TRANDOLAPRIL
Τρανδολαπρίλη
### Μηχανισμός δράσης Το trandolapril είναι ένας αναστολέας μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης (αναστολέας ΜΕΑ) χωρίς σουλφυδρυλική ομάδα, ο οποίος χορηγείται από του στόματος.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αρτηριακή υπέρταση
-
I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: πριν, μετά ή κατά τη διάρκεια γεύματος
- Δόση έναρξης: 0,5 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση πρέπει να διπλασιάζεται σταδιακά βάσει της αποκρίσεως του ασθενή έως τη μέγιστη δόση των 4 mg άπαξ ημερησίως. Εάν η αρχική δόση είναι 0,5 mg και ο ασθενής δεν αποκρίνεται σε αυτή, η δόση μπορεί να διπλασιαστεί σε διάστημα μικρότερο των 2 έως 4 εβδομάδων. Για δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας, η δόση μπορεί να αυξηθεί προοδευτικά.
-
Ενήλικες (Υπέρταση)Δόση0,5 mg έως 4 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση4 mgΑρχική δόση 0,5 mg. Η δόση διπλασιάζεται σταδιακά βάσει της αποκρίσεως του ασθενή. Συνήθης δόση συντήρησης 1-2 mg.
-
Ενήλικες (Δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας μετά από οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου)Δόση0,5 mg έως 4 mg ημερησίωςΜέγ. δόση4 mgΘεραπεία ξεκινά από την 3η ημέρα. Αρχική δόση 0,5 mg ημερησίως. Δόση μπορεί να αυξηθεί προοδευτικά.
-
Ενήλικες (Καρδιακή ανεπάρκεια)Δόση0,5 mg άπαξ ημερησίωςΥπό στενή ιατρική επίβλεψη σε νοσοκομείο.
-
Νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης 10-30 ml/λεπτό)Δόση0,5 mg έως 1 mg ημερησίωςΑρχική δόση 0,5 mg. Μπορεί να αυξηθεί σε 1 mg ημερησίως.
-
Νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/λεπτό και αιμοκάθαρση)Δόση0,5 mg άπαξ ημερησίωςΑπαιτείται τακτικός έλεγχος καλίου και κρεατινίνης ορού.
-
Ηπατική ανεπάρκεια (σοβαρή)Δόση0,5 mg άπαξ ημερησίωςΛόγω κινδύνου αύξησης επιπέδων trandolapril στο πλάσμα. Ασθενείς υπό στενή ιατρική επίβλεψη.
-
ΠαιδιάΔεν πρέπει να χορηγείται.
-
ΗλικιωμένοιΦυσιολογικά δεν απαιτείται μείωση δόσης σε φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Συνιστώνται μικρές αρχικές δόσεις και παρακολούθηση αρτηριακής πίεσης και νεφρικής λειτουργίας σε ευαίσθητους ασθενείς, ειδικά με ταυτόχρονη διουρητική θεραπεία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο trandolapril, σε άλλους αναστολείς ΜΕΑ ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος (για παράδειγμα, οίδημα Quincke) σχετιζόμενου με προηγούμενη χορήγηση αναστολέα ΜΕΑ
-
Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κύησης
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΕΟΦ Συνταγολόγιο 2007
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κάλιο ή καλιοσυντηρητικά διουρητικάπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίαςΣύστασηΣυχνός έλεγχος των επιπέδων καλίου στο ορό.
-
ΔιουρητικάπροσοχήΣοβαρή πτώση αρτηριακής πίεσης και/ή προ-νεφρική βλάβη. Μπορεί να εξασθενήσει την απώλεια καλίου που προκαλείται από θειαζιδικά διουρητικά.ΣύστασηΜείωση κινδύνου διακόπτοντας διουρητικά, αυξάνοντας πρόσληψη άλατος, ξεκινώντας με μικρότερες αρχικές δόσεις αναστολέα ΜΕΑ. Περαιτέρω αύξηση δόσης με προσοχή.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάπροσοχήΑυξάνεται ο κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.
-
Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντεςπροσοχήΕνίσχυση της αντιυπερτασικής απόκρισης.
-
προσοχήΜείωση της αποβολής του λιθίου, αύξηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.ΣύστασηΤα επίπεδα λιθίου στον ορό πρέπει να ελέγχονται συχνά.
-
ΑναισθητικάπροσοχήΕνίσχυση της υποτασικής επίδρασης.
-
Μορφίνη, αντιψυχωσικοί παράγοντεςπροσοχήΟρθοστατική υπόταση.
-
Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, συστηματικά κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδιοπροσοχήΑύξηση του κινδύνου λευκοπενίας.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)προσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης. Αύξηση καλίου ορού. Μείωση νεφρικής λειτουργίας.ΣύστασηΤακτικός έλεγχος αρτηριακής πίεσης. Οι επιδράσεις είναι γενικά αναστρέψιμες, κυρίως σε ασθενείς με βλάβη νεφρικής λειτουργίας.
-
ΣυμπαθητικομιμητικάπροσοχήΜείωση της υποτασικής δράσης των αναστολέων ΜΕΑ.ΣύστασηΟ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά.
-
Αντιδιαβητικά (ινσουλίνη ή από του στόματος)προσοχήΠεριπτώσεις υπογλυκαιμίας έχουν αναφερθεί.ΣύστασηΗ γλυκόζη του αίματος πρέπει να παρακολουθείται στενά, ιδιαίτερα κατά την έναρξη ή την αύξηση της δόσης του αναστολέα ΜΕΑ.
-
ΑντιόξιναπροσοχήΜειωμένη απορρόφηση των αναστολέων ΜΕΑ.ΣύστασηΔιαφορά τουλάχιστον δύο ωρών μεταξύ της χορήγησης Τρανδολαπρίλη και αντιόξινων.
-
ΑλκοόλπροσοχήΑύξηση της υποτασικής δράσης του trandolapril.
-
Πολυακρυλονιτριλικές μεμβράνες υψηλής ροής σε αιμοκάθαρσηαντένδειξηΑναφυλακτικές αντιδράσεις.ΣύστασηΟ συνδυασμός αυτός πρέπει να αποφεύγεται.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ακοκκιοκυττάρωση
- Λευκοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Μειωμένος αριθμός θρομβοκυττάρων
- Κνησμός
- Δερματικό εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Τάση προς εφίδρωση
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Υπερκαλιαιμία
- Νευρικότητα
- Δυσκολία στον ύπνο
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Συγκοπή
- Αίσθημα παλμών
- Στηθάγχη
- Έμφραγμα μυοκαρδίου
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Βραδυκαρδία
- Καρδιακή ανακοπή
- Ταχυκαρδία
- Αρτηριακή υπόταση
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Παροδική ισχαιμία
- Εξάψεις
- Βήχας
- Ενόχληση στο λαιμό
- Ρινορραγία
- Δύσπνοια
- Βρογχίτιδα
- Ναυτία
- Εμετός
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Ξηροστομία
- Παγκρεατίτιδα
- Μυαλγία
- Λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια
- Πρωτεϊνουρία
- Ασθένεια
- Αδιαθεσία
- Πυρετός
- Αυξήσεις στην ουρία ορού
- Αυξημένη κρεατινίνη ορού
- Αυξημένες μετρήσεις ηπατικών ενζύμων
- Αυξημένη αιμοσφαιρίνη
- Αυξημένος αιματοκρίτης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑρτηριακή υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑσθένειαΓενικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑδιαθεσίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυσκολία στον ύπνοΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕνόχληση στο λαιμόΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΡινορραγίαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΤάση προς εφίδρωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΈμφραγμα μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυττάρωσηΑίμα
-
Μη γνωστέςΑλλεργικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένων κνησμού και δερματικών εξανθημάτων)Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑυξήσεις στην ουρία ορούΕργαστηριακές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑυξημένες μετρήσεις ηπατικών ενζύμωνΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη αιμοσφαιρίνηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη κρεατινίνη ορούΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΛειτουργική νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένος αριθμός θρομβοκυττάρωνΑίμα
-
Μη γνωστέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠαροδική ισχαιμίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠυρετόςΓενικές
-
Μη γνωστέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ χρήση των αναστολέων ΜΕΑ δε συνιστάται κατά την διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης.Επιδημιολογικά στοιχεία για τον κίνδυνο τερατογένεσης κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου δεν έχουν ολοκληρωθεί, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί μικρή αύξηση. Οι ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να λάβουν εναλλακτικές θεραπείες. Όταν η κύηση διαγνωστεί, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί άμεσα. Η έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο αυξάνει την ανθρώπινη εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, επιβράδυνση της οστεοποίησης της αυχενικής μοίρας) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και της αυχενικής μοίρας.
-
ΓαλουχίαΤο trandolapril δεν συνίσταται κατά το θηλασμό.Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες. Προτιμώνται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα καθιερωμένη εικόνα ασφάλειας, ιδιαίτερα κατά το θηλασμό νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρή υπόταση
- σοκ
- αφασία
- βραδυκαρδία
- διαταραχή ηλεκτρολυτών
- νεφρική βλάβη
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Το trandolapril είναι ένας αναστολέας μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης (αναστολέας ΜΕΑ) χωρίς σουλφυδρυλική ομάδα, ο οποίος χορηγείται από του στόματος. Επιπροσθέτως της αναστολής του ΜΕΑ στο πλάσμα, το trandolapril έχει επιδείξει πειραματικά ότι αναστέλλει το ΜΕΑ στους ιστούς (ιδιαίτερα στον αγγειακό, καρδιακό και επινεφριδιακό ιστό). Η κλινική σημασία της αναστολής ΜΕΑ στους ιστούς δεν έχει αποδειχθεί για τους ανθρώπους.
Το μετατρεπτικό ένζυμο αγγειοτασίνης είναι μια εξοπεπτιδάση, που επιτρέπει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης I στην αγγειοσυσπαστική αγγειοτασίνη II, ενώ ταυτόχρονα προκαλεί την αποικοδόμηση της αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης προς αδρανή μόρια. Μικρές δόσεις trandolapril προκαλούν δραστική αναστολή του ΜΕΑ, η οποία μειώνει την παραγωγή αγγειοτασίνης II, μειώνει την έκκριση αλδοστερόνης και αυξάνει τη δραστηριότητα της ρενίνης στο πλάσμα αναστέλλοντας την αρνητική ανατροφοδότηση της απελευθέρωσης της ρενίνης. Το trandolapril συνεπώς ρυθμίζει το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του όγκου του αίματος και της αρτηριακής πίεσης. Η αναστολή της αποικοδόμησης της βραδυκινίνης, η απελευθέρωση προσταγλανδινών και η μειωμένη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος αποτελούν άλλους μηχανισμούς δράσης, οι οποίοι μπορεί να είναι σημαντικοί για την αγγειοδιασταλτική δραστηριότητα των αναστολέων ΜΕΑ.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι ιδιότητες του trandolapril μπορούν να εξηγήσουν την υποστροφή της καρδιακής υπερτροφίας με βελτίωση της διαστολικής λειτουργίας και βελτίωση της αρτηριακής λειτουργίας στους ανθρώπους. Επιπλέον, μείωση της αγγειακής υπερτροφίας έχει παρατηρηθεί σε ζώα. Η πτώση της περιφερειακής αντίστασης που προκαλείται από το trandolapril δεν συνοδεύεται ούτε από κατακράτηση υγρών και άλατος ούτε από ταχυκαρδία. Στους υπερτασικούς ασθενείς, το trandolapril μειώνει τη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση. Το trandolapril διαθέτει αντιυπερτασική δράση, η οποία δεν εξαρτάται από τα επίπεδα ρενίνης στο πλάσμα.
Στους ανθρώπους, η αντιυπερτασική δράση του trandolapril είναι εμφανής σχεδόν 1 ώρα μετά τη χορήγηση και παραμένει για τουλάχιστον 24 ώρες, καθιστώντας δυνατή τη χορήγηση της δόσης εφ’ άπαξ ημερησίως. Το trandolapril δεν επηρεάζει τον κιρκάδιο (24ωρο) ρυθμό της αρτηριακής πίεσης. Η αντιυπερτασική δράση διατηρείται κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας χωρίς την εμφάνιση ανοχής. Δεν εμφανίζεται φαινόμενο rebound μετά τη διακοπή της θεραπείας. Η θεραπεία με trandolapril συνοδεύεται από υψηλό βαθμό ποιότητας ζωής.
Ο συνδυασμός με διουρητικό ή ανταγωνιστή ασβεστίου ενισχύει την αντιυπερτασική επίδραση του trandolapril.
Μια πολυκεντρική, ελεγχόμενη από εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς με δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Συνολικά 1749 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε εικονικό φάρμακο είτε trandolapril από την τρίτη ημέρα μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και τέθηκαν υπό παρακολούθηση για τουλάχιστον 24 μήνες. Η θεραπεία με trandolapril επέφερε 22% μείωση της συνολικής θνησιμότητας, 25% μείωση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας, 24% μείωση του κινδύνου αιφνίδιου θανάτου, 29% μείωση της συχνότητας εμφάνισης σοβαρής ή ανθεκτικής καρδιακής ανεπάρκειας και 14% μείωση επανεμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου. Σε σύγκριση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με trandolapril εμφάνισαν σημαντικά λιγότερα κλινικά συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, περιφερειακού οιδήματος, δύσπνοιας, ορθόπνοιας, παροξυσμικής νυκτερινής δύσπνοιας και κόπωσης.
Απορρόφηση:
Το trandolapril απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Η ποσότητα που απορροφάται αντιστοιχεί σε 40 έως 60% της χορηγούμενης δόσης και δεν επηρεάζεται από την κατανάλωση τροφής. Περίπου 36% της απορροφημένης ποσότητας μετατρέπεται σε trandolaprilat. Η βιοδιαθεσιμότητα του trandolaprilat είναι περίπου 13% μετά την από του στόματος χορήγηση trandolapril.
Κατανομή - Βιομετασχηματισμός - Απέκκριση:
Η μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος για το trandolapril επιτυγχάνεται περίπου 30 λεπτά μετά τη χορήγηση. Το trandolapril απομακρύνεται ταχέως από το πλάσμα με ημιπερίοδο ζωής μικρότερη της μιας ώρας.
Το trandolapril μετατρέπεται μέσω υδρόλυσης στον ενεργό μεταβολίτη trandolaprilat, ένα ειδικό αναστολέα ΜΕΑ (μετατρεπτικό ένζυμο αγγειοτασίνης). Η ποσότητα trandolaprilat που σχηματίζεται δεν μεταβάλλεται από την κατανάλωση τροφής. Η μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος για το trandolaprilat επιτυγχάνεται 4 έως 6 ώρες μετά τη χορήγηση. Στο πλάσμα, το trandolaprilat βρίσκεται προσδεμένο σε πρωτεΐνες σε ποσοστό άνω του 80%. Έχει μεγάλη συγγένεια με το ΜΕΑ με το οποίο προσδένεται μέχρι κορεσμού. Το trandolaprilat προσδένεται, επίσης, μη κορεσμένα στη λευκωματίνη.
Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση άπαξ ημερήσιων δόσεων trandolaprilat, η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται κατά μέσο όρο σε τέσσερις ημέρες τόσο σε υγιείς εθελοντές όσο και σε νεαρούς ή ηλικιωμένους υπερτασικούς ασθενείς, καθώς και σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Η δραστική ημιπερίοδος ζωής της συσσώρευσης της trandolaprilat είναι μεταξύ 16 και 24 ωρών.
Η απέκκριση του μη μεταβολισμένου trandolaprilat στα ούρα αντιστοιχεί σε 10-15% της χορηγούμενης δόσης. Μετά την από του στόματος χορήγηση ραδιοεπισημασμένου προϊόντος, ποσοστό 33% της ραδιενέργειας βρίσκεται στα ούρα και 66% στα κόπρανα.
Νεφρική ανεπάρκεια:
Η νεφρική κάθαρση του trandolaprilat (περίπου 70 ml/λεπτό) είναι ανάλογη της κάθαρσης κρεατινίνης. Οι συγκεντρώσεις trandolaprilat στο πλάσμα είναι σημαντικά υψηλότερες σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 ml/λεπτό. Μετά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσεων σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτεύχθηκε, επίσης, μετά από περίπου τέσσερις ημέρες ανεξαρτήτως του βαθμού νεφρικής ανεπάρκειας.
Γαλουχία:
Μία εφάπαξ από του στόματος δόση 10 mg ramipril δεν εμφάνισε ανιχνεύσιμα επίπεδα της δραστικής ουσίας στο μητρικό γάλα. Εν τούτοις η επίδραση πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστή.
Μηχανισμός δράσης Το trandolapril είναι ένας αναστολέας μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης (αναστολέας ΜΕΑ) χωρίς σουλφυδρυλική ομάδα, ο οποίος χορηγείται από του στόματος. Επιπροσθέτως της αναστολής του ΜΕΑ στο πλάσμα, το trandolapril έχει επιδείξει…
Απορρόφηση: Το trandolapril απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Η ποσότητα που απορροφάται αντιστοιχεί σε 40 έως 60% της χορηγούμενης δόσης και δεν επηρεάζεται από την κατανάλωση τροφής. Περίπου 36% της απορροφημένης ποσότητας…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η τραντολαπρίλη είναι ένα μη-θειολικό προφάρμακο που ανήκει στην κατηγορία των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE). Μεταβολίζεται στο ήπαρ στη βιολογικά ενεργή μορφή του δι-οξέος, την τραντολαπριλάτη. Η τραντολαπριλάτη αναστέλλει την ACE, το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι (ATI) σε αγγειοτενσίνη ΙΙ (ATII). Η ATII ρυθμίζει την αρτηριακή πίεση και είναι βασικό συστατικό του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS). Η τραντολαπρίλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ήπιας έως μέτριας υπέρτασης, για τη βελτίωση της επιβίωσης μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου σε κλινικά σταθερούς ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας, ως επικουρική θεραπεία για την καρδιακή ανεπάρκεια, και για την επιβράδυνση του ρυθμού εξέλιξης της νεφρικής νόσου σε υπερτασικούς ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και μικροαλβουμινουρία ή εμφανή νεφροπάθεια.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία ήπιας έως μέτριας υπέρτασης, ως επικουρική θεραπεία στην καρδιακή ανεπάρκεια (CHF), για τη βελτίωση της επιβίωσης μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου (MI) σε ασθενείς που είναι αιμοδυναμικά σταθεροί και εμφανίζουν συμπτώματα δυσλειτουργίας της αριστερής κοιλίας ή σημεία CHF λίγες ημέρες μετά από οξύ MI, και για την επιβράδυνση της εξέλιξης της νεφρικής νόσου σε υπερτασικούς ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και μικροαλβουμινουρία ή εμφανή νεφροπάθεια.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η τραντολαπρίλη είναι το αιθυλ-εστέρας προφάρμακο ενός μη-θειολικού αναστολέα ACE, της τραντολαπριλάτης. Η τραντολαπρίλη απο-εστεροποιείται στο ήπαρ στον μεταβολίτη δι-οξέος, την τραντολαπριλάτη, η οποία είναι περίπου οκτώ φορές δραστικότερη ως αναστολέας της ACE από τη μητρική ουσία. Η ACE είναι μια πεπτιδυλ-διπεπτιδάση που αποτελεί μέρος του RAAS. Το RAAS είναι ένας ομοιοστατικός μηχανισμός για τη ρύθμιση της αιμοδυναμικής, της ισορροπίας υδάτων και ηλεκτρολυτών. Κατά τη διάρκεια της συμπαθητικής διέγερσης ή όταν η νεφρική αιματική ροή ή η πίεση είναι μειωμένη, η ρενίνη απελευθερώνεται από τα κοκκιώδη κύτταρα της νεφρικής αγγειώδους συσκευής στα νεφρά. Στην κυκλοφορία του αίματος, η ρενίνη διασπά την κυκλοφορούσα αγγειοτενσινογόνο σε ATI, η οποία στη συνέχεια διασπάται σε ATII από την ACE. Η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω διαφόρων μηχανισμών. Πρώτον, διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η αλδοστερόνη ταξιδεύει στον άπω εσπειραμένο σωληνάριο (DCT) και στον αθροιστικό σωληνάριο των νεφρών όπου αυξάνει την επαναρρόφηση νατρίου και νερού αυξάνοντας τον αριθμό των διαύλων νατρίου και των νατριο-καλίου ATPασών στις κυτταρικές μεμβράνες. Δεύτερον, η ATII διεγείρει την έκκριση αγγειοπρεσσίνης (γνωστής και ως αντιδιουρητική ορμόνη ή ADH) από την οπίσθια υπόφυση. Η ADH διεγείρει περαιτέρω την επαναρρόφηση νερού από τα νεφρά μέσω της εισαγωγής διαύλων α aquaporin-2 στην κορυφαία επιφάνεια των κυττάρων των DCT και των αθροιστικών σωληναρίων. Τρίτον, η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω άμεσης αρτηριακής αγγειοσυστολής. Η διέγερση του υποδοχέα ATII Τύπου 1 στα κύτταρα του λείου μυός των αγγείων οδηγεί σε μια αλληλουχία γεγονότων που καταλήγουν σε συστολή των μυοκυττάρων και αγγειοσυστολή. Εκτός από αυτές τις κύριες δράσεις, η ATII προκαλεί την αίσθηση δίψας μέσω της διέγερσης νευρώνων του υποθαλάμου. Οι αναστολείς ACE αναστέλλουν την ταχεία μετατροπή της ATI σε ATII και αντιτίθενται στις προκαλούμενες από το RAAS αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης. Η ACE (γνωστή και ως κινινάση ΙΙ) εμπλέκεται επίσης στην ενζυμική απενεργοποίηση της βραδυκινίνης, ενός αγγειοδιασταλτικού. Η αναστολή της απενεργοποίησης της βραδυκινίνης αυξάνει τα επίπεδα βραδυκινίνης και μπορεί περαιτέρω να διατηρήσει τις επιδράσεις της τραντολαπριλάτης προκαλώντας αυξημένη αγγειοδιαστολή και μειωμένη αρτηριακή πίεση. Η επίδραση της τραντολαπριλάτης στη μείωση της αρτηριακής πίεσης οφείλεται σε μείωση της περιφερικής αγγειακής αντίστασης, η οποία δεν συνοδεύεται από σημαντικές αλλαγές στην απέκκριση χλωρίου ή καλίου στα ούρα ή στην κατακράτηση νερού ή νατρίου.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Υπάρχουν δύο ισομορφές της ACE: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μία μόνο πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων, και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι παίζει ρόλο στη ωρίμανση των σπερματοζωαρίων και στη σύνδεση των σπερματοζωαρίων με το επιθήλιο της σαλπιγγικής σωλήνας. Η σωματική ACE έχει δύο λειτουργικά ενεργούς τομείς, τον Ν και τον C, που προκύπτουν από διπλασιασμό γονιδίου. Παρόλο που οι δύο τομείς έχουν υψηλή ομοιότητα αλληλουχίας, παίζουν διακριτούς φυσιολογικούς ρόλους. Ο C-τομέας εμπλέκεται κυρίως στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, ενώ ο N-τομέας παίζει ρόλο στη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων. Οι αναστολείς ACE συνδέονται και αναστέλλουν τη δραστηριότητα και των δύο τομέων, αλλά έχουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια και ανασταλτική δράση έναντι του C-τομέα. Η τραντολαπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης της τραντολαπρίλης, ανταγωνίζεται την ATI για τη σύνδεση με την ACE και αναστέλλει την ενζυμική πρωτεόλυση της ATI σε ATII. Η μείωση των επιπέδων ATII στον οργανισμό μειώνει την αρτηριακή πίεση αναστέλλοντας τις πρεσσορικές επιδράσεις της ATII, όπως περιγράφεται στην ενότητα Φαρμακολογία. Η τραντολαπριλάτη προκαλεί επίσης αύξηση της δραστηριότητας της ρενίνης στο πλάσμα, πιθανότατα λόγω απώλειας αρνητικής ανάδρασης που διαμεσολαβείται από την ATII στην απελευθέρωση της ρενίνης ή/και διέγερσης αντανακλαστικών μηχανισμών μέσω βαροϋποδοχέων.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
~ 40-60% απορροφάται· εκτεταμένος μεταβολισμός πρώτης διόδου οδηγεί σε χαμηλή βιοδιαθεσιμότητα 4-14%.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι χρόνοι ημίσειας ζωής απέκκρισης της τραντολαπρίλης και της τραντολαπριλάτης είναι περίπου 6 και 10 ώρες, αντίστοιχα, αλλά, παρόμοια με όλους τους αναστολείς ACE, η τραντολαπριλάτη έχει επίσης μια παρατεταμένη τελική φάση αποβολής που περιλαμβάνει ένα μικρό κλάσμα του χορηγούμενου φαρμάκου. Αυτό πιθανώς αντιπροσωπεύει τη σύνδεση του φαρμάκου με την ACE στο πλάσμα και τους ιστούς. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής για την τραντολαπριλάτη είναι 16-24 ώρες.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της τραντολαπρίλης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι ~ 80% (ανεξάρτητη της συγκέντρωσης και μη-κορεστική), ενώ αυτή της τραντολαπριλάτης είναι 65 έως 94% (εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση και κορεστική).
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Μετά από από του στόματος χορήγηση τραντολαπρίλης, περίπου το 33% της μητρικής ουσίας και των μεταβολιτών ανακτάται στα ούρα, κυρίως ως τραντολαπριλάτη, με περίπου το 66% στα κόπρανα.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 18 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 52 L/h [Μετά από περίπου 2 mg IV δόσεις]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Οι πιθανότερες κλινικές εκδηλώσεις υπερδοσολογίας είναι συμπτώματα σοβαρής υπότασης. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν βήχα, κεφαλαλγία και ζάλη. Η από του στόματος LD 50 της τραντολαπρίλης σε ποντίκια ήταν 4875 mg/kg σε αρσενικά και 3990 mg/kg σε θηλυκά. Σε αρουραίους, μια δόση 5000 mg/kg από το στόμα προκάλεσε χαμηλή θνησιμότητα (1 αρσενικό από 5· 0 θηλυκά). Σε σκύλους, μια δόση 1000 mg/kg από το στόμα δεν προκάλεσε θνησιμότητα και δεν παρατηρήθηκαν παθολογικά κλινικά σημεία.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η τραντολαπρίλη είναι το προφάρμακο διεστέρα της τραντολαπριλάτης, ενός αναστολέα ΜΕΑ (Μετατρεπτικό Ένζυμο Αγγειοτενσίνης) μη-σουλφυδρυλίου. Η τραντολαπρίλη υδρολύεται στο ήπαρ στην ενεργό δι-οξική μεταβολίτη, την τραντολαπριλάτη, η οποία είναι περίπου οκτώ φορές δραστικότερη ως αναστολέας ΜΕΑ σε σύγκριση με τη μητρική ουσία. Το ΜΕΑ είναι ένα πεπτιδυλο-διπεπτιδικό ένζυμο που αποτελεί μέρος του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS). Το RAAS είναι ένας ομοιοστατικός μηχανισμός για τη ρύθμιση της αιμοδυναμικής, της ισορροπίας ύδατος και ηλεκτρολυτών. Κατά τη διάρκεια συμπαθητικής διέγερσης ή όταν η νεφρική αρτηριακή πίεση ή η νεφρική αιματική ροή μειώνεται, η ρενίνη απελευθερώνεται από τα κοκκιώδη κύτταρα του παρασπειροματικού σπειράματος στα νεφρά. Στην κυκλοφορία του αίματος, η ρενίνη διασπά την αγγειοτενσινογόνο σε αγγειοτενσίνη Ι (ATI), η οποία στη συνέχεια διασπάται σε αγγειοτενσίνη ΙΙ (ATII) από το ΜΕΑ. Η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω διαφόρων μηχανισμών.
Πρώτον, διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η αλδοστερόνη ταξιδεύει στον άπω εσπειραμένο σωληνάριο (DCT) και στον αθροιστικό σωληνάριο των νεφρών, όπου αυξάνει την επαναρρόφηση νατρίου και ύδατος, αυξάνοντας τον αριθμό των διαύλων νατρίου και των Na+/K+-ATPασών στις κυτταρικές μεμβράνες. Δεύτερον, η ATII διεγείρει την έκκριση αγγειοπρεσσίνης (γνωστής και ως αντιδιουρητική ορμόνη ή ADH) από την οπίσθια υπόφυση. Η ADH διεγείρει περαιτέρω την επαναρρόφηση ύδατος από τα νεφρά μέσω της ενσωμάτωσης διαύλων α aquaporin-2 στην κορυφαία επιφάνεια των κυττάρων του DCT και των αθροιστικών σωληναρίων. Τρίτον, η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω άμεσης αγγειοσυστολής των αρτηριών. Η διέγερση του υποδοχέα ATII τύπου 1 στα κύτταρα των λείων μυών των αγγείων οδηγεί σε μια αλυσιδωτή αντίδραση που καταλήγει σε συστολή μυοκυττάρων και αγγειοσυστολή. Επιπρόσθετα αυτών των κύριων επιδράσεων, η ATII προκαλεί την αίσθηση δίψας μέσω διέγερσης νευρώνων του υποθαλάμου.
Οι αναστολείς ΜΕΑ αναστέλλουν την ταχεία μετατροπή της ATI σε ATII και αντιτίθενται στις αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης που προκαλούνται από το RAAS. Το ΜΕΑ (γνωστό και ως κινινάση ΙΙ) εμπλέκεται επίσης στην ενζυμική απενεργοποίηση της βραδυκινίνης, ενός αγγειοδιασταλτικού. Η αναστολή της απενεργοποίησης της βραδυκινίνης αυξάνει τα επίπεδα της βραδυκινίνης και μπορεί να παρατείνει περαιτέρω τις επιδράσεις της τραντολαπριλάτης, προκαλώντας αυξημένη αγγειοδιαστολή και μειωμένη αρτηριακή πίεση. Η υποτασική δράση της τραντολαπριλάτης οφείλεται στη μείωση της περιφερικής αγγειακής αντίστασης, η οποία δεν συνοδεύεται από σημαντικές αλλαγές στην απέκκριση χλωρίου ή καλίου ή στην κατακράτηση ύδατος ή νατρίου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Υπάρχουν δύο ισομορφές του ΜΕΑ: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μία μόνο πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων, και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι παίζει ρόλο στην ωρίμανση του σπέρματος και τη σύνδεση των σπερματοζωαρίων με το επιθήλιο της σαλπιγγικής αύλακας. Το σωματικό ΜΕΑ έχει δύο λειτουργικά ενεργούς τομείς, Ν και C, που προκύπτουν από διπλασιασμό γονιδίου. Αν και οι δύο τομείς έχουν υψηλή ομοιότητα αλληλουχίας, διαδραματίζουν διακριτούς φυσιολογικούς ρόλους. Ο C-τομέας εμπλέκεται κυρίως στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, ενώ ο Ν-τομέας παίζει ρόλο στη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων. Οι αναστολείς ΜΕΑ συνδέονται και αναστέλλουν τη δραστηριότητα και των δύο τομέων, αλλά έχουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια και ανασταλτική δράση έναντι του C-τομέα.
Η τραντολαπριλάτη, η ενεργή μεταβολίτης της τραντολαπρίλης, ανταγωνίζεται την ATI για τη σύνδεση με το ΜΕΑ και αναστέλλει την ενζυμική πρωτεόλυση της ATI σε ATII. Η μείωση των επιπέδων ATII στον οργανισμό μειώνει την αρτηριακή πίεση, αναστέλλοντας τις πρεσσορογόνες επιδράσεις της ATII, όπως περιγράφεται στην ενότητα Φαρμακολογία παραπάνω. Η τραντολαπριλάτη προκαλεί επίσης αύξηση της δραστηριότητας ρενίνης στο πλάσμα, πιθανώς λόγω απώλειας της αναστολής ανάδρασης που μεσολαβείται από την ATII στην απελευθέρωση της ρενίνης ή/και διέγερσης αντανακλαστικών μηχανισμών μέσω βαροϋποδοχέων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: ~40-60% απορροφάται. Εκτεταμένος μεταβολισμός πρώτης διόδου οδηγεί σε χαμηλή βιοδιαθεσιμότητα 4-14%.
- Κατανομή: Όγκος κατανομής τραντολαπρίλης ~18 L. (Αναφέρεται επίσης 52 L/h [Μετά από περίπου 2 mg IV δόσεις] για κάθαρση πλάσματος).
- Μεταβολισμός: Εκτεταμένος μεταβολισμός πρώτης διόδου.
- Απέκκριση: Μετά από από του στόματος χορήγηση τραντολαπρίλης, περίπου 33% του μητρικού φαρμάκου και των μεταβολιτών ανακτώνται στα ούρα, κυρίως ως τραντολαπριλάτη, με περίπου 66% στα κόπρανα. Ο βαθμός της απορροφώμενης δόσης που απεκκρίνεται χολικά δεν έχει προσδιοριστεί.
- Βιοδιαθεσιμότητα: Απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από από του στόματος χορήγηση τραντολαπρίλης είναι περίπου 10% ως τραντολαπρίλη και 70% ως τραντολαπριλάτη.
- Χρόνος Tmax: Μετά από από του στόματος χορήγηση τραντολαπρίλης υπό νηστεία, οι μέγιστες συγκεντρώσεις τραντολαπρίλης (Cmax) εμφανίζονται σε περίπου μία ώρα και οι μέγιστες συγκεντρώσεις τραντολαπριλάτης (Cmax) εμφανίζονται μεταξύ 4 και 10 ωρών.
- Φαρμακοκινητική σε Πολλαπλές Δόσεις: Κατά τη διάρκεια πολλαπλών δόσεων τραντολαπρίλης, δεν παρατηρείται σημαντική συσσώρευση τραντολαπριλάτης.
- Επίδραση Τροφής: Η τροφή επιβραδύνει την απορρόφηση της τραντολαπρίλης, αλλά δεν επηρεάζει την AUC ή την Cmax της τραντολαπριλάτης ή την Cmax της τραντολαπρίλης.
- Εκκένωση: Ολική κάθαρση πλάσματος τραντολαπρίλης και τραντολαπριλάτης μετά από περίπου 2 mg IV δόσεις είναι περίπου 52 L/h και 7 L/h αντίστοιχα. Η νεφρική κάθαρση της τραντολαπριλάτης κυμαίνεται από 1-4 L/h, ανάλογα με τη δόση.
- Εκκρίσεις: Μετά από από του στόματος χορήγηση τραντολαπρίλης, περίπου 33% του μητρικού φαρμάκου και των μεταβολιτών ανακτώνται στα ούρα, κυρίως ως τραντολαπριλάτη, με περίπου 66% στα κόπρανα.
- Γάλα: Η τραντολαπρίλη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο γάλα σε αρουραίους.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες Πλάσματος
Η δέσμευση της τραντολαπρίλης στις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 80% (ανεξάρτητη της συγκέντρωσης και μη-κορεστική), ενώ η δέσμευση της τραντολαπριλάτης κυμαίνεται από 65% έως 94% (εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση και κορεστική).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η διάσπαση της εστερικής ομάδας της τραντολαπρίλης, κυρίως στο ήπαρ, είναι υπεύθυνη για τη μετατροπή της σε τραντολαπριλάτη, τον ενεργό μεταβολίτη. Έχουν αναγνωριστεί επτά άλλοι μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένων των δικετοπιπεραζινών και των γλυκουρονιδικών συζευγμάτων της τραντολαπρίλης και της τραντολαπριλάτης.
Η τραντολαπρίλη είναι ένα προφάρμακο και έχει μικρή φαρμακολογική δραστηριότητα έως ότου υδρολυθεί στο ήπαρ σε τραντολαπριλάτη.
Η δράση της τραντολαπρίλης ως αναστολέα του αγγειοτενσινο-μετατρεπτικού ενζύμου (ΜΕΑ) οφείλεται κυρίως στον δι-οξικό μεταβολίτη της, την τραντολαπριλάτη. Η διάσπαση της εστερικής ομάδας της τραντολαπρίλης, κυρίως στο ήπαρ, είναι υπεύθυνη για τη μετατροπή.
Μετά από από του στόματος χορήγηση τραντολαπρίλης, περίπου 33% του μητρικού φαρμάκου και των μεταβολιτών ανακτώνται στα ούρα, κυρίως ως τραντολαπριλάτη, με περίπου 66% στα κόπρανα. Επιπλέον της τραντολαπριλάτης, έχουν βρεθεί τουλάχιστον 7 άλλοι μεταβολίτες, κυρίως γλυκουρονίδες ή προϊόντα δε-εστεροποίησης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής της τραντολαπρίλης και της τραντολαπριλάτης είναι περίπου 6 και 10 ώρες, αντίστοιχα, αλλά, παρόμοια με όλους τους αναστολείς ΜΕΑ, η τραντολαπριλάτη έχει επίσης μια παρατεταμένη τελική φάση αποβολής που περιλαμβάνει ένα μικρό κλάσμα του χορηγούμενου φαρμάκου. Αυτό πιθανώς αντιπροσωπεύει τη σύνδεση του φαρμάκου με το ΜΕΑ του πλάσματος και των ιστών. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής για την τραντολαπριλάτη είναι 16-24 ώρες.
Σε κατάσταση ισορροπίας, ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής της τραντολαπριλάτης είναι 22,5 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν τη αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΒΗΤΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι ΑΛΦΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΟΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
- EPC: Αναστολέας Αγγειοτενσινο-μετατρεπτικού Ενζύμου
- MoA: Αναστολείς Αγγειοτενσινο-μετατρεπτικού Ενζύμου
Η τραντολαπρίλη είναι ένας Αναστολέας Αγγειοτενσινο-μετατρεπτικού Ενζύμου. Ο μηχανισμός δράσης της τραντολαπρίλης είναι ως Αναστολέας Αγγειοτενσινο-μετατρεπτικού Ενζύμου.
TRANDOLAPRIL
Αναστολέας Αγγειοτενσινο-μετατρεπτικού Ενζύμου [EPC]; Αναστολείς Αγγειοτενσινο-μετατρεπτικού Ενζύμου [MoA]
TRANDOLAPRIL TABLETS
Αναστολείς Αγγειοτενσινο-μετατρεπτικού Ενζύμου [MoA]; Αναστολέας Αγγειοτενσινο-μετατρεπτικού Ενζύμου [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (α-ΜΕΑ (Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν τη αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΒΗΤΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι ΑΛΦΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΟΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.