Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N07XX06 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

TETRABENAZINE

Τετραβεναζίνη

### Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, κωδικός ATC: Ν07ΧΧ06 Η tetrabenazine είναι ένα συνθετικό παράγωγο της benzylquinolizine.

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • G10 Νόσος του Huntington

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χορεία του Huntington

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Δόση έναρξης:
12,5 mg μια φορά την ημέρα
Τιτλοποίηση:
Η ημερήσια δόση πρέπει να αυξάνεται με βήματα των 12,5 mg στην ημερήσια δόση για διάστημα μιας εβδομάδας.
  • Ενήλικες
    Δόση25-100 mg/ημέρα διαιρεμένες σε δύο ή τρεις δόσεις
    Μέγ. δόση100 mg/ημέρα (ημερήσια), 37,5 mg (εφάπαξ)
    Δόσεις άνω των 50 mg ανά ημέρα πρέπει να χορηγούνται σε σχήμα τρεις φορές την ημέρα.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επίσημες μελέτες σε ηλικιωμένους και τα φαρμακοκινητικά δεδομένα είναι ασαφή. Η tetrabenazine έχει χορηγηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς στη συνήθη δοσολογία χωρίς εμφανή αρνητική επίδραση, ωστόσο, ανεπιθύμητες ενέργειες προσομοιάζουσες με Πάρκινσον είναι αρκετά συνήθεις στους ασθενείς αυτούς και θα μπορούσαν να περιορίσουν τη δόση.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Δεν υπάρχει σχετική χρήση της tetrabenazine στον παιδιατρικό πληθυσμό στη θεραπεία της νόσου του Huntington.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Η tetrabenazine αντενδείκνυται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογίας κατά Child-Pugh ≥5, ή κατηγορίας A-C) (βλέπε Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με μέτρια (CrCL ≥30 έως <50 mL/min), ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCL <30 mL/min), είναι κατάλληλη μια πιο προσεκτική προσέγγιση της τιτλοποίησης για να διασφαλισθεί η ισορροπία μεταξύ της μείωσης της χορείας και των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ασθενείς με πτωχό μεταβολισμό (CYP2D6)
    Μέγ. δόση50 mg/ημέρα (ημερήσια), 25 mg (εφάπαξ)
  • Ασθενείς με εκτεταμένο και ενδιάμεσου βαθμού μεταβολισμό (CYP2D6)
    Μέγ. δόση100 mg/ημέρα (ημερήσια), 37,5 mg (εφάπαξ)
    Οι ασθενείς μπορεί να χρειάζονται μια δόση tetrabenazine μεγαλύτερη των 50 mg ανά ημέρα. Η δόση πρέπει να τιτλοποιείται προς τα πάνω αργά σε διάστημα μιας εβδομάδαs πριν από κάθε αύξηση της ημερήσιας δόσης ανά 12,5 mg.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Ενεργά αυτοκτονικοί
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Δεν αντιμετωπίζουν θεραπευτικά ή δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς την κατάθλιψη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Θηλασμός
  • Λήψη ή πρόσφατη λήψη (εντός 14 ημερών) αναστολέα της μονοαμινοξειδάσης (MAOI)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορίας A, B και-C κατά Child-Pugh, βαθμολογίας ≥5)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Πρόσφατη λήψη (εντός 20 ημερών) ρεσερπίνης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Παρκινσονισμός και σύνδρομο υποκινησίας-ακαμψίας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Γενικά
    Πληθυσμόςκάθε ασθενής
    Η δόση tetrabenazine πρέπει να τιτλοποιείται για να καθορίζεται η πιο κατάλληλη δόση.
  • CYP2D6 μεταβολισμός
    Πληθυσμόςασθενής
    Οι δοσολογικές απαιτήσεις μπορεί να επηρεαστούν από την κατάσταση μεταβολισμού του CYP2D6 και από ταυτόχρονες φαρμακευτικές αγωγές που είναι ισχυροί αναστολείς του CYP2D6.
  • Αρχική τιτλοποίηση δόσης
    Η θεραπεία με tetrabenazine πρέπει να τιτλοποιείται αργά για αρκετές εβδομάδες. Εάν η ανεπιθύμητη ενέργεια δεν υποχωρήσει, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής.
  • Επαναξιολόγηση θεραπείας
    Όταν επιτευχθεί σταθερή δόση, η θεραπεία πρέπει να επαναξιολογείται περιοδικά.
  • Κατάθλιψη/Αυτοκτονικότητα
    Αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό κατάθλιψης ή προηγούμενες απόπειρες αυτοκτονίας ή αυτοκτονικού ιδεασμού
    Ιδιαίτερη προσοχή. Αντενδείκνυται σε ασθενείς που είναι ενεργά αυτοκτονικοί ή με ανεπαρκώς αντιμετωπισμένη κατάθλιψη.
  • Κατάθλιψη/Αυτοκτονικός ιδεασμός
    Εάν παρουσιασθεί, μπορεί να ελεγχθεί με μείωση δόσης tetrabenazine και/ή έναρξη αντικαταθλιπτικής θεραπείας. Εάν επιμένει, εξέταση διακοπής tetrabenazine και έναρξη αντικαταθλιπτικής θεραπείας.
  • Οργή και επιθετικότητα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό κατάθλιψης ή άλλων ψυχιατρικών νόσων
    Δυνητικός κίνδυνος εμφάνισης ή επιδείνωσης θυμού και επιθετικής συμπεριφοράς.
  • Παρκινσονισμός
    Αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με παρκινσονισμό
    Αντενδείκνυται. Η δόση της tetrabenazine πρέπει να προσαρμόζεται κλινικά για την ελαχιστοποίηση της ανεπιθύμητης ενέργειας (επαγωγή παρκινσονισμού ή οξύνσεις συμπτωμάτων Πάρκινσον).
  • Όψιμη δυσκινησία
    Μπορεί να προκαλέσει εξωπυραμιδικά συμπτώματα και θεωρητικά όψιμη δυσκινησία.
  • Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο (NMS)
    Εάν υπάρχει υπόνοια NMS, η tetrabenazine πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να ξεκινάει κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία. Μετά την ανάρρωση, η επανέναρξη της θεραπείας πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά και ο ασθενής να παρακολουθείται στενά.
  • Παράταση του QTc
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που παρατείνουν το QTc, ασθενείς με συγγενή σύνδρομα μακρού QT ή ιστορικό καρδιακών αρρυθμιών, ή με διαταραχές ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία)
    Να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Καρδιακή νόσος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή ασταθούς καρδιακής νόσου
    Η tetrabenazine δεν έχει αξιολογηθεί.
  • Ακαθησία, ανησυχία και διέγερση
    Εάν αναπτυχθεί ακαθησία, η δόση της tetrabenazine πρέπει να μειωθεί. Ορισμένοι ασθενείς μπορεί να χρειασθούν διακοπή.
  • Καταστολή και υπνηλία
    Οι ασθενείς πρέπει να ενημερωθούν για την εκτέλεση δραστηριοτήτων που απαιτούν διανοητική εγρήγορση (π.χ. οδήγηση, χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων) μέχρι να γνωρίζουν πώς το φάρμακο τους επηρεάζει.
  • Ορθοστατική υπόταση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που μπορεί να είναι ευάλωτοι στην υπόταση ή στις επιδράσεις της
    Η tetrabenazine μπορεί να επάγει ορθοστατική υπόταση. Πρέπει να εξετάζεται η παρακολούθηση των ζωτικών σημείων.
  • Υπερπρολακτιναιμία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προηγουμένως διαγνωσμένο καρκίνο του μαστού
    Είναι ένας παράγοντας δυνητικά σημαντικός.
  • Συμπτωματική υπερπρολακτιναιμία
    Εάν υπάρχει κλινική υποψία, πρέπει να εκτελούνται οι αρμόζουσες εργαστηριακές εξετάσεις και να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της tetrabenazine.
  • Δέσμευση σε ιστούς που περιέχουν μελανίνη
    Οι συνταγογράφοι πρέπει να είναι ενήμεροι για την πιθανότητα οφθαλμολογικών επιδράσεων μετά από μακροχρόνια έκθεση.
  • Δυσφαγία
    Μπορεί να συσχετίζεται με οισοφαγική δυσκινητικότητα και πνευμονία από εισρόφηση.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορίας A-C κατά Child-Pugh, βαθμολογίας ≥ 5)
    Η ασφάλεια εφάπαξ δόσης και η φαρμακοκινητική δεν έχουν πλήρως αξιολογηθεί. Έλλειψη δεδομένων για επαναλαμβανόμενες δόσεις. Μειωμένος μεταβολισμός και αυξημένη έκθεση μεταβολιτών.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Μείωση της νεφρικής λειτουργίας με την αύξηση της ηλικίας μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη κάθαρση της tetrabenazine και των μεταβολιτών της.
  • Εργαστηριακές εξετάσεις
    Μικρή μέση αύξηση των εργαστηριακών τιμών της ALT και της AST.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Πληθυσμόςπαιδιά
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
  • Λακτόζη (έκδοχα)
    Αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αναστολείς μονοαμινοξειδάσης (MAOIs)
    αντένδειξη
    Κίνδυνος σοβαρών αλληλεπιδράσεων με αποτέλεσμα υπερτασική κρίση.
    ΣύστασηΠρέπει να μεσολαβήσουν τουλάχιστον 14 ημέρες μεταξύ της διακοπής του MAOI και της έναρξης της θεραπείας με tetrabenazine.
  • Ρεσερπίνη
    αντένδειξη
    Δεσμεύεται μη αναστρέψιμα στο VMAT2 με διάρκεια επίδρασης αρκετές ημέρες. Αποφυγή υπερδοσολογίας και σοβαρής εξάντλησης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης στο ΚΝΣ.
    ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη μετάβαση. Ο ιατρός πρέπει να περιμένει την επανεμφάνιση της χορείας πριν χορηγήσει tetrabenazine.
  • Ισχυροί αναστολείς του CYP2D6 (π.χ. φλουοξετίνη, παροξετίνη, κινιδίνη, βουπροπιόνη)
    προσοχή
    Αύξηση AUC των μεταβολιτών α-HTBZ (κατά 3,4 φορές) και β-HTBZ (κατά 9,6 φορές).
    ΣύστασηΠρέπει να εξετάζεται μείωση της δόσης της tetrabenazine. Η δόση της tetrabenazine δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 25-50 mg ημερησίως.
  • Ισχυροί αναστολείς του CYP1A2 (π.χ. σιπροφλοξασίνη, φλουβοξαμίνη) ή CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη)
    προσοχή
    Ο ενεργός μεταβολίτης α-HTBZ μεταβολίζεται από CYP1A2 και CYP3A4 in vitro. Πιθανή μείωση της δόσης.
    ΣύστασηΠρέπει να δίδεται προσοχή. Μπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης εάν ο ασθενής έχει πτωχό μεταβολισμό του CYP2D6 ή λαμβάνει ταυτοχρόνως αναστολέα του CYP2D6.
  • Η tetrabenazine αναστέλλει τη δράση της λεβοντόπα και έτσι εξασθενίζει την επίδρασή της.
  • Αντιψυχωσικά φάρμακα (π.χ. αλοπεριδόλη, χλωροπρομαζίνη) ή ανταγωνιστές υποδοχέων ντοπαμίνης (π.χ. μετοκλοπραμίδη)
    προσοχή
    Μπορεί να μεγιστοποιηθούν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως παράταση QTc, NMS και εξωπυραμιδικές διαταραχές. Πιθανότητα σημαντικής εξάντλησης ντοπαμίνης.
    ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά για την ανάπτυξη παρκινσονισμού.
  • Αντιυπερτασικά φάρμακα και β-αποκλειστές
    προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ορθοστατικής υπότασης.
  • Κατασταλτικά του ΚΝΣ (συμπεριλαμβανομένων αλκοόλης, αντιψυχωσικών, υπνωτικών και οπιοειδών)
    προσοχή
    Πιθανότητα πρόσθετων κατασταλτικών επιδράσεων.
  • Φάρμακα γνωστά για την παράταση του QTc (π.χ. αντιψυχωσικά, αντιβιοτικά, αντιαρρυθμικά)
    προσοχή
    Παράταση του διαστήματος QTc.
    ΣύστασηΗ tetrabenazine πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • πνευμονία (Σπάνιες)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • λευκοπενία (Μη γνωστές)
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • κατάθλιψη (Πολύ συχνές)
  • διέγερση (Συχνές)
  • σύγχυση (Συχνές)
  • επιθετικότητα (Μη γνωστές)
  • θυμός (Μη γνωστές)
  • αυτοκτονικοί ιδεασμοί (Μη γνωστές)
  • απόπειρα αυτοκτονίας (Μη γνωστές)
Ψυχιατρικές
  • Άγχος
  • Αϋπνία
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
  • Αφυδάτωση
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • αυξημένη όρεξη (Μη γνωστές)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • ακαθησία (Πολύ συχνές)
  • παρκινσονισμός (Πολύ συχνές)
  • τρόμος (Πολύ συχνές)
  • περίσσεια σιέλου (Πολύ συχνές)
  • αποπροσανατολισμός (Συχνές)
  • νευρικότητα (Συχνές)
  • ανησυχία (Συχνές)
  • διαταραχές ύπνου (Συχνές)
  • νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο (Πολύ σπάνιες)
  • αταξία (Μη γνωστές)
  • δυστονία (Μη γνωστές)
  • απώλεια μνήμης (Μη γνωστές)
  • ζάλη (Μη γνωστές)
Νευρικό
  • Υπνηλία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών (Μη γνωστές)
  • φωτοφοβία (Μη γνωστές)
Καρδιακές διαταραχές
  • βραδυκαρδία (Συχνές)
Αγγειακές
  • Ορθοστατική υπόταση
Αγγειακές διαταραχές
  • υπερτασική κρίση (Μη γνωστές)
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • προβλήματα με την κατάποση (Συχνές)
  • ναυτία (Συχνές)
  • επιγαστρικό άλγος (Συχνές)
Γαστρεντερικό
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ξηροστομία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • εξάνθημα (Μη γνωστές)
  • κνησμός (Μη γνωστές)
  • κνίδωση (Μη γνωστές)
Δέρμα
  • Υπεριδρωσία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • έμμηνος ρύση ακανόνιστη (Μη γνωστές)
Γενικές
  • Κόπωση
  • Αδυναμία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • υποθερμία (Συχνές)
Παρακλινικές εξετάσεις
  • μειωμένο σωματικό βάρος (Συχνές)
  • υπερπρολακτιναιμία (Μη γνωστές)
  • αυξημένη ALT (Μη γνωστές)
  • αυξημένη AST (Μη γνωστές)
  • αυξημένο σωματικό βάρος (Μη γνωστές)
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
  • πτώση (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ακαθησία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Παρκινσονισμός
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • περίσσεια σιέλου
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αδυναμία
    Γενικές
    Συχνές
  • Ανησυχία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Αποπροσανατολισμός
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Αφυδάτωση
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Διαταραχές ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Επιγαστρικό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Σύγχυση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υποθερμία
    Γενικές
    Συχνές
  • προβλήματα με την κατάποση
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Σπάνιες
  • Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Ακανόνιστη έμμηνος ρύση
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Απόπειρα αυτοκτονίας
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Απώλεια μνήμης
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Αταξία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ALT
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη AST
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Δυστονία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Επιθετικότητα
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Πτώση
    Τραυματισμοί
    Μη γνωστές
  • Υπερπρολακτιναιμία
    Ενδοκρινικό
    Μη γνωστές
  • Υπερτασική κρίση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Φωτοφοβία
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • αυτοκτονικοί ιδεασμοί
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • θυμός
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Δεν συνιστάται
    Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση tetrabenazine σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Λόγω έλλειψης δεδομένων, η tetrabenazine δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης και σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποιίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη. Η επίδραση της tetrabenazine στον τοκετό στους ανθρώπους είναι άγνωστη.
  • Γαλουχία
    Αντενδείκνυται
    Είναι άγνωστο εάν η tetrabenazine ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Η tetrabenazine αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις).
  • Γονιμότητα
    Μπορεί να επηρεάσει
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα από ανθρώπους για την επίδραση της tetrabenazine στη γονιμότητα. Στους αρουραίους, παρατηρήθηκε διατάραξη του οιστρικού κύκλου (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η tetrabenazine μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα μιας γυναίκας να μείνει έγκυος.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • οξεία δυστονία
  • κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών
  • ναυτία
  • έμετο
  • διάρροια
  • εφίδρωση
  • υποθερμία
  • υπόταση
  • σύγχυση
  • ψευδαισθήσεις
  • καταστολή
  • ερυθρότητα
  • τρόμο
Αντιμετώπιση
Η θεραπεία πρέπει να συνίσταται σε αυτά τα γενικά μέτρα που λαμβάνονται για την διαχείριση της υπερδοσολογίας με οποιοδήποτε φάρμακο που δρα στο ΚΝΣ. Συνιστώνται γενικά υποστηρικτικά και συμπτωματικά μέτρα. Ο καρδιακός ρυθμός και τα ζωτικά σημεία πρέπει να παρακολουθούνται. Στην διαχείριση της υπερδοσολογίας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα εμπλοκής πολλών φαρμάκων. Η χρήση ενεργού άνθρακα μπορεί να παρέχει όφελος εάν χορηγηθεί λίγο μετά την υπερδοσολογία. Ο γιατρός θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να επικοινωνήσει με το κέντρο ελέγχου δηλητηριάσεων για τη θεραπεία τυχόν υπερδοσολογίας.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΝαι
Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι η tetrabenazine μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και κατά συνέπεια μπορεί να τροποποιήσει την επίδοσή τους σε εργασίες που απαιτούν επιδεξιότητα (ικανότητα οδήγησης, χειρισμός μηχανημάτων, κλπ.) σε ποικίλο βαθμό, εξαρτώμενο από τη δόση και την ατομική ευαισθησία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Μονοϋδρική λακτόζη
Άμυλο αραβοσίτου
15
Τάλκης
Στεατικό μαγνήσιο
Οξείδιο του σιδήρου κίτρινο (E172)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, κωδικός ATC: Ν07ΧΧ06 Η tetrabenazine είναι ένα συνθετικό παράγωγο της benzylquinolizine.

Μηχανισμός δράσης

Μελέτες που διεξήχθησαν in vitro έχουν δείξει ότι η tetrabenazine αναστέλλει αναστρέψιμα τον ανθρώπινο κυστιδικό μεταφορέα τύπου 2 μονοαμινών (VMAT2) (Ki ≈ 100 nM), με αποτέλεσμα τη μειωμένη πρόσληψη μονοαμινών στα συναπτικά κυστίδια και την εξάντληση των αποθεμάτων μονοαμινών. Η VMAT2 βρίσκεται κατά κύριο λόγο στην εξωτερική μεμβράνη των συναπτικών κυστιδίων στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Μελέτες έχουν δείξει ότι η α-HTBZ (dihydrotetrabenazine), που είναι ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της tetrabenazine, έχει παρόμοια συγγένεια και πιο σημαντική εκλεκτικότητα για την VMAT2. Λόγω του πολύ γρήγορου μεταβολισμού της tetrabenazine, το μεγαλύτερο μέρος της φαρμακολογικής δράσης πιθανόν γίνεται με τη μεσολάβηση της α-HTBZ. Σε αντίθεση, η β-HTBZ δεν δεσμεύεται στην VMAT2.

Σε συναπτικό επίπεδο, η tetrabenazine δημιουργεί μια αναστρέψιμη εξάντληση των μονοαμινών στα προσυναπτικά κυστίδια. Η tetrabenazine εξαντλεί κατά προτίμηση την ντοπαμίνη και επηρεάζει άλλες μονοαμίνες, τη νοραδρέναλινη και τη σεροτονίνη, σε μικρότερο βαθμό. Η εξάντληση τω νευροδιαβιβαστών με εφάπαξ δόση tetrabenazine είναι αναστρέψιμη και διαρκεί μόνο μερικές ώρες. Αυτό το χαρακτηριστικό διαφοροποιεί το φάρμακο από την ρεσερπίνη, ένα φάρμακο που προκαλεί εξάντληση μονοαμινών που διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η tetrabenazine παρουσιάζει ασθενή in vitro συγγένεια δέσμευσης στον υποδοχέα ντοπαμίνης D2 (Ki = 2100 nM).

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η επίδραση εφάπαξ δόσης 25 ή 50 mg tetrabenazine στο διάστημα QT μελετήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο διασταυρούμενη μελέτη σε υγιείς άνδρες και γυναίκες με μοξιφλοξασίνη ως θετικό μάρτυρα. Στα 50 mg, η tetrabenazine προκάλεσε μέση αύξηση κατά περίπου 8 msec στο QTc (90% CI: 5,0, 10,4 msec). Πρόσθετα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η αναστολή του CYP2D6 στα υγιή άτομα στα οποία χορηγήθηκε εφάπαξ δόση 50 mg tetrabenazine δεν αυξάνει περαιτέρω την επίδραση στο διάστημα QTc. Επιδράσεις σε υψηλότερες εκθέσεις είτε στην tetrabenazine είτε στους μεταβολίτες της δεν έχουν αξιολογηθεί (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).

Η tetrabenazine ή οι μεταβολίτες της δεσμεύονται σε ιστούς που περιέχουν μελανίνη, και θα μπορούσαν να συσσωρευτούν στους ιστούς αυτούς με την πάροδο του χρόνου (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Προκλινικά δεδομένα).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η αποτελεσματικότητα της tetrabenazine ως θεραπεία για τη χορεία της νόσου του Huntington’s (HD) τεκμηριώθηκε πρωταρχικά σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο πολυκεντρική δοκιμή (#103.004) που διεξήχθη σε 84 (54 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στην tetrabenazine, 30 στο εικονικό φάρμακο) περιπατητικούς ασθενείς με διάγνωση HD. Η διάγνωση της HD βασίστηκε σε οικογενειακό ιστορικό, νευρολογική εξέταση, και γενετικό έλεγχο. Η διάρκεια της θεραπείας ήταν 12 εβδομάδες, συμπεριλαμβανομένων μιας περιόδου τιτλοποίησης δόσης 7 εβδομάδων και μιας περιόδου συντήρησης 5 εβδομάδων ακολουθούμενης από 1 εβδομάδα έκπλυσης. Η δόση της tetrabenazine ξεκίνησε στα 12,5 mg ανά ημέρα και τιτλοποιήθηκε προς τα πάνω σε εβδομαδιαία διαστήματα με επαυξήσεις των 12,5 mg μέχρις ότου επιτευχθεί ικανοποιητικός έλεγχος της χορείας, και μέχρις ότου να εμφανισθούν μη ανεκτές ανεπιθύμητες ενέργειες, ή μέχρις ότου επιτευχθεί η μέγιστη ημερήσια δόση των 100 mg ανά ημέρα. Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η Συνολική Βαθμολογία Χορείας (Total Chorea Score), ένα στοιχείο της Ενοποιημένης Κλίμακας Βαθμολόγησης της Νόσου του Huntington (Unified Huntington’s Disease Rating Scale - UHDRS). Σε αυτή την κλίμακα, η χορεία βαθμολογείται από 0 έως 4 (με το 0 να αντιπροσωπεύει απουσία χορείας) για 7 διαφορετικά μέρη του σώματος. Ένα κριτήριο ένταξης ήταν για τον ασθενή να έχει ένα Συνολική Βαθμολογία Χορείας (Total Chorea Score - TCS) ≥ 10 (διάμεση τιμή 14 βαθμοί). Το TCS για τους ασθενείς στην ομάδα φαρμάκου μειώθηκε κατ’ εκτίμηση 5,0 μονάδες κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης (μέσος όρος της βαθμολογίας την Εβδομάδα 9 και την Εβδομάδα 12 έναντι της αρχικής), σε σύγκριση με κατ’ εκτίμηση 1,5 μονάδες στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η επίδραση της θεραπείας των 3,5 μονάδων ήταν στατιστικά σημαντική. Κατά την παρακολούθηση την Εβδομάδα 13 στη Μελέτη 1 (1 εβδομάδα μετά τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής της μελέτης), το TCS των ασθενών που λάμβαναν tetrabenazine επέστρεψε στις αρχικές τιμές. Κατά τη διάρκεια της δοκιμής, ένας ασθενής στο σκέλος της tetrabenazine αυτοκτόνησε. Η εμφάνιση ή επιδείνωση της κατάθλιψης καταγράφηκε σε 8 εκ των 54 ασθενών σε θεραπεία με tetrabenazine, και σε κανέναν σε θεραπεία με το εικονικό φάρμακο (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Μια μελέτη απόσυρσης του φαρμάκου ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο (#103.005) πραγματοποιήθηκε σε 30 ασθενείς σε θεραπεία με tetrabenazine ανοικτής επισήμανσης για τουλάχιστον 2 μήνες. Μετά τη διακοπή της θεραπείας με tetrabenazine, τα συμπτώματα της χορείας επέστρεψαν εντός μιας ή δύο ημερών. Αν και η μελέτη απέτυχε λόγω παραβάσεων του πρωτοκόλλου και η σύγκριση δεν έφθασε σε στατιστική σημαντικότητα (p=0,1), η εκτίμηση της επίδρασης της θεραπείας ήταν παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε στη Μελέτη 1 (περίπου 3,5 μονάδες). Δεν καταγράφηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με το φάρμακο ή συμπτώματα σχετιζόμενα με υποτροπή ή σύνδρομο απόσυρσης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο PDCO/EMA έχει δώσει απαλλαγή για τα φαρμακευτικά προϊόντα που προορίζονται για τη θεραπεία της νόσου του Huntington σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού, με την αιτιολογία ότι η πάθηση αυτή δεν εμφανίζεται συνήθως στους παιδιατρικούς πληθυσμούς. Συνεπώς, μελέτες σε παιδιά δεν είναι σχετικές.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Απορρόφηση

Μετά από του στόματος χορήγηση tetrabenazine, η έκταση της απορρόφησης είναι τουλάχιστον 75%. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις που κυμαίνονται από 12,5 έως 50 mg, οι συγκεντρώσεις tetrabenazine είναι γενικά κάτω από το όριο ανίχνευσης λόγω του ταχέως και εκτεταμένου ηπατικού μεταβολισμού πρώτης διόδου της tetrabenazine από την καρβονυλική αναγωγάση στον ενεργό μεταβολίτη α-dihydrotetrabenazine (α-HTBZ) και τον ανενεργό μεταβολίτη β-dihydrotetrabenazine (β-HTBZ). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος (Cmax) των α-HTBZ και β-HTBZ επιτυγχάνονται εντός 1 έως 1½ ώρας μετά τη χορήγηση.

Οι επιδράσεις της τροφής στη βιοδιαθεσιμότητα της tetrabenazine μελετήθηκε σε ανθρώπους στους οποίους χορηγήθηκε εφάπαξ δόση με ή χωρίς τροφή. Η τροφή δεν είχε καμία επίδραση στις μέσες συγκεντρώσεις πλάσματος, τη Cmax, ή την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης χρόνου (AUC) του α-HTBZ ή του β-HTBZ. Συνεπώς, η tetrabenazine μπορεί να χορηγείται ανεξαρτήτως των γευμάτων.

Κατανομή

Μετά την χορήγηση εφάπαξ δόσεων από 12,5 έως 50 mg tetrabenazine, οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος και η περιοχή κάτω από την καμπύλη των μεταβολιτών HTBZ αυξήθηκαν αναλογικά με τη δόση, υποδεικνύοντας γραμμική κινητική. Οι συγκεντρώσεις tetrabenazine είναι συνήθως μη ανιχνεύσιμες.

Τα αποτελέσματα των μελετών τομογραφίας σε ανθρώπους δείχνουν ότι η ραδιενέργεια κατανέμεται γρήγορα στον εγκέφαλο μετά από ενδοφλέβια ένεση tetrabenazine επισημασμένης με 11C ή α-HTBZ, με την υψηλότερη δέσμευση στο ραβδωτό σώμα και την χαμηλότερη στο φλοιό.

Μελέτες σε ζώα υποδηγώνουν εκτεταμένη κατανομή στους ιστούς. Η in vitro δέσμευση σε πρωτεΐνες της tetrabenazine, του α-HTBZ, και του β-HTBZ εξετάσθηκαν στο ανθρώπινο πλάσμα σε συγκεντρώσεις που κυμαίνονται από 50 έως 200 ng/mL. Η δέσμευση της tetrabenazine κυμάνθηκε από 82% έως 85%, του α-HTBZ από 60% έως 68%, και του β-HTBZ από 59% έως 63%. Οι μεταβολίτες α-HTBZ και β-HTBZ δεσμεύονται κυρίως στην λευκωματίνη. Η μοντελοποίηση της PK του κλινικού πληθυσμού δείχνει ότι ο α-HTBZ, και ο β-HTBZ κατανέμονται ευρέως στους ασθενείς.

Βιομετασχηματισμός

Μετά την από του στόματος χορήγηση σε ανθρώπους, ταυτοποιήθηκαν τουλάχιστον 19 μεταβολίτες της tetrabenazine. Ο α-HTBZ, ο β-HTBZ και ο 9-desmethyl-β-HTBZ, είναι οι κυριότεροι μεταβολίτες που κυκλοφορούν, και οι οποίοι, στη συνέχεια, μεταβολίζονται σε συζυγιακές θειικές ή γλυκουρονικές ενώσεις.

Ο α-HTBZ και ο β-HTBZ σχηματίζονται από την καρβονυλική αναγωγάση κυρίως στο ήπαρ. Ο α-HTBZ υφίσταται O-απαλκυλίωση από τα ένζυμα του CYP450, κυρίως από το CYP2D6, με κάποια συνεισφορά και του CYP1A2 για να σχηματισθεί ο 9-desmethyl-α-HTBZ. In vitro, ο α-HTBZ επίσης μεταβολίζεται από το CYP3A4 προς υδροξυ μεταβολίτη(ες), ωστόσο, δεν είναι βέβαιο αν η διαδρομή αυτή είναι κλινικά σημαντική in vivo. Ο β-HTBZ υφίσταται O-απαλκυλίωση, κυρίως από το CYP2D6, για να σχηματισθεί ο 9-desmethyl-β-HTBZ.

Τα αποτελέσματα μελετών in vitro δεν υποδηλώνουν ότι η tetrabenazine, ο α-HTBZ, ή ο β-HTBZ είναι πιθανόν να προκαλούν κλινικά σημαντική αναστολή των CYP2D6, CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2E1, ή CYP3A. In vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι ούτε η tetrabenazine ούτε οι μεταβολίτες της α- ή β-HTBZ είναι πιθανόν να προκαλούν κλινικά σημαντική επαγωγή των CYP1A2, CYP3A4, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, ή CYP2C19.

Ούτε η tetrabenazine ούτε οι μεταβολίτες της α- ή β-HTBZ είναι πιθανόν να αποτελούν υπόστρωμα ή αναστολείς της P-γλυκοπρωτεΐνης σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις in vivo. Πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλους μεταφορείς δεν έχουν αξιολογηθεί.

Στους ανθρώπους, ο β-HTBZ μεταβολίζεται περαιτέρω προς τον 9-desmethyl-β-HTBZ και είναι ένας κύριος μεταβολίτης που κυκλοφορεί στους ανθρώπους. Μελέτες δέσμευσης σε υποδοχείς υποδεικνύουν ότι δεν αλληλεπιδρά με υποδοχείς VMAT, αλλά μπορεί να έχει την δυνατότητα αλληλεπίδρασης με επιλεγμένους υποδοχείς ντοπαμίνης, σ- και α-αδρενεργικούς. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες in vitro μεταβολισμού για να αξιολογηθεί η δυνατότητα του μεταβολίτη 9-desmethyl-β-HTBZ να αλληλεπιδρά με άλλα φάρμακα.

Αποβολή

Μετά την από του στόματος χορήγηση, η tetrabenazine μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, και οι μεταβολίτες αποβάλλονται κυρίως από τους νεφρούς. Ο α-HTBZ, ο β-HTBZ και ο 9-desmethyl-β-HTBZ έχουν χρόνους ημιζωής 7 ώρες, 5 ώρες και 12 ώρες, αντιστοίχως. Σε μια μελέτη ισορροπίας μάζας σε 6 υγιείς εθελοντές, περίπου 75% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και η ανάκτηση στα κόπρανα αντιπροσώπευε περίπου 7-16% της δόσης. Δεν ανιχνεύθηκε αναλλοίωτη tetrabenazine στα ανθρώπινα ούρα. Απέκκριση μέσω των ουροφόρων οδών του α-HTBZ ή του β-HTBZ αντιπροσώπευε λιγότερο από το 10% της χορηγηθείσας δόσης. Μεταβολίτες σε κυκλοφορία, συμπεριλαμβανομένων των συζυγιακών θειικών ή γλυκουρονικών ενώσεων των μεταβολιτών του HTBZ, καθώς και προϊόντα οξειδωτικού μεταβολισμού, αντιπροσωπεύουν την πλειονότητα των μεταβολιτών στα ούρα.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία

Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στα χαρακτηριστικά της PK της tetrabenazine και των κύριων μεταβολιτών της αξιολογήθηκε με εφάπαξ δόση 25 mg tetrabenazine σε 6 υγιείς ανθρώπους ίδιας ηλικίας με 6 ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία βαθμού 5 έως 9 κατά Child-Pugh. Η tetrabenazine ανιχνεύεται ελάχιστα στο πλάσμα των ασθενών με φυσιολογική ηπατική λειτουργία ενώ σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία είναι ανιχνεύσιμη με μέσο t½ τις 17,5 ώρες. Οι Cmax των κύριων μεταβολιτών της tetrabenazine, α- και β-HTBZ, μειώθηκαν κατά μέσο όρο κατά < 10% στους ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, φτάνουν σε διάμεσο Tmax των 1,75 ωρών ενώ οι AUCs για τον α- και τον β-HTBZ αυξήθηκαν περίπου κατά 35%. Ο μέσος χρόνος αποβολής t½για τον α- και τον β-HTBZ σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία παρατάθηκε κατά 10 ώρες και 8,5 ώρες, αντιστοίχως. Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ο φαινομενικός ρυθμός μετατροπής της tetrabenazine σε α- και β-HTBZ μειώθηκε, και η συνολική συστηματική έκθεση και χρόνος ημιζωής της αποβολής προς α- και β-HTBZ αυξήθηκε (σημαντικά με βαθμολογία 9 κατά Child-Pugh) πιθανόν λόγω μειωμένης πρώτης διόδου και συστηματικού μεταβολισμού της tetrabenazine σε συνδυασμό με μειωμένη κάθαρση των πρωταρχικών μεταβολιτών. Δεν υπάρχουν δεδομένα για επαναλαμβανόμενες δόσεις tetrabenazine σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία A έως C κατά Child-Pugh, βαθμός ≥5) (βλέπε Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αυξημένης έκθεσης στην tetrabenazine και τους μεταβολίτες της είναι άγνωστες και η ασφαλής χρήση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δεν μπορεί να διασφαλισθεί. Η tetrabenazine αντενδείκνυται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η τετραβενζίνη είναι αναστολέας του ανθρώπινου κυσικού μεταφορέα μονοαμινών τύπου 2 (Ki = 100 nM). Δρα εντός των βασικών γάγγλιων και προάγει την εξάντληση των αποθηκών μονοαμινικών νευροδιαβιβαστών σεροτονίνης, νορεπινεφρίνης και…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, κωδικός ATC: Ν07ΧΧ06 Η tetrabenazine είναι ένα συνθετικό παράγωγο της benzylquinolizine. ### Μηχανισμός δράσης Μελέτες που διεξήχθησαν in vitro έχουν δείξει ότι η…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Μετά από του στόματος χορήγηση tetrabenazine, η έκταση της απορρόφησης είναι τουλάχιστον 75%. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις που κυμαίνονται από 12,5 έως 50 mg, οι συγκεντρώσεις tetrabenazine είναι γενικά κάτω από…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η τετραβενζίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ. Η καρβονυλική αναγωγάση στο ήπαρ είναι υπεύθυνη για τον σχηματισμό δύο κύριων ενεργών μεταβολιτών: α-διυδροτετραβενζίνης (α-HTBZ) και β-διυδροτετραβενζίνης (β-HTBZ). Η α-HTBZ μεταβολίζεται περαιτέρω σε…
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Μετά από από του στόματος χορήγηση, η απορρόφηση ανέρχεται τουλάχιστον στο 75%. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις 12,5 έως 50 mg, οι συγκεντρώσεις τετραβενζίνης στο πλάσμα είναι γενικά κάτω από το όριο ανίχνευσης…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ζωτικά σημεία monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία Ευάλωτοι στην υπόταση
Ακαθησία neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος
Κατάθλιψη/Αυτοκτονικός ιδεασμός neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος στενά
Σημεία και συμπτώματα ανησυχίας και διέγερσης neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος
Εργαστηριακές εξετάσεις stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Κλινική υποψία συμπτωματικής υπερπρολακτιναιμίας
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) προσεκτικά
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμική

  • Παρατηρήθηκε παράταση του διαστήματος QTc σε δόσεις 50 mg.
  • Σε αρουραίους, διαπιστώθηκε ότι η τετραβενζίνη ή οι μεταβολίτες της συνδέονται με μελανοφόρα κύτταρα, όπως τα μάτια και το δέρμα.
  • Μετά από μία μόνο από του στόματος δόση σημασμένης με ραδιοϊσότοπο τετραβενζίνης, η ραδιενέργεια εξακολουθούσε να ανιχνεύεται στα μάτια και στη γούνα 21 ημέρες μετά τη χορήγηση.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Η τετραβενζίνη είναι αναστολέας του ανθρώπινου κυσικού μεταφορέα μονοαμινών τύπου 2 (Ki = 100 nM). Δρα εντός των βασικών γάγγλιων και προάγει την εξάντληση των αποθηκών μονοαμινικών νευροδιαβιβαστών σεροτονίνης, νορεπινεφρίνης και ντοπαμίνης. Επίσης, μειώνει την πρόσληψη στις συναπτικές κυστικές αποθήκες. Η ντοπαμίνη είναι απαραίτητη για τις λεπτές κινητικές κινήσεις, επομένως η αναστολή της μετάδοσής της είναι αποτελεσματική για την υπερκινητική κίνηση. Η τετραβενζίνη παρουσιάζει ασθενή in vitro συγγένεια σύνδεσης στον υποδοχέα ντοπαμίνης D2 (Ki = 2100 nM).

Οι φαρμακολογικές μελέτες δείχνουν ότι η τετραβενζίνη αναστέλλει αναστρέψιμα τη δραστηριότητα του κυσικού μεταφορέα μονοαμινών 2, οδηγώντας σε εξάντληση της κεντρικής ντοπαμίνης.

biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση

Μετά από από του στόματος χορήγηση, η απορρόφηση ανέρχεται τουλάχιστον στο 75%. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις 12,5 έως 50 mg, οι συγκεντρώσεις τετραβενζίνης στο πλάσμα είναι γενικά κάτω από το όριο ανίχνευσης λόγω της ταχείας και εκτεταμένης ηπατικής μεταβολισμού της τετραβενζίνης.

Η τροφή δεν επηρεάζει την απορρόφηση της τετραβενζίνης.

  • Cmax, από του στόματος = 4,8 ng/mL σε ασθενείς με HD ή δυσκινησία.
  • Tmax, από του στόματος = 69 λεπτά σε ασθενείς με HD ή δυσκινησία.

Μετά από από του στόματος χορήγηση, η τετραβενζίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως νεφρικά (75%). Η τετραβενζίνη αποβάλλεται επίσης με τα κόπρανα (7% έως 16%). Αμετάβλητη τετραβενζίνη δεν έχει ανιχνευθεί στα ούρα. Η νεφρική απέκκριση των α-HTBZ ή β-HTBZ (των κύριων μεταβολιτών) αντιστοιχούσε σε λιγότερο από 10% της χορηγηθείσας δόσης.

Σε κατάσταση ισορροπίας, IV, σε ασθενείς με HD ή δυσκινησία: 385 L.

Η τετραβενζίνη κατανέμεται ταχέως στον εγκέφαλο μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Η περιοχή με την υψηλότερη δέσμευση είναι το ραβδωτό σώμα, ενώ η χαμηλότερη δέσμευση παρατηρήθηκε στον φλοιό.

IV, 1,67 L/min σε ασθενείς με HD ή δυσκινησία.

Η in vitro δέσμευση στο πλάσμα της τετραβενζίνης, της άλφα-διυδροτετραβενζίνης (a-HTBZ) και της βήτα-διυδροτετραβενζίνης (b-HTBZ) εξετάστηκε σε ανθρώπινο πλάσμα για συγκεντρώσεις από 50 έως 200 ng/mL. Η δέσμευση της τετραβενζίνης κυμάνθηκε από 82% έως 85%, της a-HTBZ από 60% έως 68% και της b-HTBZ από 59% έως 63%.

Τα αποτελέσματα μελετών PET-scan σε ανθρώπους δείχνουν ότι η ραδιενέργεια κατανέμεται ταχέως στον εγκέφαλο μετά από ενδοφλέβια χορήγηση (11)C-σημασμένης τετραβενζίνης ή άλφα-διυδροτετραβενζίνης (a-HTBZ), με την υψηλότερη δέσμευση στο ραβδωτό σώμα και τη χαμηλότερη στον φλοιό.

Η τετραβενζίνη ή οι μεταβολίτες της συνδέονται με μελανοφόρα κύτταρα (δηλ. μάτια, δέρμα, γούνα) σε χρωματιστούς αρουραίους. Μετά από μία μόνο από του στόματος δόση σημασμένης με ραδιοϊσότοπο τετραβενζίνης, η ραδιενέργεια εξακολουθούσε να ανιχνεύεται στα μάτια και στη γούνα 21 ημέρες μετά τη χορήγηση.

Σε μελέτη ισοζυγίου μάζας σε 6 υγιείς εθελοντές, περίπου το 75% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα, και η ανάκτηση από τα κόπρανα αντιστοιχούσε περίπου στο 7% έως 16% της δόσης. Αμετάβλητη τετραβενζίνη δεν ανιχνεύθηκε στα ανθρώπινα ούρα.

Μετά από από του στόματος χορήγηση, η απορρόφηση ανέρχεται τουλάχιστον στο 75%. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις 12,5 έως 50 mg, οι συγκεντρώσεις τετραβενζίνης στο πλάσμα είναι γενικά κάτω από το όριο ανίχνευσης λόγω της ταχείας και εκτεταμένης ηπατικής μεταβολισμού της τετραβενζίνης από καρβονυλική αναγωγάση σε ενεργούς μεταβολίτες άλφα-διυδροτετραβενζίνη (a-HTBZ) και βήτα-διυδροτετραβενζίνη (b-HTBZ). Οι a-HTBZ και b-HTBZ μεταβολίζονται κυρίως από CYP2D6. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) των a-HTBZ και b-HTBZ επιτυγχάνονται εντός 1 έως 1,5 ώρας μετά τη χορήγηση. Η a-HTBZ στη συνέχεια μεταβολίζεται σε έναν δευτερεύοντα μεταβολίτη, την 9-δεσμεθυλ-a-DHTBZ. Η b-HTBZ στη συνέχεια μεταβολίζεται σε έναν άλλο κύριο κυκλοφορούντα μεταβολίτη, την 9-δεσμεθυλ-b-DHTBZ, για την οποία η Cmax επιτυγχάνεται περίπου 2 ώρες μετά τη χορήγηση.

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more

Δέσμευση Πρωτεϊνών

  • Τετραβενζίνη = 82% - 88%
  • α-HTBZ = 60% - 68%
  • β-HTBZ = 59% - 63%
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more

Μεταβολισμός

Η τετραβενζίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ. Η καρβονυλική αναγωγάση στο ήπαρ είναι υπεύθυνη για τον σχηματισμό δύο κύριων ενεργών μεταβολιτών: α-διυδροτετραβενζίνης (α-HTBZ) και β-διυδροτετραβενζίνης (β-HTBZ).

Η α-HTBZ μεταβολίζεται περαιτέρω σε 9-δεσμεθυλ-α-DHTBZ, έναν δευτερεύοντα μεταβολίτη, από το CYP2D6 με κάποια συμβολή του CYP1A2. Η β-HTBZ μεταβολίζεται σε έναν άλλο κύριο κυκλοφορούντα μεταβολίτη, την 9-δεσμεθυλ-β-DHTBZ, από το CYP2D6.

Η Tmax αυτού του μεταβολίτη είναι 2 ώρες μετά τη χορήγηση τετραβενζίνης.

Σε μελέτη ισοζυγίου μάζας σε 6 υγιείς εθελοντές, περίπου το 75% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα, και η ανάκτηση από τα κόπρανα αντιστοιχούσε περίπου στο 7% έως 16% της δόσης. Αμετάβλητη τετραβενζίνη δεν ανιχνεύθηκε στα ανθρώπινα ούρα. Η νεφρική απέκκριση της άλφα-διυδροτετραβενζίνης (a-HTBZ) ή βήτα-διυδροτετραβενζίνης (b-HTBZ) αντιστοιχούσε σε λιγότερο από 10% της χορηγηθείσας δόσης. Οι κυκλοφορούντες μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένων των θειικών και γλυκουρονιδικών συζευγμάτων των μεταβολιτών HTBZ, καθώς και προϊόντα οξειδωτικού μεταβολισμού, αποτελούν την πλειοψηφία των μεταβολιτών στα ούρα.

Μετά από από του στόματος χορήγηση, η τετραβενζίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως νεφρικά.

Τα αποτελέσματα in vitro μελετών δεν υποδεικνύουν ότι η τετραβενζίνη, η άλφα-διυδροτετραβενζίνη (a-HTBZ), η βήτα-διυδροτετραβενζίνη (b-HTBZ) ή η 9-δεσμεθυλ-βήτα-διυδροτετραβενζίνη είναι πιθανό να οδηγήσουν σε κλινικά σημαντική αναστολή των CYP2D6, CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2E1 ή CYP3A. Οι in vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι ούτε η τετραβενζίνη ούτε οι μεταβολίτες της a- ή b-HTBZ ή 9-δεσμεθυλ-βήτα-διυδροτετραβενζίνη είναι πιθανό να οδηγήσουν σε κλινικά σημαντική επαγωγή των CYP1A2, CYP3A4, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9 ή CYP2C19.

Μετά από από του στόματος χορήγηση σε ανθρώπους, έχουν αναγνωριστεί τουλάχιστον 19 μεταβολίτες της τετραβενζίνης. Η άλφα-διυδροτετραβενζίνη (a-HTBZ), η βήτα-διυδροτετραβενζίνη (b-HTBZ) και η 9-δεσμεθυλ-βήτα-διυδροτετραβενζίνη είναι οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες και στη συνέχεια μεταβολίζονται σε θειικά ή γλυκουρονιδικά συζεύγματα. Οι a-HTBZ και b-HTBZ σχηματίζονται από καρβονυλική αναγωγάση, η οποία συμβαίνει κυρίως στο ήπαρ. Η a-HTBZ υφίσταται O-δεαλκυλίωση από ένζυμα CYP450, κυρίως CYP2D6, με κάποια συμβολή του CYP1A2, για να σχηματίσει την 9-δεσμεθυλ-άλφα-διυδροτετραβενζίνη, έναν δευτερεύοντα μεταβολίτη. Η b-HTBZ υφίσταται O-δεαλκυλίωση κυρίως από CYP2D6 για να σχηματίσει την 9-δεσμεθυλ-βήτα-διυδροτετραβενζίνη.

Μετά από από του στόματος χορήγηση, η απορρόφηση ανέρχεται τουλάχιστον στο 75%. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις 12,5 έως 50 mg, οι συγκεντρώσεις τετραβενζίνης στο πλάσμα είναι γενικά κάτω από το όριο ανίχνευσης λόγω της ταχείας και εκτεταμένης ηπατικής μεταβολισμού της τετραβενζίνης από καρβονυλική αναγωγάση σε ενεργούς μεταβολίτες άλφα-διυδροτετραβενζίνη (a-HTBZ) και βήτα-διυδροτετραβενζίνη (b-HTBZ). Οι a-HTBZ και b-HTBZ μεταβολίζονται κυρίως από CYP2D6. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) των a-HTBZ και b-HTBZ επιτυγχάνονται εντός 1 έως 1,5 ώρας μετά τη χορήγηση. Η a-HTBZ στη συνέχεια μεταβολίζεται σε έναν δευτερεύοντα μεταβολίτη, την 9-δεσμεθυλ-a-DHTBZ. Η b-HTBZ στη συνέχεια μεταβολίζεται σε έναν άλλο κύριο κυκλοφορούντα μεταβολίτη, την 9-δεσμεθυλ-b-DHTBZ, για την οποία η Cmax επιτυγχάνεται περίπου 2 ώρες μετά τη χορήγηση.

hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more

Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής

Υπάρχει διατομική μεταβλητότητα στον χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της τετραβενζίνης ήταν 10 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση bolus. Οι από του στόματος χρόνοι ημίσειας ζωής των μεταβολιτών της, α-HTBZ, β-HTBZ και 9-δεσμεθυλ-β-DHTBZ, είναι επτά ώρες, πέντε ώρες και 12 ώρες, αντίστοιχα. Μετά από μία μόνο από του στόματος δόση 25 mg τετραβενζίνης, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν περίπου 17,5 ώρες σε άτομα με ηπατική ανεπάρκεια.

Η άλφα-διυδροτετραβενζίνη (a-HTBZ), η βήτα-διυδροτετραβενζίνη (b-HTBZ) και η 9-δεσμεθυλ-βήτα-διυδροτετραβενζίνη έχουν χρόνους ημίσειας ζωής 7 ώρες, 5 ώρες και 12 ώρες αντίστοιχα. /Μεταβολίτες τετραβενζίνης/

category
PubChem

MeSH classification

expand_more

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας

Φάρμακα που αναστέλλουν τη μεταφορά α-αδρενεργικών μεταβιβαστών στους τερματικούς νευράξονες ή στις αποθήκες των τερματικών άκρων. Αντικαταθλιπτικά τρικυκλικά (ANTIDEPRESSIVE AGENTS, TRICYCLIC) και αμφεταμίνες περιλαμβάνονται στα θεραπευτικά σημαντικά φάρμακα που μπορεί να δρουν μέσω αναστολής της α-αδρενεργικής μεταφοράς. Πολλά από αυτά τα φάρμακα αναστέλλουν επίσης τη μεταφορά σεροτονίνης.

fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας

Z9O08YRN8O

TETRABENAZINE

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Κυσικού Μεταφορέα Μονοαμινών 2

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυσικού Μεταφορέα Μονοαμινών 2

Η τετραβενζίνη είναι Αναστολέας Κυσικού Μεταφορέα Μονοαμινών 2. Ο μηχανισμός δράσης της τετραβενζίνης είναι ως Αναστολέας Κυσικού Μεταφορέα Μονοαμινών 2.

TETRABENAZINE

Αναστολέας Κυσικού Μεταφορέα Μονοαμινών 2 [EPC]; Αναστολείς Κυσικού Μεταφορέα Μονοαμινών 2 [MoA]

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

10 ώρες (τετραβενζίνη, IV), 7 ώρες (α-HTBZ), 5 ώρες (β-HTBZ), 12 ώρες (9-δεσμεθυλ-β-DHTBZ), ~17.5 ώρες (σε ηπατική ανεπάρκεια)
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

82% - 88%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 2 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
6018
Μοριακός τύπος
C19H27NO3
Μοριακό βάρος
317.4
IUPAC
9,10-dimethoxy-3-(2-methylpropyl)-1,3,4,6,7,11b-hexahydrobenzo[a]quinolizin-2-one
InChIKey
MKJIEFSOBYUXJB-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας

Φάρμακα που αναστέλλουν τη μεταφορά α-αδρενεργικών μεταβιβαστών στους τερματικούς νευράξονες ή στις αποθήκες των τερματικών άκρων. Αντικαταθλιπτικά τρικυκλικά (ANTIDEPRESSIVE AGENTS, TRICYCLIC) και αμφεταμίνες περιλαμβάνονται στα θεραπευτικά σημαντικά φάρμακα που μπορεί να δρουν μέσω αναστολής της α-αδρενεργικής μεταφοράς. Πολλά από αυτά τα φάρμακα αναστέλλουν επίσης τη μεταφορά σεροτονίνης.