Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΕΚΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

MALOCEF(μαλοcεφ)

PROEL (κάτοχος άδειας)
Μορφές
vaccines κόνις για ενέσιμο διάλυμα

Σκευάσματα και τιμές MALOCEF

Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
MALOCEF 2G/VIAL Διακοπή
2 / VIAL 6.30 €
Δεδομένα ΕΟΦ

MALOCEF — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

clinical_notes

Ενδείξεις

ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
  1. Νοσοκομειακή πνευμονία

    σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)

    • J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
  2. Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις

    σε: Ασθενείς με κυστική ίνωση, ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)

    • J98 Άλλες διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
    • E84 Κυστική ίνωση (πληθυσμός)
  3. Βακτηριακή μηνιγγίτιδα

    σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)

    • G00 Βακτηριακή μηνιγγίτιδα, που δεν ταξινομείται αλλού
  4. Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα

    σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)

    • H66 Πυώδης και μη καθορισμένη μέση ωτίτιδα
  5. Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα

    σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)

    • H60 Εξωτερική ωτίτιδα
  6. Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος

    σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)

    • N39 Άλλες διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
  7. Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων

    σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)

    • L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  8. Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις

    σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)

    • K65 Περιτονίτιδα
  9. Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων

    σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)

    • M86 Οστεομυελίτιδα
    • M00 Πυογόνος αρθρίτιδα
  10. Περιτονίτιδα σχετιζόμενη με αιμοκάθαρση

    σε: Ασθενείς που υποβάλλονται σε συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή διύλιση (CAPD), ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)

    • T81 Επιπλοκές διαδικασιών, που δεν ταξινομούνται αλλού
  11. Βακτηριαιμία

    σε: Ασθενείς

    Σε συσχέτιση, ή σε υποψία συσχέτισης, με οποιαδήποτε από τις λοιμώξεις που αναφέρονται παραπάνω

    • A49 Βακτηριακή λοίμωξη μη καθορισμένης θέσης
  12. Εμπύρετη ουδετεροπενία

    σε: Ασθενείς

    Εάν υπάρχει υπόνοια ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη

    • D70 Ακοκκιοκυτταραιμία
  13. Περιεγχειρητική προφύλαξη από λοιμώξεις του ουροποιητικού

    σε: Ασθενείς που υποβάλλονται σε διουρηθρική προστατεκτομή (TURP)

    • N39 Άλλες διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος

Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.

Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
ενδοφλέβια ένεση ή έγχυση, ή ενδομυϊκή ένεση
Χορήγηση:
κάθε 8 ώρες, κάθε 12 ώρες, κάθε 24 ώρες, κάθε 48 ώρες
Δόση έναρξης:
1 g (αρχική δόση φόρτισης για νεφρική δυσλειτουργία) ή 2 g (δόση φόρτισης για συνεχή έγχυση)
  • Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kg (Διαλείπουσα Χορήγηση)
    Δόση100-150 mg/kg/ημέρα κάθε 8 ώρες (max 9 g/ημέρα) ή 1-2 g κάθε 8 ώρες ή 1-2 g κάθε 8/12 ώρες ή 1-2 g κάθε 8 ώρες
    Μέγ. δόση9 g ημερησίως
    Ειδική δόση για περιεγχειρητική προφύλαξη: 1 g κατά την επαγωγή αναισθησίας και μια δεύτερη δόση κατά την αφαίρεση του καθετήρα.
  • Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kg (Συνεχής Έγχυση)
    ΔόσηΔόση φόρτισης 2 g και ακολούθως συνεχής έγχυση 4 έως 6 g το εικοσιτετράωρο
    Σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, έχει χρησιμοποιηθεί δόση 9 g/ημέρα χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Βρέφη και νήπια > 2 μηνών και παιδιά < 40 kg (Διαλείπουσα Χορήγηση)
    Δόση100-150 mg/kg/ημέρα σε τρεις διαιρεμένες δόσεις ή 150 mg/kg/ημέρα σε τρεις διαιρεμένες δόσεις
    Μέγ. δόση6 g/ημέρα
  • Βρέφη και νήπια > 2 μηνών και παιδιά < 40 kg (Συνεχής Έγχυση)
    ΔόσηΔόση φόρτισης 60-100 mg/kg και ακολούθως συνεχής έγχυση 100-200 mg/kg/ημέρα
    Μέγ. δόση6 g/ημέρα
  • Νεογέννητα και βρέφη ≤ 2 μηνών (Διαλείπουσα Χορήγηση)
    Δόση25-60 mg/kg/ημέρα σε δύο διαιρεμένες δόσεις
    Ο χρόνος ημιζωής της κεφταζιντίμης στον ορό μπορεί να είναι τριπλάσιος έως τετραπλάσιος σε σύγκριση με τους ενήλικες.
  • Ηλικιωμένοι
    ΔόσηΗ ημερήσια δόση δεν πρέπει κανονικά να υπερβαίνει τα 3 g
    Μέγ. δόση3 g
    Σε ασθενείς άνω των 80 ετών.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
  • Αιμοκάθαρση
    Ο χρόνος ημιζωής στον ορό κατά τη διάρκεια αιμοκάθαρσης κυμαίνεται από 3 έως 5 ώρες. Μετά από κάθε περίοδο αιμοκάθαρσης, πρέπει να επαναλαμβάνεται η δόση συντήρησης. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε συνεχή αρτηριοφλεβική αιμοκάθαρση ή αιμοδιήθηση υψηλής ροής: 1 g ημερησίως ως εφάπαξ δόση ή σε διαιρεμένες δόσεις. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιήθηση χαμηλής ροής, πρέπει να χορηγείται η δόση που συνιστάται για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
  • Περιτοναϊκή διύλιση
    Δόση125 έως 250 mg για 2 λίτρα διαλύματος αιμοκάθαρσης
    Προστίθεται στο υγρό της αιμοκάθαρσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στην κεφταζιντίμη, σε οποιαδήποτε άλλη κεφαλοσπορίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Ιστορικό σοβαρής υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση) σε οποιοδήποτε άλλο τύπο β-λακταμικού αντιβακτηριακού παράγοντα (πενικιλλίνες, μονοβακτάμες και καρβαπενέμες).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Σοβαρή
    Σε περίπτωση σοβαρών αντιδράσεων, διακοπή θεραπείας και εφαρμογή επαρκών μέτρων έκτακτης ανάγκης.
  • Ιστορικό υπερευαισθησίας
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Πριν την έναρξη της θεραπείας, τεκμηρίωση ιστορικού σοβαρής αντίδρασης υπερευαισθησίας. Προσοχή σε περίπτωση χορήγησης σε ασθενείς που έχουν ιστορικό μη σοβαρής υπερευαισθησίας σε άλλες β-λακτάμες.
  • Περιορισμένο αντιβακτηριακό φάσμα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με βακτηριαιμία, βακτηριακή μηνιγγίτιδα, λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων, λοιμώξεις οστών και αρθρώσεων
    Δεν είναι κατάλληλη για μονοθεραπεία εκτός αν το παθογόνο είναι γνωστό και ευαίσθητο. Λαμβάνονται υπόψη πληροφορίες για τον επιπολασμό οργανισμών που παράγουν ESBL.
  • Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβακτηριακό παράγοντα / ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χορήγηση κεφταζιντίμης
    Συνεκτίμηση διάγνωσης, ενδεχόμενη διακοπή θεραπείας και ειδική αγωγή για Clostridium difficile. Δεν πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα του εντέρου.
  • Νεφροτοξικότητα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις κεφαλοσπορινών και νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. αμινογλυκοσίδες, ισχυρά διουρητικά)
    Ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς η νεφρική λειτουργία.
  • Δόση σε νεφρική δυσλειτουργία
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Η δόση πρέπει να μειώνεται σε συνάρτηση με τον βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας.
  • Νευρολογικά επακόλουθα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία στους οποίους η δόση δεν μειώθηκε
    Περιστασιακές αναφορές.
  • Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε παρατεταμένη χρήση
    Μπορεί να χρειαστεί προσωρινή διακοπή της αγωγής ή άλλα κατάλληλα μέτρα. Απαραίτητη η επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενή.
  • Παρεμβολή σε εργαστηριακές δοκιμασίες
    Δεν επηρεάζει τις ενζυμικές δοκιμασίες για γλυκοζουρία. Επηρεάζει ελαφρώς (ψευδώς θετικό αποτέλεσμα) τις μεθόδους αναγωγής χαλκού (Benedict’s, Fehling’s, Clinitest).
  • Παρεμβολή σε εργαστηριακές δοκιμασίες
    Δεν επηρεάζει τη δοκιμασία αντίδρασης της κρεατινίνης με πικρικό οξύ σε αλκαλικό περιβάλλον.
  • Δοκιμασία Coombs
    Θετικό αποτέλεσμα σε ποσοστό 5% περίπου των ασθενών, μπορεί να επηρεάσει τη διασταύρωση του αίματος.
  • Περιεκτικότητα σε νάτριο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν δίαιτα με ελεγχόμενη περιεκτικότητα σε νάτριο
    Λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε νάτριο που είναι 50,6 mg ανά 1,0 g δόσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Προβενεσίδη
    Έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπίδρασης
  • Έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπίδρασης
  • Νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (υψηλές δόσεις)
    προσοχή
    Επηρεάζουν δυσμενώς τη νεφρική λειτουργία
  • Ανταγωνιστική δράση in vitro προς την κεφταζιντίμη
    ΣύστασηΘα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ανταγωνισμού.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Καντιντίαση (περιλαμβανομένης κολπίτιδας και στοματικής μονιλίασης)
Αίμα
  • Ηωσινοφιλία
  • Θρομβοκυττάρωση
  • Ουδετεροπενία
  • Λευκοπενία
  • Θρομβοπενία
  • Ακοκκιοκυττάρωση
  • Αιμολυτική αναιμία
  • Λεμφοκυττάρωση
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλαξία
Αναπνευστικό
  • Βρογχόσπασμος
Αγγειακές
  • Υπόταση
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Παραισθησία
  • Δυσγευσία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Νευρολογικά επακόλουθα (τρόμος, μυοκλονία, σπασμοί, εγκεφαλοπάθεια και κώμα)
Αγγειακές διαταραχές
  • Φλεβίτιδα ή θρομβοφλεβίτιδα με ενδοφλέβια χορήγηση
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ναυτία
  • Έμετος
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Διάρροια και κολίτιδα σχετιζόμενη με τον αντιβακτηριακό παράγοντα (Clostridium difficile)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Παροδικές αυξήσεις ενός ή περισσότερων ηπατικών ενζύμων (ALT (SGPT), AST (SOGT), LHD, GGT, αλκαλική φωσφατάση)
Ήπαρ
  • Ίκτερος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Κηλιδοβλατιδώδες ή κνιδωτικό εξάνθημα
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Αγγειοοίδημα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Παροδικές αυξήσεις της ουρίας αίματος, του αζώτου ουρίας αίματος και/ή της κρεατινίνης ορού
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Διάμεση νεφρίτιδα
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Άλγος και/ή φλεγμονή έπειτα από ενδομυϊκή ένεση
Γενικές
  • Πυρετός
Εργαστηριακές
  • Θετική δοκιμασία Coombs
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άλγος και/ή φλεγμονή έπειτα από ενδομυϊκή ένεση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Συχνές
  • Θετική δοκιμασία Coombs
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Θρομβοκυττάρωση
    Αίμα
    Συχνές
  • Καντιντίαση (περιλαμβανομένης κολπίτιδας και στοματικής μονιλίασης)
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Κηλιδοβλατιδώδες ή κνιδωτικό εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Παροδικές αυξήσεις ενός ή περισσότερων ηπατικών ενζύμων (ALT (SGPT), AST (SOGT), LHD, GGT, αλκαλική φωσφατάση)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • Φλεβίτιδα ή θρομβοφλεβίτιδα με ενδοφλέβια χορήγηση
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διάρροια και κολίτιδα σχετιζόμενη με τον αντιβακτηριακό παράγοντα (Clostridium difficile)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Παροδικές αυξήσεις της ουρίας αίματος, του αζώτου ουρίας αίματος και/ή της κρεατινίνης ορού
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Πολύ σπάνιες
  • Αιμολυτική αναιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Ακοκκιοκυττάρωση
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Διάμεση νεφρίτιδα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Λεμφοκυττάρωση
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Νευρολογικά επακόλουθα (τρόμος, μυοκλονία, σπασμοί, εγκεφαλοπάθεια και κώμα)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Πρέπει να χορηγείται μόνο εάν το όφελος υπερσκελίζει τον κίνδυνο.
    Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από τη χρήση κεφταζιντίμης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Θηλασμός
    Μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά το θηλασμό.
    Η κεφταζιντίμη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες, ωστόσο, σε θεραπευτικές δόσεις κεφταζιντίμης δεν αναμένονται επιπτώσεις για το βρέφος που θηλάζει.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • εγκεφαλοπάθεια
  • σπασμοί
  • κώμα
Αντιμετώπιση
Οι συγκεντρώσεις της κεφταζιντίμης στον ορό μπορεί να είναι μειωμένες κατά την αιμοκάθαρση ή την περιτοναϊκή διύλιση.
ΑιμοκάθαρσηΝαι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Ενδέχεται να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. ζάλη), οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Νάτριο ανθρακικό, άνυδρο
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση. Κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς. Κωδικός ATC: J01DD02.

Μηχανισμός δράσης

Η κεφταζιντίμη αναστέλλει τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από σύνδεση σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες (PBP). Αυτό συνεπάγεται τη διακοπή της βιοσύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος (πεπτιδογλυκάνη), που οδηγεί σε λύση και απόπτωση του βακτηριακού κυττάρου.

Σχέση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής (ΦΚ/ΦΔ)

Για τις κεφαλοσπορίνες, ο σημαντικότερος δείκτης φαρμακοκινητικής-φαρμακοδυναμικής που συσχετίζεται με in vivo αποτελεσματικότητα έχει αποδειχτεί ότι είναι το ποσοστό των μεσοδιαστημάτων μεταξύ των δόσεων στο οποίο η αδέσμευτη ποσότητα εξακολουθεί να είναι ανώτερη της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της κεφταζιντίμης για κάθε στοχούμενο είδος (δηλ.%T>MIC).

Μηχανισμός ανθεκτικότητας

Η ανθεκτικότητα των βακτηρίων στην κεφταζιντίμη οφείλεται ενδεχομένως σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους μηχανισμούς:

  • υδρόλυση από β-λακταμάσες. Η κεφταζιντίμη υδρολύεται αποτελεσματικά από ευρέος φάσματος β-λακταμάσες (ESBL), όπως η οικογένεια SHV των ESBL και τα ένζυμα AmpC που μπορεί να είναι ενεργοποιημένα ή σταθερά κατασταλμένα σε ορισμένα αερόβια αρνητικά κατά Gram είδη βακτηρίων
  • μειωμένη συγγένεια πενικιλλινοδεσμευτικών πρωτεϊνών προς τη κεφταζιντίμη
  • αδιαπερατότητα εξωτερικής μεμβράνης, που περιορίζει την πρόσβαση της κεφταζιντίμης σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες σε αρνητικούς κατά Gram μικροοργανισμούς
  • βακτηριακές αντλίες εκροής

Όρια αντοχής

Τα όρια ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) που έχουν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST) είναι τα εξής:

Μικροοργανισμός Όρια αντοχής (mg/L)
S I
R
Εντεροβακτηριοειδή ≤ 1
2-4 > 4
Pseudomonas aeruginosa ≤ 8
- > 8
Όρια αντοχής σχετιζόμενα με μη αναφερόμενα είδη ≤4
8 > 8

S=ευαίσθητος, Ι= ενδιάμεσης ευαισθησίας, R=ανθεκτικός.

Τα όρια αντοχής σχετίζονται με θεραπεία υψηλής δόσης (2 g x 3).

Τα όρια αντοχής σχετιζόμενα με μη αναφερόμενα είδη έχουν υπολογισθεί κυρίως βάσει ΦΚ/ΦΔ δεδομένων και είναι ανεξάρτητα των κατανομών MIC των συγκεκριμένων ειδών. Χρησιμοποιούνται μόνο για είδη που δεν αναφέρονται στον πίνακα ή στις υποσημειώσεις.

Μικροβιολογική ευαισθησία

Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας ενδεχομένως ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή και τον χρόνο για συγκεκριμένα είδη, και τα τοπικά δεδομένα ποσοστών ανθεκτικότητας είναι επιθυμητά, κυρίως όταν χρειαστεί να αντιμετωπισθούν σοβαρές λοιμώξεις. Όποτε κρίνεται απαραίτητο, θα πρέπει να ζητείται η συνδρομή ειδικού λοιμωξιολόγου, όταν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας διακυβεύει τη χρησιμότητα της κεφταζιντίμης τουλάχιστον για ορισμένους τύπους λοίμωξης.

Συνήθως ευαίσθητα είδη

Θετικά κατά Gram αερόβια:

  • Streptococcus pyogenes
  • Streptococcus agalactiae

Αρνητικά κατά Gram αερόβια:

  • Citrobacter koseri
  • Escherichia coli
  • Haemophilus influenzae
  • Moraxella catarrhalis
  • Neisseria meningitidis
  • Proteus mirabilis
  • Proteus spp. (άλλα)
  • Providencia spp.

Είδη για τα οποία η επίκτητη ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα

Αρνητικά κατά Gram αερόβια:

  • Acinetobacter baumannii£+
  • Burkholderia cepacia
  • Citrobacter freundii
  • Enterobacter aerogenes
  • Enterobacter cloacae
  • Klebsiella pneumoniae
  • Klebsiella spp. (άλλα)
  • Pseudomonas aeruginosa
  • Serratia spp.
  • Morganella morganii

Θετικά κατά Gram αερόβια:

  • Staphylococcus aureus£
  • Streptococcus pneumoniae££

Θετικά κατά Gram αναερόβια:

  • Clostridium perfringens
  • Peptococcus spp.
  • Peptostreptococcus spp.

Αρνητικά κατά Gram αναερόβια:

  • Fusobacterium spp.

Ενδογενώς ανθεκτικοί οργανισμοί

Θετικά κατά Gram αερόβια:

  • Εντερόκοκκοι συμπεριλαμβανομένων των Enterococcus faecalis και Enterococcus faecium
  • Listeria spp.

Θετικά κατά Gram αναερόβια

  • Clostridium difficile

Αρνητικά κατά Gram αναερόβια:

  • Bacteroides spp. (many strains of Bacteroides fragilis are resistant).

Άλλα:

  • Chlamydia spp.
  • Mycoplasma spp.
  • Legionella spp.

£ Τα στελέχη S. aureus που είναι ευαίσθητα στη μεθικιλλίνη θεωρείται ότι έχουν ενδογενή χαμηλή ευαισθησία στην κεφταζιντίμη. Όλα τα ανθεκτικά στη μεθικιλλίνη στελέχη S. aureus είναι ανθεκτικά στην κεφταζιντίμη.

££ Τα στελέχη S. pneumoniae που έχουν ενδιάμεση ευαισθησία ή είναι ανθεκτικά στην πενικιλλίνη αναμένεται ότι θα έχουν τουλάχιστον μειωμένη ευαισθησία σε κεφταζιντίμη.

  • Υψηλά ποσοστά αντοχής έχουν παρατηρηθεί σε μία ή περισσότερες περιοχές/χώρες εντός της ΕΕ.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Κατόπιν ενδομυϊκής χορήγησης 500 mg και 1 g κεφταζιντίμης, τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα 18 και 37 mg/l αντίστοιχα, επιτυγχάνονται ταχέως. Μετά την παρέλευση 5 λεπτών από ενδοφλέβια bolus ένεση 500 mg, 1 g ή 2 g, τα επίπεδα στο πλάσμα είναι 46, 87 και 170 mg/l, αντίστοιχα. Η κινητική της κεφταζιντίμης είναι γραμμική εντός του εύρους μονήρης δόσης 0,5 έως 2 g έπειτα από ενδοφλέβια ή ενδομυική χορήγηση.

Κατανομή

Ο βαθμός σύνδεσης της κεφταζιντίμης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι μικρός, κυμαινόμενος σε περί το 10%. Συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν τα επίπεδα της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) για τα συνήθη παθογόνα είναι δυνατό να επιτευχθούν σε ιστούς όπως τα οστά, στην καρδιά, στη χολή, στα πτύελα, στο υδατοειδές υγρό, στο αρθρικό, στο υπεζωκοτικό και στο περιτοναϊκό υγρό. Η κεφταζιδίδη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Διαπερνά σε μικρό ποσοστό τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, με αποτέλεσμα χαμηλά επίπεδα κεφταζιντίμης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό απουσία φλεγμονής. Ωστόσο, στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό απαντώνται συγκεντρώσεις της τάξης των 4 έως 20 mg/l ή μεγαλύτερες εάν υπάρχει φλεγμονή στις μήνιγγες.

Βιομετατροπή

Η κεφταζιντίμη δε μεταβολίζεται.

Αποβολή

Μετά από παρεντερική χορήγηση, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα φθίνουν με χρόνο ημιζωής περίπου 2 ώρες. Η κεφταζιντίμη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα μέσω σπειραματικής διήθησης. Ποσοστό 80 έως 90% της δόσης ανακτάται στα ούρα μέσα σε 24 ώρες. Λιγότερο από 1% απεκκρίνεται μέσω της χολής.

Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών

Νεφρική δυσλειτουργία

Η αποβολή της κεφταζιντίμης είναι μειωμένη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και η δόση θα πρέπει να μειώνεται (βλέπε (βλ. Δοσολογία)).

Ηπατική δυσλειτουργία

Η ύπαρξη ήπιας έως μέτριας ηπατικής δυσλειτουργίας δεν είχε επίδραση στη φαρμακοκινητική της κεφταζιντίμης σε άτομα που έλαβαν 2 g ενδοφλεβίως κάθε 8 ώρες επί 5 ημέρες, υπό τον όρο ότι δεν υπήρχε έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (βλέπε (βλ. Δοσολογία)).

Ηλικιωμένοι

Η μειωμένη κάθαρση που παρατηρείται σε ηλικιωμένους ασθενείς οφειλόταν κυρίως στη σχετιζόμενη με την ηλικία μείωση της νεφρικής κάθαρσης της κεφταζιντίμης. Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής κυμαίνεται από 3,5 έως 4 ώρες μετά από εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενη για 7 ημέρες δις ημερησίως ενδοφλέβια ένεση bolus 2 g σε ηλικιωμένους ηλικίας 80 ετών και άνω.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο χρόνος ημιζωής της κεφταζιντίμης είναι παρατεταμένος κατά 4,5 έως 7,5 ώρες σε πρόωρα και τελειόμηνα νεογνά μετά από δόσεις 25 έως 30 mg/kg. Όμως, από την ηλικία των 2 μηνών, ο χρόνος ημιζωής δεν διαφέρει σε σύγκριση με τους ενήλικες.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η βακτηριοκτόνος δράση της κεφταζιντίμης προκύπτει από την αναστολή της σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος μέσω συγγένειας με τις πενικιλλινο-δεσμευτικές πρωτεΐνες (PBPs).
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση. Κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς. Κωδικός ATC: J01DD02. ### Μηχανισμός δράσης Η κεφταζιντίμη αναστέλλει τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από σύνδεση σε…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση Κατόπιν ενδομυϊκής χορήγησης 500 mg και 1 g κεφταζιντίμης, τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα 18 και 37 mg/l αντίστοιχα, επιτυγχάνονται ταχέως. Μετά την παρέλευση 5 λεπτών από ενδοφλέβια bolus ένεση 500 mg, 1 g ή 2 g, τα επίπεδα στο πλάσμα είναι…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η σεφταζιδίμη δεν μεταβολίζεται σημαντικά.
Απέκκριση
Νεφρά