Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 20 / TAB | 6.48 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Θεραπεία της Υπέρτασης
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
-
Θεραπεία της συμπτωματικής καρδιακής ανεπάρκειας
- I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
-
Πρόληψη της συμπτωματικής καρδιακής ανεπάρκειας
σε: ασθενείς με ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας
(κλάσμα εξώθησης <35%)
- I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
KAPARLON-S — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως ή σε δύο διαιρεμένες δόσεις
- Δόση έναρξης: 5 mg έως 20 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση σε καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει σταδιακά να αυξηθεί στη συνήθη δόση συντήρησης των 20 mg χορηγούμενα είτε εφάπαξ, είτε σε δύο διαιρεμένες δόσεις ανάλογα με την ανεκτικότητα του ασθενούς. Αυτή η τιτλοποίηση συνιστάται να διεξάγεται μέσα σε περίοδο 2 -4 εβδομάδων.
-
Ενήλικες με υπέρτασηΔόση20 mgΜέγ. δόση40 mgΣυνήθης δόση συντήρησης. Λαμβάνεται μία φορά ημερησίως.
-
Ενήλικες με ήπια υπέρτασηΔόση5 mg έως 10 mgΣυνιστώμενη αρχική δοσολογία.
-
Ενήλικες με πολύ έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνηςΔόση5 mg ή χαμηλότερηΗ έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται κάτω από ιατρική παρακολούθηση.
-
Ενήλικες με προηγούμενη θεραπεία με μεγάλες δόσεις διουρητικώνΔόση5 mg ή μικρότερηΑν είναι δυνατόν, η θεραπεία με τα διουρητικά θα πρέπει να διακοπεί για 2 - 3 μέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με ENALAPRIL Εναλαπρίλη.
-
Ενήλικες με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια ή ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίαςΔόση2,5 mgΜέγ. δόση40 mgΑρχική δόση. Η δόση θα πρέπει να χορηγούνται κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση. Η μέγιστη δόση είναι 40 mg ημερησίως, χορηγούμενη σε δύο διηρημένες δόσεις.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (20 ως < 50 kg) που μπορούν να μασήσουν δισκίαΔόση2,5 mgΜέγ. δόση20 mgΑρχική δόση. Χορηγείται μία φορά την ημέρα.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (> 50 kg) που μπορούν να μασήσουν δισκίαΔόση5 mgΜέγ. δόση40 mgΑρχική δόση. Χορηγείται μία φορά την ημέρα.
-
ΠαιδιάΔεν συνιστάται η χρήση.
-
Βρέφη και παιδιατρικοί ασθενείς με ρυθμό σπειραματικής διήθησης < 30ml/min/1,73 m²Δεν συνιστάται.
-
Ηλικιωμένοι και ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΗ δόση θα πρέπει να καθορίζεται ανάλογα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην εναλαπρίλη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα ή οποιοδήποτε άλλο αναστολέα ΜΕΑ.
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος σχετιζόμενο με προηγούμενη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ
-
Ιδιοπαθές ή κληρονομικό αγγειοοίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κύησηςΠληθυσμόςέγκυες γυναίκες
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Συμπτωματική υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςυπερτασικοί ασθενείς με μειωμένο όγκο υγρών (π.χ. διουρητική αγωγή, διαιτητικός περιορισμός άλατος, αιμοδιύλιση, διάρροια, έμετος) ή σοβαρή υπέρταση εξαρτώμενη από τη ρενίνηΗ αγωγή θα πρέπει να αρχίζει κάτω από πολύ στενή ιατρική παρακολούθηση και η δόση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη και/ή του διουρητικού να αναπροσαρμόζεται. Να διορθωθούν οι καταστάσεις (π.χ. μειωμένος όγκος υγρών) πριν την έναρξη της αγωγής.
-
Συμπτωματική υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια (ιδιαίτερα με μεγάλου βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια, υψηλές δόσεις διουρητικών της αγκύλης, υπονατριαιμία ή λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια)Η αγωγή θα πρέπει να αρχίζει κάτω από πολύ στενή ιατρική παρακολούθηση και η δόση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη και/ή του διουρητικού να αναπροσαρμόζεται. Να διορθωθούν οι καταστάσεις (π.χ. μειωμένος όγκος υγρών) πριν την έναρξη της αγωγής.
-
Συμπτωματική υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ισχαιμία του μυοκαρδίου ή αγγειακή εγκεφαλική νόσοΠαρόμοιες προφυλάξεις με ασθενείς με μειωμένο όγκο υγρών/καρδιακή ανεπάρκεια.
-
Συμπτωματική υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείςΕάν αναπτυχθεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και εάν είναι αναγκαίο, να λάβει ενδοφλέβια χορήγηση φυσιολογικού ορού. Εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική, μπορεί να απαιτηθεί ελάττωση και/ή διακοπή του ENALAPRIL Εναλαπρίλη.
-
Αορτική στένωση ή στένωση της Μιτροειδούς Βαλβίδος/Υπερτροφική καρδιομυοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της ροής εξώθησης της αριστερής κοιλίας (όπως αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια)Να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
-
Βλάβη νεφρικής λειτουργίαςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική βλάβη (κάθαρση κρεατινίνης < 80 ml/min)Η αρχική δόση της εναλαπρίλης θα πρέπει να προσαρμόζεται, σύμφωνα με την κάθαρση της κρεατινίνης του ασθενούς.
-
Βλάβη νεφρικής λειτουργίαςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή με στένωση αρτηρίας μονήρους νεφρούΗ αγωγή θα πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές δόσεις και προσεκτική τιτλοποίηση δόσεων. Να διακόπτονται τα διουρητικά και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της αγωγής.
-
Βλάβη νεφρικής λειτουργίαςπροσοχήΠληθυσμόςυπερτασικοί ασθενείς με μη εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο (ειδικά αν λαμβάνουν εναλαπρίλη ταυτόχρονα με διουρητικό)Απαιτείται η μείωση της δοσολογίας της εναλαπρίλης και/ή διακοπή του διουρητικού.
-
Ασθενείς με αιμοκάθαρσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που υποβλήθηκαν σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής και λάμβαναν ταυτόχρονα ENALAPRIL ΕναλαπρίληΝα χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικού παράγοντα.
-
Μεταμόσχευση νεφρούπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει εμπειρία χορήγησης ENALAPRIL Εναλαπρίλη.
-
Υπερευαισθησία / ΑγγειοοίδημασοβαρόΠληθυσμόςασθενείς που βρίσκονται σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑΝα διακόπτεται αμέσως η θεραπεία και να γίνεται απαραίτητος έλεγχος. Εάν υπάρχει συμμετοχή της γλώσσας, γλωττίδας ή λάρυγγα, απαιτείται χορήγηση επείγουσας θεραπείας (π.χ. αδρεναλίνη) και στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
Υπερευαισθησία / ΑγγειοοίδημαπροσοχήΠληθυσμόςμαύροι ασθενείςΥψηλότερη συχνότητα εμφάνισης αγγειοοιδήματος.
-
Υπερευαισθησία / ΑγγειοοίδημαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος μη σχετιζόμενο με θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
-
Εντερικό αγγειοοίδημαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς υπό αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ που προσέρχονται με κοιλιακό άλγοςΝα περιλαμβάνεται στην διαφορική διάγνωση. Τα συμπτώματα εξαφανίστηκαν μετά τη διακοπή του αναστολέα του ΜΕΑ.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησηςσοβαρόΠληθυσμόςασθενείς που λάμβαναν αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αγωγής απευαισθητοποίησης (π.χ. τοξίνη υμενοπτέρων)Να διακόπτονται προσωρινά οι αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της αγωγής απευαισθητοποίησης.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια αφαίρεσης λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDL)σοβαρόΠληθυσμόςασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης της LDL με θειϊκή δεξτράνηΝα διακόπτεται προσωρινά η θεραπεία α-ΜΕΑ πριν από κάθε διαδικασία αφαίρεσης.
-
Ηπατική ανεπάρκειασοβαρόΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ που ανέπτυξαν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμωνΝα διακόψουν τον αναστολέα ΜΕΑ και να έχουν την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
-
Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυταραιμία/Θρομβοπενία/ΑναιμίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαΐναμίδη ή συνδυασμό αυτών, ιδιαίτερα με προϋπάρχουσα βλάβη της νεφρικής λειτουργίαςΝα χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Οι ασθενείς να καθοδηγούνται να αναφέρουν οποιοδήποτε σημείο λοίμωξης.
-
ΦυλήπροσοχήΠληθυσμόςμαύροι ασθενείςΟι αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΒήχαςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που χρησιμοποιούν αναστολείς ΜΕΑΟ βήχας είναι μη παραγωγικός, επίμονος και εξαφανίζεται μετά τη διακοπή της αγωγής. Να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση.
-
Χειρουργική επέμβαση/ΑναισθησίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε μεγάλη χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπότασηΗ αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται μία ημέρα πριν την εγχείρηση.
-
ΥπερκαλιαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη, ή που λαμβάνουν καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα αλάτων με κάλιο, ή άλλα φάρμακα που αυξάνουν το κάλιοΑν θεωρηθεί απαραίτητη η ταυτόχρονη χορήγηση, συνιστάται τακτικός έλεγχος του καλίου του ορού.
-
Διαβητικοί ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςδιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν από το στόμα χορηγούμενα αντιδιαβητικά σκευάσματα ή ινσουλίνηΝα γίνεται συχνά γλυκαιμικός έλεγχος κατά τη διάρκεια του πρώτου μηνός της θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ.
-
ΛίθιοπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείςΟ συνδυασμός λιθίου και εναλαπρίλης γενικά δε συνιστάται.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείςΟ συνδυασμός αναστολέα ΜΕΑ με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο γενικώς δεν συνιστάται.
-
ΚύησηαντένδειξηΠληθυσμόςέγκυες γυναίκες ή γυναίκες που σχεδιάζουν εγκυμοσύνηΔεν θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε περίπτωση σχεδιασμού εγκυμοσύνης, να αλλάξουν αντιυπερτασική θεραπεία. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με α-ΜΕΑ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Διουρητικά φάρμακαπροσοχήΥπερβολική πτώση στην αρτηριακή πίεση (υπόταση)ΣύστασηΜείωση πιθανότητας υποτασικών φαινομένων με διακοπή του διουρητικού, αύξηση του όγκου του αίματος ή της λήψης άλατος πριν την έναρξη της θεραπείας με χαμηλές και προοδευτικά αυξανόμενες δόσεις του αναστολέα ΜΕΑ.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορΐδη)αντένδειξηΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Εάν κρίνεται απαραίτητος, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Συμπληρώματα καλίουαντένδειξηΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Εάν κρίνεται απαραίτητος, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοαντένδειξηΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Εάν κρίνεται απαραίτητος, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
αντένδειξηΑναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Η ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο.ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται. Εάν κρίνεται απαραίτητος, προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων του λιθίου στον ορό.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης σε δόση >3g/ημέραπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης των αναστολέων ΜΕΑ. Αθροιστική επίδραση στην αύξηση του καλίου του ορού. Μείωση της νεφρικής λειτουργίας, σπανίως οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντεςπροσοχήΑύξηση της υποτασικής επίδρασης των αναστολέων ΜΕΑ.
-
Αγγειοδιασταλτικά (π.χ. νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη)προσοχήΜείωση περαιτέρω της αρτηριακής πίεσης.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνες, υπογλυκαιμικοί παράγοντες από του στόματος)προσοχήΑύξηση της υπογλυκαιμικής δράσης με κίνδυνο υπογλυκαιμίας.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάπροσοχήΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΑντιψυχωσικάπροσοχήΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Αναισθητικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Συμπαθομιμητικά φάρμακαπροσοχήΕλάττωση των αντιυπερτασικών επιδράσεων των αναστολέων του ΜΕΑ.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
Κυτταροστατικοί παράγοντεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
Συστηματικά κορτικοστεροειδήπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
ΠροκαϊναμίδηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
ΑντιόξιναπροσοχήΜειωμένη βιοδιαθεσιμότητα των αναστολέων του ΜΕΑ.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία (συμπεριλαμβανομένης απλαστικής και της αιμολυτικής)
- Ουδετεροπενία
- Μείωση αιμοσφαιρίνης
- Μείωση αιματοκρίτη
- Θρομβοκυτοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Καταστολή μυελού των οστών
- Πανκυτοπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Ηωσινοφιλία
- Λευκοκυττάρωση
- Αυτοάνοση νόσος
- Ορογονίτιδα
- Υπογλυκαιμία
- Ανορεξία
- Υπερκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Παραισθησία
- Ίλιγγος
- Ζάλη
- Συγκοπή
- Διαταραχή γεύσης
- Κατάθλιψη
- Σύγχυση
- Αϋπνία
- Νευρικότητα
- Διαταραχές ονείρων
- Διαταραχές ύπνου
- Θάμβος όρασης
- Υπόταση (συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης)
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο (πιθανόν δευτερογενώς ως προς την εκσεσημασμένη υπόταση σε ασθενείς υψηλού κινδύνου)
- Θωρακικό άλγος
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Κακουχία
- Πυρετός
- Διαταραχές καρδιακού ρυθμού
- Ασταθής στηθάγχη
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Ορθοστατική υπόταση
- Φαινόμενο Raynaud's
- Έξαψη
- Αγγειίτιδα
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Ρινόρροια
- Βράγχος φωνής
- Πνευμονικά διηθύματα
- Ρινίτιδα
- Κυνάγχη
- Ναυτία
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Ειλεός
- Παγκρεατίτιδα
- Εμετός
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστρικοί ερεθισμοί
- Ξηροστομία
- Πεπτικό έλκος
- Γλωσσίτιδα
- Εντερικό αγγειοοίδημα
- Βρογχόσπασμος / Άσθμα
- Αλλεργική κυψελίτις / Ηωσινοφιλική πνευμονία
- Στοματίτιδα / Αφθώδη έλκη
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατική δυσλειτουργία
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Ηπατίτιδα - είτε ηπατοκυτταρική ή χολοστατική
- Ηπατίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της νέκρωσης)
- Χολόσταση (συμπεριλαμβανομένου του ίκτερου)
- Εξάνθημα
- Εφίδρωση
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πέμφιγα
- Ερυθρόδερμα
- Φωτοευαισθησία
- Δερματολογικές εκδηλώσεις
- Υπερευαισθησία / Αγγειονευρωτικό οίδημα: αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών, της γλώσσας, γλωττίδος και/ή του λάρυγγα
- Πρωτεϊνουρία
- Ολιγουρία
- Ανικανότητα
- Γυναικομαστία
- Μυϊκές κράμπες
- Εμβοές
- Μυαλγία / Μυοσίτιδα
- Αρθραλγία / Αρθρίτιδα
- Αύξηση κρεατινίνης ορού
- Αύξηση ουρίας αίματος
- Αύξηση χολερυθρίνης ορού
- Θετικό ANA
- Αυξημένη ΤΚΕ
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο (πιθανόν δευτερογενώς ως προς την εκσεσημασμένη υπόταση σε ασθενείς υψηλού κινδύνου)Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑσταθής στηθάγχηΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑύξηση κρεατινίνης ορούΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές καρδιακού ρυθμούΚαρδιά
-
ΣυχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησία / αγγειονευρωτικό οίδημα: αγγειονευρωτικό οίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλιών, της γλώσσας, γλωττίδος και/ή του λάρυγγαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπόταση (συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης)Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναιμία (συμπεριλαμβανομένης απλαστικής και της αιμολυτικής)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑύξηση ουρίας αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΒράγχος φωνήςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓαστρικοί ερεθισμοίΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗπατική δυσλειτουργίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΚακουχίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚυνάγχηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεπτικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Όχι συχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑλλεργική κυψελίτις / ηωσινοφιλική πνευμονίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑυτοάνοση νόσοςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑύξηση χολερυθρίνης ορούΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές ονείρωνΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΕρυθρόδερμαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα (είτε ηπατοκυτταρική ή χολοστατική)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της νέκρωσης)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚαταστολή μυελού των οστώνΑίμα
-
ΣπάνιεςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜείωση αιματοκρίτηΑίμα
-
ΣπάνιεςΜείωση αιμοσφαιρίνηςΑίμα
-
ΣπάνιεςΟλιγουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠέμφιγαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠανκυτοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠνευμονικά διηθύματαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδα / αφθώδη έλκηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΦαινόμενο Raynaud'sΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΧολόσταση (συμπεριλαμβανομένου του ίκτερου)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΕντερικό αγγειοοίδημαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑρθραλγία / ΑρθρίτιδαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ΤΚΕΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΔερματολογικές εκδηλώσειςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΘετικό ANAΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
Μη γνωστέςΜυαλγία / ΜυοσίτιδαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΟρογονίτιδαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάταικατά την διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης
-
ΚύησηΑντενδείκνυταικατά την διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη κατά τη χρήση του φαρμάκου, η θεραπεία με α-ΜΕΑ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα και να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία. Συνιστάται έλεγχος με υπερηχογράφημα της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου εάν η έκθεση έχει συμβεί από το δεύτερο τρίμηνο. Βρέφη θα πρέπει να παρακολουθηθούν για υπόταση.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιγια τα πρόωρα νεογνό και για τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΣτην περίπτωση ενός μεγαλύτερου βρέφους, μπορεί να ληφθεί υπόψη με βάση την αναγκαιότητα της θεραπείας για τη μητέρα και τον κίνδυνο για το βρέφος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- εκσεσημασμένη υπόταση
- λήθαργος
- σόκ του κυκλοφορικού
- διαταραχές ηλεκτρολυτών
- νεφρική ανεπάρκεια
- υπεραερισμός
- ταχυκαρδία
- αίσθημα παλμών
- βραδυκαρδία
- ζάλη
- ανησυχία
- άγχος
- βήχας
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Το ENALAPRIL Εναλαπρίλη (enalapril Εναλαπρίλη) είναι το μηλεϊνικό άλας της εναλαπρίλης, ένα παράγωγο δύο αμινοξέων της L-αλανίνης και της L-προλίνης. Το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ACE) είναι μία πεπτιδυλική διπεπτάση που καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι στην αγγειοσυσπαστική ουσία αγγειοτενσίνη ΙΙ. Μετά την απορρόφηση, η εναλαπρίλη υδρολύεται σε άλας της εναλαπρίλης που αναστέλλει το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης. Η αναστολή του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα, που οδηγεί σε αύξηση της δραστικότητας της ρενίνης στο πλάσμα λόγω διακοπής του φαινομένου της αρνητικής παλίνδρομης τροφοδότησης στην έκκριση της ρενίνης και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης.
Το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης είναι ταυτόσημο με την κινινάση ΙΙ. Έτσι το ENAIAPRIL Εναλαπρίλη μπορεί επίσης να αναστείλει την αποδόμηση της βραδυκινίνης, ένα ισχυρό αγγειοδιασταλτικό πεπτίδιο. Εν τούτοις, ο ρόλος που παίζει στη θεραπευτική δράση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Ενώ ο μηχανισμός μέσω του οποίου το ENALAPRIL Εναλαπρίλη μειώνει την αρτηριακή πίεση θεωρείται ότι οφείλεται κυρίως στην καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, το ENALAPRIL Εναλαπρίλη είναι αποτελεσματικό ακόμη και σε υπερτασικούς ασθενείς με χαμηλή ρενίνη.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Χορήγηση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη σε ασθενείς με υπέρταση, έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση, χωρίς σημαντική αύξηση του καρδιακού ρυθμού. Η συμπτωματική ορθοστατική υπόταση δεν είναι συχνή. Σε μερικούς ασθενείς η επίτευξη της μείωσης της αρτηριακής πίεσης στα ιδανικά επίπεδα μπορεί να απαιτήσει μερικές εβδομάδες θεραπείας. Απότομη διακοπή του ENALAPRIL Εναλαπρίλη δεν έχει συσχετιστεί με ταχεία αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Αποτελεσματική αναστολή της δράσης του α-ΜΕΑ επιτυγχάνεται 2 έως 4 ώρες μετά τη λήψη από το στόμα μιας μόνο δόσης εναλαπρίλης. Η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης συνήθως παρατηρείται σε μία ώρα με το μέγιστο της μείωσης της αρτηριακής πίεσης σε 4 έως 6 ώρες μετά τη χορήγηση. Η διάρκεια δράσης είναι δοσοεξαρτώμενη. Ωστόσο, στις συνιστώμενες δόσεις η αντιυπερτασική και η αιμοδυναμική δράση έχει αποδειχθεί ότι διατηρείται τουλάχιστον 24 ώρες.
Σε αιμοδυναμικές μελέτες σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση, η μείωση της αρτηριακής πίεσης συνοδεύτηκε με μείωση των περιφερειακών αγγειακών αντιστάσεων με ελαφρά αύξηση της καρδιακής παροχής και μικρή ή καμία μεταβολή του καρδιακού ρυθμού. Μετά τη χορήγηση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη υπήρχε αύξηση στη νεφρική ροή αίματος. Ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης ήταν αμετάβλητος. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι κατακρατείται νάτριο ή νερό. Όμως σε ασθενείς με χαμηλό ρυθμό σπειραματικής διήθησης προ της θεραπείας, συνήθως παρατηρήθηκε αύξηση του ρυθμού.
Σε μικρής διάρκειας κλινικές μελέτες σε διαβητικούς και μη διαβητικούς ασθενείς με νεφρική βλάβη, έχουν παρατηρηθεί μειώσεις στην λευκοματινουρία και ουρική απέκκριση της IgG και της ολικής ουρικής πρωτεΐνης, κατόπιν χορήγησης εναλαπρίλης. Όταν χορηγηθεί ταυτόχρονα με διουρητικά κατηγορίας των θειαζιδών, οι ιδιότητες του ENALAPRIL Εναλαπρίλη να μειώνει την αρτηριακή πίεση είναι τουλάχιστον αθροιστικές. Το ENALAPRIL Εναλαπρίλη μπορεί να μειώσει ή να προλάβει την εμφάνιση της υποκαλαιμίας που προκαλείται από θειαζίδες.
Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που λαμβάνουν θεραπεία με δακτυλίτιδα και διουρητικά, η θεραπεία με ENALAPRIL Εναλαπρίλη από του στόματος ή ενέσιμο έχει συσχετιστεί με μειώσεις στην περιφερειακή αντίσταση και στην αρτηριακή πίεση. Η καρδιακή παροχή αυξήθηκε ενώ ο καρδιακός ρυθμός (συνήθως αυξημένος σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια) μειώθηκε. Η πίεση πλήρωσης της αριστεράς κοιλίας/τριχοειδική πίεση, μειώθηκε. Η αντοχή στην άσκηση και η σοβαρότητα της καρδιακής ανεπάρκειας βελτιώθηκε όπως έχει μετρηθεί σύμφωνα με τα κριτήρια της εταιρείας New York Association. Αυτές οι επιδράσεις διατηρούνται κατά τη διάρκεια χρόνιας θεραπείας.
Σε ασθενείς με ήπιου έως μέτριου βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια η εναλαπρίλη επιβράδυνε την προοδευτική καρδιακή διάταση / μεγέθυνση και ανεπάρκεια, όπως αποδεικνύεται από τους μειωμένους τελοδιαστολικούς και τελοσυστολικούς όγκους της αριστεράς κοιλίας και από τη βελτίωση του κλάσματος εξώθησης.
Σε μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη (SOLDV Prevention trial) εξετάσθηκε ένας πληθυσμός με ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας (LVEF <35%), 4.228 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε placebo (η=2117) ή εναλαπρίλη (η=2111). Στην ομάδα placebo, 818 ασθενείς είχαν καρδιακή ανεπάρκεια ή κατέληξαν (38,6%) όπως συγκρίθηκαν με 630 ασθενείς στην ομάδα εναλαπρίλης (29,8%) (μείωση κινδύνου = 29%, 95% CI 21 -36%, ρ<0.001. 518 ασθενείς στην ομάδα placebo (24,5%) και 434 στην ομάδα της εναλαπρίλης (20,6%) πέθαναν ή εισήχθησαν στο νοσοκομείο για νέα ή επιδεινωθείσα καρδιακή ανεπάρκεια (μείωση κινδύνου 20%, 95% CI, 9 -30%, ρ<0,001).
Σε μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη (SOLVD Treatment trial) εξετάσθηκε ένα πληθυσμός με συμπτωματική συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια λόγω της συστολικής δυσλειτουργίας (κλάσμα απώθησης < 35%), 2569 ασθενείς που έλαβαν συμβατική θεραπεία για καρδιακή ανεπάρκεια ορίστηκαν τυχαία να λάβουν είτε placebo (η=1.284) ή εναλαπρίλη (η=1.285). Υπήρξαν 510 θάνατοι στην ομάδα placebo (39,7%) όπως συγκρίθηκε με 452 ασθενείς στην ομάδα της εναλαπρίλης (35,2%) (μείωση του κινδύνου 16%, 95% CI, 5-26%. ρ=0.0036). Υπήρξαν 461 καρδιαγγειακοί θάνατοι στην ομάδα placebo όπως συγκρίθηκε με 399 στην ομάδα εναλαπρίλης (μείωση του κινδύνου 18%, 95% CI, 6-28%. ρ<0,002). κυρίως λόγω μιας μείωσης των θανάτων, λόγω της εξελισσόμενης καρδιακής ανεπάρκειας (251 στην ομάδα placebo έναντι 209 στην ομάδα της εναλαπρίλης, μείωση του κινδύνου 22%, 95% CI, 6-35%). Μερικοί ασθενείς κατέληξαν ή εισήχθησαν στο νοσοκομείο για επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας (736 στην ομάδα placebo και 613 στην ομάδα εναλαπρίλης, μείωση κινδύνου 26%, 95% CI, 18-34%, ρ<0,0001). Συνολικά στη μελέτη SOLVD, σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας, το ENALAPRIL Εναλαπρίλη μείωσε τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου κατά 23% (95% CI, 11-34% ρ<0,0001) και μείωσε τον κίνδυνο της εισαγωγής στο νοσοκομείο για ασταθή στηθάγχη κατά 20% (95% CI, 9-29%, ρ<0,001).
Υπήρξε περιορισμένη εμπειρία κατά τη χρήση σε υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς >6 ετών. Σε μία κλινική μελέτη που περιελάμβανε 110 υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 16 ετών με βάρος σώματος >20 kg και με ρυθμό σπειραματικής διήθησης >30 ml/min/1,73 m², ασθενείς που ζύγιζαν <50 kg έλαβαν είτε 0,625 2,5 ή 20 mg εναλαπρίλη ημερησίως και ασθενείς που ζύγιζαν > 50 kg έλαβαν είτε 1.25,5 ή 40 mg εναλαπρίλης ημερησίως. Η χορήγηση εναλαπρίλης μία φορά την ημέρα μείωσε την αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση κατά ένα δοσοεξαρτημένο τρόπο. Η δοσοεξαρτώμενη αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα της εναλαπρίλης ήταν σύμφωνη μεταξύ όλων των υποομάδων (ηλικία, βαθμός χρώματος, γένος, φυλή). Ωστόσο οι μικρότερες δόσεις που μελετήθηκαν 0,625 mg και 1,25 mg, που αντιστοιχούν σε μέσο όρο 0,02 mg/kg μία φορά την ημέρα, δεν έδειξαν ότι προσφέρεται σταθερή αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα. Η μέγιστη δόση που μελετήθηκε ήταν 0,58 mg/kg (ως 40 mg) μια φορά ημερησίως. Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών για τους παιδιατρικούς ασθενείς δεν ήταν διαφορετικό από αυτό που παρουσίασαν οι ενήλικες ασθενείς.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Η εναλαπρίλη χορηγούμενη από το στόμα, απορροφάται γρήγορα και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό, εμφανίζονται μέσα σε μία ώρα. Με βάση την ανάκτηση στα ούρα, το μέγεθος της απορρόφησης του δισκίου της εναλαπρίλης, είναι περίπου 60%. Η απορρόφηση του ENALAPRIL Εναλαπρίλη χορηγούμενο από το στόμα δεν επηρεάζεται από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά την απορρόφηση, η εναλαπρίλη χορηγούμενη από το στόμα υδρολύεται γρήγορα και εκτεταμένα σε άλας της εναλαπρίλης, το οποίο είναι ένας ισχυρός αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της εναλαπρίλης στον ορό, εμφανίζονται περίπου 4 ώρες μετά τη χορήγηση της εναλαπρίλης από το στόμα. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής των συγκεντρώσεων του άλατος της εναλαπρίλης μετά από χορήγηση από το στόμα πολλαπλών δόσεων εναλαπρίλης, είναι 11 ώρες. Σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, σταθερές συγκεντρώσεις του άλατος εναλαπρίλης στον ορό επιτεύχθηκαν μετά από 4 ημέρες θεραπείας. Καθ’ όλο το εύρος των συγκεντρώσεων που είναι θεραπευτικές, η δέσμευση του άλατος της εναλαπρίλης στις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος δεν υπερβαίνει το 60%. Εκτός της μετατροπής σε άλας της εναλαπρίλης, δεν υπήρχε ένδειξη για σημαντικό μεταβολισμό της εναλαπρίλης. Η απέκκριση του άλατος της εναλαπρίλης είναι κυρίως νεφρική. Τα κύρια συστατικά στα ούρα είναι άλας της εναλαπρίλης, σε ποσοστό περίπου 40% της δόσης και αυτούσια εναλαπρίλη (περίπου 20%).
Νεφρική βλάβη
Η έκθεση στην εναλαπρίλη και στο άλας αυτής αυξήθηκε σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 40 -60 ml/min) η σταθερή συγκέντρωση του άλατος στην καμπύλη AUC ήταν περίπου διπλάσια από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία μετά από χορήγηση 5 mg μία φορά ημερησίως. Σε σοβαρή νεφρική βλάβη (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min) η συγκέντρωση στην καμπύλη AUC αυξήθηκε περίπου κατά 8 φορές. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημιζωής του άλατος εναλαπρίλης κατόπιν χορήγησης πολλαπλών δόσεων του μηλεϊνικού άλατος εναλαπρίλης, παρατάθηκε σ’ αυτό το στάδιο της νεφρικής ανεπάρκειας και καθυστέρησε ο χρόνος εξισορρόπησης (βλ. Δοσολογία). Το άλας της εναλαπρίλης μπορεί να απομακρυνθεί από τη γενική κυκλοφορία με αιμοδιύλυση. Η κάθαρση της διύλυσης είναι 62 ml/min.
Παιδιά και έφηβοι
Μια μελέτη φαρμακοκινητικής πολλαπλών δόσεων διεξήχθη σε 40 υπερτασικούς αρσενικούς και θηλυκούς παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 μηνών ως < 16 ετών κατόπιν ημερήσιας χορήγησης από το στόμα την 0,07 ως 0,14mg/kg μηλεϊνικής εναλαπρίλης. Δεν υπήρξαν μεγάλες διαφορές στην φαρμακοκινητική της εναλαπρίλης σε παιδιά σε σύγκριση με στοιχεία ιστορικού ενηλίκων. Τα στοιχεία έδειξαν αύξηση της συγκέντρωσης στην καμπύλη AUC (που προσαρμόστηκαν στη φυσιολογική δόση ανά βάρος σώματος) με αυξανόμενη ηλικία. Ωστόσο, μία αύξηση στην καμπύλη AUC δεν παρατηρήθηκε όταν τα στοιχεία προσαρμόσθηκαν ανά σωματική επιφάνεια. Στο στάδιο της ισορροπίας, ο μέσος αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής για την συσσώρευση του άλατος εναλαπρίλης ήταν 14 ώρες.
Γαλουχία
Μετά από μια εφάπαξ από του στόματος δόση 20 mg σε πέντε γυναίκες μετά τον τοκετό, το μέσο μέγιστο επίπεδο του enalapril στο γάλα ήταν 1.7μg/L (0.54 έως 5.9 pg/L) σε 4 έως 6 ώρες μετά από τη δόση. Το μέσο μέγιστο επίπεδο enalaprilat ήταν 1.7μg/L (1.2 σε 2,3μg/L) οι μέγιστες τιμές εμφανίστηκαν σε διάφορα χρονικά σημεία κατά τη διάρκεια της εικοσιτετράωρης περιόδου. Χρησιμοποιώντας τα δεδομένα αυτά, η κατ’ εκτίμηση μέγιστη λήψη ενός αποκλειστικά θηλάζοντος βρέφους θα ήταν περίπου 0.16% της μητρικής ρυθμισμένης κατά βάρος δόσης. Μια γυναίκα που ελάμβανε enalapril 10 mg από του στόματος καθημερινά για 11 μήνες είχε μέγιστα επίπεδα enalapril στο γάλα 2 μg/L 4 ώρες μετά από μια δόση και μέγιστα επίπεδα enalaprilat 0.75 μg/L περίπου 9 ώρες μετά από τη δόση. Το συνολικό ποσό του enalapril και enalaprilat στο γάλα κατά τη διάρκεια των 24 ωρών ήταν 1.44μg/L και 0.63 μg/L αντίστοιχα. Τα επίπεδα Enalaprilat ήταν μη ανιχνεύσιμα (<0.2μg/L) 4 ώρες μετά από μια εφάπαξ δόση 5 mg enalapril σε μια μητέρα και 10mg enalapril σε δύο μητέρες. Τα επίπεδα του enalapril δεν καθορίστηκαν.