Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C09AA10 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

TRANDOLAPRIL

Τρανδολαπρίλη

### Μηχανισμός δράσης Το trandolapril είναι ένας αναστολέας μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης (αναστολέας ΜΕΑ) χωρίς σουλφυδρυλική ομάδα, ο οποίος χορηγείται από του στόματος.

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • I10 Ιδιοπαθής υπέρταση

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αρτηριακή υπέρταση

  • I50 Καρδιακή ανεπάρκεια

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
πριν, μετά ή κατά τη διάρκεια γεύματος
Δόση έναρξης:
0,5 mg
Τιτλοποίηση:
Η δόση πρέπει να διπλασιάζεται σταδιακά βάσει της αποκρίσεως του ασθενή έως τη μέγιστη δόση των 4 mg άπαξ ημερησίως. Εάν η αρχική δόση είναι 0,5 mg και ο ασθενής δεν αποκρίνεται σε αυτή, η δόση μπορεί να διπλασιαστεί σε διάστημα μικρότερο των 2 έως 4 εβδομάδων. Για δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας, η δόση μπορεί να αυξηθεί προοδευτικά.
  • Ενήλικες (Υπέρταση)
    Δόση0,5 mg έως 4 mg άπαξ ημερησίως
    Μέγ. δόση4 mg
    Αρχική δόση 0,5 mg. Η δόση διπλασιάζεται σταδιακά βάσει της αποκρίσεως του ασθενή. Συνήθης δόση συντήρησης 1-2 mg.
  • Ενήλικες (Δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας μετά από οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου)
    Δόση0,5 mg έως 4 mg ημερησίως
    Μέγ. δόση4 mg
    Θεραπεία ξεκινά από την 3η ημέρα. Αρχική δόση 0,5 mg ημερησίως. Δόση μπορεί να αυξηθεί προοδευτικά.
  • Ενήλικες (Καρδιακή ανεπάρκεια)
    Δόση0,5 mg άπαξ ημερησίως
    Υπό στενή ιατρική επίβλεψη σε νοσοκομείο.
  • Νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης 10-30 ml/λεπτό)
    Δόση0,5 mg έως 1 mg ημερησίως
    Αρχική δόση 0,5 mg. Μπορεί να αυξηθεί σε 1 mg ημερησίως.
  • Νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/λεπτό και αιμοκάθαρση)
    Δόση0,5 mg άπαξ ημερησίως
    Απαιτείται τακτικός έλεγχος καλίου και κρεατινίνης ορού.
  • Ηπατική ανεπάρκεια (σοβαρή)
    Δόση0,5 mg άπαξ ημερησίως
    Λόγω κινδύνου αύξησης επιπέδων trandolapril στο πλάσμα. Ασθενείς υπό στενή ιατρική επίβλεψη.
  • Παιδιά
    Δεν πρέπει να χορηγείται.
  • Ηλικιωμένοι
    Φυσιολογικά δεν απαιτείται μείωση δόσης σε φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Συνιστώνται μικρές αρχικές δόσεις και παρακολούθηση αρτηριακής πίεσης και νεφρικής λειτουργίας σε ευαίσθητους ασθενείς, ειδικά με ταυτόχρονη διουρητική θεραπεία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στο trandolapril, σε άλλους αναστολείς ΜΕΑ ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος (για παράδειγμα, οίδημα Quincke) σχετιζόμενου με προηγούμενη χορήγηση αναστολέα ΜΕΑ
  • Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κύησης
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΕΟΦ Συνταγολόγιο 2007
expand_more
Οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε περιπτώσεις στένωσης της νεφρικής αρτηρίας. Συνιστάται παρακολούθηση της συγκέντρωσης καλίου στον ορό ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ασθενών με έκπτωση νεφρικής λειτουργίας…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Κάλιο ή καλιοσυντηρητικά διουρητικά
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας
    ΣύστασηΣυχνός έλεγχος των επιπέδων καλίου στο ορό.
  • Διουρητικά
    προσοχή
    Σοβαρή πτώση αρτηριακής πίεσης και/ή προ-νεφρική βλάβη. Μπορεί να εξασθενήσει την απώλεια καλίου που προκαλείται από θειαζιδικά διουρητικά.
    ΣύστασηΜείωση κινδύνου διακόπτοντας διουρητικά, αυξάνοντας πρόσληψη άλατος, ξεκινώντας με μικρότερες αρχικές δόσεις αναστολέα ΜΕΑ. Περαιτέρω αύξηση δόσης με προσοχή.
  • Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά
    προσοχή
    Αυξάνεται ο κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.
  • Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες
    προσοχή
    Ενίσχυση της αντιυπερτασικής απόκρισης.
  • προσοχή
    Μείωση της αποβολής του λιθίου, αύξηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
    ΣύστασηΤα επίπεδα λιθίου στον ορό πρέπει να ελέγχονται συχνά.
  • Αναισθητικά
    προσοχή
    Ενίσχυση της υποτασικής επίδρασης.
  • Μορφίνη, αντιψυχωσικοί παράγοντες
    προσοχή
    Ορθοστατική υπόταση.
  • Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, συστηματικά κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδιο
    προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου λευκοπενίας.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)
    προσοχή
    Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης. Αύξηση καλίου ορού. Μείωση νεφρικής λειτουργίας.
    ΣύστασηΤακτικός έλεγχος αρτηριακής πίεσης. Οι επιδράσεις είναι γενικά αναστρέψιμες, κυρίως σε ασθενείς με βλάβη νεφρικής λειτουργίας.
  • Συμπαθητικομιμητικά
    προσοχή
    Μείωση της υποτασικής δράσης των αναστολέων ΜΕΑ.
    ΣύστασηΟ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά.
  • Αντιδιαβητικά (ινσουλίνη ή από του στόματος)
    προσοχή
    Περιπτώσεις υπογλυκαιμίας έχουν αναφερθεί.
    ΣύστασηΗ γλυκόζη του αίματος πρέπει να παρακολουθείται στενά, ιδιαίτερα κατά την έναρξη ή την αύξηση της δόσης του αναστολέα ΜΕΑ.
  • Αντιόξινα
    προσοχή
    Μειωμένη απορρόφηση των αναστολέων ΜΕΑ.
    ΣύστασηΔιαφορά τουλάχιστον δύο ωρών μεταξύ της χορήγησης Τρανδολαπρίλη και αντιόξινων.
  • Αλκοόλ
    προσοχή
    Αύξηση της υποτασικής δράσης του trandolapril.
  • Πολυακρυλονιτριλικές μεμβράνες υψηλής ροής σε αιμοκάθαρση
    αντένδειξη
    Αναφυλακτικές αντιδράσεις.
    ΣύστασηΟ συνδυασμός αυτός πρέπει να αποφεύγεται.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Ακοκκιοκυττάρωση
  • Λευκοπενία
  • Πανκυτταροπενία
  • Μειωμένος αριθμός θρομβοκυττάρων
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Δερματικό εξάνθημα
  • Αγγειοοίδημα
  • Τάση προς εφίδρωση
  • Κνίδωση
  • Αλωπεκία
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Μεταβολισμός
  • Υπερκαλιαιμία
Ψυχιατρικές
  • Νευρικότητα
  • Δυσκολία στον ύπνο
Νευρικό
  • Υπνηλία
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
  • Συγκοπή
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
  • Στηθάγχη
  • Έμφραγμα μυοκαρδίου
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
  • Βραδυκαρδία
  • Καρδιακή ανακοπή
  • Ταχυκαρδία
Αγγειακές
  • Αρτηριακή υπόταση
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
  • Παροδική ισχαιμία
  • Εξάψεις
Αναπνευστικό
  • Βήχας
  • Ενόχληση στο λαιμό
  • Ρινορραγία
  • Δύσπνοια
Λοιμώξεις
  • Βρογχίτιδα
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Εμετός
  • Κοιλιακό άλγος
  • Δυσκοιλιότητα
  • Διάρροια
  • Δυσπεψία
  • Ξηροστομία
  • Παγκρεατίτιδα
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια
  • Πρωτεϊνουρία
Γενικές
  • Ασθένεια
  • Αδιαθεσία
  • Πυρετός
Εργαστηριακές εξετάσεις
  • Αυξήσεις στην ουρία ορού
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη κρεατινίνη ορού
  • Αυξημένες μετρήσεις ηπατικών ενζύμων
  • Αυξημένη αιμοσφαιρίνη
  • Αυξημένος αιματοκρίτης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αρτηριακή υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Ασθένεια
    Γενικές
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αδιαθεσία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Δερματικό εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Δυσκολία στον ύπνο
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Εμετός
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Ενόχληση στο λαιμό
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Ρινορραγία
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Τάση προς εφίδρωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Έμφραγμα μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Ακοκκιοκυττάρωση
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Αλλεργικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένων κνησμού και δερματικών εξανθημάτων)
    Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αυξήσεις στην ουρία ορού
    Εργαστηριακές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Αυξημένες μετρήσεις ηπατικών ενζύμων
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη αιμοσφαιρίνη
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη κρεατινίνη ορού
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένος αιματοκρίτης
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Καρδιακή ανακοπή
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Μειωμένος αριθμός θρομβοκυττάρων
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Παροδική ισχαιμία
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Πρωτεϊνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Στηθάγχη
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υπερκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ δε συνιστάται κατά την διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης.
    Επιδημιολογικά στοιχεία για τον κίνδυνο τερατογένεσης κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου δεν έχουν ολοκληρωθεί, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί μικρή αύξηση. Οι ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να λάβουν εναλλακτικές θεραπείες. Όταν η κύηση διαγνωστεί, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί άμεσα. Η έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο αυξάνει την ανθρώπινη εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, επιβράδυνση της οστεοποίησης της αυχενικής μοίρας) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και της αυχενικής μοίρας.
  • Γαλουχία
    Το trandolapril δεν συνίσταται κατά το θηλασμό.
    Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες. Προτιμώνται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα καθιερωμένη εικόνα ασφάλειας, ιδιαίτερα κατά το θηλασμό νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • σοβαρή υπόταση
  • σοκ
  • αφασία
  • βραδυκαρδία
  • διαταραχή ηλεκτρολυτών
  • νεφρική βλάβη
Αντιμετώπιση
Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά (κατά προτίμηση σε μονάδα εντατικής θεραπείας). Οι ηλεκτρολύτες και η κρεατινίνη του ορού πρέπει να μετρώνται συχνά. Οι θεραπευτικές διαδικασίες εξαρτώνται από τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Εκκένωση του περιεχομένου του στομάχου εάν η λήψη είναι πρόσφατη. Σε περίπτωση συμπτωματικής υπότασης, ο ασθενής τοποθετείται σε θέση αντιμετώπισης καταπληξίας. Η σοβαρή υπόταση μπορεί να διορθωθεί με φυσιολογικό ορό ή άλλες μορφές υποκατάστατων πλάσματος. Θεραπεία με αγγειοτασίνη II μπορεί να τεθεί υπόψη σε σχετικό κέντρο.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Η ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων μπορεί να μειωθεί, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας, μετά από αύξηση της δόσης ή κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χρήσης με αλκοόλ.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Μηχανισμός δράσης

Το trandolapril είναι ένας αναστολέας μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης (αναστολέας ΜΕΑ) χωρίς σουλφυδρυλική ομάδα, ο οποίος χορηγείται από του στόματος. Επιπροσθέτως της αναστολής του ΜΕΑ στο πλάσμα, το trandolapril έχει επιδείξει πειραματικά ότι αναστέλλει το ΜΕΑ στους ιστούς (ιδιαίτερα στον αγγειακό, καρδιακό και επινεφριδιακό ιστό). Η κλινική σημασία της αναστολής ΜΕΑ στους ιστούς δεν έχει αποδειχθεί για τους ανθρώπους.

Το μετατρεπτικό ένζυμο αγγειοτασίνης είναι μια εξοπεπτιδάση, που επιτρέπει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης I στην αγγειοσυσπαστική αγγειοτασίνη II, ενώ ταυτόχρονα προκαλεί την αποικοδόμηση της αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης προς αδρανή μόρια. Μικρές δόσεις trandolapril προκαλούν δραστική αναστολή του ΜΕΑ, η οποία μειώνει την παραγωγή αγγειοτασίνης II, μειώνει την έκκριση αλδοστερόνης και αυξάνει τη δραστηριότητα της ρενίνης στο πλάσμα αναστέλλοντας την αρνητική ανατροφοδότηση της απελευθέρωσης της ρενίνης. Το trandolapril συνεπώς ρυθμίζει το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του όγκου του αίματος και της αρτηριακής πίεσης. Η αναστολή της αποικοδόμησης της βραδυκινίνης, η απελευθέρωση προσταγλανδινών και η μειωμένη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος αποτελούν άλλους μηχανισμούς δράσης, οι οποίοι μπορεί να είναι σημαντικοί για την αγγειοδιασταλτική δραστηριότητα των αναστολέων ΜΕΑ.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Οι ιδιότητες του trandolapril μπορούν να εξηγήσουν την υποστροφή της καρδιακής υπερτροφίας με βελτίωση της διαστολικής λειτουργίας και βελτίωση της αρτηριακής λειτουργίας στους ανθρώπους. Επιπλέον, μείωση της αγγειακής υπερτροφίας έχει παρατηρηθεί σε ζώα. Η πτώση της περιφερειακής αντίστασης που προκαλείται από το trandolapril δεν συνοδεύεται ούτε από κατακράτηση υγρών και άλατος ούτε από ταχυκαρδία. Στους υπερτασικούς ασθενείς, το trandolapril μειώνει τη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση. Το trandolapril διαθέτει αντιυπερτασική δράση, η οποία δεν εξαρτάται από τα επίπεδα ρενίνης στο πλάσμα.

Στους ανθρώπους, η αντιυπερτασική δράση του trandolapril είναι εμφανής σχεδόν 1 ώρα μετά τη χορήγηση και παραμένει για τουλάχιστον 24 ώρες, καθιστώντας δυνατή τη χορήγηση της δόσης εφ’ άπαξ ημερησίως. Το trandolapril δεν επηρεάζει τον κιρκάδιο (24ωρο) ρυθμό της αρτηριακής πίεσης. Η αντιυπερτασική δράση διατηρείται κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας χωρίς την εμφάνιση ανοχής. Δεν εμφανίζεται φαινόμενο rebound μετά τη διακοπή της θεραπείας. Η θεραπεία με trandolapril συνοδεύεται από υψηλό βαθμό ποιότητας ζωής.

Ο συνδυασμός με διουρητικό ή ανταγωνιστή ασβεστίου ενισχύει την αντιυπερτασική επίδραση του trandolapril.

Μια πολυκεντρική, ελεγχόμενη από εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς με δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Συνολικά 1749 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε εικονικό φάρμακο είτε trandolapril από την τρίτη ημέρα μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και τέθηκαν υπό παρακολούθηση για τουλάχιστον 24 μήνες. Η θεραπεία με trandolapril επέφερε 22% μείωση της συνολικής θνησιμότητας, 25% μείωση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας, 24% μείωση του κινδύνου αιφνίδιου θανάτου, 29% μείωση της συχνότητας εμφάνισης σοβαρής ή ανθεκτικής καρδιακής ανεπάρκειας και 14% μείωση επανεμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου. Σε σύγκριση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με trandolapril εμφάνισαν σημαντικά λιγότερα κλινικά συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, περιφερειακού οιδήματος, δύσπνοιας, ορθόπνοιας, παροξυσμικής νυκτερινής δύσπνοιας και κόπωσης.

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση:

Το trandolapril απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Η ποσότητα που απορροφάται αντιστοιχεί σε 40 έως 60% της χορηγούμενης δόσης και δεν επηρεάζεται από την κατανάλωση τροφής. Περίπου 36% της απορροφημένης ποσότητας μετατρέπεται σε trandolaprilat. Η βιοδιαθεσιμότητα του trandolaprilat είναι περίπου 13% μετά την από του στόματος χορήγηση trandolapril.

Κατανομή - Βιομετασχηματισμός - Απέκκριση:

Η μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος για το trandolapril επιτυγχάνεται περίπου 30 λεπτά μετά τη χορήγηση. Το trandolapril απομακρύνεται ταχέως από το πλάσμα με ημιπερίοδο ζωής μικρότερη της μιας ώρας.

Το trandolapril μετατρέπεται μέσω υδρόλυσης στον ενεργό μεταβολίτη trandolaprilat, ένα ειδικό αναστολέα ΜΕΑ (μετατρεπτικό ένζυμο αγγειοτασίνης). Η ποσότητα trandolaprilat που σχηματίζεται δεν μεταβάλλεται από την κατανάλωση τροφής. Η μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος για το trandolaprilat επιτυγχάνεται 4 έως 6 ώρες μετά τη χορήγηση. Στο πλάσμα, το trandolaprilat βρίσκεται προσδεμένο σε πρωτεΐνες σε ποσοστό άνω του 80%. Έχει μεγάλη συγγένεια με το ΜΕΑ με το οποίο προσδένεται μέχρι κορεσμού. Το trandolaprilat προσδένεται, επίσης, μη κορεσμένα στη λευκωματίνη.

Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση άπαξ ημερήσιων δόσεων trandolaprilat, η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται κατά μέσο όρο σε τέσσερις ημέρες τόσο σε υγιείς εθελοντές όσο και σε νεαρούς ή ηλικιωμένους υπερτασικούς ασθενείς, καθώς και σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Η δραστική ημιπερίοδος ζωής της συσσώρευσης της trandolaprilat είναι μεταξύ 16 και 24 ωρών.

Η απέκκριση του μη μεταβολισμένου trandolaprilat στα ούρα αντιστοιχεί σε 10-15% της χορηγούμενης δόσης. Μετά την από του στόματος χορήγηση ραδιοεπισημασμένου προϊόντος, ποσοστό 33% της ραδιενέργειας βρίσκεται στα ούρα και 66% στα κόπρανα.

Νεφρική ανεπάρκεια:

Η νεφρική κάθαρση του trandolaprilat (περίπου 70 ml/λεπτό) είναι ανάλογη της κάθαρσης κρεατινίνης. Οι συγκεντρώσεις trandolaprilat στο πλάσμα είναι σημαντικά υψηλότερες σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 ml/λεπτό. Μετά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσεων σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτεύχθηκε, επίσης, μετά από περίπου τέσσερις ημέρες ανεξαρτήτως του βαθμού νεφρικής ανεπάρκειας.

Γαλουχία:

Μία εφάπαξ από του στόματος δόση 10 mg ramipril δεν εμφάνισε ανιχνεύσιμα επίπεδα της δραστικής ουσίας στο μητρικό γάλα. Εν τούτοις η επίδραση πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστή.

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Υπάρχουν δύο ισομορφές της ACE: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μία μόνο πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων, και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι…
Φαρμακοδυναμική

Μηχανισμός δράσης Το trandolapril είναι ένας αναστολέας μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης (αναστολέας ΜΕΑ) χωρίς σουλφυδρυλική ομάδα, ο οποίος χορηγείται από του στόματος. Επιπροσθέτως της αναστολής του ΜΕΑ στο πλάσμα, το trandolapril έχει επιδείξει…

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση: Το trandolapril απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Η ποσότητα που απορροφάται αντιστοιχεί σε 40 έως 60% της χορηγούμενης δόσης και δεν επηρεάζεται από την κατανάλωση τροφής. Περίπου 36% της απορροφημένης ποσότητας…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η διάσπαση της εστερικής ομάδας της τραντολαπρίλης, κυρίως στο ήπαρ, είναι υπεύθυνη για τη μετατροπή της σε τραντολαπριλάτη, τον ενεργό μεταβολίτη. Έχουν αναγνωριστεί επτά άλλοι μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένων των δικετοπιπεραζινών και των…
Απέκκριση
Νεφρά/Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more

Περιγραφή

Η τραντολαπρίλη είναι ένα μη-θειολικό προφάρμακο που ανήκει στην κατηγορία των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE). Μεταβολίζεται στο ήπαρ στη βιολογικά ενεργή μορφή του δι-οξέος, την τραντολαπριλάτη. Η τραντολαπριλάτη αναστέλλει την ACE, το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι (ATI) σε αγγειοτενσίνη ΙΙ (ATII). Η ATII ρυθμίζει την αρτηριακή πίεση και είναι βασικό συστατικό του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS). Η τραντολαπρίλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ήπιας έως μέτριας υπέρτασης, για τη βελτίωση της επιβίωσης μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου σε κλινικά σταθερούς ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας, ως επικουρική θεραπεία για την καρδιακή ανεπάρκεια, και για την επιβράδυνση του ρυθμού εξέλιξης της νεφρικής νόσου σε υπερτασικούς ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και μικροαλβουμινουρία ή εμφανή νεφροπάθεια.

DrugBank

Indication

expand_more

Ενδείξεις

Για τη θεραπεία ήπιας έως μέτριας υπέρτασης, ως επικουρική θεραπεία στην καρδιακή ανεπάρκεια (CHF), για τη βελτίωση της επιβίωσης μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου (MI) σε ασθενείς που είναι αιμοδυναμικά σταθεροί και εμφανίζουν συμπτώματα δυσλειτουργίας της αριστερής κοιλίας ή σημεία CHF λίγες ημέρες μετά από οξύ MI, και για την επιβράδυνση της εξέλιξης της νεφρικής νόσου σε υπερτασικούς ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και μικροαλβουμινουρία ή εμφανή νεφροπάθεια.

DrugBank

Pharmacology

expand_more

Φαρμακολογία

Η τραντολαπρίλη είναι το αιθυλ-εστέρας προφάρμακο ενός μη-θειολικού αναστολέα ACE, της τραντολαπριλάτης. Η τραντολαπρίλη απο-εστεροποιείται στο ήπαρ στον μεταβολίτη δι-οξέος, την τραντολαπριλάτη, η οποία είναι περίπου οκτώ φορές δραστικότερη ως αναστολέας της ACE από τη μητρική ουσία. Η ACE είναι μια πεπτιδυλ-διπεπτιδάση που αποτελεί μέρος του RAAS. Το RAAS είναι ένας ομοιοστατικός μηχανισμός για τη ρύθμιση της αιμοδυναμικής, της ισορροπίας υδάτων και ηλεκτρολυτών. Κατά τη διάρκεια της συμπαθητικής διέγερσης ή όταν η νεφρική αιματική ροή ή η πίεση είναι μειωμένη, η ρενίνη απελευθερώνεται από τα κοκκιώδη κύτταρα της νεφρικής αγγειώδους συσκευής στα νεφρά. Στην κυκλοφορία του αίματος, η ρενίνη διασπά την κυκλοφορούσα αγγειοτενσινογόνο σε ATI, η οποία στη συνέχεια διασπάται σε ATII από την ACE. Η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω διαφόρων μηχανισμών. Πρώτον, διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η αλδοστερόνη ταξιδεύει στον άπω εσπειραμένο σωληνάριο (DCT) και στον αθροιστικό σωληνάριο των νεφρών όπου αυξάνει την επαναρρόφηση νατρίου και νερού αυξάνοντας τον αριθμό των διαύλων νατρίου και των νατριο-καλίου ATPασών στις κυτταρικές μεμβράνες. Δεύτερον, η ATII διεγείρει την έκκριση αγγειοπρεσσίνης (γνωστής και ως αντιδιουρητική ορμόνη ή ADH) από την οπίσθια υπόφυση. Η ADH διεγείρει περαιτέρω την επαναρρόφηση νερού από τα νεφρά μέσω της εισαγωγής διαύλων α aquaporin-2 στην κορυφαία επιφάνεια των κυττάρων των DCT και των αθροιστικών σωληναρίων. Τρίτον, η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω άμεσης αρτηριακής αγγειοσυστολής. Η διέγερση του υποδοχέα ATII Τύπου 1 στα κύτταρα του λείου μυός των αγγείων οδηγεί σε μια αλληλουχία γεγονότων που καταλήγουν σε συστολή των μυοκυττάρων και αγγειοσυστολή. Εκτός από αυτές τις κύριες δράσεις, η ATII προκαλεί την αίσθηση δίψας μέσω της διέγερσης νευρώνων του υποθαλάμου. Οι αναστολείς ACE αναστέλλουν την ταχεία μετατροπή της ATI σε ATII και αντιτίθενται στις προκαλούμενες από το RAAS αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης. Η ACE (γνωστή και ως κινινάση ΙΙ) εμπλέκεται επίσης στην ενζυμική απενεργοποίηση της βραδυκινίνης, ενός αγγειοδιασταλτικού. Η αναστολή της απενεργοποίησης της βραδυκινίνης αυξάνει τα επίπεδα βραδυκινίνης και μπορεί περαιτέρω να διατηρήσει τις επιδράσεις της τραντολαπριλάτης προκαλώντας αυξημένη αγγειοδιαστολή και μειωμένη αρτηριακή πίεση. Η επίδραση της τραντολαπριλάτης στη μείωση της αρτηριακής πίεσης οφείλεται σε μείωση της περιφερικής αγγειακής αντίστασης, η οποία δεν συνοδεύεται από σημαντικές αλλαγές στην απέκκριση χλωρίου ή καλίου στα ούρα ή στην κατακράτηση νερού ή νατρίου.

DrugBank

Mechanism of action

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Υπάρχουν δύο ισομορφές της ACE: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μία μόνο πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων, και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι παίζει ρόλο στη ωρίμανση των σπερματοζωαρίων και στη σύνδεση των σπερματοζωαρίων με το επιθήλιο της σαλπιγγικής σωλήνας. Η σωματική ACE έχει δύο λειτουργικά ενεργούς τομείς, τον Ν και τον C, που προκύπτουν από διπλασιασμό γονιδίου. Παρόλο που οι δύο τομείς έχουν υψηλή ομοιότητα αλληλουχίας, παίζουν διακριτούς φυσιολογικούς ρόλους. Ο C-τομέας εμπλέκεται κυρίως στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, ενώ ο N-τομέας παίζει ρόλο στη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων. Οι αναστολείς ACE συνδέονται και αναστέλλουν τη δραστηριότητα και των δύο τομέων, αλλά έχουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια και ανασταλτική δράση έναντι του C-τομέα. Η τραντολαπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης της τραντολαπρίλης, ανταγωνίζεται την ATI για τη σύνδεση με την ACE και αναστέλλει την ενζυμική πρωτεόλυση της ATI σε ATII. Η μείωση των επιπέδων ATII στον οργανισμό μειώνει την αρτηριακή πίεση αναστέλλοντας τις πρεσσορικές επιδράσεις της ATII, όπως περιγράφεται στην ενότητα Φαρμακολογία. Η τραντολαπριλάτη προκαλεί επίσης αύξηση της δραστηριότητας της ρενίνης στο πλάσμα, πιθανότατα λόγω απώλειας αρνητικής ανάδρασης που διαμεσολαβείται από την ATII στην απελευθέρωση της ρενίνης ή/και διέγερσης αντανακλαστικών μηχανισμών μέσω βαροϋποδοχέων.

DrugBank

Absorption

expand_more

Απορρόφηση

~ 40-60% απορροφάται· εκτεταμένος μεταβολισμός πρώτης διόδου οδηγεί σε χαμηλή βιοδιαθεσιμότητα 4-14%.

DrugBank

Half life

expand_more

Χρόνος Ημίσειας Ζωής

Οι χρόνοι ημίσειας ζωής απέκκρισης της τραντολαπρίλης και της τραντολαπριλάτης είναι περίπου 6 και 10 ώρες, αντίστοιχα, αλλά, παρόμοια με όλους τους αναστολείς ACE, η τραντολαπριλάτη έχει επίσης μια παρατεταμένη τελική φάση αποβολής που περιλαμβάνει ένα μικρό κλάσμα του χορηγούμενου φαρμάκου. Αυτό πιθανώς αντιπροσωπεύει τη σύνδεση του φαρμάκου με την ACE στο πλάσμα και τους ιστούς. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής για την τραντολαπριλάτη είναι 16-24 ώρες.

DrugBank

Protein binding

expand_more

Σύνδεση με Πρωτεΐνες

Η σύνδεση της τραντολαπρίλης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι ~ 80% (ανεξάρτητη της συγκέντρωσης και μη-κορεστική), ενώ αυτή της τραντολαπριλάτης είναι 65 έως 94% (εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση και κορεστική).

DrugBank

Route of elimination

expand_more

Οδός Απέκκρισης

Μετά από από του στόματος χορήγηση τραντολαπρίλης, περίπου το 33% της μητρικής ουσίας και των μεταβολιτών ανακτάται στα ούρα, κυρίως ως τραντολαπριλάτη, με περίπου το 66% στα κόπρανα.

DrugBank

Volume of distribution

expand_more

Όγκος Κατανομής

  • 18 L
DrugBank

Clearance

expand_more

Κάθαρση

  • 52 L/h [Μετά από περίπου 2 mg IV δόσεις]
DrugBank

Toxicity

expand_more

Τοξικότητα

Οι πιθανότερες κλινικές εκδηλώσεις υπερδοσολογίας είναι συμπτώματα σοβαρής υπότασης. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν βήχα, κεφαλαλγία και ζάλη. Η από του στόματος LD 50 της τραντολαπρίλης σε ποντίκια ήταν 4875 mg/kg σε αρσενικά και 3990 mg/kg σε θηλυκά. Σε αρουραίους, μια δόση 5000 mg/kg από το στόμα προκάλεσε χαμηλή θνησιμότητα (1 αρσενικό από 5· 0 θηλυκά). Σε σκύλους, μια δόση 1000 mg/kg από το στόμα δεν προκάλεσε θνησιμότητα και δεν παρατηρήθηκαν παθολογικά κλινικά σημεία.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

6-10 ώρες (αποτελεσματικός 16-24 ώρες για την τραντολαπριλάτη)
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

80% (τραντολαπρίλη), 65-94% (τραντολαπριλάτη)
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

4-14%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 5 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Καρδιακή Ανεπάρκεια Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (α-ΜΕΑ (Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
5484727
Μοριακός τύπος
C24H34N2O5
Μοριακό βάρος
430.5
IUPAC
(2S,3aR,7aS)-1-[(2S)-2-[[(2S)-1-ethoxy-1-oxo-4-phenylbutan-2-yl]amino]propanoyl]-2,3,3a,4,5,6,7,7a-octahydroindole-2-carboxylic acid
InChIKey
VXFJYXUZANRPDJ-WTNASJBWSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας

Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν τη αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΒΗΤΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι ΑΛΦΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΟΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.