RANITIDINE
Ρανιτιδίνη
Oι H2-ανταγωνιστές αποτέλεσαν σταθμό στη θεραπευτική αντιμετώπιση του έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Oι χρησιμοποιούμενοι στην κλινική πράξη H2-ανταγωνιστές είναι η σιμετιδίνη, ρανιτιδίνη, φαμοτιδίνη, νιζατιδίνη και ροξατιδίνη. Tα φάρμακα αυτά δεσμεύουν τους …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZANTAC
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος, Ενέσιμο
- Χορήγηση: Δύο φορές την ημέρα, το βράδυ, πρωί και βράδυ, κάθε βράδυ, 4 φορές την ημέρα, ημερησίως, 3 φορές την ημέρα, 2 ώρες πριν την έναρξη της γενικής αναισθησίας, την παραμονή το βράδυ, με την έναρξη του τοκετού, κάθε 6 ώρες, 4-8 εβδομάδες, κάθε 6-8 ώρες, 45-60 λεπτά πριν την έναρξη της γενικής αναισθησίας, πάνω από 10 λεπτά, κάθε 6 έως 8 ώρες.
- Δόση έναρξης: 150 mg
- Τιτλοποίηση: Στο σύνδρομο Zollinger-Ellison αν κριθεί απαραίτητο η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί (μπορεί να απαιτηθούν δόσεις και πάνω από 3g ημερησίως σε διηρημένες δόσεις). Σε ασθενείς με σοβαρή οισοφαγίτιδα και σε όσους δεν ανταποκρίνονται στη συνιστώμενη δοσολογία της ρανιτιδίνης, η δόση αυξάνεται σε 150mg 4 φορές την ημέρα για 8 εβδομάδες. Στο δωδεκαδακτυλικό έλκος δοσολογία 300mg δύο φορές την ημέρα για 4 εβδομάδες έχει σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερη συχνότητα επούλωσης συγκριτικά με τη δοσολογία των 150mg δύο φορές την ημέρα ή 300mg κάθε βράδυ. Η ενδοφλέβια θεραπεία σε παιδιά με πεπτικό έλκος ενδείκνυται μόνο εάν η από του στόματος θεραπεία δεν είναι δυνατή. Για την οξεία αντιμετώπιση της νόσου του πεπτικού έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης σε παιδιατρικούς ασθενείς το Zantac ενέσιμο μπορεί να χορηγηθεί σε αρχική δόση (2,0 mg/kg ή 2,5 mg/kg, μέγιστη 50 mg) ως αργή ενδοφλέβια έγχυση πάνω από 10 λεπτά, είτε με μία αντλία έγχυσης ακολουθούμενη από έκπλυση με 3 ml φυσιολογικού ορού για διάστημα πάνω από 5 λεπτά, ή αραίωση με 20 ml φυσιολογικού ορού. Η διατήρηση του γαστρικού pH > 4,0 μπορεί να επιτευχθεί με διαλείπουσα έγχυση 1,5 mg/kg κάθε 6 έως 8 ώρες. Εναλλακτικά η θεραπεία μπορεί να είναι συνεχής, χορηγώντας μία δόση εφόδου 0,45 mg/kg ακολουθούμενη από συνεχή έγχυση 0,15 mg/kg/hr. Η συνιστώμενη δόση για την προφύλαξη του έλκους από στρες είναι 1mg/kg (μέγιστη 50 mg) κάθε 6 έως 8 ώρες. Εναλλακτικά η θεραπεία μπορεί να είναι συνεχής, χορηγώντας 125 - 250 μικρογραμμάρια/kg/hr ως συνεχή έγχυση.
-
Ενήλικες / Έφηβοι (12 ετών και άνω)Δόση150 mg δύο φορές την ημέραΣε χρόνια επεισοδιακή δυσπεψία η συνήθης δοσολογία είναι 150 mg δύο φορές την ημέρα μέχρι 6 εβδομάδες. Οποιοσδήποτε ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία ή υποτροπιάζει πρέπει άμεσα να ελέγχεται.
-
Ενήλικες / Έφηβοι (12 ετών και άνω)Δόση150mg δύο φορές την ημέρα είτε 300mg το βράδυΗ συνήθης δοσολογία για γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος. Στις περισσότερες περιπτώσεις καλοήθους γαστρικού και δωδεκαδακτυλικού έλκους η επούλωση γίνεται σε 4 εβδομάδες. Σε ασθενείς που η επούλωση δεν ολοκληρώνεται σ' αυτό το διάστημα, παράταση της θεραπείας για ακόμη 4 εβδομάδες συνήθως οδηγεί σε επούλωση του έλκους.
-
Ενήλικες / Έφηβοι (12 ετών και άνω)Δόση300mg δύο φορές την ημέρα για 4 εβδομάδεςΣτο δωδεκαδακτυλικό έλκος δοσολογία 300mg δύο φορές την ημέρα για 4 εβδομάδες έχει σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερη συχνότητα επούλωσης συγκριτικά με τη δοσολογία των 150mg δύο φορές την ημέρα ή 300mg κάθε βράδυ.
-
Ενήλικες / Έφηβοι (12 ετών και άνω)Δόση150mg κάθε βράδυΘεραπεία συντήρησης για δωδεκαδακτυλικό έλκος.
-
Ενήλικες / Έφηβοι (12 ετών και άνω)Δόση150 mg πρωί και βράδυΣε έλκη που εμφανίζονται μετά από θεραπεία με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, ή που σχετίζονται με την παρατεταμένη θεραπεία με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Θεραπεία 8 εβδομάδων μπορεί να κριθεί απαραίτητη.
-
Ενήλικες / Έφηβοι (12 ετών και άνω)Δόση150mg δύο φορές την ημέρα είτε 300mg κάθε βράδυ για 8 εβδομάδεςΣε οισοφαγίτιδα από γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. Αν χρειασθεί 12 εβδομάδες. Σε ασθενείς με σοβαρή οισοφαγίτιδα και σε όσους δεν ανταποκρίνονται στη συνιστώμενη δοσολογία της ρανιτιδίνης, η δόση αυξάνεται σε 150mg 4 φορές την ημέρα για 8 εβδομάδες.
-
Ενήλικες / Έφηβοι (12 ετών και άνω)Δόση150mgx2 ημερησίωςΘεραπεία μακράς διάρκειας επουλωμένης οισοφαγίτιδας.
-
Ενήλικες / Έφηβοι (12 ετών και άνω)Δόση150mg 3 φορές την ημέραΣτο σύνδρομο Zollinger-Ellison. Αν κριθεί απαραίτητο η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί (μπορεί να απαιτηθούν δόσεις και πάνω από 3g ημερησίως σε διηρημένες δόσεις).
-
Ενήλικες / Έφηβοι (12 ετών και άνω)Δόση150mg δύο φορές την ημέραΣτην πρόληψη αιμορραγίας ελκών από stress σε βαρέως πάσχοντες ή σε ασθενείς με αιμοραγούντα έλκη, μπορεί να αντικαταστήσει την ενέσιμη χορήγηση μόλις αρχίσει η διατροφή από το στόμα.
-
Ενήλικες / Έφηβοι (12 ετών και άνω)Δόση150mg 2 ώρες πριν την έναρξη της γενικής αναισθησίας, και άλλα 150mg την παραμονή το βράδυΣτην πρόληψη εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου. Σαν εναλλακτική λύση μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ενέσιμη μορφή.
-
ΈγκυοιΔόση150mg με την έναρξη του τοκετού και στη συνέχεια κάθε 6 ώρεςΑν απαιτηθεί γενική αναισθησία συνιστάται να χορηγείται επιπρόσθετα ένα αντιόξινο (π.χ. κιτρικό νάτριο).
-
Παιδιά από 3 ετών έως 11 ετών και βάρους άνω των 30 kgΒλέπε παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες - Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών.
-
ΠαιδιάΔόση4-8 mg/kg/ημέρα χορηγούμενη σε δύο διηρημένες δόσειςΜέγ. δόση300 mg ρανιτιδίνης ημερησίωςΟξεία αντιμετώπιση πεπτικού έλκους. Διάρκεια 4 εβδομάδων. Για όσους ασθενείς δεν έχουν πλήρη επούλωση, ενδείκνυνται άλλες 4 εβδομάδες θεραπείας.
-
ΠαιδιάΔόση5-10 mg/kg/ημέρα, χορηγούμενη σε δύο διηρημένες δόσειςΜέγ. δόση600 mgΓαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. Η μέγιστη δόση είναι πιθανό να εφαρμόζεται σε βαρύτερα παιδιά ή έφηβους με σοβαρά συμπτώματα.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 50ml/λεπτό)Δόση150mg το βράδυΣυσσώρευση της ρανιτιδίνης με αποτέλεσμα την αύξηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα μπορεί να συμβεί. Η ημερήσια δόση της ρανιτιδίνης να είναι 150mg το βράδυ για 4-8 εβδομάδες. Η ίδια δόση θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία συντήρησης εφόσον κρίνεται απαραίτητο. Σε περίπτωση όπου δεν έχει επιτευχθεί επούλωση του έλκους μετά τη θεραπεία μπορεί να χορηγηθεί η δόση των 150mg δύο φορές ημερησίως και να ακολουθείται εφόσον κρίνεται απαραίτητο από θεραπεία συντήρησης των 150mg το βράδυ.
-
Ενήλικες (Ενέσιμο)Δόση50mg, που αραιώνονται με διαλυτικό στην ποσότητα των 20ml/50mg δόσηςΜε βραδεία ενδοφλέβια ένεση (διάρκεια ένεσης περισσότερο από δύο λεπτά). Η ένεση μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 6-8 ώρες.
-
Ενήλικες (Ενέσιμο)Δόση25mg/ώρα για 2 ώρεςΜε ενδοφλέβια έγχυση. Η έγχυση μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 6-8 ώρες.
-
Ενήλικες (Ενέσιμο)Δόση50mgΕνδομυϊκά. Κάθε 6-8 ώρες ημερησίως.
-
Ενήλικες (Ενέσιμο)Δόση125-250mcg/kg ανά ώραΣτην πρόληψη της αιμορραγίας ελκών από stress σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς, αρχικά βραδεία ενδοφλέβια ένεση (ως ανωτέρω) και στη συνέχεια συνεχής ενδοφλέβια έγχυση. Η παρεντερική χορήγηση μπορεί να συνεχισθεί μέχρι να αρχίσει η διατροφή από το στόμα, οπότε ασθενείς που θεωρούνται ότι διατρέχουν τον κίνδυνο υποτροπής μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα δισκία των 150mg δύο φορές την ημέρα.
-
Ενήλικες (Ενέσιμο)Δόση50mgΣε πρόληψη εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενδομυϊκά ή βραδέως ενδοφλεβίως 45-60 λεπτά πριν την έναρξη της γενικής αναισθησίας. Τα 50mg αραιώνονται μέχρι την ποσότητα των 20ml και χορηγούνται με βραδεία ενδοφλέβια ένεση διάρκειας μεγαλύτερης των 2 λεπτών.
-
Παιδιά / Βρέφη (6 μηνών έως 11 ετών) (Ενέσιμο)Δόσηέως τη μέγιστη δόση 50 mgΤο Zantac ενέσιμο μπορεί να χορηγηθεί ως αργή (πάνω από 2 λεπτά) ενδοφλέβια έγχυση. Κάθε 6 έως 8 ώρες.
-
Παιδιά / Βρέφη (6 μηνών έως 11 ετών) (Ενέσιμο)Δόση2,0 mg/kg ή 2,5 mg/kg, μέγιστη 50 mgΟξεία αντιμετώπιση της νόσου του πεπτικού έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Αρχική δόση ως αργή ενδοφλέβια έγχυση πάνω από 10 λεπτά, είτε με μία αντλία έγχυσης ακολουθούμενη από έκπλυση με 3 ml φυσιολογικού ορού για διάστημα πάνω από 5 λεπτά, ή αραίωση με 20 ml φυσιολογικού ορού.
-
Παιδιά / Βρέφη (6 μηνών έως 11 ετών) (Ενέσιμο)Δόση1,5 mg/kgΔιατήρηση του γαστρικού pH > 4,0 με διαλείπουσα έγχυση. Κάθε 6 έως 8 ώρες. Εναλλακτικά η θεραπεία μπορεί να είναι συνεχής, χορηγώντας μία δόση εφόδου 0,45 mg/kg ακολουθούμενη από συνεχή έγχυση 0,15 mg/kg/hr.
-
Παιδιά / Βρέφη (6 μηνών έως 11 ετών) (Ενέσιμο)Δόση1mg/kgΜέγ. δόση50 mgΠροφύλαξη του έλκους από στρες σε σοβαρά άρρωστους ασθενείς. Κάθε 6 έως 8 ώρες. Εναλλακτικά η θεραπεία μπορεί να είναι συνεχής, χορηγώντας 125 - 250 μικρογραμμάρια/kg/hr ως συνεχή έγχυση.
-
Νεογνά (μικρότερα του 1 μηνός)Βλέπε παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες - Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών.
-
Ασθενείς ηλικίας άνω των 50 ετών(Βλέπε Φαρμακοκινητικές ιδιότητες - Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών, Ασθενείς ηλικίας άνω των 50 ετών).
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 50ml/λεπτό)Δόση25mgΣυσσώρευση της ρανιτιδίνης με αποτέλεσμα την αύξηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα μπορεί να συμβεί. Σ' αυτούς τους ασθενείς συνιστάται η ημερήσια δόση της ρανιτιδίνης να είναι 25mg.
block
SPC-ZANTAC
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη ρανιτιδίνη ή σε κάποιο από τα συστατικά του φαρμάκου.
warning
SPC-ZANTAC
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Συστατικά αναβραζόντων δισκίων
-
ΚακοήθειαΗ ύπαρξη κακοήθειας πρέπει να αποκλεισθεί πριν από την έναρξη θεραπείας ασθενών με γαστρικό έλκος (είτε πρόκειται για μεσήλικες ή και μεγαλύτερης ηλικίας άτομα είτε για άτομα με πρόσφατη μεταβολή των δυσπεπτικών τους συμπτωμάτων), επειδή η θεραπεία με ρανιτιδίνη μπορεί να αποκρύψει συμπτώματα γαστρικού καρκινώματος.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΗ ρανιτιδίνη απεκκρίνεται από τους νεφρούς με αποτέλεσμα η συγκέντρωση της στο πλάσμα, να αυξάνονται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Το δοσολογικό σχήμα πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με τη δοσολογία που συνιστάται στη νεφρική ανεπάρκεια.
-
Αιματολογικές διαταραχέςΣπάνιες κλινικές αναφορές πιθανολογούν ότι η ρανιτιδίνη μπορεί να προδιαθέσει σε οξείες πορφυρικές προσβολές. Γι' αυτό η χρήση της ρανιτιδίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με ιστορικό οξείας πορφυρίας. Προσοχή σε ασθενείς με λευκοπενία, σε περίπτωση χορήγησης απαιτείται συχνή παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΝα χορηγείται με προσοχή και σε μειωμένη δόση σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
-
Ηλικιωμένοι ή πάσχοντες από σοβαρά νοσήματαΣυνιστάται μείωση της δόσης ανάλογα με την περίπτωση λόγω του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Συνδυασμός με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακαΣυνιστάται ο τακτικός έλεγχος των ασθενών που παίρνουν μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη σε συνδυασμό με ρανιτιδίνη, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους και σε άτομα με ιστορικό πεπτικού έλκους.
-
Διακοπή θεραπείαςΣε απότομη διακοπή που υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υποτροπών και επιπλοκών (διάτρηση, αιμορραγία) του έλκους.
-
Συγχορήγηση με αντιόξιναΗ χορήγηση αντιόξινων, όταν κρίνεται αναγκαία, να γίνεται στα ενδιάμεσα της χορήγησης του φαρμάκου.
-
ΥπέρτασηΣτους υπερτασικούς συνιστάται η παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΒραδυκαρδίαΣπάνια έχει αναφερθεί βραδυκαρδία η οποία σχετίζεται με τη γρήγορη χορήγηση του ενεσίμου, συνήθως σε ασθενείς με παράγοντες που προδιαθέτουν σε διαταραχές της καρδιακής συχνότητας. Να ακολουθείται ο συνιστώμενος στη δοσολογία ρυθμός χορήγησης.
-
Πνευμονία της κοινότηταςΣε ασθενείς όπως ηλικιωμένοι, άτομα με χρόνια πνευμονοπάθεια, διαβήτη, ή σε ανοσοκατασταλμένους, μπορεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης πνευμονίας της κοινότητας. Μια μεγάλη επιδημιολογική μελέτη έδειξε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης πνευμονίας της κοινότητας σε τρέχοντες χρήστες ανταγωνιστών των Η υποδοχέων, συγκριτικά με αυτούς που είχαν σταματήσει τη θεραπεία, με παρατηρούμενη προσαρμοσμένη αύξηση του σχετικού κινδύνου 1.82 (95% Cl, 1.26-2.64).
-
Αύξηση ηπατικών ενζύμωνΗ ενδοφλέβια χορήγηση Η-ανταγωνιστών σε δόσεις μεγαλύτερες των συνιστώμενων σχετίζεται με αύξηση των ηπατικών ενζύμων όταν η θεραπεία παρατείνεται περισσότερο από πέντε ημέρες.
swap_horiz
SPC-ZANTAC
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ βαρφαρίνη)παρακολούθησηΜεταβολή του χρόνου προθρομβίνηςΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση της αύξησης ή της μείωσης του χρόνου προθρομβίνης, κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης θεραπείας με ρανιτιδίνη.
-
Προκαϊναμίδη και Ν-ακετυλοπροκαϊναμίδηπαρακολούθησηΜείωση της έκκρισης με αύξηση των επιπέδων στο πλάσμαΣύστασηΥψηλές δόσεις ρανιτιδίνης (π.χ όπως αυτές που χρησιμοποιούνται στην θεραπεία του συνδρόμου Zollinger-Ellison) μπορεί να μειώσουν την έκκριση.
-
παρακολούθησηΑύξηση της απορρόφησης
-
παρακολούθησηΜείωση της απορρόφησης
sick
SPC-ZANTAC
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αιματολογικές διαταραχές (λευκοπενία, θρομβοκυτοπενία)
- Ακοκκιοκυτταραιμία ή πανκυτταροπενία, μερικές φορές με υποπλασία ή απλασία του μυελού των οστών
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (κνίδωση, αγγειοοίδημα, πυρετός, βρογχόσπασμος, υπόταση και πόνος στο θώρακα)
- Αναφυλακτικό σοκ
- Αναστρέψιμη διανοητική σύγχυση, κατάθλιψη και παραισθήσεις
- Κεφαλαλγία (μερικές φορές έντονη), ζάλη και αναστρέψιμες ακούσιες κινητικές διαταραχές
- Αναστρέψιμη θόλωση της όρασης
- Βραδυκαρδία, ταχυκαρδία και κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Αγγειίτιδα
- Οξεία παγκρεατίτιδα, διάρροια
- Κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, ναυτία
- Παροδικές και αναστρέψιμες μεταβολές στις λειτουργικές δοκιμασίες του ήπατος
- Ηπατίτιδα (ηπατοκυτταρική, ηπατοχολαγγειακή ή μικτή) με ή χωρίς ίκτερο
- Δερματικό εξάνθημα
- Πολύμορφο ερύθημα, αλωπεκία
- Μυοσκελετικά συμπτώματα όπως αρθραλγία και μυαλγία
- Οξεία διάμεση νεφρίτιδα
- Αύξηση της κρεατινίνης πλάσματος (συνήθως ελαφρά: επανέρχεται σε φυσιολογικές τιμές με τη συνέχιση της αγωγής)
- Αναστρέψιμη ανικανότητα, συμπτώματα από τους μαστούς και καταστάσεις των μαστών (όπως γυναικομαστία και γαλακτόρροια)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΑιματολογικές διαταραχές (λευκοπενία, θρομβοκυτοπενία)Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμία ή πανκυτταροπενία, μερικές φορές με υποπλασία ή απλασία του μυελού των οστώνΔιαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (κνίδωση, αγγειοοίδημα, πυρετός, βρογχόσπασμος, υπόταση και πόνος στο θώρακα)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικό σοκΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑναστρέψιμη διανοητική σύγχυση, κατάθλιψη και παραισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚεφαλαλγία (μερικές φορές έντονη), ζάλη και αναστρέψιμες ακούσιες κινητικές διαταραχέςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑναστρέψιμη θόλωση της όρασηςΔιαταραχές των οφθαλμών
-
Πολύ σπάνιεςΒραδυκαρδία, ταχυκαρδία και κολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία παγκρεατίτιδα, διάρροιαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, ναυτίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠαροδικές και αναστρέψιμες μεταβολές στις λειτουργικές δοκιμασίες του ήπατοςΗπατοχολικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδα (ηπατοκυτταρική, ηπατοχολαγγειακή ή μικτή) με ή χωρίς ίκτεροΗπατοχολικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔερματικό εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημα, αλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΜυοσκελετικά συμπτώματα όπως αρθραλγία και μυαλγίαΜυοσκελετικές διαταραχές και διαταραχές των συνδετικών ιστών
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία διάμεση νεφρίτιδαΔιαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑύξηση της κρεατινίνης πλάσματος (συνήθως ελαφρά: επανέρχεται σε φυσιολογικές τιμές με τη συνέχιση της αγωγής)Διαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑναστρέψιμη ανικανότητα, συμπτώματα από τους μαστούς και καταστάσεις των μαστών (όπως γυναικομαστία και γαλακτόρροια)Αναπαραγωγικό σύστημα και διαταραχές των μαστών
pregnant_woman
SPC-ZANTAC
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΓονιμότηταΆγνωστο
-
ΚύησηΜε προσοχή
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεται
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ZANTAC
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ZANTAC
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZANTAC
expand_more
Δοσολογία
block
Αντενδείξεις
SPC-ZANTAC
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη ρανιτιδίνη ή σε κάποιο από τα συστατικά του φαρμάκου.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZANTAC
expand_more
Προειδοποιήσεις
Τα αναβράζοντα δισκία Zantac περιέχουν:
- Νάτριο και χρειάζεται προσοχή όταν γίνεται θεραπεία σε ασθενείς στους οποίους συνιστάται αυστηρός περιορισμός νατρίου.
- Ασπαρτάμη και δεν πρέπει να χορηγούνται σε άτομα που πάσχουν από φαινυλκετονουρία.
Κακοήθεια Η ύπαρξη κακοήθειας πρέπει να αποκλεισθεί πριν από την έναρξη θεραπείας ασθενών με γαστρικό έλκος (είτε πρόκειται για μεσήλικες ή και μεγαλύτερης ηλικίας άτομα είτε για άτομα με πρόσφατη μεταβολή των δυσπεπτικών τους συμπτωμάτων), επειδή η θεραπεία με ρανιτιδίνη μπορεί να αποκρύψει συμπτώματα γαστρικού καρκινώματος.
Νεφρική ανεπάρκεια Η ρανιτιδίνη απεκκρίνεται από τους νεφρούς με αποτέλεσμα η συγκέντρωση της στο πλάσμα, να αυξάνονται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Το δοσολογικό σχήμα πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με τη δοσολογία που συνιστάται στη νεφρική ανεπάρκεια.
Αιματολογικές διαταραχές Σπάνιες κλινικές αναφορές πιθανολογούν ότι η ρανιτιδίνη μπορεί να προδιαθέσει σε οξείες πορφυρικές προσβολές. Γι’ αυτό η χρήση της ρανιτιδίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με ιστορικό οξείας πορφυρίας. Προσοχή σε ασθενείς με λευκοπενία, σε περίπτωση χορήγησης απαιτείται συχνή παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων.
Ηπατική ανεπάρκεια Να χορηγείται με προσοχή και σε μειωμένη δόση σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
Ηλικιωμένοι ή πάσχοντες από σοβαρά νοσήματα Συνιστάται μείωση της δόσης ανάλογα με την περίπτωση λόγω του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών.
Συνιστάται ο τακτικός έλεγχος των ασθενών που παίρνουν μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη σε συνδυασμό με ρανιτιδίνη, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους και σε άτομα με ιστορικό πεπτικού έλκους.
Γενικά Σε απότομη διακοπή που υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υποτροπών και επιπλοκών (διάτρηση, αιμορραγία) του έλκους.
Η χορήγηση αντιόξινων, όταν κρίνεται αναγκαία, να γίνεται στα ενδιάμεσα της χορήγησης του φαρμάκου.
Στους υπερτασικούς συνιστάται η παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
Σπάνια έχει αναφερθεί βραδυκαρδία η οποία σχετίζεται με τη γρήγορη χορήγηση του ενεσίμου, συνήθως σε ασθενείς με παράγοντες που προδιαθέτουν σε διαταραχές της καρδιακής συχνότητας. Να ακολουθείται ο συνιστώμενος στη δοσολογία ρυθμός χορήγησης.
Σε ασθενείς όπως ηλικιωμένοι, άτομα με χρόνια πνευμονοπάθεια, διαβήτη, ή σε ανοσοκατασταλμένους, μπορεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης πνευμονίας της κοινότητας. Μια μεγάλη επιδημιολογική μελέτη έδειξε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης πνευμονίας της κοινότητας σε τρέχοντες χρήστες ανταγωνιστών των Η υποδοχέων, συγκριτικά με αυτούς που είχαν σταματήσει τη θεραπεία, με παρατηρούμενη προσαρμοσμένη αύξηση του σχετικού κινδύνου 1.82 (95% Cl, 1.26-2.64).
Η ενδοφλέβια χορήγηση Η -ανταγωνιστών σε δόσεις μεγαλύτερες των συνιστώμενων σχετίζεται με αύξηση των ηπατικών ενζύμων όταν η θεραπεία παρατείνεται περισσότερο από πέντε ημέρες.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZANTAC
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η ρανιτιδίνη έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει την απορρόφηση, τον μεταβολισμό ή την νεφρική κάθαρση άλλων φαρμάκων. Η μεταβαλλόμενη φαρμακοκινητική μπορεί να απαιτεί ρύθμιση της δοσολογίας του φαρμάκου που επηρεάζεται ή διακοπή της θεραπείας. Οι αλληλεπιδράσεις συντελούνται με διάφορους μηχανισμούς που περιλαμβάνουν:
- Αναστολή του κυττοχρώματος P450 που συνδέεται με το σύστημα οξυγενάσης Η ρανιτιδίνη σε συνήθεις θεραπευτικές δόσεις δεν ενισχύει τις δράσεις φαρμάκων που αδρανοποιούνται από αυτό το ενζυμικό σύστημα, όπως είναι η διαζεπάμη, η λιδοκαϊνη, ή φαινυτοϊνη, ή προπρανολόλη και η θεοφυλλίνη. Υπάρχουν αναφορές μεταβαλόμενου χρόνου προθρομβίνης με κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ βαρφαρίνη). Λόγω του στενού θεραπευτικού δείκτη, συνιστάται στενή παρακολούθηση της αύξησης ή της μείωσης του χρόνου προθρομβίνης, κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης θεραπείας με ρανιτιδίνη.
- Ανταγωνισμός για νεφρική σωληναριακή απέκκριση: Επειδή η ρανιτιδίνη απεκκρίνεται μερικώς από το κατιονικό σύστημα, μπορεί να επηρεάζει την κάθαρση άλλων φαρμάκων που απεκκρίνονται μέσω αυτής της οδού. Υψηλές δόσεις ρανιτιδίνης (π.χ όπως αυτές που χρησιμοποιούνται στην θεραπεία του συνδρόμου Zollinger-Ellison) μπορεί να μειώσουν την έκκριση προκαϊναμίδης και Ν-ακετυλοπροκαϊναμίδης με αποτέλεσμα αύξηση των επιπέδων στο πλάσμα αυτών των φαρμάκων.
- Μεταβολή του γαστρικού pH: Η βιοδιαθεσιμότητα ορισμένων φαρμάκων μπορεί να επηρεάζεται. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα είτε αύξηση της απορρόφησης (π.χ. τριαζολάμη, γλιπιζίδη, μιδαζολάμη) ή μείωση της απορρόφησης (π.χ κετοκοναζόλη, αταζαναβίρη, δελαβιριδίνη, γεφιτνίβη).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZANTAC
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZANTAC
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα για τις επιδράσεις της ρανιτιδίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Δεν υπήρξαν επιδράσεις στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Κύηση
Η ρανιτιδίνη διαπερνά τον πλακούντα. Όπως όλα τα φάρμακα, η ρανιτιδίνη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κυήσεως μόνο αν υπάρχει απόλυτη ανάγκη.
Γαλουχία
Η ρανιτιδίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα και γι’ αυτό δε συνιστάται η χορήγηση κατά την περίοδο της γαλουχίας.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZANTAC
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZANTAC
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά από του στόματος χορήγηση 150 mg ρανιτιδίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (300 έως 550 ng/mL) εμφανίσθηκαν μετά από 1-3 ώρες. Η επαναπορρόφηση του φαρμάκου που εκκρίθηκε στο έντερο έχει ως αποτέλεσμα δύο ξεχωριστές μέγιστες τιμές ή ένα πλατώ στη φάση απορρόφησης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ρανιτιδίνης είναι 50-60% και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνονται ανάλογα με την αύξηση της δόσης έως τα 300 mg. Όταν χορηγούνται υψηλές δόσεις sucralfate (2 γραμμάρια) σε συνδυασμό με ρανιτιδίνη, η απορρόφηση της ρανιτιδίνης μπορεί να μειωθεί. Το αποτέλεσμα αυτό δεν παρατηρείται αν το sucralfate χορηγηθεί 2 ώρες μετά την χορήγηση της ρανιτιδίνης. Η απορρόφηση της ρανιτιδίνης μετά από ενδομυϊκή χορήγηση είναι γρήγορη και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 15 λεπτά. Κατανομή Η ρανιτιδίνη δεν συνδέεται εκτεταμένα με πρωτεΐνες του πλάσματος (15%), αλλά επιδεικνύει ένα μεγάλο όγκο κατανομής που ποικίλει από 96 έως 142 λίτρα. Μεταβολισμός Η ρανιτιδίνη μεταβολίζεται σε μικρές μόνο ποσότητες. Η αποβολή του φαρμάκου γίνεται κυρίως με σωληναριακή απέκκριση. Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι περίπου 2-3 ώρες. Το κλάσμα της δόσης που ανακτάται είναι παρόμοιο μετά τη χορήγηση τόσο από το στόμα όσο και ενδοφλέβια και περιλαμβάνει 6% της δόσης από τα ούρα σαν Ν-οξείδιο, 2% σαν S-οξείδιο, 2% σαν απομεθυλιωμένη ρανιτιδίνη και το 1-2% σαν ανάλογο του φουροϊκού οξέος. Αποβολή Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται δι-εκθετικά, με τελική ημιπερίοδο ζωής 2-3 ώρες. Η κυριότερη οδός αποβολής είναι η νεφρική. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 150 mg H-ρανιτιδίνης, ανακτήθηκε 98% της δόσης, περιλαμβανομένου 5% από τα κόπρανα και 93% από τα ούρα, από τα οποία 70% ήταν αμετάβλητο αρχικό φάρμακο. Μετά από του στόματος χορήγηση 150 mg H-ρανιτιδίνης, ανακτήθηκε 96% της δόσης, 26% από τα κόπρανα και 70% από τα ούρα, από τα οποία 35% ήταν αμετάβλητο αρχικό φάρμακο. Λιγότερο από 3% της δόσης εκκρίνεται από τη χολή. Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 500 mL/min, που υπερβαίνει σπειραματική διήθηση, υποδεικνύοντας καθαρή νεφρική σωληναριακή απέκκριση. Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών Από του στόματος χορήγηση Παιδιά (3 ετών και άνω) Περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα δείχνουν ότι δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές στην ημίσεια ζωή (εύρος για παιδιά 3 ετών και άνω: 1,7
- 2,2 h) και την κάθαρση πλάσματος (εύρος για παιδιά 3 ετών και άνω: 9 - 22 ml/min/kg) μεταξύ παιδιών και υγιών ενηλίκων που λαμβάνουν ρανιτιδίνη από το στόμα όταν γίνει διόρθωση για το βάρος σώματος. Ασθενείς ηλικίας άνω των 50 ετών Σε ασθενείς ηλικίας άνω των 50 ετών, η ημίσεια ζωή παρατείνεται (3-4 h) και η κάθαρση μειώνεται ανάλογα με τη μείωση της νεφρικής λειτουργίας λόγω ηλικίας. Ωστόσο η συστηματική έκθεση και η συσσώρευση είναι 50% υψηλότερες. Η διαφορά αυτή υπερβαίνει τη δράση που έχει η μείωση της νεφρικής λειτουργίας και δείχνει αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς. Ενέσιμο Παιδιά (6 μηνών και άνω) Περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα δείχνουν ότι δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές στην ημiσεια ζωή (εύρος για παιδιά 3 ετών και άνω: 1,7
- 2,2 h) και την κάθαρση πλάσματος (εύρος για παιδιά 3 ετών και άνω: 9 - 22 ml/min/kg) μεταξύ παιδιών και υγιών ενηλίκων που λαμβάνουν ρανιτιδίνη ενδοφλέβια όταν γίνει διόρθωση για το βάρος σώματος. Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε βρέφη είναι εξαιρετικά περιορισμένα αλλά φαίνεται να ευθυγραμμίζονται με αυτά των μεγαλύτερων παιδιών. Νεογνά (κάτω του 1 μηνός) Περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα από τελειόμηνα μωρά που έκαναν θεραπεία με Οξυγόνωση Εξωσωματικής Μεμβράνης (Extracorporeal Membrane Oxygenation - EMCO) υποδεικνύουν ότι η κάθαρση πλάσματος μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να μειωθεί (1.5-8.2 ml/min/kg) και ο χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου να αυξηθεί. Η κάθαρση της ρανιτιδίνης φάνηκε να σχετίζεται με τον εκτιμούμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης στα νεογνά.
ΕΟΦ · 1.1.2.3
H2-ανταγωνιστές
expand_more
H2-ανταγωνιστές
Oι H2-ανταγωνιστές αποτέλεσαν σταθμό στη θεραπευτική αντιμετώπιση του έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης.
Oι χρησιμοποιούμενοι στην κλινική πράξη H2-ανταγωνιστές είναι η σιμετιδίνη, ρανιτιδίνη, φαμοτιδίνη, νιζατιδίνη και ροξατιδίνη. Tα φάρμακα αυτά δεσμεύουν τους H2-υποδοχείς της ισταμίνης στη μεμβράνη των τοιχωματικών κυττάρων του στομάχου, αναστέλλοντας έτσι την έκκριση οξέος.
Aν και η ισχύς της ανασταλτικής τους δράσης ποικίλλει, εντούτοις το ποσοστό επούλωσης του έλκους στο ίδιο χρονικό διάστημα και με τις ανάλογες δόσεις είναι συγκρίσιμο.
Όλοι οι H2-ανταγωνιστές είναι ασφαλείς και με περιορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες συνήθως υποχωρούν με τη διακοπή του φαρμάκου. H σιμετιδίνη φαίνεται να χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερο ποσοστό ανεπιθυμήτων ενεργειών και περισσότερες αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα εξαιτίας του τρόπου μεταβολισμού της. Mε εξαίρεση τη νιζατιδίνη, που αποβάλλεται από τους νεφρούς, οι H2-ανταγωνιστές μεταβολίζονται στο ήπαρ. H σιμετιδίνη είναι κυρίως εκείνη που μεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος P-450, δεσμευόμενη με αυτό. Aποτέλεσμα είναι η αδρανοποίηση του ενζυμικού μηχανισμού. Tούτο έχει ιδιαίτερη σημασία στις ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται με τον ίδιο μηχανισμό. H ρανιτιδίνη συνδέεται 5-10 φορές ασθενέστερα με το κυτόχρωμα P-450, ενώ η φαμοτιδίνη και η νιζατιδίνη ελάχιστα ή καθόλου. H ροξατιδίνη μεταβολίζεται από τις εστεράσες του λεπτού εντέρου, του ήπατος και του πλάσματος αποβαλλόμενη κυρίως από τους νεφρούς.
H φαρμακοκινητική τους επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, όπως είναι κυρίως η νεφρική λειτουργία και η ηλικία. Σε διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας η δόση των H2-ανταγωνιστών πρέπει να μειώνεται αναλόγως (βλ. Πίνακα 1.1).
t1.1.jpg:
Eκτός της χρήσης τους στο πεπτικό έλκος και τις λοιπές καταστάσεις γαστρικής υπερέκκρισης οι H2-ανταγωνιστές απευθύνονται στην αντιμετώπιση της οισoφαγίτιδας από γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση καθώς και άλλων καταστάσεων (βλ. ενδείξεις επιμέρους ουσιών).
H θεραπεία συντηρήσεως με μικρότερες δόσεις μπορεί να ελαττώσει τη συχνότητα των υποτροπών αλλά δεν επηρεάζει τη φυσική πορεία του έλκους όταν η θεραπεία διακοπεί. Οι υποτροπές καταργούνται με την εκρίζωση του H.p. Δεν συνιστάται να γίνεται θεραπεία των ενοχλημάτων της κοινής δυσπεψίας ιδιαίτερα στα ηλικιωμένα άτομα εξαιτίας του κινδύνου καθυστέρησης της διάγνωσης ενός καρκίνου του στομάχου. Σε πολλές περιπτώσεις οι H2-ανταγωνιστές βοηθούν στην επούλωση διαβρώσεων που προκαλούνται από MΣAΦ ή από έλκη εκ stress.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 1.4 L/kg
- 1.76 L/kg [κλινικά σημαντική νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 25 έως 35 mL/min)]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 29 mL/min [κλινικά σημαντική νεφρική δυσλειτουργία]
- 3 mL/min/Kg [νεογνικοί ασθενείς]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ρανιτιδίνη μειώνει την έκκριση γαστρικού οξέος που προκαλείται από τροφή και φάρμακα. Μειώνει επίσης την έκκριση γαστρικού οξέος σε υπερεκκριτικές καταστάσεις όπως το σύνδρομο Zollinger-Ellison. Παρατηρήθηκαν σημαντικές βελτιώσεις στην εμφάνιση των ιστών του οισοφάγου με ενδοσκοπική απεικόνιση μετά από θεραπεία με ρανιτιδίνη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Μετά από γεύμα, η ορμόνη γαστρίνη, που παράγεται από κύτταρα στην επένδυση του στομάχου, διεγείρει την απελευθέρωση ισταμίνης, η οποία στη συνέχεια συνδέεται με τους H2 υποδοχείς ισταμίνης, οδηγώντας στην έκκριση γαστρικού οξέος. Η ρανιτιδίνη μειώνει την έκκριση γαστρικού οξέος μέσω αναστρέψιμης σύνδεσης με τους H2 υποδοχείς ισταμίνης, οι οποίοι βρίσκονται στα γαστρικά βητοκυτταρικά κύτταρα. Αυτή η διαδικασία οδηγεί στην αναστολή της σύνδεσης της ισταμίνης με αυτόν τον υποδοχέα, προκαλώντας τη μείωση της έκκρισης γαστρικού οξέος. Η ανακούφιση από τα συμπτώματα που σχετίζονται με το γαστρικό οξύ μπορεί να εμφανιστεί εντός 60 λεπτών από τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης, και τα αποτελέσματα μπορούν να διαρκέσουν από 4-10 ώρες, παρέχοντας γρήγορη και αποτελεσματική συμπτωματική ανακούφιση.
Οι ανταγωνιστές H2 αναστέλλουν την έκκριση γαστρικού οξέος που προκαλείται από την ισταμίνη και άλλους H2 αγωνιστές με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση, ανταγωνιστικό. Ο βαθμός αναστολής παραλληλίζεται με τη συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα σε ένα ευρύ φάσμα. Οι ανταγωνιστές H2 αναστέλλουν επίσης την έκκριση οξέος που προκαλείται από τη γαστρίνη και, σε μικρότερο βαθμό, από μουσκαρινικούς αγωνιστές. Σημαντικό είναι ότι αυτά τα φάρμακα αναστέλλουν τη βασική (νηστεία) και τη νυκτερινή έκκριση οξέος και αυτή που διεγείρεται από τροφή, φαινομενικό τάισμα, διάταση του θόλου και διάφορους φαρμακολογικούς παράγοντες. Αυτή η ιδιότητα αντανακλά τον ζωτικό ρόλο της ισταμίνης στη διαμεσολάβηση των επιδράσεων ποικίλων ερεθισμάτων. /Ανταγωνιστές Υποδοχέων H2/
… /Ανταγωνιστές H2/ αναστέλλουν μετρήσιμα τις επιδράσεις στα καρδιαγγειακά και άλλα συστήματα που προκαλούνται μέσω H2 υποδοχέων από εξωγενή ή ενδογενή ισταμίνη. /Ανταγωνιστές Υποδοχέων H2/
…ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΡΙΣΗΣ ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΩΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΙΣΤΑΜΙΝΗ… ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ ΤΟΣΟ ΤΟΝ ΟΓΚΟ ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΩΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ ΝΥΚΤΕΡΙΝΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΟΦΗ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΗΝ ΓΑΣΤΡΙΚΗ ΒΛΕΝΝΑ Ή ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ. …ΔΕΝ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΙΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΩΤΕΡΟΥ ΟΙΣΟΦΑΓΙΚΟΥ ΣΦΙΓΚΤΗΡΑ…
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ρανιτιδίνη απορροφάται ταχέως με μέγιστες συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται εντός 1-3 ωρών μετά τη χορήγηση, και ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 50%-60% λόγω ηπατικής μεταβολισμού. Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη σε υγιείς άνδρες, η AUC 0-άπειρο ήταν περίπου 2.488,6 ng x h/mL και η διάμεση Tmax ήταν 2,83 ώρες. Η τροφή ή τα αντιόξινα έχουν περιορισμένες επιπτώσεις στην απορρόφηση. Μια κλινική μελέτη βρήκε ότι η χορήγηση ενός ισχυρού αντιόξινου (150 mmol) σε άτομα σε κατάσταση νηστείας οδήγησε σε μειωμένη απορρόφηση της ρανιτιδίνης.
Αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα αλλά απεκκρίνεται επίσης και στα κόπρανα. Περίπου το 30% μιας εφάπαξ από του στόματος δόσης έχει μετρηθεί στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο εντός 24 ωρών από την κατάποση.
Ο όγκος κατανομής είναι υψηλότερος από τον όγκο σώματος, και μετράται περίπου στα 1,4 L/kg. Συγκεντρώνεται στο μητρικό γάλα, αλλά δεν διανέμεται εύκολα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 410 mL/min σύμφωνα με τις πληροφορίες συνταγογράφησης του FDA. Ένας άλλος πόρος αναφέρει κάθαρση πλάσματος περίπου 600 ml/min. Η κάθαρση μειώνεται σε ηλικιωμένους και σε άτομα με διαταραγμένη ηπατική ή νεφρική λειτουργία. Συνιστάται η μείωση της δόσης της ρανιτιδίνης στο μισό σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Δώδεκα φυσιολογικοί άνδρες έλαβαν 20, 40 ή 80 mg ρανιτιδίνης από το στόμα 90 λεπτά πριν από την έναρξη μιας συνεχούς έγχυσης πενταγαστρίνης (2 ug/kg/ώρα) για 3 ώρες. Η ρανιτιδίνη μείωσε την παραγωγή ιόντων υδρογόνου κατά 29%, 50% και 70% & τον όγκο έκκρισης κατά 21%, 37% και 47%. Η δραστικότητα της πεψίνης μειώθηκε κατά 8%, 50% & 49% με τις ίδιες δόσεις. Η μέγιστη συγκέντρωση ορού συσχετίστηκε θετικά με την ποσοστιαία μείωση της παραγωγής ιόντων υδρογόνου (r= 0,81, P= < 0,001) & του όγκου (r= 0,71, P < 0,01) για περίοδο 2 ωρών. Μια αναστολή 50% της παραγωγής ιόντων υδρογόνου συσχετίστηκε με μέγιστη συγκέντρωση ρανιτιδίνης στον ορό 165 ug/L και τα άτομα έφτασαν σε μέγιστη συγκέντρωση ορού 60 έως 120 λεπτά μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η ρανιτιδίνη απορροφάται ταχέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση και από παρεντερικά σημεία μετά από ενδομυϊκή ένεση· ωστόσο, μετά από από του στόματος χορήγηση, το φάρμακο υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου. … Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ρανιτιδίνης που χορηγείται από του στόματος έχει αναφερθεί ότι είναι περίπου 50%· παρόμοια από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου έχει αναφερθεί σε παιδιά ηλικίας 3,5-16 ετών. Μετά από από του στόματος χορήγηση, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί σημαντικά σε ηλικιωμένα άτομα σε σύγκριση με νεότερους ενήλικες. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ρανιτιδίνης είναι 90-100%.
Μετά από από του στόματος χορήγηση δόσεων 150 mg, μέγιστες μέσες συγκεντρώσεις ρανιτιδίνης στον ορό 372-545 ng/ml εμφανίζονται εντός 2-3 ωρών και μπορεί να συσχετίζονται θετικά με την ηλικία σε ενήλικες. Μετά από από του στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσεων του φαρμάκου σε μια μελέτη, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό ήταν διφασικές σε ορισμένα άτομα με μια αρχική μέγιστη συγκέντρωση που εμφανίστηκε 0,5-1,5 ώρες μετά τη χορήγηση και μια δεύτερη μέγιστη συγκέντρωση που εμφανίστηκε περίπου 3 ώρες μετά τη χορήγηση. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση εφάπαξ δόσης 50 mg του φαρμάκου, μέγιστες μέσες συγκεντρώσεις ρανιτιδίνης στον ορό 576 ng/ml εμφανίζονται εντός 15 λεπτών.
Η ρανιτιδίνη κατανέμεται ευρέως σε όλο το σώμα και συνδέεται με πρωτεΐνες κατά 10-19%. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της ρανιτιδίνης αναφέρεται ότι είναι 1,2-1,9 L/kg. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε παιδιά ηλικίας 3,5-16 ετών αναφέρεται ότι είναι 2,3-2,5 L/kg (εύρος: 1,1-3,7 L/kg).
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη RANITIDINE (32 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της ρανιτιδίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 15%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα είναι το N-οξείδιο, το οποίο αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 4% της δόσης. Άλλοι μεταβολίτες της ρανιτιδίνης περιλαμβάνουν το S-οξείδιο (1%) και την δεσμεθυλ-ρανιτιδίνη (1%). Τα κόπρανα περιέχουν το υπόλοιπο της απεκκριθείσας δόσης ρανιτιδίνης. Η ηπατική δυσλειτουργία έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί μικρές, αλλά κλινικά ασήμαντες, αλλαγές σε διάφορες φαρμακοκινητικές παραμέτρους της ρανιτιδίνης.
Η ρανιτιδίνη υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου μετά από από του στόματος χορήγηση. Μεταβολίζεται στο ήπαρ σε φαρμακολογικά ανενεργή δεσμεθυλ-ρανιτιδίνη, ρανιτιδίνη-N-οξείδιο, και ρανιτιδίνη-S-οξείδιο.
Λιγότερο από 10% μιας ενδοφλέβιας ή από του στόματος δόσης απεκκρίνεται ως μεταβολίτες· 68% έως 79% μιας ενδοφλέβιας δόσης και 30% μιας από του στόματος δόσης εμφανίζονται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο.
Η χρωματογραφική συμπεριφορά των πιθανών μεταβολιτών N-οξειδίου σε σχέση με τις μητρικές αμινο-ενώσεις με σκοπό την πρόβλεψη δεδομένων κατακράτησης για τα N-οξείδια περιγράφεται. Δείγματα μοντέλα αξιολογήθηκαν με αντίστροφη φάση HPLC και τυπικά συστήματα TLC και τα δεδομένα που παράχθηκαν για την πρόβλεψη τιμών κατακράτησης για το N-οξείδιο ρανιτιδίνης και το N-οξείδιο ταμοξιφαίνης βάσει αυτών των μητρικών ενώσεων. Η απόκλιση μεταξύ των πραγματικών και των προβλεπόμενων τιμών ήταν μεγαλύτερη από την αναμενόμενη.
Η ρανιτιδίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την Δεσμεθυλ-ρανιτιδίνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ρανιτιδίνης είναι περίπου 2,5-3 ώρες. Μπορεί να είναι μεγαλύτερος μετά από από του στόματος χορήγηση σε σύγκριση με ένεση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι μεγαλύτερος για τον ηλικιωμένο πληθυσμό λόγω μείωσης της νεφρικής λειτουργίας και μετράται στις 3-4 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σε ενήλικες κυμαίνεται κατά μέσο όρο 1,7-3,2 ώρες και μπορεί να συσχετίζεται θετικά με την ηλικία σε ενήλικες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής παρατείνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε παιδιά ηλικίας 3,5-16 ετών, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής κυμαίνεται κατά μέσο όρο 1,8-2 ώρες (εύρος: 1,4-2,9 ώρες).
Σε μια μελέτη μετά από από του στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 150 mg ρανιτιδίνης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης κατά μέσο όρο 27,2 ml/min, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ρανιτιδίνης ήταν 8,7 ώρες· μια συσχέτιση μεταξύ του βαθμού δυσλειτουργίας και του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής του φαρμάκου δεν ήταν εμφανής. Ωστόσο, σε μια άλλη μελέτη σε ασθενείς με GFR… που κυμαίνονταν από 3-69 ml/min ανά 1,73 τ.μ., η κάθαρση της ρανιτιδίνης συσχετίστηκε με το GFR και ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ρανιτιδίνης συσχετίστηκε με τον βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας. Σε μια μελέτη σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 0,5-34 ml/min, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής κυμάνθηκε από 3-10 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση εφάπαξ δόσης 50 mg.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ρανιτιδίνης αναφέρεται ότι παρατείνεται σε περίπου 6 ώρες σε ηλικιωμένα άτομα μετά από από του στόματος χορήγηση δόσης 100 mg του φαρμάκου.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτό περιλαμβάνει ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ HELICOBACTER, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ και ΑΝΤΙΟΞΙΝΑ για συμπτωματική ανακούφιση.
Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης H2, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης. Η κλινικά σημαντικότερη δράση τους είναι η αναστολή της έκκρισης οξέος στη θεραπεία των γαστρεντερικών ελκών. Ο λείος μυς μπορεί επίσης να επηρεαστεί. Ορισμένα φάρμακα αυτής της κατηγορίας έχουν ισχυρές επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα, αλλά αυτές οι δράσεις δεν είναι καλά κατανοητές.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
884KT10YB7
RANITIDINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης H2
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-2
Η ρανιτιδίνη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-2. Ο μηχανισμός δράσης της ρανιτιδίνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης H2.
RANITIDINE
Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-2 [EPC]; Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης H2 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτό περιλαμβάνει ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ HELICOBACTER, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ και ΑΝΤΙΟΞΙΝΑ για συμπτωματική ανακούφιση.
Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης H2, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης. Η κλινικά σημαντικότερη δράση τους είναι η αναστολή της έκκρισης οξέος στη θεραπεία των γαστρεντερικών ελκών. Ο λείος μυς μπορεί επίσης να επηρεαστεί. Ορισμένα φάρμακα αυτής της κατηγορίας έχουν ισχυρές επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα, αλλά αυτές οι δράσεις δεν είναι καλά κατανοητές.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Ανταγωνιστές Η₂ υποδοχέων) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.