Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
FLUDARABIN/EBEWE 25MG/ML
Διακοπή
|
25 / ML | 216.11 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (CLL) από β-κύτταρα
σε: Ενήλικες ασθενείς με επάρκεια αποθεμάτων μυελού των οστών
- C91 Λεμφοειδής λευχαιμία
-
Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (CLL) από β-κύτταρα ως θεραπεία πρώτης γραμμής
σε: Ενήλικες ασθενείς με προχωρημένη νόσο, στάδια Rai ΙΙΙ/ΙV (στάδιο C κατά Binet) ή στάδια Rai I/II (στάδιο A/B κατά Binet), κατά τα οποία ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα, σχετιζόμενα με τη νόσο ή ενδείξεις προϊούσας νόσου
- C91 Λεμφοειδής λευχαιμία
FLUDARABIN-EBEWE — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Καθημερινά για 5 διαδοχικές ημέρες, κάθε 28 ημέρες
- Δόση έναρξης: 40 mg φωσφορικής φλουνταραμπίνης/m² επιφάνειας σώματος
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία εξατομικεύεται και αναπροσαρμόζεται με προσοχή βάσει αιματολογικής τοξικότητας. Εάν οι αριθμοί κοκκιοκυττάρων και/ή αιμοπεταλίων δεν επανέλθουν μετά από αναβολή 2 εβδομάδων, η δόση μειώνεται. Αν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται μετά από δύο κύκλους και έχει μικρή αιματολογική τοξικότητα, μπορεί να εξεταστεί προσεκτική αύξηση της δόσης.
-
ΕνήλικεςΔόση40 mg φωσφορικής φλουνταραμπίνης/m² επιφάνειας σώματοςΗ δόση χορηγείται καθημερινά από το στόμα, για 5 διαδοχικές ημέρες, κάθε 28 ημέρες. Ο αριθμός των δισκίων καθορίζεται ανάλογα με την επιφάνεια σώματος: 0,75-0,88 m²: 3 δισκία (30 mg), 0,89-1,13 m²: 4 δισκία (40 mg), 1,14-1,38 m²: 5 δισκία (50 mg), 1,39-1,63 m²: 6 δισκία (60 mg), 1,64-1,88 m²: 7 δισκία (70 mg), 1,89-2,13 m²: 8 δισκία (80 mg), 2,14-2,38 m²: 9 δισκία (90 mg), 2,39-2,50 m²: 10 δισκία (100 mg).
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΗ αιματολογική εικόνα του ασθενούς πρέπει να παρακολουθείται στενά.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΤο Fludara πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Η χρήση του Fludara σε παιδιά δεν συνιστάται καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (> 75 ετών)Θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή λόγω περιορισμένων στοιχείων. Η κάθαρση της κρεατινίνης πρέπει να μετράται σε ασθενείς άνω των 65 ετών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςμε τιμή κάθαρσης της κρεατινίνης < 30 ml/min
-
Μη αντιρροπούμενη αιμολυτική αναιμία
-
Γαλουχία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΜυελοκαταστολήΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με FludaraΠροσεκτική αιματολογική παρακολούθηση, στενή παρακολούθηση για συμπτώματα αιματολογικής και μη αιματολογικής τοξικότητας
-
Αυτοάνοσες διαταραχέςΑπειλητική για τη ζωή έως θανατηφόραΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν FludaraΣτενή παρακολούθηση για συμπτώματα αιμόλυσης. Σε περίπτωση αιμόλυσης, διακοπή της θεραπείας.
-
ΝευροτοξικότηταΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΣτενή παρακολούθηση για ενδείξεις νευρολογικών ενεργειών. Εάν υπάρχει υποψία LE, ATL ή RPLS, διακοπή της θεραπείας, απεικόνιση εγκεφάλου (κατά προτίμηση MRI), και οριστική διακοπή της θεραπείας αν επιβεβαιωθεί η διάγνωση.
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΠληθυσμόςΑσθενείς με CLL που παρουσιάζουν εκτεταμένους σε μέγεθος όγκουςΛήψη προληπτικών μέτρων, μπορεί να συνιστάται νοσοκομειακή περίθαλψη κατά τον πρώτο κύκλο θεραπείας.
-
Σχετιζόμενη με μετάγγιση νόσος «μοσχεύματος έναντι ξενιστή»Θανατηφόρος έκβασηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Fludara και χρειάζονται μετάγγισηΧρήση μόνο ακτινοβολημένων προϊόντων αίματος για μετάγγιση.
-
Καρκίνος του δέρματοςΠληθυσμόςΑσθενείς υπό ή μετά θεραπεία με Fludara
-
Κακή κατάσταση υγείαςΠληθυσμόςΑσθενείς με κακή κατάσταση υγείας, ειδικά με σοβαρή βλάβη μυελού των οστών, ανοσολογική ανεπάρκεια ή ιστορικό ευκαιριακών λοιμώξεωνΧορήγηση με προσοχή και προσεκτική στάθμιση οφέλους/κινδύνου.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (CrCl < 70 ml/min)Χορήγηση με προσοχή. Σε μέτρια έκπτωση (CrCl 30-70 ml/min), μείωση δόσης κατά έως 50% και στενή παρακολούθηση. Αντενδείκνυται αν CrCl < 30 ml/min (βλ. Αντενδείξεις).
-
Άτομα μεγαλύτερης ηλικίαςΠληθυσμόςΑσθενείς > 75 ετώνΙδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση.
-
Άτομα μεγαλύτερης ηλικίαςΠληθυσμόςΑσθενείς άνω των 65 ετώνΜέτρηση της κάθαρσης κρεατινίνης πριν την έναρξη της θεραπείας (βλ. Νεφρική δυσλειτουργία και Δοσολογία).
-
ΚύησηΠιθανή εμβρυϊκή βλάβηΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκεςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός αν απολύτως απαραίτητο. Οι γυναίκες πρέπει να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες. Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης πρέπει να πληροφορούνται για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΓυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και γόνιμοι άρρενες ασθενείςΛήψη αποτελεσματικών αντισυλληπτικών μέτρων κατά τη διάρκεια και τουλάχιστον 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας.
-
ΕμβολιασμόςΠληθυσμόςΑσθενείς υπό ή μετά θεραπεία με FludaraΑποφυγή εμβολιασμού με εμβόλια που περιέχουν ζωντανούς οργανισμούς.
-
Θεραπευτική αντοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που δεν ανταποκρίνονται στην αρχική θεραπεία με FludaraΑποφυγή μεταπήδησης σε θεραπεία με χλωραμβουκίλη λόγω πιθανής διασταυρούμενης αντοχής.
-
Ναυτία/έμετοςΠληθυσμόςΑσθενείςΣε επίμονο κλινικό πρόβλημα, συνιστάται αλλαγή στην ενδοφλέβια μορφή.
-
ΈκδοχαΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Πεντοστατίνη (deoxycoformycin)αντένδειξηΑπαράδεκτα υψηλή συχνότητα θανατηφόρας πνευμονικής τοξικότηταςΣύστασηΔεν συνιστάται ο συνδυασμός
-
Διπυριδαμόλη, άλλοι αναστολείς της πρόσληψης αδενοσίνηςπροσοχήΕνδέχεται να μειώσουν τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα του Fludara
-
ΚυταραμπίνηπαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τη μέγιστη ενδοκυτταρική συγκέντρωση και την ενδοκυτταρική έκθεση στην Ara-CTP σε λευχαιμικά κύτταρα. Οι συγκεντρώσεις της Ara-C στο πλάσμα και ο ρυθμός απέκκρισης της Ara-CTP δεν επηρεάστηκαν.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοιμώξεις
- Περιστασιακές λοιμώξεις
- Επανενεργοποίηση λανθανόντων ιών
- Ιός του έρπητα ζωστήρα
- Ιός Epstein-Barr
- Πνευμονία
- Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια
- Περιφερική νευροπάθεια
- Κώμα
- Επιληπτικές κρίσεις
- Λευκοεγκεφαλοπάθεια
- Οξεία τοξική λευκοεγκεφαλοπάθεια
- Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας
- Λεμφοϋπερπλαστική διαταραχή
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Μυελοκαταστολή
- Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο και Οξεία μυελοειδής λευχαιμία (κυρίως σχετιζόμενη με προηγούμενη, ταυτόχρονη ή επακόλουθη θεραπεία με αλκυλιούντες παράγοντες, αναστολείς τοποϊσομεράσης ή ακτινοβολία)
- Αυτοάνοση διαταραχή
- Ανορεξία
- Σύνδρομο λύσης όγκου (συμπεριλαμβάνονται Νεφρική ανεπάρκεια, Μεταβολική οξείδωση, Υπερκαλιαιμία, Υπασβαιστιαιμία, Υπερουριχαιμία, Αιματουρία, Παρουσία κρυστάλλων ουρικών αλάτων στα ούρα, Υπερφωσφαταιμία)
- Σύγχυση
- Διέγερση
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Διαταραχή όρασης
- Τύφλωση
- Οπτική νευρίτιδα
- Οπτική νευροπάθεια
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Αρρυθμία
- Βήχας
- Πνευμονική τοξικότητα
- Πνευμονική ίνωση
- Πνευμονίτιδα
- Δύσπνοια
- Πνευμονική αιμορραγία
- Έμετος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Στοματίτιδα
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Βλεννογονίτιδα
- Μη φυσιολογικά παγκρεατικά ένζυμα
- Μη φυσιολογικά ηπατικά ένζυμα
- Εξάνθημα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Καρκίνος δέρματος
- Πυρετός
- Κόπωση
- Αδυναμία
- Οίδημα
- Ρίγη
- Κακοδιαθεσία
- Αιμορραγική κυστίτιδα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑδυναμίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχή όρασηςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη/Περιστασιακές λοιμώξεις (όπως επανενεργοποίηση λανθανόντων ιών, π.χ. προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια, ιός του έρπητα ζωστήρα, ιός Epstein-Barr)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΜυελοκαταστολή (ουδετεροπενία)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΒλεννογονίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚακοδιαθεσίαΓενικές
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑυτοάνοση διαταραχήΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚρύσταλλοι ουρικών αλάτων στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΛεμφοϋπερπλαστική διαταραχήΑίμα
-
Όχι συχνέςΜεταβολική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικά ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικά παγκρεατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜυελοδυσπλαστικό σύνδρομο και Οξεία μυελοειδής λευχαιμία (κυρίως σχετιζόμενη με προηγούμενη, ταυτόχρονη ή επακόλουθη θεραπεία με αλκυλιούντες παράγοντες, αναστολείς τοποϊσομεράσης ή ακτινοβολία)Νεοπλάσματα, καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
Όχι συχνέςΜυελοκαταστολήΑίμα
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονική ίνωσηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονική τοξικότηταΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚαρκίνος δέρματοςΝεοπλάσματα
-
ΣπάνιεςΚώμαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΟπτική νευρίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟπτική νευροπάθειαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤύφλωσηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑιμορραγική κυστίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΛευκοεγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΟξεία τοξική λευκοεγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονική αιμορραγίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειαςΝευρικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΟι σεξουαλικά ενεργοί άντρες και γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και τουλάχιστον για 6 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας.Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης πρέπει να πληροφορούνται για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΚύησηΤο Fludara δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο (π.χ. απειλητική για τη ζωή κατάσταση, μη διαθέσιμη ασφαλέστερη εναλλακτική θεραπεία χωρίς ελάττωση του θεραπευτικού οφέλους, θεραπεία που δεν μπορεί να αποφευχθεί). Το Fludara μπορεί δυνητικά να προκαλέσει εμβρυϊκή βλάβη.Προκλινικά δεδομένα σε αρουραίους έδειξαν μεταφορά του Fludara και/ή των μεταβολιτών του μέσω του πλακούντα. Τα αποτελέσματα μελετών ενδοφλέβιας εμβρυοτοξικότητας σε αρουραίους και κουνέλια έδειξαν εμβρυοθανατηφόρο και τερατογόνο δυναμικό στις θεραπευτικές δόσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Υπάρχουν πολύ περιορισμένα στοιχεία για τη χρήση του Fludara σε εγκύους γυναίκες κατά το πρώτο τρίμηνο. Οι συνταγογραφούντες θα πρέπει να εξετάζουν τη χρήση του Fludara, μόνο αν τα πιθανά οφέλη δικαιολογούν τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΤο Fludara αντενδείκνυται σε θηλάζουσες μητέρες (βλ. Αντενδείξεις).Δεν είναι γνωστό αν το φάρμακο αυτό ή οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις από προκλινικά δεδομένα ότι η φωσφορική φλουνταραμπίνη και οι μεταβολίτες της μεταφέρονται από το μητρικό αίμα στο γάλα. Λόγω της πιθανότητας εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών του Fludara σε βρέφη που θηλάζουν.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- λευκοεγκεφαλοπάθεια (LE)
- οξεία τοξική λευκοεγκεφαλοπάθεια (ATL)
- σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας (RPLS)
- κεφαλαλγία
- ναυτία
- έμετος
- επιληπτικές κρίσεις
- οπτικές διαταραχές (απώλεια της όρασης)
- αλλοίωση των αισθήσεων
- εστιακά νευρολογικά ελλείμματα
- οπτική νευρίτιδα
- φλεγμονή της οπτικής θηλής
- σύγχυση
- υπνηλία
- διέγερση
- παραπάρεση/τετραπληγία
- μυική σπαστικότητα
- ακράτεια
- μη αναστρέψιμη τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος (όψιμη τύφλωση, κώμα και θάνατος)
- σοβαρή θρομβοπενία
- ουδετεροπενία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, ανάλογα της πουρίνης, Κωδικός ATC: L01B B05
Μηχανισμός δράσης
Το Fludara περιέχει φωσφορική φλουνταραμπίνη, ένα υδατοδιαλυτό φθοριούχο ανάλογο νουκλεοτιδίου του αντιικού παράγοντα βινταραμπίνη, 9-β-D-αραβινοφουρανοσυλαδενίνη (ara-A), που είναι σχετικά ανθεκτικό στην απαμίνωση από την απαμινάση της αδενοσίνης. Η φωσφορική φλουνταραμπίνη αποφωσφορυλιώνεται ταχέως σε 2F-ara-A η οποία προσλαμβάνεται από τα κύτταρα και στη συνέχεια φωσφορυλιώνεται ενδοκυτταρικά από τη δεσοξυκυτιδινοκινάση προς το ενεργό τριφωσφορικό άλας, το 2-F-ara-ATP. Ο μεταβολίτης αυτός δείχθηκε ότι αναστέλλει την ριβονουκλεοτιδική αναγωγάση, την DNA πολυμεράση α/δ και ε, την DNA πριμάση και την DNA λιγάση, αναστέλλοντας έτσι τη σύνθεση του DNA. Ακόμη λαμβάνει χώρα μερική αναστολή της RNA πολυμεράσης ΙΙ και κατά συνέπεια μείωση της πρωτεϊνικής σύνθεσης. Παρόλο που ορισμένα σημεία του μηχανισμού δράσης του 2-F-ara-ATP δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί, υποτίθεται ότι οι επιδράσεις στη σύνθεση DNA, RNA και πρωτεϊνών συνεισφέρουν στην αναστολή της ανάπτυξης των κυττάρων, με κυρίαρχο παράγοντα την αναστολή της σύνθεσης του DNA. Επιπλέον, μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η έκθεση λεμφοκυττάρων χρόνιας λεμφοκυτταρικής αναιμίας (CLL) σε 2F-ara-A πυροδοτεί την εκτεταμένη κατάτμηση του DNA και κυτταρικό θάνατο, χαρακτηριστικό της απόπτωσης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε μια κλινική μελέτη φάσης ΙΙΙ σε ασθενείς με χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία από β-κύτταρα, οι οποίοι δεν είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία, έγινε σύγκριση της θεραπείας με Fludara έναντι της χλωραμβουκίλης (40 mg/m² κάθε 4 εβδομάδες) σε 195 και 199 ασθενείς αντίστοιχα και διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα αποτελέσματα: στατιστικά σημαντικά υψηλότερα ποσοστά, συνολικής και πλήρους ανταπόκρισης μετά τη θεραπεία πρώτης γραμμής με Fludara σε σύγκριση με τη χλωραμβουκίλη (61,1% έναντι 37,6% και 14,9% έναντι 3,4% αντίστοιχα). Στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη διάρκεια ανταπόκρισης (19 έναντι 12,2 μηνών) και χρόνου εξέλιξης της νόσου (17 έναντι 13,2 μηνών) για τους ασθενείς που έλαβαν το Fludara. Ο διάμεσος χρόνος επιβίωσης των ασθενών των δυο ομάδων ήταν 56,1 μήνες για το Fludara και 55,1 μήνες για την χλωραμβουκίλη. Μη σημαντική επίσης διαφορά παρατηρήθηκε και στη λειτουργική κατάσταση. Το ποσοστό των ασθενών που ανέφερε τοξικότητα ήταν παρόμοιο μεταξύ των ασθενών που έλαβαν Fludara (89,7%) και εκείνων που έλαβαν χλωραμβουκίλη (89,9%). Ενώ η διαφορά στη συνολική επίπτωση της αιματολογικής τοξικότητας δεν υπήρξε σημαντική μεταξύ των δυο θεραπευτικών ομάδων, σημαντικά μεγαλύτερα ποσοστά στην ομάδα του Fludara εμφάνισαν τοξικότητα στα λευκά αιμοσφαίρια (p=0,0054) και στα λεμφοκύτταρα (p=0,0240) σε σχέση με την ομάδα της χλωραμβουκίλης. Τα ποσοστά των ασθενών που εμφάνισαν ναυτία, έμετο και διάρροια ήταν σημαντικά χαμηλότερα για το Fludara (p<0,0001, p<0,0001 και p=0,0489 αντίστοιχα) από ότι για τη χλωραμβουκίλη. Ηπατική τοξικότητα αναφέρθηκε σε σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό ασθενών (p=0,0487) στην ομάδα του Fludara από ότι στην ομάδα της χλωραμβουκίλης. Οι ασθενείς που ανταποκρίνονται αρχικά στο Fludara έχουν πιθανότητα να ανταποκριθούν εκ νέου σε μονοθεραπεία με Fludara. Μία τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη με Fludara έναντι του συνδυασμού CAP (cyclophosphamide, adriamycin και prednisone), σε 208 ασθενείς με CLL σε στάδιο Β ή C κατά Binet, ανέδειξε τα ακόλουθα αποτελέσματα στην υποομάδα των 103 ασθενών που είχαν λάβει προηγουμένως άλλη θεραπευτική αγωγή: το ποσοστό της ολικής ανταπόκρισης και της πλήρους ανταπόκρισης ήταν υψηλότερο με το Fludara σε σύγκριση με το συνδυασμό CAP (45% έναντι 26% και 13% έναντι 6% αντίστοιχα), η διάρκεια της ανταπόκρισης και το συνολικό ποσοστό επιβίωσης ήταν παρόμοια και με τις δύο φαρμακευτικές αγωγές (Fludara /CAP). Μέσα στο συμφωνημένο χρονικό διάστημα της θεραπείας των 6 μηνών, ο αριθμός των θανάτων ήταν 9 (Fludara) έναντι 4 (CAP). Post-hoc αναλύσεις, κάνοντας χρήση μόνο των δεδομένων μέχρι και 6 μηνών μετά την έναρξη της θεραπείας, ανέδειξαν μία διαφοροποίηση στις καμπύλες επιβίωσης του Fludara και του συνδυασμού CAP, προς όφελος του συνδυασμού CAP, στην υποομάδα των ασθενών σε στάδιο C κατά Binet, οι οποίοι είχαν λάβει προηγουμένως άλλη θεραπευτική αγωγή.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φλουνταραμπίνης (2F-ara-A) στο πλάσμα και στα ούρα
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φλουνταραμπίνης (2F-ara-A) μελετήθηκαν μετά από ενδοφλέβια χορήγηση φωσφορικής φλουνταραμπίνης (Fludara, 2F-ara-AMP) με δόση (bolus) ταχείας έγχυσης, με έγχυση σύντομης διάρκειας, καθώς και με συνεχή έγχυση και μετά από χορήγηση από του στόματος. Δεν βρέθηκε σαφής συσχέτιση μεταξύ της φαρμακοκινητικής της 2F-ara-A και της αποτελεσματικότητας της θεραπευτικής αγωγής στους καρκινοπαθείς. Εντούτοις, η εμφάνιση μεταβολών στην ουδετεροπενία και τον αιματοκρίτη έδειξαν ότι η κυτταροτοξικότητα της φωσφορικής φλουνταραμπίνης καταστέλλει δοσοεξαρτώμενα την αιμοποίηση.
Κατανομή και μεταβολισμός
Η 2F-ara-AMP είναι ένα υδατοδιαλυτό προφάρμακο της φλουνταραμπίνης (2F-ara-A), το οποίο στον ανθρώπινο οργανισμό μετατρέπεται με αποφωσφορυλίωση ταχέως και καθ’ ολοκληρία στο νουκλεοσίδιο φλουνταραμπίνη (2F-ara-A). Ένας άλλος μεταβολίτης, η 2F-ara-υποξανθίνη, η οποία αντιπροσωπεύει τον κύριο μεταβολίτη στον σκύλο, παρατηρήθηκε σε ανθρώπους μόνο σε μικρή έκταση. Ύστερα από εφάπαξ έγχυση 25 mg 2F-ara-AMP ανά m² σε ασθενείς με CLL για 30 λεπτά, η συγκέντρωση της 2F-ara-A στο πλάσμα έφτασε σε μέσες τιμές μέγιστης συγκέντρωσης 3,5 - 3,7 μΜ στο τέλος της έγχυσης. Αντίστοιχα επίπεδα της 2F-ara-A μετά την πέμπτη δόση έδειξαν μία μέτρια συσσώρευση με μέση τιμή μέγιστων επιπέδων 4,4 - 4,8 μΜ στο τέλος της έγχυσης. Κατά τη διάρκεια ενός πενθήμερου θεραπευτικού χρονοδιαγράμματος, τα συγκεντρωτικά επίπεδα της 2F-ara-A στο πλάσμα αυξήθηκαν περίπου κατά 2 φορές. Δεν αναμένεται συσσώρευση της 2F-ara-A μετά από περισσότερους θεραπευτικούς κύκλους. Τα επίπεδα που ακολούθησαν την μέγιστη τιμή μειώθηκαν σε τρεις φάσεις διάθεσης με έναν αρχικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 5 λεπτών, έναν ενδιάμεσο χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 1-2 ωρών και έναν τελικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 20 ωρών. Η σύγκριση της φαρμακοκινητικής της 2F-ara-A μεταξύ διαφόρων μελετών έδειξε μία μέση συνολική κάθαρση στο πλάσμα (CL) 79±40 ml/min/m² (2,2±1,2 ml/min/kg) και μέσο όγκο κατανομής (Vss) 83±55 l/m² (2,4±1,6 l/kg). Τα δεδομένα έδειξαν υψηλή ενδοατομική μεταβλητότητα. Μετά από χορήγηση φωσφορικής φλουνταραμπίνης από το στόμα, καθώς και μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, τα επίπεδα του 2F-ara-A και οι περιοχές κάτω από τις χρονικές καμπύλες των επιπέδων στο πλάσμα αυξήθηκαν γραμμικά με τη δόση, ενώ οι χρόνοι ημίσειας ζωής, η κάθαρση στο πλάσμα και οι όγκοι κατανομής παρέμειναν σταθεροί ανεξάρτητα από τη δόση δείχνοντας γραμμική συμπεριφορά της δόσης. Μετά από χορήγηση της φωσφορικής φλουνταραμπίνης από το στόμα, τα μέγιστα επίπεδα της 2F-ανα-A στο πλάσμα έφτασαν περίπου στο 20 - 30% των αντίστοιχων ενδοφλέβιων επιπέδων στο τέλος της έγχυσης και σημειώθηκαν 1 - 2 ώρες μετά τη χορήγηση. Η συστηματική διαθεσιμότητα της 2F-ανα-A ήταν 50 - 65% μετά από απλή δόση και μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις και ήταν όμοια μετά από κατάποση διαλύματος ή δισκίου άμεσης αποδέσμευσης. Μετά από χορήγηση 2F-ανα-AMP από το στόμα με ταυτόχρονη λήψη τροφής παρατηρήθηκε ελαφρά αύξηση (<10%) της συστηματικής διαθεσιμότητας (AUC), ελαφρά μείωση των μέγιστων επιπέδων στο πλάσμα (Cmax) της 2F-αρα-A και επιβραδυμένος χρόνος εμφάνισης της Cmax. Οι τελικοί χρόνοι ημίσειας ζωής δεν επηρεάστηκαν.
Απέκκριση
H 2F-ara-A αποβάλλεται κυρίως μέσω των νεφρών. Το 40 με 60% της ενδοφλέβια χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται με τα ούρα. Μελέτες ισοζυγίου της μάζας με χρήση ³H-2F-ara-AMP σε πειραματόζωα έδειξαν ολοκληρωτική επανάκτηση των ραδιενεργά επισημασμένων ουσιών στα ούρα.
Χαρακτηριστικά ασθενών
Άτομα με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία παρουσίασαν μία μειωμένη σωματική κάθαρση, δείχνοντας την ανάγκη της μείωσης της δόσης. Έρευνες in vitro με ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος δεν ανέδειξαν σαφή τάση σύνδεσης της 2F-ara-A με τις πρωτεΐνες.
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες της τριφωσφορικής φλουνταραμπίνης στο κύτταρο
H 2F-ara-A μεταφέρεται ενεργά μέσα σε λευχαιμικά κύτταρα, όπου επαναφωσφορυλιώνεται στη μονοφωσφορική μορφή και ακολούθως στην δι- και τριφωσφορική της μορφή. Η τριφωσφορική 2F-ara-ATP είναι ο κύριος ενδοκυτταρικός μεταβολίτης καθώς και ο μόνος μεταβολίτης, για τον οποίο είναι γνωστό ότι έχει κυτταροτοξική δράση. Τα μέγιστα επίπεδα της 2F-ara-ATP σε λευχαιμικά λεμφοκύτταρα ασθενών με CLL παρατηρήθηκαν σε ένα διάμεσο χρονικό διάστημα 4 ωρών και παρουσίασαν σημαντική διακύμανση με διάμεση κορυφαία συγκέντρωση περίπου 20 μΜ. Τα επίπεδα της 2F-ara-ATP στα λευχαιμικά κύτταρα ήταν πάντοτε σημαντικά υψηλότερα από τα μέγιστα επίπεδα της 2F-ara-A στο πλάσμα δείχνοντας μία συσσώρευση στις περιοχές στόχους. Η επώαση in vitro λευχαιμικών λεμφοκυττάρων έδειξε γραμμική σχέση μεταξύ της εξωκυττάριας έκθεσης της 2F-ara-A (προϊόν της συγκέντρωσης της 2F-ara-A και της διάρκειας της επώασης) και του ενδοκυττάριου εμπλουτισμού με 2F-ara-AΤΡ. Η αποβολή του 2F-ara-AΤΡ από τα κύτταρα στόχου έδειξε διάμεσους χρόνους ημίσειας ζωής 15 και 23 ωρών.