RANITIDINE
Ρανιτιδίνη
Η ρανιτιδίνη είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός **Η2-ανταγωνιστής της ισταμίνης**.
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα, το βράδυ, κάθε 6-8 ώρες, 3 φορές την ημέρα, πρωί και βράδυ, 4 φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 150 mg δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Στο σύνδρομο Zollinger-Ellison η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί μέχρι και πάνω από 3g ημερησίως σε διηρημένες δόσεις. Για σοβαρή οισοφαγίτιδα η δόση αυξάνεται σε 150 mg 4 φορές την ημέρα.
-
Ενήλικες / Έφηβοι (12 ετών και άνω)Δόση150 mg δύο φορές την ημέραΜέγ. δόση3 g ημερησίως (για Zollinger-Ellison)Από του στόματος: Για χρόνια επεισοδιακή δυσπεψία, γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, έλκη από ΜΣΑΦ, οισοφαγίτιδα από ΓΟΠΝ, σύνδρομο Zollinger-Ellison, πρόληψη αιμορραγίας ελκών από stress, πρόληψη εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου. Δοσολογίες συντήρησης αναφέρονται.
-
ΈγκυεςΔόση150 mgΑπό του στόματος: Με την έναρξη του τοκετού, και στη συνέχεια κάθε 6 ώρες αν απαιτηθεί γενική αναισθησία.
-
Παιδιά από 3 ετών έως 11 ετών και βάρους άνω των 30 kgΔόση4-8 mg/kg/ημέραΜέγ. δόση300 mg ημερησίως (για πεπτικό έλκος), 600 mg (για ΓΟΠΝ)Από του στόματος: Για οξεία αντιμετώπιση πεπτικού έλκους (σε δύο διηρημένες δόσεις). Για γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (σε δύο διηρημένες δόσεις).
-
ΕνήλικεςΔόση50 mgΕνέσιμο: Ενδομυϊκώς, βραδέως ενδοφλεβίως ή με ενδοφλέβια έγχυση. Βραδεία ενδοφλέβια ένεση: 50 mg κάθε 6-8 ώρες. Ενδοφλέβια έγχυση: 25 mg/ώρα για 2 ώρες, κάθε 6-8 ώρες. Ενδομυϊκά: 50 mg κάθε 6-8 ώρες. Για πρόληψη αιμορραγίας ελκών από stress: 125-250 mcg/kg/ώρα συνεχή έγχυση. Για πρόληψη εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου: 50 mg 45-60 λεπτά πριν τη γενική αναισθησία.
-
Παιδιά / Βρέφη (6 μηνών έως 11 ετών)Μέγ. δόση50 mgΕνέσιμο: Αργή ενδοφλέβια έγχυση μέχρι 50 mg κάθε 6-8 ώρες. Για οξεία αντιμετώπιση πεπτικού έλκους και ΓΟΠΝ: αρχική δόση 2,0 mg/kg ή 2,5 mg/kg (μέγιστη 50 mg) ως αργή IV έγχυση >10 λεπτά, ή διαλείπουσα έγχυση 1,5 mg/kg κάθε 6-8 ώρες, ή δόση εφόδου 0,45 mg/kg ακολουθούμενη από συνεχή έγχυση 0,15 mg/kg/hr. Για προφύλαξη έλκους από στρες: 1 mg/kg (μέγιστη 50 mg) κάθε 6-8 ώρες, ή συνεχή έγχυση 125-250 μικρογραμμάρια/kg/hr.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη ρανιτιδίνη ή σε κάποιο από τα συστατικά του φαρμάκου.
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΝάτριοπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους συνιστάται αυστηρός περιορισμός νατρίου (για αναβράζοντα δισκία)Χορηγείται με προσοχή.
-
ΑσπαρτάμηαντένδειξηΠληθυσμόςΆτομα που πάσχουν από φαινυλκετονουρία (για αναβράζοντα δισκία)Να μη χορηγείται.
-
ΚακοήθειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γαστρικό έλκος (μεσήλικες, ηλικιωμένοι, άτομα με πρόσφατη μεταβολή δυσπεπτικών συμπτωμάτων)Πρέπει να αποκλεισθεί πριν από την έναρξη θεραπείας με ρανιτιδίνη, καθώς η θεραπεία μπορεί να αποκρύψει συμπτώματα γαστρικού καρκινώματος.
-
Νεφρική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΤο δοσολογικό σχήμα πρέπει να ρυθμίζεται (βλ. Δοσολογία).
-
Οξείες πορφυρικές προσβολέςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό οξείας πορφυρίαςΗ χρήση της ρανιτιδίνης θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
ΛευκοπενίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με λευκοπενίαΧορηγείται με προσοχή. Απαιτείται συχνή παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων σε περίπτωση χορήγησης.
-
Ηπατική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΝα χορηγείται με προσοχή και σε μειωμένη δόση.
-
Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειώνπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ή πάσχοντες από σοβαρά νοσήματαΣυνιστάται μείωση της δόσης ανάλογα με την περίπτωση.
-
Συνδυασμός με Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ, ιδιαίτερα ηλικιωμένοι και άτομα με ιστορικό πεπτικού έλκουςΣυνιστάται τακτικός έλεγχος.
-
Απότομη διακοπή θεραπείαςπροσοχήΥπάρχει αυξημένος κίνδυνος υποτροπών και επιπλοκών (διάτρηση, αιμορραγία) του έλκους.
-
Χορήγηση αντιόξινωνπροσοχήΌταν κρίνεται αναγκαία, να γίνεται στα ενδιάμεσα της χορήγησης του φαρμάκου.
-
ΥπέρτασηπαρακολούθησηΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείςΣυνιστάται η παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΒραδυκαρδίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενέσιμο, ιδιαίτερα με παράγοντες που προδιαθέτουν σε διαταραχές της καρδιακής συχνότηταςΝα ακολουθείται ο συνιστώμενος στη δοσολογία ρυθμός χορήγησης για την αποφυγή βραδυκαρδίας που σχετίζεται με γρήγορη ενδοφλέβια χορήγηση.
-
Πνευμονία της κοινότηταςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, άτομα με χρόνια πνευμονοπάθεια, διαβήτη, ή ανοσοκατασταλμένοιΕνδέχεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης.
-
Αύξηση ηπατικών ενζύμωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια Η2-ανταγωνιστές σε δόσεις μεγαλύτερες των συνιστώμενων για περισσότερο από πέντε ημέρεςΣχετίζεται με αύξηση των ηπατικών ενζύμων.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)παρακολούθησημεταβολή του χρόνου προθρομβίνηςΣύστασησυνιστάται στενή παρακολούθηση της αύξησης ή της μείωσης του χρόνου προθρομβίνης
-
Προκαϊναμίδη και Ν-ακετυλοπροκαϊναμίδηπροσοχήαύξηση των επιπέδων στο πλάσμα λόγω μειωμένης νεφρικής έκκρισης
-
παρακολούθησηαύξηση της απορρόφησης λόγω μεταβολής του γαστρικού pH
-
παρακολούθησημείωση της απορρόφησης λόγω μεταβολής του γαστρικού pH
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Θρομβοκυτοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτταροπενία (με υποπλασία ή απλασία του μυελού των οστών)
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Αγγειοοίδημα
- Αναφυλακτικό σοκ
- Κνίδωση
- Δερματικό εξάνθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αλωπεκία
- Πυρετός
- Βρογχόσπασμος
- Υπόταση
- Αγγειίτιδα
- Πόνος στο θώρακα
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Διανοητική σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Παραισθήσεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Αναστρέψιμες ακούσιες κινητικές διαταραχές
- Θόλωση όρασης
- Βραδυκαρδία
- Ταχυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Μεταβολές στις λειτουργικές δοκιμασίες του ήπατος
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Οξεία διάμεση νεφρίτιδα
- Αύξηση κρεατινίνης πλάσματος
- Ανικανότητα
- Συμπτώματα από τους μαστούς
- Γυναικομαστία
- Γαλακτόρροια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (κνίδωση, αγγειοοίδημα, πυρετός, βρογχόσπασμος, υπόταση, πόνος στο θώρακα)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑύξηση κρεατινίνης πλάσματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜεταβολές στις λειτουργικές δοκιμασίες του ήπατοςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναστρέψιμες ακούσιες κινητικές διαταραχέςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικό σοκΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιανοητική σύγχυσηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΖάληΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΘόλωση όρασηςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία διάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣυμπτώματα από τους μαστούςΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν δεδομένα για τις επιδράσεις της ρανιτιδίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Δεν υπήρξαν επιδράσεις στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ ρανιτιδίνη διαπερνά τον πλακούντα. Όπως όλα τα φάρμακα, η ρανιτιδίνη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κυήσεως μόνο αν υπάρχει απόλυτη ανάγκη.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ ρανιτιδίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα και γι' αυτό δε συνιστάται η χορήγηση κατά την περίοδο της γαλουχίας.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Η ρανιτιδίνη είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός Η2-ανταγωνιστής της ισταμίνης. Η δράση της επίσης είναι πολύ γρήγορη. Αναστέλλει την βασική και την μετά από διέγερση γαστρική έκκριση, μειώνοντας τον όγκο και την περιεκτικότητά της σε οξύ και πεψίνη. Η ρανιτιδίνη έχει σχετικά παρατεταμένη δράση, ώστε με ένα δισκίο των 150 mg να αναστέλλεται η γαστρική έκκριση τουλάχιστον για 12 ώρες.
Υπάρχουν κλινικά δεδομένα χρήσης της ρανιτιδίνης σε παιδιά για την πρόληψη του έλκους από στρες. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει διαθέσιμη ισχυρή ένδειξη για την πρόληψη του έλκους από στρες. Η αντιμετώπιση αυτών των ασθενών βασίζεται στην παρατήρηση ότι το γαστρικό pH διατηρείται πάνω από 4 μετά τη χορήγηση ρανιτιδίνης. Η αξία αυτής της παρατήρησης στα παιδιά με έλκη από στρες μένει να τεκμηριωθεί.
Απορρόφηση
Μετά από του στόματος χορήγηση 150 mg ρανιτιδίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (300 έως 550 ng/mL) εμφανίσθηκαν μετά από 1-3 ώρες. Η επαναπορρόφηση του φαρμάκου που εκκρίθηκε στο έντερο έχει ως αποτέλεσμα δύο ξεχωριστές μέγιστες τιμές ή ένα πλατώ στη φάση απορρόφησης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ρανιτιδίνης είναι 50-60% και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνονται ανάλογα με την αύξηση της δόσης έως τα 300 mg. Όταν χορηγούνται υψηλές δόσεις sucralfate (2 γραμμάρια) σε συνδυασμό με ρανιτιδίνη, η απορρόφηση της ρανιτιδίνης μπορεί να μειωθεί. Το αποτέλεσμα αυτό δεν παρατηρείται αν το sucralfate χορηγηθεί 2 ώρες μετά την χορήγηση της ρανιτιδίνης. Η απορρόφηση της ρανιτιδίνης μετά από ενδομυϊκή χορήγηση είναι γρήγορη και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 15 λεπτά.
Κατανομή
Η ρανιτιδίνη δεν συνδέεται εκτεταμένα με πρωτεΐνες του πλάσματος (15%), αλλά επιδεικνύει ένα μεγάλο όγκο κατανομής που ποικίλει από 96 έως 142 λίτρα.
Μεταβολισμός
Η ρανιτιδίνη μεταβολίζεται σε μικρές μόνο ποσότητες. Η αποβολή του φαρμάκου γίνεται κυρίως με σωληναριακή απέκκριση. Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι περίπου 2-3 ώρες. Το κλάσμα της δόσης που ανακτάται είναι παρόμοιο μετά τη χορήγηση τόσο από το στόμα όσο και ενδοφλέβια και περιλαμβάνει 6% της δόσης από τα ούρα σαν Ν-οξείδιο, 2% σαν S-οξείδιο, 2% σαν απομεθυλιωμένη ρανιτιδίνη και το 1-2% σαν ανάλογο του φουροϊκού οξέος.
Αποβολή
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται δι-εκθετικά, με τελική ημιπερίοδο ζωής 2-3 ώρες. Η κυριότερη οδός αποβολής είναι η νεφρική. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 150 mg H-ρανιτιδίνης, ανακτήθηκε 98% της δόσης, περιλαμβανομένου 5% από τα κόπρανα και 93% από τα ούρα, από τα οποία 70% ήταν αμετάβλητο αρχικό φάρμακο. Μετά από του στόματος χορήγηση 150 mg H-ρανιτιδίνης, ανακτήθηκε 96% της δόσης, 26% από τα κόπρανα και 70% από τα ούρα, από τα οποία 35% ήταν αμετάβλητο αρχικό φάρμακο. Λιγότερο από 3% της δόσης εκκρίνεται από τη χολή. Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 500 mL/min, που υπερβαίνει σπειραματική διήθηση, υποδεικνύοντας καθαρή νεφρική σωληναριακή απέκκριση.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
- Από του στόματος χορήγηση
- Παιδιά (3 ετών και άνω) Περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα δείχνουν ότι δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές στην ημίσεια ζωή (εύρος για παιδιά 3 ετών και άνω: 1,7 - 2,2 h) και την κάθαρση πλάσματος (εύρος για παιδιά 3 ετών και άνω: 9 - 22 ml/min/kg) μεταξύ παιδιών και υγιών ενηλίκων που λαμβάνουν ρανιτιδίνη από το στόμα όταν γίνει διόρθωση για το βάρος σώματος.
- Ασθενείς ηλικίας άνω των 50 ετών Σε ασθενείς ηλικίας άνω των 50 ετών, η ημίσεια ζωή παρατείνεται (3-4 h) και η κάθαρση μειώνεται ανάλογα με την μείωση της νεφρικής λειτουργίας λόγω ηλικίας. Ωστόσο η συστηματική έκθεση και η συσσώρευση είναι 50% υψηλότερες. Η διαφορά αυτή υπερβαίνει τη δράση που έχει η μείωση της νεφρικής λειτουργίας και δείχνει αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς.
- Ενέσιμο
- Παιδιά (6 μηνών και άνω) Περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα δείχνουν ότι δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές στην ημiσεια ζωή (εύρος για παιδιά 3 ετών και άνω: 1,7 - 2,2 h) και την κάθαρση πλάσματος (εύρος για παιδιά 3 ετών και άνω: 9 - 22 ml/min/kg) μεταξύ παιδιών και υγιών ενηλίκων που λαμβάνουν ρανιτιδίνη ενδοφλέβια όταν γίνει διόρθωση για το βάρος σώματος. Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε βρέφη είναι εξαιρετικά περιορισμένα αλλά φαίνεται να ευθυγραμμίζονται με αυτά των μεγαλύτερων παιδιών.
- Νεογνά (κάτω του 1 μηνός) Περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα από τελειόμηνα μωρά που έκαναν θεραπεία με Οξυγόνωση Εξωσωματικής Μεμβράνης (Extracorporeal Membrane Oxygenation - EMCO) υποδεικνύουν ότι η κάθαρση πλάσματος μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να μειωθεί (1.5-8.2 ml/min/kg) και ο χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου να αυξηθεί. Η κάθαρση της ρανιτιδίνης φάνηκε να σχετίζεται με τον εκτιμούμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης στα νεογνά.
Απορρόφηση Μετά από του στόματος χορήγηση 150 mg ρανιτιδίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (300 έως 550 ng/mL) εμφανίσθηκαν μετά από 1-3 ώρες. Η επαναπορρόφηση του φαρμάκου που εκκρίθηκε στο έντερο έχει ως αποτέλεσμα δύο ξεχωριστές μέγιστες τιμές…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | συχνή | Λευκοπενία |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | — | Υπερτασικοί ασθενείς |
| Κλινική παρακολούθηση (επιπλοκές έλκους) | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | τακτικός | Λήψη ΜΣΑΦ με ρανιτιδίνη, ηλικιωμένοι και ιστορικό πεπτικού έλκους |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 1.4 L/kg
- 1.76 L/kg [κλινικά σημαντική νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 25 έως 35 mL/min)]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 29 mL/min [κλινικά σημαντική νεφρική δυσλειτουργία]
- 3 mL/min/Kg [νεογνικοί ασθενείς]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ρανιτιδίνη μειώνει την έκκριση γαστρικού οξέος που προκαλείται από τροφή και φάρμακα. Μειώνει επίσης την έκκριση γαστρικού οξέος σε υπερεκκριτικές καταστάσεις όπως το σύνδρομο Zollinger-Ellison. Παρατηρήθηκαν σημαντικές βελτιώσεις στην εμφάνιση των ιστών του οισοφάγου με ενδοσκοπική απεικόνιση μετά από θεραπεία με ρανιτιδίνη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Μετά από γεύμα, η ορμόνη γαστρίνη, που παράγεται από κύτταρα στην επένδυση του στομάχου, διεγείρει την απελευθέρωση ισταμίνης, η οποία στη συνέχεια συνδέεται με τους H2 υποδοχείς ισταμίνης, οδηγώντας στην έκκριση γαστρικού οξέος. Η ρανιτιδίνη μειώνει την έκκριση γαστρικού οξέος μέσω αναστρέψιμης σύνδεσης με τους H2 υποδοχείς ισταμίνης, οι οποίοι βρίσκονται στα γαστρικά βητοκυτταρικά κύτταρα. Αυτή η διαδικασία οδηγεί στην αναστολή της σύνδεσης της ισταμίνης με αυτόν τον υποδοχέα, προκαλώντας τη μείωση της έκκρισης γαστρικού οξέος. Η ανακούφιση από τα συμπτώματα που σχετίζονται με το γαστρικό οξύ μπορεί να εμφανιστεί εντός 60 λεπτών από τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης, και τα αποτελέσματα μπορούν να διαρκέσουν από 4-10 ώρες, παρέχοντας γρήγορη και αποτελεσματική συμπτωματική ανακούφιση.
Οι ανταγωνιστές H2 αναστέλλουν την έκκριση γαστρικού οξέος που προκαλείται από την ισταμίνη και άλλους H2 αγωνιστές με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση, ανταγωνιστικό. Ο βαθμός αναστολής παραλληλίζεται με τη συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα σε ένα ευρύ φάσμα. Οι ανταγωνιστές H2 αναστέλλουν επίσης την έκκριση οξέος που προκαλείται από τη γαστρίνη και, σε μικρότερο βαθμό, από μουσκαρινικούς αγωνιστές. Σημαντικό είναι ότι αυτά τα φάρμακα αναστέλλουν τη βασική (νηστεία) και τη νυκτερινή έκκριση οξέος και αυτή που διεγείρεται από τροφή, φαινομενικό τάισμα, διάταση του θόλου και διάφορους φαρμακολογικούς παράγοντες. Αυτή η ιδιότητα αντανακλά τον ζωτικό ρόλο της ισταμίνης στη διαμεσολάβηση των επιδράσεων ποικίλων ερεθισμάτων. /Ανταγωνιστές Υποδοχέων H2/
… /Ανταγωνιστές H2/ αναστέλλουν μετρήσιμα τις επιδράσεις στα καρδιαγγειακά και άλλα συστήματα που προκαλούνται μέσω H2 υποδοχέων από εξωγενή ή ενδογενή ισταμίνη. /Ανταγωνιστές Υποδοχέων H2/
…ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΡΙΣΗΣ ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΩΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΙΣΤΑΜΙΝΗ… ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ ΤΟΣΟ ΤΟΝ ΟΓΚΟ ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΩΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ ΝΥΚΤΕΡΙΝΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΟΦΗ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΗΝ ΓΑΣΤΡΙΚΗ ΒΛΕΝΝΑ Ή ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ. …ΔΕΝ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΙΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΩΤΕΡΟΥ ΟΙΣΟΦΑΓΙΚΟΥ ΣΦΙΓΚΤΗΡΑ…
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ρανιτιδίνη απορροφάται ταχέως με μέγιστες συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται εντός 1-3 ωρών μετά τη χορήγηση, και ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 50%-60% λόγω ηπατικής μεταβολισμού. Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη σε υγιείς άνδρες, η AUC 0-άπειρο ήταν περίπου 2.488,6 ng x h/mL και η διάμεση Tmax ήταν 2,83 ώρες. Η τροφή ή τα αντιόξινα έχουν περιορισμένες επιπτώσεις στην απορρόφηση. Μια κλινική μελέτη βρήκε ότι η χορήγηση ενός ισχυρού αντιόξινου (150 mmol) σε άτομα σε κατάσταση νηστείας οδήγησε σε μειωμένη απορρόφηση της ρανιτιδίνης.
Αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα αλλά απεκκρίνεται επίσης και στα κόπρανα. Περίπου το 30% μιας εφάπαξ από του στόματος δόσης έχει μετρηθεί στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο εντός 24 ωρών από την κατάποση.
Ο όγκος κατανομής είναι υψηλότερος από τον όγκο σώματος, και μετράται περίπου στα 1,4 L/kg. Συγκεντρώνεται στο μητρικό γάλα, αλλά δεν διανέμεται εύκολα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 410 mL/min σύμφωνα με τις πληροφορίες συνταγογράφησης του FDA. Ένας άλλος πόρος αναφέρει κάθαρση πλάσματος περίπου 600 ml/min. Η κάθαρση μειώνεται σε ηλικιωμένους και σε άτομα με διαταραγμένη ηπατική ή νεφρική λειτουργία. Συνιστάται η μείωση της δόσης της ρανιτιδίνης στο μισό σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Δώδεκα φυσιολογικοί άνδρες έλαβαν 20, 40 ή 80 mg ρανιτιδίνης από το στόμα 90 λεπτά πριν από την έναρξη μιας συνεχούς έγχυσης πενταγαστρίνης (2 ug/kg/ώρα) για 3 ώρες. Η ρανιτιδίνη μείωσε την παραγωγή ιόντων υδρογόνου κατά 29%, 50% και 70% & τον όγκο έκκρισης κατά 21%, 37% και 47%. Η δραστικότητα της πεψίνης μειώθηκε κατά 8%, 50% & 49% με τις ίδιες δόσεις. Η μέγιστη συγκέντρωση ορού συσχετίστηκε θετικά με την ποσοστιαία μείωση της παραγωγής ιόντων υδρογόνου (r= 0,81, P= < 0,001) & του όγκου (r= 0,71, P < 0,01) για περίοδο 2 ωρών. Μια αναστολή 50% της παραγωγής ιόντων υδρογόνου συσχετίστηκε με μέγιστη συγκέντρωση ρανιτιδίνης στον ορό 165 ug/L και τα άτομα έφτασαν σε μέγιστη συγκέντρωση ορού 60 έως 120 λεπτά μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η ρανιτιδίνη απορροφάται ταχέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση και από παρεντερικά σημεία μετά από ενδομυϊκή ένεση· ωστόσο, μετά από από του στόματος χορήγηση, το φάρμακο υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου. … Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ρανιτιδίνης που χορηγείται από του στόματος έχει αναφερθεί ότι είναι περίπου 50%· παρόμοια από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου έχει αναφερθεί σε παιδιά ηλικίας 3,5-16 ετών. Μετά από από του στόματος χορήγηση, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί σημαντικά σε ηλικιωμένα άτομα σε σύγκριση με νεότερους ενήλικες. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ρανιτιδίνης είναι 90-100%.
Μετά από από του στόματος χορήγηση δόσεων 150 mg, μέγιστες μέσες συγκεντρώσεις ρανιτιδίνης στον ορό 372-545 ng/ml εμφανίζονται εντός 2-3 ωρών και μπορεί να συσχετίζονται θετικά με την ηλικία σε ενήλικες. Μετά από από του στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσεων του φαρμάκου σε μια μελέτη, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό ήταν διφασικές σε ορισμένα άτομα με μια αρχική μέγιστη συγκέντρωση που εμφανίστηκε 0,5-1,5 ώρες μετά τη χορήγηση και μια δεύτερη μέγιστη συγκέντρωση που εμφανίστηκε περίπου 3 ώρες μετά τη χορήγηση. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση εφάπαξ δόσης 50 mg του φαρμάκου, μέγιστες μέσες συγκεντρώσεις ρανιτιδίνης στον ορό 576 ng/ml εμφανίζονται εντός 15 λεπτών.
Η ρανιτιδίνη κατανέμεται ευρέως σε όλο το σώμα και συνδέεται με πρωτεΐνες κατά 10-19%. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της ρανιτιδίνης αναφέρεται ότι είναι 1,2-1,9 L/kg. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε παιδιά ηλικίας 3,5-16 ετών αναφέρεται ότι είναι 2,3-2,5 L/kg (εύρος: 1,1-3,7 L/kg).
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη RANITIDINE (32 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της ρανιτιδίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 15%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα είναι το N-οξείδιο, το οποίο αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 4% της δόσης. Άλλοι μεταβολίτες της ρανιτιδίνης περιλαμβάνουν το S-οξείδιο (1%) και την δεσμεθυλ-ρανιτιδίνη (1%). Τα κόπρανα περιέχουν το υπόλοιπο της απεκκριθείσας δόσης ρανιτιδίνης. Η ηπατική δυσλειτουργία έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί μικρές, αλλά κλινικά ασήμαντες, αλλαγές σε διάφορες φαρμακοκινητικές παραμέτρους της ρανιτιδίνης.
Η ρανιτιδίνη υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου μετά από από του στόματος χορήγηση. Μεταβολίζεται στο ήπαρ σε φαρμακολογικά ανενεργή δεσμεθυλ-ρανιτιδίνη, ρανιτιδίνη-N-οξείδιο, και ρανιτιδίνη-S-οξείδιο.
Λιγότερο από 10% μιας ενδοφλέβιας ή από του στόματος δόσης απεκκρίνεται ως μεταβολίτες· 68% έως 79% μιας ενδοφλέβιας δόσης και 30% μιας από του στόματος δόσης εμφανίζονται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο.
Η χρωματογραφική συμπεριφορά των πιθανών μεταβολιτών N-οξειδίου σε σχέση με τις μητρικές αμινο-ενώσεις με σκοπό την πρόβλεψη δεδομένων κατακράτησης για τα N-οξείδια περιγράφεται. Δείγματα μοντέλα αξιολογήθηκαν με αντίστροφη φάση HPLC και τυπικά συστήματα TLC και τα δεδομένα που παράχθηκαν για την πρόβλεψη τιμών κατακράτησης για το N-οξείδιο ρανιτιδίνης και το N-οξείδιο ταμοξιφαίνης βάσει αυτών των μητρικών ενώσεων. Η απόκλιση μεταξύ των πραγματικών και των προβλεπόμενων τιμών ήταν μεγαλύτερη από την αναμενόμενη.
Η ρανιτιδίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την Δεσμεθυλ-ρανιτιδίνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ρανιτιδίνης είναι περίπου 2,5-3 ώρες. Μπορεί να είναι μεγαλύτερος μετά από από του στόματος χορήγηση σε σύγκριση με ένεση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι μεγαλύτερος για τον ηλικιωμένο πληθυσμό λόγω μείωσης της νεφρικής λειτουργίας και μετράται στις 3-4 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σε ενήλικες κυμαίνεται κατά μέσο όρο 1,7-3,2 ώρες και μπορεί να συσχετίζεται θετικά με την ηλικία σε ενήλικες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής παρατείνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε παιδιά ηλικίας 3,5-16 ετών, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής κυμαίνεται κατά μέσο όρο 1,8-2 ώρες (εύρος: 1,4-2,9 ώρες).
Σε μια μελέτη μετά από από του στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 150 mg ρανιτιδίνης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης κατά μέσο όρο 27,2 ml/min, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ρανιτιδίνης ήταν 8,7 ώρες· μια συσχέτιση μεταξύ του βαθμού δυσλειτουργίας και του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής του φαρμάκου δεν ήταν εμφανής. Ωστόσο, σε μια άλλη μελέτη σε ασθενείς με GFR… που κυμαίνονταν από 3-69 ml/min ανά 1,73 τ.μ., η κάθαρση της ρανιτιδίνης συσχετίστηκε με το GFR και ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ρανιτιδίνης συσχετίστηκε με τον βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας. Σε μια μελέτη σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 0,5-34 ml/min, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής κυμάνθηκε από 3-10 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση εφάπαξ δόσης 50 mg.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ρανιτιδίνης αναφέρεται ότι παρατείνεται σε περίπου 6 ώρες σε ηλικιωμένα άτομα μετά από από του στόματος χορήγηση δόσης 100 mg του φαρμάκου.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτό περιλαμβάνει ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ HELICOBACTER, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ και ΑΝΤΙΟΞΙΝΑ για συμπτωματική ανακούφιση.
Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης H2, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης. Η κλινικά σημαντικότερη δράση τους είναι η αναστολή της έκκρισης οξέος στη θεραπεία των γαστρεντερικών ελκών. Ο λείος μυς μπορεί επίσης να επηρεαστεί. Ορισμένα φάρμακα αυτής της κατηγορίας έχουν ισχυρές επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα, αλλά αυτές οι δράσεις δεν είναι καλά κατανοητές.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
884KT10YB7
RANITIDINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης H2
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-2
Η ρανιτιδίνη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-2. Ο μηχανισμός δράσης της ρανιτιδίνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης H2.
RANITIDINE
Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-2 [EPC]; Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης H2 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Ανταγωνιστές Η₂ υποδοχέων) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτό περιλαμβάνει ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ HELICOBACTER, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ και ΑΝΤΙΟΞΙΝΑ για συμπτωματική ανακούφιση.
Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης H2, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης. Η κλινικά σημαντικότερη δράση τους είναι η αναστολή της έκκρισης οξέος στη θεραπεία των γαστρεντερικών ελκών. Ο λείος μυς μπορεί επίσης να επηρεαστεί. Ορισμένα φάρμακα αυτής της κατηγορίας έχουν ισχυρές επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα, αλλά αυτές οι δράσεις δεν είναι καλά κατανοητές.