Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 50 / VIAL | 2775.99 € |
ADCETRIS — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Κάθε 28 ημέρες, κάθε 3 εβδομάδες, κάθε 2 εβδομάδες
- Δόση έναρξης: 1,8 mg/kg
- Τιτλοποίηση: Αν παρουσιαστεί ουδετεροπενία ή περιφερική νευροπάθεια, η δοσολογία θα πρέπει να προσαρμοστεί σύμφωνα με τους Πίνακες 1, 2, 3, 5, 6.
-
Ενήλικες με HL χωρίς προηγούμενη θεραπεία (Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη + AVD)Δόση1,2 mg/kgΕνδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών, κατά τις ημέρες 1 και 15 κάθε κύκλου 28 ημερών, για 6 κύκλους. Συνιστάται πρωτογενής προφύλαξη με G-CSF.
-
Ενήλικες με HL χωρίς προηγούμενη θεραπεία (BrECADD)Δόση1,8 mg/kgΕνδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών, κάθε 3 εβδομάδες για έως και 6 κύκλους. Πρωτογενής προφύλαξη με G-CSF την ημέρα 5 κάθε κύκλου. Προκαταρκτική θεραπεία με δεξαμεθαζόνη για 4 ημέρες πριν τον 1ο κύκλο για ασθενείς >40 ετών ή κατά κρίση ιατρού. Αντιβιοτική προφύλαξη 3 φορές την εβδομάδα.
-
Ασθενείς με HL με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής ή εξέλιξηςΔόση1,8 mg/kgΕνδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών, κάθε 3 εβδομάδες. Έναρξη θεραπείας μετά την ανάρρωση από ASCT, έως και 16 κύκλους.
-
Ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό στη θεραπεία HLΔόση1,8 mg/kgΜέγ. δόση16 κύκλοιΕνδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών, κάθε 3 εβδομάδες. Για επαναληπτική θεραπεία, η αρχική δόση είναι 1,8 mg/kg ή η τελευταία ανεκτή δόση. Η θεραπεία συνεχίζεται μέχρι εξέλιξη της νόσου ή μη αποδεκτή τοξικότητα, για τουλάχιστον 8 κύκλους και έως 16 κύκλους.
-
Ενήλικες με sALCL χωρίς προηγούμενη θεραπεία (CHP)Δόση1,8 mg/kgΕνδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών, κάθε 3 εβδομάδες για 6 έως 8 κύκλους. Συνιστάται πρωτογενής προφύλαξη με G-CSF.
-
Ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό στη θεραπεία sALCLΔόση1,8 mg/kgΜέγ. δόση16 κύκλοιΕνδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών, κάθε 3 εβδομάδες. Για επαναληπτική θεραπεία, η αρχική δόση είναι 1,8 mg/kg ή η τελευταία ανεκτή δόση. Η θεραπεία συνεχίζεται μέχρι εξέλιξη της νόσους ή μη αποδεκτή τοξικότητα, για τουλάχιστον 8 κύκλους και έως 16 κύκλους.
-
Ασθενείς με CTCLΔόση1,8 mg/kgΜέγ. δόση16 κύκλοιΕνδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών, κάθε 3 εβδομάδες. Μέχρι 16 κύκλους θεραπείας.
-
ΕνήλικεςΑν το βάρος του ασθενούς είναι μεγαλύτερο από 100 κιλά, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί το βάρος των 100 κιλών για τον υπολογισμό της δόσης.
-
ΗλικιωμένοιΟι συστάσεις δοσολογίας είναι ίδιες με αυτές των ενηλίκων. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα στο σχήμα BrECADD σε ασθενείς ≥ 60 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιά ηλικίας έως 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Συνδυασμένη χρήση βλεομυκίνης και Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ιχνηλασιμότητατο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια
-
Προοδευτική πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για νέα σημεία ή συμπτώματα ή επιδείνωσή τους σε επίπεδο νευρολογικό, γνωστικό ή συμπεριφοράς, που μπορεί να υποδηλώνουν PML. Το Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη δε θα πρέπει να χορηγηθεί για οποιοδήποτε περιστατικό με υποψία PML. Η δοσολογία του Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά εάν επιβεβαιωθεί διάγνωση PML. Ο γιατρός θα πρέπει να προσέχει ιδιαίτερα για συμπτώματα που υποδηλώνουν PML.
-
ΠαγκρεατίτιδαΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για νέο ή επιδεινούμενο κοιλιακό άλγος. Το Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη πρέπει να σταματάει για οποιαδήποτε ύποπτη περίπτωση οξείας παγκρεατίτιδας. Το Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη πρέπει να διακοπεί εάν επιβεβαιωθεί διάγνωση οξείας παγκρεατίτιδας.
-
Πνευμονική τοξικότηταΕάν νέων ή επιδεινούμενων πνευμονικών συμπτωμάτων (π.χ. βήχα, δύσπνοιας), να πραγματοποιηθεί ταχεία διαγνωστική αξιολόγηση και οι ασθενείς να υποβληθούν σε θεραπεία καταλλήλως. Εξετάστε το ενδεχόμενο να διατηρήσετε τη δόση του Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη κατά την αξιολόγηση και μέχρι τη βελτίωση των συμπτωμάτων.
-
Σοβαρές λοιμώξεις και ευκαιριακές λοιμώξειςΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας για την εμφάνιση δυνητικά σοβαρών και ευκαιριακών λοιμώξεων.
-
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση (IRR)Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της έγχυσης και μετά από την έγχυση. Εάν εμφανιστεί αναφυλακτική αντίδραση, η χορήγηση του Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και οριστικά. Εάν προκύψει μια IRR, η έγχυση θα πρέπει να διακοπεί και να επιβληθεί κατάλληλη ιατρική διαχείριση. Η έγχυση μπορεί να επαναρχίσει με πιο αργό ρυθμό μετά την επίλυση του συμπτώματος. Οι ασθενείς που έχουν αντιμετωπίσει προηγουμένως IRR θα πρέπει να λάβουν προθεραπεία για τις μεταγενέστερες εγχύσεις.
-
Σύνδρομο λύσης όγκου (TLS)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ταχέως πολλαπλασιαζόμενο όγκο και έντονη επιβάρυνση όγκωνΑυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και η διαχείρισή τους πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τη βέλτιστη ιατρική πρακτική (επιθετική ενυδάτωση, παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, διόρθωση των ανωμαλιών στους ηλεκτρολύτες, αντι-υπερουριχαιμική θεραπεία και υποστηρικτική φροντίδα).
-
Περιφερική νευροπάθειαΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα νευροπάθειας, όπως υπαισθησία, υπεραισθησία, παραισθησία, δυσφορία, αίσθηση καύσου, νευροπαθητικός πόνος ή αδυναμία. Οι ασθενείς που αντιμετωπίζουν νέα ή επιδείνωση της περιφερικής νευροπάθειας μπορεί να απαιτούν καθυστέρηση ή μείωση της δόσης του Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη ή διακοπή της θεραπείας (βλ. Δοσολογία).
-
Αιματολογικές τοξικότητεςΠριν από τη χορήγηση κάθε δόσης πρέπει να πραγματοποιείται πλήλης αιματολογικός έλεγχος. Εάν εμφανιστεί ουδετεροπενία Βαθμού 3 ή Βαθμού 4, ανατρέξτε (βλ. Δοσολογία).
-
Εμπύρετη ουδετεροπενίαΠριν από τη χορήγηση κάθε δόσης της θεραπείας πρέπει να πραγματοποιείται πλήρης αιματολογικός έλεγχος. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για εμφάνιση πυρετού και η διαχείριση πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τη βέλτιστη ιατρική πρακτική, εάν εμφανιστεί εμπύρετη ουδετεροπενία.
-
Προφύλαξη εμπύρετης ουδετεροπενίαςΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς (σε συνδυασμό με AVD ή CHP)Συνιστάται πρωτογενής προφύλαξη με G-CSF, ξεκινώντας από την πρώτη δόση.
-
Προφύλαξη εμπύρετης ουδετεροπενίαςΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς (σε συνδυασμό με BrECADD)Πρέπει να χορηγείται πρωτογενής προφύλαξη με G-CSF με αφετηρία την ημέρα 5 κάθε κύκλου.
-
Βαριές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCAR)Εάν προκύψει SJS, ΤΕΝ ή DRESS, το Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη θα πρέπει να διακοπεί και να χορηγηθεί κατάλληλη ιατρική θεραπεία.
-
Γαστρεντερικές επιπλοκέςΣε περίπτωση εμφάνισης νέων ή επιδείνωσης υπαρχόντων γαστρεντερικών συμπτωμάτων, διενεργήστε ταχεία διαγνωστική αξιολόγηση και υποβάλετε τους ασθενείς σε κατάλληλη θεραπεία.
-
ΗπατοτοξικότηταΗ ηπατική λειτουργία πρέπει να ελέγχεται, πριν από την έναρξη της θεραπείας, και να παρακολουθείται τακτικά σε ασθενείς που λαμβάνουν Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη. Σε ασθενείς που παρουσιάζουν ηπατοτοξικότητα ενδέχεται να χρειάζεται καθυστέρηση, αλλαγή στη δόση ή διακοπή του Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη.
-
ΥπεργλυκαιμίαΠληθυσμόςασθενείς με αυξημένο δείκτη μάζας σώματος (BMI), με ή χωρίς ιστορικό σακχαρώδους διαβήτηθα πρέπει να παρακολουθείται στενά η γλυκόζη ορού οποιουδήποτε ασθενή που θα εμφανίσει σύμβαμα υπεργλυκαιμίας. Αντιδιαβητική θεραπεία θα πρέπει να χορηγείται όταν απαιτείται.
-
Εξαγγείωση στη θέση έγχυσηςΣυνιστάται η στενή παρακολούθηση της θέσης έγχυσης για πιθανή διήθηση κατά τη χορήγηση του φαρμάκου.
-
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργίαΗ εμπειρία σε ασθενείς με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία είναι περιορισμένη. Η κάθαρση της MMAE ενδέχεται να επηρεαστεί από σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, ηπατική δυσλειτουργία και από χαμηλές συγκεντρώσεις λευκωματίνης ορού (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
CD30+ CTCLΜε προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με άλλους υποτύπους CD30+ CTCL (εκτός σπογγοειδούς μυκητίασης (MF) και πρωτοπαθούς δερματικού αναπλαστικού λεμφώματος μεγάλων κυττάρων (pcALCL))Το Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, μετά από προσεκτική θεώρηση του δυνητικού οφέλους-κινδύνου σε εξατομικευμένη βάση (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Περιεκτικότητα νατρίου στα έκδοχαΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει μέγιστη ποσότητα 13,2 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, που αντιστοιχεί σε 0,7% της συνιστώμενης από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου για ενήλικα.
-
Περιεκτικότητα πολυσορβικού στα έκδοχαΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 2 mg πολυσορβικού 80 ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμούν με 0,2 mg/mL. Τα πολυσορβικά μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κετοκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας CYP3A4 και P-gp)προσοχήΑύξηση της έκθεσης του MMAE κατά ~73%, χωρίς αλλαγή στην έκθεση της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης. Μπορεί να αυξήσει την εμφάνιση ουδετεροπενίας.ΣύστασηΑν εμφανιστεί ουδετεροπενία, ανατρέξτε στις συστάσεις δοσολογίας για ουδετεροπενία (βλ. Δοσολογία).
-
Ριφαμπικίνη (ισχυρός επαγωγέας CYP3A4)παρακολούθησηΔεν άλλαξε την έκθεση του πλάσματος στην μπρεντουξιμάβη βεδοτίνη. Μείωση των συγκεντρώσεων μεταβολιτών MMAE στο πλάσμα.
-
Μιδαζολάμη (υπόστρωμα CYP3A4)Δεν άλλαξε τον μεταβολισμό της μιδαζολάμης. Η μπρεντουξιμάβη βεδοτίνη δεν αναμένεται να αλλάξει την έκθεση σε φάρμακα που μεταβολίζονται από CYP3A4.
-
Παρόμοια φαρμακοκινητική με τη μονοθεραπεία. Δεν επηρεάστηκε η έκθεση των AVD.
-
Παρόμοια φαρμακοκινητική με τη μονοθεραπεία. Δεν αναμένεται να επηρεαστεί η έκθεση του CHP.
-
αντένδειξηΜη αποδεκτή πνευμονική τοξικότητα (συμπεριλαμβανομένων 2 θανατηφόρων συμβάντων).ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Η έκθεση στην μπρεντουξιμάβη βεδοτίνη και στη συγχορηγούμενη χημειοθεραπεία δεν αναμένεται να επηρεαστεί.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Έρπης ζωστήρας
- Πνευμονία
- Έρπης απλός
- Καντιντίαση του στόματος
- Σηψαιμία
- Σηπτική καταπληξία
- Πνευμονία από Pneumocystis jirovecii
- Βακτηριαιμία από σταφυλόκοκκο
- Λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό
- Επανενεργοποίηση κυτταρομεγαλοϊού
- Προοδευτική πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια
- Περιφερική αισθητική νευροπάθεια
- Περιφερική κινητική νευροπάθεια
- Ζάλη
- Απομυελινωτική πολυνευροπάθεια
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Μειωμένη όρεξη
- Υπεργλυκαιμία
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αϋπνία
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακό άλγος
- Στοματίτιδα
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Αυξημένες αμινοτρανσφεράσες (ALT/AST)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο DRESS
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Οσφυαλγία
- Πόνος οστών
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση
- Ρίγη
- Εξαγγείωση στο σημείο έγχυσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠεριφερική αισθητική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΠεριφερική κινητική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΠόνος οστώνΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈρπης απλόςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑυξημένες αμινοτρανσφεράσες (ALT/AST)Εργαστηριακές
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΣηπτική καταπληξίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑπομυελινωτική πολυνευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΒακτηριαιμία από σταφυλόκοκκοΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΕπανενεργοποίηση κυτταρομεγαλοϊούΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊόΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονία από Pneumocystis jiroveciiΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕξαγγείωση στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
Μη γνωστέςΠροοδευτική πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν το όφελος για τη μητέρα υπερβαίνει τους δυνητικούς κινδύνους για το έμβρυο. Εάν μια έγκυος γυναίκα πρέπει να λάβει θεραπεία, θα πρέπει να ενημερωθεί με σαφήνεια σχετικά με το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν εάν η μπρεντουξιμάβη βεδοτίνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί αυτή η θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη τον δυνητικό κίνδυνο του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΣε μη κλινικές μελέτες, η θεραπεία με μπρεντουξιμάβη βεδοτίνη είχε σαν αποτέλεσμα τοξικότητα των όρχεων και ενδέχεται να μεταβάλλει την ανδρική γονιμότητα. Η MMAE έχει καταδειχτεί ότι έχει ανευγονικές ιδιότητες (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Συνιστάται στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με αυτό το φάρμακο να καταψύξουν και να αποθηκεύσουν δείγματα σπέρματος πριν από τη θεραπεία. Συνιστάται στους άνδρες ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αυτό το φάρμακο να μην τεκνοποιήσουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για διάστημα μέχρι 6 μήνες μετά την τελευταία δόση.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, μονοκλωνικά αντισώματα και συζεύγματα αντισώματος-φαρμάκου, κωδικός ATC: L01FX05.
Μηχανισμός δράσης
Η μπρεντουξιμάβη βεδοτίνη είναι ένα ADC που παρέχει έναν αντινεοπλασματικό παράγοντα που έχει σαν αποτέλεσμα επιλεκτικό αποπτωτικό κυτταρικό θάνατο σε κύτταρα όγκου που εκφράζουν CD30. Τα μη κλινικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η βιολογική δραστηριότητα της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης προκαλείται από μια διεργασία πολλαπλών βημάτων. Η δέσμευση του ADC στο CD30 στην κυτταρική επιφάνεια εκκινεί την εσωτερίκευση του συμπλέγματος ADC-CD30, το οποίο στη συνέχεια διακινείται στο λυσοσωματικό διαμέρισμα. Στο εσωτερικό του κυττάρου, ένα καθορισμένο ενεργό είδος, η MMAE, απελευθερώνεται μέσω της πρωτεολυτικής διαίρεσης. Η δέσμευση της MMAE με την τουμπουλίνη διαταράσσει το δίκτυο μικροσωληνίσκων μέσα στο κύτταρο, επάγει ανακοπή του κυτταρικού κύκλου και έχει σαν αποτέλεσμα τον αποπτωτικό θάνατο του κυττάρου όγκου που εκφράζει CD30. Το κλασικό HL, sALCL και οι υπότυποι του CTCL (συμπεριλαμβανομένης της MF και του pcALCL) εκφράζουν CD30 ως ένα αντιγόνο στην επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων τους. Αυτή η έκφραση είναι ανεξάρτητη από το στάδιο της νόσου, τη γραμμή θεραπείας ή την κατάσταση μεταμόσχευσης. Αυτά τα χαρακτηριστικά καθιστούν το CD30 ένα στόχο για θεραπευτική παρέμβαση. Λόγω του CD30 στοχευμένου μηχανισμού δράσης, η μπρεντουξιμάβη βεδοτίνη είναι σε θέση να υπερνικήσει τη χημειο-αντίσταση καθώς το CD30 εκφράζεται σταθερά σε ασθενείς που είναι ανθεκτικοί στη χημειοθεραπεία πολλαπλών παραγόντων, ανεξάρτητα από κατάσταση προηγούμενης μεταμόσχευσης. Ο CD30 στοχευμένος μηχανισμός δράσης της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης, η συνεπής έκφραση του CD30 σε όλη την κλασική HL, sALCL και CD30 + CTCL νόσο και στα θεραπευτικά φάσματα και κλινικά στοιχεία σε θετικές σε CD30 κακοήθειες μετά από πολλαπλές γραμμές θεραπείας παρέχουν μια βιολογική αιτιολογία για τη χρήση της σε ασθενείς με υποτροπιάζον και κλασσικά ανθεκτικό στη θεραπεία HL, sALCL με ή χωρίς προηγούμενη ASCT και CD30 + CTCL μετά από 1 τουλάχιστον προηγούμενη συστηματική θεραπεία. Δεν έχουν αποκλειστεί συνεισφορές στο μηχανισμό δράσης από άλλες λειτουργίες που συσχετίζονται με αντισώματα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία Σαράντα έξι (46) ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες με έκφραση του CD30 ήταν δυνατόν να αξιολογηθούν από τους 52 ασθενείς που έλαβαν 1,8 mg/kg μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης κάθε 3 εβδομάδες ως μέρος μιας πολυκεντρικής μελέτης μίας θεραπευτικής ομάδας, ανοιχτής ετικέτας, φάσης 1 για την καρδιακή ασφάλεια. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η αξιολόγηση της επίδρασης της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης στην καρδιακή κοιλιακή επαναπόλωση και η προκαθορισμένη κύρια ανάλυση ήταν η αλλαγή σε QTc από την αρχική κατάσταση σε πολλαπλά χρονικά σημεία στον Κύκλο 1. Το ανώτερο διάστημα εμπιστοσύνης 90% (CI) γύρω στο μέσο αποτέλεσμα στο QTc ήταν < 10 msec σε κάθε ένα από τα χρονικά σημεία μετά την αρχική κατάσταση στον Κύκλο 1 και τον Κύκλο 3. Αυτά τα δεδομένα υποδεικνύουν την απουσία κλινικά σχετικής παράτασης του QT εξαιτίας της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης όταν χορηγείται σε δόση 1,8 mg/kg κάθε 3 εβδομάδες σε ασθενείς με κακοήθειες που εκφράζουν CD30.
Μονοθεραπεία
Η φαρμακοκινητική της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης αξιολογήθηκε σε μελέτες φάσης 1 και σε φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού με δεδομένα από 314 ασθενείς. Σε όλες τις κλινικές δοκιμές χορηγήθηκε μπρεντουξιμάβη βεδοτίνη ως ενδοφλέβια έγχυση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ADC μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης παρατηρήθηκαν τυπικά στο τέλος της έγχυσης ή στο χρονικό σημείο δειγματοληψίας που ήταν πιο κοντά στο τέλος της έγχυσης. Παρατηρήθηκε πολυεκθετική μείωση στις συγκεντρώσεις ADC στον ορό με τελικό χρόνο ημισείας ζωής 4 έως 6 ημερών περίπου. Οι εκθέσεις ήταν κατά προσέγγιση ανάλογες της δόσης. Παρατηρήθηκε ελάχιστη έως μηδενική συσσώρευση ADC με πολλαπλές δόσεις με το χρονοδιάγραμμα κάθε 3 εβδομάδες, που συνάδει με την εκτίμηση του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής. Οι τυπικές τιμές Cmax και AUC του ADC μετά από μία δόση 1,8 mg/kg σε μια μελέτη φάσης 1 ήταν περίπου 31,98 μg/mL και 79,41 μg/mL ανά ημέρα, αντίστοιχα. Η MMAE είναι ο κύριος μεταβολίτης της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης. Η διάμεσος Cmax, AUC και Tmax της MMAE μετά από εφάπαξ δόση 1,8 mg/kg του ADC σε μια μελέτη φάσης 1 ήταν περίπου 4,97 ng/mL, 37,03 ng/mL ανά ημέρα και 2,09 ημέρες αντίστοιχα. Οι εκθέσεις στη MMAE μειώθηκαν μετά από πολλαπλές δόσεις μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης, με το 50% έως 80% περίπου της έκθεσης της πρώτης δόσης να παρατηρείται σε επόμενες δόσεις. H MMAE μεταβολίζεται περαιτέρω κυρίως σε έναν ισοδύναμης δραστικότητας μεταβολίτη. Ωστόσο, η έκθεση σε αυτόν τον μεταβολίτη είναι κατά μια τάξη μεγέθους χαμηλότερη από ό,τι η έκθεση στη ΜΜΑΕ. Συνεπώς, δεν είναι πιθανόν να έχει κάποια ουσιώδη συνεισφορά στις συστημικές ενέργειες της ΜΜΑΕ. Στον πρώτο κύκλο, η μεγαλύτερη έκθεση MMAE συνδέθηκε με την απόλυτη μείωση του αριθμού των ουδετεροφίλων.
Συνδυαστική θεραπεία
Η φαρμακοκινητική του Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη σε συνδυασμό με AVD αξιολογήθηκε σε μία μονή μελέτη φάσης 3 σε 661 ασθενείς. Η φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού υπέδειξε ότι η φαρμακοκινητική του Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη σε συνδυασμό με AVD ήταν παρόμοια με την φαρμακοκινητική της μονοθεραπείας. Μετά από IV έγχυση πολλαπλών δόσεων 1,2 mg/kg μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης κάθε δύο εβδομάδες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ορού του ADC παρατηρήθηκαν κατά την ολοκλήρωση της έγχυσης και η κάθαρση εμφάνισε πολυ-εκθετική μείωση με t1/2z περίπου 4 έως 5 ημέρες. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος της MMAE παρατηρήθηκαν περίπου 2 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης, και εμφάνισαν μονοεκθετική μείωση με t1/2z περίπου 3 έως 4 ημέρες. Μετά από IV έγχυση πολλαπλών δόσεων 1,2 mg/kg μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης κάθε δύο εβδομάδες, επιτεύχθηκαν συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης ADC και MMAE κατά τον Κύκλο 3. Όταν επιτεύχθηκε σταθεροποιημένη κατάσταση, η ΦΚ του ADC δε φάνηκε να μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. Η συσσώρευση ADC (όπως αξιολογήθηκε από την AUC14D μεταξύ του Κύκλου 1 και του Κύκλου 3) ήταν 1,27 φορές μεγαλύτερη. Η έκθεση της MMAE (όπως αξιολογήθηκε από την AUC14D μεταξύ του Κύκλου 1 και του Κύκλου 3) φάνηκε να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου κατά περίπου 50%. Η φαρμακοκινητική του Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη σε συνδυασμό με CHP αξιολογήθηκε σε μία μονή μελέτη φάσης 3 σε 223 ασθενείς (SGN35-014). Μετά από IV έγχυση πολλαπλών δόσεων 1,8 mg/kg Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη κάθε 3 εβδομάδες, η φαρμακοκινητική των ADC και MMAE ήταν παρόμοια με εκείνη της μονοθεραπείας. Η φαρμακοκινητική του Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη δεν μελετήθηκε στο σχήμα BrECADD.
Κατανομή
In vitro, η δέσμευση της MMAE σε πρωτεΐνες ανθρώπινου πλάσματος του ορού κυμάνθηκε από 68 έως 82%. Η MMAE δεν είναι πιθανόν να εκτοπίσει ή να εκτοπιστεί από φάρμακα υψηλής δέσμευσης πρωτεϊνών. In vitro, η MMAE αποτελούσε υπόστρωμα της P-gp και δεν ήταν αναστολέας της P-gp σε κλινικές συγκεντρώσεις. Στον άνθρωπο, ο μέσος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση ήταν περίπου 6-10 l για το ADC. Βάσει της εκτίμησης φαρμακοκινητικής πληθυσμού, ο τυπικός φαινομενικός κεντρικός όγκος κατανομής της MMAE ήταν 35,5 l.
Μεταβολισμός
Το ADC αναμένεται ότι θα καταβολιστεί ως πρωτεΐνη με ανακύκλωση ή αποβολή των συστατικών αμινοξέων. Τα δεδομένα in vivo σε ζώα και στον άνθρωπο υποδηλώνουν ότι μεταβολίζεται μόνο ένα μικρό κλάσμα της MMAE που ελευθερώνεται από τη μπρεντουξιμάβη βεδοτίνη. Δεν έχουν μετρηθεί τα επίπεδα μεταβολιτών MMAE στο ανθρώπινο πλάσμα. Έχει καταδειχθεί ότι ένας τουλάχιστον μεταβολίτης MMAE είναι ενεργός in vitro. Η MMAE είναι ένα υπόστρωμα του CYP3A4 και πιθανώς του CYP2D6. Τα δεδομένα in vitro καταδεικνύουν ότι ο μεταβολισμός της MMAE γίνεται κυρίως μέσω οξείδωσης από το CYP3A4/5. Οι μελέτες in vitro που χρησιμοποιούν μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος καταδεικνύουν ότι η MMAE αναστέλλει μόνο το CYP3A4/5 σε συγκεντρώσεις πολύ υψηλότερες από αυτές που επιτεύχθηκαν κατά την κλινική εφαρμογή. Η MMAE δεν αναστέλλει άλλες ισομορφές. Η MMAE δεν επάγει κύρια ένζυμα του CYP450 σε πρωτογενείς καλλιέργειες ανθρώπινων ηπατοκυττάρων.
Αποβολή
Το ADC αποβάλλεται με καταβολισμό με τυπικά εκτιμώμενη τιμή CL και ημίσεια ζωή 1,5 l/ημέρα και 4-6 ημέρες, αντίστοιχα. Η αποβολή της MMAE περιορίστηκε από το ρυθμό απελευθέρωσής της από το ADC, η τυπικά φαινομενική τιμή CL και ημίσεια ζωή της MMAE ήταν 19,99 l/ημέρα και 3-4 ημέρες, αντίστοιχα. Μια μελέτη απέκκρισης διενεργήθηκε σε ασθενείς που έλαβαν μια δόση 1,8 mg/kg μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης. Περίπου 24% του συνόλου της MMAE που χορηγήθηκε ως μέρος του ADC κατά τη διάρκεια έγχυσης μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης ανακτήθηκε στα ούρα και στα κόπρανα σε χρονικό διάστημα 1 εβδομάδας. Από την ανακτημένη MMAE, το 72% περίπου ανακτήθηκε στα κόπρανα. Μικρότερη ποσότητα MMAE (28%) απεκκρίθηκε στα ούρα.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού έδειξε ότι η συγκέντρωση λευκωματίνης ορού στην αρχική κατάσταση ήταν σημαντική συμμεταβλητή της κάθαρσης της MMAE. Η ανάλυση υπέδειξε ότι η κάθαρση της MMAE ήταν 2 φορές χαμηλότερη σε ασθενείς με χαμηλές συγκεντρώσεις λευκωματίνης ορού < 3,0 g/dl σε σύγκριση με ασθενείς με συγκεντρώσεις λευκωματίνης ορού εντός του φυσιολογικού εύρους.
Ηπατική δυσλειτουργία Μια μελέτη αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης και της ΜΜΑΕ μετά τη χορήγηση 1,2 mg/kg Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A, n = 1), μέτρια (Child-Pugh Β, n = 5) και σοβαρή (Child-Pugh C, n = 1) ηπατική δυσλειτουργία. Σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, η έκθεση στη ΜΜΑΕ αυξήθηκε περίπου 2,3 φορές (90% CI 1,27-4,12 φορές περισσότερο) σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Νεφρική δυσλειτουργία Μια μελέτη αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης και της ΜΜΑΕ μετά τη χορήγηση 1,2 mg/kg Μπρεντουξιμάμπη βεδοτίνη σε ασθενείς με ήπια (n = 4), μέτρια (n = 3) και σοβαρή (n = 3) νεφρική δυσλειτουργία. Σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η έκθεση στη ΜΜΑΕ αυξήθηκε περίπου 1,9 φορές (90% CI 0,85-4,21 φορές περισσότερο) σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min). Δεν παρατηρήθηκε επίδραση σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
Ηλικιωμένοι Η φαρμακοκινητική πληθυσμού της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης εξετάστηκε σε αρκετές μελέτες, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων από 380 ασθενείς ηλικίας έως 87 ετών (34 ασθενείς ηλικίας ≥ 65 - < 75 ετών και 17 ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετών). Επιπροσθέτως, εξετάστηκε η φαρμακοκινητική πληθυσμού της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης σε συνδυασμό με AVD, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων από 661 ασθενείς ηλικίας έως 82 ετών (42 ασθενείς ηλικίας ≥ 65-< 75 και 17 ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετών. Η επίδραση της ηλικίας στη φαρμακοκινητική διερευνήθηκε σε κάθε ανάλυση και δεν ήταν σημαντική συμμεταβλητή.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μονοθεραπεία C25002 Η φαρμακοκινητική της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης ADC και της MMAE μετά από ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης χορηγηθείσας σε δόση 1,4 mg/kg ή 1,8 mg/kg κάθε 3 εβδομάδες αξιολογήθηκε σε μια κλινική δοκιμή φάσης 1/2 σε 36 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 7-17 ετών) με υ/α HL και sALCL (παιδιά ηλικίας 7-11 ετών, n = 12 και εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών, n = 24) (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η Cmax του ADC παρατηρήθηκε τυπικά στο τέλος της έγχυσης ή στην εγγύτερη στο τέλος της έγχυσης δειγματοληψία. Παρατηρήθηκε πολυεκθετική μείωση των συγκεντρώσεων του ADC στον ορό, με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 4 έως 5 ημερών περίπου. Οι εκθέσεις ήταν κατά προσέγγιση ανάλογες της δόσης με παρατηρηθείσα τάση για χαμηλότερες εκθέσεις στο ADC σε μικρότερες ηλικίες/σωματικά βάρη στον πληθυσμό της μελέτης. Η διάμεση AUC του ADC σε παιδιά και εφήβους από αυτή τη μελέτη ήταν περίπου 14% και 3% χαμηλότερη από ό,τι σε ενήλικες ασθενείς, αντίστοιχα, ενώ οι εκθέσεις στην MMAE ήταν 53% χαμηλότερες και 13% υψηλότερες, αντίστοιχα, από ό,τι σε ενήλικες ασθενείς. Η διάμεση Cmax και AUC του ADC μετά από μία εφάπαξ δόση 1,8 mg/kg ήταν 29,8 µg/mL και 67,9 µgημέρα/mL, αντίστοιχα, σε ασθενείς ηλικίας < 12 ετών και 34,4 µg/mL και 77,8 µgημέρα/mL, αντίστοιχα, σε ασθενείς ηλικίας ≥ 12 ετών. Η διάμεση Cmax, AUC και Tmax της MMAE μετά από μία εφάπαξ δόση 1,8 mg/kg ήταν 3,73 ng/mL, 17,3 ngημέρα/mL και 1,92 ημέρες, αντίστοιχα, σε ασθενείς ηλικίας < 12 ετών και 6,33 ng/mL, 42,3 ngημέρα/mL και 1,82 ημέρες, αντίστοιχα, σε ασθενείς ηλικίας ≥ 12 ετών. Υπήρξε τάση αυξημένης κάθαρσης της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς επιβεβαιωμένα θετικούς για ADA. Μηδέν ασθενείς ηλικίας < 12 ετών (0 από 11) και 2 ασθενείς ηλικίας ≥ 12 ετών (2 από 23) κατέστησαν επίμονα θετικοί για ADA.
Θεραπεία συνδυασμού C25004 Η φαρμακοκινητική της μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης ADC και της MMAE μετά από ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών μπρεντουξιμάβης βεδοτίνης χορηγηθείσας σε δόση 48 mg/m2κάθε 2 εβδομάδες σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη, βινβλαστίνη και δακαρβαζίνη (AVD) αξιολογήθηκε σε μια κλινική δοκιμή φάσης 1/2 σε 59 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 6-17 ετών) με νεοδιαγνωσθέν CD30+ κλασσικό λέμφωμα Hodgkin προχωρημένου σταδίου (παιδιά ηλικίας 6-11 ετών, n = 11 και έφηβοι ηλικίας 12 έως 17 ετών, n = 48). Η Cmax του ADC παρατηρήθηκε στον ορό περίπου στο τέλος της έγχυσης και μειώνονταν με πολυεκθετικό τρόπο με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 4 ημερών περίπου. Η Cmax του MMAE παρατηρήθηκε στο πλάσμα περίπου 2 ημέρες μετά τη χορήγηση BV με χρόνο ημίσειας ζωής 2 ημερών περίπου. Η γεωμετρική μέση Cmax και AUC του ADC μετά από μεμονωμένη δόση 48 mg/m2 ήταν 22,5 µg/mL και 46,7 µgημέρα/mL αντίστοιχα. Η γεωμετρική μέση Cmax και AUC του MMAE μετά από μεμονωμένη δόση 48 mg/m2 ήταν 4,9 ng/mL και 27,2 ngημέρα/mL αντίστοιχα. Παρόμοιες εκθέσεις επιτεύχθηκαν μετά από βασισμένη στο εμβαδόν επιφάνειας σώματος δόση BV στα 48 mg/m2 σε συνδυασμό με AVD στις παιδιατρικές ηλικιακές ομάδες (< 12 ετών, 12 - 16 ετών και > 16 ετών).