BUPROPION
Βουπροπιόνη
**Ενδείξεις** Για τη θεραπεία της κατάθλιψης και ως βοήθημα για τη διακοπή του καπνίσματος.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-WELLBUTRIN XR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Δια του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 150 mg
- Τιτλοποίηση: Αν δεν παρατηρηθεί βελτίωση μετά από 4 εβδομάδες θεραπεία με 150 mg, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 300 mg.
-
ΕνήλικεςΔόση150 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση300 mg μία φορά την ημέραΕάν δεν παρατηρηθεί βελτίωση μετά από 4 εβδομάδες θεραπεία με 150 mg, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 300 mg. Πρέπει να υπάρξει ένα διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ διαδοχικών δόσεων. Η αϋπνία μπορεί να μειωθεί, αποφεύγοντας τη λήψη της δόσης πριν την κατάκλιση.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (ήπια έως μέτρια)Δόση150 mg μία φορά την ημέραΧορήγηση με προσοχή. Αυξημένη μεταβλητότητα στη φαρμακοκινητική.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔόση150 mg μία φορά την ημέραΗ βουπροπιόνη και οι δραστικοί μεταβολίτες της μπορεί να συσσωρεύονται σε αυτούς τους ασθενείς σε μεγαλύτερο βαθμό από τον συνηθισμένο.
block
SPC-WELLBUTRIN XR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη βουπροπιόνη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
-
Χορήγηση οποιουδήποτε άλλου φαρμακευτικού προϊόντος που περιέχει βουπροπιόνη.
-
Ενεργός επιληπτική διαταραχή ή ιστορικό σπασμών.
-
Διεγνωσμένος όγκος στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
-
Απότομη διακοπή χρήσης οινοπνευματωδών ποτών ή φαρμακευτικών προϊόντων που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο σπασμών κατά τη διακοπή τους (ιδιαίτερα βενζοδιαζεπίνες και προϊόντα τύπου βενζοδιαζεπίνης).
-
Σοβαρή ηπατική κίρρωση.
-
Πρόσφατη ή προηγούμενη διάγνωση βουλιμίας ή ψυχογενούς ανορεξίας.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI).
warning
SPC-WELLBUTRIN XR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΣπασμοίΝα μην γίνεται υπέρβαση της συνιστώμενης δόσης. Να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου. Να διακόπτεται εάν εμφανιστούν σπασμοί.
-
ΑλληλεπιδράσειςΧρειάζεται προσοχή όταν συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να επάγουν ή να αναστέλλουν το μεταβολισμό της βουπροπιόνης. Να αποφεύγεται η χρήση βουπροπιόνης κατά τη διάρκεια θεραπείας με ταμοξιφένη, εφόσον είναι δυνατόν.
-
Αυτοκτονία/αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με κατάθλιψη, ασθενείς με ιστορικό καταστάσεων σχετιζόμενων με αυτοκτονία ή με ιδεασμό αυτοκτονίας, ασθενείς ηλικίας < 25 ετώνΣτενή παρακολούθηση των ασθενών, ειδικά στα πρώτα στάδια της θεραπείας και μετά από αλλαγή δόσης. Ενημέρωση ασθενών και φροντιστών για ανάγκη παρακολούθησης κλινικής επιδείνωσης, αυτοκτονικής συμπεριφοράς ή σκέψεων, ασυνήθιστων μεταβολών στη συμπεριφορά. Άμεση ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιων συμπτωμάτων. Εξέταση αλλαγής θεραπευτικού σχήματος ή διακοπής σε ασθενείς με εμφάνιση αυτοκτονικού ιδεασμού/συμπεριφοράς.
-
Νευροψυχιατρικά συμπτώματα περιλαμβανομένης της μανίας και της διπολικής διαταραχήςΈλεγχος ασθενών για κίνδυνο διπολικής διαταραχής πριν την έναρξη θεραπείας. Παρακολούθηση για ψυχωσική, μανιακή ή μικτή/μανιακή συμπτωματολογία.
-
Φαρμακευτική εξάρτησηΧρειάζεται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ΗΣΘ ταυτόχρονα με βουπροπιόνη.
-
ΥπερευαισθησίαΆμεση διακοπή του WELLBUTRIN XR. Συμπτωματική θεραπεία για αρκετό χρονικό διάστημα (τουλάχιστον μία εβδομάδα). Παρακολούθηση για εξέλιξη ή επανεμφάνιση συμπτωμάτων μετά τη διακοπή.
-
Καρδιαγγειακή νόσοςΧρειάζεται προσοχή όταν χρησιμοποιείται σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο.
-
Αρτηριακή πίεσηΛήψη αρχικής τιμής πίεσης και έλεγχος στη συνέχεια, ειδικά σε ασθενείς με προϋπάρχουσα υπέρταση. Εξέταση διακοπής του WELLBUTRIN XR σε περίπτωση κλινικά σημαντικής αύξησης της αρτηριακής πίεσης. Προσοχή στην ταυτόχρονη χρήση με διαδερμικό σύστημα νικοτίνης.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΧρήση με προσοχή. Στενή παρακολούθηση για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες που υποδηλώνουν αυξημένα επίπεδα φαρμάκου/μεταβολιτών.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΣτενή παρακολούθηση για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες που υποδηλώνουν αυξημένα επίπεδα φαρμάκου/μεταβολιτών.
-
Ηλικιωμένα άτομαΜεγαλύτερη ευαισθησία δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
-
Παρεμβολή σε εξετάσεις ούρωνΕπιβεβαίωση θετικών αποτελεσμάτων με πιο ειδική μέθοδο.
-
Μη κατάλληλες οδοί χορήγησηςΤο WELLBUTRIN XR προορίζεται αποκλειστικά για χρήση από στόματος. Αποφυγή εισπνοής θρυμματισμένων δισκίων ή ενδοφλέβιας χορήγησης.
swap_horiz
SPC-WELLBUTRIN XR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI)ΑντένδειξηΑυξημένη πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.ΣύστασηΠρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον 14 ημέρες μεταξύ της διακοπής μη αναστρέψιμων MAOI και της έναρξης θεραπείας με WELLBUTRIN XR. Για αναστρέψιμους MAOI μία περίοδος 24 ωρών είναι αρκετή.
-
ΔεσυπραμίνηΠαρακολούθησηΜεγάλη αύξηση (2-5 φορές) της Cmax και της AUC της δεσυπραμίνης.ΣύστασηΗ αναστολή του CYP2D6 συνεχίστηκε τουλάχιστον για 7 ημέρες μετά την τελευταία δόση βουπροπιόνης. Εάν το WELLBUTRIN XR προστίθεται σε θεραπευτικό σχήμα ασθενή που περιλαμβάνει τέτοιο φάρμακο, το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης του αρχικού φαρμάκου θα πρέπει να εξετασθεί.
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6 (π.χ. ιμιπραμίνη, ρισπεριδόνη, θειοριδαζίνη, μετοπρολόλη, προπαφαινόνη, φλεκαϊνίδη)ΠαρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα των συγχορηγούμενων φαρμάκων.ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να αρχίζει με τη μικρότερη δυνατή δόση για το συγχορηγούμενο φάρμακο. Εάν το WELLBUTRIN XR προστίθεται σε θεραπευτικό σχήμα ασθενή που περιλαμβάνει τέτοιο φάρμακο, το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης του αρχικού φαρμάκου θα πρέπει να εξετασθεί.
-
ΤαμοξιφένηΠαρακολούθησηΜειωμένη αποτελεσματικότητα.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση της Cmax και της AUC της σιταλοπράμης κατά 30% και 40% αντίστοιχα.
-
ΠαρακολούθησηΜείωση των επιπέδων της διγοξίνης. Η νεφρική κάθαρση αυξήθηκε.ΣύστασηΟι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι τα επίπεδα της διγοξίνης μπορεί να αυξηθούν με τη διακοπή της βουπροπιόνης και ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για πιθανή τοξικότητα από την διγοξίνη.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση των επιπέδων βουπροπιόνης στο πλάσμα και μείωση των επιπέδων του δραστικού μεταβολίτη υδροξυβουπροπιόνη.ΣύστασηΟι κλινικές συνέπειες είναι άγνωστες.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση των επιπέδων βουπροπιόνης στο πλάσμα και μείωση των επιπέδων του δραστικού μεταβολίτη υδροξυβουπροπιόνη.ΣύστασηΟι κλινικές συνέπειες είναι άγνωστες.
-
ΠαρακολούθησηΕνδέχεται να επηρεάσουν την κλινική αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της βουπροπιόνης. Μείωση της έκθεσης στη βουπροπιόνη.ΣύστασηΟι ασθενείς μπορεί να χρειάζονται αυξημένες δόσεις βουπροπιόνης αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνεται η μέγιστη συνιστώμενη δόση.
-
ΠαρακολούθησηΕνδέχεται να επηρεάσουν την κλινική αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της βουπροπιόνης.
-
ΠροσοχήΜεγαλύτερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών (ναυτία, έμετος, νευροψυχιατρικά συμβάματα).ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
-
ΠροσοχήΜεγαλύτερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών (ναυτία, έμετος, νευροψυχιατρικά συμβάματα).ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
-
ΑλκοόλΠροσοχήΣπάνιες αναφορές ανεπιθύμητων νευροψυχιατρικών συμβαμάτων ή μειωμένης ανοχής.ΣύστασηΗ κατανάλωση αλκοόλ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με WELLBUTRIN XR πρέπει να ελαχιστοποιείται ή να αποφεύγεται.
-
ΠαρακολούθησηΜικρότερη καταστολή από ότι μόνο με διαζεπάμη.
-
Διαδερμικό σύστημα νικοτίνης (NTS)ΠαρακολούθησηΑύξηση της αρτηριακής πίεσης.
sick
SPC-WELLBUTRIN XR
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως κνίδωση.
- Αγγειοοίδημα
- Δύσπνοια/βρογχόσπασμος
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Αρθραλγίες
- Μυαλγίες
- Πυρετός (σε συνδυασμό με εξάνθημα και άλλα συμπτώματα)
- Ανορεξία
- Απώλεια βάρους
- Διαταραχές της γλυκόζης του αίματος
- Υπονατριαιμία
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Σύγχυση
- Επιθετικότητα
- Εχθρότητα
- Ευερεθιστότητα
- Ανησυχία
- Ψευδαισθήσεις
- Μη φυσιολογικά όνειρα που περιλαμβάνουν εφιάλτες
- Αποπροσωποποίηση
- Παραληρητικές ιδέες
- Παρανοϊκός ιδεασμός
- Ιδεασμός αυτοκτονίας και αυτοκτονική συμπεριφορά
- Ψύχωση
- Κεφαλαλγία
- Τρόμος
- Ζάλη
- Διαταραχές γεύσης
- Αδυναμία συγκέντρωσης
- Σπασμοί
- Δυστονία
- Αταξία
- Παρκινσονισμός
- Διαταραχές συντονισμού
- Διαταραχές μνήμης
- Παραισθησία
- Συγκοπή
- Οπτική διαταραχή
- Εμβοές
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση (μερικές φορές σοβαρή)
- Εξάψεις
- Αγγειοδιαστολή
- Ορθοστατική υπόταση
- Ξηροστομία
- Γαστρεντερικές διαταραχές, περιλαμβανομένης της ναυτίας και του εμέτου.
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Εφίδρωση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Παροξυσμός της ψωρίασης
- Ακούσια μυϊκή σύσπαση
- Συχνουρία και/ή κατακράτηση ούρων
- Ακράτεια ούρων
- Πυρετός
- Θωρακικό άλγος
- Εξασθένηση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΑναιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως κνίδωση.Ανοσοποιητικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΔύσπνοια/βρογχόσπασμοςΑνοσοποιητικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίεςΑνοσοποιητικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΜυαλγίεςΑνοσοποιητικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΠυρετός (σε συνδυασμό με εξάνθημα και άλλα συμπτώματα)Ανοσοποιητικό σύστημα
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός και διατροφή
-
Όχι συχνέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός και διατροφή
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές της γλυκόζης του αίματοςΜεταβολισμός και διατροφή
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός και διατροφή
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΕχθρότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑνησυχίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΜη φυσιολογικά όνειρα που περιλαμβάνουν εφιάλτεςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑποπροσωποποίησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΠαραληρητικές ιδέεςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΠαρανοϊκός ιδεασμόςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΙδεασμός αυτοκτονίας και αυτοκτονική συμπεριφοράΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΨύχωσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΔιαταραχές γεύσηςΝευρικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΑδυναμία συγκέντρωσηςΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΔυστονίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑταξίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΠαρκινσονισμόςΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές συντονισμούΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές μνήμηςΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΣυγκοπήΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑφτιού και λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεση (μερικές φορές σοβαρή)Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΓαστρεντερικές διαταραχές, περιλαμβανομένης της ναυτίας και του εμέτου.Γαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμωνΉπατος και χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΊκτεροςΉπατος και χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπατος και χοληφόρων
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕφίδρωσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠαροξυσμός της ψωρίασηςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑκούσια μυϊκή σύσπασηΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΣυχνουρία και/ή κατακράτηση ούρωνΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΑκράτεια ούρωνΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-WELLBUTRIN XR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΜερικές επιδημιολογικές μελέτες από την έκβαση της εγκυμοσύνης μετά τη έκθεση της μητέρας σε βουπροπιόνη κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης έχουν αναφέρει συσχέτιση με αυξημένο κίνδυνο ορισμένων συγγενών καρδιαγγειακών δυσπλασιών, ιδιαίτερα ελλειμμάτων κοιλιακού διαφράγματος και καρδιακών ανωμαλιών του χώρου εξόδου της αριστεράς κοιλίας. Τα ευρήματα αυτά δεν είναι συνεπή σε όλες τις μελέτες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην τοξικότητα επί της αναπαραγωγής (βλέπε παράγραφο 5.3). Το WELLBUTRIN XR δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με βουπροπιόνη και οι εναλλακτικές θεραπείες δεν είναι μια επιλογή.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ βουπροπιόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Η απόφαση για την αποχή από τον θηλασμό ή την αποχή από τη θεραπεία με WELLBUTRIN XR θα πρέπει να λαμβάνεται αφού ληφθεί υπόψη το όφελος του θηλασμού για το νεογέννητο/βρέφος και το όφελος της θεραπείας με WELLBUTRIN XR για τη μητέρα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν στοιχεία για την επίδραση της βουπροπιόνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Μια μελέτη επί της αναπαραγωγής σε αρουραίους δεν κατέγραψε ενδείξεις διαταραχών της γονιμότητας (βλέπε παράγραφο 5.3).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-WELLBUTRIN XR
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-WELLBUTRIN XR
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση 300 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης μία φορά την ημέρα ως δισκίο ελεγχόμενης αποδέσμευσης σε υγιείς εθελοντές, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) είναι περίπου 160 ng/ml και παρατηρήθηκαν κατά…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-WELLBUTRIN XR
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Χρήση σε ενήλικες Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 150 mg, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα. Σε κλινικές μελέτες δεν έχει εξακριβωθεί μία ιδανική δόση. Εάν δεν παρατηρηθεί βελτίωση μετά από 4 εβδομάδες θεραπεία με 150 mg, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 300 mg, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα. Πρέπει να υπάρξει ένα διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ διαδοχικών δόσεων.
Η έναρξη δράσης της βουπροπιόνης έχει παρατηρηθεί 14 ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας. Όπως με όλα τα αντικαταθλιπτικά, η πλήρης αντικαταθλιπτική δράση του WELLBUTRIN XR μπορεί να μην είναι εμφανής μέχρι και μετά από αρκετές εβδομάδες θεραπείας.
Οι ασθενείς με κατάθλιψη πρέπει να αντιμετωπίζονται για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών ώστε να διασφαλισθεί ότι είναι ελεύθεροι συμπτωμάτων.
Η αϋπνία είναι μία πολύ συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια, η οποία είναι συχνά παροδική. Η αϋπνία μπορεί να μειωθεί, αποφεύγοντας τη λήψη της δόσης πριν την κατάκλιση (με την προϋπόθεση ότι μεσολαβούν τουλάχιστον 24 ώρες μεταξύ των δόσεων)
- Αλλαγή ασθενών από δισκία WELLBUTRIN SR: Όταν αλλάζουμε ασθενείς από τα δύο φορές την ημέρα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης βουπροπιόνης σε δισκία WELLBUTRIN XR, πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να χορηγείται η ίδια ημερήσια δόση.
Παιδιατρικός πληθυσμός Το WELLBUTRIN XR δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά ή εφήβους κάτω των 18 ετών (βλέπε παράγραφο 4.4). Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του WELLBUTRIN XR σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Ηλικιωμένα άτομα Η αποτελεσματικότητα στα ηλικιωμένα άτομα είναι διφορούμενη. Σε μία κλινική μελέτη, τα ηλικιωμένα άτομα ακολούθησαν το ίδιο δοσολογικό σχήμα με τους ενήλικες (βλέπε Χρήση σε ενήλικες). Μεγαλύτερη ευαισθησία σε ορισμένα ηλικιωμένα άτομα δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Το WELLBUTRIN XR θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. Λόγω της αυξημένης μεταβλητότητας στη φαρμακοκινητική ασθενών με ήπια έως μέτρια ανεπάρκεια, η συνιστώμενη δόση σε αυτούς τους ασθενείς είναι 150 mg μία φορά την ημέρα.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Η συνιστώμενη δόση σε αυτούς τους ασθενείς είναι 150 mg μία φορά την ημέρα, επειδή η βουπροπιόνη και οι δραστικοί μεταβολίτες της μπορεί να συσσωρεύονται σε αυτούς τους ασθενείς σε μεγαλύτερο βαθμό από τον συνηθισμένο (βλέπε παράγραφο 4.4).
Τρόπος χορήγησης Τα δισκία WELLBUTRIN XR πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα. Τα δισκία δεν πρέπει να κόβονται, να θρυμματίζονται ή να μασώνται, καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβανομένων των επιληπτικών κρίσεων.
Τα δισκία WELLBUTRIN XR μπορούν να λαμβάνονται με ή χωρίς φαγητό.
Διακοπή της θεραπείας Αν και δεν παρατηρήθηκαν αντιδράσεις με τη διακοπή του φαρμάκου (αξιολογημένες όχι με βάση κάποια κλίμακα, αλλά ως αυθόρμητες αναφορές) σε κλινικές μελέτες με το WELLBUTRIN XR, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μιας περιόδου σταδιακής μείωσης. Η βουπροπιόνη είναι εκλεκτικός αναστολέας της επαναπρόσληψης κατεχολαμινών από τους νευρώνες και δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ενός φαινομένου rebound ή αντιδράσεων με τη διακοπή του φαρμάκου.
block
Αντενδείξεις
SPC-WELLBUTRIN XR
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-WELLBUTRIN XR
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-WELLBUTRIN XR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Επειδή οι αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης Α και Β ενισχύουν επίσης τις κατεχολαμινεργικούς οδούς, με διαφορετικό μηχανισμό από τη βουπροπιόνη, η ταυτόχρονη χρήση WELLBUTRIN XR με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI) αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3), επειδή υπάρχει αυξημένη πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειών από τη συγχορήγησή τους. Πρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον 14 ημέρες μεταξύ της διακοπής μη αναστρέψιμων ΜΑΟΙ και της έναρξης θεραπείας με WELLBUTRIN XR. Για αναστρέψιμους MAOI μία περίοδος 24 ωρών είναι αρκετή.
Η επίδραση της βουπροπιόνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Αν και η βουπροπιόνη δε μεταβολίζεται στο ισοένζυμο CYP2D6, η βουπροπιόνη και ο κύριος μεταβολίτης της η υδροξυβουπροπιόνη αναστέλλουν τη μεταβολική οδό του CYP2D6. Η ταυτόχρονη χορήγηση βουπροπιόνης και δεσυπραμίνης, που είναι γνωστό ότι μεταβολίζεται εκτενώς στο ισοένζυμο CYP2D6, σε υγιείς εθελοντές, οδήγησε σε μεγάλη αύξηση (2-5 φορές) της C max και της AUC της δεσυπραμίνης. Η αναστολή του CYP2D6 συνεχίστηκε τουλάχιστον για 7 ημέρες μετά την τελευταία δόση βουπροπιόνης.
Η συγχορήγηση με άλλα φάρμακα με μικρό θεραπευτικό εύρος που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6 θα πρέπει να αρχίζει με τη μικρότερη δυνατή δόση για το συγχορηγούμενο φάρμακο. Τέτοια φαρμακευτικά προϊόντα περιλαμβάνουν ορισμένα αντικαταθλιπτικά (π.χ. δεσυπραμίνη, ιμιπραμίνη), αντιψυχωσικά (π.χ. ρισπεριδόνη, θειοριδαζίνη), β-αποκλειστές (π.χ. μετοπρολόλη), εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI) και αντιαρρυθμικά τύπου 1C (π.χ. προπαφαινόνη, φλεκαϊνίδη). Εάν το WELLBUTRIN XR προστίθεται σε θεραπευτικό σχήμα ασθενή που περιλαμβάνει τέτοιο φάρμακο, το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης του αρχικού φαρμάκου θα πρέπει να εξετασθεί. Στην περίπτωση αυτή, τα αναμενόμενα οφέλη από το WELLBUTRIN XR θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά έναντι του πιθανού κινδύνου.
Φάρμακα που απαιτούν μεταβολική ενεργοποίηση από το CYP2D6 για να είναι αποτελεσματικά (π.χ. ταμοξιφένη), μπορεί να έχουν μειωμένη αποτελεσματικότητα όταν συγχορηγούνται με αναστολείς του CYP2D6 όπως η βουπροπιόνη (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αν και η σιταλοπράμη (ένας SSRI) δεν μεταβολίζεται κυρίως από το CYP2D6, σε μία μελέτη η βουπροπιόνη αύξησε την C max και την AUC της σιταλοπράμης κατά 30% και 40% αντίστοιχα.
Η συγχορήγηση διγοξίνης με βουπροπιόνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της διγοξίνης Η AUC 0-24 h της διγοξίνης μειώθηκε και η νεφρική κάθαρση αυξήθηκε σε υγιείς εθελοντές,βάση μιάς διασταυρούμενης μελέτης σύγκρισης. Οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι τα επίπεδα της διγοξίνης μπορεί να αυξηθούν με τη διακοπή της βουπροπιόνης και ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για πιθανή τοξικότητα από την διγοξίνη.
Η επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη βουπροπιόνη Η βουπροπιόνη μεταβολίζεται προς τον κύριο ενεργό μεταβολίτη υδροξυβουπροπιόνη από το κυτόχρωμα P450 CYP2B6 (βλέπε παράγραφο 5.2). Η συγχορήγηση με άλλα φάρμακα που μπορεί να επηρεάζουν το μεταβολισμό της βουπροπιόνης μέσω ισοενζύμου CYP2B6 (π.χ. υποστρώματα του CYP2B6: κυκλοφωσφαμίδη, ιφωσφαμίδη και αναστολείς του CYP2B6: ορφεναδρίνη, τικλοπιδίνη, κλοπιδογρέλη), μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αύξηση των επιπέδων βουπροπιόνης στο πλάσμα και μείωση των επιπέδων του δραστικού μεταβολίτη υδροξυβουπροπιόνη. Οι κλινικές συνέπειες της αναστολής του μεταβολισμού της βουπροπιόνης μέσω ενζύμου CYP2B6 και οι επακόλουθες μεταβολές στην αναλογία βουπροπιόνης- υδροξυβουπροπιόνης είναι επί του παρόντος άγνωστες.
Επειδή η βουπροπιόνη μεταβολίζεται εκτενώς, χρειάζεται προσοχή όταν η βουπροπιόνη συγχορηγείται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι επιταχύνουν τον μεταβολισμό (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ριτοναβίρη, εφαβιρένζη) ή αναστέλλουν τον μεταβολισμό (π.χ. βαλπροϊκό οξύ), καθώς αυτά ενδέχεται να επηρεάσουν την κλινική αποτελεσματικότητά της και την ασφάλεια της.
Σε μία σειρά μελετών με υγιείς εθελοντές, η ριτοναβίρη (100 mg δύο φορές την ημέρα ή 600 mg δύο φορές την ημέρα) ή ριτοναβίρη 100 mg συν λοπιναβίρη 400 mg δύο φορές την ημέρα, μείωσε την έκθεση στη βουπροπιόνη και στους κύριους μεταβολίτες της με δοσοεξαρτώμενο τρόπο κατά περίπου 20 έως 80% (βλέπε παράγραφο 5.2). Παρομοίως η εφαβιρένζη 600 mg άπαξ ημερησίως για δύο εβδομάδες μείωσε την έκθεση στη βουπροπιόνη κατά περίπου 55% σε υγιείς εθελοντές. Οι κλινικές συνέπειες της μειωμένης έκθεσης είναι ασαφείς, αλλά μπορεί να περιλαμβάνουν μειωμένη αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της μείζονος κατάθλιψης. Οι ασθενείς που λαμβάνουν οποιοδήποτε από αυτά τα φάρμακα με βουπροπιόνη μπορεί να χρειάζονται αυξημένες δόσεις βουπροπιόνης αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνεται η μέγιστη συνιστώμενη δόση της βουπροπιόνης
Άλλες αλληλεπιδράσεις Η χορήγηση WELLBUTRIN XR σε άτομα που λαμβάνουν ταυτόχρονα είτε λεβοντόπα είτε αμανταδίνη απαιτεί προσοχή. Περιορισμένα κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν μεγαλύτερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. της ναυτίας, του εμέτου και των νευροψυχιατρικών συμβαμάτων βλέπε παράγραφο 4.8), σε ασθενείς που λαμβάνουν βουπροπιόνη ταυτόχρονα με λεβοντόπα ή αμανταδίνη.
Αν και τα κλινικά δεδομένα δεν αναγνωρίζουν φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ βουπροπιόνης και αλκοόλ, υπάρχουν σπάνιες αναφορές ανεπιθύμητων νευροψυχιατρικών συμβαμάτων ή μειωμένης ανοχής της αλκοόλης σε ασθενείς που πίνουν αλκοόλ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βουπροπιόνη. Η κατανάλωση αλκοόλ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με WELLBUTRIN XR πρέπει να ελαχιστοποιείται ή να αποφεύγεται.
Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικές μελέτες συγχορήγησης βουπροπιόνης και βενζοδιαζεπινών. Βάσει in vitro μεταβολικών οδών, δεν υπάρχει βάση για τέτοια αλληλεπίδραση. Μετά τη συγχορήγηση βουπροπιόνης και διαζεπάμης σε υγιείς εθελοντές, υπήρξε μικρότερη καταστολή από ό,τι μόνο με διαζεπάμη.
Δεν υπήρξε συστηματική αξιολόγηση του συνδυασμού βουπροπιόνης με αντικαταθλιπτικά (εκτός της δεσιπραμίνης και της σιταλοπράμης), βενζοδιαζεπίνες (εκτός της διαζεπάμης) ή με νευροληπτικά. Υπάρχει επίσης περιορισμένη κλινική εμπειρία με το St Johns Wort.
Η ταυτόχρονη χρήση WELLBUTRIN XR και ενός διαδερμικού συστήματος νικοτίνης (NTS) μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-WELLBUTRIN XR
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ο κατάλογος που ακολουθεί παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις ανεπιθύμητες ενέργειες που προέρχονται από την κλινική εμπειρία και κατατάσσονται ανά συχνότητα εμφάνισης και οργανικό σύστημα του σώματος. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται ανάλογα με τη συχνότητα, χρησιμοποιώντας την ακόλουθη κατηγοριοποίηση, πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000), <1/1.000), πολύ σπάνιες (</10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να υπολογισθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Μη γνωστές: Αναιμία, λευκοπενία και θρομβοπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος* Συχνές: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως κνίδωση. Πολύ σπάνιες: Περισσότερο σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας περιλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος, της δύσπνοιας/βρογχόσπασμου και της αναφυλακτικής καταπληξίας. Έχουν αναφερθεί επίσης αρθραλγίες, μυαλγίες και πυρετός σε συνδυασμό με εξάνθημα και άλλα συμπτώματα ενδεικτικά επιβραδυνόμενης υπερευαισθησίας. Τα φαινόμενα αυτά μπορεί να μοιάζουν με ορονοσία.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Συχνές: Ανορεξία. Όχι συχνές: Απώλεια βάρους Πολύ σπάνιες: Διαταραχές της γλυκόζης του αίματος Μη γνωστές: Υπονατριαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές Πολύ συχνές: Αϋπνία (βλέπε παράγραφο 4.2) Συχνές: Διέγερση. Άγχος Όχι συχνές: Κατάθλιψη (βλέπε παράγραφο 4.4), σύγχυση Πολύ σπάνιες: Επιθετικότητα, εχθρότητα, ευερεθιστότητα, ανησυχία ψευδαισθήσεις, μη φυσιολογικά όνειρα που περιλαμβάνουν εφιάλτες, αποπροσωποποίηση, παραληρητικές ιδέες, παρανοϊκός ιδεασμός Μη γνωστές: Ιδεασμός αυτοκτονίας και αυτοκτονική συμπεριφορά***, ψύχωση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία Συχνές: Τρόμος, ζάλη, διαταραχές γεύσης Όχι συχνές: Αδυναμία συγκέντρωσης Σπάνιες: Σπασμοί (βλέπε παρακάτω)** Πολύ σπάνιες: Δυστονία, αταξία, Παρκινσονισμός, διαταραχές συντονισμού, διαταραχές μνήμης, παραισθησία, συγκοπή.
Οφθαλμικές διαταραχές Συχνές: Οπτική διαταραχή
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Συχνές: Εμβοές
Καρδιακές διαταραχές Όχι συχνές: Ταχυκαρδία Πολύ σπάνιες: Αίσθημα παλμών
Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Αυξημένη αρτηριακή πίεση (μερικές φορές σοβαρή), εξάψεις Πολύ σπάνιες: Αγγειοδιαστολή, ορθοστατική υπόταση
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Πολύ συχνές: Ξηροστομία, γαστρεντερικές διαταραχές, περιλαμβανομένης της ναυτίας και του εμέτου. Συχνές: Κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Πολύ σπάνιες: Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων, ίκτερος, ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού* Συχνές: Εξάνθημα, κνησμός, εφίδρωση. Πολύ σπάνιες: Πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens- Johnson, παροξυσμός της ψωρίασης
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πολύ σπάνιες: Ακούσια μυϊκή σύσπαση
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Πολύ σπάνιες: Συχνουρία και/ή κατακράτηση ούρων, ακράτεια ούρων.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές: Πυρετός, θωρακικό άλγος, εξασθένηση.
- Η υπερευαισθησία μπορεί να εκδηλώνεται ως δερματικές αντιδράσεις. Βλέπε “Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος ” και “Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού”. ** Η συχνότητα εμφάνισης σπασμών είναι περίπου 0.1% (1/1000). Ο πιο συχνός τύπος σπασμών είναι γενικευμένοι τονικοκλονικοί σπασμοί, ένας τύπος σπασμού που σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα μετεπιληπτική σύγχυση ή διαταραχές μνήμης (βλέπε παράγραφο 4.4). *** Περιπτώσεις ιδεασμού αυτοκτονίας και αυτοκτονικής συμπεριφοράς έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με βουπροπιόνη ή σύντομα μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http:// www. eof. gr).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-WELLBUTRIN XR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Μερικές επιδημιολογικές μελέτες από την έκβαση της εγκυμοσύνης μετά τη έκθεση της μητέρας σε βουπροπιόνη κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης έχουν αναφέρει συσχέτιση με αυξημένο κίνδυνο ορισμένων συγγενών καρδιαγγειακών δυσπλασιών, ιδιαίτερα ελλειμμάτων κοιλιακού διαφράγματος και καρδιακών ανωμαλιών του χώρου εξόδου της αριστεράς κοιλίας.. Τα ευρήματα αυτά δεν είναι συνεπή σε όλες τις μελέτες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην τοξικότητα επί της αναπαραγωγής (βλέπε παράγραφο 5.3). Το WELLBUTRIN XR δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με βουπροπιόνη και οι εναλλακτικές θεραπείες δεν είναι μια επιλογή.
Θηλασμός
Η βουπροπιόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Η απόφαση για την αποχή από τον θηλασμό ή την αποχή από τη θεραπεία με WELLBUTRIN XR θα πρέπει να λαμβάνεται αφού ληφθεί υπόψη το όφελος του θηλασμού για το νεογέννητο/βρέφος και το όφελος της θεραπείας με WELLBUTRIN XR για τη μητέρα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν στοιχεία για την επίδραση της βουπροπιόνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Μια μελέτη επί της αναπαραγωγής σε αρουραίους δεν κατέγραψε ενδείξεις διαταραχών της γονιμότητας (βλέπε παράγραφο 5.3).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-WELLBUTRIN XR
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντικαταθλιπτικά, Κωδικός ATC: N06 AX12
Μηχανισμός δράσης
Η βουπροπιόνη είναι εκλεκτικός αναστολέας της νευρωνικής επαναπρόσληψης κατεχολαμινών (νοραδρεναλίνης και ντοπαμίνης) με αμελητέα δράση στην επαναπρόσληψη ινδολαμινών (σεροτονίνης). Δεν αναστέλλει την μονοαμινοξειδάση. Ο μηχανισμός δράσης της βουπροπιόνης ως αντικαταθλιπτικού είναι άγνωστος. Ωστόσο, φαίνεται ότι η δράση αυτή ασκείται μέσω νοραδρενεργικών και/ή ντοπαμινεργικών μηχανισμών.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η αντικαταθλιπτική δράση της βουπροπιόνης μελετήθηκε σε ένα κλινικό πρόγραμμα που περιλάμβανε συνολικά 1155 ασθενείς σε WELLBUTRIN XR και 1868 ασθενείς σε WELLBUTRIN SR με Μείζονα καταθλιπτική διαταραχή (ΜΚΔ). Επτά από τις μελέτες εξέτασαν την αποτελεσματικότητα του WELLBUTRIN XR: 3 διεξήχθησαν στην ΕΕ με δόσεις έως 300 mg/ημέρα και 4 διεξήχθησαν στις ΗΠΑ με μία ευέλικτη δοσολογία μέχρι 450 mg/ημέρα. Επιπλέον, 9 μελέτες με το WELLBUTRIN SR σε ΜΚΔ, θεωρήθηκαν υποστηρικτικές βάσει της βιοϊσοδυναμίας του WELLBUTRIN XR (μία φορά την ημέρα) με το δισκίο SR (δύο φορές την ημέρα). Το WELLBUTRIN XR έδειξε στατιστική ανωτερότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου, όπως μετρήθηκε από την βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στην Montgomery-Asberg Depression Rating Scale (MADRS) σε 1 από τις 2 πανομοιότυπες μελέτες που χρησιμοποίησαν δόσεις από 150-300 mg. Τα ποσοστά ανταπόκρισης και υποχώρησης των συμπτωμάτων ήταν επίσης στατιστικά σημαντικά υψηλότερα με το WELLBUTRIN XR συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Σε μία τρίτη μελέτη με ηλικιωμένους ασθενείς, δεν επιτεύχθηκε στατιστική υπεροχή έναντι του εικονικού φαρμάκου, στη βασική παράμετρο, που ήταν η μέση μεταβολή από τις αρχικές τιμές στην MADRS (Last Observation Carried Forward end point), αν και παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές δράσεις σε δευτερογενή (Observed Case) ανάλυση. Σημαντικό όφελος δείχθηκε στο πρωτεύον τελικό σημείο στις 2 από τις 4 Αμερικανικές μελέτες με το WELLBUTRIN XR (300-450 mg). Από τις 2 θετικές μελέτες, η μία ήταν ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο σε ασθενείς με ΜΚΔ και μία ήταν μελέτη ελεγχόμενη με δραστική ουσία σε ασθενείς με ΜΚΔ. Σε μία μελέτη πρόληψης της υποτροπής, οι ασθενείς που ανταποκρίθηκαν σε 8 εβδομάδες οξείας αντιμετώπισης με ανοιχτή αγωγή WELLBUTRIN SR (300 mg/ημέρα) τυχαιοποιήθηκαν σε WELLBUTRIN SR ή εικονικό φάρμακο για επιπλέον 44 εβδομάδες. Το WELLBUTRIN SR έδειξε στατιστικά σημαντική υπεροχή συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (P < 0.05) ως προς την εκτίμηση της πρωτεύουσας έκβασης. Η συχνότητα διατήρησης της δράσης κατά τη διάρκεια της περιόδου 44 εβδομάδων διπλής τυφλής παρακολούθησης, ήταν 64% και 48% για το WELLBUTRIN SR και το εικονικό φάρμακο αντίστοιχα.
Κλινική ασφάλεια
Το προοπτικά παρατηρηθέν ποσοστό των καρδιακών γενετικών ανωμαλιών σε εγκυμοσύνες με προγεννητική έκθεση σε βουπροπιόνη στο πρώτο τρίμηνο στο διεθνές μητρώο κυήσεων ήταν 9/675 (1,3%). Σε μία αναδρομική μελέτη δεν υπήρξε μεγαλύτερη αναλογία συγγενών δυσπλασιών ή καρδιαγγειακών δυσπλασιών σε περισσότερα από χίλια περιστατικά έκθεσης στη βουπροπιόνη κατά το πρώτο τρίμηνο συγκριτικά με τη χρήση άλλων αντικαταθλιπτικών. Σε μια αναδρομική ανάλυση χρησιμοποιώντας δεδομένα από την Εθνική Μελέτη Πρόληψης Ελαττωματικών Γεννήσεων, παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ της εμφάνισης μιας καρδιακής ανωμαλίας του χώρου εξόδου της αριστεράς κοιλίας στο βρέφος και αυτο-αναφερόμενης χρήσης βουπροπιόνης από τη μητέρα στην αρχή της εγκυμοσύνης. Δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ χρήσης βουπροπιόνης από τη μητέρα και κάθε άλλου είδους καρδιακού ελαττώματος ή με όλες τις κατηγορίες μαζί των ελαττωμάτων καρδιάς. Μια περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων από τη μελέτη του Ελαττωματικών Γεννήσεων του Κέντρου Επιδημιολογίας Slone δεν διαπίστωσε καμία στατιστικά σημαντική αύξηση των καρδιακών ανωμαλιών του χώρου εξόδου της αριστεράς κοιλίας με τη χρήση βουπροπιόνης από τη μητέρα. Ωστόσο, μια στατιστικά σημαντική συσχέτιση παρατηρήθηκε για ελλείμματα κοιλιακού διαφράγματος μετά τη χρήση βουπροπιόνης μόνο κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Σε μια μελέτη σε υγιείς εθελοντές, δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση των δισκίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης (450 mg/ημερησίως) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ως προς το διάστημα QTcF μετά από χορήγηση 14 ημερών σε σταθερή κατάσταση.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-WELLBUTRIN XR
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση 300 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης μία φορά την ημέρα ως δισκίο ελεγχόμενης αποδέσμευσης σε υγιείς εθελοντές, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) είναι περίπου 160 ng/ml και παρατηρήθηκαν κατά προσέγγιση στις 5 ώρες. Σε σταθεροποιημένη κατάσταση οι τιμές της Cmax και της AUC της υδροξυβουπροπιόνης είναι περίπου 3 και 14 φορές μεγαλύτερες από αυτές της βουπροπιόνης αντίστοιχα. Η Cmax της θρεοϋδροβουπροπιόνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι παρόμοια με αυτή της βουπροπιόνης και η AUC περίπου 5 φορές υψηλότερη, ενώ οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ερυθροϋδρόξυβουρποπιόνης περίπου 5 φορές υψηλότερες, ενώ οι συγκεντρώσεις της ερυθροϋδρόξυβουρποπιόνης στο πλάσμα είναι συγκρίσιμες με αυτές της βουπροπιόνης. Τα μέγιστα επίπεδα υδροξυβουπροπιόνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 7 ώρες, ενώ αυτά της θρεοϋδροβουπροπιόνης και της ερυθροϋδρόξυβουρποπιόνης επιτυγχάνονται σε 8 ώρες. Οι τιμές της AUC και της Cmax της βουπροπιόνης και των δραστικών μεταβολιτών της υδροξυβουπροπιόνη και θρεοϋδροβουπροπιόνη αυξάνουν ανάλογα με τη δόση, σε ένα εύρος δόσεων από 50-200 mg μετά από χορήγηση μίας δόσης και σε ένα εύρος δόσεων από 300-450 mg/ημέρα μετά από χρόνια δοσολογία. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της βουπροπιόνης δεν είναι γνωστή. Τα στοιχεία απέκκρισης με τα ούρα, ωστόσο, υποδεικνύουν ότι τουλάχιστον το 87% της δόσης βουπροπιόνης απορροφάται. Η απορρόφηση των δισκίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης βουπροπιόνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ταυτόχρονη λήψη τροφής.
Κατανομή
Η βουπροπιόνη κατανέμεται ευρύτατα, με φαινόμενο όγκο κατανομής περίπου 2000 L. Η βουπροπιόνη, η υδροξυβουπροπιόνη και η θρεοϋδροβουπροπιόνη εμφανίζουν μέτριου βαθμού δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (κατά 84%, 77% και 42% αντίστοιχα). Η βουπροπιόνη και οι ενεργοί μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Μελέτες σε ζώα δείχνουν ότι η βουπροπιόνη και οι ενεργοί μεταβολίτες διέρχονται επίσης τον αιματο-εγκεφαλικό φραγμό και τον πλακούντα. Μελέτες με Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων σε υγιείς εθελοντές έδειξαν ότι η βουπροπιόνη διεισδύει στο ΚΝΣ και συνδέεται με το ντοπαμινεργικό μεταφορέα επαναπρόσληψης του ραβδωτού σώματος (περίπου κατά 25% σε δόση 150 mg δύο φορές την ημέρα).
Βιομετασχηματισμός
Η βουπροπιόνη στον άνθρωπο μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό. Στο πλάσμα ανιχνεύονται τρεις φαρμακολογικά ενεργοί μεταβολίτες: η υδροξυβουπροπιόνη και τα αμινο-αλκοολικά ισομερή, η θρεοϋδροβουπροπιόνη και η ερυθροϋδροβουπροπιόνη. Αυτό ενδέχεται να έχει κλινική σημασία, δεδομένου ότι οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών στο πλάσμα είναι συγκρίσιμες ή και υψηλότερες από αυτές της βουπροπιόνης. Οι ενεργοί μεταβολίτες μεταβολίζονται περαιτέρω προς ανενεργά παράγωγα (ορισμένα από τα οποία δεν έχουν χαρακτηρισθεί πλήρως και ενδέχεται να αποτελούν μίγματα) που αποβάλλονται με τα ούρα. In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι η βουπροπιόνη μεταβολίζεται προς τον βασικό ενεργό μεταβολίτη της υδροξυβουπροπιόνης κυρίως από το CYP2B6, ενώ τα CYP1A2, 2A6, 2C9, 3A4 και 2E1 συμμετέχουν σε μικρότερο βαθμό. Αντίθετα, ο σχηματισμός της θρεοϋδροβουπροπιόνης περιλαμβάνει καρβονυλική αναγωγή, αλλά όχι τα ισοένζυμα του κυττοχρώματος P450 (βλέπε παράγραφο 4.5). Η πιθανότητα αναστολής του κυττοχρώματος P450 από τη θρεοϋδροβουπροπιόνη και την ερυθροϋδρoβουπροπιόνη δεν έχει διερευνηθεί. Η βουπροπιόνη και η υδροξυβουπροπιόνη είναι αναστολείς του ισοενζύμου CYP2D6, με τιμές K i 21 και 13.3 μΜ αντίστοιχα (βλέπε παράγραφο 4.5). Έχει αποδειχθεί ότι στα πειραματόζωα και με σχετικά μακροπρόθεσμη χορήγηση, η ίδια η βουπροπιόνη επάγει τον μεταβολισμό της. Στον άνθρωπο, δεν υπάρχουν ενδείξεις για ενζυμική επαγωγή της βουπροπιόνης ή της υδροξυβουπροπιόνης, με χορήγηση στις συνιστώμενες δόσεις επί 10 έως 45 ημέρες, είτε σε ασθενείς είτε σε υγιείς εθελοντές.
Απομάκρυνση
Στον άνθρωπο μετά την χορήγηση 200 mg ραδιοεπισημασμένης C- βουπροπιόνης από το στόμα, το 87% και 10% της ραδιενεργής δόσης ανακτάται στα ούρα και στα κόπρανα αντίστοιχα. Το ποσοστό της ποσότητας της βουπροπιόνης που αποβάλλεται αυτούσια είναι μόνο 0.5 %, εύρημα συμβατό με τον εκτενή μεταβολισμό του φαρμάκου. Η ραδιοεπισημασμένη ποσότητα ανιχνεύεται στα ούρα με την μορφή ενεργών μεταβολιτών σε ποσοστό μικρότερο του 10%. Η μέση φαινόμενη κάθαρση μετά από χορήγηση υδροχλωρικής βουπροπιόνης από το στόμα είναι περίπου 200 L/hr και η μέση ημιπερίοδος αποβολής είναι περίπου 20 ώρες. Η ημιπερίοδος αποβολής της υδροξυβουπροπιόνης είναι περίπου 20 ώρες. Η ημιπερίοδος αποβολής της θρεοϋδροβουπροπιόνης και της ερυθροϋδρoβουπροπιόνης είναι μεγαλύτερος (37 και 33 ώρες αντίστοιχα) και οι τιμές AUC σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 8 και 1.6 φορές υψηλότερες αυτών της βουπροπιόνης αντίστοιχα. Η σταθεροποιημένη κατάσταση για τη βουπροπιόνη και τους μεταβολίτες της επιτυγχάνεται εντός 8 ημερών. Το αδιάλυτο κέλυφος του δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορεί να παραμείνει ανέπαφο κατά την διέλευση από το γαστρεντερικό και να αποβληθεί από τα κόπρανα.
Ειδικές ομάδες ασθενών:
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Ενδέχεται να μειώνεται ο ρυθμός απομάκρυνσης της βουπροπιόνης και των δραστικών κύριων μεταβολιτών της σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας. Περιορισμένα στοιχεία από ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου ή με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία δείχνουν ότι αυξήθηκε η έκθεση στη βουπροπιόνη και/ή στους μεταβολίτες της (βλέπε παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της βουπροπιόνης και των κυριότερων μεταβολιτών της δε διαφέρει στατιστικά σημαντικά σε άτομα με ήπια έως μέτριας βαρύτητας κίρρωση από αυτή των υγιών εθελοντών, αν και η μεταβλητότητα μεταξύ των ασθενών είναι μεγαλύτερη (βλέπε παράγραφο 4.4). Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική κίρρωση η C max και η AUC της βουπροπιόνης αυξήθηκαν σημαντικά (μέση διαφορά περίπου 70% και 3πλάσια αντίστοιχα) και είχαν μεγαλύτερη μεταβλητότητα σε σχέση με τις τιμές τους σε υγιείς εθελοντές. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής ήταν επίσης μεγαλύτερος (περίπου κατά 40%). Για την υδροξυβουπροπιόνη, η μέση C max ήταν χαμηλότερη (περίπου κατά 70%), η μέση AUC έτεινε να είναι μεγαλύτερη (περίπου κατά 30%), η μέση T max ήταν αργότερα (περίπου κατά 20 ώρες) και οι μέσοι χρόνοι ημίσειας ζωής ήταν μεγαλύτεροι (περίπου 4πλάσιοι) από ό,τι σε υγιείς εθελοντές. Για τη θρεοϋδρoβουπροπιόνη και την ερυθροϋδρoβουπροπιόνη, η μέση C max έτεινε να είναι χαμηλότερη (περίπου κατά 30%), η μέση AUC έτεινε να είναι μεγαλύτερη (περίπου κατά 50%) η μέση T max ήταν αργότερα (περίπου κατά 20 ώρες) και ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής μεγαλύτερος (περίπου κατά 2πλάσιος) από ό,τι σε υγιείς εθελοντές (βλέπε παράγραφο 4.3).
Ηλικιωμένα άτομα Τα αποτελέσματα φαρμακοκινητικών μελετών στους ηλικιωμένους ποικίλουν. Μία μελέτη με εφάπαξ χορήγηση έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της βουπροπιόνης και των μεταβολιτών της δεν διαφέρει μεταξύ των ηλικιωμένων και των ατόμων μικρότερης ηλικίας. Μία άλλη φαρμακοκινητική μελέτη με εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις έδειξε ότι η βουπροπιόνη και οι μεταβολίτες της ενδέχεται να αθροίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό στους ηλικιωμένους. Από την κλινική εμπειρία δεν προκύπτουν διαφορές ως προς την ανοχή, μεταξύ ηλικιωμένων και νεώτερων ασθενών, αλλά το ενδεχόμενο μεγαλύτερης ευαισθησίας στους ηλικιωμένους ασθενείς δεν μπορεί να αποκλεισθεί (βλέπε παράγραφο 4.4).
In vitro αποδέσμευση βουπροπιόνης με αλκοόλ Δοκιμασίες in-vitro έδειξαν ότι σε υψηλές συγκεντρώσεις αλκοόλ (έως 40%), η βουπροπιόνη αποδεσμεύεται γρηγορότερα από τη μορφή της ελεγχόμενης αποδέσμευσης (έως 20% διαλύονται σε 2 ώρες) (βλέπε παράγραφο 4.5).
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ένα μονοκυκλικό αντικαταθλιπτικό αμινοκετόνης. Ο μηχανισμός των θεραπευτικών του δράσεων δεν είναι καλά κατανοητός, αλλά φαίνεται να αναστέλλει την πρόσληψη ντοπαμίνης. Το υδροχλωρίδιο διατίθεται ως βοήθημα στη θεραπεία διακοπής του καπνίσματος. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία της κατάθλιψης και ως βοήθημα για τη διακοπή του καπνίσματος.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η βουπροπιόνη, ένα αντικαταθλιπτικό της κατηγορίας των αμινοκετονών και ένα μη νικοτινικό βοήθημα για τη διακοπή του καπνίσματος, είναι χημικά άσχετη με τρικυκλικά, τετρακυκλικά, αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή άλλους γνωστούς αντικαταθλιπτικούς παράγοντες. Σε σύγκριση με τα κλασικά τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, η βουπροπιόνη είναι σχετικά ασθενής αναστολέας της νευρωνικής πρόσληψης νορεπινεφρίνης, σεροτονίνης και ντοπαμίνης. Επιπλέον, η βουπροπιόνη δεν αναστέλλει τη μονοαμινοξειδάση. Η βουπροπιόνη προκαλεί δράσεις διέγερσης του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) εξαρτώμενες από τη δόση σε ζώα, όπως αποδεικνύεται από αυξημένη κινητική δραστηριότητα, αυξημένους ρυθμούς ανταπόκρισης σε διάφορες εργασίες συμπεριφοράς ελεγχόμενες με ερέθισμα, και, σε υψηλές δόσεις, πρόκληση ήπιας στερεοτυπικής συμπεριφοράς.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η βουπροπιόνη αναστέλλει επιλεκτικά την επαναπρόσληψη ντοπαμίνης, νορεπινεφρίνης και σεροτονίνης από τους νευρώνες. Οι δράσεις στα συστήματα ντοπαμίνης είναι πιο σημαντικές από την ιμιπραμίνη ή την αμιτριπτυλίνη, ενώ η αναστολή της επαναπρόσληψης νορεπινεφρίνης και σεροτονίνης στην νευρωνική μεμβράνη είναι ασθενέστερη για τη βουπροπιόνη σε σύγκριση με τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. Η αύξηση της νορεπινεφρίνης μπορεί να μειώσει τα συμπτώματα στέρησης νικοτίνης και η αύξηση της ντοπαμίνης σε νευρωνικές θέσεις μπορεί να μειώσει την επιθυμία για νικοτίνη και την τάση για κάπνισμα. Η βουπροπιόνη παρουσιάζει μέτριες αντιχολινεργικές δράσεις.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Για παρατεταμένη αποδέσμευση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 3 ωρών.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
24 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
84%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Η βουπροπιόνη μεταβολίζεται εκτενώς στους ανθρώπους. Η οξείδωση της πλευρικής αλυσίδας της βουπροπιόνης οδηγεί στον σχηματισμό ενός γλυκινικού συζεύγματος του μεταχλωροβενζοϊκού οξέος, το οποίο στη συνέχεια απεκκρίνεται ως ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα. Μετά από από του στόματος χορήγηση 200 mg 14C-βουπροπιόνης σε ανθρώπους, ανακτήθηκαν 87% και 10% της ραδιενεργού δόσης στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα. Ωστόσο, το κλάσμα της από του στόματος δόσης βουπροπιόνης που απεκκρίθηκε αμετάβλητο ήταν μόνο 0,5%, ένα εύρημα που συνάδει με τον εκτενή μεταβολισμό της βουπροπιόνης.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν επιληπτικές κρίσεις, παραισθήσεις, απώλεια συνείδησης, ταχυκαρδία και καρδιακή ανακοπή.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
- Η βουπροπιόνη είναι χημικά άσχετη με τρικυκλικά, τετρακυκλικά, αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή άλλους γνωστούς αντικαταθλιπτικούς παράγοντες.
- Σε σύγκριση με τα κλασικά τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, η βουπροπιόνη είναι ένας σχετικά ασθενής αναστολέας της νευρωνικής πρόσληψης νορεπινεφρίνης και ντοπαμίνης.
- Η βουπροπιόνη δεν αναστέλλει τη μονοαμινοξειδάση.
- Η βουπροπιόνη βρέθηκε να είναι ουσιαστικά ανενεργή στον αναστολέα πρόσληψης σεροτονίνης (SERT) (IC50 > 10.000 nM).
- Τόσο η βουπροπιόνη όσο και ο κύριος μεταβολίτης της, η υδροξυβουπροπιόνη, αναστέλλουν τη λειτουργία των υποδοχέων σεροτονίνης τύπου 3Α (5-HT3ARs) που είναι επιλεκτικοί για κατιόντα.
- Η βουπροπιόνη προκαλεί δόση-σχετιζόμενες διεγερτικές επιδράσεις στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ) σε ζώα (αυξημένη κινητική δραστηριότητα, αυξημένοι ρυθμοί απόκρισης σε διάφορες εργασίες, και σε υψηλές δόσεις, πρόκληση ήπιας στερεοτυπικής συμπεριφοράς).
- Λόγω αυτών των διεγερτικών επιδράσεων και της επιλεκτικής δράσης στους υποδοχείς ντοπαμίνης και νορεπινεφρίνης, η βουπροπιόνη έχει αναγνωριστεί ότι έχει δυναμικό κατάχρησης.
- Η βουπροπιόνη έχει παρόμοια δομή με την ελεγχόμενη ουσία [DB01560] και έχει αναγνωριστεί ότι έχει ήπια αμφεταμινοειδή δράση, ιδιαίτερα όταν εισπνέεται ή ενίεται.
- Η βουπροπιόνη είναι γνωστό ότι μειώνει το όριο επιληπτογόνου, καθιστώντας οποιεσδήποτε προϋπάρχουσες επιληπτικές καταστάσεις αντένδειξη για τη χρήση της.
- Ο κίνδυνος αυτός επιδεινώνεται όταν η βουπροπιόνη συνδυάζεται με άλλες ουσίες που μειώνουν το όριο επιληπτογόνου (π.χ., [κοκαΐνη]), ή σε κλινικές καταστάσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο επιληπτικής κρίσης (π.χ., απότομη στέρηση αλκοόλ ή βενζοδιαζεπινών).
- Δεδομένου ότι η νορεπινεφρίνη έχει αντισπασμωδικές ιδιότητες, οι ανασταλτικές επιδράσεις της βουπροπιόνης στον NET πιστεύεται ότι συμβάλλουν στην προ-επιληπτική της δράση.
- Η βουπροπιόνη έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει την αρτηριακή πίεση και ενέχει κίνδυνο επιδείνωσης μη διαχειριζόμενης ή προϋπάρχουσας υπέρτασης.
- Σε κλινικές δοκιμές, η μέση αύξηση της συστολικής αρτηριακής πίεσης που σχετίζεται με τη χρήση βουπροπιόνης ήταν 1,3 mmHg.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
- Η βουπροπιόνη είναι ένας αναστολέας επαναπρόσληψης νορεπινεφρίνης/ντοπαμίνης (NDRI) που ασκεί τις φαρμακολογικές της επιδράσεις αναστέλλοντας ασθενώς τα ένζυμα που εμπλέκονται στην πρόσληψη των νευροδιαβιβαστών νορεπινεφρίνης και ντοπαμίνης από τη συναπτική σχισμή, παρατείνοντας έτσι τη διάρκεια δράσης τους εντός της νευρωνικής σύναψης και τις κατάντη επιδράσεις αυτών των νευροδιαβιβαστών.
- Πιο συγκεκριμένα, η βουπροπιόνη συνδέεται με τον μεταφορέα νορεπινεφρίνης (NET) και τον μεταφορέα ντοπαμίνης (DAT).
- Η βουπροπιόνη αρχικά ταξινομήθηκε ως “άτυπο” αντικαταθλιπτικό επειδή δεν ασκεί τις ίδιες επιδράσεις με τα κλασικά αντικαταθλιπτικά, όπως οι Αναστολείς Μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟIs), τα Τρικυκλικά Αντικαταθλιπτικά (TCAs), ή οι Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης (SSRIs).
- Ενώ έχει συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα με τις τυπικές επιλογές πρώτης γραμμής για τη θεραπεία της κατάθλιψης, όπως οι SSRIs, η βουπροπιόνη αποτελεί μια μοναδική επιλογή για τη θεραπεία της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής (MDD) καθώς δεν παρουσιάζει κλινικά σημαντικές σεροτονινεργικές επιδράσεις, τυπικές άλλων φαρμάκων διάθεσης, ούτε επιδράσεις στους υποδοχείς ισταμίνης ή αδρεναλίνης.
- Η έλλειψη δράσης σε αυτούς τους υποδοχείς έχει ως αποτέλεσμα ένα πιο ανεκτό προφίλ παρενεργειών· η βουπροπιόνη είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσει σεξουαλικές παρενέργειες, καταστολή ή αύξηση βάρους σε σύγκριση με τους SSRIs ή τους TCAs.
- Όταν χρησιμοποιείται ως βοήθημα για τη διακοπή του καπνίσματος, πιστεύεται ότι η βουπροπιόνη προσφέρει αντικαπνιστικές και αντικαταθλιπτικές επιδράσεις μέσω της αναστολής της επαναπρόσληψης ντοπαμίνης, η οποία πιστεύεται ότι εμπλέκεται στις οδούς ανταμοιβής που σχετίζονται με τη νικοτίνη, και μέσω του ανταγωνισμού του υποδοχέα νικοτινικού ακετυλοχολίνης (AChR), μειώνοντας έτσι τις επιδράσεις της νικοτίνης.
- Επιπλέον, οι διεγερτικές επιδράσεις που παράγονται από τη βουπροπιόνη στο κεντρικό νευρικό σύστημα είναι παρόμοιες με τις επιδράσεις της νικοτίνης, καθιστώντας τις χαμηλές δόσεις βουπροπιόνης μια κατάλληλη επιλογή ως υποκατάστατο της νικοτίνης.
- Όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με [naltrexone] στο εμπορικό προϊόν ContraveⓇ για τη χρόνια διαχείριση βάρους, πιστεύεται ότι τα δύο συστατικά δρουν σε περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη ρύθμιση της πρόσληψης τροφής.
- Αυτό περιλαμβάνει τον υποθάλαμο, ο οποίος εμπλέκεται στη ρύθμιση της όρεξης, και το μεσο-λιμβικό κύκλωμα ντοπαμίνης, το οποίο εμπλέκεται στις οδούς ανταμοιβής.
- Μελέτες έχουν δείξει ότι η συνδυασμένη δράση της βουπροπιόνης και της [naltrexone] αυξάνει τον ρυθμό πυροδότησης των νευρώνων POMC του υποθαλάμου και τον αποκλεισμό της αυτο-αναστολής του POMC που διαμεσολαβείται από οπιοειδείς υποδοχείς, οι οποίοι σχετίζονται με τη μείωση της πρόσληψης τροφής και την αύξηση της ενεργειακής δαπάνης.
Επιπρόσθετα στοιχεία:
- Μονοκυκλική αμινοκετόνη με νοραδρενεργική και ντοπαμινεργική δράση.
- Η βουπροπιόνη είναι ένα νέο, μη-τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό με πρωταρχική φαρμακολογική δράση την αναστολή της πρόσληψης μονοαμινών.
- Το φάρμακο ομοιάζει με ψυχοδιεγερτικό όσον αφορά το νευροχημικό και συμπεριφορικό του προφίλ in vivo, αλλά δεν προκαλεί αξιόπιστα διεγερτικά αποτελέσματα σε ανθρώπους σε κλινικά συνταγογραφούμενες δόσεις.
- Η βουπροπιόνη συνδέεται με μέτρια εκλεκτικότητα με τον μεταφορέα ντοπαμίνης, αλλά οι συμπεριφορικές της επιδράσεις συχνά αποδίδονται στην αναστολή της πρόσληψης νορεπινεφρίνης.
- Η βουπροπιόνη προκαλεί δοσοεξαρτώμενη υποθερμία σε ποντίκια, η οποία μπορεί να σχετίζεται με ενεργοποίηση υποδοχέων D-2.
- Η βουπροπιόνη μειώνει την πρόσληψη τροφής και αυξάνει την κινητική δραστηριότητα σε αρουραίους, πιθανώς μέσω έμμεσων ντοπαμινεργικών μηχανισμών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βουπροπιόνη διατίθεται σε 3 διακριτές, αλλά βιοϊσοδύναμες μορφές: άμεσης αποδέσμευσης (IR), παρατεταμένης αποδέσμευσης (SR), και παρατεταμένης-επεκτεταμένης αποδέσμευσης (XL).
Μορφή Άμεσης Αποδέσμευσης (IR)
- Σε ανθρώπους, μετά από από του στόματος χορήγηση δισκίων βουπροπιόνης υδροχλωρικής, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται συνήθως εντός 2 ωρών.
- Οι μορφές IR παρέχουν σύντομη διάρκεια δράσης και συνήθως χορηγούνται τρεις φορές την ημέρα.
Μορφή Παρατεταμένης Αποδέσμευσης (SR)
- Σε ανθρώπους, μετά από από του στόματος χορήγηση δισκίων βουπροπιόνης υδροχλωρικής παρατεταμένης αποδέσμευσης (SR), η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Cmax) της βουπροπιόνης επιτυγχάνεται συνήθως εντός 3 ωρών.
- Οι μορφές SR παρέχουν 12ωρη παρατεταμένη αποδέσμευση του φαρμάκου και συνήθως χορηγούνται δύο φορές την ημέρα.
Μορφή Παρατεταμένης-Επεκτεταμένης Αποδέσμευσης (XL)
- Μετά από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση δισκίων βουπροπιόνης υδροχλωρικής παρατεταμένης-επεκτεταμένης αποδέσμευσης (XL) σε υγιείς εθελοντές, ο διάμεσος χρόνος μέχρι τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα για τη βουπροπιόνη ήταν περίπου 5 ώρες.
- Η παρουσία τροφής δεν επηρέασε τη μέγιστη συγκέντρωση ή την περιοχή υπό την καμπύλη (AUC) της βουπροπιόνης.
- Οι μορφές XL παρέχουν 24ωρη παρατεταμένη αποδέσμευση του φαρμάκου και συνήθως χορηγούνται μία φορά την ημέρα.
Σύγκριση Μορφών
- Σε μια μελέτη που συνέκρινε χρόνια χορήγηση δισκίων βουπροπιόνης υδροχλωρικής SR (150 mg δύο φορές ημερησίως) με τη μορφή άμεσης αποδέσμευσης (100 mg τρεις φορές ημερησίως), η Cmax σε σταθερή κατάσταση για τη βουπροπιόνη μετά τη χορήγηση SR ήταν περίπου 85% αυτής που επιτεύχθηκε με τη μορφή IR.
- Η έκθεση (AUC) στη βουπροπιόνη ήταν ισοδύναμη για τις δύο μορφές.
- Η βιοϊσοδυναμία αποδείχθηκε επίσης για τους τρεις κύριους ενεργούς μεταβολίτες (υδροξυβουπροπιόνη, θρεοϋδροβουπροπιόνη και ερυθροϋδροβουπροπιόνη) τόσο για την Cmax όσο και για την AUC.
- Επιπλέον, σε μια μελέτη που συνέκρινε 14ήμερη χορήγηση δισκίων XL (300 mg μία φορά ημερησίως) με τη μορφή IR (100 mg τρεις φορές ημερησίως), αποδείχθηκε ισοδυναμία για τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και την περιοχή υπό την καμπύλη για τη βουπροπιόνη και τους τρεις μεταβολίτες.
- Η ισοδυναμία αποδείχθηκε επίσης μεταξύ των μορφών XL (300 mg μία φορά ημερησίως) και SR (150 mg δύο φορές ημερησίως).
Επίδραση Τροφής
- Τα δισκία SR μπορούν να ληφθούν με ή χωρίς τροφή.
- Η Cmax και η AUC της βουπροπιόνης αυξήθηκαν κατά 11% έως 35% και 16% έως 19% αντίστοιχα, όταν τα δισκία SR χορηγήθηκαν με τροφή σε υγιείς εθελοντές.
- Η επίδραση της τροφής δεν θεωρείται κλινικά σημαντική.
Μεταβολίτες
- Μετά από εφάπαξ χορήγηση δισκίων XL, η Cmax του μεταβολίτη υδροξυβουπροπιόνης εμφανίζεται περίπου 6 ώρες μετά τη δόση και είναι περίπου 10 φορές υψηλότερη από το επίπεδο της μητρικής ουσίας σε σταθερή κατάσταση.
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της υδροξυβουπροπιόνης είναι περίπου 20 (±5) ώρες και η AUC της σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 17 φορές αυτής της βουπροπιόνης.
- Οι χρόνοι μέχρι τις μέγιστες συγκεντρώσεις για τους μεταβολίτες ερυθροϋδροβουπροπιόνη και θρεοϋδροβουπροπιόνη είναι παρόμοιοι με αυτούς της υδροξυβουπροπιόνης.
- Ωστόσο, οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής τους είναι μεγαλύτεροι: 33 (±10) και 37 (±13) ώρες αντίστοιχα.
Απέκκριση
- Η βουπροπιόνη μεταβολίζεται εκτενώς στον άνθρωπο.
- Η οξείδωση της πλευρικής αλυσίδας της βουπροπιόνης οδηγεί στο σχηματισμό ενός συζεύγματος γλυκίνης του μετα-χλωροβενζοϊκού οξέος, το οποίο στη συνέχεια απεκκρίνεται ως ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα.
- Μετά από από του στόματος χορήγηση 200 mg 14C-βουπροπιόνης σε ανθρώπους, το 87% και το 10% της ραδιενεργού δόσης ανακτήθηκαν στα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα.
- Ωστόσο, το κλάσμα της από του στόματος δόσης που απεκκρίθηκε αμετάβλητο ήταν μόνο 0,5%, γεγονός που συνάδει με τον εκτενή μεταβολισμό της βουπροπιόνης.
- Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις βουπροπιόνης συνήθως παρατηρούνται εντός 2 ή 3 ωρών μετά από από του στόματος χορήγηση συμβατικών ή παρατεταμένης αποδέσμευσης δισκίων (Wellbutrin SR, Zyban).
- Οι πλασματικές συγκεντρώσεις της βουπροπιόνης μετά από εφάπαξ δόσεις 100-250 mg και με χρόνια χορήγηση έως 450 mg ημερησίως είναι ανάλογες της δόσης.
- Οι σταθερές πλασματικές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται εντός 8 ημερών.
- Η φαρμακοκινητική της βουπροπιόνης είναι γραμμική κατά τη χρόνια χορήγηση δόσεων 300-450 mg ημερησίως.
- Η βουπροπιόνη φαίνεται να απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σύστημα.
- Η βιοδιαθεσιμότητα ποικίλλει από 5-20% σε ζώα.
- Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται διφασικά, με την πτώση να παρατηρείται 6 ώρες μετά τη χορήγηση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συγκράτηση Πρωτεϊνών
- Δοκιμές in vitro δείχνουν ότι η βουπροπιόνη συνδέεται κατά 84% με πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος σε συγκεντρώσεις έως 200 mcg/mL.
- Ο βαθμός σύνδεσης πρωτεϊνών του μεταβολίτη υδροξυβουπροπιόνης είναι παρόμοιος με αυτόν της βουπροπιόνης.
- Ο βαθμός σύνδεσης πρωτεϊνών του μεταβολίτη θρεοϋδροβουπροπιόνης είναι περίπου ο μισός αυτού της βουπροπιόνης.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
- Η βουπροπιόνη μεταβολίζεται εκτενώς στον άνθρωπο.
- Τρεις μεταβολίτες είναι ενεργοί: η υδροξυβουπροπιόνη (σχηματίζεται μέσω υδροξυλίωσης της τριτοταγούς-βουτυλικής ομάδας της βουπροπιόνης) και τα αμινο-αλκοολικά ισομερή, θρεοϋδροβουπροπιόνη και ερυθροϋδροβουπροπιόνη (σχηματίζονται μέσω αναγωγής της καρβονυλικής ομάδας).
- Ευρήματα in vitro υποδηλώνουν ότι το CYP2B6 είναι το κύριο ισόμορφο που εμπλέκεται στο σχηματισμό της υδροξυβουπροπιόνης, ενώ τα ένζυμα κυτοχρώματος P450 δεν εμπλέκονται στο σχηματισμό της θρεοϋδροβουπροπιόνης.
- Η υδροξυβουπροπιόνη έχει την ίδια συγγένεια με τη βουπροπιόνη για τον μεταφορέα νορεπινεφρίνης (NET), αλλά περίπου το 50% της αντικαταθλιπτικής της δράσης, παρά το ότι φτάνει σε συγκεντρώσεις ~10 φορές υψηλότερες από αυτές της μητρικής ουσίας.
- Η οξείδωση της πλευρικής αλυσίδας της βουπροπιόνης οδηγεί στο σχηματισμό ενός συζεύγματος γλυκίνης του μετα-χλωροβενζοϊκού οξέος, το οποίο στη συνέχεια απεκκρίνεται ως ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα.
- Η δραστικότητα και η τοξικότητα των μεταβολιτών σε σχέση με τη βουπροπιόνη δεν έχουν χαρακτηριστεί πλήρως, αν και η υδροξυβουπροπιόνη είναι μισή σε ισχύ από τη βουπροπιόνη, ενώ η θρεοϋδροβουπροπιόνη και η ερυθροϋδροβουπροπιόνη είναι 5 φορές λιγότερο δραστικές.
- Η βουπροπιόνη και οι μεταβολίτες της εμφανίζουν γραμμική κινητική μετά από χρόνια χορήγηση 300-450 mg ημερησίως.
- Η βουπροπιόνη μεταβολίζεται εκτενώς, πιθανώς στο ήπαρ, σχηματίζοντας τρεις κύριους μεταβολίτες: μορφολινώλη, ερυθρο-αμινοαλκοόλη και θρεο-αμινοαλκοόλη.
- Η βουπροπιόνη δεν φαίνεται να μεταβολίζεται ή να αναστέλλεται από το CYP2D6. Ωστόσο, η υδροξυβουπροπιόνη μπορεί να συσσωρευτεί μετά από αναστολή του CYP2D6, συμβάλλοντας στην τοξικότητα.
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής του μεταβολίτη μορφολινώλης παρατείνεται σημαντικά σε ασθενείς με αλκοολική ηπατική νόσο (32,2 ± 13,5 έναντι 21,1 ± 4,9 ώρες).
- Υψηλότερα πλασματικά επίπεδα μεταβολιτών της βουπροπιόνης (ιδιαίτερα υδροξυβουπροπιόνης) συσχετίστηκαν με κακή κλινική έκβαση σε ασθενείς με κατάθλιψη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της βουπροπιόνης στην τελική φάση είναι περίπου 14 ώρες (εύρος: 8-24 ώρες) μετά από εφάπαξ δόσεις.
- Με πολλαπλές δόσεις, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στην τελική φάση είναι περίπου 21 ώρες (εύρος: 8-39 ώρες).
- Σε περιορισμένο αριθμό ηλικιωμένων ασθενών με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στην τελική φάση ήταν περίπου 34 ώρες μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Ουσίες που διευκολύνουν τη διακοπή του καπνίσματος.
- Δομικά και μηχανιστικά ποικιλόμορφος ομάδα φαρμάκων που δεν είναι τρικυκλικά ή αναστολείς μονοαμινοξειδάσης. Τα πιο κλινικά σημαντικά φαίνεται να δρουν εκλεκτικά στα σεροτονινεργικά συστήματα, ειδικά αναστέλλοντας την επαναπρόσληψη σεροτονίνης.
- Φάρμακα που αναστέλλουν τη μεταφορά της ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ στους ακραίους νευρώνες ή στα κυστίδια αποθήκευσης εντός των ακραίων νευρώνων. Οι περισσότεροι ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟΙ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟΙ ΑΝΑΛΗΨΗΣ αναστέλλουν επίσης την πρόσληψη ντοπαμίνης.
- Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P450 CYP2D6.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- 01ZG3TPX31
- BUPROPION
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αμινοκετόνη
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Πρόσληψης Ντοπαμίνης
- Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Αυξημένη Δράση Ντοπαμίνης
- Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Αυξημένη Δράση Νορεπινεφρίνης
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Πρόσληψης Νορεπινεφρίνης
Η βουπροπιόνη είναι μια Αμινοκετόνη. Ο μηχανισμός δράσης της βουπροπιόνης είναι ως Αναστολέας Πρόσληψης Ντοπαμίνης και Αναστολέας Πρόσληψης Νορεπινεφρίνης. Η φυσιολογική επίδραση της βουπροπιόνης οφείλεται στην Αυξημένη Δράση Ντοπαμίνης και την Αυξημένη Δράση Νορεπινεφρίνης.
- BUPROPION
- Αυξημένη Δράση Ντοπαμίνης [PE]; Αυξημένη Δράση Νορεπινεφρίνης [PE]; Αναστολείς Πρόσληψης Ντοπαμίνης [MoA]; Αναστολείς Πρόσληψης Νορεπινεφρίνης [MoA]; Αμινοκετόνη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Ουσίες που διευκολύνουν τη διακοπή του καπνίσματος.
- Δομικά και μηχανιστικά ποικιλόμορφος ομάδα φαρμάκων που δεν είναι τρικυκλικά ή αναστολείς μονοαμινοξειδάσης. Τα πιο κλινικά σημαντικά φαίνεται να δρουν εκλεκτικά στα σεροτονινεργικά συστήματα, ειδικά αναστέλλοντας την επαναπρόσληψη σεροτονίνης.
- Φάρμακα που αναστέλλουν τη μεταφορά της ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ στους ακραίους νευρώνες ή στα κυστίδια αποθήκευσης εντός των ακραίων νευρώνων. Οι περισσότεροι ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟΙ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟΙ ΑΝΑΛΗΨΗΣ αναστέλλουν επίσης την πρόσληψη ντοπαμίνης.
- Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P450 CYP2D6.