Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
ESOMEPRAZOLE/NOVIS 20MG/TAB
Διακοπή
|
20 / TAB | 8.13 € |
|
ESOMEPRAZOLE/NOVIS 40MG/TAB
Διακοπή
|
40 / TAB | 12.00 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
E16 Άλλες διαταραχές της ενδοκρινικής έκκρισης του παγκρέατος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Σύνδρομο Zollinger-Ellison
-
K25 Γαστρικό έλκος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Γαστρικά έλκη
-
K21 Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος · Διαβρωτική οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση
-
K26 Δωδεκαδακτυλικό έλκος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Δωδεκαδακτυλικά έλκη
-
K20 Οισοφαγίτιδα
-
K27 Πεπτικό έλκος, απροσδιόριστης εντόπισης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Επαναιμορραγία πεπτικών ελκών · Υποτροπή πεπτικού έλκους
ESOMEPRAZOLE-NOVIS — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, δύο φορές την ημέρα, κατ’ επίκληση
- Δόση έναρξης: 40 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Για το σύνδρομο Zollinger Ellison, η συνιστώμενη αρχική δοσολογία είναι 40 mg Εσομεπραζόλη δύο φορές ημερησίως. Στη συνέχεια η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται και η θεραπεία να συνεχίζεται για όσο διάστημα ενδείκνυται κλινικά. Βάσει των διαθέσιμων κλινικών δεδομένων, η πλειοψηφία των ασθενών μπορεί να ελεγχθεί με δόσεις μεταξύ 80 και 160 mg εσομεπραζόλης ημερησίως. Οι δόσεις που υπερβαίνουν τα 80 mg ημερησίως, θα πρέπει να διαιρούνται και να λαμβάνονται δύο φορές την ημέρα.
-
ΕνήλικεςΓια θεραπεία διαβρωτικής οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση: 40 mg μία φορά την ημέρα για 4 εβδομάδες. Συνέχιση θεραπείας για 4 επιπλέον εβδομάδες αν δεν έχει επιτευχθεί επούλωση ή αν συμπτώματα επιμένουν. Για μακροχρόνια αντιμετώπιση πρόληψης υποτροπής: 20 mg μία φορά την ημέρα. Για συμπτωματική θεραπεία ΓΟΠΝ χωρίς οισοφαγίτιδα: 20 mg μία φορά την ημέρα. Αν δεν επιτευχθεί έλεγχος συμπτωμάτων σε 4 εβδομάδες, περαιτέρω έλεγχος. Μετά απαλλαγή, 20 mg μία φορά ημερησίως. Κατ’ επίκληση λήψη 20 mg μία φορά την ημέρα. Δεν συνιστάται κατ’ επίκληση λήψη σε ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ και κινδυνεύουν από γαστρικά/δωδεκαδακτυλικά έλκη. Για εκρίζωση Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού (H. pylori), επούλωση δωδεκαδακτυλικού έλκους και πρόληψη υποτροπής πεπτικού έλκους: 20 mg Εσομεπραζόλη με 1 g αμοξικιλλίνη και 500 mg κλαριθρομυκίνη δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες. Για επούλωση γαστρικών ελκών σχετιζόμενων με ΜΣΑΦ: 20 mg μία φορά την ημέρα για 4-8 εβδομάδες. Για πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών σχετιζόμενων με ΜΣΑΦ σε ασθενείς υψηλού κινδύνου: 20 mg μία φορά την ημέρα. Για παρατεταμένη θεραπεία μετά ενδοφλέβια πρόληψη επαναιμορραγίας πεπτικών ελκών: 40 mg μία φορά την ημέρα για 4 εβδομάδες. Για σύνδρομο Zollinger Ellison: Αρχική 40 mg δύο φορές ημερησίως. Εξατομίκευση, θεραπεία όσο ενδείκνυται κλινικά. Οι περισσότεροι ασθενείς ελέγχονται με 80-160 mg ημερησίως. Δόσεις >80 mg ημερησίως διαιρούνται και λαμβάνονται δύο φορές την ημέρα.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔόσηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.Οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια θα πρέπει να θεραπεύονται με προσοχή (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ήπια έως μέτρια.Μέγ. δόση20 mg ΕσομεπραζόληΣε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η μέγιστη δόση των 20 mg Εσομεπραζόλη δεν πρέπει να υπερβαίνεται (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔόσηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Έφηβοι από 12 ετών και άνωΓια θεραπεία διαβρωτικής οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση (ΓΟΠΝ): 40 mg μία φορά την ημέρα για 4 εβδομάδες. Συνέχιση θεραπείας για 4 επιπλέον εβδομάδες αν δεν έχει επιτευχθεί επούλωση ή αν συμπτώματα επιμένουν. Για μακροχρόνια αντιμετώπιση πρόληψης υποτροπής (ΓΟΠΝ): 20 mg μία φορά την ημέρα. Για συμπτωματική θεραπεία ΓΟΠΝ χωρίς οισοφαγίτιδα: 20 mg μία φορά την ημέρα. Αν δεν επιτευχθεί έλεγχος συμπτωμάτων σε 4 εβδομάδες, περαιτέρω έλεγχος. Μετά απαλλαγή, 20 mg μία φορά ημερησίως. Για θεραπεία δωδεκαδακτυλικού έλκους από H. pylori, σε συνδυασμό με αντιβιοτικά: - Βάρος 30 - 40 kg: 20 mg Εσομεπραζόλη, 750 mg αμοξικιλλίνη, 7.5 mg/kg κλαριθρομυκίνη δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες. - Βάρος > 40 kg: 20 mg Εσομεπραζόλη, 1 g αμοξικιλλίνη, 500 mg κλαριθρομυκίνη δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες.
-
Παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετώνΔόσηΔεν πρέπει να χορηγείται.Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε υποκατεστημένες βενζιμιδαζόλες ή σε κάποιο άλλο από τα συστατικά του φαρμάκου
-
Ταυτόχρονη χρήση με νελφιναβίρηΠληθυσμόςΓενικός
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ανησυχητικά συμπτώματα ή υποψία/παρουσία γαστρικού έλκουςπροσοχήΠρέπει πρώτα να αποκλείεται η ύπαρξη κακοήθειας
-
Μακροχρόνια χρήσηπροσοχήΑσθενείς πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτικά χρονικά διαστήματα
-
Κατ’ επίκληση θεραπείαπροσοχήΟι ασθενείς να επικοινωνήσουν με το γιατρό τους αν εμφανισθεί αλλαγή στα συμπτώματά τους
-
Εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρούπροσοχήΝα λαμβάνονται υπόψη πιθανές αλληλεπιδράσεις της δραστικής ουσίας για όλα τα συστατικά του τριπλού θεραπευτικού σχήματος και οι αντενδείξεις/αλληλεπιδράσεις της κλαριθρομυκίνης
-
Γαστρεντερικές λοιμώξειςπροσοχήΘεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων είναι πιθανόν να οδηγήσει σε μικρή αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικών λοιμώξεων
-
Απορρόφηση της βιταμίνης Β12προσοχήΜπορεί να μειώσει την απορρόφηση της βιταμίνης Β12 (κυανοκοβαλαμίνη) λόγω της υπο- ή αχλωρυδρίας. Να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με μειωμένα αποθέματα ή παράγοντες κινδύνου σε μακρόχρονη θεραπεία.
-
ΥπομαγνησιαιμίαπροσοχήΣοβαρή υπομαγνησιαιμία έχει αναφερθεί. Για ασθενείς σε παρατεταμένη θεραπεία ή με διγοξίνη/διουρητικά, μέτρηση επιπέδων μαγνησίου πριν και περιοδικά κατά τη θεραπεία.
-
Κατάγματα του ισχίου, του καρπού και της σπονδυλικής στήληςπροσοχήΟι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να αυξήσουν ελαφρώς τον κίνδυνο. Ασθενείς με κίνδυνο οστεοπόρωσης να λαμβάνουν μέριμνα, επαρκή πρόσληψη βιταμίνης D και ασβεστίου.
-
Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος (SCLE)προσοχήΑν συμβούν βλάβες, ο ασθενής να αναζητήσει ιατρική βοήθεια και να εξεταστεί η διακοπή του Εσομεπραζόλη.
-
Συγχορήγηση με αταζανιβίρηπροσοχήΔεν συνίσταται. Αν αναπόφευκτο, στενή κλινική παρακολούθηση, αύξηση δόσης αταζανιβίρης, εσομεπραζόλη ≤ 20 mg.
-
Συγχορήγηση με κλοπιδογρέληπροσοχήΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνίσταται (προληπτικά).
-
Αλληλεπίδραση με εργαστηριακές εξετάσεις (Χρωμογρανίνη Α - CgA)προσοχήΗ θεραπεία με Εσομεπραζόλη πρέπει να διακόπτεται για τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από τις μετρήσεις της CgA. Εάν οι τιμές δεν επανέλθουν, οι μετρήσεις να επαναληφθούν 14 ημέρες μετά τη διακοπή.
-
Έκδοχα (Σακχαρόζη)αντένδειξηΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σακχαράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΜειωμένα επίπεδα στον ορό. Μείωση έκθεσης κατά περίπου 30% με ομεπραζόλη (20 mg) και ριτοναβίρη (100 mg).ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
αντένδειξηΜειωμένα επίπεδα στον ορό. Μείωση AUC, Cmax, Cmin κατά 36-39% και για το μεταβολίτη Μ8 κατά 75-92% με ομεπραζόλη (40 mg).ΣύστασηΑντενδείκνυται η ταυτόχρονη χορήγηση (βλ. Αντενδείξεις).
-
Σακουιναβίρη (με ριτοναβίρη)παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα ορού (80-100%).
-
Δαρουναβίρη (με ριτοναβίρη)Δεν επηρεάζεται η έκθεση.
-
Αμπρεναβίρη (με/χωρίς ριτοναβίρη)Δεν επηρεάζεται η έκθεση.
-
Λοπιναβίρη (με ριτοναβίρη)Δεν επηρεάζεται η έκθεση.
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων της μεθοτρεξάτης.ΣύστασηΣε χορήγηση υψηλών δόσεων μεθοτρεξάτης μπορεί να χρειαστεί παροδική διακοπή της εσομεπραζόλης.
-
παρακολούθησηΑύξηση των επιπέδων του τακρόλιμους στον ορό.ΣύστασηΠρέπει να ενισχύεται η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων τακρόλιμους και της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης) και να γίνεται προσαρμογή της δοσολογίας του τακρόλιμους αν χρειάζεται.
-
προσοχήΜείωση της απορρόφησης.
-
προσοχήΜείωση της απορρόφησης.
-
προσοχήΜείωση της απορρόφησης.
-
προσοχήΑύξηση της απορρόφησης/βιοδιαθεσιμότητας κατά 10% (μέχρι 30% σε ορισμένα άτομα). Σπάνια τοξικότητα διγοξίνης.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή όταν χορηγείται εσομεπραζόλη σε υψηλές δόσεις σε ηλικιωμένους ασθενείς. Πρέπει να ενισχύεται η θεραπευτική παρακολούθηση της διγοξίνης.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξηθεί η συγκέντρωση στο πλάσμα. Μεμονωμένες περιπτώσεις αύξησης του INR.ΣύστασηΜείωση της δόσης αν χρειαστεί. Συνιστάται έλεγχος INR κατά την έναρξη και τη λήξη της ταυτόχρονης θεραπείας με εσομεπραζόλη.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξηθεί η συγκέντρωση στο πλάσμα. Αύξηση των χαμηλότερων επιπέδων στο πλάσμα κατά 13%.ΣύστασηΜείωση της δόσης αν χρειαστεί. Συνιστάται ο έλεγχος των συγκεντρώσεων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα όταν αρχίζει ή σταματά η θεραπεία με εσομεπραζόλη.
-
προσοχήΜπορεί να αυξηθεί η συγκέντρωση στο πλάσμα.ΣύστασηΜείωση της δόσης αν χρειαστεί.
-
προσοχήΜπορεί να αυξηθεί η συγκέντρωση στο πλάσμα.ΣύστασηΜείωση της δόσης αν χρειαστεί.
-
προσοχήΜπορεί να αυξηθεί η συγκέντρωση στο πλάσμα.ΣύστασηΜείωση της δόσης αν χρειαστεί.
-
προσοχήΜπορεί να αυξηθεί η συγκέντρωση στο πλάσμα. Μείωση της κάθαρσης κατά 45%.ΣύστασηΜείωση της δόσης αν χρειαστεί.
-
προσοχήΑύξηση Cmax (15%) και AUCτ (41%) της βορικοναζόλης. Αύξηση AUCτ της εσομεπραζόλης κατά 280%.ΣύστασηΚανονικά δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της εσομεπραζόλης. Ωστόσο, προσαρμογή της δόσης πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και μακρόχρονη θεραπεία.
-
προσοχήΑύξηση Cmax (18%) και AUC (26%) της σιλοσταζόλης και των μεταβολιτών της.
-
ΣιζαπρίδηπροσοχήΑύξηση AUC (32%) και παράταση t½ (31%) της σιζαπρίδης. Δεν υπήρξε περαιτέρω παράταση του QTc.
-
αντένδειξηΜειωμένη έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης (περίπου 40%) και μειωμένη μέγιστη αναστολή συσσωμάτωσης αιμοπεταλίων (περίπου 14%).ΣύστασηΣαν πρόληψη θα πρέπει να αποθαρρύνεται η ταυτόχρονη χορήγηση κλοπιδογρέλης.
-
ΑμοξικιλλίνηΔεν υπάρχει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική.
-
Δεν υπάρχει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική.
-
Δεν υπάρχει κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια βραχυχρόνιων μελετών.
-
Δεν υπάρχει κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια βραχυχρόνιων μελετών.
-
προσοχήΔιπλασιασμός της έκθεσης (AUC) στην εσομεπραζόλη.ΣύστασηΠροσαρμογή της δόσης της εσομεπραζόλης πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και μακρόχρονη θεραπεία.
-
προσοχήΜειωμένα επίπεδα εσομεπραζόλης στον ορό (αύξηση μεταβολισμού).
-
ΒαλσαμόχορτοπροσοχήΜειωμένα επίπεδα εσομεπραζόλης στον ορό (αύξηση μεταβολισμού).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτταροπενία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα, αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία)
- Περιφερικό οίδημα
- Αίσθημα κακουχίας
- Υπονατριαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Σοβαρή υπομαγνησιαιμία (συσχετιζόμενη με υποασβεστιαιμία)
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Επιθετικότητα
- Ψευδαισθήσεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Διαταραχή γεύσης
- Ίλιγγος
- Εγκεφαλοπάθεια
- Θάμβος οράσεως
- Βρογχόσπασμος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Ναυτία
- Έμετος
- Πολύποδες αδενίων θόλου
- Ξηροστομία
- Στοματίτιδα
- Μικροσκοπική κολίτιδα
- Γαστρεντερική καντιντίαση
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Δερματίτιδα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Φωτοευαισθησία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος
- Αυξημένη εφίδρωση
- Κάταγμα ισχίου
- Κάταγμα καρπού
- Κάταγμα σπονδυλικής στήλης
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Νεφρική ανεπάρκεια (ταυτόχρονη με διάμεση νεφρίτιδα)
- Γυναικομαστία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠολύποδες αδενίων θόλουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚάταγμα ισχίουΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΚάταγμα καρπούΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΚάταγμα σπονδυλικής στήληςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα, αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική ανεπάρκεια (ταυτόχρονη με διάμεση νεφρίτιδα)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜικροσκοπική κολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣοβαρή υπομαγνησιαιμία (συσχετιζόμενη με υποασβεστιαιμία)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκοςΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΣυνιστάται προσοχήΔεν υπάρχουν επαρκή κλινικά δεδομένα για τη χορήγηση εσομεπραζόλης στην κύηση. Στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες σε μεγάλο αριθμό κυήσεων, με το ρακεμικό μίγμα, την ομεπραζόλη, δεν έδειξαν δυσμορφική ή εμβρυοτοξική δράση. Οι μελέτες σε ζώα με την εσομεπραζόλη δεν έχουν δείξει άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση στην ανάπτυξη του εμβρύου. Μελέτες σε ζώα με το ρακεμικό μίγμα δεν έδειξαν άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση όσον αφορά την κύηση, τον τοκετό ή την ανάπτυξη του νεογνού. Ένας μέτριος αριθμός δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (μεταξύ 300-1000 κυήσεων) υποδεικνύει έλλειψη δυσμορφικής ή εμβρυοτοξικής/νεογνοτοξικής δράσης της εσομεπραζόλης. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν άμεση ή έμμεση βλαπτική δράση σε σχέση με αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα)
-
ΘηλασμόςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν είναι γνωστό αν η εσομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις επιπτώσεις της εσομεπραζόλης σε νεογνά/βρέφη. Το Εσομεπραζόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
-
ΓονιμότηταΔεν έδειξαν επίδρασηΜελέτες σε ζώα με το από του στόματος χορηγούμενο ρακεμικό μείγμα της ομεπραζόλης δεν έδειξαν επίδραση σε σχέση με τη γονιμότητα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- συμπτώματα από το γαστρεντερικό
- αδυναμία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Φάρμακα για διαταραχές της γαστρικής έκκρισης, αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, Κωδικός ATC: Α02Β C05
Η εσομεπραζόλη είναι το S-ισομερές της ομεπραζόλης και ελαττώνει τη γαστρική έκκριση οξέος μέσω ενός συγκεκριμένου στοχευμένου μηχανισμού δράσης. Είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της αντλίας πρωτονίων στα τοιχωματικά κύτταρα. Το R- και το S-ισομερές της ομεπραζόλης έχουν παρόμοια φαρμακοδυναμική δράση.
Μηχανισμός δράσης
Η εσομεπραζόλη είναι μια ασθενής βάση, που συγκεντρώνεται και μετατρέπεται σε δραστική μορφή στο πολύ όξινο περιβάλλον των εκκριτικών σωληναρίων του τοιχωματικού κυττάρου, όπου και αναστέλλει το ένζυμο Η+, Κ+-ΑΤΡάση, δηλαδή την αντλία πρωτονίων και αναστέλλει τόσο τη βασική, όσο και την μετά από διέγερση έκκριση οξέος.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μετά την από του στόματος λήψη δόσης 20 mg και 40 mg εσομεπραζόλης η έναρξη της δράσης εμφανίζεται εντός μίας ώρας. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση 20 mg εσομεπραζόλης μία φορά την ημέρα για πέντε ημέρες, η μέση μέγιστη έκκριση οξέος μετά από διέγερση με πενταγαστρίνη μειώνεται κατά 90% όταν μετράται 6-7 ώρες μετά τη λήψη της δόσης κατά την πέμπτη ημέρα.
Μετά από πέντε ημέρες από του στόματος χορήγηση δόσης 20 mg και 40 mg εσομεπραζόλης σε ασθενείς με συμπτωματική γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, τιμές του ενδογαστρικού pH άνω του 4 διατηρήθηκαν για διάστημα 13 ωρών και 17 ωρών κατά μέσο όρο αντίστοιχα, στη διάρκεια του 24ώρου. Το ποσοστό των ασθενών στους οποίους διατηρείται ενδογαστρικό pH > 4 για τουλάχιστο 8, 12 και 16 ώρες με 20 mg εσομεπραζόλης είναι 76%, 54% και 24% αντίστοιχα. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τα 40 mg εσομεπραζόλης ήταν 97%, 92% και 56%.
Χρησιμοποιώντας την AUC ως παράμετρο για την εκτίμηση της συγκέντρωσης του φαρμάκου στο πλάσμα, καταδεικνύεται μία σχέση μεταξύ της αναστολής της έκκρισης του γαστρικού οξέος και της έκθεσης στο φάρμακο.
Η επούλωση της οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση με 40 mg εσομεπραζόλης επιτυγχάνεται στο 78% περίπου των ασθενών μετά από τέσσερις εβδομάδες και στο 93% μετά από οκτώ εβδομάδες θεραπείας.
Θεραπεία μιας εβδομάδας με εσομεπραζόλη 20 mg δύο φορές την ημέρα και τα κατάλληλα αντιβιοτικά έχει ως αποτέλεσμα την επιτυχή εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού περίπου στο 90% των ασθενών.
Μετά από τη θεραπεία εκρίζωσης για μία εβδομάδα, δεν υπάρχει ανάγκη επακόλουθης μονοθεραπείας με αντι-εκκριτικές δραστικές ουσίες για την αποτελεσματική επούλωση του έλκους και την εξάλειψη των συμπτωμάτων σε δωδεκαδακτυλικά έλκη χωρίς επιπλοκές.
Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη, ασθενείς με ενδοσκοπικά επιβεβαιωμένο πεπτικό έλκος με αιμορραγία, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν ως Forrest Ia, Ib, IIa, ή IIb (9%, 43%, 38% και 10% αντίστοιχα), τυχαιοποιήθηκαν έτσι ώστε να λάβουν εσομεπραζόλη διάλυμα προς έγχυση (n=375) ή εικονικό φάρμακο (n=389). Μετά την ενδοσκοπική αιμόσταση, οι ασθενείς έλαβαν είτε 80 mg εσομεπραζόλη ως ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών και στη συνέχεια 8 mg την ώρα με συνεχόμενη έγχυση ή εικονικό φάρμακο για 72 ώρες. Μετά την αρχική περίοδο των 72 ωρών, όλοι οι ασθενείς έλαβαν με γνώση του χορηγούμενου φαρμάκου 40 mg από του στόματος εσομεπραζόλη για 27 μέρες για καταστολή του οξέος. Η επανεμφάνιση αιμορραγίας εντός τριών ημερών ήταν 5,9% στην ομάδα που έλαβε εσομεπραζόλη συγκριτικά με 10,3% στην ομάδα που έλαβε το εικονικό φάρμακο. Σε 30 μέρες μετά τη θεραπεία, η επανεμφάνιση αιμορραγίας στην ομάδα που έλαβε εσομεπραζόλη συγκριτικά με την ομάδα που έλαβε το εικονικό φάρμακο ήταν 7,7% έναντι 13,6%.
Κατά τη θεραπεία με αντιεκκριτικά φαρμακευτικά προϊόντα, η μείωση της έκκρισης οξέων προκαλεί αύξηση των επιπέδων γαστρίνης στον ορό. Ομοίως, αυξάνονται τα επίπεδα CgA λόγω της μειωμένης γαστρικής οξύτητας. Τα αυξημένα επίπεδα CgA ενδέχεται να επηρεάζουν τη διερεύνηση νευροενδοκρινικών όγκων.
Από τα διαθέσιμα δημοσιευμένα στοιχεία προκύπτει ότι η χρήση αναστολέων αντλίας πρωτονίων θα πρέπει να διακόπτεται 5 ημέρες έως και 2 εβδομάδες πριν από τις μετρήσεις της CgA. Σκοπός της διακοπής είναι να διευκολυνθεί η επάνοδος τυχόν ψευδώς αυξημένων τιμών της CgA μετά τη θεραπεία με PPI εντός του εύρους των τιμών αναφοράς.
Αυξημένος αριθμός ECL-κυττάρων που πιθανά σχετίζεται με τα αυξημένα επίπεδα της γαστρίνης στον ορό έχουν παρατηρηθεί σε παιδιά και ενήλικες, κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με εσομεπραζόλη. Τα ευρήματα θεωρούνται ως μη κλινικώς σημαντικά.
Κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας με αντι-εκκριτικές δραστικές ουσίες έχει αναφερθεί η εμφάνιση γαστρικών αδενωδών κύστεων με κάπως αυξημένη συχνότητα. Οι αλλαγές αυτές είναι ένα φυσιολογικό επακόλουθο της έντονης αναστολής της έκκρισης οξέος, είναι καλοήθεις και φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμες.
Μειωμένη γαστρική οξύτητα οποιασδήποτε αιτιολογίας συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, αυξάνει τον αριθμό των γαστρικών βακτηρίων που φυσιολογικά υπάρχουν στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε μικρή αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικών λοιμώξεων όπως από Salmonella και Campylobacter και σε νοσηλευόμενους ασθενείς, πιθανώς επίσης από Clostridium difficile.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Σε δύο μελέτες με φάρμακο σύγκρισης τη ρανιτιδίνη, η εσομεπραζόλη έδειξε καλύτερη δράση στην επούλωση των γαστρικών ελκών σε ασθενείς που χρησιμοποίησαν ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των COX-2 εκλεκτικών ΜΣΑΦ.
Σε δύο μελέτες σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, η εσομεπραζόλη έδειξε καλύτερη δράση στην πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών σε ασθενείς που χρησιμοποίησαν ΜΣΑΦ (ασθενείς ηλικίας >60 ετών και/ή με προϋπάρχον έλκος), συμπεριλαμβανομένων των COX-2 εκλεκτικών ΜΣΑΦ.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μια μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΓΟΠΝ (<1 έως 17 ετών) που λαμβάνουν μακροχρόνια αγωγή με αναστολείς αντλίας πρωτονίων, το 61% των παιδιών ανέπτυξε μικρού βαθμού κυτταρική υπερπλασία ECL με αγνωστή κλινική σημασία και χωρίς ανάπτυξη ατροφικής γαστρίτιδας ή καρκινοειδών όγκων.
Απορρόφηση
Η εσομεπραζόλη είναι οξεο-ευαίσθητη ουσία και χορηγείται από το στόμα υπό μορφή εντεροδιαλυτών κοκκίων. Η in vivo μετατροπή στο R-ισομερές είναι αμελητέα. Η απορρόφηση της εσομεπραζόλης είναι ταχεία, με επίτευξη μέγιστων επιπέδων στο πλάσμα εντός περίπου 1-2 ωρών από τη λήψη. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου είναι 64% μετά από εφάπαξ δόση 40 mg και αυξάνεται σε 89% μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις εφάπαξ ημερησίως. Για τα 20 mg εσομεπραζόλης οι αντίστοιχες τιμές είναι 50% και 68%.
Η λήψη της τροφής καθυστερεί και μειώνει την απορρόφηση της εσομεπραζόλης χωρίς όμως αυτό να έχει κάποια σημαντική επίδραση στη δράση της εσομεπραζόλης στην ενδογαστρική οξύτητα.
Κατανομή
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση σε υγιή άτομα είναι περίπου 0,22 L/Kg βάρους σώματος. Η εσομεπραζόλη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό 97%.
Βιομετασχηματισμός
Η εσομεπραζόλη μεταβολίζεται εξολοκλήρου, από το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P450 (CYP). Ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης κατά το μεγαλύτερο μέρος, εξαρτάται από το πολυμορφικό CYP2C19, που είναι υπεύθυνο για το σχηματισμό των υδρόξυ- και ο δεσμεθυλ- μεταβολιτών της εσομεπραζόλης. Το υπόλοιπο μέρος του μεταβολισμού εξαρτάται από μια άλλη ειδική ισομορφή, το CYP3A4, που είναι υπεύθυνη για το σχηματισμό της σουλφονικής εσομεπραζόλης, κυρίου μεταβολίτη στο πλάσμα.
Αποβολή
Οι ακόλουθες παράμετροι απεικονίζουν κυρίως τη φαρμακοκινητική σε άτομα με λειτουργικό CYP2C19 ένζυμο, δηλαδή άτομα με δυνατότητα εκτεταμένου μεταβολισμού.
H ολική κάθαρση πλάσματος είναι περίπου 17 L/h μετά από μία εφάπαξ δόση και περίπου 9 L/h μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις. Ο χρόνος ημιζωής της εσομεπραζόλης είναι περίπου 1,3 ώρες μετά από επαναλαμβανόμενες εφάπαξ ημερησίως χορηγήσεις. Η εσομεπραζόλη απομακρύνεται εξ ολοκλήρου από το πλάσμα μεταξύ των δόσεων χωρίς να εμφανίζεται τάση συσσώρευσης σε εφάπαξ ημερήσια χορήγηση.
Οι κύριοι μεταβολίτες της εσομεπραζόλης δεν έχουν καμιά δράση στην έκκριση γαστρικού οξέος. Το 80% περίπου της από του στόματος χορηγούμενης δόσης της εσομεπραζόλης αποβάλλεται υπό τη μορφή μεταβολιτών στα ούρα και το υπόλοιπο στα κόπρανα. Λιγότερο από 1% της αρχικής ένωσης βρίσκεται στα ούρα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η φαρμακοκινητική της εσομεπραζόλης έχει μελετηθεί σε δόσεις μέχρι 40 mg δύο φορές την ημέρα. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης ως προς τον χρόνο (AUC), στο πλάσμα, αυξάνει μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις. Αυτή η χρονο- και δοσο-εξάρτηση οφείλεται στη μείωση του μεταβολισμού πρώτης διόδου και της συστηματικής κάθαρσης που πιθανά προκαλείται από την αναστολή του ενζύμου CYP2C19 από την εσομεπραζόλη και/ή τον σουλφονικό μεταβολίτη της.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
-
Άτομα με πτωχό μεταβολισμό Περίπου 2,9±1,5% του πληθυσμού παρουσιάζει έλλειψη λειτουργικού CYP2C19 ενζύμου και αναφέρονται ως άτομα με μικρή δυνατότητα μεταβολισμού. Στα άτομα αυτά ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης πιθανά καταλύεται κυρίως από το CYP3A4. Μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις 40 mg εσομεπραζόλης εφάπαξ ημερησίως, το μέσο εμβαδόν της περιοχής κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης στο πλάσμα ως προς τον χρόνο, ήταν περίπου 100% υψηλότερο σε άτομα με μικρή δυνατότητα μεταβολισμού από ότι σε άτομα που έχουν λειτουργικό CYP2C19 ένζυμο (άτομα με δυνατότητα εκτεταμένου μεταβολισμού). Η μέση τιμή των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα αυξήθηκε περίπου 60%. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν καμιά επίπτωση στη δοσολογία της εσομεπραζόλης.
-
Φύλο Μετά από μία εφάπαξ δόση 40 mg εσομεπραζόλης η μέση τιμή του εμβαδού της περιοχής κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης ως προς το χρόνο είναι περίπου 30% υψηλότερη στις γυναίκες από τους άντρες. Δεν έχει παρατηρηθεί διαφορά μεταξύ των δύο φύλων μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις, εφάπαξ ημερησίως. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν καμιά επίπτωση στη δοσολογία της εσομεπραζόλης.
-
Ηπατική δυσλειτουργία Ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης μπορεί να επηρεαστεί δυσμενώς σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Ο ρυθμός μεταβολισμού μειώνεται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία με αποτέλεσμα το διπλασιασμό του εμβαδού της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης - χρόνου της εσομεπραζόλης. Για το λόγο αυτό, σε ασθενείς με σοβαρή ανεπάρκεια δεν πρέπει να χορηγείται δόση μεγαλύτερη από 20 mg. Η εσομεπραζόλη ή οι κύριοι μεταβολίτες της δεν παρουσιάζουν τάση συσσώρευσης όταν χορηγούνται εφάπαξ ημερησίως.
-
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Καθώς οι νεφροί είναι υπεύθυνοι για την απέκκριση των μεταβολιτών της εσομεπραζόλης αλλά όχι για την απομάκρυνση της αρχικής ουσίας, ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης δεν αναμένεται να αλλάξει σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία.
-
Ηλικιωμένοι Ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης δεν αλλάζει σημαντικά στους ηλικιωμένους (ηλικίας 71-80 ετών).
Παιδιατρικός πληθυσμός
- Έφηβοι 12-18 ετών: Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης 20 mg και 40 mg εσομεπραζόλης, η συνολική έκθεση (AUC) και ο χρόνος που απαιτείται για να επιτευχθεί η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (tmax) σε εφήβους ηλικίας 12-18 ετών ήταν παρόμοια με αυτά των ενηλίκων και για τις δύο δόσεις εσομεπραζόλης.