Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

FLUDARABINE-SPECIFAR

fludarabine

φλuδαραμπηνε-σπεcηφαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
50 / VIAL 204.22 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • C91 Λεμφοειδής λευχαιμία

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία από β-κύτταρα

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

FLUDARABINE-SPECIFAR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Στοματική
Χορήγηση:
Καθημερινά για 5 διαδοχικές ημέρες, κάθε 28 ημέρες
Δόση έναρξης:
40 mg φωσφορικής φλουνταραμπίνης/m² επιφάνειας σώματος
Τιτλοποίηση:
Η δοσολογία εξατομικεύεται και πρέπει να αναπροσαρμόζεται με προσοχή σύμφωνα με τα δεδομένα της παρατηρούμενης αιματολογικής τοξικότητας. Εάν ένας ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία μετά από δύο θεραπευτικούς κύκλους και δεν παρουσιάζει ή παρουσιάζει μικρή αιματολογική τοξικότητα, τότε, στους επόμενους κύκλους, πρέπει να ληφθεί υπόψη η προσεκτική προσαρμογή της δοσολογίας σε μεγαλύτερες δόσεις φωσφορικής φλουνταραμπίνης.
  • Ενήλικες
    Δόση40 mg φωσφορικής φλουνταραμπίνης/m² επιφάνειας σώματος
    Καθημερινά από το στόμα, για διάστημα 5 διαδοχικών ημερών, κάθε 28 ημέρες. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από την επιτυχία της θεραπείας και την ανοχή του φαρμάκου. Συνιστάται η χορήγηση του Fludara μέχρι να επιτευχθεί η βέλτιστη ανταπόκριση (ολική ή μερική ύφεση, συνήθως 6 κύκλοι) και στη συνέχεια η χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να διακόπτεται. Η δοσολογία εξατομικεύεται και πρέπει να αναπροσαρμόζεται με προσοχή σύμφωνα με τα δεδομένα της παρατηρούμενης αιματολογικής τοξικότητας. Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης στον πρώτο θεραπευτικό κύκλο (έναρξη της θεραπείας με Fludara), εκτός από ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (βλ. Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία). Εάν ένας ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία μετά από δύο θεραπευτικούς κύκλους και δεν παρουσιάζει ή παρουσιάζει μικρή αιματολογική τοξικότητα, τότε, στους επόμενους κύκλους, πρέπει να ληφθεί υπόψη η προσεκτική προσαρμογή της δοσολογίας σε μεγαλύτερες δόσεις φωσφορικής φλουνταραμπίνης.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Οι δόσεις πρέπει να προσαρμόζονται όταν η νεφρική λειτουργία των ασθενών είναι μειωμένη. Εάν η τιμή κάθαρσης της κρεατινίνης είναι μεταξύ 30 και 70 ml/min, η δόση πρέπει να μειώνεται έως και 50% και η αιματολογική εικόνα του ασθενούς πρέπει να παρακολουθείται στενά, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η τοξικότητα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η θεραπεία με Fludara, από του στόματος, αντενδείκνυται, όταν η τιμή κάθαρσης της κρεατινίνης είναι < 30 ml/min (βλ. Αντενδείξεις).
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τη χρήση του Fludara σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Το Fludara πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτή την ομάδα ασθενών.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Fludara σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 18 ετών, δεν έχει τεκμηριωθεί. Συνεπώς, η χρήση του Fludara σε παιδιά δεν συνιστάται.
  • Άτομα μεγαλύτερης ηλικίας
    Επειδή τα υπάρχοντα στοιχεία από τη χρήση του Fludara σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (> 75 ετών) είναι περιορισμένα, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση του Fludara σε αυτούς τους ασθενείς. Η κάθαρση της κρεατινίνης πρέπει να μετράται σε ασθενείς άνω των 65 ετών (βλ. Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Νεφρική δυσλειτουργία με τιμή κάθαρσης της κρεατινίνης < 30 ml/min
  • Μη αντιρροπούμενη αιμολυτική αναιμία
  • Γαλουχία
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Μυελοκαταστολή (αναιμία, θρομβοπενία, ουδετεροπενία, πανκυτταροπενία)
    Προσεκτική αιματολογική παρακολούθηση, περιοδική αξιολόγηση του περιφερικού αίματος. Να δίνεται προσοχή στην περίπτωση νέας συλλογής αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων.
  • Αυτοάνοσες διαταραχές (συμπεριλαμβανομένης αιμολυτικής αναιμίας)
    Παρακολούθηση για συμπτώματα αιμόλυσης. Σε περίπτωση αιμόλυσης, διακοπή θεραπείας. Συνήθη μέτρα: μετάγγιση ακτινοβολημένου αίματος, χορήγηση αδρενοκορτικοειδών.
  • Νευροτοξικότητα (λευκοεγκεφαλοπάθεια (LE), οξεία τοξική λευκοεγκεφαλοπάθεια (ATL), σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας (RPLS), τύφλωση, κώμα, θάνατος, επιληπτικές κρίσεις, διέγερση, σύγχυση)
    σοβαρή
    Παρακολούθηση για ενδείξεις νευρολογικών ενεργειών. Διακοπή Fludara αν υπάρχει υποψία LE, ATL, RPLS. Απεικόνιση εγκεφάλου (MRI). Οριστική διακοπή εάν επιβεβαιωθεί.
  • Σύνδρομο λύσης όγκου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με CLL που παρουσιάζουν εκτεταμένους σε μέγεθος όγκους
    Λήψη προληπτικών μέτρων. Μπορεί να συνιστάται νοσοκομειακή περίθαλψη κατά τον πρώτο κύκλο θεραπείας.
  • Σχετιζόμενη με μετάγγιση νόσος «μοσχεύματος έναντι ξενιστή»
    Χρήση μόνο ακτινοβολημένων προϊόντων αίματος σε ασθενείς που απαιτούν μετάγγιση κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία.
  • Καρκίνος του δέρματος
    Παρακολούθηση για επιδείνωση, έξαρση ή νέα εμφάνιση.
  • Κακή κατάσταση υγείας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή βλάβη της λειτουργίας του μυελού των οστών (θρομβοπενία, αναιμία και/ή κοκκιοκυτταροπενία), με ανοσολογική ανεπάρκεια ή με ιστορικό ευκαιριακών λοιμώξεων
    Χορήγηση με προσοχή και μετά από προσεκτική στάθμιση οφέλους/κινδύνου.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Χορήγηση με προσοχή. Σε ασθενείς με μέτρια έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 και 70 ml/min), η δόση πρέπει να μειωθεί κατά έως 50% και ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Δοσολογία). Αντενδείκνυται εάν η κάθαρση κρεατινίνης είναι < 30 ml/min (βλ. Αντενδείξεις).
  • Άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (> 75 ετών)
    Ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση. Η κάθαρση της κρεατινίνης πρέπει να μετράται σε ασθενείς άνω των 65 ετών πριν την έναρξη της θεραπείας (βλ. Νεφρική δυσλειτουργία και Δοσολογία).
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν το πιθανό όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες και να ενημερώνουν τον ιατρό αν συμβεί.
  • Αντισύλληψη
    ΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    Λήψη αποτελεσματικών αντισυλληπτικών μέτρων κατά τη διάρκεια και τουλάχιστον 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας.
  • Αντισύλληψη
    ΠληθυσμόςΆνδρες ασθενείς
    Χρήση αποτελεσματικών μεθόδων αντισύλληψης και να μην κάνουν παιδί όσο λαμβάνουν Fludara και τουλάχιστον για 3 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
  • Εμβολιασμός με εμβόλια που περιέχουν ζωντανούς οργανισμούς
    Πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία.
  • Επιλογές συνέχισης θεραπείας μετά από αρχική θεραπεία με Fludara
    Η μεταπήδηση ασθενών που δεν ανταποκρίνονται στην αρχική θεραπεία με Fludara σε θεραπεία με χλωραμβουκίλη πρέπει να αποφεύγεται.
  • Αλλαγή σε Fludara IV
    Σε περίπτωση επίμονου κλινικού προβλήματος ναυτίας/έμετου με την από του στόματος μορφή, συνιστάται αλλαγή στην ενδοφλέβια μορφή.
  • Έκδοχα (λακτόζη)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, με πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή με δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
  • Έκδοχα (νάτριο)
    Το φάρμακο είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • αντένδειξη
    Απαράδεκτα υψηλή συχνότητα θανατηφόρας πνευμονικής τοξικότητας
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
  • Διπυριδαμόλη, άλλοι αναστολείς της πρόσληψης αδενοσίνης
    προσοχή
    Μείωση της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας του Fludara
  • Κυταραμπίνη
    παρακολούθηση
    Μπορεί να αυξήσει τη μέγιστη ενδοκυτταρική συγκέντρωση και την ενδοκυτταρική έκθεση στην Ara-CTP (ενεργός μεταβολίτης της κυταραμπίνης) σε λευχαιμικά κύτταρα.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Λοιμώξεις
  • Περιστασιακές λοιμώξεις
  • Επανενεργοποίηση λανθανόντων ιών
  • Ιός του έρπητα ζωστήρα
  • Ιός Epstein-Barr
  • Πνευμονία
Νευρικό
  • Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Κώμα
  • Επιληπτικές κρίσεις
  • Λευκοεγκεφαλοπάθεια
  • Οξεία τοξική λευκοεγκεφαλοπάθεια
  • Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας
Αίμα
  • Λεμφοϋπερπλαστική διαταραχή
  • Ουδετεροπενία
  • Αναιμία
  • Θρομβοπενία
  • Μυελοκαταστολή
Νεοπλάσματα, καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
  • Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο και Οξεία μυελοειδής λευχαιμία (κυρίως σχετιζόμενη με προηγούμενη, ταυτόχρονη ή επακόλουθη θεραπεία με αλκυλιούντες παράγοντες, αναστολείς τοποϊσομεράσης ή ακτινοβολία)
Ανοσοποιητικό
  • Αυτοάνοση διαταραχή
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Σύνδρομο λύσης όγκου (συμπεριλαμβάνονται Νεφρική ανεπάρκεια, Μεταβολική οξείδωση, Υπερκαλιαιμία, Υπασβαιστιαιμία, Υπερουριχαιμία, Αιματουρία, Παρουσία κρυστάλλων ουρικών αλάτων στα ούρα, Υπερφωσφαταιμία)
Ψυχιατρικές
  • Σύγχυση
  • Διέγερση
Αγγειακές
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
Οφθαλμικές
  • Διαταραχή όρασης
  • Τύφλωση
  • Οπτική νευρίτιδα
  • Οπτική νευροπάθεια
Καρδιά
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
  • Αρρυθμία
Αναπνευστικό
  • Βήχας
  • Πνευμονική τοξικότητα
  • Πνευμονική ίνωση
  • Πνευμονίτιδα
  • Δύσπνοια
  • Πνευμονική αιμορραγία
Γαστρεντερικό
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Στοματίτιδα
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
  • Βλεννογονίτιδα
Εργαστηριακές
  • Μη φυσιολογικά παγκρεατικά ένζυμα
  • Μη φυσιολογικά ηπατικά ένζυμα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
Νεοπλάσματα
  • Καρκίνος δέρματος
Γενικές
  • Πυρετός
  • Κόπωση
  • Αδυναμία
  • Οίδημα
  • Ρίγη
  • Κακοδιαθεσία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Αιμορραγική κυστίτιδα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αδυναμία
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Επανενεργοποίηση λανθανόντων ιών
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Ιός Epstein-Barr
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Ιός του έρπητα ζωστήρα
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Λοιμώξεις
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Μυελοκαταστολή
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Περιστασιακές λοιμώξεις
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Βλεννογονίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διαταραχή όρασης
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κακοδιαθεσία
    Γενικές
    Συχνές
  • Λεμφοϋπερπλαστική διαταραχή
    Αίμα
    Συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αιματουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αυτοάνοση διαταραχή
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Κρύσταλλοι ουρικών αλάτων στα ούρα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Μεταβολική οξέωση
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογικά ηπατικά ένζυμα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογικά παγκρεατικά ένζυμα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο και Οξεία μυελοειδής λευχαιμία (κυρίως σχετιζόμενη με προηγούμενη, ταυτόχρονη ή επακόλουθη θεραπεία με αλκυλιούντες παράγοντες, αναστολείς τοποϊσομεράσης ή ακτινοβολία)
    Νεοπλάσματα, καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
    Όχι συχνές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Πνευμονίτιδα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Πνευμονική ίνωση
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Πνευμονική τοξικότητα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Σύγχυση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο λύσης όγκου
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπερκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπερουριχαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπερφωσφαταιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Επιληπτικές κρίσεις
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Καρκίνος δέρματος
    Νεοπλάσματα
    Σπάνιες
  • Κώμα
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Οπτική νευρίτιδα
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Οπτική νευροπάθεια
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Τύφλωση
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Αιμορραγική κυστίτιδα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Λευκοεγκεφαλοπάθεια
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Οξεία τοξική λευκοεγκεφαλοπάθεια
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Πνευμονική αιμορραγία
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας
    Νευρικό
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της φωσφορικής φλουνταραμπίνης σε έγκυες γυναίκες. Η φωσφορική φλουνταραμπίνη έχει αποδειχθεί ότι είναι γονιδιοτοξική. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Fludara μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυες γυναίκες. Επομένως, το Fludara δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν το πιθανό όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που λαμβάνουν Fludara συνιστάται να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες και να ενημερώνουν αμέσως τον θεράποντα ιατρό σε περίπτωση που συμβεί αυτό (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Γαλουχία
    Αντενδείκνυται
    Δεν είναι γνωστό αν η φωσφορική φλουνταραμπίνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις από προκλινικά δεδομένα ότι η φωσφορική φλουνταραμπίνη και οι μεταβολίτες της μεταφέρονται από το μητρικό αίμα στο γάλα. Λόγω της πιθανότητας εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών του Fludara σε βρέφη που θηλάζουν, το Fludara αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις).
  • Γονιμότητα
    Με προσοχή
    Το Fludara επηρεάζει τη γονιμότητα τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Πριν από τη θεραπεία με Fludara, συνιστάται σε ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη να αναζητήσουν γενετική συμβουλευτική. Πριν από τη θεραπεία με Fludara, οι άνδρες ασθενείς πρέπει να αναζητήσουν συμβουλές σχετικά με επιλογές διατήρησης της γονιμότητας.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • λευκοεγκεφαλοπάθεια (LE)
  • οξεία τοξική λευκοεγκεφαλοπάθεια (ATL)
  • σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας (RPLS)
  • κεφαλαλγία
  • ναυτία
  • έμετος
  • επιληπτικές κρίσεις
  • οπτικές διαταραχές (όπως απώλεια της όρασης)
  • αλλοίωση των αισθήσεων
  • εστιακά νευρολογικά ελλείμματα
  • οπτική νευρίτιδα
  • φλεγμονή της οπτικής θηλής
  • σύγχυση
  • υπνηπία
  • διέγερση
  • παραπάρεση/τετραπληγία
  • μυική σπαστικότητα
  • ακράτεια
  • μη αναστρέψιμη τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος (όψιμη τύφλωση, κώμα, θάνατος)
  • σοβαρή θρομβοπενία
  • ουδετεροπενία
Αντιμετώπιση
Η θεραπευτική αγωγή περιλαμβάνει τη διακοπή της χορήγησης του φαρμάκου, καθώς και υποστηρικτική θεραπεία.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Το Φλουνταραμπίνη μπορεί να μειώσει την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών, καθώς έχουν παρατηρηθεί π.χ. κόπωση, αδυναμία, οπτικές διαταραχές, σύγχυση, διέγερση και επιληπτικές κρίσεις.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Μαννιτόλη
Υδροξείδιο του νατρίου (για τη ρύθμιση του pH στο 7,7).
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, ανάλογα της πουρίνης, Κωδικός ATC: L01B B05

Μηχανισμός δράσης

Το Fludara περιέχει φωσφορική φλουνταραμπίνη, ένα υδατοδιαλυτό φθοριούχο ανάλογο νουκλεοτιδίου του αντιικού παράγοντα βινταραμπίνη, 9-β-D-αραβινοφουρανοσυλαδενίνη (ara-A), που είναι σχετικά ανθεκτικό στην απαμίνωση από την απαμινάση της αδενοσίνης. Η φωσφορική φλουνταραμπίνη αποφωσφορυλιώνεται ταχέως σε 2F-ara-A η οποία προσλαμβάνεται από τα κύτταρα και στη συνέχεια φωσφορυλιώνεται ενδοκυτταρικά από τη δεσοξυκυτιδινοκινάση προς το ενεργό τριφωσφορικό άλας, το 2-F-ara-ATP. Ο μεταβολίτης αυτός δείχθηκε ότι αναστέλλει την ριβονουκλεοτιδική αναγωγάση, την DNA πολυμεράση α/δ και ε, την DNA πριμάση και την DNA λιγάση, αναστέλλοντας έτσι τη σύνθεση του DNA. Ακόμη λαμβάνει χώρα μερική αναστολή της RNA πολυμεράσης ΙΙ και κατά συνέπεια μείωση της πρωτεϊνικής σύνθεσης.

Παρόλο που ορισμένα σημεία του μηχανισμού δράσης του 2-F-ara-ATP δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί, υποτίθεται ότι οι επιδράσεις στη σύνθεση DNA, RNA και πρωτεϊνών συνεισφέρουν στην αναστολή της ανάπτυξης των κυττάρων, με κυρίαρχο παράγοντα την αναστολή της σύνθεσης του DNA. Επιπλέον, μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η έκθεση λεμφοκυττάρων χρόνιας λεμφοκυτταρικής αναιμίας (CLL) σε 2F-ara-A πυροδοτεί την εκτεταμένη κατάτμηση του DNA και κυτταρικό θάνατο, χαρακτηριστικό της απόπτωσης.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Σε μια κλινική μελέτη φάσης ΙΙΙ σε ασθενείς με χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία από β-κύτταρα, οι οποίοι δεν είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία, έγινε σύγκριση της θεραπείας με Fludara έναντι της χλωραμβουκίλης (40 mg/m² κάθε 4 εβδομάδες) σε 195 και 199 ασθενείς αντίστοιχα και διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα αποτελέσματα: στατιστικά σημαντικά υψηλότερα ποσοστά, συνολικής και πλήρους ανταπόκρισης μετά τη θεραπεία πρώτης γραμμής με Fludara σε σύγκριση με τη χλωραμβουκίλη (61,1% έναντι 37,6% και 14,9% έναντι 3,4% αντίστοιχα). Στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη διάρκεια ανταπόκρισης (19 έναντι 12,2 μηνών) και χρόνου εξέλιξης της νόσου (17 έναντι 13,2 μηνών) για τους ασθενείς που έλαβαν το Fludara. Ο διάμεσος χρόνος επιβίωσης των ασθενών των δυο ομάδων ήταν 56,1 μήνες για το Fludara και 55,1 μήνες για την χλωραμβουκίλη. Μη σημαντική επίσης διαφορά παρατηρήθηκε και στη λειτουργική κατάσταση. Το ποσοστό των ασθενών που ανέφερε τοξικότητα ήταν παρόμοιο μεταξύ των ασθενών που έλαβαν Fludara (89,7%) και εκείνων που έλαβαν χλωραμβουκίλη (89,9%). Ενώ η διαφορά στη συνολική επίπτωση της αιματολογικής τοξικότητας δεν υπήρξε σημαντική μεταξύ των δυο θεραπευτικών ομάδων, σημαντικά μεγαλύτερα ποσοστά στην ομάδα του Fludara εμφάνισαν τοξικότητα στα λευκά αιμοσφαίρια (p=0,0054) και στα λεμφοκύτταρα (p=0,0240) σε σχέση με την ομάδα της χλωραμβουκίλης. Τα ποσοστά των ασθενών που εμφάνισαν ναυτία, έμετο και διάρροια ήταν σημαντικά χαμηλότερα για το Fludara (p<0,0001, p<0,0001 και p=0,0489 αντίστοιχα) από ότι για τη χλωραμβουκίλη. Ηπατική τοξικότητα αναφέρθηκε σε σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό ασθενών (p=0,0487) στην ομάδα του Fludara από ότι στην ομάδα της χλωραμβουκίλης. Οι ασθενείς που ανταποκρίνονται αρχικά στο Fludara έχουν πιθανότητα να ανταποκριθούν εκ νέου σε μονοθεραπεία με Fludara.

Μία τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη με Fludara έναντι του συνδυασμού CAP (cyclophosphamide, adriamycin και prednisone), σε 208 ασθενείς με CLL σε στάδιο Β ή C κατά Binet, ανέδειξε τα ακόλουθα αποτελέσματα στην υποομάδα των 103 ασθενών που είχαν λάβει προηγουμένως άλλη θεραπευτική αγωγή: το ποσοστό της ολικής ανταπόκρισης και της πλήρους ανταπόκρισης ήταν υψηλότερο με το Fludara σε σύγκριση με το συνδυασμό CAP (45% έναντι 26% και 13% έναντι 6% αντίστοιχα), η διάρκεια της ανταπόκρισης και το συνολικό ποσοστό επιβίωσης ήταν παρόμοια και με τις δύο φαρμακευτικές αγωγές (Fludara /CAP). Μέσα στο συμφωνημένο χρονικό διάστημα της θεραπείας των 6 μηνών, ο αριθμός των θανάτων ήταν 9 (Fludara) έναντι 4 (CAP). Post-hoc αναλύσεις, κάνοντας χρήση μόνο των δεδομένων μέχρι και 6 μηνών μετά την έναρξη της θεραπείας, ανέδειξαν μία διαφοροποίηση στις καμπύλες επιβίωσης του Fludara και του συνδυασμού CAP, προς όφελος του συνδυασμού CAP, στην υποομάδα των ασθενών σε στάδιο C κατά Binet, οι οποίοι είχαν λάβει προηγουμένως άλλη θεραπευτική αγωγή.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φλουνταραμπίνης (2F-ara-A) στο πλάσμα και στα ούρα

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φλουνταραμπίνης (2F-ara-A) μελετήθηκαν μετά από ενδοφλέβια χορήγηση φωσφορικής φλουνταραμπίνης (Fludara, 2F-ara-AMP) με δόση (bolus) ταχείας έγχυσης, με έγχυση σύντομης διάρκειας, καθώς και με συνεχή έγχυση και μετά από χορήγηση από του στόματος.

Δεν βρέθηκε σαφής συσχέτιση μεταξύ της φαρμακοκινητικής της 2F-ara-A και της αποτελεσματικότητας της θεραπευτικής αγωγής στους καρκινοπαθείς.

Εντούτοις, η εμφάνιση μεταβολών στην ουδετεροπενία και τον αιματοκρίτη έδειξαν ότι η κυτταροτοξικότητα της φωσφορικής φλουνταραμπίνης καταστέλλει δοσοεξαρτώμενα την αιμοποίηση.

Κατανομή και μεταβολισμός

Η 2F-ara-AMP είναι ένα υδατοδιαλυτό προφάρμακο της φλουνταραμπίνης (2F-ara-A), το οποίο στον ανθρώπινο οργανισμό μετατρέπεται με αποφωσφορυλίωση ταχέως και καθ’ ολοκληρία στο νουκλεοσίδιο φλουνταραμπίνη (2F-ara-A).

Ένας άλλος μεταβολίτης, η 2F-ara-υποξανθίνη, η οποία αντιπροσωπεύει τον κύριο μεταβολίτη στον σκύλο, παρατηρήθηκε σε ανθρώπους μόνο σε μικρή έκταση.

Ύστερα από εφάπαξ έγχυση 25 mg 2F-ara-AMP ανά m² σε ασθενείς με CLL για 30 λεπτά, η συγκέντρωση της 2F-ara-A στο πλάσμα έφτασε σε μέσες τιμές μέγιστης συγκέντρωσης 3,5 - 3,7 μΜ στο τέλος της έγχυσης. Αντίστοιχα επίπεδα της 2F-ara-A μετά την πέμπτη δόση έδειξαν μία μέτρια συσσώρευση με μέση τιμή μέγιστων επιπέδων 4,4 - 4,8 μΜ στο τέλος της έγχυσης. Κατά τη διάρκεια ενός πενθήμερου θεραπευτικού χρονοδιαγράμματος, τα συγκεντρωτικά επίπεδα της 2F-ara-A στο πλάσμα αυξήθηκαν περίπου κατά 2 φορές. Δεν αναμένεται συσσώρευση της 2F-ara-A μετά από περισσότερους θεραπευτικούς κύκλους. Τα επίπεδα που ακολούθησαν την μέγιστη τιμή μειώθηκαν σε τρεις φάσεις διάθεσης με έναν αρχικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 5 λεπτών, έναν ενδιάμεσο χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 1-2 ωρών και έναν τελικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 20 ωρών.

Η σύγκριση της φαρμακοκινητικής της 2F-ara-A μεταξύ διαφόρων μελετών έδειξε μία μέση συνολική κάθαρση στο πλάσμα (CL) 79±40 ml/min/m² (2,2±1,2 ml/min/kg) και μέσο όγκο κατανομής (Vss) 83±55 l/m² (2,4±1,6 l/kg). Τα δεδομένα έδειξαν υψηλή ενδοατομική μεταβλητότητα. Μετά από χορήγηση φωσφορικής φλουνταραμπίνης από το στόμα, καθώς και μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, τα επίπεδα του 2F-ara-A και οι περιοχές κάτω από τις χρονικές καμπύλες των επιπέδων στο πλάσμα αυξήθηκαν γραμμικά με τη δόση, ενώ οι χρόνοι ημίσειας ζωής, η κάθαρση στο πλάσμα και οι όγκοι κατανομής παρέμειναν σταθεροί ανεξάρτητα από τη δόση δείχνοντας γραμμική συμπεριφορά της δόσης.

Μετά από χορήγηση της φωσφορικής φλουνταραμπίνης από το στόμα, τα μέγιστα επίπεδα της 2F-ανα-A στο πλάσμα έφτασαν περίπου στο 20 - 30% των αντίστοιχων ενδοφλέβιων επιπέδων στο τέλος της έγχυσης και σημειώθηκαν 1 - 2 ώρες μετά τη χορήγηση. Η συστηματική διαθεσιμότητα της 2F-ανα-A ήταν 50 - 65% μετά από απλή δόση και μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις και ήταν όμοια μετά από κατάποση διαλύματος ή δισκίου άμεσης αποδέσμευσης. Μετά από χορήγηση 2F-ανα-AMP από το στόμα με ταυτόχρονη λήψη τροφής παρατηρήθηκε ελαφρά αύξηση (<10%) της συστηματικής διαθεσιμότητας (AUC), ελαφρά μείωση των μέγιστων επιπέδων στο πλάσμα (Cmax) της 2F-αρα-A και επιβραδυμένος χρόνος εμφάνισης της Cmax. Οι τελικοί χρόνοι ημίσειας ζωής δεν επηρεάστηκαν.

Απέκκριση

Η 2F-ara-A αποβάλλεται κυρίως μέσω των νεφρών. Το 40 με 60% της ενδοφλέβια χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται με τα ούρα. Μελέτες ισοζυγίου της μάζας με χρήση ³H-2F-ara-AMP σε πειραματόζωα έδειξαν ολοκληρωτική επανάκτηση των ραδιενεργά επισημασμένων ουσιών στα ούρα.

Χαρακτηριστικά ασθενών

Άτομα με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία παρουσίασαν μία μειωμένη σωματική κάθαρση, δείχνοντας την ανάγκη της μείωσης της δόσης. Έρευνες in vitro με ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος δεν ανέδειξαν σαφή τάση σύνδεσης της 2F-ara-A με τις πρωτεΐνες.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες της τριφωσφορικής φλουνταραμπίνης στο κύτταρο

Η 2F-ara-A μεταφέρεται ενεργά μέσα σε λευχαιμικά κύτταρα, όπου επαναφωσφορυλιώνεται στη μονοφωσφορική μορφή και ακολούθως στην δι- και τριφωσφορική της μορφή. Η τριφωσφορική 2F-ara-ATP είναι ο κύριος ενδοκυτταρικός μεταβολίτης καθώς και ο μόνος μεταβολίτης, για τον οποίο είναι γνωστό ότι έχει κυτταροτοξική δράση. Τα μέγιστα επίπεδα της 2F-ara-ATP σε λευχαιμικά λεμφοκύτταρα ασθενών με CLL παρατηρήθηκαν σε ένα διάμεσο χρονικό διάστημα 4 ωρών και παρουσίασαν σημαντική διακύμανση με διάμεση κορυφαία συγκέντρωση περίπου 20 μΜ. Τα επίπεδα της 2F-ara-ATP στα λευχαιμικά κύτταρα ήταν πάντοτε σημαντικά υψηλότερα από τα μέγιστα επίπεδα της 2F-ara-A στο πλάσμα δείχνοντας μία συσσώρευση στις περιοχές στόχους. Η επώαση in vitro λευχαιμικών λεμφοκυττάρων έδειξε γραμμική σχέση μεταξύ της εξωκυττάριας έκθεσης της 2F-ara-A (προϊόν της συγκέντρωσης της 2F-ara-A και της διάρκειας της επώασης) και του ενδοκυττάριου εμπλουτισμού με 2F-ara-AΤΡ. Η αποβολή του 2F-ara-ATP από τα κύτταρα στόχους έδειξε διάμεσους χρόνους ημίσειας ζωής 15 και 23 ωρών.

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός δράσης Η φλουδαραβίνη φωσάτη αποσυντίθεται γρήγορα σε 2-fluoro-ara-A και στη συνέχεια φωσφορυλιώνεται ενδοκυτταρικά από την κινάση δεοξυκυδινης σε ενεργό τριφωσφορικό ανάλογο, 2-fluoro-ara-ATP. Αυτός ο μεταβολίτης φαίνεται να δρα με αναστολή…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, ανάλογα της πουρίνης, Κωδικός ATC: L01B B05 ### Μηχανισμός δράσης Το Fludara περιέχει φωσφορική φλουνταραμπίνη, ένα υδατοδιαλυτό φθοριούχο ανάλογο νουκλεοτιδίου του αντιικού παράγοντα…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φλουνταραμπίνης (2F-ara-A) στο πλάσμα και στα ούρα Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φλουνταραμπίνης (2F-ara-A) μελετήθηκαν μετά από ενδοφλέβια χορήγηση φωσφορικής φλουνταραμπίνης (Fludara, 2F-ara-AMP) με δόση (bolus)…

Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η βιοδιαθεσιμότητα είναι 55% μετά από από του στόματος χορήγηση. 117-145 mL/min [ασθενείς με Β-κυτταρική CLL που λαμβάνουν IV χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 40 mg/m². … Σύγκριση των φαρμακοκινητικών της SC & IV…
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

fludarabine

ATC4 Φαρμακολογική Ομάδα

L01BB — Ανάλογα πουρίνης

Κωδικός ATC5

L01BB05

Κάτοχος Άδειας

Specifar
pill