειωμένου προ-συστηματικού μεταβολισμού. Η φαρμακοκινητική του ondansetron μετά τη χορήγηση ενός υπόθετου, δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
ΕΟΦ · 4.14
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
expand_more
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης νόσου.
Σε περιπτώσεις λαβυρινθικών διαταραχών το αποτελεσματικότερο φάρμακο είναι η υοσκίνη (σκοπολαμίνη) που όμως έχει πολύ σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Γι’ αυτό κατά κανόνα προτιμώνται ορισμένα αντιισταμινικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη, προμεθαζίνη) παρότι έχουν σχετικώς μικρότερη δραστικότητα. H αποτελεσματικότητα των διαφόρων αντιισταμινικών είναι παρόμοια, υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως στην υπνηλία (βλ. 3.5). H διάρκεια δράσης τους είναι 4-6 ώρες. Στη “ναυτία των ταξιδιωτών” πρέπει να δίνονται προφυλακτικώς, μισή τουλάχιστον ώρα πριν το ταξίδι. Θα πρέπει να αποφεύγεται η οδήγηση καθώς και ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων μετά τη λήψη τους.
O ίλιγγος και η ναυτία του συνδρόμου Meniere ή των χειρουργικών χειρισμών στην περιοχή του μέσου ωτός αντιμετωπίζονται πιο δύσκολα. H υοσκίνη και τα αντιισταμινικά αντιεμετικά είναι σχετικώς αποτελεσματικά στην προφύλαξη και συμπτωματική αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων. H κινναριζίνη και η β-ιστίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικά.
Στο σύνδρομο Meniere μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και ορισμένα αντιντοπαμινεργικά φάρμακα (βλ. 1.2.3), ιδίως οι αντιεμετικές φαινοθειαζίνες. Kύρια ένδειξη των φαρμάκων αυτών είναι οι έμετοι από κυτταροστατικά, ενδογενείς τοξίνες (π.χ. ουραιμία), ακτινοβολία, κλπ. Tα φάρμακα αυτά έχουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των νευροληπτικών (βλ. 4.2) αλλά ηπιότερες στις αντιεμετικές δόσεις. H κύρια δράση της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης είναι στην κινητικότητα του ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα (βλ. 1.2.2.1). Όμως και αυτά τα φάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αντίστοιχες των νευροληπτικών (ιδίως εξωπυραμιδικές, όπως οξείες δυστονίες κλπ.).
Σε μετεγχειρητικούς εμέτους η χρήση αντιεμετικών συνιστάται μόνο σε περιπτώσεις που δημιουργείται πρόβλημα διαταραχής του ισοζυγίου ύδατος-ηλεκτρολυτών ή υπάρχει κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών καθώς επίσης και σε ωτικές επεμβάσεις με έντονο ερεθισμό του λαβυρίνθου.
Xρησιμοποιείται συνήθως η προμεθαζίνη και σε βαρύτερες καταστάσεις τα αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. Oρισμένοι χορηγούν τα φάρμακα αυτά και στην προεγχειρητική αγωγή, όταν υπάρχει ιστορικό εμέτων από γενική αναισθησία.
Στην εγκυμοσύνη τα αντιεμετικά πρέπει κατά κανόνα να αποφεύγονται, ιδίως στο πρώτο τρίμηνο. Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι επίμονοι έμετοι δεν υποχωρούν με μη φαρμακευτικά μέσα (αλλαγή δίαιτας, ρύθμιση μεσοδιαστημάτων γευμάτων, κλπ.), μπορεί να δοθούν ορισμένα αντιισταμινικά αντιεμετικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη) και αν δεν υπάρξει βελτίωση, προμεθαζίνη ή αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. H πυριδοξίνη δεν είναι αποτελεσματική. H χρήση συνδυασμών αντιεμετικών φαρμάκων δεν ενδείκνυται. Oι ανταγωνιστές των 5-HT3 υποδοχέων είναι μια νέα κατηγορία αντι-εμετικών φαρμάκων που βασίζουν την δράση τους στον εκλεκτικό ανταγωνισμό των 5-HT3 υποδοχέων με αποτέλεσμα την αναστολή της δράσης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης). H ομάδα αυτή των φαρμάκων έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, χωρίς σημαντικές παρενέργειες.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 0.38 L/h/kg [Φυσιολογικοί Ενήλικοι Εθελοντές (19-40 ετών)]
- 0.32 L/h/kg [Φυσιολογικοί Ενήλικοι Εθελοντές (61-74 ετών)]
- 0.26 L/h/kg [Φυσιολογικοί Ενήλικοι Εθελοντές (>=75 ετών)]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ονδανσετρόνη είναι ένας εξαιρετικά ειδικός και εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων σεροτονίνης 5-HT3, χωρίς να έχει δραστηριότητα σε άλλους γνωστούς υποδοχείς σεροτονίνης και με χαμηλή συγγένεια για τους υποδοχείς ντοπαμίνης. Οι υποδοχείς σεροτονίνης 5-HT3 βρίσκονται στα νευρικά άκρα του πνευμονογαστρικού νεύρου στην περιφέρεια, και κεντρικά στην ζώνη ενεργοποίησης των χημειοδεκτών (chemoreceptor trigger zone) της περιοχής postrema. Η χρονική σχέση μεταξύ της εμετογόνου δράσης εμετογόνων φαρμάκων και της απελευθέρωσης σεροτονίνης, καθώς και η αποτελεσματικότητα των αντιεμετικών παραγόντων, υποδηλώνουν ότι οι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες απελευθερώνουν σεροτονίνη από τα εντεροχρωμαφινικά κύτταρα του λεπτού εντέρου, προκαλώντας εκφυλιστικές αλλοιώσεις στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η σεροτονίνη στη συνέχεια διεγείρει τους υποδοχείς του πνευμονογαστρικού και σπλαχνικού νεύρου που προβάλλουν στο εμετικό κέντρο του προμήκους μυελού, καθώς και τους υποδοχείς 5-HT3 στην περιοχή postrema, προκαλώντας έτσι το αντανακλαστικό του εμέτου, τη ναυτία και τον έμετο.
Επιπλέον, η επίδραση της ονδανσετρόνης στο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε διπλή-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και θετικό (μοξιφλοξασίνη) εικονικό φάρμακο, μελέτη διασταυρούμενης χορήγησης σε 58 υγιείς ενήλικες άνδρες και γυναίκες. Η ονδανσετρόνη δοκιμάστηκε σε εφάπαξ δόσεις 8 mg και 32 mg ενδοφλεβίως για 15 λεπτά. Στην υψηλότερη δοκιμασθείσα δόση των 32 mg, παρατηρήθηκε παράταση του διορθωμένου Fridericia για το διάστημα QTc (QT/RR0.33=QTcF) από 15 λεπτά έως 4 ώρες μετά την έναρξη της έγχυσης διάρκειας 15 λεπτών, με μέγιστη μέση (ανώτατο όριο 90% CI) διαφορά από το εικονικό φάρμακο μετά από διόρθωση βάσης 19,6 (21,5) msec στα 20 λεπτά. Στη χαμηλότερη δοκιμασθείσα δόση των 8 mg, παρατηρήθηκε παράταση του QTc από 15 λεπτά έως 1 ώρα μετά την έναρξη της έγχυσης διάρκειας 15 λεπτών, με μέγιστη μέση (ανώτατο όριο 90% CI) διαφορά από το εικονικό φάρμακο μετά από διόρθωση βάσης 5,8 (7,8) msec στα 15 λεπτά. Το μέγεθος της παράτασης του QTc με την ονδανσετρόνη αναμένεται να είναι μεγαλύτερο εάν ο ρυθμός έγχυσης είναι ταχύτερος από 15 λεπτά. Η ενδοφλέβια δόση των 32 mg ονδανσετρόνης δεν πρέπει να χορηγείται. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη θεραπεία στη διάρκεια του QRS ή στο διάστημα PR σε καμία από τις δόσεις 8 ή 32 mg. Δεν έχει πραγματοποιηθεί μελέτη ηλεκτροκαρδιογραφήματος για την από του στόματος χορηγούμενη ονδανσετρόνη. Βάσει μοντελοποίησης φαρμακοκινητικής-φαρμακοδυναμικής, προβλέπεται ότι μια από του στόματος δόση 8 mg ονδανσετρόνης θα προκαλέσει μέση αύξηση του QTcF κατά 0,7 ms (90% CI -2,1, 3,3) στην κατάσταση ισορροπίας, υποθέτοντας μέγιστη μέση συγκέντρωση στο πλάσμα 24,7 ng/mL (95% CI 21,1, 29,0). Το μέγεθος της παράτασης του QTc στη συνιστώμενη δόση 5 mg/m2 σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχει μελετηθεί, αλλά η μοντελοποίηση φαρμακοκινητικής-φαρμακοδυναμικής προβλέπει μέση αύξηση 6,6 ms (90% CI 2,8, 10,7) στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Σε υγιείς εθελοντές, εφάπαξ ενδοφλέβιες δόσεις 0,15 mg/kg ονδανσετρόνης δεν είχαν καμία επίδραση στην οισοφαγική κινητικότητα, στη γαστρική κινητικότητα, στην πίεση του κάτω οισοφαγικού σφιγκτήρα ή στον χρόνο διέλευσης του λεπτού εντέρου. Η χορήγηση ονδανσετρόνης για πολλές ημέρες έχει αποδειχθεί ότι επιβραδύνει τη διάβαση του παχέος εντέρου σε υγιείς εθελοντές. Η ονδανσετρόνη δεν έχει καμία επίδραση στα επίπεδα προλακτίνης στον ορό.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ονδανσετρόνη είναι ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής του υποτύπου υποδοχέα της σεροτονίνης, 5-HT3. Η κυτταροτοξική χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία σχετίζονται με την απελευθέρωση σεροτονίνης (5-HT) από τα εντεροχρωμαφινικά κύτταρα του λεπτού εντέρου, πιθανώς προκαλώντας το αντανακλαστικό του εμέτου μέσω της διέγερσης των υποδοχέων 5-HT3 που βρίσκονται στα πνευμονογαστρικά προσαγωγά. Η ονδανσετρόνη μπορεί να αναστείλει την έναρξη αυτού του αντανακλαστικού. Η ενεργοποίηση των πνευμονογαστρικών προσαγωγών μπορεί επίσης να προκαλέσει κεντρική απελευθέρωση σεροτονίνης από τη ζώνη ενεργοποίησης των χημειοδεκτών (chemoreceptor trigger zone) της περιοχής postrema, που βρίσκεται στο πάτωμα του τέταρτου κοιλίας. Έτσι, η αντιεμετική δράση της ονδανσετρόνης οφείλεται πιθανώς στον εκλεκτικό ανταγωνισμό των υποδοχέων 5-HT3 σε νευρώνες που βρίσκονται είτε στο περιφερικό είτε στο κεντρικό νευρικό σύστημα, ή και στα δύο. Αν και οι μηχανισμοί δράσης της ονδανσετρόνης στη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου και του προκαλούμενου από χημειοθεραπεία ναυτίας και εμέτου μπορεί να μοιράζονται παρόμοιες οδούς, ο ρόλος της ονδανσετρόνης στον οπιοειδή πρόκλητο έμετο δεν έχει ακόμη επίσημα τεκμηριωθεί.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ονδανσετρόνη απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα και υφίσταται περιορισμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα σε υγιείς εθελοντές, μετά τη χορήγηση ενός δισκίου 8 mg, καταγράφηκε περίπου στο 56% έως 60%. Η βιοδιαθεσιμότητα επίσης ενισχύεται ελαφρώς από την παρουσία τροφής. Η συστηματική έκθεση στην ονδανσετρόνη δεν αυξάνεται αναλογικά με τη δόση. Η AUC από ένα δισκίο 16 mg ήταν 24% μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη από μια δόση 8 mg. Αυτό μπορεί να αντικατοπτρίζει κάποια μείωση του μεταβολισμού πρώτης διόδου σε υψηλότερες από του στόματος δόσεις.
Μετά από από του στόματος ή IV χορήγηση, η ονδανσετρόνη μεταβολίζεται εκτενώς και απεκκρίνεται στα ούρα και τα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής της ονδανσετρόνης έχει καταγραφεί περίπου στα 160 L.
Οι τιμές κάθαρσης που προσδιορίστηκαν για την ονδανσετρόνη σε διάφορες ηλικιακές ομάδες ασθενών καταγράφηκαν περίπου 0,38 L/h/kg σε υγιείς ενήλικες εθελοντές ηλικίας 19-40 ετών, 0,32 L/h/kg σε υγιείς ενήλικες εθελοντές ηλικίας 61-74 ετών, 0,26 L/h/kg σε υγιείς ενήλικες εθελοντές ηλικίας >=75 ετών.
Η ονδανσετρόνη είναι ένας ανταγωνιστής υποδοχέων 5-HT3 που είναι αποτελεσματικό αντιεμετικό σε γάτες. Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν η αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής της ονδανσετρόνης σε υγιείς γάτες. Έξι γάτες με φυσιολογική γενική αίματος, βιοχημεία ορού και ανάλυση ούρων έλαβαν 2 mg από του στόματος (μέσος όρος 0,43 mg/kg), υποδόρια (μέσος όρος 0,4 mg/kg) και ενδοφλέβια (μέσος όρος 0,4 mg/kg) ονδανσετρόνη σε σταυροειδή μελέτη με 5ήμερη περίοδο αποδρομής. Ο ορός συλλέχθηκε πριν και στις 0,25, 0,5, 1, 2, 4, 8, 12, 18 και 24 ώρες μετά τη χορήγηση της ονδανσετρόνης. Οι συγκεντρώσεις ονδανσετρόνης μετρήθηκαν χρησιμοποιώντας υγρή χρωματογραφία συνδεδεμένη με φασματομετρία μάζας tandem. Πραγματοποιήθηκε μη-διαμερισματική φαρμακοκινητική μοντελοποίηση και μοντελοποίηση διαστήματος δόσης. Χρησιμοποιήθηκε επαναλαμβανόμενη μέτρηση ANOVA για τη σύγκριση παραμέτρων μεταξύ των οδών χορήγησης. Η βιοδιαθεσιμότητα της ονδανσετρόνης ήταν 32% (από στόματος) και 75% (υποδόρια). Ο υπολογισμένος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ονδανσετρόνης ήταν 1,84 +/- 0,58 ώρες (ενδοφλέβια), 1,18 +/- 0,27 ώρες (από στόματος) και 3,17 +/- 0,53 ώρες (υποδόρια). Ο υπολογισμένος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της υποδόριας ονδανσετρόνης ήταν σημαντικά μεγαλύτερος (P < 0,05) από την από του στόματος ή την ενδοφλέβια χορήγηση. Η υποδόρια χορήγηση ονδανσετρόνης σε υγιείς γάτες είναι πιο βιοδιαθέσιμη και οδηγεί σε παρατεταμένη έκθεση από την από του στόματος χορήγηση. Αυτές οι πληροφορίες θα βοηθήσουν στη διαχείριση του εμέτου σε αιλουροειδή.
Η ναυτία και ο έμετος είναι ορισμένες από τις κύριες παρενέργειες που προκαλούνται από ορισμένες θεραπείες φαρμάκων, π.χ. χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία και γενική αναισθησία. Λόγω της φύσης των συμπτωμάτων, η από του στόματος χορήγηση είναι ακατάλληλη, ενώ η ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να είναι μη πρακτική. Ο στόχος της παρούσας μελέτης ήταν η ανάπτυξη ενός διαδερμικού τζελ (2% Klucel) για την ονδανσετρόνη, ένα αντιεμετικό πρώτης γραμμής που ανταγωνίζεται τους υποδοχείς 5-HT3. Οι επιδράσεις του ενισχυτή διείσδυσης καμφοράς και ισοπροπυλμυριστικού (IPM) διερευνήθηκαν αρχικά in-vitro χρησιμοποιώντας τροποποιημένα κελιά διάχυσης Franz και στη συνέχεια δοκιμάστηκαν in-vivo σε μοντέλο κουνελιού μετρώντας τις συγκεντρώσεις στο δέρμα και στο πλάσμα. Δεδομένου ότι ένα μειονέκτημα της διαδερμικής χορήγησης είναι ο παρατεταμένος χρόνος καθυστέρησης, δοκιμάστηκε η επίδραση της επεξεργασίας του δέρματος με ρολό μικρο-βελόνων. Οι μελέτες διαδερμικής διείσδυσης μέσω εκτομημένου δέρματος αυτιού χοίρου έδειξαν ότι η παρουσία 2,5% καμφοράς ή IPM αύξησε τη ροή σε κατάσταση ισορροπίας κατά 1,2 και 2,5 φορές, αντίστοιχα, σε σύγκριση με το τζελ ελέγχου. Η ονδανσετρόνη δεν ανιχνεύθηκε ούτε στο δέρμα ούτε στο πλάσμα μετά από in-vivo εφαρμογή του βασικού τζελ, ενώ το τζελ καμφοράς και το τζελ IPM χορήγησαν 20 και 81 ug/cm2 ονδανσετρόνης, αντίστοιχα. Η μικρο-ωτίτιδα αύξησε την Cmax και την AUC στο πλάσμα κατά 10,47 +/- 1,68 φορές και 9,31 +/- 4,91 φορές, αντίστοιχα, για το τζελ καμφοράς, και κατά 2,31 +/- 0,53 φορές και 1,59 +/- 0,38 φορές, αντίστοιχα, για το τζελ IPM. Συμπερασματικά, το τζελ IPM 2,5% επέδειξε βέλτιστη in-vivo διαδερμική ροή. Η προ-επεξεργασία του δέρματος με ρολό μικρο-βελόνων βελτίωσε ελαφρώς τη χορήγηση του τζελ IPM, ενώ αύξησε δραματικά τη διαδερμική χορήγηση του τζελ καμφοράς.
Η ονδανσετρόνη είναι ένα ισχυρό αντιεμετικό φάρμακο που έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως για τη θεραπεία οξείας και χημειοθεραπείας-προκαλούμενης ναυτίας και εμέτου (CINV) σε σκύλους. Ο στόχος αυτής της μελέτης ήταν η πραγματοποίηση φαρμακοκινητικής ανάλυσης της ονδανσετρόνης σε σκύλους μετά από από του στόματος χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης. Μια εφάπαξ δόση 8 mg ονδανσετρόνης από του στόματος χορηγήθηκε σε beagles (n = 18) και οι συγκεντρώσεις ονδανσετρόνης στο πλάσμα μετρήθηκαν με υγρή χρωματογραφία-φασματομετρία μάζας tandem. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με μοντελοποιητικές προσεγγίσεις χρησιμοποιώντας ADAPT5 και η διάκριση μοντέλων προσδιορίστηκε με τη δοκιμασία λόγου πιθανοφάνειας. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) ήταν 11,5 +/- 10,0 ng/mL στις 1,1 +/- 0,8 ώρες. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου από χρόνο μηδέν έως την τελευταία μετρήσιμη συγκέντρωση ήταν 15,9 +/- 14,7 ng hr/mL και ο χρόνος ημίσειας ζωής που υπολογίστηκε από την τελική φάση ήταν 1,3 +/- 0,7 ώρες. Η διατομική μεταβλητότητα των φαρμακοκινητικών παραμέτρων ήταν υψηλή (συντελεστής μεταβλητότητας > 44,1%) και το μοντέλο ενός διαμερίσματος περιέγραψε καλά τη φαρμακοκινητική της ονδανσετρόνης. Το εκτιμώμενο εύρος συγκεντρώσεων στο πλάσμα της συνήθους εμπειρικής δόσης από την προσομοίωση Monte Carlo ήταν 0,1-13,2 ng/mL. Αυτά τα ευρήματα θα διευκολύνουν τον προσδιορισμό του βέλτιστου σχήματος δοσολογίας για σκύλους με CINV.
Η ονδανσετρόνη είναι το φάρμακο εκλογής για την πρόληψη της ναυτίας σε γυναίκες που υποβάλλονται σε καισαρική τομή και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την πρόληψη του νεογνικού συνδρόμου στέρησης (NAS). Οι φαρμακοκινητικές της ονδανσετρόνης δεν έχουν χαρακτηριστεί σε έγκυες γυναίκες ή σε νεογνά. Μια προσέγγιση μοντελοποίησης μη-γραμμικών μικτών επιδράσεων χρησιμοποιήθηκε για την ανάλυση δειγμάτων πλάσματος που ελήφθησαν από 20 μη έγκυες και 40 έγκυες γυναίκες μετά από εφάπαξ χορήγηση 4 ή 8 mg ονδανσετρόνης, από αίμα ομφαλίου λώρου κατά τον τοκετό και από νεογνά μετά τη γέννηση. Η ανάλυση υποδεικνύει ότι: η κατανομή της ονδανσετρόνης δεν επηρεάζεται από την εγκυμοσύνη (P > 0,05), αλλά επηρεάζεται από τη δόση (P < 0,05) και χαρακτηρίζεται από ταχεία διαπλακουντιακή μεταφορά και μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής στα νεογνά σε σύγκριση με τις μητέρες τους. Ένα σχήμα δοσολογίας για την πρόληψη του NAS σχεδιάστηκε βάσει του μοντέλου. Το σχήμα περιλαμβάνει IV χορήγηση 4 mg στις μητέρες λίγο πριν από τον κνημικό δεσμό, ή από του στόματος χορήγηση 0,07 mg/kg (ή ισοδύναμα 0,04 mg/kg IV) στα νεογνά.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Ονδανσετρόνη (8 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συγγένεια με Πρωτεΐνες Πλάσματος
Η συγγένεια της ονδανσετρόνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος τεκμηριώθηκε περίπου στο 73%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μελέτες in vitro μεταβολισμού έδειξαν ότι η ονδανσετρόνη είναι υπόστρωμα των ανθρώπινων ηπατικών ενζύμων κυτοχρώματος P450, συμπεριλαμβανομένων των CYP1A2, CYP2D6 και CYP3A4. Όσον αφορά τον συνολικό κύκλο εργασιών της ονδανσετρόνης, το CYP3A4 έπαιξε τον κυρίαρχο ρόλο. Λόγω της πολλαπλότητας των μεταβολικών ενζύμων που είναι ικανά να μεταβολίσουν την ονδανσετρόνη, είναι πιθανό η αναστολή ή η απώλεια ενός ενζύμου (π.χ. ανεπάρκεια ενζύμου CYP2D6) να αντισταθμιστεί από άλλα και να οδηγήσει σε μικρή αλλαγή στους συνολικούς ρυθμούς κάθαρσης της ονδανσετρόνης. Μετά από από του στόματος ή IV χορήγηση, η ονδανσετρόνη μεταβολίζεται εκτενώς και απεκκρίνεται στα ούρα και τα κόπρανα. Στους ανθρώπους, λιγότερο από 10% της δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Οι κύριοι ουρικοί μεταβολίτες είναι γλυκουρονιδικά συζεύγματα (45%), θειικά συζεύγματα (20%) και προϊόντα υδροξυλίωσης (10%). Η κύρια μεταβολική οδός είναι στη συνέχεια η υδροξυλίωση στον δακτύλιο της ινδόλης ακολουθούμενη από επακόλουθη συζεύξη με γλυκουρονίδιο ή θειικό άλας. Αν και ορισμένοι μη συζευγμένοι μεταβολίτες έχουν φαρμακολογική δράση, αυτοί δεν ανιχνεύονται στο πλάσμα σε συγκεντρώσεις που είναι πιθανό να συμβάλλουν σημαντικά στη βιολογική δράση της ονδανσετρόνης.
Η ονδανσετρόνη μεταβολίζεται εκτενώς στους ανθρώπους, με περίπου 5% μιας ραδιοσημασμένης δόσης να ανακτάται ως η μητρική ένωση από τα ούρα. Η κύρια μεταβολική οδός είναι η υδροξυλίωση στον δακτύλιο της ινδόλης ακολουθούμενη από επακόλουθη συζεύξη με γλυκουρονίδιο ή θειικό άλας. Αν και ορισμένοι μη συζευγμένοι μεταβολίτες έχουν φαρμακολογική δράση, αυτοί δεν ανιχνεύονται στο πλάσμα σε συγκεντρώσεις που είναι πιθανό να συμβάλλουν σημαντικά στη βιολογική δράση της ονδανσετρόνης.
Η ονδανσετρόνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 6-υδροξυ-ονδανσετρόνη, 8-υδροξυ-ονδανσετρόνη και 7-υδροξυ-ονδανσετρόνη.
Ήπαρ Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 5,7 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ονδανσετρόνης μετά από δόση 8 mg από του στόματος ή ενδοφλέβια δόση ήταν περίπου 3-4 ώρες και μπορούσε να παραταθεί σε 6-8 ώρες στους ηλικιωμένους.
Στους ανθρώπους… οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής είναι περίπου 3-4 ώρες, αλλά παρατείνονται σε ηλικιωμένους ασθενείς.
… Έξι γάτες με φυσιολογική γενική αίματος, βιοχημεία ορού και ανάλυση ούρων έλαβαν 2 mg από του στόματος (μέσος όρος 0,43 mg/kg), υποδόρια (μέσος όρος 0,4 mg/kg) και ενδοφλέβια (μέσος όρος 0,4 mg/kg) ονδανσετρόνη σε σταυροειδή μελέτη με 5ήμερη περίοδο αποδρομής. Ο ορός συλλέχθηκε πριν και στις 0,25, 0,5, 1, 2, 4, 8, 12, 18 και 24 ώρες μετά τη χορήγηση της ονδανσετρόνης. … Ο υπολογισμένος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ονδανσετρόνης ήταν 1,84 +/- 0,58 ώρες (ενδοφλέβια), 1,18 +/- 0,27 ώρες (από στόματος) και 3,17 +/- 0,53 ώρες (υποδόρια). Ο υπολογισμένος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της υποδόριας ονδανσετρόνης ήταν σημαντικά μεγαλύτερος (P < 0,05) από την από του στόματος ή την ενδοφλέβια χορήγηση. …
… Μια εφάπαξ δόση 8 mg ονδανσετρόνης από του στόματος χορηγήθηκε σε beagles (n = 18), … και ο χρόνος ημίσειας ζωής που υπολογίστηκε από την τελική φάση ήταν 1,3 +/- 0,7 ώρες. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
- Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν από τον κνησμό (φαγούρα).
- Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT3, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ ή ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT3.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
4AF302ESOS
ΟΝΔΑΝΣΕΤΡΟΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Σεροτονίνης 3
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέων Σεροτονίνης 3
Η ονδανσετρόνη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέων Σεροτονίνης 3. Ο μηχανισμός δράσης της ονδανσετρόνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Σεροτονίνης 3.
ΟΝΔΑΝΣΕΤΡΟΝΗ
Ανταγωνιστής Υποδοχέων Σεροτονίνης 3 [EPC]; Ανταγωνιστές Υποδοχέων Σεροτονίνης 3 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
- Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν από τον κνησμό (φαγούρα).
- Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT3, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ ή ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT3.