ATAZANAVIR
Αταζαναβίρη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντι-ιικά για συστηματική χρήση, αναστολείς της πρωτεάσης, κωδικός ATC: J05A E08 ### Μηχανισμός δράσης Η αταζαναβίρη είναι ένας αναστολέας της πρωτεάσης (ΡΙ) του αζαπεπτιδίου του HIV-1.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από στόματος
- Χορήγηση: εφάπαξ ημερησίως, με τροφή
- Δόση έναρξης: 300 mg Αταζαναβίρη με 100 mg ριτοναβίρη
-
ΕνήλικεςΔόση300 mg Αταζαναβίρη με 100 mg ριτοναβίρηεφάπαξ ημερησίως, μαζί με τροφή
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 6 έως <18 ετών και βάρος ≥15 kg)Μέγ. δόσηΔεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη συνιστώμενη δόση ενηλίκωνΤα καψάκια Αταζαναβίρη πρέπει να λαμβάνονται με τροφή
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (βάρος 15 έως <35 kg)Δόση200 mg Αταζαναβίρημε 100 mg ριτοναβίρη, εφάπαξ ημερησίως
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (βάρος ≥35 kg)Δόση300 mg Αταζαναβίρημε 100 mg ριτοναβίρη, εφάπαξ ημερησίως
-
Ασθενείς με ελαφρά έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔόση300 mg άπαξ ημερησίωςΜε προσοχή, εφόσον αποσυρθεί η ριτοναβίρη, αλλιώς 400 mg άπαξ ημερησίως αν ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Με τροφή.
-
Ασθενείς με μέτρια έως βαριά ηπατική δυσλειτουργίαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται Αταζαναβίρη με ριτοναβίρη. Το μη ενισχυμένο Αταζαναβίρη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Έγκυες (δεύτερο και τρίτο τρίμηνο)Δόση300 mg Αταζαναβίρη με 100 mg ριτοναβίρηΜπορεί να εξεταστεί ΠΘΑ. Εάν απαιτείται τενοφοβίρη δισοπροξίλη ή ανταγωνιστής H2, μπορεί να εξεταστεί αύξηση σε 400 mg Αταζαναβίρη με 100 mg ριτοναβίρη. Δεν συνιστάται με ταυτόχρονη τενοφοβίρη δισοπροξίλη και ανταγωνιστή H2.
-
ΛοχείαΊδια σύσταση δοσολογίας με μη εγκύους ασθενείς. Παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Παιδιά ηλικίας <3 μηνώνΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Αταζαναβίρη
-
Μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Αταζαναβίρη μαζί με ριτοναβίρη
-
Συγχορήγηση με σιμβαστατίνη ή λοβαστατίνη
-
Συνδυασμός με τον αναστολέα PDE5 σιλδεναφίληΠληθυσμόςΌταν χρησιμοποιείται μόνο για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (PAH)
-
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα του ισόμορφου CYP3A4 του κυτοχρώματος P450 και έχουν στενά θεραπευτικά παράθυραΠληθυσμός(π.χ., κουετιαπίνη, λουρασιδόνη, αλφουζοσίνη, αστεμιζόλη, τερφεναδίνη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, κινιδίνη, μπεπριδίλη, τριαζολάμη, μιδαζολάμη χορηγούμενη από στόματος, λομιταπίδη και αλκαλοειδή της ερυσιβώδους ολύρας, συγκεκριμένα εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη, εργονοβίνη, μεθυλεργονοβίνη)
-
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4ΠληθυσμόςΛόγω της πιθανής απώλειας θεραπευτικής δράσης και της ανάπτυξης πιθανής αντίστασης (π.χ., ριφαμπικίνη, βότανο St. John's, απαλουταμίδη, ενκοραφενίμπη, ιβοσιδενίμπη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη και φαινυτοΐνη)
-
Συγχορήγηση με προϊόντα που περιέχουν grazoprevirΠληθυσμόςΣυμπεριλαμβανομένου του συνδυασμού elbasvir/grazoprevir σταθερής δόσης
-
Συγχορήγηση με τον συνδυασμό glecaprevir/pibrentasvir σταθερής δόσης
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Υψηλότερες δόσεις ριτοναβίρηςπροσοχήΗ συγχορήγηση του Αταζαναβίρη με ριτοναβίρη σε δόσεις μεγαλύτερες των 100 mg εφάπαξ ημερησίως δεν συνιστάται. Μόνο όταν η αταζαναβίρη με τη ριτοναβίρη συγχορηγούνται με την εφαβιρένζη, μπορεί να εξετασθεί αύξηση δόσης ριτοναβίρης στα 200 mg ημερησίως. (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές διαταραχέςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Αταζαναβίρη δεν έχουν αποδειχθεί.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C στους οποίους χορηγείται αντιρετροϊκή θεραπεία συνδυασμούΒρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Να προσφύγουν στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος άλλων αντι-ιικών φαρμακευτικών προϊόντων. (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες)
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία, περιλαμβανομένης χρόνιας ενεργού ηπατίτιδαςΕμφανίζουν αυξημένη συχνότητα ανωμαλιών στην ηπατική λειτουργία. Εάν υπάρχει ένδειξη επιδείνωσης της ηπατικής νόσου, να εξετάζεται η αναστολή ή διακοπή της θεραπείας.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υπόκεινται σε αιμοδιύλισηΤο Αταζαναβίρη δε συνιστάται. (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
-
Παράταση του διαστήματος PRπροσοχήΝα χρησιμοποιούνται με προσοχή τα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν παράταση του διαστήματος PR.
-
Παράταση του διαστήματος PRπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχοντα προβλήματα αγωγιμότητας (δευτέρου βαθμού ή υψηλότερου κολποκοιλιακός ή σύνθετος σκελικός αποκλεισμός)Το Αταζαναβίρη να χρησιμοποιείται με προσοχή και μόνο όταν το όφελος υπερβαίνει τον κίνδυνο. (βλέπε Φαρμακοδυναμικές)
-
Παράταση του διαστήματος QTπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βραδυκαρδία, συγγενές παρατεταμένο QT, ηλεκτρολυτικές διαταραχές)Ιδιαίτερη προσοχή όταν συνταγογραφείται το Αταζαναβίρη σε συνδυασμό με φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν τη δυνατότητα να επιμηκύνουν το διάστημα QT. (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες και Προκλινικά δεδομένα)
-
Αυξημένη αιμορραγική διάθεσηπροσοχήΠληθυσμόςΑιμορροφιλικοί ασθενείς τύπου Α και ΒΝα ενημερώνονται για την πιθανότητα αυξημένης αιμορραγικής διάθεσης.
-
Διαταραχές των λιπιδίωνπροσοχήΝα αντιμετωπίζονται με τον κατάλληλο κλινικό τρόπο.
-
ΥπερχολερυθριναιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ΑταζαναβίρηΟι αυξήσεις των ηπατικών τρανσαμινασών με αυξημένη χολερυθρίνη να αξιολογούνται για εναλλακτικές αιτιολογίες. Εάν ο ίκτερος ή ο ίκτερος του σκληρού χιτώνα είναι μη αποδεκτός, μπορεί να εξετασθεί εναλλακτική αντιρετροϊκή θεραπεία. Μείωση δόσης αταζαναβίρης δεν συνιστάται. (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες)
-
Συγχορήγηση με ινδιναβίρηαντένδειξηΔεν συνιστάται. (βλέπε Αλληλεπιδράσεις)
-
Απόσυρση ριτοναβίρηςπροσοχήΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείςΔεν συνιστάται η απόσυρση ριτοναβίρης. Μπορεί να εξεταστεί μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες (απουσία προηγούμενης ιολογικής αποτυχίας, μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο τους τελευταίους 6 μήνες, μη ύπαρξη μεταλλάξεων αντοχής).
-
Απόσυρση ριτοναβίρηςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν βασικό σχήμα με τενοφοβίρη δισοπροξίλη, ή άλλες αγωγές που μειώνουν τη βιοδιαθεσιμότητα αταζαναβίρης, ή σε περίπτωση προβληματικής συμμόρφωσηςΔεν πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης του Αταζαναβίρη χωρίς ριτοναβίρη. (βλέπε Αλληλεπιδράσεις)
-
Απόσυρση ριτοναβίρηςαντένδειξηΠληθυσμόςΈγκυες ασθενείςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σχήμα Αταζαναβίρη χωρίς ριτοναβίρη.
-
ΧολολιθίασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ΑταζαναβίρηΕάν εμφανισθούν σημεία ή συμπτώματα, μπορεί να εξετασθεί προσωρινή διακοπή ή μη συνέχιση της θεραπείας. (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες)
-
ΝεφρολιθίασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ΑταζαναβίρηΕάν εμφανισθούν σημεία ή συμπτώματα, μπορεί να εξετασθεί προσωρινή διακοπή ή μη συνέχιση της θεραπείας. (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες)
-
Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού ΣυστήματοςπροσοχήΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη CARTΝα εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται.
-
ΟστεονέκρωσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV ή/και μακράς διάρκειας έκθεση σε CARTΟι ασθενείς να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις/άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
-
Εξάνθημα και σχετιζόμενα σύνδρομα (SJS, DRESS)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία ΑταζαναβίρηΟι ασθενείς να ενημερώνονται για τα σημάδια και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Το Αταζαναβίρη να διακόπτεται εάν αναπτυχθεί σοβαρό εξάνθημα. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει SJS ή DRESS, δεν πρέπει να ξαναρχίσει το Αταζαναβίρη.
-
Αλληλεπιδράσεις με ατορβαστατίνηαντένδειξηΟ συνδυασμός του Αταζαναβίρη με ατορβαστατίνη δεν συνιστάται. (βλέπε Αλληλεπιδράσεις)
-
Αλληλεπιδράσεις με νεβιραπίνη ή εφαβιρένζηαντένδειξηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση του Αταζαναβίρη με νεβιραπίνη ή εφαβιρένζη. (βλέπε Αλληλεπιδράσεις)
-
Αλληλεπιδράσεις με επαγωγείς του CYP3A4αντένδειξηΗ συγχορήγηση του Αταζαναβίρη με φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το CYP3A4 δεν συνιστάται. (βλέπε Αλληλεπιδράσεις)
-
Αλληλεπιδράσεις με αναστολείς PDE5 (σιλδεναφίλη, ταδαλαφίλη, βαρδεναφίλη)προσοχήΠληθυσμόςΓια τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίαςΙδιαίτερη προσοχή, αναμένεται σημαντική αύξηση συγκεντρώσεων και ανεπιθύμητες ενέργειες. (βλέπε Αλληλεπιδράσεις)
-
Αλληλεπιδράσεις με βορικοναζόληαντένδειξηΗ συγχορήγηση βορικοναζόλης και Αταζαναβίρη με ριτοναβίρη δε συνιστάται, εκτός εάν η αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου δικαιολογεί τη χρήση. (βλέπε Αλληλεπιδράσεις)
-
Αλληλεπιδράσεις με φλουτικαζόνη ή άλλα CYP3A4-μεταβολιζόμενα γλυκοκορτικοειδήαντένδειξηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση, εκτός εάν το ενδεχόμενο όφελος υπερτερεί του κινδύνου συστηματικών εκδηλώσεων (σύνδρομο Cushing, καταστολή επινεφριδίων). (βλέπε Αλληλεπιδράσεις)
-
Αλληλεπιδράσεις με σαλμετερόληαντένδειξηΗ συγχορήγηση σαλμετερόλης και Αταζαναβίρη δεν συνιστάται. (βλέπε Αλληλεπιδράσεις)
-
Αλληλεπιδράσεις με αναστολείς αντλίας πρωτονίωναντένδειξηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση του Αταζαναβίρη με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων. Εφόσον κριθεί αναπόφευκτος, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση και αύξηση της δόσης του Αταζαναβίρη σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Δεν πρέπει να υπερβαίνονται δόσεις αναστολέων της αντλίας πρωτονίων συγκρίσιμες με 20 mg ομεπραζόλης. (βλέπε Αλληλεπιδράσεις)
-
Αλληλεπιδράσεις με ορμονικά αντισυλληπτικάαντένδειξηΠληθυσμόςΟρμονικά αντισυλληπτικά ή από του στόματος αντισυλληπτικά που περιέχουν προγεσταγόνα άλλα από τη νοργεστιμάτη ή τη νορεθινδρόνηΠρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση. (βλέπε Αλληλεπιδράσεις)
-
Ασφάλεια σε παιδιατρικούς ασθενείς (Παράταση PR)προσοχήΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς με προϋπάρχοντα προβλήματα αγωγιμότητας (δευτέρου βαθμού ή υψηλότερου κολποκοιλιακός αποκλεισμός ή σύνθετος σκελικός αποκλεισμός)Το Αταζαναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν του κινδύνου. Προτείνεται καρδιακός έλεγχος με βάση κλινικά ευρήματα (π.χ., βραδυκαρδία). (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες)
-
Αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικούς ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς με ιικά στελέχη που περιλαμβάνουν πολλαπλές μεταλλάξεις αντίστασηςΗ αταζαναβίρη/ριτοναβίρη δεν είναι αποτελεσματική.
-
ΛακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Grazoprevir (συνδυασμός elbasvir, grazoprevir)αντενδείκνυταιΑύξηση των συγκεντρώσεων grazoprevir (AUC: ↑958%, Cmax: ↑524%, Cmin: ↑1064%) και elbasvir (AUC: ↑376%, Cmax: ↑315%, Cmin: ↑545%) λόγω αναστολής OATP1B, P-gp και CYP3A. Πιθανός κίνδυνος αύξησης ALT.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Αταζαναβίρη και του elbasvir/grazoprevir αντενδείκνυται λόγω της σημαντικής αύξησης των συγκεντρώσεων του grazoprevir στο πλάσμα και μιας πιθανής σχετιζόμενης αύξησης του κινδύνου αύξησης της ALT (βλ. Αντενδείξεις).
-
αποφεύγεταιΑύξηση συγκεντρώσεων sofosbuvir (AUC: ↑40%, Cmax: ↑29%), velpatasvir (AUC: ↑93%, Cmax: ↑29%), και voxilaprevir (AUC: ↑331%, Cmax: ↑342%). Μηχανισμός: αναστολή OATP1B, P-gp και CYP3A.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Αταζαναβίρη με σχήματα που περιέχουν voxilaprevir δεν συνιστάται.
-
Glecaprevir/pibrentasvirαντενδείκνυταιΣημαντική αύξηση συγκεντρώσεων glecaprevir (AUC: ↑553%, Cmax: ↑306%, Cmin: ↑1330%) και pibrentasvir (AUC: ↑64%, Cmax: ↑29%, Cmin: ↑129%). Δυνητικός κίνδυνος αύξησης ALT.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Αταζαναβίρη με τον συνδυασμό glecaprevir/pibrentasvir αντενδείκνυται εξαιτίας του δυνητικού κινδύνου αύξησης της ALT λόγω της σημαντικής αύξησης των συγκεντρώσεων του glecaprevir και του pibrentasvir στο πλάσμα (βλ. Αντενδείξεις).
-
αποφεύγεταιΠιθανή αύξηση της αντιαιμοπεταλιακής δράσης της τικαγρελόρης. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Αταζαναβίρη με τικαγρελόρη δεν συνιστάται λόγω της πιθανής αύξησης της αντιαιμοπεταλιακής δράσης της τικαγρελόρης.
-
αποφεύγεταιΠιθανή μείωση της αντιαιμοπεταλιακής δράσης της κλοπιδογρέλης. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με κλοπιδογρέλη δεν συνιστάται λόγω της πιθανής μείωσης της αντιαιμοπεταλιακής δράσης της κλοπιδογρέλης.
-
χωρίς προσαρμογήΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης όταν η πρασουγρέλη συγχορηγείται με Αταζαναβίρη (με ή χωρίς ριτοναβίρη).
-
Άλλοι αναστολείς πρωτεάσηςαποφεύγεταιΑναμένεται αύξηση της έκθεσης στους άλλους αναστολείς πρωτεάσης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Αταζαναβίρη με ριτοναβίρη και άλλους αναστολείς της πρωτεάσης δεν συνιστάται.
-
Ριτοναβίρη (100 mg εφάπαξ ημερησίως)χωρίς προσαρμογήΑύξηση συγκεντρώσεων αταζαναβίρης (AUC: ↑250%, Cmax: ↑120%, Cmin: ↑713%). Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΧρησιμοποιείται ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως για την ενίσχυση της φαρμακοκινητικής της αταζαναβίρης.
-
αποφεύγεταιΗ ινδιναβίρη σχετίζεται με έμμεση μη συζευγμένη υπερχολερυθριναιμία λόγω αναστολής της UGT.ΣύστασηΗ συγχορήγηση Αταζαναβίρη και ινδιναβίρης δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Λαμιβουδίνη + Ζιδοβουδίνηχωρίς προσαρμογήΔεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της λαμιβουδίνης και της ζιδοβουδίνης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων και του Αταζαναβίρη δεν αναμένεται να μεταβάλλει σημαντικά την έκθεση των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων.
-
χωρίς προσαρμογήΔεν αναμένεται σημαντική μεταβολή στην έκθεση της αβακαβίρης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αβακαβίρης και Αταζαναβίρη δεν αναμένεται να μεταβάλλει σημαντικά την έκθεση της αβακαβίρης.
-
Διδανοσίνη (δισκία με ρύθμιση pH), ΣταβουδίνηπροσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων αταζαναβίρης (AUC: ↓87%, Cmax: ↓89%, Cmin: ↓84%) λόγω μειωμένης διαλυτότητας της αταζαναβίρης αυξανομένου του pH. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις διδανοσίνης και σταβουδίνης.ΣύστασηΗ διδανοσίνη πρέπει να λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείας 2 ώρες μετά τη λήψη του Αταζαναβίρη με τροφή. Η συγχορήγηση σταβουδίνης και Αταζαναβίρη δεν αναμένεται να μεταβάλλει σημαντικά την έκθεση της σταβουδίνης.
-
Διδανοσίνη (καψάκια γαστροανθεκτικά)προσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων διδανοσίνης (AUC: ↓34%, Cmax: ↓38%). Δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης.ΣύστασηΌταν χορηγείται με την τροφή μείωσε τις συγκεντρώσεις της διδανοσίνης.
-
Τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρικήπαρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων αταζαναβίρης (AUC: ↓22%, Cmax: ↓16%, Cmin: ↓23%). Αύξηση συγκεντρώσεων τενοφοβίρης δισοπροξίλης φουμαρικής (AUC: ↑37%, Cmax: ↑34%, Cmin: ↑29%).ΣύστασηΌταν συγχορηγείται με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική, το Αταζαναβίρη 300 mg συνιστάται να δίδεται με ριτοναβίρη 100 mg και τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική 300 mg (όλα μαζί ως μία εφάπαξ δόση με τροφή). Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική, συμπεριλαμβανομένων και νεφρικών διαταραχών.
-
αποφεύγεταιΜείωση συγκεντρώσεων αταζαναβίρης (Cmin: ↓42% με 100 mg ριτοναβίρη, ↔ με 200 mg ριτοναβίρη). Μηχανισμός: επαγωγή CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση της εφαβιρένζης με Αταζαναβίρη δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
αποφεύγεταιΑύξηση συγκεντρώσεων νεβιραπίνης (AUC: ↑26%, Cmax: ↑21%, Cmin: ↑35%). Μείωση συγκεντρώσεων αταζαναβίρης (AUC: ↓19%, Cmin: ↓59%). Μηχανισμός: επαγωγή CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση νεβιραπίνης και Αταζαναβίρη δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
χωρίς προσαρμογήΑύξηση συγκεντρώσεων ραλτεγκραβίρης (AUC: ↑41%, Cmax: ↑24%, C12hr: ↑77%). Μηχανισμός: αναστολή UGT1A1.ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας για τη ραλτεγκραβίρη.
-
προσοχήΑύξηση κλαριθρομυκίνης (AUC: ↑94%, Cmax: ↑50%, Cmin: ↑160%). Μείωση 14-ΟΗ κλαριθρομυκίνης (AUC: ↓70%, Cmax: ↓72%, Cmin: ↓62%). Αύξηση αταζαναβίρης (AUC: ↑28%, Cmin: ↑91%). Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΔεν μπορεί να γίνει σύσταση μείωσης της δόσης. Συνεπώς εάν το Αταζαναβίρη συγχορηγείται με κλαριθρομυκίνη, πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
-
προσοχήΑναμένεται αύξηση συγκεντρώσεων κετοκοναζόλης. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης. Μηχανισμός: κετοκοναζόλη είναι ισχυρός αναστολέας και υπόστρωμα του CYP3A4.ΣύστασηΗ κετοκοναζόλη και η ιτρακοναζόλη πρέπει να χρησιμοποιούνται προσεκτικά με Αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, οι υψηλές δόσεις κετοκοναζόλης και ιτρακοναζόλης (> 200 mg/ημέρα) δε συνιστώνται.
-
προσοχήΑναμένεται αύξηση συγκεντρώσεων ιτρακοναζόλης. Μηχανισμός: ιτρακοναζόλη είναι ισχυρός αναστολέας και υπόστρωμα του CYP3A4.ΣύστασηΗ κετοκοναζόλη και η ιτρακοναζόλη πρέπει να χρησιμοποιούνται προσεκτικά με Αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, οι υψηλές δόσεις κετοκοναζόλης και ιτρακοναζόλης (> 200 mg/ημέρα) δε συνιστώνται.
-
αποφεύγεταιΣε ασθενείς με τουλάχιστον ένα λειτουργικό αλλήλιο CYP2C19: μείωση βορικοναζόλης (AUC: ↓33%, Cmax: ↓10%, Cmin: ↓39%), μείωση αταζαναβίρης (AUC: ↓12%, Cmax: ↓13%, Cmin: ↓20%), μείωση ριτοναβίρης (AUC: ↓12%, Cmax: ↓9%, Cmin: ↓25%). Σε ασθενείς χωρίς λειτουργικό αλλήλιο CYP2C19: σημαντική αύξηση βορικοναζόλης (AUC: ↑561%, Cmax: ↑438%, Cmin: ↑765%), μείωση αταζαναβίρης (AUC: ↓20%, Cmax: ↓19%, Cmin: ↓31%), μείωση ριτοναβίρης (AUC: ↓11%, Cmax: ↓11%, Cmin: ↓19%).ΣύστασηΗ συγχορήγηση βορικοναζόλης και Αταζαναβίρη με ριτοναβίρη δε συνιστάται, εκτός εάν η αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου για τον ασθενή δικαιολογεί τη χρήση βορικοναζόλης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Αν ο συνδυασμός είναι αναπόφευκτος, προσδιορισμός γονότυπου CYP2C19. Σε ασθενείς με τουλάχιστον ένα λειτουργικό αλλήλιο CYP2C19, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση για μείωση αποτελεσματικότητας βορικοναζόλης και αταζαναβίρης. Σε ασθενείς χωρίς λειτουργικό αλλήλιο CYP2C19, συνιστάται στενή κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες βορικοναζόλης.
-
χωρίς προσαρμογήΟι συγκεντρώσεις αταζαναβίρης και φλουκοναζόλης δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά.ΣύστασηΔεν απαιτούνται ρυθμίσεις της δοσολογίας για τη φλουκοναζόλη και το Αταζαναβίρη.
-
προσοχήΑύξηση ριφαμπουτίνης (AUC: ↑48%, Cmax: ↑149%, Cmin: ↑40%) και 25-O-δεσακετυλο-ριφαμπουτίνης (AUC: ↑990%, Cmax: ↑677%, Cmin: ↑1045%). Η φαρμακοκινητική της αταζαναβίρης δεν μεταβλήθηκε.ΣύστασηΌταν συγχορηγείται Αταζαναβίρη, η συνιστώμενη δόση της ριφαμπουτίνης είναι 150 mg 3 φορές την εβδομάδα σε καθορισμένες μέρες. Αυξημένη παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών (ουδετεροπενία, ραγοειδίτιδα). Περαιτέρω μείωση σε 150 mg δύο φορές την εβδομάδα σε καθορισμένες μέρες συνιστάται σε ασθενείς που δεν ανέχονται τη δόση 3 φορές/εβδομάδα, αλλά μπορεί να μην παρέχει βέλτιστη έκθεση.
-
αντενδείκνυταιΜείωση της AUC της αταζαναβίρης κατά 72%. Μηχανισμός: ισχυρός επαγωγέας CYP3A4.ΣύστασηΟ συνδυασμός ριφαμπικίνης και Αταζαναβίρη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
αντενδείκνυταιΑναμένεται αύξηση συγκεντρώσεων κουετιαπίνης. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση της κουετιαπίνης με Αταζαναβίρη αντενδείκνυται καθώς το Αταζαναβίρη μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα που σχετίζεται με την κουετιαπίνη. Αυξημένες συγκεντρώσεις της κουετιαπίνης στο πλάσμα μπορεί να οδηγήσουν σε κώμα (βλ. Αντενδείξεις).
-
αντενδείκνυταιΑναμένεται αύξηση επιπέδων λουρασιδόνης. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση λουρασιδόνης με Αταζαναβίρη αντενδείκνυται καθώς αυτό μπορεί να αυξήσει την σχετιζόμενη με τη λουρασιδόνη τοξικότητα (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ανταγωνιστές υποδοχέων H2 (Φαμοτιδίνη 20 mg δύο φορές ημερησίως, χωρίς τενοφοβίρη)προσοχήΜείωση αταζαναβίρης (AUC: ↓18%, Cmax: ↓20%). Μηχανισμός: μειωμένη διαλυτότητα της αταζαναβίρης λόγω αύξησης γαστρικού pH.ΣύστασηΔεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση δόσης ισοδύναμης προς 20 mg φαμοτιδίνης δύο φορές ημερησίως.
-
Ανταγωνιστές υποδοχέων H2 (Φαμοτιδίνη 40 mg δύο φορές ημερησίως, χωρίς τενοφοβίρη)προσοχήΜείωση αταζαναβίρης (AUC: ↓23%, Cmax: ↓23%, Cmin: ↓20%). Μηχανισμός: μειωμένη διαλυτότητα της αταζαναβίρης λόγω αύξησης γαστρικού pH.ΣύστασηΕάν απαιτείται υψηλότερη δόση H2 (π.χ. φαμοτιδίνη 40 mg δύο φορές ημερησίως), μπορεί να εξεταστεί η αύξηση της δόσης του Αταζαναβίρη/ριτοναβίρης από 300/100 mg σε 400/100 mg.
-
Ανταγωνιστές υποδοχέων H2 (Φαμοτιδίνη 20 mg δύο φορές ημερησίως, με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική)προσοχήΜείωση αταζαναβίρης (AUC: ↓21%, Cmax: ↓21%, Cmin: ↓19%). Μηχανισμός: μειωμένη διαλυτότητα της αταζαναβίρης λόγω αύξησης γαστρικού pH.ΣύστασηΣυνιστάται αύξηση της δόσης του Αταζαναβίρη σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρη. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση δόσης ισοδύναμης προς 40 mg φαμοτιδίνης δύο φορές ημερησίως.
-
Ανταγωνιστές υποδοχέων H2 (Φαμοτιδίνη 40 mg δύο φορές ημερησίως, με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική)προσοχήΜείωση αταζαναβίρης (AUC: ↓24%, Cmax: ↓23%, Cmin: ↓25%). Μηχανισμός: μειωμένη διαλυτότητα της αταζαναβίρης λόγω αύξησης γαστρικού pH.ΣύστασηΣυνιστάται αύξηση της δόσης του Αταζαναβίρη σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρη. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση δόσης ισοδύναμης προς 40 mg φαμοτιδίνης δύο φορές ημερησίως.
-
Αναστολείς αντλίας πρωτονίων (Ομεπραζόλη 40 mg)αποφεύγεταιΣημαντική μείωση αταζαναβίρης (AUC: ↓61%, Cmax: ↓66%, Cmin: ↓65%). Μηχανισμός: μειωμένη διαλυτότητα της αταζαναβίρης καθώς το ενδογαστρικό pH αυξάνεται.ΣύστασηΗ συγχορήγηση Αταζαναβίρη με ριτοναβίρη και αναστολείς αντλίας πρωτονίων δε συνιστάται.
-
Αναστολείς αντλίας πρωτονίων (Ομεπραζόλη 20 mg)προσοχήΜείωση αταζαναβίρης (AUC: ↓30%, Cmax: ↓31%, Cmin: ↓31%). Μηχανισμός: μειωμένη διαλυτότητα της αταζαναβίρης καθώς το ενδογαστρικό pH αυξάνεται.ΣύστασηΕάν ο συνδυασμός κριθεί αναπόφευκτος, συστήνεται στενή κλινική παρακολούθηση σε συνδυασμό με αύξηση της δόσης του Αταζαναβίρη έως 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση δόσεων αναστολέων της αντλίας πρωτονίων συγκρίσιμων με ομεπραζόλη 20 mg (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Αντιόξινα / Φαρμακευτικά προϊόντα με ρυθμιστές pHπροσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις αταζαναβίρης στο πλάσμα λόγω αυξημένου γαστρικού pH.ΣύστασηΤο Αταζαναβίρη πρέπει να χορηγείται 2 ώρες πριν ή 1 ώρα μετά τα αντιόξινα ή τα φαρμακευτικά προϊόντα με ρυθμιστή pH.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένες συγκεντρώσεις αλφουζοσίνης που μπορούν να προκαλέσουν υπόταση. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αλφουζοσίνης με Αταζαναβίρη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
αποφεύγεταιΑυξημένες συγκεντρώσεις απιξαμπάνης που μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερο κίνδυνο αιμορραγίας. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4 / P-gp.ΣύστασηΗ συγχορήγηση απιξαμπάνης ή ριβαροξαμπάνης με Αταζαναβίρη και ριτοναβίρη δεν συνιστάται.
-
ΡιβαροξαμπάνηαποφεύγεταιΑυξημένες συγκεντρώσεις ριβαροξαμπάνης που μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερο κίνδυνο αιμορραγίας. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4 / P-gp.ΣύστασηΗ συγχορήγηση απιξαμπάνης ή ριβαροξαμπάνης με Αταζαναβίρη και ριτοναβίρη δεν συνιστάται.
-
ΔαβιγατράνηαποφεύγεταιΑυξημένες συγκεντρώσεις δαβιγατράνης που μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερο κίνδυνο αιμορραγίας. Μηχανισμός: αναστολή P-gp.ΣύστασηΗ συγχορήγηση δαβιγατράνης με Αταζαναβίρη και ριτοναβίρη δεν συνιστάται.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις εδοξαμπάνης που μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερο κίνδυνο αιμορραγίας. Μηχανισμός: αναστολή P-gp.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά τη χρήση της εδοξαμπάνης με Αταζαναβίρη. Ανατρέξτε στις παραγράφους 4.2 και 4.5 της ΠΧτΠ της εδοξαμπάνης για τις κατάλληλες συστάσεις που αφορούν τη δοσολογία της εδοξαμπάνης για συγχορήγηση με αναστολείς της P-gp.
-
παρακολούθησηΑύξηση ή μείωση των συγκεντρώσεων βαρφαρίνης.ΣύστασηΣυνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση του International Normalised Ratio (INR) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Αταζαναβίρη, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
αντενδείκνυταιΑναμένεται αύξηση επιπέδων καρβαμαζεπίνης λόγω αναστολής CYP3A4. Πιθανή μείωση έκθεσης Αταζαναβίρη λόγω επαγωγής.ΣύστασηΗ χορήγηση καρβαμαζεπίνης σε συνδυασμό με Αταζαναβίρη (με ή χωρίς ριτοναβίρη) αντενδείκνυται λόγω του κινδύνου απώλειας ιολογικής απόκρισης και ανάπτυξης αντίστασης (βλ. Αντενδείξεις). Θα πρέπει να ασκείται στενή παρακολούθηση της ιολογικής απόκρισης των ασθενών.
-
αντενδείκνυταιΜείωση επιπέδων φαινυτοΐνης λόγω επαγωγής CYP3A4 και CYP2C19. Πιθανή μείωση έκθεσης Αταζαναβίρη λόγω επαγωγής.ΣύστασηΗ χορήγηση φαινοβαρβιτάλης και φαινυτοΐνης σε συνδυασμό με Αταζαναβίρη (με ή χωρίς ριτοναβίρη) αντενδείκνυται λόγω του κινδύνου απώλειας ιολογικής απόκρισης και ανάπτυξης αντίστασης (βλ. Αντενδείξεις). Θα πρέπει να ασκείται στενή παρακολούθηση της ιολογικής απόκρισης των ασθενών.
-
αντενδείκνυταιΜείωση επιπέδων φαινοβαρβιτάλης λόγω επαγωγής CYP3A4 και CYP2C19. Πιθανή μείωση έκθεσης Αταζαναβίρη λόγω επαγωγής.ΣύστασηΗ χορήγηση φαινοβαρβιτάλης και φαινυτοΐνης σε συνδυασμό με Αταζαναβίρη (με ή χωρίς ριτοναβίρη) αντενδείκνυται λόγω του κινδύνου απώλειας ιολογικής απόκρισης και ανάπτυξης αντίστασης (βλ. Αντενδείξεις). Θα πρέπει να ασκείται στενή παρακολούθηση της ιολογικής απόκρισης των ασθενών.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων λαμοτριγίνης λόγω επαγωγής UGT1A4.ΣύστασηΗ λαμοτριγίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή με το συνδυασμό Αταζαναβίρη/ριτοναβίρης. Εάν απαιτηθεί, παρακολουθήστε τις συγκεντρώσεις της λαμοτριγίνης και προσαρμόστε τη δόση ανάλογα.
-
αντενδείκνυταιΠιθανή μείωση συγκέντρωσης αταζαναβίρης και ριτοναβίρης λόγω επαγωγής CYP3A4. Πιθανή αύξηση συγκεντρώσεων απαλουταμίδης λόγω αναστολής CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με Αταζαναβίρη (με ή χωρίς ριτοναβίρη) αντενδείκνυται λόγω της πιθανής μείωσης της συγκέντρωσης αταζαναβίρης και ριτοναβίρης στο πλάσμα με επακόλουθη απώλεια της ιολογικής ανταπόκρισης και πιθανή αντοχή στην κατηγορία αναστολέων της πρωτεάσης (βλ. Αντενδείξεις). Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις της απαλουταμίδης στον ορό μπορεί να αυξηθούν κατά τη συγχορήγηση με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, με αποτέλεσμα ενδεχόμενη εμφάνιση σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένης της επιληπτικής κρίσης.
-
αντενδείκνυταιΑναστολή CYP3A4 από αταζαναβίρη/ριτοναβίρη.ΣύστασηΗ συγχορήγηση ενκοραφενίμπης με Αταζαναβίρη (με ή χωρίς ριτοναβίρη) αντενδείκνυται λόγω της πιθανής απώλειας ιολογικής απόκρισης, ανάπτυξης αντίστασης, αύξησης της συγκέντρωσης ενκοραφενίμπης στο πλάσμα και του επακόλουθου κινδύνου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως επιμήκυνση του διαστήματος QT (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΙβοσιδενίμπηαντενδείκνυταιΑναστολή CYP3A4 από αταζαναβίρη/ριτοναβίρη.ΣύστασηΗ συγχορήγηση ιβοσιδενίμπης με Αταζαναβίρη (με ή χωρίς ριτοναβίρη) αντενδείκνειται λόγω της πιθανής απώλειας ιολογικής απόκρισης, ανάπτυξης αντίστασης, αύξησης της συγκέντρωσης ιβοσιδενίμπης στο πλάσμα και του επακόλουθου κινδύνου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως επιμήκυνση του διαστήματος QT (βλ. Αντενδείξεις).
-
παρακολούθησηΑύξηση τοξικοτήτων ιρινοτεκάνης. Μηχανισμός: αναστολή UGT από αταζαναβίρη.ΣύστασηΕφόσον συγχορηγηθεί Αταζαναβίρη με ιρινοτεκάνη, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετικές με την ιρινοτεκάνη.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων κυκλοσπορίνης. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΣυνιστάται πιο συχνή παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων μέχρις ότου τα επίπεδα στο πλάσμα έχουν σταθεροποιηθεί.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων τακρόλιμους. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΣυνιστάται πιο συχνή παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων μέχρις ότου τα επίπεδα στο πλάσμα έχουν σταθεροποιηθεί.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων σιρόλιμους. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΣυνιστάται πιο συχνή παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων μέχρις ότου τα επίπεδα στο πλάσμα έχουν σταθεροποιηθεί.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων αμιωδαρόνης. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A.ΣύστασηΕπιβάλλεται προσοχή και παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων όταν είναι διαθέσιμη.
-
Συστηματική λιδοκαΐνηπροσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων λιδοκαΐνης. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A.ΣύστασηΕπιβάλλεται προσοχή και παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων όταν είναι διαθέσιμη.
-
αντενδείκνυταιΑύξηση συγκεντρώσεων κινιδίνης. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση κινιδίνης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΜπεπριδίληαντενδείκνυταιΣύστασηΗ συγχορήγηση με μπεπριδίλη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
προσοχήΑύξηση διλτιαζέμης (AUC: ↑125%, Cmax: ↑98%, Cmin: ↑142%) και δεσακετυλο-διλτιαζέμης (AUC: ↑165%, Cmax: ↑172%, Cmin: ↑121%). Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4. Αύξηση διαστήματος PR.ΣύστασηΣυνιστάται μια αρχική μείωση της δόσης κατά 50%, με επακόλουθη τιτλοδότηση όπως απαιτείται και ΗΚΓ παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων βεραπαμίλης. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΠρέπει να δίδεται προσοχή όταν συγχορηγείται βεραπαμίλη με Αταζαναβίρη.
-
Δεξαμεθαζόνη, άλλα κορτικοστεροειδή (επαγωγείς CYP3A)προσοχήΠιθανή απώλεια θεραπευτικής δράσης Αταζαναβίρη και ανάπτυξη αντοχής.ΣύστασηΘα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης εναλλακτικών κορτικοστεροειδών. Η συγχορήγηση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών επιδράσεων κορτικοστεροειδών, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Cushing και της καταστολής των επινεφριδίων.
-
Φλουτικαζόνη προπιονική (ενδορρινική)αποφεύγεταιΣημαντική αύξηση επιπέδων φλουτικαζόνης. Μείωση ενδογενών επιπέδων κορτιζόλης. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση Αταζαναβίρη/ριτοναβίρης και αυτών των γλυκοκορτικοειδών που μεταβολίζονται από το CYP3A4 δεν συνιστάται, εκτός εάν το πιθανό όφελος της θεραπείας ξεπερνά τον κίνδυνο των συστηματικών επιδράσεων των κορτικοστεροειδών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Εισπνεόμενα/Ρινικά κορτικοστεροειδήπροσοχήΑναμένεται αύξηση συγκεντρώσεων εισπνεόμενων/ρινικών κορτικοστεροειδών στο πλάσμα.ΣύστασηΧρησιμοποιείτε με προσοχή. Εξετάστε το ενδεχόμενο χορήγησης εναλλακτικών επιλογών αντί εισπνεόμενων/ρινικών κορτικοστεροειδών, ιδιαίτερα για μακροπρόθεσμη χρήση.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις αναστολέων PDE5 και αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών (υπόταση, οπτικές μεταβολές, πριαπισμός). Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΠρέπει να προειδοποιούνται οι ασθενείς για αυτές τις πιθανές παρενέργειες όταν χρησιμοποιούν αναστολείς PDE5 για στυτική δυσλειτουργία με Αταζαναβίρη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΑναμενόμενη αύξηση της έκθεσης elagolix. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση elagolix 200 mg δύο φορές ημερησίως με Αταζαναβίρη (με ή χωρίς ριτοναβίρη) για περισσότερο από 1 μήνα δεν συνιστάται. Περιορίστε την ταυτόχρονη χρήση του elagolix 150 mg εφάπαξ ημερησίως με Αταζαναβίρη (με ή χωρίς ριτοναβίρη) στους 6 μήνες.
-
παρακολούθησηΑύξηση της συγκέντρωσης του R406 (ενεργός μεταβολίτης φοσταματινίμπης). Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τοξικότητες της έκθεσης στο R406 που οδηγούν σε σχετιζόμενες με τη δόση ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ηπατοτοξικότητα και ουδετεροπενία. Μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης της φοσταματινίμπης.
-
Βότανο St. John’s (Hypericum perforatum)αντενδείκνυταιΣημαντική μείωση επιπέδων αταζαναβίρης. Μηχανισμός: επαγωγή CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση Αταζαναβίρη με προϊόντα που περιέχουν βότανο St. John's αντενδείκνυται.
-
Ορμονικά αντισυλληπτικά (Αιθινυλοιστραδιόλη 25 μg + Νοργεστιμάτη)προσοχήΜείωση αιθινυλοιστραδιόλης (AUC: ↓19%, Cmax: ↓16%, Cmin: ↓37%). Αύξηση νοργεστιμάτης (AUC: ↑85%, Cmax: ↑68%, Cmin: ↑102%).ΣύστασηΤο από στόματος αντισυλληπτικό να περιέχει τουλάχιστον 30 μg αιθινυλοιστραδιόλης και αυστηρή συμμόρφωση. Αποφεύγονται άλλα ορμονικά αντισυλληπτικά. Συνιστάται εναλλακτική αξιόπιστη μέθοδος αντισύλληψης.
-
Ορμονικά αντισυλληπτικά (Αιθινυλοιστραδιόλη 35 μg + Νορεθινδρόνη)προσοχήΑύξηση αιθινυλοιστραδιόλης (AUC: ↑48%, Cmax: ↑15%, Cmin: ↑91%). Αύξηση νορεθινδρόνης (AUC: ↑110%, Cmax: ↑67%, Cmin: ↑262%).ΣύστασηΑύξηση στην έκθεση σε προγεστίνη μπορεί να οδηγήσει σε σχετιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ., αντίσταση στην ινσουλίνη, δυσλιπιδαιμία, ακμή και κηλίδες), επηρεάζοντας πιθανώς τη συμμόρφωση.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένες συγκεντρώσεις σιμβαστατίνης. Μηχανισμός: σιμβαστατίνη εξαρτάται από CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση σιμβαστατίνης ή λοβαστατίνης με Αταζαναβίρη αντενδείκνυται λόγω αυξημένου κινδύνου μυοπάθειας περιλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης (βλ. Αντενδείξεις).
-
αντενδείκνυταιΑυξημένες συγκεντρώσεις λοβαστατίνης. Μηχανισμός: λοβαστατίνη εξαρτάται από CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση σιμβαστατίνης ή λοβαστατίνης με Αταζαναβίρη αντενδείκνυται λόγω αυξημένου κινδύνου μυοπάθειας περιλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης (βλ. Αντενδείξεις).
-
αποφεύγεταιΑύξηση κινδύνου μυοπάθειας. Μηχανισμός: μεταβολισμός από CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση ατορβαστατίνης με Αταζαναβίρη δεν συνιστάται. Εάν η χρήση της ατορβαστατίνης κρίνεται αυστηρά απαραίτητη, η χαμηλότερη δυνατή δόση ατορβαστατίνης θα πρέπει να χορηγείται με προσεκτική παρακολούθηση της ασφάλειας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΠιθανή αύξηση στην έκθεση πραβαστατίνης.ΣύστασηΠρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
-
προσοχήΠιθανή αύξηση στην έκθεση φλουβαστατίνης.ΣύστασηΠρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
-
ΛομιταπίδηαντενδείκνυταιΑυξημένες συγκεντρώσεις λομιταπίδης. Μηχανισμός: λομιταπίδη εξαρτάται από CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λομιταπίδης με Αταζαναβίρη και ριτοναβίρη αντενδείκνυται λόγω του δυνητικού κινδύνου αισθητής αύξησης των επιπέδων των τρανσαμινασών και ηπατοτοξικότητας (βλ. Αντενδείξεις).
-
αποφεύγεταιΑυξημένες συγκεντρώσεις σαλμετερόλης και αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση σαλμετερόλης με Αταζαναβίρη δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΑύξηση βουπρενορφίνης (AUC: ↑67%, Cmax: ↑37%, Cmin: ↑69%) και νορβουπρενορφίνης (AUC: ↑105%, Cmax: ↑61%, Cmin: ↑101%). Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4 και UGT1A1.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με Αταζαναβίρη με ριτοναβίρη επιβάλλει κλινική παρακολούθηση για καταστολή και γνωσιακές επιδράσεις. Μπορεί να εξετασθεί η περίπτωση μείωσης της δόσης της βουπρενορφίνης.
-
χωρίς προσαρμογήΔεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις μεθαδόνης.ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας όταν η μεθαδόνη συγχορηγείται με Αταζαναβίρη.
-
Σιλδεναφίλη (για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)αντενδείκνυταιΑυξημένες συγκεντρώσεις σιλδεναφίλης και αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών. Μηχανισμός: αναστολή CYP3A4.ΣύστασηΜια ασφαλής και αποτελεσματική δόση σε συνδυασμό με Αταζαναβίρη δεν έχει αποδειχθεί. Η σιλδεναφίλη αντενδείκνυται όταν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (βλ. Αντενδείξεις).
-
Μιδαζολάμη (από στόματος)αντενδείκνυταιΜεγάλη αύξηση συγκεντρώσεων μιδαζολάμης. Μηχανισμός: μεταβολισμός από CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Αταζαναβίρη με τριαζολάμη ή από στόματος χορηγούμενη μιδαζολάμη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Μιδαζολάμη (παρεντερική)προσοχήΠιθανή αύξηση επιπέδων μιδαζολάμης κατά 3-4 φορές.ΣύστασηΠρέπει να δίδεται προσοχή στη συγχορήγηση Αταζαναβίρη και παρεντερικής μιδαζολάμης. Πρέπει να γίνεται σε μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) ή παρόμοιο περιβάλλον, που διασφαλίζει στενή κλινική παρακολούθηση και κατάλληλη ιατρική διαχείριση σε περίπτωση αναπνευστικής καταστολής ή/και παρατεταμένης καταστολής. Πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση ρύθμισης της δόσης της μιδαζολάμης.
-
αντενδείκνυταιΜεγάλη αύξηση συγκεντρώσεων τριαζολάμης. Μηχανισμός: μεταβολισμός από CYP3A4.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Αταζαναβίρη με τριαζολάμη ή από στόματος χορηγούμενη μιδαζολάμη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αύξηση βάρους
- Ανορεξία
- Αυξημένη όρεξη
- Κατάθλιψη
- Αποπροσανατολισμός
- Άγχος
- Αϋπνία
- Διαταραχή ύπνου
- Ανώμαλα όνειρα
- Κεφαλαλγία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Συγκοπή
- Αμνησία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Δυσγευσία
- Διαταραχή βάδισης
- Ίκτερος των οφθαλμών
- Πολύμορφη ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- Παράταση QTca
- Οίδημα
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Αίσθημα κακουχίας
- Πυρεξία
- Εξασθένιση
- Αίσθημα παλμών
- Υπέρταση
- Αγγειοδιαστολή
- Δύσπνοια
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Παγκρεατίτιδα
- Γαστρίτιδα
- Διάταση κοιλίας
- Αφθώδης στοματίτιδα
- Μετεωρισμός
- Ξηροστομία
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Χολολιθίαση
- Χολόσταση
- Χολοκυστίτιδα
- Ηπατοσπληνομεγαλία
- Εξάνθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Τοξικό εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Έκζεμα
- Εξάνθημα φαρμάκου με ηωσινοφιλία και σύνδρομο εξανθήματος από φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- Φλυκταινοπομφολυγώδες εξάνθημα
- Μυϊκή ατροφία
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυοπάθεια
- Νεφρολιθίαση
- Αιματουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Συχνουρία
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Άλγος νεφρού
- Χρόνια νεφρική νόσος
- Γυναικομαστία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΊκτερος των οφθαλμώνΔιαταραχές του οφθαλμού
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑνώμαλα όνειραΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑφθώδης στοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα φαρμάκου με ηωσινοφιλία και σύνδρομο εξανθήματος από φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή ατροφίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠολύμορφη ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυχνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΤοξικό εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΧολόστασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΧρόνια νεφρική νόσοςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΆλγος νεφρούΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΈκζεμαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή βάδισηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΗπατοσπληνομεγαλίαΗπατοχολικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟίδημαΓενικές
-
ΣπάνιεςΠαράταση QTcaΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΦλυκταινοπομφολυγώδες εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ χρήση του Αταζαναβίρη με ριτοναβίρη θα μπορούσε να αποφασισθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν τα πιθανά οφέλη δικαιολογούν τους πιθανούς κινδύνους.Τα δεδομένα από σχετικά περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης μεταξύ 300-1000) καταδεικνύουν την απουσία εμβρυοτοξικών συγγενών ανωμαλιών από τη χρήση της αταζαναβίρης. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Στην κλινική δοκιμή AI424-182, χορηγήθηκε Αταζαναβίρη/ριτοναβίρη (300/100 mg ή 400/100 mg) σε συνδυασμό με ζιδοβουδίνη/λαμιβουδίνη σε 41 έγκυες γυναίκες κατά τη διάρκεια του δεύτερου ή τρίτου τριμήνου. Οι έξι στις 20 (30%) γυναίκες σε Αταζαναβίρη/ριτοναβίρη 300/100 mg και οι 13 στις 21 (62%) γυναίκες σε Αταζαναβίρη/ριτοναβίρη 400/100 mg εμφάνισαν 3-4 βαθμού υπερχολερυθριναιμία. Δεν παρατηρήθηκαν περιπτώσεις γαλακτικής οξέωσης. Η μελέτη αξιολόγησε 40 βρέφη που έλαβαν αντιρετροϊκή προφυλακτική θεραπεία (που δεν περιελάμβανε Αταζαναβίρη) και ήταν αρνητικά για HIV-1 DNA την ώρα της γέννησης ή/και τους πρώτους 6 μήνες μετά τον τοκετό. Τρία από τα 20 βρέφη (15%) γεννήθηκαν από γυναίκες που ελάμβαναν θεραπεία με Αταζαναβίρη/ριτοναβίρη 300/100 mg και τέσσερα από τα 20 βρέφη (20%) γεννήθηκαν από γυναίκες που λάμβαναν θεραπεία με Αταζαναβίρη/ριτοναβίρη 400/100 mg εμφάνισαν 3-4 βαθμού χολερυθρίνη. Δεν υπήρξαν ενδείξεις παθολογικού ίκτερου και έξι από τα 40 βρέφη αυτής της μελέτης έλαβαν φωτοθεραπεία για 4 ημέρες το μέγιστο. Δεν υπήρξε αναφορά περιπτώσεων πυρηνικού ίκτερου στα νεογνά. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο η χορήγηση Αταζαναβίρη με ριτοναβίρη στη μητέρα κατά τη διάρκεια της κύησης θα επιδεινώσει τη φυσιολογική υπερχολερυθριναιμία και θα οδηγήσει σε πυρηνικό ίκτερο των νεογνών και των βρεφών. Κατά την προ του τοκετού περίοδο, θα πρέπει να εξετάζεται επιπλέον παρακολούθηση.
-
Θηλασμόςσυνιστάται οι γυναίκες που ζουν με τον ιό HIV να μην θηλάζουν τα βρέφη τους.H αταζαναβίρη έχει ανιχνευθεί στο ανθρώπινο γάλα. Προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV στο βρέφος.
-
Γονιμότητατροποποίησε τον οιστρικό κύκλο χωρίς επίδραση στο ζευγάρωμα και στη γονιμότηταΣε μία μη κλινική μελέτη γονιμότητας και πρώιμης εμβρυϊκής ανάπτυξης σε αρουραίους, η αταζαναβίρη τροποποίησε τον οιστρικό κύκλο (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντι-ιικά για συστηματική χρήση, αναστολείς της πρωτεάσης, κωδικός ATC: J05A E08
Μηχανισμός δράσης
Η αταζαναβίρη είναι ένας αναστολέας της πρωτεάσης (ΡΙ) του αζαπεπτιδίου του HIV-1. Η χημική ένωση εκλεκτικά αποκλείει την επεξεργασία των ιικών Gag-Pol πρωτεϊνών στα προσβεβλημένα από τον HIV-1 κύτταρα, εμποδίζοντας έτσι το σχηματισμό ώριμων σωματίων του ιού και την προσβολή άλλων κυττάρων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Αντι-ιική δραστηριότητα in vitro: η αταζαναβίρη εμφανίζει αντι-HIV-1 (συμπεριλαμβανομένων όλων των κλάδων που εξετάστηκαν) και αντι-HIV-2 δραστικότητα σε κυτταρική καλλιέργεια.
Αντοχή
Αντιρετροϊκή θεραπεία σε ενήλικες ασθενείς χωρίς προηγούμενη θεραπεία Σε κλινικές μελέτες ασθενών χωρίς προηγούμενη αντιρετροϊκή θεραπεία που έλαβαν αταζαναβίρη χωρίς ενίσχυση, η υποκατάσταση Ι50L, μερικές φορές σε συνδυασμό με μια αλλαγή Α71V, είναι η χαρακτηριστική υποκατάσταση αντοχής για την αταζαναβίρη. Τα επίπεδα αντοχής στην αταζαναβίρη κυμάνθηκαν από 3,5-πλάσια έως 29-πλάσια χωρίς ένδειξη φαινοτυπικής διασταυρούμενης αντοχής σε άλλους PI. Σε κλινικές μελέτες ασθενών χωρίς προηγούμενη αντιρετροϊκή θεραπεία που έλαβαν ενισχυμένη αταζαναβίρη, η υποκατάσταση Ι50L δεν εμφανίστηκε σε κανένα ασθενή χωρίς αρχικές υποκαταστάσεις PI. Η υποκατάσταση N88S έχει παρατηρηθεί σπάνια σε ασθενείς με ιολογική αποτυχία στην αταζαναβίρη (με ή χωρίς ριτοναβίρη). Ενώ θα μπορούσε να συμβάλλει στη μειωμένη ευαισθησία στην αταζαναβίρη όταν συμβαίνει με άλλες υποκαταστάσεις πρωτεασών, σε κλινικές μελέτες η N88S από μόνη της, δεν οδηγεί πάντοτε σε φαινοτυπική αντίσταση στην αταζαναβίρη ή δεν έχει μια συνεπή επίδραση στην κλινική αποτελεσματικότητα.
Πίνακας 3: De novo υποκαταστάσεις σε ασθενείς χωρίς προηγούμενη αγωγή στους οποίους απέτυχε η θεραπεία αταζαναβίρης + ριτοναβίρης (Μελέτη 138, 96 εβδομάδες)
| Συχνότητα | de novo υποκατάσταση PI (n = 26)α |
|---|---|
| > 20% | καμιά |
| 10-20% | καμιά |
α Αριθμός ασθενών με όμοιους γονότυπους που κατατάχθηκαν ως ιολογικές αποτυχίες (HIV RNA ≥ 400 αντίγραφα/mL).
Η υποκατάσταση M184I/V εμφανίστηκε σε 5/26 ασθενείς Αταζαναβίρη/ριτοναβίρης και 7/26 ασθενείς λοπιναβίρης/ριτοναβίρης, με ιολογική αποτυχία.
Αντιρετροϊκή θεραπεία σε ενήλικες ασθενείς με προηγούμενη θεραπεία Στους ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία αντιρετροϊκής θεραπείας από τις Μελέτες 009, 043 και 045, 100 στελέχη ασθενών χαρακτηριζόμενων ως ιολογικές αποτυχίες σε θεραπεία που περιελάμβανε είτε αταζαναβίρη, αταζαναβίρη + ριτοναβίρη ή αταζαναβίρη + σακουιναβίρη προσδιορίσθηκαν να έχουν αναπτύξει αντοχή στην αταζαναβίρη. Από τα 60 στελέχη ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε είτε αταζαναβίρη ή αταζαναβίρη + ριτοναβίρη, 18 (30%) έδειξαν τον φαινότυπο I50L που περιγράφηκε προηγουμένως σε ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία.
Πίνακας 4: De novo υποκαταστάσεις σε ασθενείς με προηγούμενη θεραπεία στους οποίους απέτυχε η θεραπεία αταζαναβίρης + ριτοναβίρης (Μελέτη 045, 48 εβδομάδες)
| Συχνότητα | de novo υποκατάσταση PI (n = 35)α,β |
|---|---|
| > 20% | M36, M46, I54, A71, V82 |
| 10-20% | L10, I15, K20, V32, E35, S37, F53, I62, G73, I84, L90 |
α Αριθμός ασθενών με όμοιους γονότυπους που κατατάχθηκαν ως ιολογικές αποτυχίες (HIV RNA ≥ 400 αντίγραφα/mL). β Δέκα ασθενείς είχαν αρχική φαινοτυπική αντοχή στην αταζαναβίρη + ριτοναβίρη (μεταβολή κατά φορές [FC] > 5,2). Η ευαισθησία FC στην κυτταροκαλλιέργεια σε σχέση με την αναφορά του φυσικού τύπου προσδιορίστηκε με χρήση PhenoSenseTM (Monogram Biosciences, South San Francisco, California, Η.Π.Α.)
Καμιά από τις de novo υποκαταστάσεις (βλ. Πίνακα 4) δεν είναι ειδικές για την αταζαναβίρη και πιθανόν να αντανακλούν επανεμφάνιση συσσωρευμένης αντοχής στην αταζαναβίρη + ριτοναβίρη του πληθυσμού με προηγούμενη θεραπεία της Μελέτης 045.
Η αντοχή στους ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία αντιρετροϊκής θεραπείας εμφανίζεται κυρίως δια της συσσώρευσης των κύριων και δευτερευόντων υποκαταστάσεων αντοχής που περιγράφηκαν προηγουμένως ότι ενέχονται στην αντοχή των αναστολέων της πρωτεάσης.
Κλινικά αποτελέσματα
Σε ενήλικες ασθενείς χωρίς προηγούμενη εμπειρία αντιρετροϊκής θεραπείας Η μελέτη 138 είναι μια διεθνής τυχαιοποιημένη, ανοικτή, πολυκεντρική, προοπτική μελέτη ασθενών χωρίς προηγούμενη εμπειρία θεραπείας, που συνέκρινε το Αταζαναβίρη/ριτοναβίρη (300 mg/100 mg εφάπαξ ημερησίως) με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη (400 mg/100 mg δύο φορές ημερησίως), το καθένα σε συνδυασμό με σταθερή δόση τενοφοβίρης δισοπροξίλης φουμαρικής /εμτρισιταβίνης (δισκία 300 mg/200 mg ημερησίως). Το σκέλος Αταζαναβίρη/ριτοναβίρης έδειξε παρόμοια (όχι κατώτερη) αντι-ιική αποτελεσματικότητα, συγκρινόμενος με τον βραχίονα λοπιναβίρης/ριτοναβίρης, όπως αξιολογήθηκε από την αναλογία των ασθενών με HIV RNA < 50 αντίγραφα/mL την Εβδομάδα 48 (Πίνακας 5).
Η ανάλυση των δεδομένων από 96 εβδομάδες θεραπείας κατέδειξε τη διάρκεια της αντι-ιικής δραστικότητας (Πίνακας 5).
Πίνακας 5: Εκβάσεις Αποτελεσματικότητας στη Μελέτη 138 α
| Παράμετρος | Αταζαναβίρη/ριτοναβίρηβ (300 mg/100 mg εφάπαξ ημερησίως) n = 440 | Λοπιναβίρη/ριτοναβίρηγ (400 mg/100 mg δύο φορές ημερησίως) n = 443 |
|---|---|---|
| Εβδομάδα 48 | Εβδομάδα 96 | |
| HIV RNA < 50 αντίγραφα/mL,% | ||
| Όλοι οι ασθενείςδ | 78 | 74 |
| Εκτίμηση διαφοράς [95% CI]δ | Εβδομάδα 48: 1,7% [-3,8%, 7,1%] | Εβδομάδα 96: 6,1% [0,3%, 12,0%]στ |
| Ανάλυση κατά το πρωτόκολλοε | 86 (n = 392) | 91 (n = 352) |
| Εκτίμηση διαφοράςε [95% CI] | Εβδομάδα 48: -3% [-7,6%, 1,5%] | Εβδομάδα 96: 2,2% [-2,3%, 6,7%] |
| HIV RNA < 50 αντίγραφα/mL,% ανά Χαρακτηριστικό Αναφοράςδ | ||
| HIV RNA < 100.000 αντίγραφα/mL | 82 (n = 217) | 75 (n = 217) |
| HIV RNA ≥ 100.000 αντίγραφα/mL | 74 (n = 223) | 74 (n = 223) |
| Μέτρηση CD4 | ||
| < 50 κύτταρα/mm3 | 78 (n = 58) | 78 (n = 58) |
| 50 έως < 100 κύτταρα/mm3 | 76 (n = 45) | 71 (n = 45) |
| 100 έως < 200 κύτταρα/mm3 | 75 (n = 106) | 71 (n = 106) |
| ≥ 200 κύτταρα/mm3 | 80 (n = 222) | 76 (n = 222) |
| Μέση Μεταβολή HIV RNA από την Αρχική Τιμή, log10 αντίγραφα/mL | ||
| Όλοι οι ασθενείς | -3,09 (n = 397) | -3,21 (n = 360) |
| Μέση Μεταβολή CD4 από την Αρχική Τιμή, κύτταρα/mm3 | ||
| Όλοι οι ασθενείς | 203 (n = 370) | 268 (n = 336) |
| Μέση Μεταβολή CD4 από την Αρχική Τιμή, κύτταρα/mm3 ανά Χαρακτηριστικό Αναφοράς | ||
| HIV RNA < 100.000 αντίγραφα/mL | 179 (n = 183) | 243 (n = 163) |
| HIV RNA ≥ 100.000 αντίγραφα/mL | 227 (n = 187) | 291 (n = 173) |
α Η μέση τιμή αναφοράς των κυττάρων CD4 ήταν 214 κύτταρα/mm3 (εύρος 2 έως 810 κύτταρα/mm3) και η μέση τιμή αναφοράς του HIV-1 RNA πλάσματος ήταν 4,94 log10 αντίγραφα/mL (εύρος 2,6 έως 5,88 log10 αντίγραφα/mL) β Αταζαναβίρη/RTV με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική /εμτρισιταβίνη (σταθερή δόση δισκίων 300 mg/200 mg εφάπαξ ημερησίως). γ Λοπιναβίρη/RTV με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική /εμτρισιταβίνη (σταθερή δόση δισκίων 300 mg/200 mg εφάπαξ ημερησίως). δ Ανάλυση πρόθεσης θεραπείας, όπου οι ελλείπουσες τιμές θεωρήθηκαν ως αποτυχίες. ε Ανάλυση κατά το πρωτόκολλο: Αποκλειομένων των ασθενών που δεν ολοκλήρωσαν τη μελέτη και εκείνων με μείζονες αποκλίσεις από το πρωτόκολλο. στ Αριθμός αξιολογήσιμων ασθενών.
Δεδομένα από την απόσυρση της ριτοναβίρης από το συνιστώμενο ενισχυμένο σχήμα της αταζαναβίρης (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις)
Μελέτη 136 (INDUMA) Σε μία ανοικτής επισήμανσης, τυχαιοποιημένη, συγκριτική μελέτη μετά από μία φάση επαγωγής διάρκειας 26 έως 30 εβδομάδων με Αταζαναβίρη 300 mg + ριτοναβίρη 100 mg άπαξ ημερησίως και δύο NRTI, το μη ενισχυμένο Αταζαναβίρη 400 mg άπαξ ημερησίως και δύο NRTI χορηγούμενα κατά τη διάρκεια μίας φάσης συντήρησης 48 εβδομάδων (n = 87) επέδειξε παρόμοια αντι-ιική αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με το Αταζαναβίρη + ριτοναβίρη και δύο NRTI (n = 85) σε άτομα με λοίμωξη από HIV με πλήρη καταστολή της αντιγραφής του HIV, όπως αξιολογήθηκε από το ποσοστό των ατόμων με HIV RNA < 50 αντίγραφα/mL: 78% των ατόμων που έλαβαν μη ενισχυμένο Αταζαναβίρη και δύο NRTI συγκριτικά με 75% των ατόμων που έλαβαν Αταζαναβίρη + ριτοναβίρη και δύο NRTI.
Σε έντεκα άτομα (13%) από την ομάδα που έλαβε μη ενισχυμένο Αταζαναβίρη και 6 άτομα (7%) από την ομάδα που έλαβε Αταζαναβίρη + ριτοναβίρη παρατηρήθηκε ιολογική υποτροπή. Τέσσερα άτομα από την ομάδα που έλαβε μη ενισχυμένο Αταζαναβίρη και 2 άτομα από την ομάδα που έλαβε Αταζαναβίρη + ριτοναβίρη είχαν HIV RNA > 500 αντίγραφα/mL κατά τη διάρκεια της φάσης συντήρησης. Σε κανένα άτομο από καμία ομάδα δεν εμφανίστηκε αντοχή στους αναστολείς της πρωτεάσης. Σε 2 άτομα από την ομάδα που έλαβε μη ενισχυμένο Αταζαναβίρη και 1 άτομο από την ομάδα που έλαβε Αταζαναβίρη + ριτοναβίρη ανιχνεύθηκε η υποκατάσταση M184V στην ανάστροφη μεταγραφάση, η οποία σχετίζεται με αντοχή στη λαμιβουδίνη και την εμτρισιταβίνη.
Τα περιστατικά διακοπής της θεραπείας στην ομάδα που έλαβε μη ενισχυμένο Αταζαναβίρη ήταν λιγότερα (1 έναντι 4 ατόμων στην ομάδα που έλαβε Αταζαναβίρη + ριτοναβίρη). Υπήρχαν λιγότερα περιστατικά υπερχολερυθριναιμίας και ίκτερου στην ομάδα που έλαβε μη ενισχυμένο Αταζαναβίρη σε σύγκριση με την ομάδα που έλαβε Αταζαναβίρη + ριτοναβίρη (18 και 28 άτομα, αντίστοιχα).
Σε ενήλικες ασθενείς με προηγούμενη αντιρετροϊκή θεραπεία Η μελέτη 045 είναι μια τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη που συγκρίνει το συνδυασμό Αταζαναβίρη /ριτοναβίρης (300/100 mg εφάπαξ ημερησίως) και Αταζαναβίρη / σακουιναβίρης (400/1.200 mg εφάπαξ ημερησίως), προς το συνδυασμό λοπιναβίρη + ριτοναβίρη (400/100 mg συνδυασμού σταθερής δόσης δύο φορές ημερησίως), κάθε ένα σε συνδυασμό με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες) και έναν NRTI, σε ασθενείς με ιολογική αποτυχία σε δύο ή περισσότερα προηγούμενα θεραπευτικά σχήματα που περιελάμβαναν τουλάχιστον έναν PI, NRTI και NNRTI. Για τους τυχαιοποιημένους ασθενείς, ο μέσος χρόνος προηγούμενης έκθεσης σε αντιρετροϊκή θεραπεία ήταν 138 εβδομάδες για τους PI, 281 εβδομάδες για τους NRTI και 85 εβδομάδες για τους NNRTI. Κατά την έναρξη, το 34% των ασθενών ελάμβαναν έναν PI και το 60% έναν NNRTI. Δέκα πέντε από τους 120 (13%) ασθενείς στο σκέλος θεραπείας με Αταζαναβίρη + ριτοναβίρη και 17 από τους 123 (14%) των ασθενών στο σκέλος θεραπείας με λοπιναβίρη + ριτοναβίρη είχαν τέσσερις ή περισσότερες από τις PI υποκαταστάσεις L10, M46, I54, V82, I84 και L90. Τριάντα δύο τοις εκατό των ασθενών στη μελέτη αυτή είχαν ένα ιικό στέλεχος με λιγότερες από δύο υποκαταστάσεις NRTI.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ο χρονικά μεσοσταθμισμένος μέσος όρος της διαφοράς της μεταβολής από την έναρξη του HIV RNA σε διάστημα 48 εβδομάδων (Πίνακας 6).
Πίνακας 6: Εκβάσεις Αποτελεσματικότητας στην Εβδομάδα 48α και την Εβδομάδα 96 (Μελέτη 045)
| Παράμετρος | ATV/RTVβ (300 mg/ 100 mg εφάπαξ ημερησίως) n = 120 | LPV/RTVγ (400 mg/ 100 mg δύο φορές ημερησίως) n = 123 | Χρονικά μεσοσταθμισμένη διαφορά ATV/RTV-LPV/RTV [97,5% CIδ] |
|---|---|---|---|
| Εβδομάδα 48 | Εβδομάδα 96 | Εβδομάδα 48 | |
| Μέση Μεταβολή HIV RNA από την Αρχική Τιμή, log10 αντίγραφα/mL | |||
| Όλοι οι ασθενείς | -2,29 | -1,87 (n = 64) | -2,08 |
| HIV RNA < 50 αντίγραφα/mL,%ζ (ανταποκρινόμενοι/αξιολογήσιμοι) | |||
| Όλοι οι ασθενείς | 36 (43/120) | 32 (38/120) | 42 (52/123) |
| HIV RNA < 50 αντίγραφα/mL ανά επιλεγμένες αρχικές υποκαταστάσεις PI,ζ, η% (ανταποκρινόμενοι/αξιολογήσιμοιδ) | |||
| 0-2 | 44 (28/63) | 41 (26/63) | 56 (32/57) |
| 3 | 18 (2/11) | 9 (1/11) | 38 (6/16) |
| ≥4 | 27 (12/45) | 24 (11/45) | 28 (14/50) |
| Μέση Μεταβολή CD4 από την Αρχική Τιμή, κύτταρα/mm3 | |||
| Όλοι οι ασθενείς | 110 (n = 83) | 122 (n = 60) | 121 (n = 94) |
α Η μέση τιμή αναφοράς των CD4 κυττάρων κατά την έναρξη, ήταν 337 κύτταρα/mm3 (εύρος: 14 έως 1.543 κύτταρα/mm3) και το μέσο επίπεδο HIV-1 RNA στο πλάσμα κατά την έναρξη ήταν 4,4 log10 αντίγραφα/mL (εύρος: 2,6 έως 5,88 log10 αντίγραφα/mL). β ATV/RTV με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική /εμτρισιταβίνη (σταθερή δόση δισκίων 300 mg/200 mg εφάπαξ ημερησίως). γ LPV/RTV με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική /εμτρισιταβίνη (σταθερή δόση δισκίων 300 mg/200 mg εφάπαξ ημερησίως). δ Διάστημα εμπιστοσύνης. ε Αριθμός αξιολογήσιμων ασθενών. ζ Ανάλυση πρόθεσης θεραπείας, όπου οι ελλείπουσες τιμές θεωρήθηκαν ως αποτυχίες. Οι ανταποκρινόμενοι υπό LPV/RTV που ολοκλήρωσαν τη θεραπεία πριν την Εβδομάδα 96 αποκλείονται από την ανάλυση της Εβδομάδας 96. Το ποσοστό των ασθενών με HIV RNA < 400 αντίγραφα/mL ήταν 53% και 43% για ATV/RTV και 54% και 46% για LPV/RTV στις Εβδομάδες 48 και 96 αντίστοιχα. η Επιλεγμένες υποκαταστάσεις περιλαμβάνουν κάθε μεταβολή στις θέσεις L10, K20, L24, V32, L33, M36, M46, G48, I50, I54, L63, A71, G73, V82, I84, και L90 (0-2, 3, 4 ή περισσότερο) στην αρχική κατάσταση. NA = μη εφαρμόσιμο.
Κατά τις 48 εβδομάδες θεραπείας, οι μέσες μεταβολές των επιπέδων HIV RNA από την αρχική κατάσταση για τους συνδυασμούς Αταζαναβίρη + ριτοναβίρη και λοπιναβίρη + ριτοναβίρη ήταν παρόμοιες (μη κατωτερότητα). Ελήφθησαν συγκλίνοντα αποτελέσματα με την μέθοδο ανάλυσης της μεταφοράς της τελευταίας παρατήρησης (χρονικά μεσοσταθμισμένη διαφορά της μεταβολής 0,11, 97,5% διάστημα εμπιστοσύνης [-0,15, 0,36]). Με ανάλυση με βάση τη χορηγηθείσα θεραπεία, αποκλείοντας τις τιμές που έλειπαν, οι αναλογίες των ασθενών με HIV RNA < 400 αντίγραφα/mL (< 50 αντίγραφα/mL) στο βραχίονα του σχήματος Αταζαναβίρη + ριτοναβίρη και στο σκέλος του σχήματος λοπιναβίρη + ριτοναβίρη ήταν 55% (40%) και 56% (46%), αντιστοίχως.
Κατά τις 96 εβδομάδες θεραπείας, οι μέσες μεταβολές του HIV RNA από την έναρξη για τους συνδυασμούς Αταζαναβίρη + ριτοναβίρη και λοπιναβίρη + ριτοναβίρη πληρούσαν τα κριτήρια για μη-κατωτερότητα με βάση τις παρατηρηθείσες περιπτώσεις. Ελήφθησαν συνεπή αποτελέσματα με τη μέθοδο ανάλυσης της προώθησης της τελευταίας παρατήρησης. Με ανάλυση με βάση τη χορηγηθείσα θεραπεία, εξαιρώντας τις τιμές που λείπουν, τα ποσοστά των ασθενών με HIV RNA < 400 αντίγραφα/mL (< 50 αντίγραφα/mL) για το συνδυασμό Αταζαναβίρη + ριτοναβίρη ήταν 84% (72%) και για το συνδυασμό λοπιναβίρη + ριτοναβίρη ήταν 82% (72%). Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι κατά τη στιγμή της ανάλυσης των 96 εβδομάδων, το 48% συνολικά των ασθενών παρέμεναν στη μελέτη.
Το σχήμα Αταζαναβίρη + σακουιναβίρη απεδείχθη υποδεέστερο του σχήματος λοπιναβίρη + ριτοναβίρη.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής, ασφάλειας, ανοχής και αποτελεσματικότητας του Αταζαναβίρη βασίζεται σε δεδομένα από την ανοικτού τύπου πολυκεντρική κλινική δοκιμή AI424-020 που διεξήχθη σε ασθενείς ηλικίας από 3 μηνών έως 21 ετών. Συνολικά σε αυτή τη μελέτη, 182 παιδιατρικοί ασθενείς (81 που δεν έχουν λάβει αντιρετροϊκή αγωγή και 101 που έχουν λάβει αντιρετροϊκή αγωγή) έλαβαν εφάπαξ ημερησίως Αταζαναβίρη (σε μορφή καψακίου ή κόνεως), με ή χωρίς ριτοναβίρη, σε συνδυασμό με δύο NRTI.
Τα κλινικά δεδομένα που προέκυψαν από αυτή τη μελέτη είναι ανεπαρκή για να υποστηρίξουν τη χρήση της αταζαναβίρης (με ή χωρίς ριτοναβίρη) σε παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 6 ετών.
Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας που παρατηρήθηκαν στους 41 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 6 ετών έως κάτω των 18 ετών που έλαβαν καψάκια Αταζαναβίρη με ριτοναβίρη παρουσιάζονται στον Πίνακα 7. Για παιδιατρικούς ασθενείς που λαμβάνουν πρώτη φορά αγωγή, η μέτρηση της μέσης τιμής αναφοράς των CD4 κυττάρων ήταν 344 κύτταρα/mm3 (εύρος: 2 έως 800 κύτταρα/ mm3) και η μέση τιμή αναφοράς του HIV - 1 RNA στο πλάσμα ήταν 4,67 log10 αντίγραφα/mL (εύρος: 3,70 έως 5,00 log10 αντίγραφα/mL). Για παιδιατρικούς ασθενείς που ήδη έχουν λάβει αγωγή, η μέτρηση της μέσης τιμής αναφοράς των CD4 κυττάρων ήταν 522 κύτταρα/m3 (εύρος: 100 έως 1.157 κύτταρα/ mm3) και η μέση τιμή αναφοράς του πλάσματος HIV-1 RNA ήταν 4,09 log10 αντίγραφα/ml (εύρος: 3,28 έως 5,00 log10 αντίγραφα/mL).
Πίνακας 7: Εκβάσεις Αποτελεσματικότητας (παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας από 6 ετών έως κάτω των 18 ετών) στην Εβδομάδα 48 (Μελέτη AI424-020)
| Παράμετρος | Ασθενείς που δεν έχουν λάβει ξανά αγωγή Καψάκια Αταζαναβίρη /ριτοναβίρη (300 mg/100 mg εφάπαξ ημερησίως) n = 16 | Ασθενείς που έχουν ήδη λάβει αγωγή Καψάκια Αταζαναβίρη /ριτοναβίρη (300 mg/100 mg εφάπαξ ημερησίως) n = 25 |
|---|---|---|
| HIV RNA < 50 αντίγραφα/mL,%α | ||
| Όλοι οι ασθενείς | 81 (13/16) | 24 (6/25) |
| HIV RNA < 400 αντίγραφα/mL,%α | ||
| Όλοι οι ασθενείς | 88 (14/16) | 32 (8/25) |
| Μέση Μεταβολή CD4 από την Αρχική Τιμή, κύτταρα/mm3 | ||
| Όλοι οι ασθενείς | 293 (n = 14β) | 229 (n = 14β) |
| HIV RNA < 50 αντίγραφα/mL ανά επιλεγμένες αρχικές υποκαταστάσεις PI,γ% (ανταποκρινόμενοι/αξιολογήσιμοιδ) | ||
| 0-2 | NA | 27 (4/15) |
| ≥4 | NA | 0 (0/3) |
α ΙΤΤ ανάλυση, όπου οι ελλείπουσες τιμές θεωρήθηκαν ως αποτυχίες β Αριθμός αξιολογηθέντων ασθενών. γ PI μείζων L24I, D30N, V32I, L33F, M46IL, I47AV, G48V, I50LV, F53LY, I54ALMSTV, L76V, V82AFLST, I84V, N88DS, L90M; PI ελάσσων: L10CFIRV, V11I, E35G, K43T, Q58E, A71ILTV, G73ACST, T74P, N83D, L89V. δ Περιλαμβάνει ασθενείς με στοιχεία για την αντίσταση στην έναρξη της μελέτης NA = μη εφαρμόσιμο.
Η φαρμακοκινητική της αταζαναβίρης αξιολογήθηκε σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε ασθενείς με λοίμωξη HIV. Σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν μεταξύ των δύο ομάδων. Η φαρμακοκινητική της αταζαναβίρης δείχνει μια μη γραμμική κατανομή.
Απορρόφηση: σε ασθενείς με λοίμωξη HIV (n = 33, συνδυασμένες μελέτες), πολλαπλές δόσεις Αταζαναβίρη 300 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως και με φαγητό έδωσαν μια γεωμετρική μέση (CV%) τιμή Cmax της αταζαναβίρης 4466 (42%) ng/mL, με χρόνο για το Cmax περίπου 2,5 ώρες. Η γεωμετρική μέση τιμή (CV%) Cmin και AUC της αταζαναβίρης ήταν 654 (76%) ng/mL και 44.185 (51%) ng-h/mL, αντίστοιχα.
Σε ασθενείς με λοίμωξη από HIV (n = 13), πολλαπλές δόσεις Αταζαναβίρη 400 mg (χωρίς ριτοναβίρη) άπαξ ημερησίως με τροφή έδωσαν μια γεωμετρική μέση τιμή (CV%) Cmax για την αταζαναβίρη 2.298 (71) ng/mL, με χρόνο έως τη Cmax περίπου 2,0 ώρες. Η γεωμετρική μέση τιμή (CV%) των Cmin και AUC για την αταζαναβίρη ήταν 120 (109) ng/mL και 14.874 (91) ng-h/mL, αντίστοιχα.
Επίδραση τροφής: η συγχορήγηση Αταζαναβίρη και ριτοναβίρης με φαγητό βελτιστοποιεί τη βιοδιαθεσιμότητα της αταζαναβίρης. Η συγχορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 300 mg Αταζαναβίρη και δόσης 100 mg ριτοναβίρης με ένα ελαφρύ γεύμα είχε ως αποτέλεσμα 33% αύξηση της AUC και 40% αύξηση της Cmax και της συγκέντρωσης 24 ώρου της αταζαναβίρης σε σύγκριση με τη κατάσταση νηστείας. Η συγχορήγηση με γεύμα υψηλό σε λιπαρά, δεν επηρέασε την AUC της αταζαναβίρης σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας και η Cmax ήταν εντός του 11% των τιμών νηστείας. Η συγκέντρωση 24-ώρου μετά από γεύμα υψηλό σε λιπαρά αυξήθηκε κατά περίπου 33% λόγω καθυστερημένης απορρόφησης. Η διάμεση Tmax αυξήθηκε από 2,0 σε 5,0 ώρες. Η χορήγηση Αταζαναβίρη με ριτοναβίρη είτε με ελαφρύ γεύμα ή με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μείωσε το συντελεστή διακύμανσης για την AUC και την Cmax κατά περίπου 25% σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας. Για να ενισχυθεί η βιοδιαθεσιμότητα και να ελαχιστοποιηθεί η διακύμανση, το Αταζαναβίρη πρέπει να λαμβάνεται με τροφή.
Κατανομή: η αταζαναβίρη δεσμευόταν περίπου κατά 86% από τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού, για εύρος συγκεντρώσεων από 100 έως 10.000 ng/mL. Η αταζαναβίρη δεσμεύεται και από το άλφα-1-γλυκοπρωτεϊνικό οξύ (alpha-1-acid glycoprotein -AAG) και την λευκωματίνη σε παρόμοιο βαθμό (89% και 86%, αντίστοιχα, στα 1.000 ng/mL). Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων σε ασθενείς με λοίμωξη HIV, στους οποίους χορηγήθηκε αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως μαζί με ένα ελαφρύ γεύμα για 12 εβδομάδες, η αταζαναβίρη ανιχνεύθηκε στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και το σπέρμα.
Μεταβολισμός: μελέτες σε ανθρώπους και μελέτες in vitro που χρησιμοποίησαν μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος έδειξαν ότι η αταζαναβίρη μεταβολίζεται κυρίως από το ισοένζυμο CYP3A4 σε οξυγονωμένους μεταβολίτες. Οι μεταβολίτες στη συνέχεια απεκκρίνονται στη χολή είτε ελεύθεροι είτε σαν γλυκουρονιδιωμένοι μεταβολίτες. Συμπληρωματικές, μικρότερης σημασίας μεταβολικές οδοί ήταν η Ν-απαλκυλίωση και η υδρόλυση. Δύο ελάσσονος σημασίας μεταβολίτες της αταζαναβίρης στο πλάσμα έχουν χαρακτηρισθεί. Κανένας μεταβολίτης δεν έδειξε αντι-ιική δράση in vitro.
Αποβολή: μετά από μία μόνη δόση 400-mg 14C-αταζαναβίρης, το 79% και το 13% της συνολικής ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα κόπρανα και στα ούρα αντίστοιχα. Το αναλλοίωτο φάρμακο αντιστοιχεί περίπου στο 20% και το 7% της χορηγηθείσας δόσης στα κόπρανα και στα ούρα αντίστοιχα. Η μέση απέκκριση του αναλλοίωτου φαρμάκου στα ούρα ήταν 7% μετά από 2 εβδομάδες χορήγησης 800 mg εφάπαξ ημερησίως. Στους ενήλικες ασθενείς με λοίμωξη HIV (n = 33, συνδυασμένες μελέτες) η μέση τιμή ημιζωής εντός του δοσολογικού διαστήματος για την αταζαναβίρη ήταν 12 ώρες στη σταθερή κατάσταση μετά από δόση 300 mg καθημερινά με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως μαζί με ένα ελαφρύ γεύμα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία: σε υγιή άτομα, η νεφρική απέκκριση της αμετάβλητης αταζαναβίρης ήταν περίπου το 7% της χορηγηθείσης δόσης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα για Αταζαναβίρη με ριτοναβίρη σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Το Αταζαναβίρη (χωρίς ριτοναβίρη) έχει μελετηθεί σε ενήλικες ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (n = 20), περιλαμβανομένων εκείνων σε αιμοδιύλιση, σε πολλαπλές δόσεις των 400 mg εφάπαξ ημερησίως. Παρόλο που αυτή η μελέτη είχε κάποιους περιορισμούς (π.χ. δεν μελετήθηκαν οι συγκεντρώσεις του αδέσμευτου φαρμάκου), τα αποτελέσματα υπέδειξαν ότι οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της αταζαναβίρης μειώθηκαν κατά 30% έως 50% σε ασθενείς που υπόκειντο σε αιμοδιύλιση, έναντι ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ο μηχανισμός αυτής της μείωσης δεν είναι γνωστός. (Βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία: η αταζαναβίρη μεταβολίζεται και απεκκρίνεται κυρίως από το ήπαρ. Το Αταζαναβίρη (χωρίς ριτοναβίρη) έχει μελετηθεί σε ενήλικα άτομα με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (14 άτομα Κατηγορίας B κατά Child-Pugh και 2 άτομα Κατηγορίας C κατά Child-Pugh) μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης 400 mg. Η μέση AUC(0-∞) ήταν κατά 42% μεγαλύτερη σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία από ότι σε υγιή άτομα. Η μέση ημιζωή της αταζαναβίρης σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία ήταν 12,1 ώρες έναντι 6,4 ωρών σε υγιή άτομα. Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της αταζαναβίρης μετά από δόση 300 mg με ριτοναβίρη δεν έχει μελετηθεί. Οι συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης με ή χωρίς ριτοναβίρη αναμένεται να αυξηθούν σε ασθενείς με μέτρια ή βαριά διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηλικία/Φύλο: μια μελέτη της φαρμακοκινητικής της αταζαναβίρης διεξήχθη σε 59 υγιείς άνδρες και γυναίκες (29 νεαρής ηλικίας, 30 ηλικιωμένους). Δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην φαρμακοκινητική βασιζόμενες στην ηλικία ή το φύλο.
Φυλή: μια φαρμακοκινητική ανάλυση των δειγμάτων του πληθυσμού των κλινικών μελετών της Φάσης ΙΙ έδειξε ότι δεν υπάρχει επίδραση της φυλής στη φαρμακοκινητική της αταζαναβίρης.
Κύηση: Τα στοιχεία φαρμακοκινητικής από έγκυες γυναίκες με λοίμωξη ΗΙV που λαμβάνουν Αταζαναβίρη καψάκια με ριτοναβίρη παρουσιάζονται στον Πίνακα 8.
Πίνακας 8: Σταθερή κατάσταση της Φαρμακοκινητικής της Αταζαναβίρης με ριτοναβίρη σε Έγκυες Γυναίκες με λοίμωξη HIV σε μεταγευματική κατάσταση
| Φαρμακοκινητική Παράμετρος | αταζαναβίρη 300 mg με ριτοναβίρη 100 mg |
|---|---|
| 2ο Tρίμηνο (n = 9) | |
| Cmax ng/mL Γεωμετρικός μέσος όρος (CV%) | 3729,09 (39) |
| AUC ng-h/mL Γεωμετρικός μέσος όρος (CV%) | 34399,1 (37) |
| Cmin ng/mLβ Γεωμετρικός μέσος όρος (CV%) | 663,78 (36) |
α Οι μέγιστες συγκεντρώσεις και AUC της αταζαναβίρης βρέθηκαν να είναι περίπου 26-40% ψηλότερες κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά τον τοκετό (4-12 εβδομάδες) από εκείνες που παρατηρήθηκαν στο παρελθόν σε μη εγκυμονούσες ασθενείς με λοίμωξη HIV. Οι κατώτατες συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης στο πλάσμα ήταν περίπου δύο φορές ψηλότερες κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά τον τοκετό συγκρινόμενες με εκείνες που παρατηρήθηκαν στο παρελθόν σε μη εγκυμονούσες ασθενείς με λοίμωξη HIV. β Cmin είναι η συγκέντρωση 24 ώρες μετά τη δόση.
Παιδιατρικός πληθυσμός Υπάρχει μια τάση προς μια υψηλότερη κάθαρση στα μικρότερα παιδιά ύστερα από κανονικοποίηση ως προς το βάρος του σώματος. Ως αποτέλεσμα παρατηρείται μεγαλύτερη αναλογία μέγιστης προς κατώτατη τιμή, ωστόσο στις συνιστώμενες δόσεις, οι τιμές γεωμετρικού μέσου έκθεσης στην αταζαναβίρη (Cmin, Cmax και AUC) στους παιδιατρικούς ασθενείς αναμένεται να είναι παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες.
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | Τακτική | Ασθενείς με HIV λοίμωξη |
| Ηπατική λειτουργία | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική | Προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία (χρόνια ενεργός ηπατίτιδα) κατά τη συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία |
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Σύμφωνα με τις καθορισμένες κατευθυντήριες οδηγίες | Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας |
| Λιπιδαιμικό προφίλ | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | Σύμφωνα με τις καθορισμένες κατευθυντήριες οδηγίες | Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Δερματολογικός έλεγχος | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | Στενή | Λήψη REYATAZ και ενημέρωση για εξάνθημα |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενή | Συγχορήγηση αταζαναβίρης/ριτοναβίρης με εφαβιρένζη και αύξηση δόσης ριτοναβίρης |
| Στενή | Συγχορήγηση REYATAZ με αναστολέα αντλίας πρωτονίων |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καρδιακός έλεγχος | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Με βάση την παρουσία κλινικών ευρημάτων (π.χ., βραδυκαρδία) | Παιδιατρικοί ασθενείς με προβλήματα αγωγιμότητας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η αταζαναβίρη (πρώην γνωστή ως BMS-232632) είναι ένα αντιρετροϊκό φάρμακο της κατηγορίας των αναστολέων πρωτεάσης (PI). Όπως και άλλα αντιρετροϊκά, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV). Η αταζαναβίρη διακρίνεται από άλλους PI στο ότι μπορεί να χορηγείται μία φορά την ημέρα (αντί να απαιτεί πολλαπλές δόσεις ημερησίως) και έχει μικρότερες επιδράσεις στο λιπιδαιμικό προφίλ του ασθενούς (ποσότητες χοληστερόλης και άλλων λιπαρών ουσιών στο αίμα). Όπως και άλλοι αναστολείς πρωτεάσης, χρησιμοποιείται μόνο σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα για τον HIV. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) ενέκρινε την αταζαναβίρη στις 20 Ιουνίου 2003. [Wikipedia]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες για τη θεραπεία της λοίμωξης από HIV-1, καθώς και για την προφύλαξη μετά από έκθεση (PEP) της λοίμωξης από HIV σε άτομα που είχαν επαγγελματική ή μη επαγγελματική έκθεση σε δυνητικά μολυσματικά σωματικά υγρά ατόμου που γνωρίζεται ότι έχει μολυνθεί με HIV, όταν αυτή η έκθεση αντιπροσωπεύει σημαντικό κίνδυνο μετάδοσης του HIV.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η αταζαναβίρη (ATV) είναι ένας αζαπεπτιδικός αναστολέας πρωτεάσης του HIV-1 (PI) με δράση κατά του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας Τύπου 1 (HIV-1). Η πρωτεάση του HIV-1 είναι ένα ένζυμο απαραίτητο για τη πρωτεολυτική διάσπαση των ιογενών προδρόμων πολυπεπτιδίων στους μεμονωμένους λειτουργικούς πρωτεΐνες που βρίσκονται στον λοιμώδη HIV-1. Η αταζαναβίρη συνδέεται με την ενεργό θέση της πρωτεάσης και αναστέλλει τη δραστηριότητα του ενζύμου. Αυτή η αναστολή εμποδίζει τη διάσπαση των ιογενών πολυπεπτιδίων, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό ανώριμων μη λοιμωδών ιογενών σωματιδίων. Οι αναστολείς πρωτεάσης χρησιμοποιούνται σχεδόν πάντα σε συνδυασμό με τουλάχιστον δύο άλλα αντι-HIV φάρμακα. Η αταζαναβίρη είναι φαρμακολογικά συγγενής αλλά δομικά διαφορετική από άλλους αναστολείς πρωτεάσης και άλλα διαθέσιμα αντιρετροϊκά.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η αταζαναβίρη αναστέλλει επιλεκτικά την επεξεργασία των ιογενών πολυπεπτιδίων Gag και Gag-Pol στα μολυσμένα από HIV-1 κύτταρα, συνδεόμενη με την ενεργό θέση της πρωτεάσης του HIV-1, εμποδίζοντας έτσι τον σχηματισμό ώριμων ιόντων. Η αταζαναβίρη δεν είναι δραστική κατά του HIV-2.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Η αταζαναβίρη απορροφάται ταχέως με Tmax περίπου 2.5 ώρες. Η χορήγηση αταζαναβίρης με τροφή ενισχύει τη βιοδιαθεσιμότητα και μειώνει τη φαρμακοκινητική μεταβλητότητα. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι 60-68%.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σε ενήλικες (υγιείς και μολυσμένους με HIV) είναι περίπου 7 ώρες (μετά από ημερήσια δόση 400 mg με ελαφρύ γεύμα). Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σε ηπατικά ηπατικά είναι 12.1 ώρες (μετά από μία εφάπαξ δόση 400 mg).
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Συνδέεται σε ποσοστό 86% με πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού (άλφα-1-γλυκοπρωτεΐνη και αλβουμίνη). Η σύνδεση με πρωτεΐνες είναι ανεξάρτητη της συγκέντρωσης.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Αποβολής
Οδός αποβολής
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αταζαναβίρη (ATV) είναι ένας αναστολέας της πρωτεάσης του HIV-1 τύπου αζαπεπτιδίου (PI) με δραστηριότητα κατά του Ιού της Ανοσοανεπάρκειας του Ανθρώπου Τύπου 1 (HIV-1).
Η πρωτεάση του HIV-1 είναι ένα ένζυμο που απαιτείται για τη πρωτεολυτική διάσπαση των ιογενών προδρόμων πολυπεπτιδίων στα μεμονωμένα λειτουργικά πρωτεϊνικά προϊόντα που βρίσκονται στον λοιμογόνο HIV-1. Η αταζαναβίρη συνδέεται στην ενεργό θέση της πρωτεάσης και αναστέλλει τη δραστηριότητα του ενζύμου. Αυτή η αναστολή εμποδίζει τη διάσπαση των ιογενών πολυπεπτιδίων, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό άωρων, μη λοιμογόνων ιογενών σωματιδίων.
Οι αναστολείς πρωτεάσης χρησιμοποιούνται σχεδόν πάντα σε συνδυασμό με τουλάχιστον άλλα δύο αντι-HIV φάρμακα.
Η αταζαναβίρη είναι φαρμακολογικά συγγενής αλλά δομικά διαφορετική από άλλους αναστολείς πρωτεάσης και άλλα διαθέσιμα αντιρετροϊκά φάρμακα.
- Δραστηριότητα κατά του HIV-1: Η αταζαναβίρη παρουσιάζει αντι-HIV-1 δραστηριότητα με μέση 50% αποτελεσματική συγκέντρωση (EC50) απουσία ανθρώπινου ορού από 2 έως 5 nM κατά διαφόρων εργαστηριακών και κλινικών απομονώσεων HIV-1 που αναπτύχθηκαν σε περιφερικά μονοπύρηνα κύτταρα αίματος, μακροφάγα, κύτταρα CEM-SS και κύτταρα MT-2.
- Δραστηριότητα κατά υποτύπων: Η αταζαναβίρη έχει δραστηριότητα κατά των απομονώσεων HIV-1 Ομάδας Μ υποτύπων A, B, C, D, AE, AG, F, G και J σε κυτταρική καλλιέργεια.
- Δραστηριότητα κατά HIV-2: Η αταζαναβίρη έχει μεταβλητή δραστηριότητα κατά απομονώσεων HIV-2 (1.9-32 nM), με τιμές EC50 υψηλότερες από τις τιμές EC50 απομονώσεων αποτυχίας.
- Συνδυαστική δράση: Μελέτες συνδυαστικής αντιιικής δράσης δύο φαρμάκων με αταζαναβίρη έδειξαν απουσία ανταγωνισμού σε κυτταρική καλλιέργεια με PI (αμπρεναβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη και σακιναβίρη), NNRTI (δελαβιρδίνη, εφαβιρένζη και νεβιραπίνη), NRTI (αμπακαβίρη, διδανοσίνη, εμτρισιταβίνη, λαμιβουδίνη, σταβουδίνη, τενοφοβίρη DF και ζιδοβουδίνη), τον αναστολέα σύντηξης HIV-1 ενφουβιρτίδη, και δύο ενώσεις που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ιογενούς ηπατίτιδας, αδεφοβίρη και ριμπαβιρίνη, χωρίς αυξημένη κυτταροτοξικότητα.
- Αντοχή: Απομονώσεις HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στην αταζαναβίρη έχουν επιλεγεί σε κυτταρική καλλιέργεια και απομονωθεί από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αταζαναβίρη ή αταζαναβίρη με ριτοναβίρη. Απομονώσεις HIV-1 με 93- έως 183-πλάσια μειωμένη ευαισθησία στην αταζαναβίρη από τρία διαφορετικά ιογενή στελέχη επιλέχθηκαν σε κυτταρική καλλιέργεια για 5 μήνες. Οι υποκαταστάσεις σε αυτούς τους ιούς HIV-1 που συνέβαλαν στην αντοχή στην αταζαναβίρη περιλαμβάνουν I50L, N88S, I84V, A71V και M46I. Παρατηρήθηκαν επίσης αλλαγές στις θέσεις διάσπασης της πρωτεάσης μετά την επιλογή φαρμάκου. Ανασυνδυασμένοι ιοί που περιείχαν την υποκατάσταση I50L χωρίς άλλες κύριες υποκαταστάσεις PI παρουσίαζαν μειωμένη ανάπτυξη και αυξημένη ευαισθησία σε κυτταρική καλλιέργεια σε άλλους PI (αμπρεναβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη και σακιναβίρη). Οι υποκαταστάσεις I50L και I50V προκάλεσαν επιλεκτική αντοχή στην αταζαναβίρη και αμπρεναβίρη, αντίστοιχα, και δεν φάνηκαν να παρουσιάζουν διασταυρούμενη αντοχή.
- Ηλεκτροφυσιολογικές επιδράσεις: Παρατηρήθηκε συγκέντρωση- και δόση-εξαρτώμενη παράταση του διαστήματος PR στο ηλεκτροκαρδιογράφημα σε υγιείς εθελοντές που λάμβαναν αταζαναβίρη. Σε μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (AI424-076), η μέση (±SD) μέγιστη μεταβολή του διαστήματος PR από την τιμή προ της δόσης ήταν 24 (±15) msec μετά από από του στόματος χορήγηση 400 mg αταζαναβίρης (n=65) σε σύγκριση με 13 (±11) msec μετά από χορήγηση εικονικού φαρμάκου (n=67). Οι παρατάσεις του διαστήματος PR σε αυτή τη μελέτη ήταν ασυμπτωματικές.
- Αλληλεπιδράσεις: Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με την πιθανότητα φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης σε ανθρώπους μεταξύ της αταζαναβίρης και άλλων φαρμάκων που παρατείνουν το διάστημα PR του ηλεκτροκαρδιογραφήματος.
- Ηλεκτροκαρδιογραφικές επιδράσεις: Οι ηλεκτροκαρδιογραφικές επιδράσεις της αταζαναβίρης καθορίστηκαν σε μια κλινική φαρμακολογική μελέτη 72 υγιών εθελοντών. Δόσεις 400 mg (μέγιστη συνιστώμενη δόση) και 800 mg (διπλάσια της μέγιστης συνιστώμενης δόσης) συγκρίθηκαν με εικονικό φάρμακο· δεν υπήρχε συγκέντρωση-εξαρτώμενη επίδραση της αταζαναβίρης στο διάστημα QTc (χρησιμοποιώντας διόρθωση Fridericia). Σε 1793 ασθενείς με λοίμωξη από HIV-1, που λάμβαναν αντιρετροϊκά σχήματα, η παράταση του QTc ήταν συγκρίσιμη στα σχήματα με αταζαναβίρη και στα σχήματα ελέγχου. Κανένας υγιής εθελοντής ή ασθενής με λοίμωξη από HIV-1 που έλαβε αταζαναβίρη σε κλινικές δοκιμές δεν εμφάνισε διάστημα QTc >500 msec.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αταζαναβίρη αναστέλλει επιλεκτικά την επεξεργασία των ιογενών πολυπεπτιδίων Gag και Gag-Pol που είναι ειδική για τον ιό σε κύτταρα που έχουν μολυνθεί από HIV-1, συνδεόμενη στην ενεργό θέση της πρωτεάσης του HIV-1, εμποδίζοντας έτσι τον σχηματισμό ώριμων ιόντων.
Η αταζαναβίρη δεν είναι δραστική κατά του HIV-2.
Η αταζαναβίρη είναι ένας αναστολέας πρωτεάσης του HIV-1 τύπου αζαπεπτιδίου. Η ένωση αναστέλλει επιλεκτικά την επεξεργασία των ιογενών πολυπεπτιδίων Gag και Gag-Pol που είναι ειδική για τον ιό σε κύτταρα που έχουν μολυνθεί από HIV-1, εμποδίζοντας έτσι τον σχηματισμό ώριμων ιόντων.
Η BMS-232632 είναι ένας αναστολέας πρωτεάσης (Prt) του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1) τύπου αζαπεπτιδίου που παρουσιάζει ισχυρή αντι-HIV δράση με 50% αποτελεσματική συγκέντρωση (EC50) 2.6 έως 5.3 nM και EC90 9 έως 15 nM σε κυτταρική καλλιέργεια. Μελέτες απόδειξης της αρχής (proof-of-principle) δείχνουν ότι η BMS-232632 αναστέλλει τη διάσπαση των ιογενών πρωτεϊνικών προδρόμων σε κύτταρα που έχουν μολυνθεί από HIV, αποδεικνύοντας ότι λειτουργεί ως αναστολέας HIV Prt. Συγκριτικές μελέτες έδειξαν ότι η BMS-232632 είναι γενικά πιο δραστική από τους πέντε εγκεκριμένους αναστολείς HIV-1 Prt. Επιπλέον, η BMS-232632 είναι υψηλά εκλεκτική για την HIV-1 Prt και παρουσιάζει κυτταροτοξικότητα μόνο σε συγκεντρώσεις 6.500- έως 23.000-πλάσιες από αυτές που απαιτούνται για την αντι-HIV δράση. Για την αξιολόγηση του δυναμικού αυτού του αναστολέα όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά, η BMS-232632 αξιολογήθηκε για αντι-HIV δράση σε μελέτες συνδυασμού δύο φαρμάκων. Οι συνδυασμοί της BMS-232632 με σταβουδίνη, διδανοσίνη, λαμιβουδίνη, ζιδοβουδίνη, νελφιναβίρη, ινδιναβίρη, ριτοναβίρη, σακιναβίρη ή αμπρεναβίρη σε περιφερικά μονοπύρηνα κύτταρα αίματος που έχουν μολυνθεί από HIV απέδωσαν πρόσθετα έως μέτρια συνεργικά αντιιικά αποτελέσματα. Εισέτι, οι συνδυασμοί ζευγών φαρμάκων δεν οδήγησαν σε ανταγωνιστική αντι-HIV δράση ή αυξημένα κυτταροτοξικά αποτελέσματα στις υψηλότερες συγκεντρώσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την αντιιική αξιολόγηση. Τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι η BMS-232632 μπορεί να είναι ένας αποτελεσματικός αναστολέας HIV-1 που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε διάφορους συνδυασμούς φαρμάκων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: Η αταζαναβίρη απορροφάται ταχέως με Tmax περίπου 2.5 ώρες. Η αταζαναβίρη παρουσιάζει μη γραμμική φαρμακοκινητική με μεγαλύτερες από αναμενόμενες αυξήσεις στην AUC και Cmax στην κλίμακα δόσεων 200 έως 800 mg μία φορά ημερησίως. Η κατάσταση ισορροπίας επιτυγχάνεται μεταξύ της 4ης και 8ης ημέρας, με συσσώρευση περίπου 2.3-πλάσια.
- Επίδραση τροφής: Η χορήγηση αταζαναβίρης με τροφή ενισχύει τη βιοδιαθεσιμότητα και μειώνει τη φαρμακοκινητική μεταβλητότητα.
- Η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 400 mg αταζαναβίρης με ελαφρύ γεύμα (357 kcal, 8.2 g λιπαρά, 10.6 g πρωτεΐνη) οδήγησε σε αύξηση 70% στην AUC και 57% στην Cmax σε σχέση με την κατάσταση νηστείας.
- Η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 400 mg αταζαναβίρης με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (721 kcal, 37.3 g λιπαρά, 29.4 g πρωτεΐνη) οδήγησε σε μέση αύξηση 35% στην AUC χωρίς μεταβολή στην Cmax σε σχέση με την κατάσταση νηστείας.
- Η χορήγηση αταζαναβίρης με ελαφρύ ή γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μείωσε τον συντελεστή μεταβλητότητας της AUC και Cmax κατά περίπου το ήμισυ σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας.
- Συνχορήγηση με ριτοναβίρη: Η συνχορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 300 mg αταζαναβίρης και μίας δόσης 100 mg ριτοναβίρης με ελαφρύ γεύμα (336 kcal, 5.1 g λιπαρά, 9.3 g πρωτεΐνη) οδήγησε σε αύξηση 33% στην AUC και 40% στην Cmax και τη συγκέντρωση 24ώρου της αταζαναβίρης σε σχέση με την κατάσταση νηστείας. Η συνχορήγηση με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (951 kcal, 54.7 g λιπαρά, 35.9 g πρωτεΐνη) δεν επηρέασε την AUC της αταζαναβίρης σε σχέση με τις συνθήκες νηστείας και η Cmax ήταν εντός 11% των τιμών νηστείας. Η συγκέντρωση 24ώρου μετά από γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά αυξήθηκε κατά περίπου 33% λόγω καθυστερημένης απορρόφησης· η διάμεση Tmax αυξήθηκε από 2.0 σε 5.0 ώρες.
- Η συνχορήγηση αταζαναβίρης με ριτοναβίρη με ελαφρύ ή γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μείωσε τον συντελεστή μεταβλητότητας της AUC και Cmax κατά περίπου 25% σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας.
- Απέκκριση: Μετά από μία εφάπαξ δόση 14C-αταζαναβίρης, το 79% και το 13% της συνολικής ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα. Το αμετάβλητο φάρμακο αντιστοιχούσε περίπου στο 20% και 7% της χορηγηθείσας δόσης στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα.
- Κατανομή: Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV, ο όγκος κατανομής της αταζαναβίρης εκτιμήθηκε σε 88.3 L.
- Κάθαρση: Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV, η κάθαρση της αταζαναβίρης εκτιμήθηκε σε 12.9 L/hr.
Περαιτέρω πληροφορίες απορρόφησης: Η αταζαναβίρη απορροφάται ταχέως με Tmax περίπου 2.5 ώρες. Η αταζαναβίρη παρουσιάζει μη γραμμική φαρμακοκινητική με μεγαλύτερες από αναμενόμενες αυξήσεις στην AUC και Cmax στην κλίμακα δόσεων 200-800 mg μία φορά ημερησίως. Η κατάσταση ισορροπίας επιτυγχάνεται μεταξύ της 4ης και 8ης ημέρας, με συσσώρευση περίπου 2.3-πλάσια.
Η χορήγηση αταζαναβίρης με τροφή ενισχύει τη βιοδιαθεσιμότητα και μειώνει τη φαρμακοκινητική μεταβλητότητα. Η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης αταζαναβίρης με ελαφρύ γεύμα (357 kcal, 8.2 g λιπαρά, 10.6 g πρωτεΐνη) οδήγησε σε αύξηση 70% στην AUC και 57% στην Cmax σε σχέση με την κατάσταση νηστείας. Η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης αταζαναβίρης με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (721 kcal, 37.3 g λιπαρά, 29.4 g πρωτεΐνη) οδήγησε σε μέση αύξηση 35% στην AUC χωρίς μεταβολή στην Cmax σε σχέση με την κατάσταση νηστείας. Η χορήγηση αταζαναβίρης με ελαφρύ γεύμα ή γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μείωσε τον συντελεστή μεταβλητότητας της AUC και Cmax κατά περίπου το ήμισυ σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας.
- Μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος: Υγιείς εθελοντές: 5199 ng/mL την 29η ημέρα μετά από ημερήσια δόση 400 mg με ελαφρύ γεύμα. Ασθενείς με HIV: 2298 ng/mL την 29η ημέρα μετά από ημερήσια δόση 400 mg με ελαφρύ γεύμα.
- Χρόνος έως μέγιστη συγκέντρωση: Ασθενείς με HIV: 2 ώρες.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ATAZANAVIR (8 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Η αταζαναβίρη συνδέεται κατά 86% με πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού και η πρωτεϊνική σύνδεση είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση. Η αταζαναβίρη συνδέεται στην άλφα-1-οξεογλυκοπρωτεΐνη (AAG) και στην αλβουμίνη σε παρόμοιο βαθμό (89% και 86%, αντίστοιχα).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η αταζαναβίρη μεταβολίζεται εκτενώς σε ανθρώπους. Οι κύριες οδοί βιομετασχηματισμού της αταζαναβίρης σε ανθρώπους περιλάμβαναν μονοοξυγόνωση και διοξυγόνωση. Άλλες δευτερεύουσες οδοί βιομετασχηματισμού για την αταζαναβίρη ή τους μεταβολίτες της περιλάμβαναν γλυκουρονιδίωση, Ν-αποαλκυλίωση, υδρόλυση και οξυγόνωση με αφυδρογόνωση. Δύο δευτερεύοντες μεταβολίτες της αταζαναβίρης στο πλάσμα έχουν χαρακτηριστεί. Κανένας μεταβολίτης δεν παρουσίασε in vitro αντιιική δραστηριότητα. Μελέτες in vitro χρησιμοποιώντας μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος υποδηλώνουν ότι η αταζαναβίρη μεταβολίζεται από το CYP3A.
Η αταζαναβίρη μεταβολίζεται εκτενώς σε ανθρώπους. Οι κύριες οδοί βιομετασχηματισμού της αταζαναβίρης σε ανθρώπους περιλάμβαναν μονοοξυγόνωση και (αταζαναβίρη θειικό άλας) διοξυγόνωση. Άλλες δευτερεύουσες οδοί βιομετασχηματισμού για την αταζαναβίρη ή τους μεταβολίτες της περιλάμβαναν γλυκουρονιδίωση, Ν-αποαλκυλίωση, υδρόλυση και οξυγόνωση με αφυδρογόνωση. Δύο δευτερεύοντες μεταβολίτες της αταζαναβίρης στο πλάσμα έχουν χαρακτηριστεί. Κανένας μεταβολίτης δεν παρουσίασε in vitro αντιιική δραστηριότητα. Μελέτες in vitro χρησιμοποιώντας μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος υποδηλώνουν ότι η αταζαναβίρη μεταβολίζεται από το CYP3A.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της αταζαναβίρης σε υγιείς εθελοντές (n=214) και σε ενήλικες ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 (n=13) ήταν περίπου 7 ώρες στην κατάσταση ισορροπίας μετά από δόση 400 mg ημερησίως με ελαφρύ γεύμα.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σε ηπατικά ανεπαρκούντες ασθενείς είναι 12.1 ώρες (μετά από εφάπαξ δόση 400 mg).
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της αταζαναβίρης σε ηπατικά ανεπαρκούντες ασθενείς ήταν 12.1 ώρες σε σύγκριση με 6.4 ώρες σε υγιείς εθελοντές.
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της αταζαναβίρης σε υγιείς εθελοντές (n=214) και σε ενήλικες ασθενείς με HIV (n=13) ήταν περίπου 7 ώρες στην κατάσταση ισορροπίας μετά από δόση 400 mg ημερησίως με ελαφρύ γεύμα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Αναστολείς της Πρωτεάσης του HIV, ενός ενζύμου που απαιτείται για την παραγωγή πρωτεϊνών απαραίτητων για τη συναρμολόγηση του ιού.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
QZU4H47A3S
ATAZANAVIR
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Πρωτεάσης HIV
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Πρωτεάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς UGT1A1
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς UDP Γλυκουρονοζυλτρανσφερασών
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοεξυγενάσης P450 3A4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοεξυγενάσης P450 3A
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοεξυγενάσης P450 2C8
Η αταζαναβίρη είναι Αναστολέας Πρωτεάσης. Ο μηχανισμός δράσης της αταζαναβίρης είναι ως Αναστολέας Πρωτεάσης HIV, και Αναστολέας UGT1A1, και Αναστολέας UDP Γλυκουρονοζυλτρανσφερασών, και Αναστολέας Κυκλοεξυγενάσης P450 3A4, και Αναστολέας Κυκλοεξυγενάσης P450 3A, και Αναστολέας Κυκλοεξυγενάσης P450 2C8.
ATAZANAVIR
Αναστολέας Πρωτεάσης [EPC]; Αναστολείς UGT1A1 [MoA]; Αναστολείς Κυκλοεξυγενάσης P450 2C8 [MoA]; Αναστολείς Κυκλοεξυγενάσης P450 3A [MoA]; Αναστολείς Πρωτεάσης HIV [MoA]; Αναστολείς Κυκλοεξυγενάσης P450 3A4 [MoA]; Αναστολείς UDP Γλυκουρονοζυλτρανσφερασών [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Αναστολείς της Πρωτεάσης του HIV, ενός ενζύμου που απαιτείται για την παραγωγή πρωτεϊνών απαραίτητων για τη συναρμολόγηση του ιού.