CEFTAZIDIME-KABI(cεφταζηδημε-καμπη)
ceftazidime
Σκευάσματα και τιμές CEFTAZIDIME-KABI
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
CEFTAZIDIME/KABI 1000MG/VIAL
Διακοπή
|
1000 / VIAL | 5.26 € |
| 1000 / VIAL | 20.88 € | |
|
CEFTAZIDIME/KABI 2000MG/VIAL
Διακοπή
|
2000 / VIAL | 5.86 € |
|
CEFTAZIDIME/KABI 2000MG/VIAL
Διακοπή
|
2000 / VIAL | 23.33 € |
CEFTAZIDIME-KABI — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Νοσοκομειακή πνευμονία
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
-
Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις
σε: Ασθενείς με κυστική ίνωση, ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
-
Βακτηριακή μηνιγγίτιδα
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- G00 Βακτηριακή μηνιγγίτιδα, που δεν ταξινομείται αλλού
-
Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- H66 Πυώδης και μη καθορισμένη μέση ωτίτιδα
-
Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- H60 Εξωτερική ωτίτιδα
-
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- N39 Άλλες διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
-
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- K65 Περιτονίτιδα
-
Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
-
Περιτονίτιδα σχετιζόμενη με αιμοκάθαρση
σε: Ασθενείς που υποβάλλονται σε συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή διύλιση (CAPD), ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- T81 Επιπλοκές διαδικασιών, που δεν ταξινομούνται αλλού
-
Βακτηριαιμία
σε: Ασθενείς
Σε συσχέτιση, ή σε υποψία συσχέτισης, με οποιαδήποτε από τις λοιμώξεις που αναφέρονται παραπάνω
- A49 Βακτηριακή λοίμωξη μη καθορισμένης θέσης
-
Εμπύρετη ουδετεροπενία
σε: Ασθενείς
Εάν υπάρχει υπόνοια ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη
- D70 Ακοκκιοκυτταραιμία
-
Περιεγχειρητική προφύλαξη από λοιμώξεις του ουροποιητικού
σε: Ασθενείς που υποβάλλονται σε διουρηθρική προστατεκτομή (TURP)
- N39 Άλλες διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.
Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια ένεση ή έγχυση, ή ενδομυϊκή ένεση
- Χορήγηση: κάθε 8 ώρες, κάθε 12 ώρες, κάθε 24 ώρες, κάθε 48 ώρες
- Δόση έναρξης: 1 g (αρχική δόση φόρτισης για νεφρική δυσλειτουργία) ή 2 g (δόση φόρτισης για συνεχή έγχυση)
-
Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kg (Διαλείπουσα Χορήγηση)Δόση100-150 mg/kg/ημέρα κάθε 8 ώρες (max 9 g/ημέρα) ή 1-2 g κάθε 8 ώρες ή 1-2 g κάθε 8/12 ώρες ή 1-2 g κάθε 8 ώρεςΜέγ. δόση9 g ημερησίωςΕιδική δόση για περιεγχειρητική προφύλαξη: 1 g κατά την επαγωγή αναισθησίας και μια δεύτερη δόση κατά την αφαίρεση του καθετήρα.
-
Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kg (Συνεχής Έγχυση)ΔόσηΔόση φόρτισης 2 g και ακολούθως συνεχής έγχυση 4 έως 6 g το εικοσιτετράωροΣε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, έχει χρησιμοποιηθεί δόση 9 g/ημέρα χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Βρέφη και νήπια > 2 μηνών και παιδιά < 40 kg (Διαλείπουσα Χορήγηση)Δόση100-150 mg/kg/ημέρα σε τρεις διαιρεμένες δόσεις ή 150 mg/kg/ημέρα σε τρεις διαιρεμένες δόσειςΜέγ. δόση6 g/ημέρα
-
Βρέφη και νήπια > 2 μηνών και παιδιά < 40 kg (Συνεχής Έγχυση)ΔόσηΔόση φόρτισης 60-100 mg/kg και ακολούθως συνεχής έγχυση 100-200 mg/kg/ημέραΜέγ. δόση6 g/ημέρα
-
Νεογέννητα και βρέφη ≤ 2 μηνών (Διαλείπουσα Χορήγηση)Δόση25-60 mg/kg/ημέρα σε δύο διαιρεμένες δόσειςΟ χρόνος ημιζωής της κεφταζιντίμης στον ορό μπορεί να είναι τριπλάσιος έως τετραπλάσιος σε σύγκριση με τους ενήλικες.
-
ΗλικιωμένοιΔόσηΗ ημερήσια δόση δεν πρέπει κανονικά να υπερβαίνει τα 3 gΜέγ. δόση3 gΣε ασθενείς άνω των 80 ετών.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
ΑιμοκάθαρσηΟ χρόνος ημιζωής στον ορό κατά τη διάρκεια αιμοκάθαρσης κυμαίνεται από 3 έως 5 ώρες. Μετά από κάθε περίοδο αιμοκάθαρσης, πρέπει να επαναλαμβάνεται η δόση συντήρησης. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε συνεχή αρτηριοφλεβική αιμοκάθαρση ή αιμοδιήθηση υψηλής ροής: 1 g ημερησίως ως εφάπαξ δόση ή σε διαιρεμένες δόσεις. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιήθηση χαμηλής ροής, πρέπει να χορηγείται η δόση που συνιστάται για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
-
Περιτοναϊκή διύλισηΔόση125 έως 250 mg για 2 λίτρα διαλύματος αιμοκάθαρσηςΠροστίθεται στο υγρό της αιμοκάθαρσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην κεφταζιντίμη, σε οποιαδήποτε άλλη κεφαλοσπορίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Ιστορικό σοβαρής υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση) σε οποιοδήποτε άλλο τύπο β-λακταμικού αντιβακτηριακού παράγοντα (πενικιλλίνες, μονοβακτάμες και καρβαπενέμες).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΣοβαρήΣε περίπτωση σοβαρών αντιδράσεων, διακοπή θεραπείας και εφαρμογή επαρκών μέτρων έκτακτης ανάγκης.
-
Ιστορικό υπερευαισθησίαςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΠριν την έναρξη της θεραπείας, τεκμηρίωση ιστορικού σοβαρής αντίδρασης υπερευαισθησίας. Προσοχή σε περίπτωση χορήγησης σε ασθενείς που έχουν ιστορικό μη σοβαρής υπερευαισθησίας σε άλλες β-λακτάμες.
-
Περιορισμένο αντιβακτηριακό φάσμαΠληθυσμόςΑσθενείς με βακτηριαιμία, βακτηριακή μηνιγγίτιδα, λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων, λοιμώξεις οστών και αρθρώσεωνΔεν είναι κατάλληλη για μονοθεραπεία εκτός αν το παθογόνο είναι γνωστό και ευαίσθητο. Λαμβάνονται υπόψη πληροφορίες για τον επιπολασμό οργανισμών που παράγουν ESBL.
-
Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβακτηριακό παράγοντα / ψευδομεμβρανώδης κολίτιδαΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χορήγηση κεφταζιντίμηςΣυνεκτίμηση διάγνωσης, ενδεχόμενη διακοπή θεραπείας και ειδική αγωγή για Clostridium difficile. Δεν πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα του εντέρου.
-
ΝεφροτοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις κεφαλοσπορινών και νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. αμινογλυκοσίδες, ισχυρά διουρητικά)Ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς η νεφρική λειτουργία.
-
Δόση σε νεφρική δυσλειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΗ δόση πρέπει να μειώνεται σε συνάρτηση με τον βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας.
-
Νευρολογικά επακόλουθαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία στους οποίους η δόση δεν μειώθηκεΠεριστασιακές αναφορές.
-
Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμώνΠληθυσμόςΑσθενείς σε παρατεταμένη χρήσηΜπορεί να χρειαστεί προσωρινή διακοπή της αγωγής ή άλλα κατάλληλα μέτρα. Απαραίτητη η επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενή.
-
Παρεμβολή σε εργαστηριακές δοκιμασίεςΔεν επηρεάζει τις ενζυμικές δοκιμασίες για γλυκοζουρία. Επηρεάζει ελαφρώς (ψευδώς θετικό αποτέλεσμα) τις μεθόδους αναγωγής χαλκού (Benedict’s, Fehling’s, Clinitest).
-
Παρεμβολή σε εργαστηριακές δοκιμασίεςΔεν επηρεάζει τη δοκιμασία αντίδρασης της κρεατινίνης με πικρικό οξύ σε αλκαλικό περιβάλλον.
-
Δοκιμασία CoombsΘετικό αποτέλεσμα σε ποσοστό 5% περίπου των ασθενών, μπορεί να επηρεάσει τη διασταύρωση του αίματος.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν δίαιτα με ελεγχόμενη περιεκτικότητα σε νάτριοΛαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε νάτριο που είναι 50,6 mg ανά 1,0 g δόσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροβενεσίδηΈχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπίδρασης
-
Έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπίδρασης
-
Νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (υψηλές δόσεις)προσοχήΕπηρεάζουν δυσμενώς τη νεφρική λειτουργία
-
προσοχήΑνταγωνιστική δράση in vitro προς την κεφταζιντίμηΣύστασηΘα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ανταγωνισμού.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καντιντίαση (περιλαμβανομένης κολπίτιδας και στοματικής μονιλίασης)
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοκυττάρωση
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Ακοκκιοκυττάρωση
- Αιμολυτική αναιμία
- Λεμφοκυττάρωση
- Αναφυλαξία
- Βρογχόσπασμος
- Υπόταση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Νευρολογικά επακόλουθα (τρόμος, μυοκλονία, σπασμοί, εγκεφαλοπάθεια και κώμα)
- Φλεβίτιδα ή θρομβοφλεβίτιδα με ενδοφλέβια χορήγηση
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια και κολίτιδα σχετιζόμενη με τον αντιβακτηριακό παράγοντα (Clostridium difficile)
- Παροδικές αυξήσεις ενός ή περισσότερων ηπατικών ενζύμων (ALT (SGPT), AST (SOGT), LHD, GGT, αλκαλική φωσφατάση)
- Ίκτερος
- Κηλιδοβλατιδώδες ή κνιδωτικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αγγειοοίδημα
- Παροδικές αυξήσεις της ουρίας αίματος, του αζώτου ουρίας αίματος και/ή της κρεατινίνης ορού
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Άλγος και/ή φλεγμονή έπειτα από ενδομυϊκή ένεση
- Πυρετός
- Θετική δοκιμασία Coombs
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆλγος και/ή φλεγμονή έπειτα από ενδομυϊκή ένεσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘετική δοκιμασία CoombsΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΘρομβοκυττάρωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΚαντιντίαση (περιλαμβανομένης κολπίτιδας και στοματικής μονιλίασης)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες ή κνιδωτικό εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΠαροδικές αυξήσεις ενός ή περισσότερων ηπατικών ενζύμων (ALT (SGPT), AST (SOGT), LHD, GGT, αλκαλική φωσφατάση)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδα ή θρομβοφλεβίτιδα με ενδοφλέβια χορήγησηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροια και κολίτιδα σχετιζόμενη με τον αντιβακτηριακό παράγοντα (Clostridium difficile)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠαροδικές αυξήσεις της ουρίας αίματος, του αζώτου ουρίας αίματος και/ή της κρεατινίνης ορούΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυττάρωσηΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΛεμφοκυττάρωσηΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΝευρολογικά επακόλουθα (τρόμος, μυοκλονία, σπασμοί, εγκεφαλοπάθεια και κώμα)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΠρέπει να χορηγείται μόνο εάν το όφελος υπερσκελίζει τον κίνδυνο.Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από τη χρήση κεφταζιντίμης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΘηλασμόςΜπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά το θηλασμό.Η κεφταζιντίμη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες, ωστόσο, σε θεραπευτικές δόσεις κεφταζιντίμης δεν αναμένονται επιπτώσεις για το βρέφος που θηλάζει.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- εγκεφαλοπάθεια
- σπασμοί
- κώμα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση. Κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς. Κωδικός ATC: J01DD02.
Μηχανισμός δράσης
Η κεφταζιντίμη αναστέλλει τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από σύνδεση σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες (PBP). Αυτό συνεπάγεται τη διακοπή της βιοσύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος (πεπτιδογλυκάνη), που οδηγεί σε λύση και απόπτωση του βακτηριακού κυττάρου.
Σχέση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής (ΦΚ/ΦΔ)
Για τις κεφαλοσπορίνες, ο σημαντικότερος δείκτης φαρμακοκινητικής-φαρμακοδυναμικής που συσχετίζεται με in vivo αποτελεσματικότητα έχει αποδειχτεί ότι είναι το ποσοστό των μεσοδιαστημάτων μεταξύ των δόσεων στο οποίο η αδέσμευτη ποσότητα εξακολουθεί να είναι ανώτερη της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της κεφταζιντίμης για κάθε στοχούμενο είδος (δηλ.%T>MIC).
Μηχανισμός ανθεκτικότητας
Η ανθεκτικότητα των βακτηρίων στην κεφταζιντίμη οφείλεται ενδεχομένως σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους μηχανισμούς:
- υδρόλυση από β-λακταμάσες. Η κεφταζιντίμη υδρολύεται αποτελεσματικά από ευρέος φάσματος β-λακταμάσες (ESBL), όπως η οικογένεια SHV των ESBL και τα ένζυμα AmpC που μπορεί να είναι ενεργοποιημένα ή σταθερά κατασταλμένα σε ορισμένα αερόβια αρνητικά κατά Gram είδη βακτηρίων
- μειωμένη συγγένεια πενικιλλινοδεσμευτικών πρωτεϊνών προς τη κεφταζιντίμη
- αδιαπερατότητα εξωτερικής μεμβράνης, που περιορίζει την πρόσβαση της κεφταζιντίμης σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες σε αρνητικούς κατά Gram μικροοργανισμούς
- βακτηριακές αντλίες εκροής
Όρια αντοχής
Τα όρια ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) που έχουν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST) είναι τα εξής:
| Μικροοργανισμός | Όρια αντοχής (mg/L) |
|---|---|
| S | I |
| R | |
| Εντεροβακτηριοειδή | ≤ 1 |
| 2-4 | > 4 |
| Pseudomonas aeruginosa | ≤ 8 |
| - | > 8 |
| Όρια αντοχής σχετιζόμενα με μη αναφερόμενα είδη | ≤4 |
| 8 | > 8 |
S=ευαίσθητος, Ι= ενδιάμεσης ευαισθησίας, R=ανθεκτικός.
Τα όρια αντοχής σχετίζονται με θεραπεία υψηλής δόσης (2 g x 3).
Τα όρια αντοχής σχετιζόμενα με μη αναφερόμενα είδη έχουν υπολογισθεί κυρίως βάσει ΦΚ/ΦΔ δεδομένων και είναι ανεξάρτητα των κατανομών MIC των συγκεκριμένων ειδών. Χρησιμοποιούνται μόνο για είδη που δεν αναφέρονται στον πίνακα ή στις υποσημειώσεις.
Μικροβιολογική ευαισθησία
Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας ενδεχομένως ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή και τον χρόνο για συγκεκριμένα είδη, και τα τοπικά δεδομένα ποσοστών ανθεκτικότητας είναι επιθυμητά, κυρίως όταν χρειαστεί να αντιμετωπισθούν σοβαρές λοιμώξεις. Όποτε κρίνεται απαραίτητο, θα πρέπει να ζητείται η συνδρομή ειδικού λοιμωξιολόγου, όταν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας διακυβεύει τη χρησιμότητα της κεφταζιντίμης τουλάχιστον για ορισμένους τύπους λοίμωξης.
Συνήθως ευαίσθητα είδη
Θετικά κατά Gram αερόβια:
- Streptococcus pyogenes
- Streptococcus agalactiae
Αρνητικά κατά Gram αερόβια:
- Citrobacter koseri
- Escherichia coli
- Haemophilus influenzae
- Moraxella catarrhalis
- Neisseria meningitidis
- Proteus mirabilis
- Proteus spp. (άλλα)
- Providencia spp.
Είδη για τα οποία η επίκτητη ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα
Αρνητικά κατά Gram αερόβια:
- Acinetobacter baumannii£+
- Burkholderia cepacia
- Citrobacter freundii
- Enterobacter aerogenes
- Enterobacter cloacae
- Klebsiella pneumoniae
- Klebsiella spp. (άλλα)
- Pseudomonas aeruginosa
- Serratia spp.
- Morganella morganii
Θετικά κατά Gram αερόβια:
- Staphylococcus aureus£
- Streptococcus pneumoniae££
Θετικά κατά Gram αναερόβια:
- Clostridium perfringens
- Peptococcus spp.
- Peptostreptococcus spp.
Αρνητικά κατά Gram αναερόβια:
- Fusobacterium spp.
Ενδογενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
Θετικά κατά Gram αερόβια:
- Εντερόκοκκοι συμπεριλαμβανομένων των Enterococcus faecalis και Enterococcus faecium
- Listeria spp.
Θετικά κατά Gram αναερόβια
- Clostridium difficile
Αρνητικά κατά Gram αναερόβια:
- Bacteroides spp. (many strains of Bacteroides fragilis are resistant).
Άλλα:
- Chlamydia spp.
- Mycoplasma spp.
- Legionella spp.
£ Τα στελέχη S. aureus που είναι ευαίσθητα στη μεθικιλλίνη θεωρείται ότι έχουν ενδογενή χαμηλή ευαισθησία στην κεφταζιντίμη. Όλα τα ανθεκτικά στη μεθικιλλίνη στελέχη S. aureus είναι ανθεκτικά στην κεφταζιντίμη.
££ Τα στελέχη S. pneumoniae που έχουν ενδιάμεση ευαισθησία ή είναι ανθεκτικά στην πενικιλλίνη αναμένεται ότι θα έχουν τουλάχιστον μειωμένη ευαισθησία σε κεφταζιντίμη.
- Υψηλά ποσοστά αντοχής έχουν παρατηρηθεί σε μία ή περισσότερες περιοχές/χώρες εντός της ΕΕ.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Κατόπιν ενδομυϊκής χορήγησης 500 mg και 1 g κεφταζιντίμης, τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα 18 και 37 mg/l αντίστοιχα, επιτυγχάνονται ταχέως. Μετά την παρέλευση 5 λεπτών από ενδοφλέβια bolus ένεση 500 mg, 1 g ή 2 g, τα επίπεδα στο πλάσμα είναι 46, 87 και 170 mg/l, αντίστοιχα. Η κινητική της κεφταζιντίμης είναι γραμμική εντός του εύρους μονήρης δόσης 0,5 έως 2 g έπειτα από ενδοφλέβια ή ενδομυική χορήγηση.
Κατανομή
Ο βαθμός σύνδεσης της κεφταζιντίμης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι μικρός, κυμαινόμενος σε περί το 10%. Συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν τα επίπεδα της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) για τα συνήθη παθογόνα είναι δυνατό να επιτευχθούν σε ιστούς όπως τα οστά, στην καρδιά, στη χολή, στα πτύελα, στο υδατοειδές υγρό, στο αρθρικό, στο υπεζωκοτικό και στο περιτοναϊκό υγρό. Η κεφταζιδίδη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Διαπερνά σε μικρό ποσοστό τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, με αποτέλεσμα χαμηλά επίπεδα κεφταζιντίμης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό απουσία φλεγμονής. Ωστόσο, στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό απαντώνται συγκεντρώσεις της τάξης των 4 έως 20 mg/l ή μεγαλύτερες εάν υπάρχει φλεγμονή στις μήνιγγες.
Βιομετατροπή
Η κεφταζιντίμη δε μεταβολίζεται.
Αποβολή
Μετά από παρεντερική χορήγηση, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα φθίνουν με χρόνο ημιζωής περίπου 2 ώρες. Η κεφταζιντίμη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα μέσω σπειραματικής διήθησης. Ποσοστό 80 έως 90% της δόσης ανακτάται στα ούρα μέσα σε 24 ώρες. Λιγότερο από 1% απεκκρίνεται μέσω της χολής.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Νεφρική δυσλειτουργία
Η αποβολή της κεφταζιντίμης είναι μειωμένη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και η δόση θα πρέπει να μειώνεται (βλέπε (βλ. Δοσολογία)).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ύπαρξη ήπιας έως μέτριας ηπατικής δυσλειτουργίας δεν είχε επίδραση στη φαρμακοκινητική της κεφταζιντίμης σε άτομα που έλαβαν 2 g ενδοφλεβίως κάθε 8 ώρες επί 5 ημέρες, υπό τον όρο ότι δεν υπήρχε έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (βλέπε (βλ. Δοσολογία)).
Ηλικιωμένοι
Η μειωμένη κάθαρση που παρατηρείται σε ηλικιωμένους ασθενείς οφειλόταν κυρίως στη σχετιζόμενη με την ηλικία μείωση της νεφρικής κάθαρσης της κεφταζιντίμης. Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής κυμαίνεται από 3,5 έως 4 ώρες μετά από εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενη για 7 ημέρες δις ημερησίως ενδοφλέβια ένεση bolus 2 g σε ηλικιωμένους ηλικίας 80 ετών και άνω.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο χρόνος ημιζωής της κεφταζιντίμης είναι παρατεταμένος κατά 4,5 έως 7,5 ώρες σε πρόωρα και τελειόμηνα νεογνά μετά από δόσεις 25 έως 30 mg/kg. Όμως, από την ηλικία των 2 μηνών, ο χρόνος ημιζωής δεν διαφέρει σε σύγκριση με τους ενήλικες.