Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01DB01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

DOXORUBICIN

Δοξορουβικίνη

Τα κυτταροτοξικά αντιβιοτικά είναι συνήθως φυσικά προϊόντα στελεχών του στρεπτομύκητα. Ενσωματώνονται και δρουν βλαπτικά στο DNA και RNA του κυττάρου όπως η ακτινοβολία και γι' αυτό και θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.

Chemical structure of DOXORUBICIN

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Προϊόν CAELYX: Μεταστατικός καρκίνος µαστού, όπου υπάρχει αυξηµένος καρδιακός κίνδυνος. Προχωρηµένου σταδίου καρκίνος ωοθηκών σε αποτυχία χηµειοθεραπευτικού σχήµατος με πλατίνα. Σάρκωµα Kaposi σχετιζόµενο µε AIDS, χαµηλού βαθµού CD4 και παρατεταµένη…
medication
SPC-ADRIBLASTINA

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια; Ενδοκυστική; Ενδοαρτηριακή
Χορήγηση:
IV έγχυση: διάστημα 3-5 λεπτών. Ενδοκυστικά: παραμονή διαλύματος εντός κύστης 1-2 ώρες. Ενδοαρτηριακή: δεν παρέχονται συγκεκριμένες χρονικές οδηγίες εδώ.
  • Παιδιά
  • Ηλικιωμένα άτομα
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
block
SPC-ADRIBLASTINA

Αντενδείξεις

expand_more
  • επίμονη μυελοκαταστολή ή σοβαρή στοματίτιδα από προηγούμενες αγωγές με κυτταροτοξικά φάρμακα
  • ύπαρξη γενικευμένων λοιμώξεων
  • σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
  • σοβαρές αρρυθμίες, ανεπάρκεια του μυοκαρδίου, προηγούμενο έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • προηγούμενη θεραπεία με ανθρακυκλίνες σε μέγιστες αθροιστικές δόσεις
  • υπερευαισθησία στο doxorubicin, σε άλλες ανθρακυκλίνες ή σε ανθρακενοδιόνες.
  • λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
  • φλεγμονή της ουροδόχου κύστης
  • προβλήματα καθετηριασμού (π.χ. λόγω ογκώδους ενδοκυστικού νεοπλάσματος)
  • αιματουρία
warning
SPC-ADRIBLASTINA

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Γενικές προειδοποιήσεις χορήγησης και παρακολούθησης
    Η θεραπεία με doxorubicin πρέπει να χορηγείται μόνο από γιατρούς με εμπειρία στη χημειοθεραπεία και πρέπει να εκτελείται κάτω από αυστηρή επίβλεψη, με την παρακολούθηση ορισμένων οργανικών λειτουργιών.
  • Αιματολογική τοξικότητα (λευκοπενία / αιματολογική καταστολή)
    Πλήρης αιματολογικός έλεγχος. Η μυελοκαταστολή, ειδικά των λευκών αιμοσφαιρίων, απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση. Η έντονη λευκοπενία μπορεί να εμφανιστεί (1000/mm3 ή χαμηλότεροι αριθμοί). Η λευκοπενία είναι συνήθως παροδική και φθάνει στο ναδίρ της 10-14 ημέρες μετά τη θεραπεία, με ανάνηψη συνήθως πριν από την 21η ημέρα. Πρέπει επίσης να παρακολουθούνται τα επίπεδα των αιμοπεταλίων και των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Η αιματολογική τοξικότητα μπορεί να απαιτήσει τη μείωση της δοσολογίας ή τη διακοπή ή την καθυστέρηση της αγωγής με doxorubicin.
  • Αξιολόγηση ηπατικής λειτουργίας
    Δεδομένου ότι το doxorubicin αποβάλλεται κυρίως από το ήπαρ και τη χολή, μπορεί να παρατηρηθεί καθυστερημένη απέκκριση σε ηπατική ανεπάρκεια ή δυσκολία στην εκροή χολής. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη μείωση της δόσης βασίζονται στα επίπεδα χολερυθρίνης: 1,2-3,0 mg/100 mL → μείωση 50%, 3,1-5,0 mg/100 mL → μείωση 75%.
  • Καρδιακή λειτουργία / Καρδιοτοξικότητα
    Αξιολόγηση καρδιακής λειτουργίας πριν από την έναρξη και παρακολούθηση σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας (ΗΚΓ και LV εφελτ κλάσμα). Αποφυγή δεδομένης συνδυασμένης χρήσης με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες χωρίς στενή παρακολούθηση. Σε συνθήκες κινδύνου ή μειωμένης καρδιακής λειτουργίας, αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου για συνέχιση της αγωγής.
  • Παιδιά και έφηβοι - αυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότητας
    Πληθυσμόςπαιδιά και έφηβοι
    Περιοδικές αξιολογήσεις της καρδιακής λειτουργίας για την παρακολούθηση αυτής της επίδρασης.
  • Εξαγγείωση
    Ανοικτή χορήγηση μέσω σωλήνα φυσιολογικού ορού ελεύθερης ροής. Εξασφαλίζεται σωστή θέση βελόνας στη φλέβα. Εάν παρουσιαστούν ενδείξεις ή συμπτώματα εξαγγείωσης, η έγχυση διακόπτεται αμέσως. Εφαρμόζονται αμέσως αποδεκτές από τον γιατρό παρεμβάσεις.
  • Ανοσοκατασταλτική δράση / Αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις
    Αποφυγή εμβολιασμού με ζώντα εμβόλια σε ασθενείς που λαμβάνουν doxorubicin. Νεκρά ή αδρανοποιημένα εμβόλια μπορούν να χορηγηθούν. Η απόκριση σε τέτοια εμβόλια μπορεί να είναι ελαττωμένη.
  • Αντικαρκιντική τοξικότητα σε συνδυασμό με άλλους κυτταροστατικούς παράγοντες / Ακτινοβολία
    Το doxorubicin μπορεί να ενισχύσει την τοξικότητα άλλων κυτταροστατικών αγωγών. Έχει αναφερθεί επιδείνωση αιμορραγικής κυστίτιδας από κυκλοφωσφαμίδη και αυξημένη ηπατοτοξικότητα της 6-μερκαπτοπουρίνης, καθώς και αυξημένη τοξικότητα από ακτινοβολία (μυοκάρδιο, βλεννογόνο, δέρμα και ήπαρ).
  • Παχυσαρκία / Κάθαρση
    Πληθυσμόςπαχύσαρκοι ασθενείς
    Παρακολουθούνται προσεκτικά όταν υποβάλλονται σε θεραπεία με πλήρεις δόσεις του φαρμάκου.
  • Σύνδρομο λύσης του όγκου
    Αποφυγή υπερουριχαιμίας με ενυδάτωση, αλκαλοποίηση των ούρων και χορήγηση αλλοπουρινόλης προληπτικά· αξιολόγηση επιπέδων ουρικού οξέος, καλίου, φωσφορικού ασβεστίου και κρεατινίνης μετά την αρχική θεραπεία.
  • Αλλοίωση χρώματος ούρων
    Το φάρμακο μπορεί να προσδώσει ερυθρό χρώμα στα ούρα για διάστημα μίας ή δύο ημερών· ενημερώστε τον ασθενή ότι δεν αποτελεί αιτία ανησυχίας.
swap_horiz
SPC-ADRIBLASTINA

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Αναστολείς CYP3A4, CYP2D6 και/ή P-gp
    Αύξηση συγκέντρωσης και κλινική επίδραση του doxorubicin
  • Επαγωγείς CYP3A4
    Μείωση συγκέντρωσης doxorubicin
  • Επαγωγείς P-gp
    Μείωση συγκέντρωσης doxorubicin
  • Αύξηση AUC για doxorubicin και doxorubicinol, πιθανώς λόγω μείωσης κάθαρσης
  • Άλλα κυτταροστατικά φάρμακα
    Ενίσχυση τοξικοτήτων άλλων κυτταροστατικών (αιμορραγική κυστίτιδα από κυκλοφωσφαμίδη, αυξημένη ηπατοτοξικότητα της 6-μερκαπτοπουρίνης, τοξικότητα από ακτινοβολία)
  • Αιμορραγία, εξέλκωση και νέκρωση βλεννογόνου κόλου σε οξεία μυελογενή λευχαιμία
  • Αύξηση συγκέντρωσης doxorubicin και μεταβολιτών στο πλάσμα όταν χορηγείται πριν το doxorubicin; ήσσουσα σημασία όταν η ανθρακυκλίνη χορηγείται πριν το paclitaxel
  • Αύξηση AUC doxorubicin (21%–47%) ή καμία αλλαγή· κλινική σημασία άγνωστη
  • 5-φθοριοουρακύλη
    Ενδεχομένως καρδιοτοξικά
  • Ενδεχομένως καρδιοτοξικά
  • Ενδεχομένως καρδιοτοξικά
  • Ταξάνες
    Ενδεχομένως καρδιοτοξικά
  • Αναστολείς διαύλων ασβεστίου
    Απαιτεί στενή παρακολούθηση καρδιακής λειτουργίας
  • Ανθρακυκλίνη
    Ενδέχεται να επηρεάζει τη συγκέντρωση του doxorubicin όταν χορηγείται πριν το paclitaxel
sick
SPC-ADRIBLASTINA

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
  • λευκοπενία
  • κοκκιοκυτταροπενία (ουδετεροπενία)
  • θρομβοκυτταροπενία
  • αναιμία
  • πυρετός
  • λοιμώξεις
  • σήψη/σηψαιμία
  • σηπτικό σόκ
  • αιμορραγίες
  • υποξία ιστών
  • θάνατος
  • δευτερογενής οξεία μυελογενής λευχαιμία
Καρδιοτοξικότητα
  • κολπική ταχυκαρδία
  • ανωμαλίες στο ΗΚΓ (π.χ. μη ειδικές αλλαγές στο κύμα ST-T)
  • ταχυαρρυθμίες (πρόωρες κοιλιακές συστολές, κοιλιακή ταχυκαρδία)
  • βραδυκαρδία
  • κολποκοιλιακός αποκλεισμός
  • αποκλεισμός σκέλους του δεματίου του His
  • ασυμπτωματική πτώση στο κλάσμα εξώθησης
  • κακοήθης καρδιακή δυσρυθμία
  • καρδιομυοπάθεια
  • συμπτώματα κοιλιακής δυσλειτουργίας/συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας
  • περικαρδίτιδα
  • μυοκαρδίτιδα
Γαστρεντερική Τοξικότητα
  • βλεννογονίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της στοματίτιδας, οισοφαγίτιδας)
  • υπερχρωμάτωση του στοματικού βλεννογόνου
  • ναυτία
  • έμετος
  • διάρροια
  • κοιλιακός πόνος
  • κλοίτιδα
  • αιμορραγία
  • λοιμώξεις
Δερματικές Αντιδράσεις και Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας
  • αλωπεξία
  • εξάψεις
  • υπερχρωμάτωση δέρματος και νυχιών
  • φωτοευαισθησία
  • υπερευαισθησία σε δέρμα που έχει υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία (radiation recall reaction)
  • κνίδωση
  • αναφυλαξία
  • παλαμο-πελματικό σύνδρομο
Επιδράσεις στο Σημείο της Ένεσης
  • ερυθηματώδης ράβδωση κατά μήκος της φλέβας
  • φλεβίτιδα/θρομβοφλεβίτιδα στο σημείο της ένεσης
  • φλεβοσκλήρυνση
  • περιφλεβική εξαγγείωση με τοπικό πόνο, κυτταρίτιδα, νέκρωση ιστών
Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες
  • αδιαθεσία/κόπωση
  • οφθαλμική τοξικότητα (επιπεφυκίτιδα, δακρύρροια)
  • υπερουριχαιμία
  • ερυθρός χρωματισμός ούρων
  • αμηνόρροια
  • αζωοσπερμία ή ολιγοσπερμία
  • μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών
  • χημική κυστίτιδα και συστολή της ουροδόχου κύστης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • λευκοπενία
    Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
  • κοκκιοκυτταροπενία (ουδετεροπενία)
    Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
  • θρομβοκυτταροπενία
    Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
  • αναιμία
    Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
  • πυρετός
    Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
  • λοιμώξεις
    Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
  • σήψη/σηψαιμία
    Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
  • σηπτικό σόκ
    Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
  • αιμορραγίες
    Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
  • υποξία ιστών
    Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
  • θάνατος
    Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
  • δευτερογενής οξεία μυελογενής λευχαιμία
    Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα
    Μη γνωστή/αναφερόμενη
  • κολπική ταχυκαρδία
    Καρδιοτοξικότητα
  • ανωμαλίες στο ΗΚΓ (μη ειδικές αλλαγές στο κύμα ST-T)
    Καρδιοτοξικότητα
  • ταχυαρρυθμίες (πρόωρες κοιλιακές συστολές, κοιλιακή ταχυκαρδία)
    Καρδιοτοξικότητα
  • βραδυκαρδία
    Καρδιοτοξικότητα
  • κολποκοιλιακός αποκλεισμός
    Καρδιοτοξικότητα
  • αποκλεισμός σκέλους του δεματίου His
    Καρδιοτοξικότητα
  • ασυμπτωματική πτώση στο κλάσμα εξώθησης
    Καρδιοτοξικότητα
  • κακοήθης καρδιακή δυσ Rhythmία
    Καρδιοτοξικότητα
  • καρδιομυοπάθεια
    Καρδιοτοξικότητα
  • κοιλιακή δυσλειτουργία/συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιοτοξικότητα
  • περικαρδίτιδα
    Καρδιοτοξικότητα
  • μυοκαρδίτιδα
    Καρδιοτοξικότητα
  • βλεννογονίτιδα
    Γαστρεντερική Τοξικότητα
  • στοματίτιδα
    Γαστρεντερική Τοξικότητα
  • οισοφαγίτιδα
    Γαστρεντερική Τοξικότητα
  • υπερχρωμάτωση του στοματικού βλεννογόνου
    Γαστρεντερική Τοξικότητα
  • ναυτία
    Γαστρεντερική Τοξικότητα
  • έμετος
    Γαστρεντερική Τοξικότητα
  • διάρροια
    Γαστρεντερική Τοξικότητα
  • κοιλιακός πόνος
    Γαστρεντερική Τοξικότητα
  • κολίτιδα
    Γαστρεντερική Τοξικότητα
  • αιμορραγία
    Γαστρεντερική Τοξικότητα
  • ωχρυσή λοίμωξη της κυκλοφορίας
    Γαστρεντερική Τοξικότητα
  • αλωπεξία
    Δερματικές Αντιδράσεις και Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας
    Συχνές
  • εξάψεις
    Δερματικές Αντιδράσεις και Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας
  • υπερχρωμάτωση δέρματος και νυχιών
    Δερματικές Αντιδράσεις και Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας
  • φωτοευαισθησία
    Δερματικές Αντιδράσεις και Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας
  • υπερευαισθησία σε δέρμα που έχει υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία (radiation recall reaction)
    Δερματικές Αντιδράσεις και Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας
  • κνίδωση
    Δερματικές Αντιδράσεις και Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας
  • αναφυλαξία
    Δερματικές Αντιδράσεις και Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας
  • παλαμο-πελματικό σύνδρομο
    Δερματικές Αντιδράσεις και Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας
  • ερυθηματώδης ράβδωση κατά μήκος της φλέβας
    Επιδράσεις στο Σημείο της Ένεσης
  • φλεβίτιδα/θρομβοφλεβίτιδα στο σημείο της ένεσης
    Επιδράσεις στο Σημείο της Ένεσης
  • φλεβοσκλήρυνση
    Επιδράσεις στο Σημείο της Ένεσης
  • περιφλεβική εξαγγείωση με τοπικό πόνο, κυτταρίτιδα, νέκρωση ιστών
    Επιδράσεις στο Σημείο της Ένεσης
  • αδιαθεσία/κόπωση
    Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες
  • οφθαλμική τοξικότητα (επιπεφυκίτιδα, δακρύρροια)
    Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες
  • υπερουριχαιμία
    Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες
  • ερυθρός χρωματισμός ούρων
    Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες
  • αμηνόρροια
    Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες
  • αζωοσπερμία ή ολιγοσπερμία
    Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες
  • μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών
    Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες
  • χημική κυστίτιδα και συστολή της ουροδόχου κύστης
    Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες
pregnant_woman
SPC-ADRIBLASTINA

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    H ασφαλής χρήση του doxorubicin κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν έχει διαπιστωθεί. Το doxorubicin είναι εμβρυοτοξικό και τερατογόνο σε αρουραίους. Είναι εμβρυοτοξικό και μπορεί να προκαλέσει αποβολή σε κουνέλια. Οι γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν και οι οποίες πρόκειται να υποβληθούν σε θεραπεία με doxorubicin θα πρέπει να λάβουν γνώση για τον ενδεχόμενο κίνδυνο στο έμβρυο και θα πρέπει να παρακινηθούν να αποφύγουν τη σύλληψη κατά τη διάρκεια της αγωγής. Σε περίπτωση που το doxorubicin πρέπει να χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα πιθανά οφέλη της αγωγής θα πρέπει να σταθμιστούν προσεκτικά έναντι των πιθανών κινδύνων προς το έμβρυο. Δεδομένου του μεταλλαξιογόνου δυναμικού του doxorubicin, το φάρμακο είναι πιθανόν να προκαλέσει χρωμοσωματική βλάβη στα σπερματοζωάρια στον άνθρωπο. Επομένως, οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία με doxorubicin θα πρέπει να εφαρμόζουν αντισυλληπτικά μέτρα.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Το doxorubicin απεκκρύνεται στο μητρικό γάλα, επομένως οι γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία με doxorubicin δε θα πρέπει να θηλάζουν λόγω του ενδεχόμενου για πρόκληση σοβαρής βλάβης στα βρέφη που θηλάζουν.
  • Γονιμότητα
    Με προσοχή
    Το φάρμακο πιθανόν να προκαλέσει χρωμοσωματική βλάβη στα σπερματοζωάρια στον άνθρωπο. Επομένως, οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία με doxorubicin θα πρέπει να εφαρμόζουν αντισυλληπτικά μέτρα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η δοξορουβικίνη έχει αντιμυτωτική και κυτταροτοξική δράση μέσω διαφόρων προτεινόμενων μηχανισμών δράσης: Η δοξορουβικίνη σχηματίζει συμπλέγματα με το DNA μέσω παρενθέσεως μεταξύ των βάσεων και αναστέλλει τη δραστηριότητα της τοποϊσομεράσης II σταθεροποιώντας…
monitor_heart
SPC-ADRIBLASTINA

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Μηχανισμός δράσης Το doxorubicin παρεμβαίνει στην κυτταρική χρωματίνη και παρεμβάλλεται στο DNA με παρεμβολή ανάμεσα στα ζεύγη βάσεων, προκαλώντας διαταραχές στη σύνθεση DNA, RNA και πρωτεϊνοσύνθεσης. Εμπλέκεται σε οξειδωτικές/αναγωγικές…

biotech
SPC-ADRIBLASTINA

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Το doxorubicin δεν απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα. Δεδομένου ότι το φάρμακο είναι εξαιρετικά ερεθιστικό στους ιστούς, πρέπει να χορηγείται από ενδοαγγειακές οδούς (ενδοφλέβια ή ενδοαρτηριακά). Η ενδοκυστική χορήγηση έχει αποδειχθεί…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η δοξορουβικίνη μπορεί να υποβληθεί σε 3 μεταβολικές οδούς: αναγωγή ενός ηλεκτρονίου, αναγωγή δύο ηλεκτρονίων και απογλυκοζιδίωση. Ωστόσο, περίπου το ήμισυ της δόσης αποβάλλεται από τον οργανισμό αμετάβλητο. * Αναγωγή Δύο Ηλεκτρονίων:
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-ADRIBLASTINA
expand_more

Το doxorubicin είναι κυτταροτοξικός παράγοντας που χορηγείται συνήθως σε καρκινοπαθείς με ενδοφλέβια ένεση και, όταν θεωρείται σκόπιμο, από την ενδοκυστική ή την ενδοαρτηριακή οδό.

Ενδοφλέβια Χορήγηση

Η δοσολογία υπολογίζεται συνήθως με βάση την επιφάνεια του σώματος (mg/m^2). Το δοσολογικό σχήμα του doxorubicin που θα χορηγηθεί μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τη θεραπευτική ένδειξη (π.χ. συμπαγή νεοπλάσματα ή οξείες λευχαιμίες) καθώς και με τη χρήση του σε συγκεκριμένο σχήμα (π.χ. ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες ή ως μέρος πολλαπλής θεραπευτικής προσέγγισης που περιλαμβάνει συνδυασμό με χειρουργική επέμβαση και/ή ακτινοθεραπεία και/ή ορμονοθεραπεία). Η ενδοφλέβια χορήγηση του doxorubicin πρέπει να γίνεται με προσοχή. Συνιστάται η χορήγηση του doxorubicin σε σωλήνα ενδοφλέβιας έγχυσης ελεύθερης ροής (ισότονο φυσιολογικό ορό ή διάλυμα γλυκόζης 5%) για διάστημα 3 μέχρι 5 λεπτών. Σκοπός της τεχνικής αυτής είναι η ελαχιστοποίηση του κινδύνου θρόμβωσης ή περιφλεβικής εξαγγείωσης που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή κυτταρίτιδα, φυσαλλιδοποίηση και νέκρωση των ιστών. Δεν συνιστάται απευθείας ένεση λόγω του κινδύνου εξαγγείωσης, που μπορεί να προκληθεί ακόμη και παρουσία επαρκούς εμφάνισης αίματος κατά την αναρρόφηση της βελόνας.

Θεραπεία συμπαγών νεοπλασμάτων Όταν το doxorubicin χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία, η συνιστώμενη δόση ανά κύκλο είναι 60-75 mg/m^2 επιφάνειας σώματος κάθε τρεις εβδομάδες. Το φάρμακο χορηγείται συνήθως σε εφάπαξ δόση σε κάθε κύκλο. Ωστόσο, η δοσολογία του φαρμάκου ανά κύκλο μπορεί να χορηγηθεί και σε διηρημένες δόσεις (π.χ. ημέρα 1 μέχρι και 3 ή ημέρες 1 και 8).

H χορήγηση του doxorubicin σε εβδομαδιαίο σχήμα έχει αποδειχθεί τόσο αποτελεσματική όσο και το σχήμα κάθε 3 εβδομάδες. Η συνιστώμενη εβδομαδιαία δόση είναι 10 - 20 mg/m^2. Αυτό το δοσολογικό σχήμα μπορεί να συνοδεύεται από μειωμένη τοξικότητα, ειδικά όσον αφορά την καρδιά.

Όταν το doxorubicin χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους κυτταροστατικούς παράγοντες με ενδεχομένως αλληλοκαλυπτόμενες τοξικότητες, η συνιστώμενη δόση ανά κύκλο κυμαίνεται από 30 μέχρι 60 mg/m^2.

Δεδομένου ότι το doxorubicin είναι μυελοκατασταλτικός παράγοντας, μπορεί να χρειαστεί να αυξηθεί το διάστημα μεταξύ των κύκλων ή να ελαττωθεί η δοσολογία σε ασθενείς στους οποίους ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων (ειδικά των ουδετεροφίλων) βρίσκεται κάτω από το φυσιολογικό όριο πριν από οποιονδήποτε κύκλο θεραπείας. Η δοσολογία μπορεί επίσης να χρειάζεται μείωση σε παιδιά, σε ηλικιωμένα άτομα και σε ασθενείς που έχουν ήδη υποβληθεί σε θεραπεία και στους οποίους το απόθεμα μυελού μπορεί να είναι χαμηλό.

Όταν υπάρχει ηπατική ανεπάρκεια, προτείνεται η μείωση της δοσολογίας του doxorubicin (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Θεραπεία οξείας λευχαιμίας

Στην αντιμετώπιση της οξείας λευχαιμίας, η απλασία του μυελού των οστών αποτελεί θεραπευτικό σκοπό και εφαρμόζονται εντατικά σχήματα συνδυασμένης χημειοθεραπείας. Στις καταστάσεις αυτές η συνιστώμενη δόση του doxorubicin είναι 2,4 mg/kg βάρους σώματος (που αντιστοιχεί σε περίπου 75 - 90 mg/m^2 επιφάνειας σώματος) και χορηγείται σε διηρημένες δόσεις σε τρεις συνεχείς ημέρες (ένας κύκλος). Ο χρόνος και η δόση του δεύτερου κύκλου πρέπει να καθορίζονται από την κατάσταση τόσο του μυελού των οστών όσο και των περιφερικών κυττάρων του αίματος. Το μεσοδιάστημα μεταξύ των κύκλων θα πρέπει ωστόσο να είναι τουλάχιστον 10 ημέρες.

4.2.2 Ενδοκυστική Χορήγηση

Το doxorubicin χορηγούμενη ενδοκυστικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία επιφανειακών όγκων της ουροδόχου κύστης ή σαν προφυλακτικό μέσο για τη μείωση των υποτροπών μετά από τη διουρηθρική εκτομή. Η ενδοκυστική χορήγηση δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία διηθητικών όγκων που έχουν διεισδύσει το μυϊκό χιτώνα των τοιχωμάτων της ουροδόχου κύστης. Η συνιστώμενη δόση του doxorubicin για την τοπική ενδοκυστική αντιμετώπιση επιφανειακών όγκων της ουροδόχου κύστης είναι 30 έως 50 mg σε 25 - 50 mL φυσιολογικό ορό για κάθε ενστάλαξη και η πλέον αποτελεσματική συγκέντρωση είναι περίπου 1,0 mg/mL. Μετά την αποπεράτωση της ενστάλαξης, ο ασθενής θα πρέπει να αλλάζει θέση περιστροφικά κάθε δεκαπέντε λεπτά. Σε γενικές γραμμές, το διάλυμα πρέπει να παραμένει εντός της κύστης για διάστημα 1 - 2 ώρες. Για αποφυγή ανεπιθύμητης αραίωσης με τα ούρα, ο ασθενής δεν θα πρέπει να πιει κανένα υγρό για δώδεκα ώρες πριν από την ενστάλαξη (αυτό θα περιορίσει την παραγωγή ούρων σε περίπου 50 mL/ώρα). Οι ενσταλάξεις μπορούν να επαναληφθούν σε μεσοδιαστήματα που κυμαίνονται από μία εβδομάδα μέχρι ένα μήνα, ανάλογα με το αν η αγωγή είναι θεραπευτική ή προφυλακτική. Η συστηματική απορρόφηση του doxorubicin μετά από ενδοκυστική χορήγηση είναι πολύ χαμηλή.

4.2.3 Ενδοαρτηριακή Χορήγηση

Το doxorubicin έχει επίσης χρησιμοποιηθεί από την ενδοαρτηριακή οδό σε μία προσπάθεια πρόκλησης έντονης τοπικής δραστικότητας με μειωμένη γενική τοξικότητα. Δεδομένου ότι η τεχνική αυτή μπορεί να είναι επικίνδυνη και να προκαλέσει εκτεταμένη νέκρωση του ιστού, η ενδοαρτηριακή χορήγηση θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο από γιατρούς με μεγάλη εμπειρία στην τεχνική αυτή.

block

Αντενδείξεις

SPC-ADRIBLASTINA
expand_more
  • επίμονη μυελοκαταστολή ή σοβαρή στοματίτιδα από προηγούμενες αγωγές με κυτταροτοξικά φάρμακα
  • ύπαρξη γενικευμένων λοιμώξεων
  • σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
  • σοβαρές αρρυθμίες, ανεπάρκεια του μυοκαρδίου, προηγούμενο έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • προηγούμενη θεραπεία με ανθρακυκλίνες σε μέγιστες αθροιστικές δόσεις
  • υπερευαισθησία στο doxorubicin, σε άλλες ανθρακυκλίνες ή σε ανθρακενοδιόνες.
  • λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
  • φλεγμονή της ουροδόχου κύστης
  • προβλήματα καθετηριασμού (π.χ. λόγω ογκώδους ενδοκυστικού νεοπλάσματος)
  • αιματουρία
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-ADRIBLASTINA
expand_more

Γενικές προειδοποιήσεις χορήγησης και παρακολούθησης

Η θεραπεία με doxorubicin πρέπει να χορηγείται μόνο από γιατρούς με εμπειρία στη χημειοθεραπεία και πρέπει να εκτελείται κάτω από αυστηρή επίβλεψη, με την παρακολούθηση ορισμένων οργανικών λειτουργιών.

Αιματολογική τοξικότητα (λευκοπενία, αιματολογική καταστολή)

Πλήρης αιματολογικός έλεγχος. Θα πρέπει να πραγματοποιείται με ειδική προσοχή στον ολικό αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων και στον προσδιορισμό του λευκοκυτταρικού τύπου. Η μυελοκαταστολή, ειδικά των λευκών αιμοσφαιρίων, που προκαλείται από το doxorubicin, απαιτεί προσεκτική αιματολογική παρακολούθηση δεδομένου ότι η επίμονη σοβαρή μυελοκαταστολή μπορεί να προδιαθέτει σε λοιμώξεις ή αιμορραγίες. Στις συνιστώμενες δοσολογίες και δοσολογικά σχήματα για τη θεραπεία συμπαγών όγκων, μπορεί να παρατηρηθεί έντονη λευκοπενία (1000/mm3 ή χαμηλότεροι αριθμοί μπορεί να αναμένονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πλήρεις δόσεις doxorubicin), ωστόσο η λευκοπενία αυτή είναι συνήθως παροδική και φθάνει στο ναδίρ της 10 μέχρι 14 ημέρες μετά τη θεραπεία, ενώ η ανάνηψη συνήθως ολοκληρώνεται πριν από την 21η ημέρα. Πρέπει επίσης να παρακολουθούνται τα επίπεδα των αιμοπεταλίων και των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Η αιματολογική τοξικότητα μπορεί να απαιτήσει τη μείωση της δοσολογίας ή τη διακοπή ή την καθυστέρηση της αγωγής με doxorubicin.

Αξιολόγηση ηπατικής λειτουργίας

Δεδομένου ότι το doxorubicin αποβάλλεται κυρίως από το ήπαρ και τη χολή, μπορεί να παρατηρηθεί καθυστερημένη απέκκριση του φαρμάκου στην περίπτωση ηπατικής ανεπάρκειας ή δυσκολίας στην εκροή της χολής και μπορεί να προκληθούν σοβαρές δευτερεύουσες ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι κατευθυντήριες γραμμές που συχνά ακολουθούνται για τη μείωση της δοσολογίας σε καταστάσεις ανεπάρκειας της ηπατικής λειτουργίας βασίζονται στα επίπεδα της χολερυθρίνης στον ορό ως εξής: Χολερυθρίνη στον ορό Μείωση της δόσης κατά: 1,2 - 3,0 mg/100mL 50% 3,1 - 5,0 mg/100mL 75%

Καρδιακή λειτουργία

Η καρδιοτοξικότητα αποτελεί γνωστό κίνδυνο της αγωγής με ανθρακυκλίνες. Η πλέον σοβαρή και χαρακτηριστική μορφή της τοξικότητας αυτής αντιπροσωπεύεται από καθυστερημένη καρδιομυοπάθεια που παρατηρείται συχνότερα με τις υψηλές αθροιστικές δόσεις του φαρμάκου και μπορεί να προκαλέσει συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΣΚΑ). Η καρδιακή λειτουργία θα πρέπει να αξιολογείται πριν από την έναρξη της θεραπείας με doxorubicin και θα πρέπει να παρακολουθείται σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πρόκλησης σοβαρής καρδιακής βλάβης. Παρ΄ όλο που η βιοψία του ενδομυοκαρδίου αναγνωρίζεται σαν το πλέον κατάλληλο διαγνωστικό εργαλείο για την ανίχνευση της καρδιομυοπάθειας που προκαλείται από ανθρακυκλίνες, αυτή η επεμβατική εξέταση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με ευκολία σε βάση ρουτίνας. Η τακτική αξιολόγηση της καρδιακής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της αγωγής με doxorubicin μπορεί να περιλαμβάνει ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) και την αξιολόγηση του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας (LVEF). Οι αλλαγές στο ΗΚΓ δείχνουν γενικά κάποια παροδική τοξικότητα, αλλά η μείωση του ύψους του QRS συμπλέγματος ή η παράταση πέρα από τα φυσιολογικά όρια του μεσοσυστολικού διαστήματος μπορεί να αποτελούν ένδειξη - όπως επίσης και η μείωση του LVEF - χαρακτηριστικής καρδιομυοπάθειας που προκαλείται από ανθρακυκλίνες. Η πιθανότητα για ανάπτυξη ΣΚΑ, που υπολογίζεται γύρω στο 1% μέχρι 2%, σε αθροιστική δόση 300 mg/m2, αυξάνεται βραδέως μέχρι τη συνολική αθροιστική δόση των 450 - 550 mg/m2. Πάνω από αυτό το επίπεδο, ο κίνδυνος ανάπτυξης ΣΚΑ αυξάνεται απότομα και προτείνεται να μην ξεπερνιέται η συνολική αθροιστική δόση των 550 mg/m2. Παρουσίας και άλλων παραγόντων κινδύνου (π.χ. ενεργός ή λανθάνουσα καρδιαγγειακή νόσος, προηγούμενη ή ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία στη μεσοθωρακική / περικαρδιακή περιοχή, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες/ανθρακενοδιόνες, ταυτόχρονη χρήση άλλων καρδιοτοξικών φαρμάκων, π.χ trastuzumab) η καρδιοτοξικότητα από doxorubicin μπορεί να προκληθεί με χαμηλότερες αθροιστικές δόσεις (π.χ. συνολική αθροιστική δόση 400 mg/m2 σε ασθενείς που ακτινοβολήθηκαν στο μεσοθωράκιο). Οι ανθρακυκλίνες συμπεριλαμβανομένου του doxorubicin δεν πρέπει να χορηγούνται σε συνδυασμό με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες εκτός και αν η καρδιακή λειτουργία παρακολουθείται προσεχτικά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανθρακυκλίνες μετά τη διακοπή της θεραπείας με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες, ειδικά με αυτούς με μακρύ χρόνο ημιζωής όπως το trastuzumab, μπορεί να βρίσκονται επίσης σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρδιοτοξικότητας. Η ημιζωή του trastuzumab είναι περίπου 28,5 ημέρες και μπορεί να παραμείνει στην κυκλοφορία έως 24 εβδομάδες. Συνεπώς, οι γιατροί πρέπει να αποφεύγουν, όποτε είναι δυνατόν, τη βασισμένη στις ανθρακυκλίνες θεραπεία για διάστημα έως 24 εβδομάδες. Εάν οι ανθρακυκλίνες χρησιμοποιούνται πριν από αυτό το χρόνο, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας. Κάτω από τις συνθήκες αυτές η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και ο λόγος όφελος - κίνδυνος για τη συνέχιση της αγωγής με doxorubicin κάτω από συνθήκες μειωμένης καρδιακής λειτουργίας θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά.

Παιδιά και έφηβοι - αυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότητας

Για τα παιδιά και τους εφήβους υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης καθυστερημένης καρδιοτοξικότητας μετά από τη χορήγηση του doxorubicin. Ο κίνδυνος είναι πιο αυξημένος στις γυναίκες από ότι στους άνδρες. Συνιστώνται περιοδικές αξιολογήσεις της καρδιακής λειτουργίας για την παρακολούθηση αυτής της επίδρασης.

Εξαγγείωση

Η εξαγγείωση του doxorubicin κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας ένεσης μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αλλοιώσεις στους ιστούς ακόμη και νέκρωση. Μπορεί να προκληθεί φλεβική σκλήρυνση από ένεση σε μικρό αγγείο ή από επανειλημμένες ενέσεις στην ίδια φλέβα. Για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου εξαγγείωσης του φαρμάκου και για να βεβαιωθούμε ότι η φλέβα έχει ξεπλυθεί επαρκώς μετά τη χορήγησή του, συνιστάται η χορήγηση του φαρμάκου μέσω σωλήνα έγχυσης φυσιολογικού ορού ελεύθερης ροής, αφού βεβαιωθούμε ότι η βελόνα βρίσκεται σωστά τοποθετημένη στη φλέβα. Σε περίπτωση που παρατηρηθούν ενδείξεις ή συμπτώματα εξαγγείωσης του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας χορήγησης του doxorubicin, η έγχυση του φαρμάκου θα πρέπει να διακοπεί αμέσως. Για την αντιμετώπιση της εξαγγείωσης, οι παρεμβάσεις που θεωρούνται αποδεκτές από το γιατρό και/ή το νοσοκομείο θα πρέπει να εφαρμοσθούν αμέσως.

Ανοσοκατασταλτική δράση / Αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις

Η χορήγηση ζώντων ή ζώντων-αδρανοποιημένων εμβολίων σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς ως αποτέλεσμα λήψης χημειοθεραπευτικών παραγόντων περιλαμβανομένου του doxorubicin, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα σοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις. Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν doxorubicin. Τα νεκρά ή αδρανοποιημένα εμβόλια μπορούν να χορηγηθούν. Παρά ταύτα, η ανταπόκριση σε τέτοια εμβόλια μπορεί να είναι ελαττωμένη. Το doxorubicin μπορεί να ενισχύσει την τοξικότητα άλλων κυτταροστατικών αγωγών. Έχει αναφερθεί επιδείνωση της αιμορραγικής κυστίτιδας που προκαλείται από κυκλοφωσφαμίδη καθώς και αυξημένη ηπατοτοξικότητα της 6-μερκαπτοπουρίνης. Έχει επίσης αναφερθεί αύξηση στη τοξικότητα που προκαλείται από ακτινοβολία (μυοκάρδιο, βλεννογόνο, δέρμα και ήπαρ). Έχει βρεθεί ότι η συστηματική κάθαρση του doxorubicin μειώνεται σε παχύσαρκους ασθενείς. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά όταν υποβάλλονται σε θεραπεία με πλήρεις δόσεις του φαρμάκου.

Σύνδρομο λύσης του όγκου

Το doxorubicin μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία, ως αποτέλεσμα εκτεταμένου μεταβολισμού πουρίνης που συνοδεύει την από το φάρμακο προκληθείσα ταχεία λύση νεοπλασματικών κυττάρων (σύνδρομο λύσης του όγκου). Τα επίπεδα αίματος του ουρικού οξέος, το κάλιο, το φωσφορικό ασβέστιο και η κρεατινίνη πρέπει να αξιολογούνται μετά την αρχική θεραπεία. Η ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων και η χορήγηση αλλoπουρινόλης με σκοπό την αποτροπή της υπερουριχαιμίας μπορούν να ελαχιστοποιήσουν πιθανές επιπλοκές του συνδρόμου λύσης του όγκου. Το doxorubicin μπορεί να προσδώσει ερυθρό χρώμα στα ούρα για διάστημα μίας ή δύο ημερών μετά τη χορήγησή της. Οι ασθενείς θα πρέπει να πληροφορηθούν ότι το γεγονός αυτό δεν αποτελεί αιτία για ανησυχία.

Αλλοι τοξικολογικοί παράγοντες / Αλληλεπιδράσεις

Το doxorubicin μπορεί να ενισχύσει την τοξικότητα άλλων κυτταροστατικών αγωγών. ΄Έχει αναφερθεί επιδείνωση της αιμορραγικής κυστίτιδας που προκαλείται από κυκλοφωσφαμίδη καθώς και αυξημένη ηπατοτοξικότητα της 6-μερκαπτοπουρίνης. ΄Έχει επίσης αναφερθεί αύξηση στη τοξικότητα που προκαλείται από ακτινοβολία (μυοκάρδιο, βλεννογόνο, δέρμα και ήπαρ).

Παχυσαρκία / Κάθαρση

Έχει βρεθεί ότι η συστηματική κάθαρση του doxorubicin μειώνεται σε παχύσαρκους ασθενείς. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά όταν υποβάλλονται σε θεραπεία με πλήρεις δόσεις του φαρμάκου.

Σύνδρομο λύσης του όγκου

Το doxorubicin μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία, ως αποτέλεσμα εκτεταμένου μεταβολισμού πουρίνης που συνοδεύει την από το φάρμακο προκληθείσα ταχεία λύση νεοπλασματικών κυττάρων (σύνδρομο λύσης του όγκου). Τα επίπεδα αίματος του ουρικού οξέος, το κάλιο, το φωσφορικό ασβέστιο και η κρεατινίνη πρέπει να αξιολογούνται μετά την αρχική θεραπεία. Η ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων και η χορήγηση αλλοπουρινόλης με σκοπό την αποτροπή της υπερουριχαιμίας μπορούν να ελαχιστοποιήσουν πιθανές επιπλοκές του συνδρόμου λύσης του όγκου.

Αλλοίωση χρώματος ούρων

Το doxorubicin μπορεί να προσδώσει ερυθρό χρώμα στα ούρα για διάστημα μίας ή δύο ημερών μετά τη χορήγησή της. Οι ασθενείς θα πρέπει να πληροφορηθούν ότι το γεγονός αυτό δεν αποτελεί αιτία για ανησυχία.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-ADRIBLASTINA
expand_more

Αναστολείς CYP3A4, CYP2D6 και/ή P-gp (π.χ. βεραπαμίλη)

  • Επίδραση: Το doxorubicin είναι ένα σημαντικό υπόστρωμα του κυτοχρώματος CYP3A4 και CYP2D6 και της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp). Έχουν αναφερθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με αναστολείς του CYP3A4, του CYP2D6 και/ή της P-gp (π.χ βεραπαμίλη), που είχαν ως αποτέλεσμα αυξημένη συγκέντρωση και κλινική επίδραση του doxorubicin.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.

Επαγωγείς CYP3A4 (π.χ. φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοϊνη, St. John’s Wort-βαλσαμόχορτο)

  • Επίδραση: Οι επαγωγείς του CYP3A4 μπορεί να μειώσουν τη συγκέντρωση του doxorubicin.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.

Επαγωγείς της P-gp (π.χ. St. John’s Wort-βαλσαμόχορτο)

  • Επίδραση: Οι επαγωγείς της P-gp μπορεί να μειώσουν τη συγκέντρωση του doxorubicin.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.

Κυκλοσπορίνη (κυκλοσπορίνη)

  • Επίδραση: Η προσθήκη κυκλοσπορίνης στο doxorubicin μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξήσεις στην περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) και για το doxorubicin και για το doxorubicinol, πιθανώς λόγω μίας μείωσης της κάθαρσης του μητρικού φαρμάκου και μίας μείωσης στο μεταβολισμό του doxorubicinol.
  • Κλινικές επιπτώσεις: Προκαλεί πιο έντονη και παρατεταμένη αιματολογική τοξικότητα από αυτή που έχει παρατηρηθεί με το doxorubicin μόνο του. Με την ταυτόχρονη χορήγηση κυκλοσπορίνης και doxorubicin έχουν περιγραφεί κώμα και επιληπτικές κρίσεις.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.

Άλλα κυτταροστατικά φάρμακα (π.χ. 5-φθοριοουρακύλη, κυκλοφωσφαμίδη, σισπλατίνη, ταξάνες)

  • Επίδραση: Το doxorubicin μπορεί να ενισχύσει την τοξικότητα άλλων κυτταροστατικών φαρμάκων. Επί πλέον, μπορεί να προκληθεί αθροιστική τοξικότητα στους τομείς μυελού/αιματολογικού συστήματος και γαστρεντερικού σωλήνα.
  • Σημείωση: Απαιτείται στενή παρακολούθηση της τοξικότητας. Αναφέρεται ότι ορισμένα από τα κυτταροστατικά φάρμακα που αναφέρονται ως ενδεχομένως καρδιοτοξικά περιλαμβάνουν τα 5-φθοριοουρακύλη, κυκλοφωσφαμίδη, σισπλατίνη, ταξάνες.

Κυταραβίνη (κυταραβίνη)

  • Επίδραση: Ο συνδυασμός doxorubicin με κυταραβίνη έχει προκαλέσει αιμορραγία, εξέλκωση και νέκρωση του βλεννογόνου του κόλου σε ασθενείς με οξεία μυελογενή λευχαιμία.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.

Paclitaxel

  • Επίδραση: Το paclitaxel μπορεί να προκαλέσει αύξηση της συγκέντρωσης doxorubicin και/ή των μεταβολιτών του στο πλάσμα, όταν χορηγείται πριν το doxorubicin. Ορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι αυτή η ενέργεια είναι ήσσονος σημασίας όταν η ανθρακυκλίνη χορηγείται πριν το paclitaxel.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.

Sorafenib (400 mg δύο φορές ημερησίως)

  • Επίδραση: Σε κλινικές μελέτες, παρατηρήθηκε τόσο αύξηση (21% - 47%) στην AUC του doxorubicin, όσο και καμία αλλαγή. Η κλινική σημασία των ευρημάτων αυτών είναι άγνωστη.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.

5-φθοριοουρακύλη (5-FU)

  • Επίδραση: Αναφέρεται ότι ο συνδυασμός με doxorubicin μπορεί να είναι καρδιοτοξικός (ενδεχομένως καρδιοτοξικά φάρμακα περιλαμβάνονται), με παραδείγματα τα 5-φθοριοουρακύλη.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.

Κυκλοφωσφαμίδη (κυκλοφωσφαμίδη)

  • Επίδραση: Ενδεχομένως καρδιοτοξικά σε συνδυασμό με doxorubicin.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.

Σισπλατίνη (cisplatin)

  • Επίδραση: Ενδεχομένως καρδιοτοξικά σε συνδυασμό με doxorubicin.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.

Τάξάνες (Taxanes)

  • Επίδραση: Ενδεχομένως καρδιοτοξικά σε συνδυασμό με doxorubicin.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.

Αναστολείς διαύλων ασβεστίου (Calcium channel blockers)

  • Επίδραση: Απαιτεί στενή παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας όταν συνχορηγούνται με άλλα καρδιοδραστικά φάρμακα.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.

Ανθρακυκλίνη (ανθρακυκλίνη)

  • Επίδραση: Ορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ενέργεια αυτή είναι ήσσονος σημασίας όταν η ανθρακυκλίνη χορηγείται πριν το paclitaxel.
  • Σημείωση: Δεν καθορίζεται προτεινόμενο μέτρο διαχείρισης στο κείμενο.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-ADRIBLASTINA
expand_more

Μυελοτοξικότητα/Αιματολογική τοξικότητα

Η δοσοεξαρτώμενη, αναστρέψιμη λευκοπενία και/ή κοκκιοκυτταροπενία (ουδετεροπενία) αποτελεί την κυριότερη εκδήλωση της μυελοτοξικότητας/αιματολογικής τοξικότητας του doxorubicin και αντιπροσωπεύει την οξεία δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου αυτού. Κατά τη διάρκεια του πλέον συχνά εφαρμοζόμενου σχήματος 3 - 4 εβδομάδων, το ναδίρ των λευκοκυττάρων/κοκκιοκυττάρων εμφανίζεται γενικά 10 μέχρι 14 ημέρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Σε ασθενείς με φυσιολογική ικανότητα ανάπλασης του μυελού, ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων επανέρχεται σε φυσιολογικά επίπεδα μέχρι το τέλος της τρίτης εβδομάδας. Σε περίπτωση που παρατηρηθεί σοβαρή μυελοκαταστολή, μπορεί να εφαρμοσθεί υποστήριξη του μυελού (π.χ. με αρχέγονα κύτταρα περιφερικού αίματος ή αυξητικούς παράγοντες). Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί θρομβοκυτταροπενία και αναιμία. Τα κλινικά επακόλουθα της μυελοτοξικότητας/αιματολογικής τοξικότητας από doxorubicin μπορεί να περιλαμβάνουν πυρετό, λοιμώξεις, σήψη/σηψαιμία, σηπτικό σόκ, αιμορραγίες, υποξία των ιστών ή θάνατο. Θα πρέπει να χορηγούνται αντιβιοτικά ενδοφλεβίως όταν παρατηρηθεί εμπύρετη ουδετεροπενία.

Δευτερογενής λευχαιμία: Η εμφάνιση δευτερογενούς οξείας μυελογενούς λευχαιμίας, με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση, έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ταυτόχρονη θεραπεία με ανθρακυκλίνες (συμπεριλαμβανομένης του doxorubicin). Η δευτερογενής λευχαιμία εμφανίζεται συχνότερα, όταν αυτά τα φάρμακα χορηγούνται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες με καταστροφική δράση στο DNA, σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία, όταν οι ασθενείς έχουν λάβει προηγουμένως κυταρροτοξικά φάρμακα, ή όταν η δοσολογία των ανθρακυκλινών αυξάνεται κλιμακωτά. Οι λευχαιμίες αυτές μπορεί να έχουν βραχεία λανθάνουσα περίοδο (1 - 3 ετών).

Καρδιοτοξικότητα: Η καρδιοτοξικότητα που προκαλείται από ανθρακυκλίνες μπορεί να εμφανισθεί με πρώιμες (οξείες) ή καθυστερημένες εκδηλώσεις. Η πρώιμη καρδιοτοξικότητα του doxorubicin αποτελείται κυρίως από κολπική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες στο ΗΚΓ, π.χ. μη ειδικές αλλαγές στο κύμα ST-T, ωστόσο έχουν αναφερθεί και ταχυαρρυθμίες όπως πρόωρες κοιλιακές συστολές, κοιλιακή ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, καθώς και κολποκοιλιακός αποκλεισμός, αποκλεισμός σκέλους του δεματίου του His και ασυμπτωματική πτώση στο κλάσμα εξώθησης. Με την εξαίρεση της κακοήθους καρδιακής δυσρυθμίας, τα αποτελέσματα αυτά δεν αποτελούν συνήθως ένδειξη μεταγενέστερης ανάπτυξης καθυστερημένης καρδιοτοξικότητας, σπάνια είναι κλινικής σημασίας και σε γενικές γραμμές δε θεωρούνται ένδειξη για τη διακοπή της θεραπείας με doxorubicin. Η καθυστερημένη καρδιοτοξικότητα απεικονίζεται από χαρακτηριστική καρδιομυοπάθεια η οποία εκδηλώνεται κλινικά με συμπτώματα/ενδείξεις κοιλιακής δυσλειτουργίας/συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (όπως δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα, εξαρτώμενο οίδημα [π.χ. στον αστράγαλο], ηπατομεγαλία, ασκίτης, έκχυση στον υπεζωκότα, καλπαστικός ρυθμός). Η τοξικότητα αυτή φαίνεται να εξαρτάται από την αθροιστική δόση του doxorubicin και αντιπροσωπεύει την αθροιστική δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου. Σε έναν αριθμό μελετών αξιολογήθηκε ότι ο κίνδυνος ανάπτυξης συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, σε απουσία άλλων καρδιακών παραγόντων κινδύνου, αυξάνεται fromτομα όταν η αθροιστική δόση του doxorubicin φθάσει τα 550 mg/m. Ωστόσο, όταν υπάρχει επιπρόσθετος κίνδυνος για ανάπτυξη καρδιοτοξικότητας (π.χ. ενεργός ή λανθάνουσα καρδιαγγειακή νόσος, προηγούμενη μεσοθωράκια ακτινοθεραπεία, προηγούμενη/ταυτόχρονη χρήση άλλων καρδιοτοξικών φαρμάκων) η καρδιοτοξικότητα μπορεί να εμφανισθεί σε χαμηλότερες αθροιστικές δόσεις. Η καθυστερημένη καρδιοτοξικότητα αναπτύσσεται κυρίως κατά τη διάρκεια της αγωγής με doxorubicin και μέχρι και δύο-τρεις μήνες μετά, ωστόσο έχουν αναφερθεί και αργοπορημένα συμβάντα (αρκετούς μήνες μέχρι χρόνια μετά την αποπεράτωση της αγωγής). Σοβαρή καρδιακή βλάβη μπορεί να αποτραπεί με τακτική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της αγωγής (βλ. επίσης Λήμμα 4.4). ΄Εχουν επίσης αναφερθεί υποξείες καταστάσεις, όπως περικαρδίτιδα και μυοκαρδίτιδα.

Γαστρεντερική Τοξικότητα: Βλεννογονίτιδα (κυρίως στοματίτιδα, λιγότερο συχνά οισοφαγίτιδα), και υπερχρωμάτωση του στοματικού βλεννογόνου, μπορεί να παρατηρηθούν σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με doxorubicin. Οι κλινικές εκδηλώσεις της βλεννογονιτίδας περιλαμβάνουν πόνο ή αίσθημα καύσους, ερύθημα, διαβρώσεις-εξελκώσεις, αιμορραγία και λοιμώξεις. Η στοματίτιδα εμφανίζεται γενικά σχεδόν αμέσως μετά τη χορήγηση του φαρμάκου και, σε περίπτωση που είναι σοβαρή, μπορεί να προχωρήσει μέσα σε διάστημα ημερών σε εξελκώσεις του βλεννογόνου. Ωστόσο, οι περισσότεροι ασθενείς ανανήπτουν από αυτήν την ανεπιθύμητη ενέργεια μέχρι την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί ναυτία, έμετος και, κατά καιρούς, διάρροια, κοιλιακός πόνος και κολίτιδα. Ο έντονος έμετος και διάρροια μπορούν να προκαλέσουν αφυδάτωση. Η ναυτία και ο έμετος μπορούν να αποτραπούν ή να μειωθούν σε ένταση με τη χορήγηση κατάλληλης αντιεμετικής αγωγής. Ο συνδυασμός doxorubicin με κυταραβίνη έχει προκαλέσει αιμορραγία, εξέλκωση και νέκρωση του βλεννογόνου του κόλου σε ασθενείς με οξεία μυελογενή λευχαιμία.

Δερματικές Αντιδράσεις και Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας: Αλωπεκία, που περιλαμβάνει τη διακοπή ανάπτυξης γένιου, παρατηρείται συχνά. Η ανεπιθύμητη ενέργεια αυτή είναι συνήθως αναστρέψιμη και όλα τα μαλλιά αναπτύσσονται και πάλι εντός δύο-τριών μηνών μετά την αποπεράτωση της αγωγής. Μπορεί επίσης να παρατηρηθούν εξάψεις, υπερχρωμάτωση του δέρματος και των νυχιών, φωτοευαισθησία και υπερευαισθησία σε δέρμα που έχει υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία (radiation recall reaction). Κνίδωση και αναφυλαξία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με doxorubicin. Οι ενδείξεις/συμπτώματα των αντιδράσεων αυτών μπορεί να διαφέρουν από δερματικό εξάνθημα και κνησμό μέχρι πυρετό, ρίγη και σοκ. ΄Εχει επίσης αναφερθεί το “παλαμο - πελματικό σύνδρομο” (palmar-plantar erythrodysaesthesia ή ερύθημα των άκρων).

Επιδράσεις στο Σημείο της Ένεσης: Η ερυθματοειδής ράβδωση κατά μήκος της φλέβας όπου πραγματοποιήθηκε η έγχυση δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο και μπορεί να προηγείται της τοπικής φλεβίτιδας ή θρομβοφλεβίτιδας. Ο κίνδυνος για πρόκληση φλεβίτιδας/θρομβοφλεβίτιδας στο σημείο της ένεσης μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με την εφαρμογή της διαδικασίας χορήγησης που συνιστάται στη Φιλοσοφία Παράγραφος 4.4 (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Μπορεί επίσης να προκληθεί φλεβοσκλήρυνση, ειδικά όταν το doxorubicin εγχύεται κατ΄επανάληψη σε μικρή φλέβα. Στην περίπτωση περιφλεβικής εξαγγείωσης του φαρμάκου, παρατηρείται τοπικός πόνος, σοβαρή κυτταρίτιδα και νέκρωση ιστών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Άλλες Ανεπιθύμητες Ενέργειες: Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν αδιαθεσία/κόπωση, οφθαλμική τοξικότητα (επιπεφυκίτιδα, δακρύρροια) και υπερουριχαιμία, που μπορεί να εμφανισθεί σαν επακόλουθο του εκτεταμένου καταβολισμού πουρίνης που συνοδεύει την από το φάρμακο προκληθείσα ταχεία κυτταρική νέκρωση των πολύ ευαίσθητων στη χημειοθεραπεία νεοπλασμάτων (σύνδρομο λύσης του όγκου). Η ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων και η χορήγηση αλλοπουρινόλης βοηθούν στην αποτροπή ή στην ελαχιστοποίηση των ανεπιθύμητων ενεργειών της υπερουριχαιμίας.Πιθανόν να εμφανιστεί ερυθρός χρωματισμός των ούρων 1-2 ημέρες μετά τη χορήγηση. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί αμηνόρροια και η αγωγή με doxorubicin μπορεί να προκαλέσει αζωοσπερμία ή ολιγοσπερμία στο σπερματικό υγρό. Μεταβολές στα επίπεδα των τρανσαμινασών μπορεί επίσης να παρατηρηθούν. Η χορήγηση του doxorubicin από την ενδοκυστική οδό μπορεί να προκαλέσει χημική κυστίτιδα και συστολή της ουροδόχου κύστης.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-ADRIBLASTINA
expand_more

Κύηση

Αποφεύγεται

H ασφαλής χρήση του doxorubicin κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν έχει διαπιστωθεί. Το doxorubicin είναι εμβρυοτοξικό και τερατογόνο σε αρουραίους. Είναι εμβρυοτοξικό και μπορεί να προκαλέσει αποβολή σε κουνέλια. Οι γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν και οι οποίες πρόκειται να υποβληθούν σε θεραπεία με doxorubicin θα πρέπει να λάβουν γνώση για τον ενδεχόμενο κίνδυνο στο έμβρυο και θα πρέπει να παρακινηθούν να αποφύγουν τη σύλληψη κατά τη διάρκεια της αγωγής. Σε περίπτωση που το doxorubicin πρέπει να χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα πιθανά οφέλη της αγωγής θα πρέπει να σταθμιστούν προσεκτικά έναντι των πιθανών κινδύνων προς το έμβρυο. Δεδομένου του μεταλλαξιογόνου δυναμικού του doxorubicin, το φάρμακο είναι πιθανόν να προκαλέσει χρωμοσωματική βλάβη στα σπερματοζωάρια στον άνθρωπο. Επομένως, οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία με doxorubicin θα πρέπει να εφαρμόζουν αντισυλληπτικά μέτρα.

Γαλουχία

Αποφεύγεται

Το doxorubicin απεκκρύνεται στο μητρικό γάλα, επομένως οι γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία με doxorubicin δε θα πρέπει να θηλάζουν λόγω του ενδεχόμενου για πρόκληση σοβαρής βλάβης στα βρέφη που θηλάζουν.

Γονιμότητα

Με προσοχή

Το φάρμακο πιθανόν να προκαλέσει χρωμοσωματική βλάβη στα σπερματοζωάρια στον άνθρωπο. Επομένως, οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία με doxorubicin θα πρέπει να εφαρμόζουν αντισυλληπτικά μέτρα.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-ADRIBLASTINA
expand_more

Μηχανισμός δράσης

Το doxorubicin παρεμβαίνει στην κυτταρική χρωματίνη και παρεμβάλλεται στο DNA με παρεμβολή ανάμεσα στα ζεύγη βάσεων, προκαλώντας διαταραχές στη σύνθεση DNA, RNA και πρωτεϊνοσύνθεσης. Εμπλέκεται σε οξειδωτικές/αναγωγικές αντιδράσεις που παράγουν ελεύθερες ριζές και σε διάσπαση DNA μέσω τοποϊσομεράσης II, συνεισφέροντας στην κυτταροτοξικότητά του.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

  • Ακόμη και αν είναι γνωστό ότι οι ανθρακυκλίνες μπορούν να παρέμβουν σε ορισμένες βιοχημικές και βιολογικές λειτουργίες εντός των ευκαρυωτικών κυττάρων, οι ακριβείς μηχανισμοί των κυτταροτοξικών ιδιοτήτων του doxorubicin δεν έχουν διευκρινισθεί ακόμη πλήρως.
  • Το φάρμακο, αφού διεισδύσει στο κύτταρο, δεσμεύεται κυρίως στη χρωματίνη.
  • Από πειραματικές ενδείξεις προκύπτει ότι το doxorubicin σχηματίζει σύμπλοκο με το DNA με παρεμβολή των επίπεδων δακτυλίων της ανάμεσα στα ζεύγη των βάσεων των νουκλεοτιδίων.
  • Τα επακόλουθα της παρεμβολής αυτής, περιλαμβάνουν σοβαρές διαταραχές στη σύνθεση του DNA, στην από το DNA εξαρτώμενη σύνθεση του RNA και στην πρωτεϊνοσύνθεση.
  • Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις του doxorubicin που απαιτούνται για την άσκηση της κυτταροτοξικής δράσης μέσω των μηχανισμών αυτών φαίνεται πως είναι κάπως υψηλότερες από εκείνες που μπορούν να επιτευχθούν στο σημείο του νεοπλάσματος σε κλινικό επίπεδο.
  • Πιο πρόσφατα πειραματικά στοιχεία φαίνεται να δείχνουν ότι η παρεμβολή στο DNA προκαλεί διάσπαση του DNA από την τοποϊσομεράση II, προκαλώντας σοβαρές διαταραχές στην τριτογενή δομή του DNA.
  • Το αποτέλεσμα αυτό παρατηρείται με συγκεντρώσεις φαρμάκου οι οποίες έχουν βρεθεί εντός του κλινικά θεραπευτικού εύρους δόσεων.
  • Είναι επίσης γνωστό ότι το doxorubicin εμπλέκεται σε αντιδράσεις οξείδωσης/αναγωγής: ορισμένες από τις εξαρτώμενες από το NADPH κυτταρικές αναγωγάσες μπορούν να ανάγουν το doxorubicin σε ελεύθερες ρίζες ημικινόνης, οι οποίες μπορούν με τη σειρά τους να αντιδράσουν με μοριακό οξυγόνο για την παραγωγή πολύ δραστικών κυτταροστατικών ενώσεων όπως υπεροξείδια, ρίζες υδροξυλίου και υπεροξείδιο του υδρογόνου.
  • Ο σχηματισμός ελευθέρων ριζών έχει ενοχοποιηθεί για την καρδιοτοξικότητα του doxorubicin.
  • Ένα περαιτέρω σημείο δράσης του doxorubicin μπορεί να βρίσκεται στο επίπεδο της κυτταρικής μεμβράνης: το φάρμακο μπορεί να δεσμευθεί στα λιπίδια της κυτταρικής μεμβράνης και να επηρεάσει διάφορες λειτουργίες.
  • Η κυτταροτοξική δράση του doxorubicin μπορεί να είναι αποτέλεσμα οποιουδήποτε από τους μηχανισμούς που έχουν ήδη αναφερθεί ή μπορεί να υπάρχουν και άλλοι μηχανισμοί.
  • Από μελέτες κινητικής των κυττάρων προκύπτει ότι το doxorubicin εμφανίζει δράση σε ολόκληρο τον κυτταρικό κύκλο, συμπεριλαμβανομένης και της μεσόφασης.
  • Ταχέως πολλαπλασιαζόμενοι ιστοί όπως οι νεοπλασματικοί ιστοί (αλλά επίσης και ο μυελός των οστών, ο βλεννογόνος του γαστρεντερικού σωλήνα και ο στοματικός βλεννογόνος, τα θυλάκια των τριχών) είναι επομένως οι πλέον ευαίσθητοι στις κυτταροτοξικές δράσεις του doxorubicin.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-ADRIBLASTINA
expand_more

Απορρόφηση

Το doxorubicin δεν απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα. Δεδομένου ότι το φάρμακο είναι εξαιρετικά ερεθιστικό στους ιστούς, πρέπει να χορηγείται από ενδοαγγειακές οδούς (ενδοφλέβια ή ενδοαρτηριακά). Η ενδοκυστική χορήγηση έχει αποδειχθεί εφικτή. Με αυτή την οδό χορήγησης, η δίοδος του doxorubicin στη συστηματική κυκλοφορία είναι ελάχιστη.

Κατανομή

Το doxorubicin κατανέμεται ταχέως και σε μεγάλο βαθμό στα εξωαγγειακά διαμερίσματα, όπως φαίνεται από τον πολύ σύντομο (5 - μέχρι 10 λεπτά) αρχικό χρόνο ημιζωής στο πλάσμα και από τον όγκο κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας που υπερβαίνει τα 20 μέχρι 30 L/kg. Ωστόσο, το doxorubicin δε διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό σε ανιχνεύσιμες ποσότητες. H δέσμευση του doxorubicin από τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 75% και δεν εξαρτάται από συγκεντρώσεις πλάσματος μέχρι και τα 2μΜ.

Βιομετατροπή/Μεταβολισμός

Το doxorubicin μεταβολίζεται σε σημαντικό βαθμό, κυρίως από το ήπαρ. Ο κυριότερος μεταβολίτης του doxorubicin είναι η 13-ΟΗ-doxorubicinol, που παράγεται από αλδο-κετο αναγωγάσες και που εμφανίζει ορισμένο βαθμό κυτταροστατικής δράσης. Το doxorubicin και η 13-ΟΗ- doxorubicinol κυριαρχούν επίσης στα ούρα και στη χολή. ΄Αλλοι μεταβολίτες που βρίσκονται σε ανιχνεύσιμες ποσότητες στο πλάσμα είναι τα άγλυκα τμήματα του doxorubicin και της 13-ΟΗ-doxorubicinol.

Αποβολή

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, τα επίπεδα του doxorubicin στο πλάσμα ακολουθούν πολυεκθετική μείωση, με τελικό χρόνο ημιζωής που κυμαίνεται από 20 μέχρι 48 ώρες. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της 13-ΟΗ-doxorubicinol είναι όμοιος με εκείνον του doxorubicin. Η κάθαρση από το πλάσμα κυμαίνεται από 8 μέχρι 20 ml/λεπτό/kg και οφείλεται κυρίως στο μεταβολισμό και στη χολική απέκκριση. Αυτή η βραδεία αποβολή από το πλάσμα μπορεί να παραταθεί περαιτέρω σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. Η κάθαρση του doxorubicin πραγματοποιείται σε μεγάλο βαθμό από μεταβολική μετατροπή σε έναν αριθμό λιγότερο δραστικών ή αδρανών προϊόντων. Το 40 μέχρι 50% της χορηγηθείσης δοσολογίας ανακτάται στη χολή ή στα κόπρανα σε διάστημα επτά ημερών. Η νεφρική αποβολή είναι ελάχιστη και αποτελεί μόνο το 5% μέχρι 10% της χορηγηθείσης δόσης σε 5 ημέρες.

Κύρια PK Παράμετροι

Παράμετρος Τιμή
Τελικός χρόνος ημιζωής (t½) 20-48 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών περίπου 75%
Μεταβολισμός ήπαρ; 13-ΟΗ-doxorubicinol (παράγεται από αλδο-κετο αναγωγάσες)
Νεφρική αποβολή ελάχιστη; 5-10% της δόσης σε 5 ημέρες
Αποβολή μέσω χολής/κόπρανα 40-50% της χορηγηθείσης δόσης σε 7 ημέρες
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

55 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

70%
DrugBank

Απέκκριση

Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
31703
Μοριακός τύπος
C27H29NO11
Μοριακό βάρος
543.5
IUPAC
(7S,9S)-7-[(2R,4S,5S,6S)-4-amino-5-hydroxy-6-methyloxan-2-yl]oxy-6,9,11-trihydroxy-9-(2-hydroxyacetyl)-4-methoxy-8,10-dihydro-7H-tetracene-5,12-dione
InChIKey
AOJJSUZBOXZQNB-TZSSRYMLSA-N
Κατάταξη MeSH

Κατηγοριοποίηση MeSH

  • Χημικές Ουσίες: Παράγονται από μικροοργανισμούς, αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
  • Αναστολείς Τοποϊσομεράσης II: Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν τη μορφή της τοποϊσομεράσης II στα ευκαρυωτικά κύτταρα και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν τη μορφή της τοποϊσομεράσης II στα προκαρυωτικά κύτταρα.