TEMOZOLOMIDE
Τεμοζολομίδη
Τα φάρμακα της κατηγορίας προκαλούν αλκυλίωση του DNA των κυττάρων και παραβλάπτουν έτσι τον αναδιπλασιασμό του. Πλην των συνήθων και επιμέρους παρενεργειών τους σε μακροχρόνια χρήση εμφανίζουν δύο επιπλέον κινδύνους, τη βλάβη της γονιμότητας και την ανάπτυξη οξείας λευχαιμίας.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-RIDOCA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: κατάσταση νηστείας
- Δόση έναρξης: 75 mg/m² (φάση συγχορήγησης)
- Τιτλοποίηση: Φάση μονοθεραπείας: Στην αρχή του Κύκλου 2, η δόση αυξάνεται σταδιακά έως τα 200 mg/m² αν η CTC μη αιματολογική τοξικότητα είναι Βαθμού ≤ 2 (εκτός αλωπεκίας, ναυτίας, εμέτου), ο ANC είναι ≥ 1,5 x 10⁹/l και ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι ≥ 100 x 10⁹/l. Εάν η δόση δεν αυξηθεί στον Κύκλο 2, η κλιμάκωση δεν θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερους κύκλους. Αφού πραγματοποιηθεί η βαθμιαία αύξηση της δόσης, η δόση παραμένει στα 200 mg/m² την ημέρα για τις πρώτες 5 ημέρες του κάθε μεταγενέστερου κύκλου εκτός αν εμφανιστεί τοξικότητα.
-
Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμαΔόση75 mg/m² την ημέραΦάση συγχορήγησης: Για 42 ημέρες συγχορηγούμενο με εστιακή ακτινοθεραπεία. Δεν συνιστώνται μειώσεις της δόσης, αλλά η καθυστέρηση ή ο τερματισμός της χορήγησης θα πρέπει να αποφασίζεται εβδομαδιαίως σύμφωνα με αιματολογικά και μη αιματολογικά κριτήρια τοξικότητας. Η χορήγηση μπορεί να συνεχιστεί καθ’ όλη την περίοδο των 42 ημερών (μέχρι 49 ημέρες) εάν ικανοποιούνται οι ακόλουθες συνθήκες: απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) ≥ 1,5 x 10⁹/l, αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 100 x 10⁹/l, κοινά κριτήρια τοξικότητας (CTC) μη αιματολογική τοξικότητα ≤ Βαθμού 1 (εκτός από αλωπεκία, ναυτία και έμετο). Η χορήγηση θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά ή να τερματίζεται οριστικά κατά τη διάρκεια της φάσης συγχορήγησης σύμφωνα με τα αιματολογικά και μη αιματολογικά κριτήρια τοξικότητας (Πίνακας 1).
-
Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμαΔόση150 mg/m² μία φορά την ημέρα για 5 ημέρεςΦάση μονοθεραπείας (Κύκλος 1): Ακολουθούμενη από 23 ημέρες χωρίς θεραπεία. Στην αρχή του Κύκλου 2, η δόση αυξάνεται σταδιακά έως τα 200 mg/m² αν η CTC μη αιματολογική τοξικότητα για τον Κύκλο 1 είναι Βαθμού ≤ 2 (εκτός από αλωπεκία, ναυτία και έμετο), ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) είναι ≥ 1,5 x 10⁹/l και ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι ≥ 100 x 10⁹/l. Η κλιμάκωση δεν θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερους κύκλους εάν η δόση δεν αυξηθεί στον Κύκλο 2. Η δόση παραμένει στα 200 mg/m² την ημέρα για τις πρώτες 5 ημέρες του κάθε μεταγενέστερου κύκλου εκτός αν εμφανιστεί τοξικότητα. Μειώσεις και τερματισμοί της δόσης πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους Πίνακες 2 και 3.
-
Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 3 ετών ή μεγαλύτεροι με υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη κακόηθες γλοίωμα (όχι παλαιότερα χημειοθεραπεία)Δόση200 mg/m² μία φορά την ημέρα για τις 5 πρώτες ημέρεςΈνας κύκλος θεραπείας αποτελείται από 28 ημέρες. Ακολουθεί διακοπή της θεραπείας για 23 ημέρες.
-
Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 3 ετών ή μεγαλύτεροι με υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη κακόηθες γλοίωμα (έχουν λάβει παλαιότερα χημειοθεραπεία)Δόση150 mg/m² μία φορά την ημέραΈνας κύκλος θεραπείας αποτελείται από 28 ημέρες. Η δόση αυξάνεται στον δεύτερο κύκλο σε 200 mg/m² μία φορά την ημέρα, για 5 ημέρες, εάν δεν εμφανισθεί αιματολογική τοξικότητα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 3 ετών ή μεγαλύτεροι, υποτροπιάζον ή εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα)Η εμπειρία σε αυτά τα παιδιά είναι πολύ περιορισμένη. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά κάτω των 3 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη χορήγηση σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child's Class C) ή με νεφρική δυσλειτουργία. Δεν είναι πιθανόν να απαιτούνται μειώσεις της δόσης, αλλά απαιτείται προσοχή.
block
SPC-RIDOCA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υπερευαισθησία στη δακαρβαζίνη (DTIC)
-
Σοβαρή μυελοκαταστολήΠληθυσμός(βλ. Δοσολογία)
warning
SPC-RIDOCA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ευκαιριακές λοιμώξεις και επανενεργοποίηση λοιμώξεων
-
Πνευμονία από Pneumocystis jiroveciiιδιαίτερο κίνδυνοΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν συγχορήγηση τεμοζολομίδης και ακτινοθεραπείας για το σχήμα 42 ημερώναπαιτείται προφύλαξη ενάντια στην PCP. Εάν εμφανιστεί λεμφοπενία, θα πρέπει να συνεχίσουν την προφύλαξη μέχρι την υποχώρηση της λεμφοπενίας σε βαθμό ≤ 1.
-
Πνευμονία από Pneumocystis jiroveciiιδιαίτερο κίνδυνοΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν τεμοζολομίδη, ειδικότερα οι ασθενείς που λαμβάνουν στεροειδήθα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την ανάπτυξη PCP, ανεξάρτητα από το σχήμα.
-
HBVΘα πρέπει να ζητείται η γνώμη ειδικών σε νόσο του ήπατος πριν από την έναρξη θεραπείας σε ασθενείς με θετική ορολογική δοκιμασία ηπατίτιδας Β. Κατά την διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα.
-
ΗπατοτοξικότηταΔοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να πραγματοποιούνται πριν την έναρξη της θεραπείας. Εάν δεν είναι φυσιολογικές, οι ιατροί θα πρέπει να εκτιμούν το λόγο όφελος/κίνδυνο πριν από την έναρξη της τεμοζολομίδης. Για ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία 42 ημερών οι εξετάσεις για τη λειτουργία του ήπατος θα πρέπει να επαναλαμβάνονται στο μέσο της διάρκειας αυτού του κύκλου θεραπείας. Για όλους τους ασθενείς, έλεγχοι για τη λειτουργία του ήπατος θα πρέπει να πραγματοποιούνται μετά από το τέλος κάθε κύκλου θεραπείας. Για τους ασθενείς με σημαντικές ανωμαλίες της λειτουργίας του ήπατος, οι ιατροί θα πρέπει να εκτιμούν τη σχέση του λόγου όφελος/κίνδυνος της συνεχιζόμενης θεραπείας.
-
Κακοήθειες
-
Αντιεμετική αγωγήΜπορεί να χορηγείται αντιεμετική θεραπεία πριν από ή μετά τη χορήγηση της τεμοζολομίδης.
-
Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμαΑντιεμετική προφύλαξη συνιστάται πριν την αρχική δόση της φάσης συγχορήγησης και συνιστάται έντονα κατά τη διάρκεια της φάσης μονοθεραπείας.
-
Ασθενείς με υποτροπιάζον ή σε εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμαΟι ασθενείς που εμφάνισαν σοβαρό (3ου ή 4ου Βαθμού) έμετο σε προηγούμενους κύκλους θεραπείας μπορεί να χρειασθούν αντιεμετική θεραπεία.
-
Εργαστηριακές παράμετροιΠριν τη χορήγηση, πρέπει να ικανοποιούνται οι παρακάτω εργαστηριακές παράμετροι: ANC ≥ 1,5 x 10 /l και αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 100 x 10 /l. Πρέπει να πραγματοποιείται γενική εξέταση αίματος την 22η Ημέρα (21 ημέρες μετά την πρώτη δόση) ή εντός 48 ωρών από εκείνη την ημέρα, και κάθε εβδομάδα μέχρις ότου ο ANC να υπερβαίνει τα 1,5 x 10 /l και ο αριθμός αιμοπεταλίων να υπερβαίνει τα 100 x 10 /l. Εάν ο ANC μειωθεί σε < 1,0 x 10 /l ή ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι < 50 x 10 /l κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε κύκλου, ο επόμενος κύκλος πρέπει να μειωθεί κατά ένα δοσολογικό επίπεδο (βλ. Δοσολογία).
-
Παιδιατρικός πληθυσμός
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας > 70 ετών)η τεμοζολομίδη θα πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς.
-
Άρρενες ασθενείςΘα πρέπει να συστήνεται στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με τεμοζολομίδη να μην τεκνοποιήσουν για διάστημα έως και 6 μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης και να αναζητήσουν συμβουλή για συντήρηση σπέρματος σε βαθιά κατάψυξη πριν από τη θεραπεία (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
ΛακτόζηΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης- γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
RIDOCA 20 mg:Το έκδοχο κίτρινο sunset FCF (sunset yellow FCF) (E110) που περιλαμβάνεται στο κέλυφος των καψακίων μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
SPC-RIDOCA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
τροφήμείωση κατά 33% της Cmax και κατά 9% του AUCΣύστασηΤο RIDOCA θα πρέπει να χορηγείται χωρίς τροφή.
-
παρακολούθησημικρή αλλά στατιστικά σημαντική μείωση της κάθαρσης της τεμοζολομίδης
-
άλλοι παράγοντες που προκαλούν μυελοκαταστολήπαρακολούθησημπορεί να αυξήσει την πιθανότητα μυελοκαταστολής
sick
SPC-RIDOCA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Απλός έρπητας
- Λοίμωξη τραύματος
- Φαρυγγίτιδα
- Στοματική καντιντίαση
- Απλός έρπητας
- Έρπης ζωστήρας
- Γριππώδη συμπτώματα
- Λοίμωξη
- Στοματική καντιντίαση
- Ευκαιριακές λοιμώξεις, περιλαμβανομένης της PCP
- Λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό
- Επανενεργοποίηση λοίμωξης όπως του κυτταρομεγαλοϊού, ιού της ηπατίτιδας Β
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Λεμφοπενία
- Λευκοπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Λεμφοπενία
- Πετέχειες
- Ουδετεροπενία ή λεμφοπενία (βαθμού 3-4)
- Θρομβοπενία (βαθμού 3-4)
- Πανκυτταροπενία
- Αναιμία (βαθμού 3-4)
- Λευκοπενία
- Παρατεταμένη πανκυτταροπενία
- Απλαστική αναιμία
- Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
- Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
- Άποιος διαβήτης
- Ανορεξία
- Υπεργλυκαιμία
- Σωματικό βάρος μειωμένο
- Υποκαλιαιμία
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Υπεργλυκαιμία
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Ανορεξία
- Μείωση σωματικού βάρους
- Άγχος
- Συναισθηματική αστάθεια
- Αϋπνία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Συναισθηματική αστάθεια
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Απάθεια
- Διαταραχές συμπεριφοράς
- Κατάθλιψη
- Ψευδαίσθηση
- Ψευδαίσθηση
- Αμνησία
- Κεφαλαλγία
- Σπασμοί
- Μειωμένη συνείδηση
- Υπνηλία
- Αφασία
- Διαταραχή ισορροπίας
- Ζάλη
- Σύγχυση
- Διαταραχή μνήμης
- Διαταραχή συγκέντρωσης
- Νευροπάθεια
- Παραισθησία
- Διαταραχή λόγου
- Τρόμος
- Ημιπάρεση
- Επιληπτική κατάσταση
- Εξωπυραμιδική διαταραχή
- Ημιπάρεση
- Αταξία
- Διαταραχή νόησης
- Δυσφασία
- Βάδισμα μη φυσιολογικό
- Υπεραισθησία
- Υπαισθησία
- Νευρολογική διαταραχή (ΜΑΚ)
- Περιφερική νευροπάθεια
- Ημιπληγία
- Αταξία
- Μη φυσιολογικός συντονισμός
- Βάδισμα μη φυσιολογικό
- Υπεραισθησία
- Διαταραχή αισθητικότητας
- Κεφαλαλγία
- Σπασμοί
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Θάμβος όρασης
- Έλλειμμα στα οπτικά πεδία
- Θάμβος όρασης
- Διπλωπία
- Ημιανοψία
- Οπτική οξύτητα μειωμένη
- Διαταραχή όρασης
- Έλλειμμα στα οπτικά πεδία
- Πόνος του οφθαλμού
- Οπτική οξύτητα μειωμένη
- Πόνος του οφθαλμού
- Ξηροφθαλμία
- Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας
- Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας
- Εμβοές
- Μέση ωτίτιδα
- Εμβοές
- Υπερακοΐα
- Ωταλγία
- Κώφωση
- Ίλιγγος
- Ωταλγία
- Αίσθημα παλμών
- Αιμορραγία
- Οίδημα
- Οίδημα κάτω άκρου
- Αιμορραγία
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Οίδημα κάτω άκρου
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Υπέρταση
- Πνευμονική εμβολή
- Οίδημα
- Περιφερικό οίδημα
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Πνευμονία
- Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Ρινική συμφόρηση
- Πνευμονία
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Βρογχίτιδα
- Διάμεση πνευμονίτιδα/πνευμονίτιδα
- Πνευμονική ίνωση
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Έμετος
- Στοματίτιδα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Δυσφαγία
- Στοματίτιδα
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Δυσφαγία
- Ξηροστομία
- Διάταση κοιλίας
- Ακράτεια κοπράνων
- Διαταραχές του γαστρεντερικού (ΜΑΚ)
- Γαστρεντερίτιδα
- Αιμορροϊδες
- Έμετος
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Δερματίτιδα
- Ξηροδερμία
- Ερύθημα
- Κνησμός
- Ξηροδερμία
- Κνησμός
- Αποφολίδωση δέρματος
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Μη φυσιολογική μελάγχρωση
- Ερύθημα
- Μη φυσιολογική μελάγχρωση
- Εφίδρωση αυξημένη
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Ερυθροδερμία
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Μυϊκή αδυναμία
- Αρθραλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Αρθραλγία
- Μυοσκελετικό άλγος
- Μυαλγία
- Μυοπάθεια
- Οσφυαλγία
- Μυοσκελετικό άλγος
- Μυαλγία
- Μυοπάθεια
- Οσφυαλγία
- Συχνοουρία
- Ακράτεια ούρων
- Ακράτεια ούρων
- Δυσουρία
- Ανικανότητα
- Κολπική αιμορραγία
- Μηνορραγία
- Αμηνόρροια
- Κολπίτιδα
- Μαστοδυνία
- Κόπωση
- Κόπωση
- Αλλεργική αντίδραση
- Πυρετός
- Μετακτινική βλάβη
- Οίδημα προσώπου
- Άλγος
- Αλλοίωση γεύσης
- Αλλεργική αντίδραση
- Πυρετός
- Μετακτινική βλάβη
- Άλγος
- Αλλοίωση γεύσης
- Εξασθένηση
- Έξαψη
- Εξάψεις
- Κατάσταση επιδεινωθείσα
- Ρίγη
- Δυσχρωματισμός της γλώσσας
- Παρ οσμία
- Δίψα
- Εξασθένιση
- Οίδημα προσώπου
- Άλγος
- Κατάσταση επιδεινωθείσα
- Ρίγη
- Διαταραχή οδόντος
- Κόπωση
- Πυρετός
- Εξασθένηση
- Ρίγη
- Αίσθημα κακουχίας
- Άλγος
- Αλλοίωση της γεύσης
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλαξία
- Αγγειοοίδημα
- Αυξημένη ALT
- Αυξημένη ALT
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Αυξημένη Γ- GT
- Αυξημένη AST
- Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο (ΜΔΣ)
- Δευτερογενής κακοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίας
- Αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων
- Υπερχολερυθριναιμία
- Χολόσταση
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική κάκωση
- Ηπατική ανεπάρκεια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΑπλός έρπηταςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη τραύματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΣτοματική καντιντίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΑπλός έρπηταςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΓριππώδη συμπτώματαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΣτοματική καντιντίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΛεμφοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΛεμφοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠετέχειεςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο CushingΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο CushingΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΔιαταραχή του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΔιαταραχή του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΣωματικό βάρος μειωμένοΔιαταραχή του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΥποκαλιαιμίαΔιαταραχή του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΔιαταραχή του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΔιαταραχή του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΔιαταραχή του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΔιαταραχή του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣυναισθηματική αστάθειαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣυναισθηματική αστάθειαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑπάθειαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές συμπεριφοράςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣπασμοίΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜειωμένη συνείδησηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑφασίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ισορροπίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣύγχυσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιαταραχή μνήμηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιαταραχή συγκέντρωσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΝευροπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιαταραχή λόγουΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΗμιπάρεσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕπιληπτική κατάστασηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕξωπυραμιδική διαταραχήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΗμιπάρεσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑταξίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή νόησηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσφασίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΒάδισμα μη φυσιολογικόΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπεραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΝευρολογική διαταραχή (ΜΑΚ)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΗμιπληγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑταξίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΒάδισμα μη φυσιολογικόΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπεραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή αισθητικότηταςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΈλλειμμα στα οπτικά πεδίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΗμιανοψίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΟπτική οξύτητα μειωμένηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈλλειμμα στα οπτικά πεδίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠόνος του οφθαλμούΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΟπτική οξύτητα μειωμένηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠόνος του οφθαλμούΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΈκπτωση της ακουστικής οξύτηταςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνέςΈκπτωση της ακουστικής οξύτηταςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνέςΕμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΜέση ωτίτιδαΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΥπερακοΐαΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΩταλγίαΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΩταλγίαΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟίδημαΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟίδημα κάτω άκρουΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟίδημα κάτω άκρουΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠνευμονική εμβολήΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΟίδημαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΠνευμονίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΡινική συμφόρησηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΠνευμονίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΒρογχίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔιάταση κοιλίαςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑκράτεια κοπράνωνΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές του γαστρεντερικού (ΜΑΚ)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑιμορροϊδεςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΔερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑποφολίδωση δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική μελάγχρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική μελάγχρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕφίδρωση αυξημένηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικό άλγοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜυοπάθειαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετικό άλγοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜυοπάθειαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΣυχνοουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑκράτεια ούρωνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑκράτεια ούρωνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΔυσουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΚολπική αιμορραγίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΜηνορραγίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΑμηνόρροιαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΜαστοδυνίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑλλεργική αντίδρασηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΜετακτινική βλάβηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑλλοίωση γεύσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑλλεργική αντίδρασηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΜετακτινική βλάβηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑλλοίωση γεύσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΕξασθένησηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΈξαψηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΕξάψειςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΚατάσταση επιδεινωθείσαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΡίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔυσχρωματισμός της γλώσσαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΠαρ οσμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔίψαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΆλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΚατάσταση επιδεινωθείσαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΡίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή οδόντοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑυξημένη ALTΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένη ALTΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη Γ- GTΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ASTΠαρακλινικές εξετάσεις
-
8%Διαταραχές των ουδετερόφιλων Βαθμού 3 ή Βαθμού 4Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
14%Θρομβοκυτταρικές διαταραχές Βαθμού 3 ή Βαθμού 4Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΕυκαιριακές λοιμώξεις, περιλαμβανομένης της PCPΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενία ή λεμφοπενία (βαθμού 3-4)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενία (βαθμού 3-4)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑναιμία (βαθμού 3-4)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΜείωση σωματικού βάρουςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΕρυθροδερμίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑλλοίωση της γεύσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΑλλεργικές αντιδράσειςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλαξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊόΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΕπανενεργοποίηση λοίμωξης όπως του κυτταρομεγαλοϊού, ιού της ηπατίτιδας ΒΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ σπάνιεςΠαρατεταμένη πανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΜυελοδυσπλαστικό σύνδρομο (ΜΔΣ)Νεόπλασμα καλοήθες, κακοήθες και μη καθοριζόμενο
-
Πολύ σπάνιεςΔευτερογενής κακοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίαςΝεόπλασμα καλοήθες, κακοήθες και μη καθοριζόμενο
-
Όχι συχνέςΆποιος διαβήτηςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση πνευμονίτιδα/πνευμονίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ σπάνιεςΠνευμονική ίνωσηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ σπάνιεςΑναπνευστική ανεπάρκειαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΑυξήσεις των ηπατικών ενζύμωνΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΧολόστασηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΗπατική κάκωσηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΗπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
SPC-RIDOCA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν θα πρέπει να χορηγούνταιΔεν υπάρχουν στοιχεία σε έγκυες γυναίκες. Σε προκλινικές μελέτες, σε αρουραίους και κουνέλια που έλαβαν δόση 150 mg/m τεμοζολομίδης, καταδείχτηκε τερατογένεση και/ή τοξικότητα στα έμβρυα. Η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΘα πρέπει να διακόπτεταιΔεν είναι γνωστό εάν η τεμοζολομίδη αποβάλλεται στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΝα χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψηΣε γυναίκες που είναι σε αναπαραγωγική ηλικία.
-
ΓονιμότηταΝα μην τεκνοποιήσουν για διάστημα έως και 6 μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης και να αναζητήσουν συμβουλή για συντήρηση σπέρματος σε βαθιά κατάψυξη πριν από τη θεραπείαΣτους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με τεμοζολομίδη.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-RIDOCA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-RIDOCA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-RIDOCA
expand_more
Δοσολογία
Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα Tα σκληρά καψάκια RIDOCA χορηγούνται σε συνδυασμό με εστιακή ακτινοθεραπεία (φάση συγχορήγησης) ακολουθούμενη από έως 6 κύκλους μονοθεραπείας με τεμοζολομίδη (φάση μονοθεραπείας).
Φάση συγχορήγησης
Η τεμοζολομίδη χορηγείται από το στόμα στη δόση των 75 mg/m² την ημέρα για 42 ημέρες συγχορηγούμενο με εστιακή ακτινοθεραπεία (60 Gy χορηγούμενα σε 30 κλάσματα). Δεν συνιστώνται μειώσεις της δόσης, αλλά η καθυστέρηση ή ο τερματισμός της χορήγησης της τεμοζολομίδης θα πρέπει να αποφασίζεται εβδομαδιαίως σύμφωνα με αιματολογικά και μη αιματολογικά κριτήρια τοξικότητας. Η χορήγηση της τεμοζολομίδης μπορεί να συνεχιστεί καθ’ όλη την περίοδο των 42 ημερών της περιόδου συγχορήγησης (μέχρι 49 ημέρες) εάν ικανοποιούνται όλες οι παρακάτω συνθήκες:
- απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) ≥ 1,5 x 10⁹/l
- αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 100 x 10⁹/l
- κοινά κριτήρια τοξικότητας (CTC) μη αιματολογική τοξικότητα ≤ Βαθμού 1 (εκτός από alωπεκία, ναυτία και έμετο). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας μία γενική εξέταση αίματος θα πρέπει να πραγματοποιείται εβδομαδιαίως. Η χορήγηση της τεμοζολομίδης θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά ή να τερματίζεται οριστικά κατά τη διάρκεια της φάσης συγχορήγησης σύμφωνα με τα αιματολογικά και μη αιματολογικά κριτήρια τοξικότητας όπως σημειώνεται στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1. Διακοπή ή τερματισμός της χορήγησης της τεμοζολομίδης
- κατά τη διάρκεια συγχορήγησης ακτινοθεραπείας και τεμοζολομίδης
- Τοξικότητα Διακοπή
- τεμοζολομίδης
- α
- Τερματισμός
- τεμοζολομίδης
- Απόλυτος αριθμός
- ουδετερόφιλων
- ≥ 0,5 και < 1,5 x 10⁹/l
- < 0,5 x 10⁹/l
- Αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 10 και < 100 x 10⁹/l
- < 10 x 10⁹/l
- CTC μη αιματολογική
- τοξικότητα (εκτός από
- αλωπεκία, ναυτία, έμετο)
- CTC Βαθμός 2 CTC Βαθμός 3 ή 4
- α
- Η θεραπεία με συγχορηγούμενη τεμοζολομίδη μπορεί να συνεχιστεί όταν ικανοποιούνται όλες οι παρακάτω συνθήκες: απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων ≥ 1,5 x 10⁹/l, αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 100 x 10⁹/l, CTC μη αιματολογική τοξικότητα ≤ Βαθμού 1 (εκτός από αλωπεκία, ναυτία, έμετο).
Φάση μονοθεραπείας
Τέσσερις εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της φάσης συγχορήγησης τεμοζολομίδης + ακτινοθεραπείας, η τεμοζολομίδη χορηγείται για έως 6 κύκλους μονοθεραπείας. Η δόση στον Κύκλο 1 (μονοθεραπεία) είναι 150 mg/m² μία φορά την ημέρα για 5 ημέρες ακολουθούμενη από 23 ημέρες χωρίς θεραπεία. Στην αρχή του Κύκλου 2, η δόση αυξάνεται σταδιακά έως τα 200 mg/m² αν η CTC μη αιματολογική τοξικότητα για τον Κύκλο 1 είναι Βαθμού ≤ 2 (εκτός από αλωπεκία, ναυτία και έμετο), ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) είναι ≥ 1,5 x 10⁹/l και ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι ≥ 100 x 10⁹/l. Εάν η δόση δεν αυξηθεί βαθμιαία στον Κύκλο 2, η κλιμάκωση δεν θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερους κύκλους. Αφού πραγματοποιηθεί η βαθμιαία αύξηση της δόσης, η δόση παραμένει στα 200 mg/m² την ημέρα για τις πρώτες 5 ημέρες του κάθε μεταγενέστερου κύκλου εκτός αν εμφανιστεί τοξικότητα. Μειώσεις και τερματισμοί της δόσης κατά τη διάρκεια της φάσης μονοθεραπείας πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους Πίνακες 2 και 3. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας μία γενική εξέταση αίματος θα πρέπει να πραγματοποιείται την 22η Ημέρα (21 ημέρες μετά την πρώτη δόση της τεμοζολομίδης). Η δόση της τεμοζολομίδης θα πρέπει να μειώνεται ή η χορήγηση να τερματίζεται σύμφωνα με τον Πίνακα 3.
Πίνακας 2. Δοσολογικά επίπεδα της τεμοζολομίδης για μονοθεραπεία
Δοσολογικό επίπεδο Δόση (mg/m² /ημέρα) Παρατηρήσεις -1 100 Μείωση λόγω προγενέστερης τοξικότητας 0 150 Δόση κατά τη διάρκεια του Κύκλου 1 1 200 Δόση κατά τη διάρκεια των Κύκλων 2-6 σε απουσία τοξικότητας
Πίνακας 3. Μείωση ή τερματισμός της δόσης της τεμοζολομίδης κατά
- τη διάρκεια της μονοθεραπείας
- Τοξικότητα Μείωση Τεμοζολομίδης κατά
- 1 δοσολογικό επίπεδο
- α
- Τερματισμός
- Τεμοζολομίδη
- ς
- Απόλυτος αριθμός
- ουδετερόφιλων
- < 1,0 x 10⁹/l Βλ.
- υποσημείωση β
- Αριθμός αιμοπεταλίων < 50 x 10⁹/l Βλ.
- υποσημείωση β
- CTC μη αιματολογική
- Τοξικότητα (εκτός από
- αλωπεκία, ναυτία, έμετο)
- CTC Βαθμός 3 CTC Βαθμός 4
- β
- α
- Τα δοσολογικά επίπεδα τεμοζολομίδης αναφέρονται στον Πίνακα 2. β
- Η τεμοζολομίδη διακόπτεται εάν:
- το δοσολογικό επίπεδο -1 (100 mg/m²) προκαλεί ακόμη μη αποδεκτή τοξικότητα
- η ίδια Βαθμού 3 μη αιματολογική τοξικότητα (εκτός από αλωπεκία, ναυτία, έμετο) επανεμφανίζεται μετά τη μείωση της δόσης.
Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 3 ετών ή μεγαλύτεροι με υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη κακόηθες γλοίωμα: Ένας κύκλος θεραπείας αποτελείται από 28 ημέρες. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν έχουν λάβει παλαιότερα χημειοθεραπεία, η τεμοζολομίδη χορηγείται από το στόμα σε δόση 200 mg/m² μία φορά την ημέρα για τις 5 πρώτες ημέρες και ακολουθεί μια διακοπή της θεραπείας για 23 ημέρες (σύνολο 28 ημέρες). Σε ασθενείς που έχουν λάβει παλαιότερα χημειοθεραπεία, η αρχική δόση είναι 150 mg/m² μία φορά την ημέρα, και αυξάνεται στον δεύτερο κύκλο σε 200 mg/m² μία φορά την ημέρα, για 5 ημέρες εάν δεν εμφανισθεί αιματολογική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 4.4).
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικόςπληθυσμός Σε ασθενείς ηλικίας 3 ετών ή μεγαλύτερους, η τεμοζολομίδη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε υποτροπιάζον ή σε εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα. Η εμπειρία σε αυτά τα παιδιά είναι πολύ περιορισμένη (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1). Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της τεμοζολομίδης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της τεμοζολομίδης ήταν συγκρίσιμη σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία και σε εκείνους με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη χορήγηση της τεμοζολομίδης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child`s Class C) ή με νεφρική δυσλειτουργία. Βασιζόμενοι στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της τεμοζολομίδης, δεν είναι πιθανόν να απαιτούνται μειώσεις της δόσης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, απαιτείται προσοχή όταν η τεμοζολομίδη χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Με βάση μία πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ασθενείς ηλικίας 19- 78 ετών, η κάθαρση της τεμοζολομίδης δεν επηρεάζεται από την ηλικία. Ωστόσο, οι ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας > 70 ετών) μοιάζουν να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ουδετεροπενίας και θρομβοπενίας (βλ. παράγραφο 4.4).
Τρόπος χορήγησης
Τα σκληρά καψάκια RIDOCA θα πρέπει να χορηγούνται σε κατάσταση νηστείας. Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με ένα ποτήρι νερό και δεν πρέπει να ανοίγονται ή να μασώνται.. Εάν προκληθεί έμετος αφού χορηγηθεί η δόση, δεν θα πρέπει να χορηγηθεί μια δεύτερη δόση εκείνη την ημέρα.
block
Αντενδείξεις
SPC-RIDOCA
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-RIDOCA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ευκαιριακές λοιμώξεις και επανενεργοποίηση λοιμώξεων Ευκαιριακές λοιμώξεις (όπως πνευμονία από Pneumocystis jirovecii) και επανενεργοποίηση λοιμώξεων (όπως HBV, CMC) έχουν παρατηρηθεί κατά την διάρκεια θεραπείας με τεμοζολομίδη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Πνευμονία από Pneumocystis jirovecii Ασθενείς που έλαβαν συγχορήγηση τεμοζολομίδης και ακτινοθεραπείας σε μία πιλοτική δοκιμή για το παρατεταμένο πρόγραμμα 42 ημερών φάνηκαν να διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο για να αναπτύξουν πνευμονία από Pneumocystis jirovecii (PCP). Συνεπώς, απαιτείται προφύλαξη ενάντια στην PCP για όλους τους ασθενείς που λαμβάνουν συγχορήγηση τεμοζολομίδης και ακτινοθεραπείας για το σχήμα 42 ημερών (με ένα μέγιστο 49 ημερών) ανεξάρτητα από τον αριθμό των λεμφοκυττάρων. Εάν εμφανιστεί λεμφοπενία, θα πρέπει να συνεχίσουν την προφύλαξη μέχρι την υποχώρηση της λεμφοπενίας σε βαθμό ≤ 1. Μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη εμφάνιση της PCP όταν η τεμοζολομίδη χορηγηθεί σε μεγαλύτερης διάρκειας δοσολογικό σχήμα. Ωστόσο, όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν τεμοζολομίδη, ειδικότερα οι ασθενείς που λαμβάνουν στεροειδή, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την ανάπτυξη PCP, ανεξάρτητα από το σχήμα. Περιπτώσεις αναπνευστικής ανεπάρκειας με μοιραία κατάληξη έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που χρησιμοποιούν τεμοζολομίδη, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με δεξαμεθασόνη ή άλλα στεροειδή.
HBV Έχει αναφερθεί επανενεργοποίηση ηπατίτιδας που οφείλεται στον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV), σε ορισμένες περιπτώσεις με αποτέλεσμα το θάνατο. Θα πρέπει να ζητείται η γνώμη ειδικών σε νόσο του ήπατος πριν από την έναρξη θεραπείας σε ασθενείς με θετική ορολογική δοκιμασία ηπατίτιδας Β (συμπεριλαμβανομένων και αυτών με ενεργό νόσο). Κατά την διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα.
Ηπατοτοξικότητα Βλάβες του ήπατος, συμπεριλαμβανομένης θανατηφόρας ηπατικής ανεπάρκειας, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που θεραπεύονται με τεμοζολομίδη (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να πραγματοποιούνται πριν την έναρξη της θεραπείας. Εάν δεν είναι φυσιολογικές, οι ιατροί θα πρέπει να εκτιμούν το λόγο όφελος/κίνδυνο πριν από την έναρξη της τεμοζολομίδης συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας για θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκεια. Για ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία 42 ημερών οι εξετάσεις για τη λειτουργία του ήπατος θα πρέπει να επαναλαμβάνονται στο μέσο της διάρκειας αυτού του κύκλου θεραπείας. Για όλους τους ασθενείς, έλεγχοι για τη λειτουργία του ήπατος θα πρέπει να πραγματοποιούνται μετά από το τέλος κάθε κύκλου θεραπείας. Για τους ασθενείς με σημαντικές ανωμαλίες της λειτουργίας του ήπατος, οι ιατροί θα πρέπει να εκτιμούν τη σχέση του λόγου όφελος/κίνδυνος της συνεχιζόμενης θεραπείας. Η τοξικότητα στο ήπαρ μπορεί να συμβεί αρκετές εβδομάδες ή περισσότερο μετά την τελευταία θεραπεία με την τεμοζολομίδη.
Κακοήθειες Περιπτώσεις μυελοδυσπλαστικού συνδρόμου και δευτερογενών κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίας, έχουν επίσης αναφερθεί πολύ σπάνια (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Αντιεμετική αγωγή Η ναυτία και ο έμετος συσχετίζονται πολύ συχνά με την τεμοζολομίδη. Μπορεί να χορηγείται αντιεμετική θεραπεία πριν από ή μετά τη χορήγηση της τεμοζολομίδης.
Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα Αντιεμετική προφύλαξη συνιστάται πριν την αρχική δόση της φάσης συγχορήγησης και συνιστάται έντονα κατά τη διάρκεια της φάσης μονοθεραπείας.
Ασθενείς με υποτροπιάζον ή σε εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα Οι ασθενείς που εμφάνισαν σοβαρό (3ου ή 4ου Βαθμού) έμετο σε προηγούμενους κύκλους θεραπείας μπορεί να χρειασθούν αντιεμετική θεραπεία.
Εργαστηριακές παράμετροι Ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με τεμοζολομίδη μπορεί να εμφανίσουν μυελοκαταστολή, συμπεριλαμβανομένης παρατεταμένης πανκυτταροπενίας, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε απλαστική αναιμία, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις έχει οδηγήσει σε μοιραία κατάληξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ταυτόχρονη έκθεση σε φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με την απλαστική αναιμία, συμπεριλαμβανομένης της καρβαμαζεπίνης, της φαινυτοΐνης και της σουλφαμεθοξαζόλης/τριμεθοπρίμης, περιπλέκει την αξιολόγηση. Πριν τη χορήγηση, πρέπει να ικανοποιούνται οι παρακάτω εργαστηριακές παράμετροι: ANC ≥ 1,5 x 10 /l και αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 100 x 10 /l. Πρέπει να πραγματοποιείται γενική εξέταση αίματος την 22η Ημέρα (21 ημέρες μετά την πρώτη δόση) ή εντός 48 ωρών από εκείνη την ημέρα, και κάθε εβδομάδα μέχρις ότου ο ANC να υπερβαίνει τα 1,5 x 10 /l και ο αριθμός αιμοπεταλίων να υπερβαίνει τα 100 x 10 /l. Εάν ο ANC μειωθεί σε < 1,0 x 10 /l ή ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι < 50 x 10 /l κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε κύκλου, ο επόμενος κύκλος πρέπει να μειωθεί κατά ένα δοσολογικό επίπεδο (βλ. Δοσολογία). Τα δοσολογικά επίπεδα περιλαμβάνουν 100 mg/m , 150 mg/m και 200 mg/m . Η χαμηλότερη συνιστώμενη δόση είναι 100 mg/m .
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία από τη χρήση της τεμοζολομίδης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών. Η εμπειρία σε μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους είναι πολύ περιορισμένη (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοδυναμικές).
Ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας > 70 ετών) Οι ηλικιωμένοι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ουδετεροπενίας και θρομβοπενίας, σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς. Γι’ αυτό η τεμοζολομίδη θα πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Άρρενες ασθενείς Θα πρέπει να συστήνεται στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με τεμοζολομίδη να μην τεκνοποιήσουν για διάστημα έως και 6 μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης και να αναζητήσουν συμβουλή για συντήρηση σπέρματος σε βαθιά κατάψυξη πριν από τη θεραπεία (βλ. Κύηση και γαλουχία).
Λακτόζη Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης- γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
RIDOCA 20 mg: Το έκδοχο κίτρινο sunset FCF (sunset yellow FCF) (E110) που περιλαμβάνεται στο κέλυφος των καψακίων μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-RIDOCA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Σε μια ξεχωριστή μελέτη φάσης Ι, η συγχχορήγηση της τεμοζολομίδης με ρανιτιδίνη δεν οδήγησε σε μεταβολές στην έκταση της απορρόφησης της τεμοζολομίδης ή στην έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη της μονομεθυλτριαζενοϊμιδαζολο καρβοξαμίδιο (MTIC). Η συγχχορήγηση της τεμοζολομίδης με τροφή είχε ως αποτέλεσμα μία μείωση κατά 33% της C max και κατά 9% του εμβαδού κάτω από την καμπύλη (AUC). Καθώς δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι η μεταβολή στη C max είναι κλινικά σημαντική, το RIDOCA θα πρέπει να χορηγείται χωρίς τροφή. Βασιζόμενοι σε μία πληθυσμιακή ανάλυση φαρμακοκινητικής σε δοκιμές φάσης ΙΙ, η συγχορήγηση δεξαμεθαζόνης, προχλωρπεραζίνης, φαινυτοϊνης, καρβαμαζεπίνης, ονδασετρόνης, ανταγωνιστών των Η υποδοχέων, ή φαινοβαρβιτάλης δεν μετέβαλε την κάθαρση της τεμοζολομίδης. Η συγχορήγηση με βαλπροϊκό οξύ συσχετίστηκε με μικρή αλλά στατιστικά σημαντική μείωση της κάθαρσης της τεμοζολομίδης. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για να διευκρινίσουν τη δράση της τεμοζολομίδης στο μεταβολισμό ή την αποβολή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων. Παρόλα αυτά, καθώς η τεμοζολομίδη δεν υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό και επιδεικνύει χαμηλή πρόσδεση με τις πρωτεΐνες, δεν είναι πιθανό να επηρεάσει την φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων (βλ. παράγραφο 5.2). Η χρήση της τεμοζολομίδης σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που προκαλούν μυελοκαταστολή μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα μυελοκαταστολής.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-RIDOCA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Εμπειρία από κλινικές δοκιμές Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τεμοζολομίδη, είτε σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία ή ως μονοθεραπεία μετά από ακτινοθεραπεία για νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα, είτε ως μονοθεραπεία σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη γλοίωμα, οι πολύ συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παρόμοιες: ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, ανορεξία, κεφαλαλγία και κόπωση. Σπασμοί αναφέρθηκαν πολύ συχνά σε ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα που έλαβαν μονοθεραπεία, και αναφέρθηκε πολύ συχνά εξάνθημα σε ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα που έλαβαν τεμοζολομίδη ταυτόχρονα με ακτινοθεραπεία καθώς και ως μονοθεραπεία, και συχνά σε υποτροπιάζον γλοίωμα. Οι περισσότερες αιματολογικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφέρθηκαν συχνά ή πολύ συχνά και στις δύο ενδείξεις (Πίνακες 4 και 5)∙ η συχνότητα των εργαστηριακών ευρημάτων βαθμού 3-4 παρατίθεται μετά από κάθε πίνακα. Στους πίνακες, οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατηγοριοποιούνται σύμφωνα με την Κατηγορία Οργάνου Συστήματος και τη συχνότητα. Οι κατηγορίες συχνότητας εμφάνισης ορίζονται σύμφωνα με την ακόλουθη σύμβαση: Πολύ συχνές (≥ 1/10), Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως< 1/100); Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000); Πολύ σπάνιες (<1/10.000). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα
Ο Πίνακας 4 παρέχει εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες λόγω θεραπείας σε ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα κατά τη διάρκεια της φάσης συγχορήγησης και της φάσης μονοθεραπείας.
Πίνακας 4: Εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες λόγω θεραπείας κατά τη
διάρκεια των φάσεων συγχορήγησης και μονοθεραπείας σε ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα Κατηγορία Οργάνου Συστήματος Τεμοζολομίδη+ συγχορηγούμενη ακτινοθεραπεία n=288* Μονοθεραπεία με τεμοζολομίδη n=224 Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Συχνές: Λοίμωξη, απλός έρπητας, λοίμωξη τραύματος, φαρυγγίτιδα, στοματική καντιντίαση Λοίμωξη, στοματική καντιντίαση Όχι συχνές: Απλός έρπητας, έρπης ζωστήρας, γριππώδη συμπτώματα Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Συχνές: Ουδετεροπενία, θρομβοπενία, λεμφοπενία, λευκοπενία Εμπύρετη ουδετεροπενία, θρομβοπενία, αναιμία, λευκοπενία Όχι συχνές: Εμπύρετη ουδετεροπενία, αναιμία Λεμφοπενία, πετέχειες Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Όχι συχνές: Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing Διαταραχή του μεταβολισμού και της θρέψης Πολύ συχνές: Ανορεξία Ανορεξία Συχνές: Υπεργλυκαιμία, σωματικό βάρος μειωμένο Σωματικό βάρος μειωμένο Όχι συχνές: Υποκαλιαιμία, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση, αυξημένο σωματικό βάρος Υπεργλυκαιμία, αυξημένο σωματικό βάρος Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές: Άγχος, συναισθηματική αστάθεια, αϋπνία Άγχος, κατάθλιψη, συναισθηματική αστάθεια, αϋπνία Όχι συχνές: Διέγερση, απάθεια, διαταραχές συμπεριφοράς, κατάθλιψη, ψευδαίσθηση Ψευδαίσθηση, αμνησία Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία Σπασμοί, κεφαλαλγία Συχνές: Σπασμοί, μειωμένη συνείδηση, υπνηλία, αφασία, διαταραχή ισορροπίας, ζάλη, σύγχυση, διαταραχή μνήμης, διαταραχή συγκέντρωσης, νευροπάθεια, παραισθησία, διαταραχή λόγου, τρόμος Ημιπάρεση, αφασία, διαταραχή ισορροπίας, υπνηλία, σύγχυση, ζάλη, επηρεασμένη μνήμη, επηρεασμένη συγκέντρωση, δυσφασία, νευρολογική διαταραχή (ΜΑΚ), νευροπάθεια, περιφερική νευροπάθεια, παραισθησία, διαταραχή λόγου, τρόμος Όχι συχνές: Επιληπτική κατάσταση, εξωπυραμιδική διαταραχή, ημιπάρεση, αταξία, διαταραχή nόησης, δυσφασία, βάδισμα μη φυσιολογικό, υπεραισθησία, υπαισθησία, νευρολογική διαταραχή (ΜΑΚ), περιφερική νευροπάθεια Ημιπληγία, αταξία, μη φυσιολογικός συντονισμός, βάδισμα μη φυσιολογικό, υπεραισθησία, διαταραχή αισθητικότητας Οφθαλμικές διαταραχές Συχνές: Θάμβος όρασης Έλλειμμα στα οπτικά πεδία, θάμβος όρασης, διπλωπία Όχι συχνές: Ημιανοψία, οπτική οξύτητα μειωμένη, πόνος του διαταραχή όρασης, έλλειμμα στα οπτικά πεδία, πόνος του οφθαλμού Οπτική οξύτητα μειωμένη, πόνος του οφθαλμού, ξηροφθαλμία Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Συχνές: Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας, εμβοές Όχι συχνές: Μέση ωτίτιδα, εμβοές, υπερακοΐα, ωταλγία Κώφωση, ίλιγγος, ωταλγία Καρδιακές διαταραχές Όχι συχνές: Αίσθημα παλμών Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Αιμορραγία, οίδημα, οίδημα κάτω άκρου Αιμορραγία, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, οίδημα κάτω άκρου Όχι συχνές: Εγκεφαλική αιμορραγία, υπέρταση Πνευμονική εμβολή, οίδημα, περιφερικό οίδημα Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Συχνές: Δύσπνοια, βήχας Δύσπνοια, βήχας Όχι συχνές: Πνευμονία, λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, ρινική συμφόρηση Πνευμονία, παραρρινοκολπίτιδα, λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, βρογχίτιδα Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Πολύ συχνές: Δυσκοιλιότητα, ναυτία, έμετος Δυσκοιλιότητα, ναυτία, έμετος Συχνές: Στοματίτιδα, διάρροια, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, δυσφαγία Στοματίτιδα, διάρροια, δυσπεψία, δυσφαγία, ξηροστομία Όχι συχνές: Διάταση κοιλίας, ακράτεια κοπράνων, διαταραχές του γαστρεντερικού (ΜΑΚ), γαστρεντερίτιδα, αιμορροϊδες Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ συχνές: Εξάνθημα, αλωπεκία Εξάνθημα, αλωπεκία Συχνές: Δερματίτιδα, ξηροδερμία, ερύθημα, κνησμός Ξηροδερμία, κνησμός Όχι συχνές: Αποφολίδωση δέρματος, αντίδραση φωτοευαισθησίας, μη φυσιολογική μελάγχρωση Ερύθημα, μη φυσιολογική μελάγχρωση, εφίδρωση αυξημένη Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Συχνές: Μυϊκή αδυναμία, αρθραλγία Μυϊκή αδυναμία, αρθραλγία, μυοσκελετικό άλγος, μυαλγία Όχι συχνές: Μυοπάθεια, οσφυαλγία, μυοσκελετικό άλγος, μυαλγία Μυοπάθεια, οσφυαλγία Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Συχνές: Συχνοουρία, ακράτεια ούρων Ακράτεια ούρων Όχι συχνές: Δυσουρία Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Όχι συχνές: Ανικανότητα Κολπική αιμορραγία, μηνορραγία, αμηνόρροια, κολπίτιδα, μαστοδυνία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές: Κόπωση Κόπωση Συχνές: Αλλεργική αντίδραση, πυρετός, μετακτινική βλάβη, οίδημα προσώπου, άλγος, αλλοίωση γεύσης Αλλεργική αντίδραση, πυρετός, μετακτινική βλάβη, άλγος, αλλοίωση γεύσης Όχι συχνές: Εξασθένηση, έξαψη, εξάψεις, κατάσταση επιδεινωθείσα, ρίγη, δυσχρωματισμός της γλώσσας, παροσμία, δίψα Εξασθένιση, οίδημα προσώπου, άλγος, κατάσταση επιδεινωθείσα, ρίγη, διαταραχή οδόντος Παρακλινικές εξετάσεις Συχνές: Αυξημένη ALT Αυξημένη ALT Όχι συχνές: Αυξημένα ηπατικά ένζυμα, αυξημένη Γ- GT, αυξημένη AST
- Ένας ασθενής ο οποίος είχε τυχαιοποιηθεί στο σκέλος RT μόνο, έλαβε Τεμοζολομίδη + RT.
Εργαστηριακά αποτελέσματα
Παρατηρήθηκε μυελοκαταστολή (ουδετεροπενία και θρομβοπενία), η οποία είναι γνωστή τοξικότητα περιοριστική της δόσης για τους περισσότερους κυτταροτοξικούς παράγοντες, περιλαμβανομένης της τεμοζολομίδης. Όταν μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές και ανεπιθύμητες ενέργειες συνδυάστηκαν κατά τη διάρκεια της φάσης συγχορήγησης και της φάσης μονοθεραπείας, παρατηρήθηκαν στο 8% των ασθενών διαταραχές των ουδετερόφιλων Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 που περιελάμβαναν ουδετεροπενικά συμβάματα. Θρομβοκυτταρικές διαταραχές Βαθμού 3 ή Βαθμού 4, που περιελάμβαναν θρομβοπενικά συμβάματα παρατηρήθηκαν στο 14% των ασθενών που έλαβαν τεμοζολομίδη.
Υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη κακόηθες γλοίωμα
Σε κλινικές μελέτες, οι συχνότερα εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, που συσχετίζονταν με την θεραπεία, ήταν γαστρεντερικές διαταραχές, ειδικότερα ναυτία (43%) και έμετος (36%). Οι ανεπιθύμητες αυτές αντιδράσεις ήταν συνήθως 1ου ή 2ου βαθμού (0 - 5 περιστατικά εμέτου σε 24 ώρες) και ήταν είτε αυτοπεριοριζόμενες ή εύκολα ελεγχόμενες με τη συνήθη αντιεμετική θεραπεία. Η συχνότητα εμφάνισης σοβαρής ναυτίας και εμέτου ήταν 4%. Ο Πίνακας 5 περιλαμβάνει τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών για υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη κακόηθες γλοίωμα και μετά την κυκλοφορία της τεμοζολομίδης.
Πίνακας 5. Ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή
εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Σπάνιες: Ευκαιριακές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της PCP Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Πολύ συχνές: Ουδετεροπενία ή λεμφοπενία (βαθμού 3-4), θρομβοπενία (βαθμού 3-4) Όχι συχνές: Πανκυτταροπενία, αναιμία (βαθμού 3- 4), λευκοπενία Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Πολύ συχνές: Ανορεξία Συχνές: Μείωση σωματικού βάρους Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία Συχνές: Υπνηλία, ζάλη, παραισθησία Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Συχνές: Δύσπνοια Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Πολύ συχνές: Έμετος, ναυτία, δυσκοιλιότητα Συχνές: Διάρροια, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές: Εξάνθημα, κνησμός, αλωπεκία Πολύ σπάνιες: Πολύμορφο ερύθημα, ερυθροδερμία, κνίδωση, εξάνθημα Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές: Κόπωση Συχνές: Πυρετός, εξασθένηση, ρίγη, αίσθημα κακουχίας, άλγος, αλλοίωση της γεύσης Πολύ σπάνιες: Αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας, αγγειοοίδημα
Εργαστηριακά αποτελέσματα:
Θρομβοπενία και ουδετεροπενία βαθμού 3 ή 4 εμφανίστηκε στο 19% και 17% αντίστοιχα, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία για κακόηθες γλοίωμα. Αυτό οδήγησε σε νοσηλεία και/ή διακοπή της τεμοζολομίδης σε 8% και 4% των ασθενών, αντίστοιχα. Η μυελοκαταστολή ήταν προβλέψιμη (συνήθως στους πρώτους κύκλους, με το ναδίρ μεταξύ Ημέρας 21 και Ημέρας 28), και η ανάρρωση ήταν γρήγορη, συνήθως μέσα σε 1-2 εβδομάδες. Δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις συσσωρευτικής μυελοκαταστολής. Η ύπαρξη θρομβοπενίας μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας, και η ύπαρξη ουδετεροπενίας ή λευκοπενίας μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο λοίμωξης.
Φύλο
Σε μία φαρμακοκινητική πληθυσμιακή ανάλυση με εμπειρία κλινικής δοκιμής υπήρχαν 101 θήλεα και 169 άρρενα άτομα για τα οποία ήταν διαθέσιμοι οι χαμηλότεροι αριθμοί ουδετερόφιλων και 110 θήλεα και 174 άρρενα άτομα για τα οποία ήταν διαθέσιμοι οι χαμηλότεροι αριθμοί αιμοπεταλίων. Υπήρξαν υψηλότερα ποσοστά ουδετεροπενίας Βαθμού 4 (ANC < 0,5 x 10⁹/l), 12% έναντι 5%, και θρομβοπενίας (< 20 x 10⁹/l), 9% έναντι 3%, στις γυναίκες έναντι των ανδρών στον πρώτο κύκλο της θεραπείας. Σε μία ομάδα δεδομένων από 400 άτομα με υποτροπιάζον γλοίωμα, ουδετεροπενία Βαθμού 4 εμφανίστηκε στο 8 % των θηλέων έναντι του 4% των αρρένων ατόμων και θρομβοπενία Βαθμού 4 στο 8% των θηλέων έναντι του 3% των αρρένων ατόμων στον πρώτο κύκλο της θεραπείας. Σε μία μελέτη 288 ατόμων με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα, ουδετεροπενία Βαθμού 4 εμφανίστηκε στο 3% των θηλέων έναντι του 0% των αρρένων ατόμων και θρομβοπενία Βαθμού 4 στο 1% των θηλέων έναντι του 0% των αρρένων ατόμων στον πρώτο κύκλο της θεραπείας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η από του στόματος τεμοζολομίδη έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 3-18 ετών) με υποτροπιάζον γλοίωμα εγκεφαλικού στελέχους ή υποτροπιάζον αστροκύτωμα υψηλού βαθμού, σε ένα σχήμα χορηγούμενο ημερησίως για 5 ημέρες κάθε 28 ημέρες. Παρ’ όλο που τα δεδομένα είναι περιορισμένα, η ανοχή στα παιδιά αναμένεται να είναι ίδια με εκείνη στους ενήλικες. Η ασφάλεια της τεμοζολομίδης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.
Εμπειρία μετά από την κυκλοφορία του φαρμάκου
Οι παρακάτω επιπρόσθετες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της έκθεσης στην τεμοζολομίδη μετά από την κυκλοφορία του φαρμάκου
Πίνακας 6. Περίληψη των αναφερόμενων συμβάντων με την τεμοζολομίδη μετά από
την κυκλοφορία του φαρμάκου* Λοιμώξεις και παρασιτώσεις* Όχι συχνές: Λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό, επανενεργοποίηση λοίμωξης όπως του κυτταρομεγαλοϊού, ιού της ηπατίτιδας Βǂ Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Πολύ σπάνιες: Παρατεταμένη πανκυτταροπενία, απλαστική αναιμίαǂ Νεόπλασμα καλοήθες, κακοήθες και μη καθοριζόμενο Πολύ σπάνιες: Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο (ΜΔΣ), δευτερογενής κακοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίας Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος* Όχι συχνές: Άποιος διαβήτης Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Πολύ σπάνιες: Διάμεση πνευμονίτιδα/πνευμονίτιδα, πνευμονική ίνωση, αναπνευστική ανεπάρκειαǂ Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων* Συχνές: Αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων Όχι συχνές: Υπερχολερυθριναιμία, χολόσταση, ηπατίτιδα ηπατική κάκωση, ηπατική ανεπάρκειαǂ Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ σπάνιες: Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson *Συχνότητες που υπολογίστηκαν βασιζόμενες σε σχετικές κλινικές μελέτες. ǂ Συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων με μοιραία κατάληξη.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/ κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα. Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-RIDOCA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν στοιχεία σε έγκυες γυναίκες. Σε προκλινικές μελέτες, σε αρουραίους και κουνέλια που έλαβαν δόση 150 mg/m τεμοζολομίδης, καταδείχτηκε τερατογένεση και/ή τοξικότητα στα έμβρυα (βλ. παράγραφο 5.3). Τα σκληρά καψάκια RIDOCA δεν θα πρέπει να χορηγούνται σε έγκυες γυναίκες. Εάν η χρήση κατά την εγκυμοσύνη πρέπει να τεθεί υπό σκέψη, η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η τεμοζολομίδη αποβάλλεται στο μητρικό γάλα, συνεπώς, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται ενόσω λαμβάνεται θεραπεία με τεμοζολομίδη.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Σε γυναίκες που είναι σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συνιστάται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη για την αποφυγή εγκυμοσύνης ενόσω λαμβάνουν τεμοζολομίδη.
Γονιμότητα στους άνδρες
Η τεμοζολομίδη μπορεί να έχει γονοτοξικές επιδράσεις. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να συστήνεται στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με τεμοζολομίδη να μην τεκνοποιήσουν για διάστημα έως και 6 μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης και να αναζητήσουν συμβουλή για συντήρηση σπέρματος σε βαθιά κατάψυξη πριν από τη θεραπεία, λόγω της πιθανότητας να σημειωθεί μη αναστρέψιμη βλάβη της γονιμότητας εξαιτίας της θεραπείας με την τεμοζολομίδη.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-RIDOCA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες - Αλλοι αλκυλιωτικοί παράγοντες, κωδικός ΑTC: L01A X03.
Μηχανισμός δράσης
Η τεμοζολομίδη είναι μία τριαζένη, που σε φυσιολογικό pH υπόκειται σε ταχεία χημική μετατροπή προς τη δραστική ένωση μονομεθυλτριαζενοϊμιδαζολο καρβοξαμίδιο (MTIC). Πιστεύεται ότι η κυτταροτοξικότητα της MTIC οφείλεται κυρίως στην αλκυλίωση στην θέση Ο6 της γουανίνης με επιπλέον αλκυλίωση στην θέση Ν7. Οι κυτταροτοξικές βλάβες που ακολουθούν, πιστεύεται ότι περιλαμβάνουν μη φυσιολογική διόρθωση της μεθυλίωσης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα Ένα σύνολο 573 ασθενών τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε τεμοζολομίδη + RT (n=287) ή μονοθεραπεία RT (n=286). Οι ασθενείς του σκέλους τεμοζολομίδης
- RT έλαβαν συγχορηγούμενη τεμοζολομίδη (75 mg/m² ) μία φορά την ημέρα, ξεκινώντας την πρώτη μέρα της RT μέχρι την τελευταία μέρα της RT, για 42 ημέρες (με ένα μέγιστο 49 ημερών). Αυτό ακολουθήθηκε από μονοθεραπεία με τεμοζολομίδη (150 - 200 mg/m² ) την 1η - 5η Ημέρα κάθε κύκλου 28 ημερών για έως 6 κύκλους, ξεκινώντας 4 εβδομάδες μετά το τέλος της RT. Οι ασθενείς στο σκέλος ελέγχου έλαβαν μόνο RT. Προφύλαξη για πνευμονία από Pneumocystis jirovecii (PCP) απαιτείτο κατά τη διάρκεια της RT και της συνδυασμένης θεραπείας με τεμοζολομίδη. Η τεμοζολομίδη χορηγήθηκε ως θεραπεία διάσωσης στη φάση παρακολούθησης σε 161 ασθενείς από τους 282 (57%) στο σκέλος με μονοθεραπεία RT, και σε 62 ασθενείς από τους 277 (22%) στο σκέλος τεμοζολομίδης + RT. Ο σχετικός κίνδυνος (HR) για την συνολική επιβίωση ήταν 1,59 (95% CI για HR=1,33 - 1,91) με log-rank p < 0,0001 υπέρ του σκέλους της τεμοζολομίδης. Η εκτιμούμενη πιθανότητα για διετή ή μεγαλύτερη επιβίωση (26% έναντι 10%) είναι υψηλότερη για το σκέλος RT + τεμοζολομίδη. Η προσθήκη της συγχορηγούμενης τεμοζολομίδης στην RT, ακολουθούμενη από μονοθεραπεία με τεμοζολομίδη στη θεραπεία ασθενών με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα κατέδειξε μία στατιστικά σημαντική βελτίωση της συνολικής επιβίωσης συγκριτικά με την αποκλειστική RT (Σχήμα 1).
Σχήμα 1 Καμπύλες κατά Kaplan-Meier για συνολική επιβίωση (πληθυσμός με Πρόθεση
προς Θεραπεία) Τα αποτελέσματα της δοκιμής δεν είχαν συνέχεια στην υποομάδα των ασθενών με πτωχή κατάσταση ικανότητας (WHO PS=2, n=70), όπου η ολική επιβίωση Πιθανότ ητα και ο χρόνος μέχρι την εξέλιξη της νόσου ήταν παρόμοια και στα δύο σκέλη. Παρόλα αυτά, σ’ αυτή την ομάδα ασθενών δε φαίνεται να υπάρχουν μη αποδεκτοί κίνδυνοι.
Υποτροπιάζον ή εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα
Δεδομένα κλινικής αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με πολύμορφο γλοιοβλάστωμα (λειτουργική κατάσταση κατά Karnofsky [KPS] ≥ 70), εξελισσόμενο ή υποτροπιάζον μετά από χειρουργική επέμβαση και ακτινοθεραπεία, βασίστηκαν σε δύο κλινικές μελέτες με από του στόματος χορηγούμενη τεμοζολομίδη. Η μία ήταν μία μη συγκριτική μελέτη σε 138 ασθενείς (29% έλαβαν προηγούμενα χημειοθεραπεία), και η άλλη ήταν μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη αναφοράς της τεμοζολομίδης έναντι της προκαρβαζίνης σε ένα σύνολο 225 ασθενών (67% έλαβαν προηγούμενα αγωγή με χημειοθεραπεία που βασιζόταν σε νιτροζουρία). Και στις δύο μελέτες, το κύριο τελικό σημείο ήταν η ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση (PFS) οριζόμενη με τομογραφίες MRI ή η νευρολογική επιδείνωση. Στη μη συγκριτική μελέτη, η PFS στους 6 μήνες ήταν 19%, η διάμεση ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση ήταν 2,1 μήνες, και η συνολική διάμεση επιβίωση 5,4 μήνες. Ο ρυθμός αντικειμενικής ανταπόκρισης βασιζόμενος σε τομογραφίες MRI ήταν 8%. Στην τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη αναφοράς, η PFS στους 6 μήνες ήταν σημαντικά μεγαλύτερη για την τεμοζολομίδη από ότι για την προκαρβαζίνη (21 % έναντι 8%, αντίστοιχα - δοκιμασία x ² p = 0,008) με διάμεση PFS 2,89 και 1,88 μήνες αντίστοιχα (log rank p = 0,0063). Η διάμεση επιβίωση ήταν 7,34 και 5,66 μήνες για την τεμοζολομίδη και την προκαρβαζίνη, αντίστοιχα (log rank p = 0,33). Στους 6 μήνες, το κλάσμα των ασθενών που επιβίωσαν ήταν σημαντικά υψηλότερο στο σκέλος της τεμοζολομίδης (60%) συγκρινόμενο με το σκέλος της προκαρβαζίνης (44%) (δοκιμασία x ² p = 0,019). Σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενα χημειοθεραπεία, παρουσιάστηκε όφελος σε αυτούς οι οποίοι είχαν τιμή KPS=80 ή μεγαλύτερη. Τα δεδομένα του χρόνου μέχρι την επιδείνωση της νευρολογικής κατάστασης ήταν ευνοϊκά για την τεμοζολομίδη σε σχέση με την προκαρβαζίνη όπως ήταν τα δεδομένα του χρόνου μέχρι την επιδείνωση της κατάστασης απόδοσης (μείωση σε KPS < 70 ή μείωση κατά τουλάχιστον 30 σημεία). Οι διάμεσοι χρόνοι μέχρι την εξέλιξη σ’ αυτά τα τελικά σημεία κυμαίνονταν από 0,7 μέχρι 2,1 μήνες περισσότερο για την τεμοζολομίδη σε σύγκριση με την προκαρβαζίνη (log rank p = < 0,01 έως 0,03).
Υποτροπιάζον αναπλαστικό αστροκύτωμα
Σε μία πολυκεντρική, παγκόσμια προοπτική μελέτη φάσης ΙΙ, στην οποία αξιολογήθηκαν η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της από του στόματος χορηγούμενης τεμοζολομίδης στη θεραπεία των ασθενών με αναπλαστικό αστροκύτωμα σε πρώτη υποτροπή, η ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση στους 6 μήνες ήταν 46%. Η διάμεση ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση ήταν 5,4 μήνες. Η διάμεση συνολική επιβίωση ήταν 14,6 μήνες. Το ποσοστό ανταπόκρισης, βάσει της αξιολόγησης του κεντρικού εξεταστή, ήταν 35% (13 πλήρεις ανταποκρίσεις, CR, και 43 μερικές ανταποκρίσεις, PR) για τoν πληθυσμό με Πρόθεση προς Θεραπείας (ITT) n=162. Σε 43 ασθενείς αναφέρθηκε σταθεροποίηση της νόσου. Η 6-μηνη επιβίωση χωρίς συμβάντα για τον πληθυσμό ΙΤΤ ήταν 44% με διάμεση ελεύθερη συμβαμάτων επιβίωση 4,6 μήνες, η οποία ήταν παρόμοια ως προς τα αποτελέσματα με την ελεύθερη εξέλιξης της νόσου επιβίωση. Για τον κατάλληλο για ιστοπαθολογική εξέταση πληθυσμό, τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας ήταν παρόμοια. Η επίτευξη μιας ακτινολογικώς αντικειμενικής ανταπόκρισης ή η διατήρηση της κατάστασης χωρίς εξέλιξη της νόσου συσχετίστηκε ισχυρώς με τη διατήρηση ή με τη βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η από του στόματος χορηγούμενη τεμοζολομίδη έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 3-18 ετών) με υποτροπιάζον γλοίωμα εγκεφαλικού στελέχους ή υποτροπιάζον αστροκύτωμα υψηλού βαθμού, σε ένα σχήμα χορηγούμενο ημερησίως για 5 ημέρες κάθε 28 ημέρες. Η ανοχή στην τεμοζολομίδη είναι παρόμοια με των ενηλίκων.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-RIDOCA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η τεμοζολομίδη υδρολύεται αυτόματα σε φυσιολογικό pH αρχικά στο ενεργό συστατικό, 3-μεθυλ-(τριαζεν-1- υλ)-ιμιδαζολο-4-καρβοξαμίδιο (MTIC). Το MTIC υδρολύεται αυτόματα σε 5-αμινο- ιμιδαζολο4καρβοξαμίδιο (AIC), μια γνωστή ενδιάμεση ένωση στη βιοσύνθεση της πουρίνης και του νουκλεϊκού οξέος, και στη μεθυλυδραζίνη, η οποία θεωρείται ότι είναι η δραστική αλκυλιωτική ένωση. Η κυτταροτοξικότητα του MTIC θεωρείται ότι οφείλεται αρχικά στην αλκυλίωση του DNA κυρίως στις θέσεις Ο6 και Ν7 της γουανίνης. Σχετικά με την AUC της τεμοζολομίδης, η έκθεση στο MTIC και AIC είναι ~ 2,4% και 23 %, αντίστοιχα. In vivo, ο t ½ του MTIC ήταν παρόμοιος με αυτόν της τεμοζολομίδης, 1,8 ώρες.
Απορρόφηση
Μετά από χορήγηση από το στόμα σε ενήλικες ασθενείς, η τεμοζολομίδη απορροφάται ταχέως και η μέγιστη συγκέντρωση επιτυγχάνεται γρήγορα, μόλις 20 λεπτά μετά από τη χορήγηση της δόσης (μέσος χρόνος μεταξύ 0,5 και 1,5 ώρες). Μετά την από του στόματος χορήγηση ση C-τεμοζολομίδης, τα μέσα επίπεδα αποβολής C από τα κόπρανα κατά τη διάρκεια 7 ημερών μετά τη χορήγηση της δόσης ήταν 0,8% υποδηλώνοντας πλήρη απορρόφηση.
Κατανομή
Η τεμοζολομίδη εμφανίζει χαμηλά επίπεδα σύζευξης με πρωτεΐνες (10% έως 20%) και συνεπώς δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις με ουσίες που έχουν υψηλή σύζευξη με πρωτεΐνες. Απεικονιστικές εξετάσεις PET (Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων) σε ανθρώπους και τα προκλινικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η τεμοζολομίδη διαπερνά ταχέως τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και είναι παρούσα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (CSF). Η διείσδυση στο CSF επιβεβαιώθηκε σε έναν ασθενή. Η έκθεση του CSF βασιζόμενη στην AUC της τεμοζολομίδης ήταν περίπου το 30% αυτής στο πλάσμα, το οποίο είναι συμβατό με δεδομένα από πειραματόζωα.
Αποβολή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής (t ½ ) στο πλάσμα είναι περίπου 1,8 ώρες. Η κύρια οδός αποβολής C είναι δια των νεφρών. Μετά την από του στόματος χορήγηση, ποσοστό περίπου 5% έως 10% της δόσης εμφανίζεται αναλλοίωτο στα ούρα κατά τη διάρκεια 24 ωρών, και το υπόλοιπο αποβάλλεται ως τεμοζολομίδη στην μορφή οξέος, 5-αμινοϊμιδαζολο-4-καρβοξαμίδη (AIC) ή ως μη ταυτοποιημένοι πολικοί μεταβολίτες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνονται κατά δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Η κάθαρση στο πλάσμα, ο όγκος κατανομής και ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι ανεξάρτητοι από τη δόση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Η πληθυσμιακή ανάλυση της φαρμακοκινητικής της τεμοζολομίδης αποκάλυψε ότι η αποβολή της τεμοζολομίδης στο πλάσμα είναι ανεξάρτητη της ηλικίας, της νεφρικής λειτουργίας, ή του καπνίσματος. Σε μία ξεχωριστή φαρμακοκινητική μελέτη, το προφίλ της φαρμακοκινητικής στο πλάσμα σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Οι παιδιατρικοί ασθενείς εμφάνισαν υψηλότερη AUC από ότι οι ενήλικες ασθενείς. Όμως, η μέγιστη ανεκτή δόση (MTD) ήταν 1.000 mg/m² ανά κύκλο τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες.
ΕΟΦ · 8.1
Aλκυλιούντες παράγοντες
expand_more
Aλκυλιούντες παράγοντες
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η τεμοζολομίδη είναι πρόδρομο φάρμακο της κατηγορίας των ιμι-δαζοτετραζινών που απαιτεί μη ενζυμική υδρόλυση στο φυσιολογικό pH in vivo για να επιτελέσει αλκυλίωση των καταλοίπων αδε-νίνης/γουανίνης, οδηγώντας σε βλάβη του DNA μέσω ανεπιτυχών κύκλων επιδιόρθωσης και τελικού κυτταρικού θανάτου. Η θεραπεία με τεμοζολομίδη σχετίζεται με μυελοκαταστολή, η οποία πιθανότατα είναι σοβαρότερη σε γυναίκες και ηλικιωμένους ασθενείς. Οι ασθενείς πρέπει να έχουν ANC ≥1.5 x 109/L και αιμοπετάλια ≥100 x 109/L πριν την έναρξη της θεραπείας και πρέπει να παρακολουθούνται εβδομαδιαίως κατά τη συνυπάρχουσα ακτινοθεραπεία, την ημέρα 1 και 22 των κύκλων συντήρησης, και εβδομαδιαίως σε οποιοδήποτε σημείο όπου το ANC/αιμοπετάλια πέφτει κάτω από τις καθορισμένες τιμές μέχρι την αποκατάσταση. Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις μυελοδυσπλαστικού συνδρόμου και δευτερογενών κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίας, μετά τη χορήγηση τεμοζολομίδης. Μπορεί να εμφανιστεί πνευμονία από Pneumocystis σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία, και θα πρέπει να παρέχεται προφύλαξη για ασθενείς στην συνυπάρχουσα φάση της θεραπείας με παρακολούθηση σε όλα τα στάδια. Έχει επίσης αναφερθεί σοβαρή ηπατοτοξικότητα, και θα πρέπει να γίνονται ηπατικοί έλεγχοι στην αρχή, στα μέσα του πρώτου κύκλου, πριν από κάθε επόμενο κύκλο, και περίπου δύο έως τέσσερις εβδομάδες μετά την τελευταία δόση. Μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν ότι η τεμοζολομίδη έχει σημαντική εμβρυο-与 εμβρυϊκή τοξικότητα· άνδρες και γυναίκες ασθενείς θα πρέπει να χρησιμοποιούν αντισύλληψη έως και τρεις και έξι μήνες μετά την τελευταία δόση τεμοζολομίδης, αντίστοιχα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το γλοιοβλάστωμα (glioblastoma multiforme) είναι ο συχνότερος και πιο επιθετικός πρωτοπαθής όγκος εγκεφάλου σε ενήλικες, αντιπροσωπεύοντας το 45.6% όλων των πρωτοπαθών κακοήθων όγκων εγκεφάλου. Κύρια οριζόμενο ιστοπαθολογικά από νέκρωση και μικροαγγειακό πολλαπλασιασμό (ταξινόμηση WHO βαθμού IV), τα γλοιοβλαστώματα αντιμετωπίζονται συνήθως μέσω ακτινοθεραπείας και ταυτόχρονης χημειοθεραπείας βασισμένης σε αλκυλίωση με τεμοζολομίδη. Η τεμοζολομίδη (TMZ) είναι ένας μικρός (194 Da) λιπόφιλος αλκυλιωτικός παράγοντας της κατηγορίας των ιμι-δαζοτετραζινών που είναι σταθερός σε όξινο pH, επιτρέποντας τόσο από του στόματος όσο και ενδοφλέβια χορήγηση, και μπορεί να διαπεράσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό για να επηρεάσει όγκους του ΚΝΣ. Μετά την απορρόφηση, η TMZ υφίσταται αυθόρμητη μη ενζυμική διάσπαση σε φυσιολογικό pH για να σχηματίσει 5-(3-μεθυλο- τριαζεν-1-υλ) ιμιδαζόλη-4-καρβοξαμίδη (MTIC), η οποία στη συνέχεια αντιδρά με νερό για να παράγει 5-αμινοϊμιδαζόλη-4-καρβοξαμίδη (AIC) και ένα εξαιρετικά δραστικό μεθυλο-διαζώνιο κατιόν. Όγκοι εγκεφάλου όπως το γλοιοβλάστωμα τυπικά έχουν πιο αλκαλικό pH από τον υγιή ιστό, ευνοώντας την ενεργοποίηση της TMZ εντός του όγκου. Το μεθυλο-διαζώνιο κατιόν είναι εξαιρετικά δραστικό και μεθυλιώνει το DNA στη θέση N7 της γουανίνης (N7-MeG, 70%), στη θέση N3 της αδε-νίνης (N3-MeA, 9%) και στη θέση O6 της γουανίνης (O6-MeG, 6%). Παρόλο που είναι πιο συχνά, το N7-MeG και το N3-MeA επιδιορθώνονται γρήγορα από το μονοπάτι επιδιόρθωσης εκτομής βάσης (base excision repair) και δεν είναι κύριοι μεσολαβητές της τοξικότητας της τεμοζολομίδης, αν και οι βλάβες N3-MeA είναι θανατηφόρες εάν δεν επιδιορθωθούν. Αντίθετα, η επιδιόρθωση του O6-MeG απαιτεί τη δράση του αυτοκαταστροφικού ενζύμου μεθυλογουανίνη-DNA μεθυλο-τρανσφεράσης (MGMT), η οποία αφαιρεί την μεθυλομάδα για να αποκαταστήσει τη γουανίνη. Εάν δεν επιδιορθωθεί από την MGMT, το O6-MeG εσφαλμένα ζευγαρώνει με τη θυμίνη, ενεργοποιώντας το μονοπάτι επιδιόρθωσης εσφαλμένων ζευγών DNA (MMR) που αφαιρεί τη θυμίνη (όχι το O6-MeG), οδηγώντας σε ανεπιτυχείς κύκλους επιδιόρθωσης και τελικές θραύσεις της αλυσίδας DNA που οδηγούν σε απόπτωση. Δεδομένου ότι η δραστηριότητα MMR είναι κρίσιμη για την κυτταροτοξικότητα της τεμοζολομίδης, τα κύτταρα που έχουν μειωμένη ή απουσιάζουσα λειτουργία MGMT και ένα άθικτο μονοπάτι MMR είναι τα πιο ευαίσθητα στη θεραπεία με τεμοζολομίδη. Τα γλοιοβλαστώματα που ρυθμίζουν προς τα πάνω την MGMT, μειώνουν την MMR ή τροποποιούν και τα δύο, είναι ανθεκτικά στην TMZ, οδηγώντας σε αποτυχία της θεραπείας. Πιο πρόσφατα, αυξήθηκε το ενδιαφέρον και για τις ανοσο-τροποποιητικές επιδράσεις της TMZ, που σχετίζονται με τις μυελοκατασταλτικές της επιδράσεις. Παραδόξως, η λεμφο-μείωση μπορεί να ενισχύει τις αντικαρκινικές επιδράσεις της κυτταρικής ανοσοθεραπείας και να βελτιώσει τη δυναμική των κυττάρων μνήμης, τροποποιώντας τους όγκους-ειδικούς έναντι των όγκων-ανεκτικών πληθυσμών. Η μείωση των όγκων-τοπικών ανοσο-κατασταλτικών Treg κυττάρων μπορεί να συμβάλει σε καλύτερη απόκριση στην ανοσοθεραπεία. Επομένως, η θεραπεία με TMZ μπορεί επίσης να αποτελέσει τη βάση των στρατηγικών ανοσοθεραπείας κατά του γλοιοβλαστώματος στο μέλλον.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η τεμοζολομίδη απορροφάται γρήγορα και πλήρως από τον γαστρεντερικό σωλήνα και είναι σταθερή τόσο σε όξινο όσο και σε ουδέτερο pH. Επομένως, η τεμοζολομίδη μπορεί να χορηγηθεί τόσο από του στόματος όσο και ενδοφλεβίως με διάμεση Tmax μιας ώρας. Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 150 mg/m2, η τεμοζολομίδη και ο ενεργός μεταβολίτης της MTIC είχαν τιμές Cmax 7.5 μg/mL και 282 ng/mL και τιμές AUC 23.4 μghr/mL και 864 nghr/mL, αντίστοιχα. Ομοίως, μετά από μία 90-λεπτη ενδοφλέβια έγχυση 150 mg/m2, η τεμοζολομίδη και ο ενεργός μεταβολίτης της MTIC είχαν τιμές Cmax 7.3 μg/mL και 276 ng/mL και τιμές AUC 24.6 μghr/mL και 891 nghr/mL, αντίστοιχα. Η κινητική της τεμοζολομίδης είναι γραμμική στην περιοχή 75-250 mg/m2/ημέρα. Η διάμεση Tmax είναι 1 ώρα. Η από του στόματος απορρόφηση της τεμοζολομίδης επηρεάζεται από την τροφή. Η χορήγηση μετά από πρωινό υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (587 θερμίδες) προκάλεσε μείωση της μέσης Cmax και AUC κατά 32% και 9%, αντίστοιχα, και αύξηση της διάμεσης Tmax κατά 2 φορές (από 1-2.25 ώρες).
Περίπου το 38% της χορηγηθείσας τεμοζολομίδης μπορεί να ανακτηθεί σε επτά ημέρες, με 38% στα ούρα και μόνο 0.8% στα κόπρανα. Το ανακτηθέν υλικό περιλαμβάνει κυρίως μεταβολίτες: μη αναγνωρισμένους πολικούς μεταβολίτες (17%), AIC (12%) και τον μεταβολίτη τεμοζολομίδης οξέος (2.3%). Μόνο το 6% της ανακτηθείσας δόσης αντιπροσωπεύει αμετάβλητη τεμοζολομίδη.
Η τεμοζολομίδη έχει μέσο φαινομενικό όγκο κατανομής (%CV) 0.4 (13%) L/kg.
Η τεμοζολομίδη έχει κάθαρση περίπου 5.5 L/hr/m2.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συνέργεια Πρωτεϊνών
Η σύνδεση της τεμοζολομίδης με πρωτεΐνες του πλάσματος κυμαίνεται από 8-36%, με μέσο όρο περίπου 15%. In vitro πειράματα σύνδεσης αποκάλυψαν κατά προσέγγιση σταθερές διάστασης 0.2-0.25 και 0.12 mM για την τεμοζολομίδη με την αλβουμίνη του ανθρώπινου ορού (HSA) και την αλ-1-οξεο-γλυκοπρωτεΐνη (AGP), αντίστοιχα· παρά την ελαφρώς υψηλότερη συγγένεια για την AGP, είναι πιθανό η τεμοζολομίδη να συνδέεται κυρίως με την HSA λόγω της υψηλότερης συγκέντρωσής της στον ορό. Επιπλέον, η σύνδεση της τεμοζολομίδης με την HSA οδηγεί σε καθυστερημένη υδρόλυση και μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής από ό,τι σε ρυθμιστικό διάλυμα (1 έναντι 1.8 ώρες).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μετά την απορρόφηση, η τεμοζολομίδη υφίσταται μη ενζυμική χημική μετατροπή στον ενεργό μεταβολίτη 5-(3-μεθυλο- τριαζεν-1-υλ) ιμιδαζόλη-4-καρβοξαμίδη (MTIC) συν διοξειδίου του άνθρακα και σε έναν μεταβολίτη τεμοζολομίδης οξέος, η οποία συμβαίνει σε φυσιολογικό pH αλλά ενισχύεται με την αυξανόμενη αλκαλικότητα. Το MTIC στη συνέχεια αντιδρά με νερό για να παραγάγει 5-αμινοϊμιδαζόλη-4-καρβοξαμίδη (AIC) και ένα εξαιρετικά δραστικό μεθυλο-διαζώνιο κατιόν, το ενεργό αλκυλιωτικό είδος. Το σύστημα κυτοχρωμάτων P450 παίζει μόνο μικρό ρόλο στο μεταβολισμό της τεμοζολομίδης. Σε σχέση με την AUC της τεμοζολομίδης, η έκθεση σε MTIC και AIC είναι 2.4% και 23%, αντίστοιχα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η τεμοζολομίδη έχει μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 1.8 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και έτσι ανίκανα να διασυνδέουν κυτταρικά μακρομόρια. Μεταξύ των κοινών τους ιδιοτήτων είναι η απαίτηση για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική αποτελεσματικότητα και η παρουσία στις χημικές τους δομές Ν-μεθυλομάδων, που μετά τον μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους κάθε ένα από αυτά τα φάρμακα σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητοί. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, p2026)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
YF1K15M17Y
TEMOZOLOMIDE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αλκυλιωτική Δραστηριότητα
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αλκυλιωτικό Φάρμακο
Η τεμοζολομίδη είναι ένα Αλκυλιωτικό Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της τεμοζολομίδης είναι ως Αλκυλιωτική Δραστηριότητα.
TEMOZOLOMIDE
Αλκυλιωτική Δραστηριότητα [MoA]; Αλκυλιωτικό Φάρμακο [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και έτσι ανίκανα να διασυνδέουν κυτταρικά μακρομόρια. Μεταξύ των κοινών τους ιδιοτήτων είναι η απαίτηση για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική αποτελεσματικότητα και η παρουσία στις χημικές τους δομές Ν-μεθυλομάδων, που μετά τον μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους κάθε ένα από αυτά τα φάρμακα σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητοί. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, p2026)