MIDAZOLAM
Μιδαζολάμη
### Φαρμακοδυναμικές Η μιδαζολάμη έχει υπνωτικά και κατασταλτικά αποτελέσματα που χαρακτηρίζονται από ταχεία εμφάνιση και βραχεία διάρκεια.
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος DORMICUM
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, ενδομυϊκή, ορθική
- Δόση έναρξης: 2-2,5 mg (i.v. σε ενήλικες <60 ετών για εν συνειδήσει καταστολή)
- Τιτλοποίηση: Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται και να τιτλοποιείται και δεν πρέπει να χορηγείται με ταχεία ή εφάπαξ (bolus) ένεση. Η ενδοφλέβια ένεση της μιδαζολάμης πρέπει να γίνεται αργά με ρυθμό περίπου 1 mg σε 30 δευτερόλεπτα. Το φάρμακο αρχίζει να ενεργεί περίπου 2 λεπτά μετά την ένεση. Το μέγιστο αποτέλεσμα εμφανίζεται σε περίπου 5 έως 10 λεπτά. Αν είναι απαραίτητο, επακόλουθες δόσεις μπορούν να χορηγηθούν σύμφωνα με την ατομική ανάγκη του ασθενούς.
-
Ενήλικες <60 ετώνΜέγ. δόση7,5 mgΕν συνειδήσει καταστολή i.v.: Αρχική 2-2,5 mg, δόσεις τιτλοποίησης 1 mg, συνολική 3,5-7,5 mg. Προνάρκωση i.v.: 1-2 mg επαναλαμβανόμενα. Προνάρκωση i.m.: 0,07-0,1 mg/kg. Εισαγωγή αναισθησίας i.v.: 0,15-0,2 mg/kg (προναρκωμένοι), 0,3-0,35 mg/kg (μη προναρκωμένοι). Κατασταλτικό σε συνδυασμένη αναισθησία i.v.: 0,03-0,1 mg/kg περιοδικά ή συνεχής έγχυση 0,03-0,1 mg/kg/h. Καταστολή ΜΕΘ i.v.: Εφόδου 0,03-0,3 mg/kg, συντήρησης 0,03-0,2 mg/kg/h.
-
Ενήλικες ≥60 ετών/εξασθενημένοι ή ασθενείς με χρόνια νοσήματαΜέγ. δόση3,5 mgΕν συνειδήσει καταστολή i.v.: Αρχική 0,5-1 mg, δόσεις ρύθμισης 0,5-1 mg, συνολική <3,5 mg. Προνάρκωση i.v.: Αρχική 0,5 mg, αργή τιτλοποίηση. Προνάρκωση i.m.: 0,025-0,05 mg/kg. Εισαγωγή αναισθησίας i.v.: 0,05-0,15 mg/kg (προναρκωμένοι), 0,15-0,3 mg/kg (μη προναρκωμένοι). Κατασταλτικό σε συνδυασμένη αναισθησία i.v.: μικρότερες δόσεις από συνιστώμενες για <60 ετών. Καταστολή ΜΕΘ i.v.: Μικρότερες δόσεις (σε υποογκαιμικούς, αγγειοσυσπασμένους, υποθερμικούς).
-
ΠαιδιάΕν συνειδήσει καταστολή i.v.: 6 μηνών-5 ετών (Αρχική 0,05-0,1 mg/kg, συνολική <6 mg), 6-12 ετών (Αρχική 0,025-0,05 mg/kg, συνολική <10 mg). Εν συνειδήσει καταστολή ορθικού: >6 μηνών (0,3-0,5 mg/kg). Εν συνειδήσει καταστολή i.m.: 1-15 ετών (0,05-0,15 mg/kg). Προνάρκωση ορθικού: >6 μηνών (0,3-0,5 mg/kg). Προνάρκωση i.m.: 1-15 ετών (0,08-0,2 mg/kg). Καταστολή ΜΕΘ i.v.: Νεογνά ≤32 εβδ. (0,03 mg/kg/h), Νεογνά >32 εβδ. και παιδιά ≤6 μηνών (0,06 mg/kg/h), >6 μηνών (Εφόδου 0,05-0,2 mg/kg, συντήρησης 0,06-0,12 mg/kg/h). Δεν συνιστώνται διαλύματα >1 mg/ml για παιδιά <15 kg.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 6 μηνώνΔεν συνιστάται για εν συνειδήσει καταστολή. Δε συνιστάται για προνάρκωση λόγω περιορισμένων δεδομένων.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις βενζοδιαζεπίνες ή σε οποιοδήποτε έκδοχο του προϊόντος
-
Βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια ή οξεία αναπνευστική καταστολήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο για καταστολή εν συνειδήσει
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Διαχείριση φαρμάκουπροσοχήΗ μιδαζολάμη πρέπει να χορηγείται μόνο από γιατρούς με εμπειρία σε περιβάλλον πλήρως εξοπλισμένο για την παρακολούθηση και την υποστήριξη της αναπνευστικής και καρδιαγγειακής λειτουργίας και από άτομα ειδικά εκπαιδευμένα στην αναγνώριση και τη διαχείριση αναμενόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών συμπεριλαμβανομένων αναπνευστικών και καρδιακών ανανήψεων
-
Σοβαρές καρδιοαναπνευστικές ανεπιθύμητες ενέργειεςπροσοχήΑπειλητικά για τη ζωή συμβάματα (αναπνευστική καταστολή, άπνοια, αναπνευστική ανακοπή και/ή καρδιακή ανακοπή) είναι πιθανότερο να εμφανιστούν όταν η ένεση χορηγείται πολύ γρήγορα ή όταν χορηγείται υψηλή δοσολογία
-
Ψυχωσική ασθένειαπροσοχήΟι βενζοδιαζεπίνες δεν συνιστώνται για την αρχική θεραπεία ψυχωσικής ασθένειας
-
Αναπνευστική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αναπνευστική δυσλειτουργίαΙδιαίτερη προσοχή απαιτείται για την ένδειξη της εν συνειδήσει καταστολής
-
Παιδιατρικοί ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 6 μηνώνΑπαιτείται ρύθμιση με μικρές ποσότητες μέχρι κλινικού αποτελέσματος και προσεκτική παρακολούθηση του ρυθμού αναπνοής και του κορεσμού με οξυγόνο λόγω ευαλωτότητας σε απόφραξη αεραγωγών και ανεπαρκή αερισμό
-
ΠρονάρκωσηπροσοχήΥποχρεωτική κατάλληλη παρακολούθηση του ασθενούς μετά τη χορήγηση λόγω ατομικής ευαισθησίας και συμπτωμάτων υπερδοσολογίας
-
Ασθενείς υψηλού κινδύνουπροσοχήΠληθυσμόςΕνήλικες μεγαλύτεροι των 60 ετών, εξασθενημένοι ασθενείς, ασθενείς με χρόνια αναπνευστική/νεφρική/ηπατική/καρδιακή ανεπάρκεια, παιδιατρικοί ασθενείς με καρδιαγγειακή αστάθειαΑπαιτούν χαμηλότερες δοσολογίες και συνεχή παρακολούθηση για πρώιμα σημεία μεταβολής των ζωτικών λειτουργιών
-
Βαρεία μυασθένεια (gravis)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με βαρεία μυασθένεια (gravis)Ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση
-
ΑνοχήπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς σε μακράς διάρκειας καταστολή σε ΜΕΘΜπορεί να αναφερθεί μερική απώλεια αποτελεσματικότητας
-
ΕξάρτησηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς σε μακρόχρονη καταστολή σε ΜΕΘ, ιδίως με ιστορικό κατάχρησης οινοπνεύματος/ναρκωτικώνΜπορεί να αναπτυχθεί φυσική εξάρτηση, ο κίνδυνος αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια
-
Συμπτώματα στέρησηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με παρατεταμένη αγωγή με μιδαζολάμηΑπότομη διακοπή θα συνοδεύεται από συμπτώματα στέρησης. Συνιστάται σταδιακή μείωση των δόσεων
-
ΑμνησίαπροσοχήΠληθυσμόςΕξωτερικοί ασθενείςΜπορεί να εμφανιστεί προχωρητική αμνησία. Μετά την παρεντερική χορήγηση, οι ασθενείς πρέπει να φεύγουν μόνο εφόσον συνοδεύονται
-
Παράδοξες αντιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά και ηλικιωμένοιΜπορεί να εμφανιστούν παράδοξες αντιδράσεις (π.χ. ανησυχία, διέγερση, επιθετικότητα), ειδικά με υψηλές δόσεις ή γρήγορη ένεση. Εάν συμβεί, εξετάστε τη διακοπή του φαρμάκου
-
Μεταβολή στην αποβολή της μιδαζολάμηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ή επαγωγείς του CYP3A4Η δόση της μιδαζολάμης ίσως πρέπει να προσαρμοστεί
-
Υπνική ΆπνοιαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνοΝα χρησιμοποιείται με μεγάλη προσοχή και οι ασθενείς να παρακολουθούνται τακτικά
-
Καθυστερημένη αποβολήπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, χαμηλό κατά λεπτό όγκο αίματος, νεογνάΗ αποβολή της μιδαζολάμης μπορεί να καθυστερήσει
-
Πρόωρα βρέφη και νεογνάπροσοχήΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνά και νεογνά που είχαν γεννηθεί πρόωρα των οποίων η τραχεία δεν έχει διασωληνωθείΣυνιστάται εξαιρετική προσοχή λόγω αυξημένου κινδύνου άπνοιας. Αποφύγετε την ταχεία ένεση
-
Αιμοδυναμικές ανεπιθύμητες ενέργειεςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς με καρδιαγγειακή αστάθειαΠρέπει να αποφεύγεται ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση
-
Παιδιατρικοί ασθενείς μικρότεροι των 6 μηνώνπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς μικρότεροι των 6 μηνώνΕνδείκνυται για καταστολή μόνο στην εντατική μονάδα θεραπείας. Απαραίτητη η ρύθμιση με μικρές ποσότητες και η προσεκτική παρακολούθηση του αριθμού των αναπνοών και του κορεσμού του οξυγόνου
-
Ταυτόχρονη χρήση οινοπνεύματος / Κατασταλτικών του Κεντρικού Νευρικού ΣυστήματοςαντένδειξηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση λόγω δυνητικής αύξησης της κλινικής δράσης και κινδύνου σοβαρής καταστολής
-
Ιατρικό ιστορικό κατάχρησης οινοπνεύματος ή ναρκωτικών ουσιώναντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με ιατρικό ιστορικό κατάχρησης οινοπνεύματος ή ναρκωτικών ουσιώνΗ μιδαζολάμη θα πρέπει να αποφεύγεται
-
Κριτήρια χορήγησης εξιτηρίουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς μετά τη χορήγηση μιδαζολάμηςΝα παίρνουν εξιτήριο μόνο κατόπιν σύστασης θεράποντος ιατρού και εφόσον συνοδεύονται. Συνιστάται συνοδεία κατά την επιστροφή στο σπίτι
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων ενδοφλέβιας μιδαζολάμης έως 5 φορές, παράταση ημιζωής έως 3 φορές.ΣύστασηΝα χορηγείται σε μονάδα εντατικής θεραπείας με στενή κλινική παρακολούθηση. Να εξετάζεται η κλιμάκωση και προσαρμογή δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση έκθεσης ενδοφλέβιας μιδαζολάμης έως 3-4 φορές, παράταση ημιζωής έως 3 φορές.ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων ενδοφλέβιας μιδαζολάμης 2-3 φορές, παράταση ημιζωής έως 1,5 φορές.ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων ενδοφλέβιας μιδαζολάμης 2-3 φορές, παράταση ημιζωής έως 2,4 φορές.ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων ενδοφλέβιας μιδαζολάμης περίπου έως 2 φορές.ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων ενδοφλέβιας μιδαζολάμης περίπου έως 1,6-2 φορές, παράταση ημιζωής έως 1,5-1,8 φορές.ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων ενδοφλέβιας μιδαζολάμης έως 2,5 φορές, παράταση ημιζωής έως 1,5-2 φορές.ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση επιπέδων πλάσματος από του στόματος μιδαζολάμης 6 φορές.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΠιθανόν μικρότερης σημασίας επιδράσεις στην ενδοφλέβια μιδαζολάμη.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
Προποφόλη (ενδοφλέβια)παρακολούθησηΑύξηση AUC και ημιζωής ενδοφλέβιας μιδαζολάμης κατά 1,6 φορές.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΜεγάλη αύξηση στη συγκέντρωση της μιδαζολάμης (έως 5,4 φορές), με παρόμοια αύξηση στον τελικό χρόνο ημιζωής.ΣύστασηΝα ακολουθείται η περιγραφή για την κετοκοναζόλη (ένταση παρακολούθησης).
-
Αναστολείς πρωτεάσης HCV (Boceprevir, Telaprevir)παρακολούθησηΜείωση της κάθαρσης της μιδαζολάμης, 3,4 φορές αύξηση της AUC, παράταση ημιζωής 4 φορές.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων ενέσιμης μιδαζολάμης έως 25%, παράταση τελικού χρόνου ημιζωής έως 43%.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων από στόματος μιδαζολάμης έως 3 φορές, παράταση τελικού χρόνου ημιζωής έως 41%.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση 1,4 φορές στη συγκέντρωση πλάσματος ενέσιμης μιδαζολάμης.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
Φαιντανύλη (ενδοφλέβια)παρακολούθησηΑύξηση AUC και χρόνου ημίσειας ζωής i.v. μιδαζολάμης κατά 1,5 φορές.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων από στόματος μιδαζολάμης έως 4,6 φορές, παράταση τελικού χρόνου ημιζωής έως 1,6 φορές.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων από στόματος μιδαζολάμης έως 3,3 φορές, παράταση τελικού χρόνου ημιζωής περίπου έως 2 φορές.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων ενδοφλέβιας μιδαζολάμης έως 60%, μείωση τελικού χρόνου ημιζωής έως 50-60%.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
παρακολούθησηΜικρές επιδράσεις σε εκθέσεις με ενδοφλέβια μιδαζολάμη (-12%) και 4-υδροξυ-μιδαζολάμη (-23%).ΣύστασηΠροσοχή.
-
παρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων από στόματος μιδαζολάμης έως 90%, μείωση τελικού χρόνου ημιζωής έως 60%.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
Mitotane ή EnzalutamideπαρακολούθησηΒαθιά και μακροχρόνια μείωση των επιπέδων μιδαζολάμης.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
-
Μείωση της AUC της μητρικής ένωσης κατά περίπου 30%, αύξηση κατά 4-5 φορές στην αναλογία του δραστικού μεταβολίτη.ΣύστασηΠροσοχή.
-
παρακολούθησηΜείωση της από στόματος έκθεσης σε midazolam κατά 32% (έως 80% στα άτομα).ΣύστασηΠροσοχή.
-
St John’s WortπαρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων μιδαζολάμης περίπου έως 20-40%, μείωση τελικού χρόνου ημιζωής κατά περίπου 15-17%.ΣύστασηΠροσοχή.
-
Quercetin (συμπεριλαμβανομένου του Gingko biloba) και Panax ginsengπαρακολούθησηΜειωμένη έκθεση στη μιδαζολάμη (από του στόματος) σε ποσοστό 20-30%.ΣύστασηΠροσοχή.
-
προσοχήΠιθανή αύξηση της ελεύθερης μιδαζολάμης λόγω μετατόπισης από θέσεις δέσμευσης πρωτεϊνών.ΣύστασηΠροσοχή, η κλινική συσχέτιση δεν είναι γνωστή.
-
Άλλοι κατασταλτικοί, υπνωτικοί παράγοντες, κατασταλτικά του ΚΝΣ (οπιούχα, αντιψυχωσικά, άλλες βενζοδιαζεπίνες, βαρβιτουρικά, προποφόλη, κεταμίνη, ετομιδάτη, αντικαταθλιπτικά κατασταλτικά, μη πρόσφατες H1-αντι-ισταμίνες, κεντρικά δρώντα αντιϋπερτασικά)προσοχήΠαρατεταμένη καταστολή και αναπνευστική καταστολή.ΣύστασηΠροσοχή.
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΕνίσχυση της κατασταλτικής δράσης της μιδαζολάμης.ΣύστασηΝα αποφεύγεται αυστηρά.
-
Εισπνεόμενα αναισθητικάπροσοχήΜείωση της ελάχιστης κυψελιδικής συγκέντρωσης (MAC) των εισπνεόμενων αναισθητικών.ΣύστασηΠροσοχή, πιθανές προσαρμογές δόσης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Συγχυτική κατάσταση
- Αποπροσανατολισμός
- Διέγερση
- Εχθρότητα
- Οργή
- Επιθετικότητα
- Κατάχρηση
- Συναισθηματικές διαταραχές και διαταραχές της διάθεσης
- Αλλαγές στη γενετήσια ορμή
- Φυσική φαρμακευτική εξάρτηση και σύνδρομο στέρησης
- Ακούσιες κινήσεις (συμπεριλαμβανομένων τονικοκλωνικών κινήσεων και μυϊκού τρόμου)
- Σπασμοί λόγω απόσυρσης φαρμάκου
- Υπερδραστηριότητα
- Καταστολή
- Μειωμένη εγρήγορση
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Αταξία
- Προχωρητική αμνησία
- Σπασμοί
- Καρδιακή ανακοπή
- Βραδυκαρδία
- Σύνδρομο Κούνη
- Υπόταση
- Αγγειοδιαστολή
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Θρόμβωση
- Αναπνευστική καταστολή
- Αναπνευστική ανακοπή
- Άπνοια
- Δύσπνοια
- Λαρυγγόσπασμος
- Λόξυγκας
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Κόπωση
- Ερύθημα θέσης ένεσης
- Άλγος θέσης ένεσης
- Πτώσεις
- Κάταγμα
- Βιαιοπραγία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΆλγος θέσης ένεσηςΓενικές
-
Μη γνωστέςΆπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑκούσιες κινήσεις (συμπεριλαμβανομένων τονικοκλωνικών κινήσεων και μυϊκού τρόμου)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑλλαγές στη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑναπνευστική ανακοπήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑναπνευστική καταστολήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑταξίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΒιαιοπραγίαΚοινωνικές περιστάσεις
-
Μη γνωστέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΕρύθημα θέσης ένεσηςΓενικές
-
Μη γνωστέςΕχθρότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΘρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚάταγμαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚατάχρησηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚαταστολήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚόπωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΛαρυγγόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΛόξυγκαςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΜειωμένη εγρήγορσηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟργήΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠροχωρητική αμνησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠτώσειςΤραυματισμοί
-
Μη γνωστέςΣπασμοίΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣπασμοί λόγω απόσυρσης φαρμάκουΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣυναισθηματικές διαταραχές και διαταραχές της διάθεσηςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο ΚούνηΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΥπερδραστηριότηταΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΦυσική φαρμακευτική εξάρτηση και σύνδρομο στέρησηςΨυχιατρικές διαταραχές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ μιδαζολάμη μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εφόσον είναι απολύτως απαραίτητη, όμως είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της για καισαρική τομή.Δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα για την εκτίμηση της ασφάλειας της μιδαζολάμης κατά τη διάρκεια της κύησης. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν υποδεικνύουν τερατογενετική δράση όμως έχει παρατηρηθεί εμβρυοτοξικότητα όπως και με άλλες βενζοδιαζεπίνες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία από κυήσεις που είχαν εκτεθεί σε μιδαζολάμη κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο τριμήνων της κύησης. Έχει προταθεί αυξημένος κίνδυνος συγγενών παραμορφώσεων που σχετίζονται με τη χρήση βενζοδιαζεπινών κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Η χορήγηση υψηλών δόσεων μιδαζολάμης στο τελευταίο τρίμηνο κύησης, κατά τη διάρκεια του τοκετού ή όταν χρησιμοποιείται σαν παράγοντας εισαγωγής στην αναισθησία σε καισαρική τομή έχει αναφερθεί ότι δημιουργεί ανεπιθύμητες ενέργειες στη μητέρα ή στο έμβρυο (κίνδυνο αναρρόφησης στη μητέρα, ανωμαλίες στον καρδιακό ρυθμό του εμβρύου, υποτονία, εξασθενημένη ικανότητα θηλασμού, υποθερμία και αναπνευστική καταστολή στο νεογνό). Επιπλέον, βρέφη των οποίων οι μητέρες έλαβαν βενζοδιαζεπίνες κατά τη διάρκεια του τελευταίου σταδίου της κύησης μπορεί να έχουν αναπτύξει φυσική εξάρτηση και μπορεί να διατρέχουν κάποιο κίνδυνο ανάπτυξης συμπτωμάτων στέρησης κατά την μεταγεννητική περίοδο. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος για το έμβρυο σε περίπτωση χορήγησης της μιδαζολάμης για οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση κοντά στην περίοδο του τοκετού.
-
ΓαλουχίαΟι μητέρες που θηλάζουν θα πρέπει να ενημερώνονται να διακόψουν τη γαλουχία για 24 ώρες μετά τη χορήγηση μιδαζολάμης.Η μιδαζολάμη εκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπνηλία
- αταξία
- δυσαρθρία
- νυσταγμός
- απώλεια αντανακλαστικών
- άπνοια
- υπόταση
- καρδιοαναπνευστική καταστολή
- κώμα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Η μιδαζολάμη έχει υπνωτικά και κατασταλτικά αποτελέσματα που χαρακτηρίζονται από ταχεία εμφάνιση και βραχεία διάρκεια. Επίσης ασκεί αγχολυτικά, αντισπασμωδικά και μυοχαλαρωτικά αποτελέσματα. Η μιδαζολάμη παρεμποδίζει την ψυχοκινητική λειτουργία μετά από μεμονωμένες ή/και πολλαπλές δόσεις, αλλά προκαλεί ελάχιστες αιμοδυναμικές αλλαγές.
Οι κεντρικές δράσεις των βενζοδιαζεπινών διαμεσολαβούνται μέσω της ενίσχυσης της νευροδιαβίβασης μέσω των υποδοχέων GABA σε ανασταλτικές συνάψεις. Παρουσία βενζοδιαζεπινών, η συγγένεια του υποδοχέα GABA για τον νευροδιαβιβαστή ενισχύεται μέσω θετικής αλλοστερικής διαμόρφωσης με αποτέλεσμα αυξημένη δράση απελευθερούμενου GABA στη ροή ιόντων χλωρίου μέσω της μετασυναπτικής διαμεμβράνης.
Χημικά η μιδαζολάμη, είναι ένα παράγωγο της ομάδος των ιμιδαζοβενζοδιαζεπινών. Αν και η ελεύθερη βάση είναι λιπόφιλη ουσία με μικρή διαλυτότητα στο νερό, το βασικό άζωτο στη θέση 2 του συστήματος δακτυλίων της ιμιδαζοβενζοδιαζεπίνης επιτρέπει στο δραστικό συστατικό της μιδαζολάμης να σχηματίζει υδατοδιαλυτά άλατα με οξέα. Παράγεται έτσι ένα σταθερό και καλά ανεκτό διάλυμα για ένεση.
Αυτό σε συνδυασμό με το γρήγορο μεταβολικό μετασχηματισμό είναι οι αιτίες για γρήγορη έναρξη και μικρή διάρκεια των αποτελεσμάτων. Εξαιτίας της χαμηλής τοξικότητάς της, η μιδαζολάμη έχει ευρύ θεραπευτικό εύρος. Μετά την ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση προκαλείται σύντομης διάρκειας προχωρητική αμνησία (ο ασθενής δε θυμάται τι συνέβη κατά τη διάρκεια της μέγιστης δράσης του φαρμάκου).
Απορρόφηση μετά από ενδομυϊκή ένεση
Η απορρόφηση της μιδαζολάμης από τον μυϊκό ιστό είναι ταχεία και πλήρης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται μέσα σε 30 λεπτά. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από ενδομυϊκή ένεση είναι μεγαλύτερη από 90%.
Απορρόφηση μετά από ορθική χορήγηση
Η μιδαζολάμη απορροφάται γρήγορα μετά από ορθική χορήγηση. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε περίπου 30 λεπτά. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 50%.
Κατανομή
Όταν η μιδαζολάμη χορηγείται ενδοφλεβίως, η καμπύλη συγκέντρωσης χρόνου στο πλάσμα παρουσιάζει μία ή δύο σαφείς φάσεις διάθεσης. Ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 0,7-1,2 l/kg. Ποσοστό 96-98% της μιδαζολάμης συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η κύρια πρωτεΐνη σύνδεσης είναι η αιμοσφαιρίνη. Γίνεται μικρή και ασήμαντη έκκριση της μιδαζολάμης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Σε ανθρώπους, η μιδαζολάμη έχει αποδειχθεί ότι διαπερνά τον πλακούντα και ότι περνά στην κυκλοφορία του εμβρύου. Μικρές ποσότητες της μιδαζολάμης ανευρίσκονται στο μητρικό γάλα. Η μιδαζολάμη δεν αποτελεί υπόστρωμα για τους μεταφορείς φαρμάκων.
Μεταβολισμός
Η μιδαζολάμη αποβάλλεται σχεδόν ολοκληρωτικά μέσω βιομετατροπής. Το ποσοστό της δόσης που μεταβολίζεται στο ήπαρ έχει εκτιμηθεί σε 30-60%. Η μιδαζολάμη υδροξυλιώνεται μέσω των ισοενζύμων του κυτοχρώματος P450 CYP3A4 και CYP3A5 και ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα και στο πλάσμα είναι η 1’- υδροξυμιδαζολάμη (γνωστή επίσης ως άλφα-υδροξυμιδαζολάμη). Οι συγκεντρώσεις της 1’- υδροξυμιδαζολάμης στο πλάσμα είναι 12% της μητρικής ουσίας. Η 1’υδροξυμιδαζολάμη είναι φαρμακολογικά ενεργή αλλά συμβάλλει ελάχιστα μόνο (περίπου 10%) στη δράση της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης.
Αποβολή
Σε νεαρούς υγιείς εθελοντές η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής κυμαίνεται μεταξύ 1,5 - 2,5 ωρών. Ο χρόνος ημιζωής του μεταβολίτη είναι μικρότερος από 1 ώρα. Συνεπώς μετά τη χορήγηση μιδαζολάμης η συγκέντρωση της μητρικής ένωσης και ο κύριος μεταβολίτης μειώνεται παράλληλα. Η κάθαρση του πλάσματος της μιδαζολάμης είναι της τάξης των 300 - 500 ml ανά λεπτό. Οι μεταβολίτες της μιδαζολάμης αποβάλλονται κυρίως μέσω της νεφρικής οδού: 60 - 80% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα σαν συζευγμένη με γλυκουρονικό οξύ 1-υδροξυμιδαζολάμη. Ποσοστό μικρότερο από 1% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο. Όταν η μιδαζολάμη χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση, η φαρμακοκινητική της αποβολής της δε διαφέρει από αυτή της bolus ένεσης. Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση μιδαζολάμης δεν επάγει ένζυμα που μεταβολίζουν τα φάρμακα.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
- Ηλικιωμένοι: Σε ηλικιωμένους ασθενείς μεγαλύτερους των 60 ετών η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής μπορεί να παραταθεί μέχρι και τέσσερις φορές.
- Παιδιά: Ο ρυθμός ορθικής απορρόφησης στα παιδιά είναι παρόμοιος με αυτόν στους ενήλικες αλλά η βιοδιαθεσιμότητα είναι μικρότερη (5-18%). Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής μετά από ενδοφλέβια και ορθική χορήγηση είναι μικρότερη σε παιδιά 3-10 ετών (1-1,5 ώρες) συγκριτικά με αυτή στους ενήλικες.
- Νεογνά: Σε πρόωρα και νεογνά η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής παρατείνεται με μέση τιμή τις 6-12 ώρες, πιθανώς λόγω ανωριμότητας του ήπατος και η κάθαρση είναι μειωμένη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Νεογνά με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία διατρέχουν τον κίνδυνο να δημιουργήσουν απροσδόκητα υψηλές συγκεντρώσεις μιδαζολάμης στον ορό.
- Παχύσαρκοι: Η μέση ημιπερίοδος ζωής είναι μεγαλύτερη σε σχέση με τους μη παχύσαρκους ασθενείς (5,9 έναντι 2,3 ώρες) λόγω αύξησης κατά 50% του όγκου κατανομής. Η κάθαρση δεν διαφέρει σημαντικά.
- Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια: Η κάθαρση μπορεί να είναι μειωμένη και η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής μεγαλύτερη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια: Η φαρμακοκινητική της μη δεσμευμένης μιδαζολάμης δεν μεταβάλλεται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Ο μεταβολίτης (γλυκουρονίδιο της 1 υδροξυμιδαζολάμης) συσσωρεύεται, προκαλώντας παρατεταμένη καταστολή (βλ. Δοσολογία).
- Ασθενείς νοσηλευόμενοι στην εντατική: Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι παρατεταμένη μέχρι και έξι φορές.
- Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια: Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι μεγαλύτερη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Φαρμακοδυναμικές Η μιδαζολάμη έχει υπνωτικά και κατασταλτικά αποτελέσματα που χαρακτηρίζονται από ταχεία εμφάνιση και βραχεία διάρκεια. Επίσης ασκεί αγχολυτικά, αντισπασμωδικά και μυοχαλαρωτικά αποτελέσματα. Η μιδαζολάμη παρεμποδίζει την ψυχοκινητική…
Απορρόφηση μετά από ενδομυϊκή ένεση Η απορρόφηση της μιδαζολάμης από τον μυϊκό ιστό είναι ταχεία και πλήρης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται μέσα σε 30 λεπτά. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από ενδομυϊκή ένεση είναι μεγαλύτερη από…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ζωτικά σημεία | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Συνεχώς | Υψηλός κίνδυνος για πρώιμα σημεία μεταβολής |
| Αριθμός αναπνοών | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | — | Παιδιατρικοί ασθενείς < 6 μηνών σε ΜΕΘ |
| Κορεσμός οξυγόνου (SpO2) | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | — | Παιδιατρικοί ασθενείς < 6 μηνών |
| — | Πρόωρα νεογνά και νεογνά με μη διασωληνωμένη τραχεία | ||
| — | Παιδιατρικοί ασθενείς < 6 μηνών σε ΜΕΘ | ||
| Ρυθμός αναπνοής | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | — | Παιδιατρικοί ασθενείς < 6 μηνών |
| — | Πρόωρα νεογνά και νεογνά με μη διασωληνωμένη τραχεία | ||
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Μετά τη χορήγηση | Προνάρκωση για συμπτώματα υπερδοσολογίας |
| Τακτικά | Σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνο |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Υπνωτικό-ηρεμιστικό φάρμακο βραχείας δράσης με αγχολυτικές και αμνησιογόνες ιδιότητες. Χρησιμοποιείται στην οδοντιατρική, την καρδιοχειρουργική, τις ενδοσκοπικές επεμβάσεις, ως προαναισθητική φαρμακευτική αγωγή και ως συμπληρωματικό της τοπικής αναισθησίας. Η σύντομη διάρκεια και η καρδιοαναπνευστική σταθερότητα το καθιστούν χρήσιμο σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, ηλικιωμένους και καρδιοπαθείς. Είναι υδατοδιαλυτό σε pH < 4 και λιποδιαλυτό σε φυσιολογικό pH. [PubChem] Η μιδαζολάμη είναι φάρμακο του Schedule IV στις Ηνωμένες Πολιτείες.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για χρήση ως ηρεμιστικό περισταλτικά.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η μιδαζολάμη είναι βραχείας δράσης βενζοδιαζεπίνη που καταστέλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ). Οι φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της μιδαζολάμης και των μεταβολιτών της, οι οποίες είναι παρόμοιες με αυτές των άλλων βενζοδιαζεπινών, περιλαμβάνουν κατασταλτική, αγχολυτική, αμνησιογόνο και υπνωτική δράση. Τα φαρμακολογικά αποτελέσματα των βενζοδιαζεπινών φαίνεται να προκύπτουν από αναστρέψιμες αλληλεπιδράσεις με τον υποδοχέα βενζοδιαζεπίνης του (γάμμα)-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA) στο ΚΝΣ, τον κύριο ανασταλτικό νευροδιαβιβαστή στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η δράση της μιδαζολάμης αναστρέφεται εύκολα από τον ανταγωνιστή των υποδοχέων βενζοδιαζεπίνης, φλουμαζενίλη.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Πιστεύεται ότι οι δράσεις των βενζοδιαζεπινών, όπως η μιδαζολάμη, μεσολαβούνται μέσω του ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ (GABA), ο οποίος είναι ένας από τους κύριους ανασταλτικούς νευροδιαβιβαστές στον εγκέφαλο. Οι βενζοδιαζεπίνες αυξάνουν τη δραστηριότητα του GABA, παράγοντας έτσι ηρεμιστικό αποτέλεσμα, χαλαρώνοντας τους σκελετικούς μύες και προκαλώντας ύπνο. Οι βενζοδιαζεπίνες συνδέονται με τη θέση της βενζοδιαζεπίνης στους υποδοχείς GABA-A, οι οποίοι ενισχύουν τις επιδράσεις του GABA αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος του καναλιού χλωρίου.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Ταχεία απορρόφηση μετά από από του στόματος χορήγηση (η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του σιροπιού μιδαζολάμης σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι περίπου 36%, και η ενδομυϊκή είναι μεγαλύτερη από 90%).
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
2.2-6.8 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
97%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Η μιδαζολάμη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ και το έντερο από την ανθρώπινη κυτοχρωμική P450 IIIA4 (CYP3A4) στον φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη της, α-υδροξυμιδαζολάμη, ακολουθούμενη από γλυκουρονιδίωση του α-υδροξυ μεταβολίτη, ο οποίος υπάρχει σε μη συζευγμένες και συζευγμένες μορφές στο ανθρώπινο πλάσμα. Η α-υδροξυμιδαζολάμη γλυκουρονίδιο στη συνέχεια απεκκρίνεται στα ούρα. Δεν ανιχνεύεται σημαντική ποσότητα μητρικού φαρμάκου ή μεταβολιτών από τα ούρα πριν από την αποσύζευξη με β-γλυκουρονιδάση και σουλφατάση, υποδεικνύοντας ότι οι ουρικοί μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως ως συζεύξεις.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 1.24 έως 2.02 L/kg [παιδιατρικοί ασθενείς (6 μηνών έως <16 ετών) που λαμβάνουν 0.15 mg/kg IV μιδαζολάμη]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 9.3 έως 11 mL/min/kg [παιδιατρικοί ασθενείς (6 μηνών έως <16 ετών)]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
LD50=825 mg/kg (Από του στόματος σε αρουραίους). Σημεία υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν καταστολή, υπνηλία, σύγχυση, διαταραγμένο συντονισμό, μειωμένα αντανακλαστικά, κώμα και επιβλαβείς επιδράσεις στα ζωτικά σημεία.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Γενικές επιδράσεις
Η μιδαζολάμη είναι ένας βραχείας δράσης κατασταλτικός παράγοντας του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) από την κατηγορία των βενζοδιαζεπινών. Οι φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της μιδαζολάμης και των μεταβολιτών της, οι οποίες είναι παρόμοιες με αυτές άλλων βενζοδιαζεπινών, περιλαμβάνουν κατασταλτική, αγχολυτική, αμνησιακή, μυοχαλαρωτική, καθώς και υπνωτική δράση. Οι βενζοδιαζεπίνες ενισχύουν την ανασταλτική δράση του νευροδιαβιβαστή γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ (GABA). Οι υποδοχείς για το GABA στοχεύονται από πολλά σημαντικά φάρμακα που επηρεάζουν τη λειτουργία του GABA και χρησιμοποιούνται συνήθως στη θεραπεία διαταραχών άγχους, επιληψίας, αϋπνίας, σπαστικότητας και επιθετικής συμπεριφοράς.
Καταστολή και μνήμη
Η έναρξη της καταστολής μετά από ενδομυϊκή χορήγηση σε ενήλικες είναι 15 λεπτά, με μέγιστη καταστολή να παρατηρείται 30-60 λεπτά μετά την ένεση. Σε μια μελέτη σε ενήλικες, κατά την εξέταση την επόμενη ημέρα, το 73% των ασθενών που έλαβαν μιδαζολάμη ενδομυϊκά δεν είχαν καμία ανάμνηση καρτών μνήμης που τους έδειξαν 30 λεπτά μετά τη χορήγηση του φαρμάκου· το 40% δεν είχε καμία ανάμνηση καρτών μνήμης που τους έδειξαν 60 λεπτά μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Η έναρξη της κατασταλτικής δράσης σε παιδιατρικούς ασθενείς αρχίζει εντός 5 λεπτών και κορυφώνεται σε 15-30 λεπτά ανάλογα με τη δόση που χορηγήθηκε. Στον παιδιατρικό πληθυσμό, έως και το 85% δεν είχε μνήμη από εικόνες που τους έδειξαν μετά τη λήψη ενδομυϊκής μιδαζολάμης, σε σύγκριση με το 5% της ομάδας ελέγχου με εικονικό φάρμακο. Η καταστολή τόσο σε ενήλικες όσο και σε παιδιατρικούς ασθενείς επιτυγχάνεται εντός 3 έως 5 λεπτών μετά την ενδοφλέβια (IV) χορήγηση. Ο χρόνος έναρξης επηρεάζεται από τη χορηγούμενη δόση και τη ταυτόχρονη χορήγηση νάρκωτικών προ-φαρμάκων. Το εβδομήντα ένα (71%) τοις εκατό των ενηλίκων ασθενών σε κλινικές μελέτες ενδοσκόπησης δεν είχαν καμία ανάμνηση της εισαγωγής του ενδοσκοπίου· το 82% των ασθενών δεν είχε καμία ανάμνηση της αφαίρεσης του ενδοσκοπίου.
Επαγωγή αναισθησίας
Όταν η μιδαζολάμη χορηγείται ενδοφλεβίως (IV) για επαγωγή αναισθησίας, η επαγωγή της αναισθησίας συμβαίνει σε περίπου 1,5 λεπτό όταν έχει δοθεί νάρκωτικό προ-φαρμάκων και σε 2 έως 2,5 λεπτά χωρίς νάρκωτικό προ-φαρμάκων/άλλο κατασταλτικό προ-φαρμάκων. Σημειώθηκε διαταραχή σε τεστ μνήμης στο 90% των ασθενών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Οι δράσεις των βενζοδιαζεπινών, όπως η μιδαζολάμη, διαμεσολαβούνται μέσω του ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ (GABA), ο οποίος είναι ένας από τους κύριους ανασταλτικούς νευροδιαβιβαστές στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Οι βενζοδιαζεπίνες αυξάνουν τη δραστηριότητα του GABA, παράγοντας έτσι κατασταλτική δράση, χαλαρώνοντας τους σκελετικούς μύες και προκαλώντας ύπνο, αναισθησία και αμνησία. Οι βενζοδιαζεπίνες συνδέονται με τη θέση της βενζοδιαζεπίνης στους υποδοχείς GABA-A, η οποία ενισχύει τις επιδράσεις του GABA αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των διαύλων χλωρίου. Αυτοί οι υποδοχείς έχουν εντοπιστεί σε διάφορους ιστούς του σώματος, συμπεριλαμβανομένης της καρδιάς και των σκελετικών μυών, αν και φαίνεται κυρίως να υπάρχουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Η μιδαζολάμη έχει νευροτοξικές ιδιότητες όταν χορηγείται νευραξονικά in vivo. Επιπλέον, η μιδαζολάμη προκαλεί νευροεκφύλιση σε νεογνικά ζωικά μοντέλα σε συνδυασμό με άλλα γενικά αναισθητικά. Επομένως, αυτή η μελέτη επικεντρώνεται στον μηχανισμό νευροτοξικότητας από τη μιδαζολάμη σε νευρωνικά και μη νευρωνικά κύτταρα. Η μελέτη στοχεύει στην αξιολόγηση της αποπτωτικής οδού και στη διερεύνηση των προστατευτικών επιδράσεων του ανταγωνιστή βενζοδιαζεπινών φλουμαζενίλης και του αναστολέα κασπάσης N-(2-κινολυλ)βαλυλ-ασπαρτυλ-(2,6-διφθοροφαινόξυ)-μεθυλκετόνης. Η επίδραση της μιδαζολάμης χωρίς συντηρητικά στην πρόκληση απόπτωσης σε κυτταρικές σειρές ανθρώπινου λεμφώματος και νευροβλαστώματος αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας ανάλυση κυτταρομετρίας ροής σταδίων πρώιμης απόπτωσης (Annexin V/7-AAD) και ενεργοποίηση κασπάσης 3. Χρησιμοποιήθηκαν κύτταρα λεμφώματος που υπερεκφράζουν την πρωτεΐνη B-κυτταρικού λεμφώματος (Bcl2) και είναι ελλιπή σε κασπάση 9 για τον προσδιορισμό του ρόλου της μιτοχονδριακής (εγγενούς) οδού. Χρησιμοποιήθηκαν κύτταρα ελλιπή σε κασπάση 8 και ελλιπή σε FADD (Fas-associated protein with death domain) για την αξιολόγηση της οδού του υποδοχέα θανάτου (εξωγενούς). Οι προστατευτικές επιδράσεις της φλουμαζενίλης και του αναστολέα κασπάσης N-(2-κινολυλ)βαλυλ-ασπαρτυλ-(2,6-διφθοροφαινόξυ)-μεθυλκετόνης διερευνήθηκαν σε κύτταρα νευροβλαστώματος και πρωτογενή νευρώνες αρουραίου χρησιμοποιώντας δοκιμές μεταβολικής δραστηριότητας (2,3-bis(2-methoxy-4-nitro-5-sulfophenyl)-2H-tetrazolium-5-carboxanilide) και ανοσοφθορίζουσα μικροσκοπία. Η μιδαζολάμη προκάλεσε απόπτωση σε όλους τους εξεταζόμενους κυτταρικούς τύπους με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση, όπως υποδεικνύεται από την κυτταρομετρία ροής. Η υπερέκφραση Bcl2 και η έλλειψη κασπάσης 9 προστάτευσαν από την τοξικότητα, ενώ η έλλειψη κασπάσης 8 ή FADD δεν είχε καμία επίδραση. Η παν-κασπασική αναστολή είχε ισχυρή προστατευτική επίδραση, ενώ η φλουμαζενίλη δεν ανέστειλε την απόπτωση που προκαλείται από τη μιδαζολάμη. Η μιδαζολάμη προκαλεί απόπτωση μέσω ενεργοποίησης της μιτοχονδριακής οδού με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση. Ο μηχανισμός τοξικότητας της μιδαζολάμης μετατοπίζεται από την απόπτωση που εξαρτάται από την κασπάση σε νέκρωση με αυξανόμενες συγκεντρώσεις. Η πρόκληση απόπτωσης και νέκρωσης από τη μιδαζολάμη είναι πιθανώς άσχετη με τη σηματοδότηση της οδού του υποδοχέα GABAA.
Μια διαδικασία σύγκρουσης κατανάλωσης που περιλαμβάνει απότομη μείωση του μεγέθους μιας αναμενόμενης ανταμοιβής (αρνητική αντίθεση) έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ευαίσθητη στις επιδράσεις των αγχολυτικών παραγόντων. Η μιδαζολάμη απελευθέρωσε την κατασταλμένη απόδοση κατανάλωσης με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση. Αυτή η επίδραση δεν οφειλόταν σε γενική επίδραση διέγερσης της όρεξης του φαρμάκου. Εξετάστηκαν οι επιδράσεις τριών ανταγωνιστών 5-HT στην αρνητική αντίθεση για την αξιολόγηση του ρόλου που μπορεί να παίζει η σεροτονίνη στην αγχολυτική δράση της βενζοδιαζεπίνης. Η μεθυσεργίδη βρέθηκε αναποτελεσματική, η σινανσερίνη έτεινε να μειώνει την αντίθεση σε δύο ενδιάμεσες δόσεις, και η κυπροεπταδίνη εξάλειψε την επίδραση της αντίθεσης με παρόμοιο τρόπο όπως η μιδαζολάμη. Η αποτελεσματικότητα της κυπροεπταδίνης μπορεί να μην αποδοθεί στις αντιχοληνεργικές ή αντιισταμινικές της δράσεις, καθώς η σκοπολαμίνη και η πυριλαμίνη δεν παρήγαγαν παρόμοιες επιδράσεις. Συζητούνται τα αποτελέσματα όσον αφορά τον ρόλο που μπορεί να παίζει η σεροτονίνη στην αντικατασταλτική δράση της βενζοδιαζεπίνης, καθώς και πιθανές αλληλεπιδράσεις με το γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ.
Οι ακριβείς θέσεις και ο τρόπος δράσης των βενζοδιαζεπινών δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως, αλλά οι επιδράσεις των φαρμάκων φαίνεται να διαμεσολαβούνται μέσω του ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ (GABA). Τα φάρμακα φαίνεται να δρουν στα όρια, στο θάλαμο και στον υποθάλαμο του ΚΝΣ, προκαλώντας αγχολυτικές, κατασταλτικές, υπνωτικές, μυοχαλαρωτικές και αντισπασμωδικές επιδράσεις. Οι βενζοδιαζεπίνες είναι ικανές να προκαλέσουν όλα τα επίπεδα καταστολής του ΚΝΣ - από ήπια καταστολή έως ύπνωση έως κώμα. /Βενζοδιαζεπίνες/
Οι βενζοδιαζεπίνες φαίνεται να προκαλούν χαλάρωση των σκελετικών μυών κυρίως αναστέλλοντας τις σπονδυλικές πολυσυναπτικές προσαγωγές οδούς, αλλά τα φάρμακα μπορεί επίσης να αναστέλλουν τις μονοσυναπτικές προσαγωγές οδούς. Τα φάρμακα μπορεί να αναστέλλουν μονοσυναπτικές και πολυσυναπτικές αντανακλαστικές αντιδράσεις λειτουργώντας ως ανασταλτικοί νευρωνικοί διαβιβαστές ή εμποδίζοντας τη μεταβίβαση διεγερτικών συνάψεων. Τα φάρμακα μπορεί επίσης να καταστέλλουν άμεσα τη λειτουργία των κινητικών νεύρων και των μυών. /Βενζοδιαζεπίνες/
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για τη Μιδαζολάμη (6 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Ενδομυϊκή (IM)
Μετά από IM χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 10 mg μιδαζολάμης σε υγιή άτομα, η μιδαζολάμη απορροφήθηκε με διάμεσο Tmax (εύρος) 0,5 (0,25 έως 0,5) ώρες· η μέση (±SD) Cmax και AUC0-∞ της μιδαζολάμης ήταν 113,9 (±30,9) ng/mL και 402,7 (±97,0) ng∙h/mL, αντίστοιχα.
Ορθική
Μετά από ορθική χορήγηση, η μιδαζολάμη απορροφάται ταχέως. Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση επιτυγχάνεται εντός 30 λεπτών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 50%.
Ρινική Χορήγηση
Μετά από ρινική χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 5 mg μιδαζολάμης σε υγιείς ενήλικες, η μιδαζολάμη απορροφήθηκε με διάμεσο Tmax (εύρος) 17,3 (7,8 έως 28,2) λεπτά· η μέση (±SD) Cmax και AUC0-∞ της μιδαζολάμης ήταν 54,7 (±30,4) ng/mL και 126,2 (±59) ng∙h/mL, αντίστοιχα. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 44%.
Από του στόματος
Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 6 μηνών έως <16 ετών, οι μέσες τιμές Tmax μεταξύ των ομάδων δόσης (0,25, 0,5 και 1,0 mg/kg) κυμαίνονται από 0,17 έως 2,65 ώρες. Η μιδαζολάμη παρουσιάζει επίσης γραμμική φαρμακοκινητική εντός αυτού του εύρους δόσης (έως μέγιστη δόση 40 mg). Η γραμμικότητα αποδείχθηκε επίσης σε δόσεις εντός της ηλικιακής ομάδας 2 ετών έως <12 ετών με 18 ασθενείς σε καθεμία από τις τρεις δόσεις. Λόγω του μεταβολισμού πρώτης διόδου, μόνο το 40-50% της χορηγούμενης από του στόματος δόσης φτάνει στην κυκλοφορία. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της μιδαζολάμης είναι περίπου 36%, η οποία δεν επηρεάζεται από την παιδιατρική ηλικία ή το βάρος. Οι Cmax και AUC0-∞ υπολογίστηκαν επίσης ότι κυμαίνονται από 28 έως 201 ng/mL και 67,6 έως 821 ng∙h/mL αντίστοιχα.
Στοματική
Μετά από στοματική χορήγηση, η μιδαζολάμη απορροφάται ταχέως. Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση επιτυγχάνεται εντός 30 λεπτών σε παιδιά. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της στοματικής μιδαζολάμης είναι περίπου 75% σε ενήλικες. Η βιοδιαθεσιμότητα της στοματικής μιδαζολάμης έχει εκτιμηθεί στο 87% σε παιδιά με σοβαρή ελονοσία και σπασμούς. Οι Cmax και AUC0-∞ υπολογίστηκαν επίσης ότι κυμαίνονται από 87 έως 148 ng/mL και 168 έως 254 ng∙h/mL αντίστοιχα.
Ο γλυκουρονιδικός συζυγής α-υδροξυμιδαζολάμη της μιδαζολάμης απεκκρίνεται στα ούρα. Δεν ανιχνεύεται σημαντική ποσότητα μητρικού φαρμάκου ή μεταβολιτών στα ούρα πριν από την αποσύζευξη με β-γλυκουρονιδάση και σουλφατάση, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι ουρικοί μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως ως συζυγείς. Η ποσότητα μιδαζολάμης που απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι μικρότερη από 0,5%. Το 45% έως 57% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως συζυγής 1-υδροξυμεθυλμιδαζολάμης. Τα κύρια ουρικά προϊόντα απέκκρισης είναι οι γλυκουρονιδικοί συζυγείς υδροξυλιωμένων παραγώγων.
Η κάθαρση πλάσματος της μιδαζολάμης είναι υψηλότερη σε ασθενείς που παραμένουν στην ύπτια θέση, λόγω αύξησης 40-60% της ηπατικής αιματικής ροής κατά τη διάρκεια της ύπτιας θέσης. Η εγκυμοσύνη μπορεί επίσης να αυξήσει το μεταβολισμό της μιδαζολάμης.
Το γυναικείο φύλο, η προχωρημένη ηλικία και η παχυσαρκία μπορεί να αυξήσουν τον όγκο κατανομής. Η μιδαζολάμη μπορεί επίσης να διαπεράσει τον πλακούντα και έχει ανιχνευθεί σε μητρικό γάλα και εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Ενδοφλέβια χορήγηση
Σε παιδιατρικούς ασθενείς (6 μηνών έως <16 ετών) που έλαβαν 0,15 mg/kg IV μιδαζολάμης, ο μέσος όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας κυμάνθηκε από 1,24 έως 2,02 L/kg. Για υγιείς ενήλικες ασθενείς, ο όγκος κατανομής που προσδιορίστηκε από έξι μελέτες μονής δόσης φαρμακοκινητικής κυμάνθηκε από 1,0 έως 3,1 L/kg.
Ενδομυϊκή χορήγηση
Ο μέσος (±SD) φαινόμενος όγκος κατανομής (Vz/F) της μιδαζολάμης μετά από μία εφάπαξ IM δόση 10 mg μιδαζολάμης ήταν 2117 (±845,1) mL/kg σε υγιή άτομα.
Ρινική
Ο εκτιμώμενος συνολικός όγκος κατανομής της μιδαζολάμης είναι 226,5 L.
Στοματική
Ο όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας μετά από στοματική χορήγηση εκτιμάται σε 5,3 l/kg.
Ενδομυϊκή
Μετά από IM χορήγηση 10 mg μιδαζολάμης, η φαινόμενη συνολική κάθαρση σώματος (CL/F) της μιδαζολάμης ήταν 367,3 (±73,5) mL/hr/kg.
Ενδοφλέβια:
Έξι μελέτες μονής δόσης φαρμακοκινητικής που περιλάμβαναν υγιείς ενήλικες έδωσαν συνολική κάθαρση (Cl) 0,25 έως 0,54 L/hr/kg.
Ρινική
Η κάθαρση της μιδαζολάμης υπολογίστηκε σε 1,9 mL/min/kg.
Από του στόματος
Μετά από ομάδα ασθενών που έλαβαν δόση 0,15 mg/kg IV, η μέση συνολική κάθαρση κυμάνθηκε από 9,3 έως 11,0 mL/min/kg.
Στοματική
Η κάθαρση πλάσματος της μιδαζολάμης σε παιδιά μετά από στοματική χορήγηση είναι 30 ml/kg/min.
Μετά από IV χορήγηση μιδαζολάμης υδροχλωρικής σε ζώα, το φάρμακο κατανέμεται ευρέως, με υψηλότερες συγκεντρώσεις στο ήπαρ, τα νεφρά, τους πνεύμονες, το λίπος και την καρδιά. Το φάρμακο διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και κατανέμεται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε ανθρώπους και ζώα. Σε ζώα, η ισορροπία της μιδαζολάμης μεταξύ πλάσματος και εγκεφαλονωτιαίου υγρού συμβαίνει εντός λίγων λεπτών μετά από IV χορήγηση, και οι λόγοι εγκεφαλονωτιαίου υγρού:πλάσματος του φαρμάκου συσχετίζονται έντονα με τη μη δεσμευμένη μιδαζολάμη μόλις επιτευχθεί ισορροπία. Η κατανομή του φαρμάκου στο ανθρώπινο οσφυϊκό εγκεφαλονωτιαίο υγρό μπορεί να είναι αργή και ακανόνιστη. Η κατανομή μπορεί να επηρεαστεί σε γεροντολογικούς ασθενείς.
Η απορρόφηση της μιδαζολάμης υδροχλωρικής από IM σημεία ένεσης είναι ταχεία και σχεδόν πλήρης (μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μεγαλύτερη από 90%). Η βιοδιαθεσιμότητα IM του γαλακτικού φαίνεται να είναι παρόμοια ή ελαφρώς μικρότερη από αυτήν της υδροχλωρικής· ωστόσο, οποιαδήποτε τέτοια διαφορά δεν φαίνεται να είναι κλινικά σημαντική. Οι φαρμακολογικές επιδράσεις της μιδαζολάμης συνήθως εμφανίζονται εντός 5-15 λεπτών, αλλά μπορεί να μην είναι μέγιστες παρά 15-60 λεπτά μετά την IM χορήγηση· η διάρκεια δράσης είναι συνήθως περίπου 2 ώρες (εύρος: 1-6 ώρες). Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις μιδαζολάμης συνήθως επιτυγχάνονται εντός 45 λεπτών μετά την IM χορήγηση. Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 12,5 mg (μιδαζολάμης) της υδροχλωρικής σε υγιείς ενήλικες, επιτυγχάνονται μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις μιδαζολάμης περίπου 200 ng/mL (εύρος: 88-269 ng/mL). Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις μιδαζολάμης και 1-υδροξυμεθυλμιδαζολάμης (ενεργός μεταβολίτης) που επιτυγχάνονται μετά από IM ενέσεις είναι περίπου το 50% αυτών που επιτυγχάνονται μετά από IV ένεση μιας δόσης.
Η μιδαζολάμη υδροχλωρική απορροφάται ταχέως από την ΓΣ οδό, με τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση συνήθως να εμφανίζεται εντός 1-2 ωρών. Μετά από χορήγηση από το στόμα, το φάρμακο υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ και το έντερο, με μόνο περίπου 40-50% (εύρος: 28-72%) μιας χορηγούμενης από το στόμα δόσης να φτάνει στην συστηματική κυκλοφορία αμετάβλητη.
Σε φυσιολογικό pH, η μιδαζολάμη είναι ιδιαίτερα λιπόφιλη· ωστόσο, η λιποφιλία του φαρμάκου μειώνεται με τη μείωση του pH. Μετά από IV χορήγηση σε ανθρώπους, η μιδαζολάμη κατανέμεται ταχέως και φαινομενικά ευρέως. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής του φαρμάκου σε υγιείς ενήλικες αναφέρεται κατά μέσο όρο 0,8-2,5 L/kg (εύρος: 0,6-6,6 L/kg). Ο όγκος κατανομής της μιδαζολάμης φαίνεται να είναι 1,5 έως 2 φορές υψηλότερος σε ενήλικες με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και 2 έως 3 φορές υψηλότερος σε ενήλικες με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε σύγκριση με υγιείς ενήλικες.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Μιδαζολάμη (9 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μελέτες in vitro με μικροσωμάτια ήπατος ανθρώπου υποδεικνύουν ότι ο βιομετασχηματισμός της μιδαζολάμης διαμεσολαβείται από τον κυτόχρωμα P450-3A4 (CYP3A4). Αυτό το ένζυμο υπάρχει στον βλεννογόνο της γαστρεντερικής οδού, καθώς και στο ήπαρ. Ο μεταβολίτης 1-υδροξυ-μιδαζολάμη (επίσης αναφέρεται ως άλφα-υδροξυμιδαζολάμη) αποτελεί το 60% έως 70% των προϊόντων βιομετασχηματισμού της μιδαζολάμης, ενώ η 4-υδροξυ-μιδαζολάμη αποτελεί το 5% ή λιγότερο. Μικρές ποσότητες ενός διυδροξυλιωμένου παραγώγου έχουν επίσης ανιχνευθεί, αλλά όχι ποσοτικοποιηθεί. Η μιδαζολάμη υφίσταται επίσης N-γλυκουρονιδίωση μέσω του UGT1A4 μετά τη διαδικασία ηπατικής οξείδωσης από ένζυμα κυτοχρώματος.
Μελέτες της ενδοφλέβιας χορήγησης 1-υδροξυμιδαζολάμης σε ανθρώπους υποδηλώνουν ότι η 1-υδροξυμιδαζολάμη είναι τουλάχιστον εξίσου δραστική με την μητρική ένωση και μπορεί να συμβάλλει στην καθαρή φαρμακολογική δραστηριότητα της μιδαζολάμης. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι οι συγγένειες της 1- και 4-υδροξυμιδαζολάμης για τον υποδοχέα βενζοδιαζεπίνης είναι περίπου 20% και 7% αντίστοιχα, σε σχέση με τη μιδαζολάμη.
…Η μιδαζολάμη έχει ταχεία έναρξη δράσης μετά από ενδοφλέβια, ενδομυϊκή, από του στόματος, ρινική και ορθική χορήγηση. Μόνο το 50% μιας από του στόματος χορηγούμενης δόσης φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία λόγω εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου. Η μιδαζολάμη μεταβολίζεται από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450 σε διάφορους μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένου ενός ενεργού μεταβολίτη, της άλφα-υδροξυμιδαζολάμης. Οι αναστολείς κυτοχρώματος P450, όπως η σιμετιδίνη, μπορούν να μειώσουν σημαντικά το μεταβολισμό της μιδαζολάμης…
Η μιδαζολάμη είναι μια βραχείας δράσης βενζοδιαζεπίνη που χρησιμοποιείται συνήθως στην εντατική ιατρική. Έχουν αποδειχθεί συσσωρεύσεις συζυγών του κύριου μεταβολίτη της, της άλφα-υδροξυμιδαζολάμης, σε νεφρική ανεπάρκεια, αλλά δεν έχουν προηγουμένως συσχετιστεί με τις παρατεταμένες κατασταλτικές επιδράσεις που παρατηρούνται συνήθως σε κριτικά ασθενείς. /Αυτή η μελέτη αναφέρει/ πέντε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια που είχαν παρατεταμένη καταστολή μετά τη χορήγηση μιδαζολάμης. Και στους πέντε ασθενείς, η κωματώδης κατάσταση αντιστράφηκε άμεσα από τον ανταγωνιστή των υποδοχέων βενζοδιαζεπίνης, φλουμαζενίλη. Η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων ορού έδειξε υψηλές συγκεντρώσεις συζυγούς άλφα-υδροξυμιδαζολάμης όταν οι συγκεντρώσεις του μη συζυγούς μεταβολίτη και του μητρικού φαρμάκου ήταν κάτω από το θεραπευτικό εύρος. Μελέτες δέσμευσης in vitro έδειξαν ότι η συγγένεια δέσμευσης στον εγκεφαλικό υποδοχέα βενζοδιαζεπίνης της γλυκουρονιδωμένης άλφα-υδροξυμιδαζολάμης ήταν μόνο περίπου δέκα φορές μικρότερη (σταθερά συγγένειας 16 nmol/L) από αυτή της μιδαζολάμης (1,4 nmol/L) ή της μη συζυγούς άλφα-υδροξυμιδαζολάμης (2,2 nmol/L). Οι συζυγείς μεταβολίτες της μιδαζολάμης έχουν σημαντική φαρμακολογική δράση. Οι γιατροί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτοί οι μεταβολίτες μπορούν να συσσωρευτούν σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Διερευνήθηκαν η κινητική και η δυναμική της μιδαζολάμης σε 20 γυναίκες ασθενείς που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση κάτω κοιλίας. Η σχέση μεταξύ των πλασματικών συγκεντρώσεων μιδαζολάμης και των φαρμακοκινητικών καταληκτικών σημείων αξιολογήθηκε μετά από σχήμα ενδοφλέβιας έγχυσης σε 10 ασθενείς που έλαβαν επισκληρίδιο αναισθησία. Οι υπόλοιποι 10 ασθενείς αναισθητοποιήθηκαν με τεχνική πλήρως ενδοφλέβιας αναισθησίας με μιδαζολάμη και αλφεντανίλη. Η επίδραση αξιολογήθηκε μέσω μιας κλίμακας βαθμολόγησης που χωρίστηκε σε βαθμό καταστολής και αμνησίας. Βρέθηκε καλή συσχέτιση μεταξύ του επιπέδου πλάσματος της μιδαζολάμης και της φαρμακοδυναμικής απόκρισης. Η σχέση μεταξύ των δεδομένων ποσοτικοποιημένης απόκρισης και της πλασμικής συγκέντρωσης αναπαραστάθηκε από μια καμπύλη συγκέντρωσης-απόκρισης σε σχήμα S. Παρά τις παρόμοιες κινητικές της μιδαζολάμης στις δύο ομάδες, η μετεγχειρητική υπνηλία ήταν πιο έντονη στην ομάδα που έλαβε πλήρως ενδοφλέβια αναισθησία. Η συνυποβαλλόμενη χορήγηση αλφεντανίλης μετατόπισε την καμπύλη συγκέντρωσης-απόκρισης ως προς την καταστολή προς τα αριστερά.
Η μιδαζολάμη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και το έντερο από τον κυτόχρωμο P-450 CYP3A4. Το φάρμακο υφίσταται ταχεία υδροξυλίωση μέσω ηπατικών μικροσωμικών ενζύμων σχηματίζοντας 1-υδροξυμεθυλμιδαζολάμη (άλφα-υδροξυμιδαζολάμη), τον κύριο μεταβολίτη, και 4-υδροξυμιδαζολάμη· ένα μικρό ποσοστό 1-υδροξυμεθυλμιδαζολάμης υδροξυλιώνεται περαιτέρω σε 1-υδροξυμεθυλ-4-υδροξυμιδαζολάμη (άλφα,4-διυδροξυμιδαζολάμη). Αυτοί οι μεταβολίτες υφίστανται ταχεία σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ στο ήπαρ. Αν και ο χρόνος ημιζωής αποβολής του κύριου μεταβολίτη, 1-υδροξυμεθυλμιδαζολάμης, δεν έχει καθοριστεί σαφώς, εκτιμάται ότι είναι περίπου 60-80 λεπτά. Οι μεταβολίτες 1-υδροξυμεθυλ και 4-υδροξυ φέρεται να είναι φαρμακολογικά ενεργοί, αλλά οι δυνάμεις τους σε ισοδύναμες μοριακές συγκεντρώσεις φαίνεται να είναι σημαντικά μικρότερες από αυτή της μιδαζολάμης. Ο μεταβολίτης 1-υδροξυμεθυλ-4-υδροξυ φαίνεται να έχει μικρή ή καθόλου φαρμακολογική δραστηριότητα.
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) για τη Μιδαζολάμη (6 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η μιδαζολάμη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν τη Μιδαζολάμη N-γλυκουρονίδιο, 4-Υδροξυμιδαζολάμη και 1’-Υδροξυμιδαζολάμη.
Η μιδαζολάμη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ και το έντερο από την ανθρώπινη κυτόχρωμο P450 IIIA4 (CYP3A4) στον φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη της, την (άλφα)-υδροξυμιδαζολάμη (επίσης γνωστή ως 1-υδροξυ-μιδαζολάμη), και τη 4-υδροξυμιδαζολάμη (αποτελεί το 5% ή λιγότερο των προϊόντων βιομετασχηματισμού). Η 1-υδροξυμιδαζολάμη είναι τουλάχιστον εξίσου δραστική με τη μητρική ένωση και μπορεί να συμβάλλει στη συνολική δραστηριότητα της μιδαζολάμης. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι οι συγγένειες της 1- και 4-υδροξυμιδαζολάμης για τον υποδοχέα βενζοδιαζεπίνης είναι περίπου 20% και 7% αντίστοιχα, σε σχέση με τη μιδαζολάμη. Υφίσταται επίσης N-γλυκουρονιδίωση μέσω του UGT1A4.
Οδός Απέκκρισης: Η μιδαζολάμη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ και το έντερο από την ανθρώπινη κυτόχρωμο P450 IIIA4 (CYP3A4) στον φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη της, την άλφα-υδροξυμιδαζολάμη, ακολουθούμενη από γλυκουρονιδίωση του άλφα-υδροξυλιωμένου μεταβολίτη, ο οποίος υπάρχει σε μη συζευγμένη και συζευγμένη μορφή στο ανθρώπινο πλάσμα. Ο άλφα-υδροξυμιδαζολάμη γλυκουρονίδιο στη συνέχεια απεκκρίνεται στα ούρα. Δεν ανιχνεύεται σημαντική ποσότητα μητρικού φαρμάκου ή μεταβολιτών στα ούρα πριν από την αποσύζευξη με β-γλυκουρονιδάση και σουλφατάση, υποδεικνύοντας ότι οι ουρικοί μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως ως συζυγείς. Η ποσότητα μιδαζολάμης που απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι μικρότερη από 0,5%. Το 45% έως 57% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως συζυγής 1-υδροξυμεθυλμιδαζολάμης.
Χρόνος Ημιζωής: Ενδοφλέβια, υγιείς ενήλικες = 1,8 έως 6,4 ώρες (μέσος όρος 3 ώρες)
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ενδοφλέβια: Έξι μελέτες μονής δόσης φαρμακοκινητικής που περιλάμβαναν υγιείς ενήλικες έδωσαν χρόνο ημιζωής αποβολής 1,8 έως 6,4 ώρες (μέσος όρος περίπου 3 ώρες).
Ενδομυϊκή
Μετά από IM χορήγηση 10 mg μιδαζολάμης, ο μέσος (±SD) χρόνος ημιζωής αποβολής της μιδαζολάμης ήταν 4,2 (±1,87) ώρες.
Ρινική
Μετά τη χορήγηση NAYZILAM σε κλινικές δοκιμές, οι διάμεσοι χρόνοι ημιζωής αποβολής της μιδαζολάμης και της 1-υδροξυμιδαζολάμης κυμαίνονταν από 2,1 έως 6,2 ώρες και 2,7 έως 7,2 ώρες, αντίστοιχα, ανεξάρτητα από τη δόση.
Από του στόματος
Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής της μιδαζολάμης κυμάνθηκε από 2,2 έως 6,8 ώρες μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις 0,25, 0,5 και 1,0 mg/kg σιροπιού μιδαζολάμης HCl.
Στοματική
Οι αρχικοί και τελικοί χρόνοι ημιζωής αποβολής είναι 27 και 204 λεπτά, αντίστοιχα.
Η μιδαζολάμη είναι εκτενώς δεσμευμένη στις πρωτεΐνες (>95%). Με ενδοφλέβια δόση 0,075 mg/kg, ο χρόνος ημιζωής είναι 68 λεπτά, ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι 0,23 L/kg και η κάθαρση είναι 13 mL/kg/min. Ο χρόνος ημιζωής παρατείνεται σε ασθενείς με κίρρωση.
…Ο μέγιστος χρόνος ημιζωής αποβολής κυμαινόταν από 2,9-4,5 ώρες σε παιδιατρικούς ασθενείς (6 μηνών έως <16 ετών) που έλαβαν IV μιδαζολάμη 150 μg/kg. Σε σοβαρά άρρωστους νεογνούς, ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής παρατείνεται σημαντικά (δηλ. 6,5-12 ώρες).
Μετά από μία εφάπαξ IV δόση σε υγιείς ενήλικες, ο χρόνος ημιζωής της μιδαζολάμης στη φάση αρχικής κατανομής (t 1/2 alpha) κυμαίνεται κατά μέσο όρο 6-20 λεπτά, και ο χρόνος ημιζωής στη φάση τελικής αποβολής (t 1/2 beta) κυμαίνεται κατά μέσο όρο 1-4 ώρες (εύρος: 1-12,3 ώρες). Περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι ο χρόνος ημιζωής της μιδαζολάμης μπορεί να παρατείνεται σε παχύσαρκους ασθενείς (πιθανώς λόγω αυξημένου όγκου κατανομής), ηλικιωμένους, και ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία ή με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Ο χρόνος ημιζωής της μιδαζολάμης παρατείνεται επίσης επανειλημμένα σε ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο για επαγωγή αναισθησίας που σχετίζεται με μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις…
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Φαρμακολογική Κατηγοριοποίηση MeSH
- Παράγοντες που χορηγούνται σε συνδυασμό με αναισθητικά για την αύξηση της αποτελεσματικότητας, τη βελτίωση της χορήγησης ή τη μείωση της απαιτούμενης δόσης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση υπνηλίας ή ύπνου ή για τη μείωση της ψυχολογικής διέγερσης ή του άγχους.
- Παράγοντες που ανακουφίζουν το ΑΓΧΟΣ, την ένταση και τις ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΓΧΟΥΣ, προάγουν την καταστολή και έχουν ηρεμιστική επίδραση χωρίς να επηρεάζουν τη σαφήνεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ χρησιμοποιούνται συνήθως για την συμπτωματική θεραπεία του άγχους, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
- Υπερβραχείας δράσης αναισθητικά που χρησιμοποιούνται για την επαγωγή. Η απώλεια συνείδησης είναι ταχεία και η επαγωγή ευχάριστη, αλλά δεν υπάρχει μυϊκή χαλάρωση και τα αντανακλαστικά συχνά δεν μειώνονται επαρκώς. Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση οδηγεί σε συσσώρευση και παρατείνει τον χρόνο ανάρρωσης. Δεδομένου ότι αυτοί οι παράγοντες έχουν μικρή ή καθόλου αναλγητική δράση, χρησιμοποιούνται σπάνια μόνοι τους, εκτός από σύντομες μικρές επεμβάσεις. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.174)
- Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές, αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιονόφορου ΓΑΜΜΑ-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ. Οι υποδοχείς GABA-A (ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν οι τροποποιητές: μια θέση στην οποία οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ δρουν αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των διαύλων χλωρίου που ενεργοποιούνται από το ΓΑΜΜΑ-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟ ΟΞΥ· μια θέση στην οποία οι ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΕΣ δρουν παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του διαύλου· και μια θέση στην οποία ορισμένα στεροειδή μπορεί να δρουν. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
- FDA Φαρμακολογική Κατηγοριοποίηση
- R60L0SM5BC
- MIDAZOLAM
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Βενζοδιαζεπίνη
- Χημική Δομή [CS] - Βενζοδιαζεπίνες
- Η μιδαζολάμη είναι Βενζοδιαζεπίνη.
- MIDAZOLAM
- Βενζοδιαζεπίνες [CS]· Βενζοδιαζεπίνη [EPC]
- MIDAZOLAM IN SODIUM CHLORIDE
- Βενζοδιαζεπίνη [EPC]· Βενζοδιαζεπίνες [CS]
- MIDAZOLAM INJECTION, 10 MG
- Βενζοδιαζεπίνες [CS]· Βενζοδιαζεπίνη [EPC]
- MIDAZOLAM IN 0.8% SODIUM CHLORIDE
- Βενζοδιαζεπίνες [CS]· Βενζοδιαζεπίνη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ ΣΤ N05CD08Παρατεταμένοι / επαναλαμβανόμενοι σπασμοί στην κοινότητα (Status epilepticus)
- Παρατεταμένη ή σε σειρά επιληπτική κρίση εκτός νοσοκομείου
Δοσολογία: Στοματικό/ρινικό διάλυμα — άμεση χορήγηση · Εφάπαξ
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
- Φαρμακολογική Κατηγοριοποίηση MeSH
- Παράγοντες που χορηγούνται σε συνδυασμό με αναισθητικά για την αύξηση της αποτελεσματικότητας, τη βελτίωση της χορήγησης ή τη μείωση της απαιτούμενης δόσης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση υπνηλίας ή ύπνου ή για τη μείωση της ψυχολογικής διέγερσης ή του άγχους.
- Παράγοντες που ανακουφίζουν το ΑΓΧΟΣ, την ένταση και τις ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΓΧΟΥΣ, προάγουν την καταστολή και έχουν ηρεμιστική επίδραση χωρίς να επηρεάζουν τη σαφήνεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι Β-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ χρησιμοποιούνται συνήθως για την συμπτωματική θεραπεία του άγχους, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
- Υπερβραχείας δράσης αναισθητικά που χρησιμοποιούνται για την επαγωγή. Η απώλεια συνείδησης είναι ταχεία και η επαγωγή ευχάριστη, αλλά δεν υπάρχει μυϊκή χαλάρωση και τα αντανακλαστικά συχνά δεν μειώνονται επαρκώς. Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση οδηγεί σε συσσώρευση και παρατείνει τον χρόνο ανάρρωσης. Δεδομένου ότι αυτοί οι παράγοντες έχουν μικρή ή καθόλου αναλγητική δράση, χρησιμοποιούνται σπάνια μόνοι τους, εκτός από σύντομες μικρές επεμβάσεις. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.174)
- Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές, αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιονόφορου ΓΑΜΜΑ-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ. Οι υποδοχείς GABA-A (ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν οι τροποποιητές: μια θέση στην οποία οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ δρουν αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των διαύλων χλωρίου που ενεργοποιούνται από το ΓΑΜΜΑ-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟ ΟΞΥ· μια θέση στην οποία οι ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΕΣ δρουν παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του διαύλου· και μια θέση στην οποία ορισμένα στεροειδή μπορεί να δρουν. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.