TEMOZOLOMIDE
Τεμοζολομίδη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες - ΄Αλλοι αλκυλιωτικοί παράγοντες, κωδικός ΑTC: L01A X03.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C71 Κακοήθης νεοπλασία του εγκεφάλου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αναπλαστικό αστροκύτωμα · Κακόηθες γλοίωμα · Πολύμορφο γλοιοβλάστωμα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος RIDOCA
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Σε κατάσταση νηστείας
- Δόση έναρξης: 75 mg/m2 την ημέρα (για τη φάση συγχορήγησης) ή 150 mg/m2 μία φορά την ημέρα (για τη φάση μονοθεραπείας, Κύκλος 1) ή 200 mg/m2 μία φορά την ημέρα (για υποτροπιάζον γλοίωμα χωρίς προηγούμενη χημειοθεραπεία)
- Τιτλοποίηση: Στην αρχή του Κύκλου 2 της μονοθεραπείας, η δόση αυξάνεται σταδιακά έως τα 200 mg/m2 αν η CTC μη αιματολογική τοξικότητα για τον Κύκλο 1 είναι Βαθμού ≤ 2 (εκτός από αλωπεκία, ναυτία και έμετο), ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) είναι ≥ 1,5 x 10^9/l και ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι ≥ 100 x 10^9/l.
-
Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα - Φάση συγχορήγησηςΔόση75 mg/m2 την ημέραΓια 42 ημέρες, συγχορηγούμενο με εστιακή ακτινοθεραπεία. Μπορεί να συνεχιστεί μέχρι 49 ημέρες εάν ANC ≥ 1,5 x 10^9/l, αιμοπετάλια ≥ 100 x 10^9/l, CTC μη αιματολογική τοξικότητα ≤ Βαθμού 1 (εκτός αλωπεκίας, ναυτίας, εμέτου).
-
Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα - Φάση μονοθεραπείας (Κύκλος 1)Δόση150 mg/m2 μία φορά την ημέραΓια 5 ημέρες, ακολουθούμενη από 23 ημέρες χωρίς θεραπεία. Τέσσερις εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της φάσης συγχορήγησης.
-
Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα - Φάση μονοθεραπείας (Κύκλοι 2-6)Δόση200 mg/m2 την ημέραΓια τις πρώτες 5 ημέρες κάθε μεταγενέστερου κύκλου, εκτός αν εμφανιστεί τοξικότητα. Η δόση αυτή χορηγείται εάν η CTC μη αιματολογική τοξικότητα για τον Κύκλο 1 είναι Βαθμού ≤ 2 (εκτός από αλωπεκία, ναυτία και έμετο), ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) είναι ≥ 1,5 x 10^9/l και ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι ≥ 100 x 10^9/l.
-
Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς (≥3 ετών) με υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη κακόηθες γλοίωμα - Χωρίς προηγούμενη χημειοθεραπείαΔόση200 mg/m2 μία φορά την ημέραΓια τις 5 πρώτες ημέρες ενός κύκλου 28 ημερών (ακολουθεί 23 ημέρες διακοπής).
-
Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς (≥3 ετών) με υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη κακόηθες γλοίωμα - Με προηγούμενη χημειοθεραπεία (Αρχική δόση)Δόση150 mg/m2 μία φορά την ημέραΑυξάνεται στον δεύτερο κύκλο σε 200 mg/m2 μία φορά την ημέρα, για 5 ημέρες εάν δεν εμφανισθεί αιματολογική τοξικότητα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<3 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργίαΔεν είναι πιθανόν να απαιτούνται μειώσεις της δόσης, αλλά απαιτείται προσοχή.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (>70 ετών)Η κάθαρση δεν επηρεάζεται από την ηλικία, αλλά διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ουδετεροπενίας και θρομβοπενίας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Υπερευαισθησία στη δακαρβαζίνη (DTIC)
-
Σοβαρή μυελοκαταστολή
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ευκαιριακές λοιμώξεις και επανενεργοποίηση λοιμώξεωνΕυκαιριακές λοιμώξεις (όπως πνευμονία από Pneumocystis jirovecii) και επανενεργοποίηση λοιμώξεων (όπως HBV, CMC) έχουν παρατηρηθεί κατά την διάρκεια θεραπείας με τεμοζολομίδη.
-
Ερπητική μηνιγγοεγκεφαλίτιδαΠληθυσμόςασθενείς που ακολούθησαν αγωγή τεμοζολομίδης σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων ασθενών στους οποίους χορηγήθηκαν ταυτοχρόνως στεροειδήΣε περιστατικά που εμφανίστηκαν μετά τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας, ερπητική μηνιγγοεγκεφαλίτιδα (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών) παρατηρήθηκε.
-
Πνευμονία από Pneumocystis jirovecii (PCP)Πληθυσμόςόλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν συγχορήγηση τεμοζολομίδης και ακτινοθεραπείας για το σχήμα 42 ημερών (με ένα μέγιστο 49 ημερών)Απαιτείται προφύλαξη ενάντια στην PCP. Εάν εμφανιστεί λεμφοπενία, θα πρέπει να συνεχίσουν την προφύλαξη μέχρι την υποχώρηση της λεμφοπενίας σε βαθμό ≤ 1. Όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν τεμοζολομίδη, ειδικότερα οι ασθενείς που λαμβάνουν στεροειδή, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την ανάπτυξη PCP, ανεξάρτητα από το σχήμα.
-
Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β (HBV)Έχει αναφερθεί επανενεργοποίηση ηπατίτιδας που οφείλεται στον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV), σε ορισμένες περιπτώσεις με αποτέλεσμα το θάνατο. Θα πρέπει να ζητείται η γνώμη ειδικών σε νόσο του ήπατος πριν από την έναρξη θεραπείας σε ασθενείς με θετική ορολογική δοκιμασία ηπατίτιδας Β (συμπεριλαμβανομένων και αυτών με ενεργό νόσο). Κατά την διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα.
-
ΗπατοτοξικότηταΒλάβες του ήπατος, συμπεριλαμβανομένης θανατηφόρας ηπατικής ανεπάρκειας, έχουν αναφερθεί. Εάν οι δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας δεν είναι φυσιολογικές πριν την έναρξη, οι ιατροί θα πρέπει να εκτιμήσουν το λόγο όφελος/κίνδυνο. Για τους ασθενείς με σημαντικές ανωμαλίες της λειτουργίας του ήπατος, οι ιατροί θα πρέπει να εκτιμούν τη σχέση του λόγου όφελος/κίνδυνος της συνεχιζόμενης θεραπείας. Η τοξικότητα στο ήπαρ μπορεί να συμβεί αρκετές εβδομάδες ή περισσότερο μετά την τελευταία θεραπεία.
-
ΚακοήθειεςΠεριπτώσεις μυελοδυσπλαστικού συνδρόμου και δευτερογενών κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίας, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια.
-
Αντιεμετική αγωγήΗ ναυτία και ο έμετος συσχετίζονται πολύ συχνά με την τεμοζολομίδη. Μπορεί να χορηγείται αντιεμετική θεραπεία πριν ή μετά τη χορήγηση της τεμοζολομίδης.
-
Αντιεμετική προφύλαξηΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμαΣυνιστάται πριν την αρχική δόση της φάσης συγχορήγησης και συνιστάται έντονα κατά τη διάρκεια της φάσης μονοθεραπείας.
-
Αντιεμετική θεραπείαΠληθυσμόςΑσθενείς με υποτροπιάζον ή σε εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα που εμφάνισαν σοβαρό (3ου ή 4ου Βαθμού) έμετο σε προηγούμενους κύκλους θεραπείαςΜπορεί να χρειασθούν αντιεμετική θεραπεία.
-
ΜυελοκαταστολήΑσθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με τεμοζολομίδη μπορεί να εμφανίσουν μυελοκαταστολή, συμπεριλαμβανομένης παρατεταμένης πανκυτταροπενίας, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε απλαστική αναιμία, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις έχει οδηγήσει σε μοιραία κατάληξη. Πριν τη χορήγηση, πρέπει να ικανοποιούνται οι εργαστηριακές παράμετροι: ANC ≥ 1,5 x 10^9/l και αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 100 x 10^9/l. Εάν ο ANC μειωθεί σε < 1,0 x 10^9/l ή ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι < 50 x 10^9/l κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε κύκλου, ο επόμενος κύκλος πρέπει να μειωθεί κατά ένα δοσολογικό επίπεδο.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςπαιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετώνΔεν υπάρχει κλινική εμπειρία από τη χρήση της τεμοζολομίδης. Η εμπειρία σε μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους είναι πολύ περιορισμένη.
-
Αυξημένος κίνδυνος ουδετεροπενίας και θρομβοπενίαςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας > 70 ετών)Η τεμοζολομίδη θα πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς.
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΓυναίκες που είναι σε αναπαραγωγική ηλικίαΠρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη για την αποφυγή εγκυμοσύνης για όσο διάστημα λαμβάνουν τεμοζολομίδη και για τουλάχιστον 6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
-
Γονιμότητα / ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΆρρενες ασθενείςΘα πρέπει να συστήνεται στους άνδρες να μην τεκνοποιήσουν για τουλάχιστον 3 μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης και να αναζητήσουν συμβουλή για συντήρηση σπέρματος σε βαθιά κατάψυξη πριν από τη θεραπεία.
-
Έκδοχα - ΛακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης- γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
Έκδοχα - κίτρινο sunset FCF (E110)Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
-
Έκδοχα - ΝάτριοΤο φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά καψάκιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΔεν οδήγησε σε μεταβολές στην έκταση της απορρόφησης της τεμοζολομίδης ή στην έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη της μονομεθυλτριαζενοϊμιδαζολο καρβοξαμίδιο (MTIC).
-
ΤροφήπροσοχήΜείωση κατά 33% της Cmax και κατά 9% του εμβαδού κάτω από την καμπύλη (AUC).ΣύστασηΤο Τεμοζολομίδη θα πρέπει να χορηγείται χωρίς τροφή.
-
παρακολούθησηΔεν μετέβαλε την κάθαρση της τεμοζολομίδης.
-
ΠροχλωρπεραζίνηπαρακολούθησηΔεν μετέβαλε την κάθαρση της τεμοζολομίδης.
-
παρακολούθησηΔεν μετέβαλε την κάθαρση της τεμοζολομίδης.
-
παρακολούθησηΔεν μετέβαλε την κάθαρση της τεμοζολομίδης.
-
ΟνδασετρόνηπαρακολούθησηΔεν μετέβαλε την κάθαρση της τεμοζολομίδης.
-
Ανταγωνιστές των Η2 υποδοχέωνπαρακολούθησηΔεν μετέβαλε την κάθαρση της τεμοζολομίδης.
-
παρακολούθησηΔεν μετέβαλε την κάθαρση της τεμοζολομίδης.
-
παρακολούθησηΣυσχετίστηκε με μικρή αλλά στατιστικά σημαντική μείωση της κάθαρσης της τεμοζολομίδης.
-
Άλλοι παράγοντες που προκαλούν μυελοκαταστολήπροσοχήΜπορεί να αυξήσει την πιθανότητα μυελοκαταστολής.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Έρπης ζωστήρας
- Φαρυγγίτιδα
- Στοματική καντιντίαση
- Σηψαιμία
- Έρπης απλός
- Λοίμωξη τραύματος
- Γαστρεντερίτιδα
- Μέση ωτίτιδα
- Πνευμονία
- Κολπίτιδα
- Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Ευκαιριακή λοίμωξη (συμπεριλαμβανομένης της PCP)
- ερπητική μηνιγγοεγκεφαλίτιδα
- λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό (CMV)
- επανενεργοποίηση λοίμωξης του κυτταρομεγαλοϊού (CMV)
- ιός της ηπατίτιδας Β
- επανενεργοποίηση λοίμωξης
- Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο (MDS)
- δευτερογενείς κακοήθειες συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίας
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Λεμφοπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Απλαστική αναιμία
- Παρατεταμένη πανκυταρροπενία
- πανκυταρροπενία
- Πετέχειες
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Ερύθημα
- Ξηροδερμία
- Κνησμός
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Ερυθροδερμία
- Αποφολίδωση δέρματος
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Κνίδωση
- Δερματίτιδα
- Αυξημένη εφίδρωση
- Μη φυσιολογική μελάγχρωση
- Σύνδρομο DRESS
- Οίδημα προσώπου
- Αλλεργική αντίδραση
- Αναφυλαξία
- Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
- Άποιος διαβήτης
- Ανορεξία
- Υπεργλυκαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
- Αυξημένη γάμμα-γλουταμυλτρανσφεράση
- Διέγερση
- Κατάθλιψη
- Άγχος
- Σύγχυση
- Αϋπνία
- Διαταραχές συμπεριφοράς
- Συναισθηματική αστάθεια
- Ψευδαίσθηση
- Απάθεια
- Αμνησία
- Σπασμοί
- Ημιπάρεση
- Κεφαλαλγία
- Αταξία
- Διαταραχή ισορροπίας
- Διαταραχή νόησης
- Διαταραχή συγκέντρωσης
- Μειωμένη συνείδηση
- Ζάλη
- Υπαισθησία
- Επηρεασμένη μνήμη
- Νευροπάθεια
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Διαταραχή λόγου
- Τρόμος
- Ημιπληγία
- Εξωπυραμιδική διαταραχή
- Παροσμία
- Υπεραισθησία
- Διαταραχή αισθητικότητας
- Μη φυσιολογικός συντονισμός
- Ίλιγγος
- αφασία/δυσφασία
- νευρολογική διαταραχή
- διαταραχή της γεύσης
- Επιληπτική κατάσταση (Status epilepticus)
- Μη φυσιολογικό βάδισμα
- Κόπωση
- Πυρετός
- Εξασθένιση
- Αίσθημα κακουχίας
- Άλγος
- Οίδημα
- Περιφερικό οίδημα
- Επιδείνωση κατάστασης
- Ρίγη
- Δίψα
- Ημιανοψία
- Θαμπή όραση
- Διαταραχή όρασης
- Διπλωπία
- Πόνος οφθαλμού
- Μειωμένη οπτική οξύτητα
- Ξηροφθαλμία
- έλλειμα στα οπτικά πεδία
- Κώφωση
- Εμβοές
- Ωταλγία
- Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
- Υπερακοΐα
- Αίσθημα παλμών
- Αιμορραγία
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Υπέρταση
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Εξάψεις
- Πνευμονική εμβολή
- Δύσπνοια
- Βρογχίτιδα
- Βήχας
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Πνευμονική ίνωση
- Ρινική συμφόρηση
- αιφνίδιο ερύθημα
- διάμεση πνευμονίτιδα/πνευμονίτιδα
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Έμετος
- Στοματίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Δυσφαγία
- Διάταση κοιλίας
- Ακράτεια κοπράνων
- Αιμορροΐδες
- Ξηροστομία
- Δυσχρωματισμός γλώσσας
- Διαταραχή οδόντος
- διαταραχή του γαστρεντερικού
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατίτιδα
- Χολόσταση
- Υπερχολερυθριναιμία
- κάκωση του ήπατος
- αγγεοοίδημα
- Μυοπάθεια
- Μυϊκή αδυναμία
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Μυοσκελετικός πόνος
- Μυαλγία
- Συχνοουρία
- Ακράτεια ούρων
- Δυσουρία
- Κολπική αιμορραγία
- Μηνορραγία
- Μαστοδυνία
- Ανικανότητα
- αμηνόροια
- συμπτώματα γριππώδους συνδρόμου
- Κάκωση από ακτινοβολία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑφασία/δυσφασίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΗμιπάρεσηΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΈλλειμα στα οπτικά πεδίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑλλεργική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑταξίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμωνΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή λόγουΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή νόησηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή συγκέντρωσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗμιανοψίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΚάκωση από ακτινοβολίαΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚώφωσηΑυτί
-
ΣυχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένη συνείδησηΝευρικό
-
ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝευρολογική διαταραχήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΝευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣτοματική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣυμπτώματα γριππώδους συνδρόμουΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΣυχνοουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΣύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο CushingΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΩταλγίαΑυτί
-
Όχι συχνέςΆποιος διαβήτηςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΈκπτωση ακουστικής οξύτηταςΑυτί
-
Όχι συχνέςΈρπης απλόςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγεοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑιμορροΐδεςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑιφνίδιο ερύθημαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑκράτεια κοπράνωνΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑμηνόροιαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΑναπνευστική ανεπάρκειαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑπάθειαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑποφολίδωση δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γάμμα-γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΔίψαΓενικές
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔευτερογενείς κακοήθειες συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίαςΝεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα
-
Όχι συχνέςΔιάμεση πνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές συμπεριφοράςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή αισθητικότηταςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή οδόντοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔυσχρωματισμός γλώσσαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕξωπυραμιδική διαταραχήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕπανενεργοποίηση λοίμωξηςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΕπανενεργοποίηση λοίμωξης του κυτταρομεγαλοϊού (CMV)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΕπιδείνωση κατάστασηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΕπιληπτική κατάσταση (Status epilepticus)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕρπητική μηνιγγοεγκεφαλίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΕρυθροδερμίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕυκαιριακή λοίμωξη (συμπεριλαμβανομένης της PCP)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΗμιπληγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΙός της ηπατίτιδας ΒΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΚάκωση του ήπατοςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολπική αιμορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό (CMV)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη τραύματοςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜέση ωτίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜαστοδυνίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική μελάγχρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικό βάδισμαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜυελοδυσπλαστικό σύνδρομο (MDS)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Όχι συχνέςΠανκυταρροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένη πανκυταρροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαροσμίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠετέχειεςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονική ίνωσηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΡίγηΓενικές
-
Όχι συχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣυναισθηματική αστάθειαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Όχι συχνέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπεραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερακοΐαΑυτί
-
Όχι συχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΧολόστασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤα σκληρά καψάκια Τεμοζολομίδη δεν θα πρέπει να χορηγούνται σε έγκυες γυναίκες.Δεν υπάρχουν στοιχεία σε έγκυες γυναίκες. Σε προκλινικές μελέτες, σε αρουραίους και κουνέλια που έλαβαν δόση 150 mg/m2 τεμοζολομίδης, καταδείχτηκε τερατογένεση και/ή τοξικότητα στα έμβρυα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν η χρήση κατά την κύηση πρέπει να τεθεί υπό σκέψη, η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
-
Θηλασμόςο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται ενόσω λαμβάνεται θεραπεία με τεμοζολομίδη.Δεν είναι γνωστό εάν η τεμοζολομίδη αποβάλλεται στο μητρικό γάλα.
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίανα χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη για την αποφυγή κύησης ενόσω λαμβάνουν τεμοζολομίδη και για τουλάχιστον 6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
-
ΓονιμότηταΟι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με τεμοζολομίδη θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης και θα πρέπει να τους συστήνεται να μην τεκνοποιήσουν για τουλάχιστον 3 μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης και να αναζητήσουν συμβουλή για συντήρηση σπέρματος σε βαθιά κατάψυξη πριν από τη θεραπεία.Η τεμοζολομίδη μπορεί να έχει γονοτοξικές επιδράσεις. Υπάρχει πιθανότητα να σημειωθεί μη αναστρέψιμη βλάβη της γονιμότητας εξαιτίας της θεραπείας με την τεμοζολομίδη.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- αιματολογική τοξικότητα
- πανκυτταροπενία
- πυρεξία
- πολλαπλή οργανική ανεπάρκεια
- θάνατος
- καταστολή του μυελού των οστών (με ή χωρίς λοίμωξη)
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες - ΄Αλλοι αλκυλιωτικοί παράγοντες, κωδικός ΑTC: L01A X03.
Μηχανισμός δράσης
Η τεμοζολομίδη είναι μία τριαζένη, που σε φυσιολογικό pH υπόκειται σε ταχεία χημική μετατροπή προς τη δραστική ένωση μονομεθυλτριαζενοϊμιδαζολο καρβοξαμίδιο (MTIC). Πιστεύεται ότι η κυτταροτοξικότητα της MTIC οφείλεται κυρίως στην αλκυλίωση στην θέση Ο6 της γουανίνης με επιπλέον αλκυλίωση στην θέση Ν7. Οι κυτταροτοξικές βλάβες που ακολουθούν, πιστεύεται ότι περιλαμβάνουν μη φυσιολογική διόρθωση της μεθυλίωσης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα Ένα σύνολο 573 ασθενών τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε τεμοζολομίδη + RT (n=287) ή μονοθεραπεία RT (n=286). Οι ασθενείς του σκέλους τεμοζολομίδης + RT έλαβαν συγχορηγούμενη τεμοζολομίδη (75 mg/m2) μία φορά την ημέρα, ξεκινώντας την πρώτη μέρα της RT μέχρι την τελευταία μέρα της RT, για 42 ημέρες (με ένα μέγιστο 49 ημερών). Αυτό ακολουθήθηκε από μονοθεραπεία με τεμοζολομίδη (150 - 200 mg/m2) την 1η - 5η Ημέρα κάθε κύκλου 28 ημερών για έως 6 κύκλους, ξεκινώντας 4 εβδομάδες μετά το τέλος της RT. Οι ασθενείς στο σκέλος ελέγχου έλαβαν μόνο RT. Προφύλαξη για πνευμονία από Pneumocystis jirovecii (PCP) απαιτείτο κατά τη διάρκεια της RT και της συνδυασμένης θεραπείας με τεμοζολομίδη. Η τεμοζολομίδη χορηγήθηκε ως θεραπεία διάσωσης στη φάση παρακολούθησης σε 161 ασθενείς από τους 282 (57%) στο σκέλος με μονοθεραπεία RT, και σε 62 ασθενείς από τους 277 (22%) στο σκέλος τεμοζολομίδης + RT. Ο σχετικός κίνδυνος (HR) για την συνολική επιβίωση ήταν 1,59 (95% CI για HR=1,33 - 1,91) με logrank p < 0,0001 υπέρ του σκέλους της τεμοζολομίδης. Η εκτιμούμενη πιθανότητα για διετή ή μεγαλύτερη επιβίωση (26% έναντι 10%) είναι υψηλότερη για το σκέλος RT + τεμοζολομίδη. Η προσθήκη της συγχορηγούμενης τεμοζολομίδης στην RT, ακολουθούμενη από μονοθεραπεία με τεμοζολομίδη στη θεραπεία ασθενών με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα κατέδειξε μία στατιστικά σημαντική βελτίωση της συνολικής επιβίωσης συγκριτικά με την αποκλειστική RT (Σχήμα 1). Τα αποτελέσματα της δοκιμής δεν είχαν συνέχεια στην υποομάδα των ασθενών με πτωχή κατάσταση ικανότητας (WHO PS=2, n=70), όπου η ολική επιβίωση και ο χρόνος μέχρι την εξέλιξη της νόσου ήταν παρόμοια και στα δύο σκέλη. Παρόλα αυτά, σ’ αυτή την ομάδα ασθενών δε φαίνεται να υπάρχουν μη αποδεκτοί κίνδυνοι.
Υποτροπιάζον ή εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα Δεδομένα κλινικής αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με πολύμορφο γλοιοβλάστωμα (λειτουργική κατάσταση κατά Karnofsky [KPS] ≥ 70), εξελισσόμενο ή υποτροπιάζον μετά από χειρουργική επέμβαση και ακτινοθεραπεία, βασίστηκαν σε δύο κλινικές μελέτες με από του στόματος χορηγούμενη τεμοζολομίδη. Η μία ήταν μία μη συγκριτική μελέτη σε 138 ασθενείς (29% έλαβαν προηγούμενα χημειοθεραπεία), και η άλλη ήταν μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη αναφοράς της τεμοζολομίδης έναντι της προκαρβαζίνης σε ένα σύνολο 225 ασθενών (67% έλαβαν προηγούμενα αγωγή με χημειοθεραπεία που βασιζόταν σε νιτροζουρία). Και στις δύο μελέτες, το κύριο τελικό σημείο ήταν η ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση (PFS) οριζόμενη με τομογραφίες MRI ή η νευρολογική επιδείνωση. Στη μη συγκριτική μελέτη, η PFS στους 6 μήνες ήταν 19%, η διάμεση ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση ήταν 2,1 μήνες, και η συνολική διάμεση επιβίωση 5,4 μήνες. Ο ρυθμός αντικειμενικής ανταπόκρισης βασιζόμενος σε τομογραφίες MRI ήταν 8%. Στην τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη αναφοράς, η PFS στους 6 μήνες ήταν σημαντικά μεγαλύτερη για την τεμοζολομίδη από ότι για την προκαρβαζίνη (21% έναντι 8%, αντίστοιχα - δοκιμασία x2 p = 0,008) με διάμεση PFS 2,89 και 1,88 μήνες αντίστοιχα (log rank p = 0,0063). Η διάμεση επιβίωση ήταν 7,34 και 5,66 μήνες για την τεμοζολομίδη και την προκαρβαζίνη, αντίστοιχα (log rank p = 0,33). Στους 6 μήνες, το κλάσμα των ασθενών που επιβίωσαν ήταν σημαντικά υψηλότερο στο σκέλος της τεμοζολομίδης (60%) συγκρινόμενο με το σκέλος της προκαρβαζίνης (44 %) (δοκιμασία x2 p = 0,019). Σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενα χημειοθεραπεία, παρουσιάστηκε όφελος σε αυτούς οι οποίοι είχαν τιμή KPS=80 ή μεγαλύτερη. Τα δεδομένα του χρόνου μέχρι την επιδείνωση της νευρολογικής κατάστασης ήταν ευνοϊκά για την τεμοζολομίδη σε σχέση με την προκαρβαζίνη όπως ήταν τα δεδομένα του χρόνου μέχρι την επιδείνωση της κατάστασης απόδοσης (μείωση σε KPS < 70 ή μείωση κατά τουλάχιστον 30 σημεία). Οι διάμεσοι χρόνοι μέχρι την εξέλιξη σ’ αυτά τα τελικά σημεία κυμαίνονταν από 0,7 μέχρι 2,1 μήνες περισσότερο για την τεμοζολομίδη σε σύγκριση με την προκαρβαζίνη (log rank p = < 0,01 έως 0,03).
Υποτροπιάζον αναπλαστικό αστροκύτωμα Σε μία πολυκεντρική, παγκόσμια προοπτική μελέτη φάσης ΙΙ, στην οποία αξιολογήθηκαν η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της από του στόματος χορηγούμενης τεμοζολομίδης στη θεραπεία των ασθενών με αναπλαστικό αστροκύτωμα σε πρώτη υποτροπή, η ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση στους 6 μήνες ήταν 46%. Η διάμεση ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση ήταν 5,4 μήνες. Η διάμεση συνολική επιβίωση ήταν 14,6 μήνες. Το ποσοστό ανταπόκρισης, βάσει της αξιολόγησης του κεντρικού εξεταστή, ήταν 35% (13 πλήρεις ανταποκρίσεις, CR, και 43 μερικές ανταποκρίσεις, PR) για τoν πληθυσμό με Πρόθεση προς Θεραπείας (ITT) n=162. Σε 43 ασθενείς αναφέρθηκε σταθεροποίηση της νόσου. Η 6-μηνη επιβίωση χωρίς συμβάντα για τον πληθυσμό ΙΤΤ ήταν 44% με διάμεση ελεύθερη συμβαμάτων επιβίωση 4,6 μήνες, η οποία ήταν παρόμοια ως προς τα αποτελέσματα με την ελεύθερη εξέλιξης της νόσου επιβίωση. Για τον κατάλληλο για ιστοπαθολογική εξέταση πληθυσμό, τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας ήταν παρόμοια. Η επίτευξη μιας ακτινολογικώς αντικειμενικής ανταπόκρισης ή η διατήρηση της κατάστασης χωρίς εξέλιξη της νόσου συσχετίστηκε ισχυρώς με τη διατήρηση ή με τη βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η από του στόματος χορηγούμενη τεμοζολομίδη έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 3-18 ετών) με υποτροπιάζον γλοίωμα εγκεφαλικού στελέχους ή υποτροπιάζον αστροκύτωμα υψηλού βαθμού, σε ένα σχήμα χορηγούμενο ημερησίως για 5 ημέρες κάθε 28 ημέρες. Η ανοχή στην τεμοζολομίδη είναι παρόμοια με των ενηλίκων.
Η τεμοζολομίδη υδρολύεται αυτόματα σε φυσιολογικό pH αρχικά στο ενεργό συστατικό, 3-μεθυλ(τριαζεν-1- υλ)-ιμιδαζολο-4-καρβοξαμίδιο (MTIC). Το MTIC υδρολύεται αυτόματα σε 5-αμινοιμιδαζολο-4-καρβοξαμίδιο (AIC), μια γνωστή ενδιάμεση ένωση στη βιοσύνθεση της πουρίνης και του νουκλεϊκού οξέος, και στη μεθυλυδραζίνη, η οποία θεωρείται ότι είναι η δραστική αλκυλιωτική ένωση. Η κυτταροτοξικότητα του MTIC θεωρείται ότι οφείλεται αρχικά στην αλκυλίωση του DNA κυρίως στις θέσεις Ο6 και Ν7 της γουανίνης. Σχετικά με την AUC της τεμοζολομίδης, η έκθεση στο MTIC και AIC είναι ~ 2,4% και 23%, αντίστοιχα. In vivo, ο t1/2 του MTIC ήταν παρόμοιος με αυτόν της τεμοζολομίδης, 1,8 ώρες.
Απορρόφηση
Μετά από χορήγηση από το στόμα σε ενήλικες ασθενείς, η τεμοζολομίδη απορροφάται ταχέως και η μέγιστη συγκέντρωση επιτυγχάνεται γρήγορα, μόλις 20 λεπτά μετά από τη χορήγηση της δόσης (μέσος χρόνος μεταξύ 0,5 και 1,5 ώρες). Μετά την από του στόματος χορήγηση σεσημασμένης με 14C τεμοζολομίδης, τα μέσα επίπεδα αποβολής 14C από τα κόπρανα κατά τη διάρκεια 7 ημερών μετά τη χορήγηση της δόσης ήταν 0,8% υποδηλώνοντας πλήρη απορρόφηση.
Κατανομή
Η τεμοζολομίδη εμφανίζει χαμηλά επίπεδα σύζευξης με πρωτεΐνες (10% έως 20%) και συνεπώς δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις με ουσίες που έχουν υψηλή σύζευξη με πρωτεΐνες. Απεικονιστικές εξετάσεις PET (Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων) σε ανθρώπους και τα προκλινικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η τεμοζολομίδη διαπερνά ταχέως τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και είναι παρούσα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (CSF). Η διείσδυση στο CSF επιβεβαιώθηκε σε έναν ασθενή. Η έκθεση του CSF βασιζόμενη στην AUC της τεμοζολομίδης ήταν περίπου το 30% αυτής στο πλάσμα, το οποίο είναι συμβατό με δεδομένα από πειραματόζωα.
Αποβολή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής (t1/2) στο πλάσμα είναι περίπου 1,8 ώρες. Η κύρια οδός αποβολής 14C είναι δια των νεφρών. Μετά την από του στόματος χορήγηση, ποσοστό περίπου 5% έως 10% της δόσης εμφανίζεται αναλλοίωτο στα ούρα κατά τη διάρκεια 24 ωρών, και το υπόλοιπο αποβάλλεται ως τεμοζολομίδη στην μορφή οξέος, 5-αμινοϊμιδαζολο-4-καρβοξαμίδη (AIC) ή ως μη ταυτοποιημένοι πολικοί μεταβολίτες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνονται κατά δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Η κάθαρση στο πλάσμα, ο όγκος κατανομής και ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι ανεξάρτητοι από τη δόση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Η πληθυσμιακή ανάλυση της φαρμακοκινητικής της τεμοζολομίδης αποκάλυψε ότι η αποβολή της τεμοζολομίδης στο πλάσμα είναι ανεξάρτητη της ηλικίας, της νεφρικής λειτουργίας, ή του καπνίσματος. Σε μία ξεχωριστή φαρμακοκινητική μελέτη, το προφίλ της φαρμακοκινητικής στο πλάσμα σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Οι παιδιατρικοί ασθενείς εμφάνισαν υψηλότερη AUC από ότι οι ενήλικες ασθενείς. Όμως, η μέγιστη ανεκτή δόση (MTD) ήταν 1.000 mg/m2 ανά κύκλο τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες.
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Ηπατική λειτουργία · πριν την έναρξη της θεραπείας
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | στο μέσο της διάρκειας αυτού του κύκλου θεραπείας | Ασθενείς σε θεραπεία 42 ημερών |
| μετά από το τέλος κάθε κύκλου θεραπείας | — | ||
| Γενική αίματος (CBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | την 22η Ημέρα (21 ημέρες μετά την πρώτη δόση) ή εντός 48 ωρών από εκείνη την ημέρα | — |
| κάθε εβδομάδα | Μέχρι ANC > 1,5 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 100 x 10^9/l |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η τεμοζολομίδη είναι πρόδρομο φάρμακο της κατηγορίας των ιμι-δαζοτετραζινών που απαιτεί μη ενζυμική υδρόλυση στο φυσιολογικό pH in vivo για να επιτελέσει αλκυλίωση των καταλοίπων αδε-νίνης/γουανίνης, οδηγώντας σε βλάβη του DNA μέσω ανεπιτυχών κύκλων επιδιόρθωσης και τελικού κυτταρικού θανάτου. Η θεραπεία με τεμοζολομίδη σχετίζεται με μυελοκαταστολή, η οποία πιθανότατα είναι σοβαρότερη σε γυναίκες και ηλικιωμένους ασθενείς. Οι ασθενείς πρέπει να έχουν ANC ≥1.5 x 109/L και αιμοπετάλια ≥100 x 109/L πριν την έναρξη της θεραπείας και πρέπει να παρακολουθούνται εβδομαδιαίως κατά τη συνυπάρχουσα ακτινοθεραπεία, την ημέρα 1 και 22 των κύκλων συντήρησης, και εβδομαδιαίως σε οποιοδήποτε σημείο όπου το ANC/αιμοπετάλια πέφτει κάτω από τις καθορισμένες τιμές μέχρι την αποκατάσταση. Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις μυελοδυσπλαστικού συνδρόμου και δευτερογενών κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίας, μετά τη χορήγηση τεμοζολομίδης. Μπορεί να εμφανιστεί πνευμονία από Pneumocystis σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία, και θα πρέπει να παρέχεται προφύλαξη για ασθενείς στην συνυπάρχουσα φάση της θεραπείας με παρακολούθηση σε όλα τα στάδια. Έχει επίσης αναφερθεί σοβαρή ηπατοτοξικότητα, και θα πρέπει να γίνονται ηπατικοί έλεγχοι στην αρχή, στα μέσα του πρώτου κύκλου, πριν από κάθε επόμενο κύκλο, και περίπου δύο έως τέσσερις εβδομάδες μετά την τελευταία δόση. Μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν ότι η τεμοζολομίδη έχει σημαντική εμβρυο-与 εμβρυϊκή τοξικότητα· άνδρες και γυναίκες ασθενείς θα πρέπει να χρησιμοποιούν αντισύλληψη έως και τρεις και έξι μήνες μετά την τελευταία δόση τεμοζολομίδης, αντίστοιχα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το γλοιοβλάστωμα (glioblastoma multiforme) είναι ο συχνότερος και πιο επιθετικός πρωτοπαθής όγκος εγκεφάλου σε ενήλικες, αντιπροσωπεύοντας το 45.6% όλων των πρωτοπαθών κακοήθων όγκων εγκεφάλου. Κύρια οριζόμενο ιστοπαθολογικά από νέκρωση και μικροαγγειακό πολλαπλασιασμό (ταξινόμηση WHO βαθμού IV), τα γλοιοβλαστώματα αντιμετωπίζονται συνήθως μέσω ακτινοθεραπείας και ταυτόχρονης χημειοθεραπείας βασισμένης σε αλκυλίωση με τεμοζολομίδη. Η τεμοζολομίδη (TMZ) είναι ένας μικρός (194 Da) λιπόφιλος αλκυλιωτικός παράγοντας της κατηγορίας των ιμι-δαζοτετραζινών που είναι σταθερός σε όξινο pH, επιτρέποντας τόσο από του στόματος όσο και ενδοφλέβια χορήγηση, και μπορεί να διαπεράσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό για να επηρεάσει όγκους του ΚΝΣ. Μετά την απορρόφηση, η TMZ υφίσταται αυθόρμητη μη ενζυμική διάσπαση σε φυσιολογικό pH για να σχηματίσει 5-(3-μεθυλο- τριαζεν-1-υλ) ιμιδαζόλη-4-καρβοξαμίδη (MTIC), η οποία στη συνέχεια αντιδρά με νερό για να παράγει 5-αμινοϊμιδαζόλη-4-καρβοξαμίδη (AIC) και ένα εξαιρετικά δραστικό μεθυλο-διαζώνιο κατιόν. Όγκοι εγκεφάλου όπως το γλοιοβλάστωμα τυπικά έχουν πιο αλκαλικό pH από τον υγιή ιστό, ευνοώντας την ενεργοποίηση της TMZ εντός του όγκου. Το μεθυλο-διαζώνιο κατιόν είναι εξαιρετικά δραστικό και μεθυλιώνει το DNA στη θέση N7 της γουανίνης (N7-MeG, 70%), στη θέση N3 της αδε-νίνης (N3-MeA, 9%) και στη θέση O6 της γουανίνης (O6-MeG, 6%). Παρόλο που είναι πιο συχνά, το N7-MeG και το N3-MeA επιδιορθώνονται γρήγορα από το μονοπάτι επιδιόρθωσης εκτομής βάσης (base excision repair) και δεν είναι κύριοι μεσολαβητές της τοξικότητας της τεμοζολομίδης, αν και οι βλάβες N3-MeA είναι θανατηφόρες εάν δεν επιδιορθωθούν. Αντίθετα, η επιδιόρθωση του O6-MeG απαιτεί τη δράση του αυτοκαταστροφικού ενζύμου μεθυλογουανίνη-DNA μεθυλο-τρανσφεράσης (MGMT), η οποία αφαιρεί την μεθυλομάδα για να αποκαταστήσει τη γουανίνη. Εάν δεν επιδιορθωθεί από την MGMT, το O6-MeG εσφαλμένα ζευγαρώνει με τη θυμίνη, ενεργοποιώντας το μονοπάτι επιδιόρθωσης εσφαλμένων ζευγών DNA (MMR) που αφαιρεί τη θυμίνη (όχι το O6-MeG), οδηγώντας σε ανεπιτυχείς κύκλους επιδιόρθωσης και τελικές θραύσεις της αλυσίδας DNA που οδηγούν σε απόπτωση. Δεδομένου ότι η δραστηριότητα MMR είναι κρίσιμη για την κυτταροτοξικότητα της τεμοζολομίδης, τα κύτταρα που έχουν μειωμένη ή απουσιάζουσα λειτουργία MGMT και ένα άθικτο μονοπάτι MMR είναι τα πιο ευαίσθητα στη θεραπεία με τεμοζολομίδη. Τα γλοιοβλαστώματα που ρυθμίζουν προς τα πάνω την MGMT, μειώνουν την MMR ή τροποποιούν και τα δύο, είναι ανθεκτικά στην TMZ, οδηγώντας σε αποτυχία της θεραπείας. Πιο πρόσφατα, αυξήθηκε το ενδιαφέρον και για τις ανοσο-τροποποιητικές επιδράσεις της TMZ, που σχετίζονται με τις μυελοκατασταλτικές της επιδράσεις. Παραδόξως, η λεμφο-μείωση μπορεί να ενισχύει τις αντικαρκινικές επιδράσεις της κυτταρικής ανοσοθεραπείας και να βελτιώσει τη δυναμική των κυττάρων μνήμης, τροποποιώντας τους όγκους-ειδικούς έναντι των όγκων-ανεκτικών πληθυσμών. Η μείωση των όγκων-τοπικών ανοσο-κατασταλτικών Treg κυττάρων μπορεί να συμβάλει σε καλύτερη απόκριση στην ανοσοθεραπεία. Επομένως, η θεραπεία με TMZ μπορεί επίσης να αποτελέσει τη βάση των στρατηγικών ανοσοθεραπείας κατά του γλοιοβλαστώματος στο μέλλον.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η τεμοζολομίδη απορροφάται γρήγορα και πλήρως από τον γαστρεντερικό σωλήνα και είναι σταθερή τόσο σε όξινο όσο και σε ουδέτερο pH. Επομένως, η τεμοζολομίδη μπορεί να χορηγηθεί τόσο από του στόματος όσο και ενδοφλεβίως με διάμεση Tmax μιας ώρας. Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 150 mg/m2, η τεμοζολομίδη και ο ενεργός μεταβολίτης της MTIC είχαν τιμές Cmax 7.5 μg/mL και 282 ng/mL και τιμές AUC 23.4 μghr/mL και 864 nghr/mL, αντίστοιχα. Ομοίως, μετά από μία 90-λεπτη ενδοφλέβια έγχυση 150 mg/m2, η τεμοζολομίδη και ο ενεργός μεταβολίτης της MTIC είχαν τιμές Cmax 7.3 μg/mL και 276 ng/mL και τιμές AUC 24.6 μghr/mL και 891 nghr/mL, αντίστοιχα. Η κινητική της τεμοζολομίδης είναι γραμμική στην περιοχή 75-250 mg/m2/ημέρα. Η διάμεση Tmax είναι 1 ώρα. Η από του στόματος απορρόφηση της τεμοζολομίδης επηρεάζεται από την τροφή. Η χορήγηση μετά από πρωινό υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (587 θερμίδες) προκάλεσε μείωση της μέσης Cmax και AUC κατά 32% και 9%, αντίστοιχα, και αύξηση της διάμεσης Tmax κατά 2 φορές (από 1-2.25 ώρες).
Περίπου το 38% της χορηγηθείσας τεμοζολομίδης μπορεί να ανακτηθεί σε επτά ημέρες, με 38% στα ούρα και μόνο 0.8% στα κόπρανα. Το ανακτηθέν υλικό περιλαμβάνει κυρίως μεταβολίτες: μη αναγνωρισμένους πολικούς μεταβολίτες (17%), AIC (12%) και τον μεταβολίτη τεμοζολομίδης οξέος (2.3%). Μόνο το 6% της ανακτηθείσας δόσης αντιπροσωπεύει αμετάβλητη τεμοζολομίδη.
Η τεμοζολομίδη έχει μέσο φαινομενικό όγκο κατανομής (%CV) 0.4 (13%) L/kg.
Η τεμοζολομίδη έχει κάθαρση περίπου 5.5 L/hr/m2.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συνέργεια Πρωτεϊνών
Η σύνδεση της τεμοζολομίδης με πρωτεΐνες του πλάσματος κυμαίνεται από 8-36%, με μέσο όρο περίπου 15%. In vitro πειράματα σύνδεσης αποκάλυψαν κατά προσέγγιση σταθερές διάστασης 0.2-0.25 και 0.12 mM για την τεμοζολομίδη με την αλβουμίνη του ανθρώπινου ορού (HSA) και την αλ-1-οξεο-γλυκοπρωτεΐνη (AGP), αντίστοιχα· παρά την ελαφρώς υψηλότερη συγγένεια για την AGP, είναι πιθανό η τεμοζολομίδη να συνδέεται κυρίως με την HSA λόγω της υψηλότερης συγκέντρωσής της στον ορό. Επιπλέον, η σύνδεση της τεμοζολομίδης με την HSA οδηγεί σε καθυστερημένη υδρόλυση και μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής από ό,τι σε ρυθμιστικό διάλυμα (1 έναντι 1.8 ώρες).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μετά την απορρόφηση, η τεμοζολομίδη υφίσταται μη ενζυμική χημική μετατροπή στον ενεργό μεταβολίτη 5-(3-μεθυλο- τριαζεν-1-υλ) ιμιδαζόλη-4-καρβοξαμίδη (MTIC) συν διοξειδίου του άνθρακα και σε έναν μεταβολίτη τεμοζολομίδης οξέος, η οποία συμβαίνει σε φυσιολογικό pH αλλά ενισχύεται με την αυξανόμενη αλκαλικότητα. Το MTIC στη συνέχεια αντιδρά με νερό για να παραγάγει 5-αμινοϊμιδαζόλη-4-καρβοξαμίδη (AIC) και ένα εξαιρετικά δραστικό μεθυλο-διαζώνιο κατιόν, το ενεργό αλκυλιωτικό είδος. Το σύστημα κυτοχρωμάτων P450 παίζει μόνο μικρό ρόλο στο μεταβολισμό της τεμοζολομίδης. Σε σχέση με την AUC της τεμοζολομίδης, η έκθεση σε MTIC και AIC είναι 2.4% και 23%, αντίστοιχα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η τεμοζολομίδη έχει μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 1.8 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και έτσι ανίκανα να διασυνδέουν κυτταρικά μακρομόρια. Μεταξύ των κοινών τους ιδιοτήτων είναι η απαίτηση για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική αποτελεσματικότητα και η παρουσία στις χημικές τους δομές Ν-μεθυλομάδων, που μετά τον μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους κάθε ένα από αυτά τα φάρμακα σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητοί. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, p2026)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
YF1K15M17Y
TEMOZOLOMIDE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αλκυλιωτική Δραστηριότητα
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αλκυλιωτικό Φάρμακο
Η τεμοζολομίδη είναι ένα Αλκυλιωτικό Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της τεμοζολομίδης είναι ως Αλκυλιωτική Δραστηριότητα.
TEMOZOLOMIDE
Αλκυλιωτική Δραστηριότητα [MoA]; Αλκυλιωτικό Φάρμακο [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και έτσι ανίκανα να διασυνδέουν κυτταρικά μακρομόρια. Μεταξύ των κοινών τους ιδιοτήτων είναι η απαίτηση για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική αποτελεσματικότητα και η παρουσία στις χημικές τους δομές Ν-μεθυλομάδων, που μετά τον μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους κάθε ένα από αυτά τα φάρμακα σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητοί. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, p2026)