CEFTAZIDIME(Κεφταζιντίμη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: περίπου 2 ώρες (ενήλικες), 3,5 έως 4 ώρες (ηλικιωμένοι ≥80), 4,5 έως 7,5 ώρες (πρόωρα και τελειόμηνα νεογνά)
- DrugBank: 1.9 ώρες
- PubChem: 1.5-2.8 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Νοσοκομειακή πνευμονία
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
-
Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις
σε: Ασθενείς με κυστική ίνωση, ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
-
Βακτηριακή μηνιγγίτιδα
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- G00 Βακτηριακή μηνιγγίτιδα, που δεν ταξινομείται αλλού
-
Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- H66 Πυώδης και μη καθορισμένη μέση ωτίτιδα
-
Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- H60 Εξωτερική ωτίτιδα
-
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- N39 Άλλες διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
-
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- K65 Περιτονίτιδα
-
Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων
σε: Ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
-
Περιτονίτιδα σχετιζόμενη με αιμοκάθαρση
σε: Ασθενείς που υποβάλλονται σε συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή διύλιση (CAPD), ενήλικες, παιδιά, νεογνά (από τη γέννηση)
- T81 Επιπλοκές διαδικασιών, που δεν ταξινομούνται αλλού
-
Βακτηριαιμία
σε: Ασθενείς
Σε συσχέτιση, ή σε υποψία συσχέτισης, με οποιαδήποτε από τις λοιμώξεις που αναφέρονται παραπάνω
- A49 Βακτηριακή λοίμωξη μη καθορισμένης θέσης
-
Εμπύρετη ουδετεροπενία
σε: Ασθενείς
Εάν υπάρχει υπόνοια ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη
- D70 Ακοκκιοκυτταραιμία
-
Περιεγχειρητική προφύλαξη από λοιμώξεις του ουροποιητικού
σε: Ασθενείς που υποβάλλονται σε διουρηθρική προστατεκτομή (TURP)
- N39 Άλλες διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.
Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος CEFTAZIDIME-GENERICS
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια ένεση ή έγχυση, ή ενδομυϊκή ένεση
- Χορήγηση: κάθε 8 ώρες, κάθε 12 ώρες, κάθε 24 ώρες, κάθε 48 ώρες
- Δόση έναρξης: 1 g (αρχική δόση φόρτισης για νεφρική δυσλειτουργία) ή 2 g (δόση φόρτισης για συνεχή έγχυση)
-
Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kg (Διαλείπουσα Χορήγηση)Δόση100-150 mg/kg/ημέρα κάθε 8 ώρες (max 9 g/ημέρα) ή 1-2 g κάθε 8 ώρες ή 1-2 g κάθε 8/12 ώρες ή 1-2 g κάθε 8 ώρεςΜέγ. δόση9 g ημερησίωςΕιδική δόση για περιεγχειρητική προφύλαξη: 1 g κατά την επαγωγή αναισθησίας και μια δεύτερη δόση κατά την αφαίρεση του καθετήρα.
-
Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kg (Συνεχής Έγχυση)ΔόσηΔόση φόρτισης 2 g και ακολούθως συνεχής έγχυση 4 έως 6 g το εικοσιτετράωροΣε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, έχει χρησιμοποιηθεί δόση 9 g/ημέρα χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Βρέφη και νήπια > 2 μηνών και παιδιά < 40 kg (Διαλείπουσα Χορήγηση)Δόση100-150 mg/kg/ημέρα σε τρεις διαιρεμένες δόσεις ή 150 mg/kg/ημέρα σε τρεις διαιρεμένες δόσειςΜέγ. δόση6 g/ημέρα
-
Βρέφη και νήπια > 2 μηνών και παιδιά < 40 kg (Συνεχής Έγχυση)ΔόσηΔόση φόρτισης 60-100 mg/kg και ακολούθως συνεχής έγχυση 100-200 mg/kg/ημέραΜέγ. δόση6 g/ημέρα
-
Νεογέννητα και βρέφη ≤ 2 μηνών (Διαλείπουσα Χορήγηση)Δόση25-60 mg/kg/ημέρα σε δύο διαιρεμένες δόσειςΟ χρόνος ημιζωής της κεφταζιντίμης στον ορό μπορεί να είναι τριπλάσιος έως τετραπλάσιος σε σύγκριση με τους ενήλικες.
-
ΗλικιωμένοιΔόσηΗ ημερήσια δόση δεν πρέπει κανονικά να υπερβαίνει τα 3 gΜέγ. δόση3 gΣε ασθενείς άνω των 80 ετών.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
ΑιμοκάθαρσηΟ χρόνος ημιζωής στον ορό κατά τη διάρκεια αιμοκάθαρσης κυμαίνεται από 3 έως 5 ώρες. Μετά από κάθε περίοδο αιμοκάθαρσης, πρέπει να επαναλαμβάνεται η δόση συντήρησης. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε συνεχή αρτηριοφλεβική αιμοκάθαρση ή αιμοδιήθηση υψηλής ροής: 1 g ημερησίως ως εφάπαξ δόση ή σε διαιρεμένες δόσεις. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιήθηση χαμηλής ροής, πρέπει να χορηγείται η δόση που συνιστάται για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
-
Περιτοναϊκή διύλισηΔόση125 έως 250 mg για 2 λίτρα διαλύματος αιμοκάθαρσηςΠροστίθεται στο υγρό της αιμοκάθαρσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην κεφταζιντίμη, σε οποιαδήποτε άλλη κεφαλοσπορίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Ιστορικό σοβαρής υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση) σε οποιοδήποτε άλλο τύπο β-λακταμικού αντιβακτηριακού παράγοντα (πενικιλλίνες, μονοβακτάμες και καρβαπενέμες).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΣοβαρήΣε περίπτωση σοβαρών αντιδράσεων, διακοπή θεραπείας και εφαρμογή επαρκών μέτρων έκτακτης ανάγκης.
-
Ιστορικό υπερευαισθησίαςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΠριν την έναρξη της θεραπείας, τεκμηρίωση ιστορικού σοβαρής αντίδρασης υπερευαισθησίας. Προσοχή σε περίπτωση χορήγησης σε ασθενείς που έχουν ιστορικό μη σοβαρής υπερευαισθησίας σε άλλες β-λακτάμες.
-
Περιορισμένο αντιβακτηριακό φάσμαΠληθυσμόςΑσθενείς με βακτηριαιμία, βακτηριακή μηνιγγίτιδα, λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων, λοιμώξεις οστών και αρθρώσεωνΔεν είναι κατάλληλη για μονοθεραπεία εκτός αν το παθογόνο είναι γνωστό και ευαίσθητο. Λαμβάνονται υπόψη πληροφορίες για τον επιπολασμό οργανισμών που παράγουν ESBL.
-
Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβακτηριακό παράγοντα / ψευδομεμβρανώδης κολίτιδαΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χορήγηση κεφταζιντίμηςΣυνεκτίμηση διάγνωσης, ενδεχόμενη διακοπή θεραπείας και ειδική αγωγή για Clostridium difficile. Δεν πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα του εντέρου.
-
ΝεφροτοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις κεφαλοσπορινών και νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. αμινογλυκοσίδες, ισχυρά διουρητικά)Ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς η νεφρική λειτουργία.
-
Δόση σε νεφρική δυσλειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΗ δόση πρέπει να μειώνεται σε συνάρτηση με τον βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας.
-
Νευρολογικά επακόλουθαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία στους οποίους η δόση δεν μειώθηκεΠεριστασιακές αναφορές.
-
Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμώνΠληθυσμόςΑσθενείς σε παρατεταμένη χρήσηΜπορεί να χρειαστεί προσωρινή διακοπή της αγωγής ή άλλα κατάλληλα μέτρα. Απαραίτητη η επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενή.
-
Παρεμβολή σε εργαστηριακές δοκιμασίεςΔεν επηρεάζει τις ενζυμικές δοκιμασίες για γλυκοζουρία. Επηρεάζει ελαφρώς (ψευδώς θετικό αποτέλεσμα) τις μεθόδους αναγωγής χαλκού (Benedict’s, Fehling’s, Clinitest).
-
Παρεμβολή σε εργαστηριακές δοκιμασίεςΔεν επηρεάζει τη δοκιμασία αντίδρασης της κρεατινίνης με πικρικό οξύ σε αλκαλικό περιβάλλον.
-
Δοκιμασία CoombsΘετικό αποτέλεσμα σε ποσοστό 5% περίπου των ασθενών, μπορεί να επηρεάσει τη διασταύρωση του αίματος.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν δίαιτα με ελεγχόμενη περιεκτικότητα σε νάτριοΛαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε νάτριο που είναι 50,6 mg ανά 1,0 g δόσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροβενεσίδηΈχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπίδρασης
-
Έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπίδρασης
-
Νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (υψηλές δόσεις)προσοχήΕπηρεάζουν δυσμενώς τη νεφρική λειτουργία
-
προσοχήΑνταγωνιστική δράση in vitro προς την κεφταζιντίμηΣύστασηΘα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ανταγωνισμού.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καντιντίαση (περιλαμβανομένης κολπίτιδας και στοματικής μονιλίασης)
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοκυττάρωση
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Ακοκκιοκυττάρωση
- Αιμολυτική αναιμία
- Λεμφοκυττάρωση
- Αναφυλαξία
- Βρογχόσπασμος
- Υπόταση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Νευρολογικά επακόλουθα (τρόμος, μυοκλονία, σπασμοί, εγκεφαλοπάθεια και κώμα)
- Φλεβίτιδα ή θρομβοφλεβίτιδα με ενδοφλέβια χορήγηση
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια και κολίτιδα σχετιζόμενη με τον αντιβακτηριακό παράγοντα (Clostridium difficile)
- Παροδικές αυξήσεις ενός ή περισσότερων ηπατικών ενζύμων (ALT (SGPT), AST (SOGT), LHD, GGT, αλκαλική φωσφατάση)
- Ίκτερος
- Κηλιδοβλατιδώδες ή κνιδωτικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αγγειοοίδημα
- Παροδικές αυξήσεις της ουρίας αίματος, του αζώτου ουρίας αίματος και/ή της κρεατινίνης ορού
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Άλγος και/ή φλεγμονή έπειτα από ενδομυϊκή ένεση
- Πυρετός
- Θετική δοκιμασία Coombs
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆλγος και/ή φλεγμονή έπειτα από ενδομυϊκή ένεσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘετική δοκιμασία CoombsΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΘρομβοκυττάρωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΚαντιντίαση (περιλαμβανομένης κολπίτιδας και στοματικής μονιλίασης)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες ή κνιδωτικό εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΠαροδικές αυξήσεις ενός ή περισσότερων ηπατικών ενζύμων (ALT (SGPT), AST (SOGT), LHD, GGT, αλκαλική φωσφατάση)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδα ή θρομβοφλεβίτιδα με ενδοφλέβια χορήγησηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροια και κολίτιδα σχετιζόμενη με τον αντιβακτηριακό παράγοντα (Clostridium difficile)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠαροδικές αυξήσεις της ουρίας αίματος, του αζώτου ουρίας αίματος και/ή της κρεατινίνης ορούΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυττάρωσηΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΛεμφοκυττάρωσηΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΝευρολογικά επακόλουθα (τρόμος, μυοκλονία, σπασμοί, εγκεφαλοπάθεια και κώμα)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΠρέπει να χορηγείται μόνο εάν το όφελος υπερσκελίζει τον κίνδυνο.Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από τη χρήση κεφταζιντίμης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΘηλασμόςΜπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά το θηλασμό.Η κεφταζιντίμη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες, ωστόσο, σε θεραπευτικές δόσεις κεφταζιντίμης δεν αναμένονται επιπτώσεις για το βρέφος που θηλάζει.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- εγκεφαλοπάθεια
- σπασμοί
- κώμα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση. Κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς. Κωδικός ATC: J01DD02.
Μηχανισμός δράσης
Η κεφταζιντίμη αναστέλλει τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από σύνδεση σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες (PBP). Αυτό συνεπάγεται τη διακοπή της βιοσύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος (πεπτιδογλυκάνη), που οδηγεί σε λύση και απόπτωση του βακτηριακού κυττάρου.
Σχέση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής (ΦΚ/ΦΔ)
Για τις κεφαλοσπορίνες, ο σημαντικότερος δείκτης φαρμακοκινητικής-φαρμακοδυναμικής που συσχετίζεται με in vivo αποτελεσματικότητα έχει αποδειχτεί ότι είναι το ποσοστό των μεσοδιαστημάτων μεταξύ των δόσεων στο οποίο η αδέσμευτη ποσότητα εξακολουθεί να είναι ανώτερη της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της κεφταζιντίμης για κάθε στοχούμενο είδος (δηλ.%T>MIC).
Μηχανισμός ανθεκτικότητας
Η ανθεκτικότητα των βακτηρίων στην κεφταζιντίμη οφείλεται ενδεχομένως σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους μηχανισμούς:
- υδρόλυση από β-λακταμάσες. Η κεφταζιντίμη υδρολύεται αποτελεσματικά από ευρέος φάσματος β-λακταμάσες (ESBL), όπως η οικογένεια SHV των ESBL και τα ένζυμα AmpC που μπορεί να είναι ενεργοποιημένα ή σταθερά κατασταλμένα σε ορισμένα αερόβια αρνητικά κατά Gram είδη βακτηρίων
- μειωμένη συγγένεια πενικιλλινοδεσμευτικών πρωτεϊνών προς τη κεφταζιντίμη
- αδιαπερατότητα εξωτερικής μεμβράνης, που περιορίζει την πρόσβαση της κεφταζιντίμης σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες σε αρνητικούς κατά Gram μικροοργανισμούς
- βακτηριακές αντλίες εκροής
Όρια αντοχής
Τα όρια ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) που έχουν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST) είναι τα εξής:
| Μικροοργανισμός | Όρια αντοχής (mg/L) |
|---|---|
| S | I |
| R | |
| Εντεροβακτηριοειδή | ≤ 1 |
| 2-4 | > 4 |
| Pseudomonas aeruginosa | ≤ 8 |
| - | > 8 |
| Όρια αντοχής σχετιζόμενα με μη αναφερόμενα είδη | ≤4 |
| 8 | > 8 |
S=ευαίσθητος, Ι= ενδιάμεσης ευαισθησίας, R=ανθεκτικός.
Τα όρια αντοχής σχετίζονται με θεραπεία υψηλής δόσης (2 g x 3).
Τα όρια αντοχής σχετιζόμενα με μη αναφερόμενα είδη έχουν υπολογισθεί κυρίως βάσει ΦΚ/ΦΔ δεδομένων και είναι ανεξάρτητα των κατανομών MIC των συγκεκριμένων ειδών. Χρησιμοποιούνται μόνο για είδη που δεν αναφέρονται στον πίνακα ή στις υποσημειώσεις.
Μικροβιολογική ευαισθησία
Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας ενδεχομένως ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή και τον χρόνο για συγκεκριμένα είδη, και τα τοπικά δεδομένα ποσοστών ανθεκτικότητας είναι επιθυμητά, κυρίως όταν χρειαστεί να αντιμετωπισθούν σοβαρές λοιμώξεις. Όποτε κρίνεται απαραίτητο, θα πρέπει να ζητείται η συνδρομή ειδικού λοιμωξιολόγου, όταν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας διακυβεύει τη χρησιμότητα της κεφταζιντίμης τουλάχιστον για ορισμένους τύπους λοίμωξης.
Συνήθως ευαίσθητα είδη
Θετικά κατά Gram αερόβια:
- Streptococcus pyogenes
- Streptococcus agalactiae
Αρνητικά κατά Gram αερόβια:
- Citrobacter koseri
- Escherichia coli
- Haemophilus influenzae
- Moraxella catarrhalis
- Neisseria meningitidis
- Proteus mirabilis
- Proteus spp. (άλλα)
- Providencia spp.
Είδη για τα οποία η επίκτητη ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα
Αρνητικά κατά Gram αερόβια:
- Acinetobacter baumannii£+
- Burkholderia cepacia
- Citrobacter freundii
- Enterobacter aerogenes
- Enterobacter cloacae
- Klebsiella pneumoniae
- Klebsiella spp. (άλλα)
- Pseudomonas aeruginosa
- Serratia spp.
- Morganella morganii
Θετικά κατά Gram αερόβια:
- Staphylococcus aureus£
- Streptococcus pneumoniae££
Θετικά κατά Gram αναερόβια:
- Clostridium perfringens
- Peptococcus spp.
- Peptostreptococcus spp.
Αρνητικά κατά Gram αναερόβια:
- Fusobacterium spp.
Ενδογενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
Θετικά κατά Gram αερόβια:
- Εντερόκοκκοι συμπεριλαμβανομένων των Enterococcus faecalis και Enterococcus faecium
- Listeria spp.
Θετικά κατά Gram αναερόβια
- Clostridium difficile
Αρνητικά κατά Gram αναερόβια:
- Bacteroides spp. (many strains of Bacteroides fragilis are resistant).
Άλλα:
- Chlamydia spp.
- Mycoplasma spp.
- Legionella spp.
£ Τα στελέχη S. aureus που είναι ευαίσθητα στη μεθικιλλίνη θεωρείται ότι έχουν ενδογενή χαμηλή ευαισθησία στην κεφταζιντίμη. Όλα τα ανθεκτικά στη μεθικιλλίνη στελέχη S. aureus είναι ανθεκτικά στην κεφταζιντίμη.
££ Τα στελέχη S. pneumoniae που έχουν ενδιάμεση ευαισθησία ή είναι ανθεκτικά στην πενικιλλίνη αναμένεται ότι θα έχουν τουλάχιστον μειωμένη ευαισθησία σε κεφταζιντίμη.
- Υψηλά ποσοστά αντοχής έχουν παρατηρηθεί σε μία ή περισσότερες περιοχές/χώρες εντός της ΕΕ.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Κατόπιν ενδομυϊκής χορήγησης 500 mg και 1 g κεφταζιντίμης, τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα 18 και 37 mg/l αντίστοιχα, επιτυγχάνονται ταχέως. Μετά την παρέλευση 5 λεπτών από ενδοφλέβια bolus ένεση 500 mg, 1 g ή 2 g, τα επίπεδα στο πλάσμα είναι 46, 87 και 170 mg/l, αντίστοιχα. Η κινητική της κεφταζιντίμης είναι γραμμική εντός του εύρους μονήρης δόσης 0,5 έως 2 g έπειτα από ενδοφλέβια ή ενδομυική χορήγηση.
Κατανομή
Ο βαθμός σύνδεσης της κεφταζιντίμης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι μικρός, κυμαινόμενος σε περί το 10%. Συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν τα επίπεδα της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) για τα συνήθη παθογόνα είναι δυνατό να επιτευχθούν σε ιστούς όπως τα οστά, στην καρδιά, στη χολή, στα πτύελα, στο υδατοειδές υγρό, στο αρθρικό, στο υπεζωκοτικό και στο περιτοναϊκό υγρό. Η κεφταζιδίδη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Διαπερνά σε μικρό ποσοστό τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, με αποτέλεσμα χαμηλά επίπεδα κεφταζιντίμης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό απουσία φλεγμονής. Ωστόσο, στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό απαντώνται συγκεντρώσεις της τάξης των 4 έως 20 mg/l ή μεγαλύτερες εάν υπάρχει φλεγμονή στις μήνιγγες.
Βιομετατροπή
Η κεφταζιντίμη δε μεταβολίζεται.
Αποβολή
Μετά από παρεντερική χορήγηση, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα φθίνουν με χρόνο ημιζωής περίπου 2 ώρες. Η κεφταζιντίμη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα μέσω σπειραματικής διήθησης. Ποσοστό 80 έως 90% της δόσης ανακτάται στα ούρα μέσα σε 24 ώρες. Λιγότερο από 1% απεκκρίνεται μέσω της χολής.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Νεφρική δυσλειτουργία
Η αποβολή της κεφταζιντίμης είναι μειωμένη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και η δόση θα πρέπει να μειώνεται (βλέπε (βλ. Δοσολογία)).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ύπαρξη ήπιας έως μέτριας ηπατικής δυσλειτουργίας δεν είχε επίδραση στη φαρμακοκινητική της κεφταζιντίμης σε άτομα που έλαβαν 2 g ενδοφλεβίως κάθε 8 ώρες επί 5 ημέρες, υπό τον όρο ότι δεν υπήρχε έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (βλέπε (βλ. Δοσολογία)).
Ηλικιωμένοι
Η μειωμένη κάθαρση που παρατηρείται σε ηλικιωμένους ασθενείς οφειλόταν κυρίως στη σχετιζόμενη με την ηλικία μείωση της νεφρικής κάθαρσης της κεφταζιντίμης. Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής κυμαίνεται από 3,5 έως 4 ώρες μετά από εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενη για 7 ημέρες δις ημερησίως ενδοφλέβια ένεση bolus 2 g σε ηλικιωμένους ηλικίας 80 ετών και άνω.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο χρόνος ημιζωής της κεφταζιντίμης είναι παρατεταμένος κατά 4,5 έως 7,5 ώρες σε πρόωρα και τελειόμηνα νεογνά μετά από δόσεις 25 έως 30 mg/kg. Όμως, από την ηλικία των 2 μηνών, ο χρόνος ημιζωής δεν διαφέρει σε σύγκριση με τους ενήλικες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση Κατόπιν ενδομυϊκής χορήγησης 500 mg και 1 g κεφταζιντίμης, τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα 18 και 37 mg/l αντίστοιχα, επιτυγχάνονται ταχέως. Μετά την παρέλευση 5 λεπτών από ενδοφλέβια bolus ένεση 500 mg, 1 g ή 2 g, τα επίπεδα στο πλάσμα είναι…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ασφάλεια και αποτελεσματικότητα | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | στενά | Νεφρική δυσλειτουργία |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ημισυνθετικό, ευρέος φάσματος αντιβακτηριακό, παράγωγο της κεφαλοριδίνης, που χρησιμοποιείται ειδικά για λοιμώξεις από Pseudomonas και άλλα gram-αρνητικά βακτήρια σε εξασθενημένους ασθενείς.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία ασθενών με λοιμώξεις που προκαλούνται από ευαίσθητα στελέχη οργανισμών στις ακόλουθες νόσους: λοιμώξεις κατώτερου αναπνευστικού συστήματος, λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων, λοιμώξεις ουροποιητικού συστήματος, βακτηριακή σηψαιμία, λοιμώξεις οστών και αρθρώσεων, γυναικολογικές λοιμώξεις, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης της περιτονίτιδας) και λοιμώξεις κεντρικού νευρικού συστήματος (συμπεριλαμβανομένης της μηνιγγίτιδας).
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η κεφταζιντίμη είναι ένα ημισυνθετικό, ευρέος φάσματος, αντιβιοτικό β-λακτάμης για παρεντερική χορήγηση. Η κεφταζιντίμη είναι βακτηριοκτόνος, ασκώντας την επίδρασή της με την αναστολή ενζύμων που είναι υπεύθυνα για τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος, κυρίως της πενικιλλινο-δεσμευτικής πρωτεΐνης 3 (PBP3). Ένα ευρύ φάσμα gram-αρνητικών οργανισμών είναι ευαίσθητο στην κεφταζιντίμη in vitro, συμπεριλαμβανομένων στελεχών ανθεκτικών στη γενταμικίνη και σε άλλες αμινογλυκοσίδες. Επιπλέον, η κεφταζιντίμη έχει αποδειχθεί δραστική έναντι gram-θετικών οργανισμών. Είναι ιδιαίτερα σταθερή στις περισσότερες κλινικά σημαντικές β-λακταμάσες, πλασμιδιακές ή χρωμοσωμικές, που παράγονται τόσο από gram-αρνητικούς όσο και από gram-θετικούς οργανισμούς και, κατά συνέπεια, είναι δραστική έναντι πολλών στελεχών ανθεκτικών στην αμπικιλλίνη και σε άλλες κεφαλοσπορίνες. Η κεφταζιντίμη έχει δραστηριότητα έναντι των gram-αρνητικών οργανισμών Pseudomonas και Enterobacteriaceae. Η δραστηριότητά της έναντι της Pseudomonas αποτελεί διακριτικό χαρακτηριστικό της κεφταζιντίμης μεταξύ των κεφαλοσπορινών.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η βακτηριοκτόνος δράση της κεφταζιντίμης προκύπτει από την αναστολή της σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος μέσω συγγένειας με τις πενικιλλινο-δεσμευτικές πρωτεΐνες (PBPs).
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της κεφταζιντίμης είναι ευθέως ανάλογη του μεγέθους της δόσης.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Χρόνος ημίσειας ζωής, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, είναι περίπου 1.9 ώρες. Καθώς η κεφταζιντίμη απεκκρίνεται σχεδόν αποκλειστικά από τους νεφρούς, ο χρόνος ημίσειας ζωής της στο πλάσμα παρατείνεται σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σ δέσμευση
< 10%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Η απέκκριση της κεφταζιντίμης από τους νεφρούς οδήγησε σε υψηλές θεραπευτικές συγκεντρώσεις στα ούρα.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 115 mL/min
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Υπερδοσολογία κεφταζιντίμης έχει συμβεί σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Οι αντιδράσεις περιλάμβαναν επιληπτική δραστηριότητα, εγκεφαλοπάθεια, ασθηκτικό αστεριξισμό, νευρομυϊκή ευερεθιστότητα και κώμα.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η σεφταζιδίμη είναι ένα ημισυνθετικό, ευρέος φάσματος, αντιβιοτικό κεφαλοσπορίνης τρίτης γενιάς που είναι βακτηριοκτόνο μέσω της αναστολής ενζύμων υπεύθυνων για τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος, κυρίως της πενικιλλινο-δεσμευτικής πρωτεΐνης 3 (PBP3). Μεταξύ των κεφαλοσπορινών, η σεφταζιδίμη είναι αξιοσημείωτη για την αντοχή της σε πολυάριθμες β-λακταμάσες και το ευρύ φάσμα δραστηριότητάς της έναντι Gram-αρνητικών βακτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του Pseudomonas aeruginosa. Ωστόσο, είναι λιγότερο δραστική από τις κεφαλοσπορίνες πρώτης και δεύτερης γενιάς έναντι του Staphylococcus aureus και άλλων Gram-θετικών βακτηρίων, ενώ έχει επίσης χαμηλή δραστηριότητα έναντι αναερόβιων. Η σεφταζιδίμη έχει επιβεβαιωμένη δραστηριότητα έναντι κλινικά σημαντικών Gram-αρνητικών βακτηρίων, όπως Citrobacter spp., Enterobacter spp., Klebsiella spp., Proteus spp., _Serratia spp., Escherichia coli, Haemophilus influenzae, Neisseria meningitidis, Pseudomonas aeruginosa, και ορισμένων Gram-θετικών βακτηρίων, όπως Staphylococcus spp. και Streptococcus spp. Υπάρχουν επίσης in vitro δεδομένα για την αποτελεσματικότητα της σεφταζιδίμης έναντι ποικίλων άλλων βακτηρίων, όπως Acinetobacter baumannii και Neisseria gonorrhoeae, αλλά χωρίς σαφείς κλινικές μελέτες που να υποστηρίζουν τη χρήση της σεφταζιδίμης για λοιμώξεις που προκαλούνται από αυτά τα βακτήρια.
Αν και τα β-λακταμικά αντιβιοτικά όπως η σεφταζιδίμη γενικά καλά ανεκτά, παραμένει ο κίνδυνος σοβαρών οξέων αντιδράσεων υπερευαισθησίας, ο οποίος είναι υψηλότερος σε ασθενείς με γνωστή αλλεργία στη σεφταζιδίμη ή σε οποιοδήποτε άλλο β-λακταμικό αντιβιοτικό. Όπως συμβαίνει με όλα τα αντιβιοτικά, η σεφταζιδίμη μπορεί να οδηγήσει στην υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών και σε δυνητικά σοβαρές επιπτώσεις, όπως διάρροια που σχετίζεται με Clostridium difficile (CDAD). Η CDAD πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που αναπτύσσουν διάρροια και, σε επιβεβαιωμένες περιπτώσεις, η υποστηρικτική φροντίδα να ξεκινά άμεσα.
Η σεφταζιδίμη απεκκρίνεται κυρίως νεφρικά, με αποτέλεσμα να μπορεί να εμφανιστούν υψηλές και παρατεταμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, οδηγώντας σε σπασμούς, μη επιληπτικό status epilepticus (NCSE), εγκεφαλοπάθεια, κώμα, asterixis, νευρομυϊκή ευερεθιστότητα και μυοκλονία.
Η θεραπεία μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη ή πρόκληση αντίστασης με κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο περιοδικός έλεγχος ευαισθησίας, και η αποτυχία μονοθεραπείας μπορεί να απαιτήσει την προσθήκη άλλου αντιβιοτικού, όπως αμινογλυκοσίδη.
Η χρήση κεφαλοσπορινών μπορεί να μειώσει την προθρομβινική δραστηριότητα, η οποία μπορεί να βελτιωθεί με εξωγενή βιταμίνη Κ. Η ακούσια ενδοαρτηριακή χορήγηση σεφταζιδίμης μπορεί να οδηγήσει σε περιφερική νέκρωση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το βακτηριακό κυτταρικό τοίχωμα, το οποίο βρίσκεται στην περιφέρεια των Gram-θετικών βακτηρίων και εντός του περιπλάσματος των Gram-αρνητικών βακτηρίων, αποτελείται από ένα γλυκοπεπτιδικό πολυμερές που συντίθεται μέσω διασταύρωσης γλυκανών με πεπτιδικούς μίσχους σε εναλλασσόμενα σάκχαρα, γνωστό κοινώς ως πεπτιδογλυκάνη. Ο σχηματισμός, η ανακύκλωση και η αναδιαμόρφωση του κυτταρικού τοιχώματος απαιτούν πολυάριθμα ένζυμα, συμπεριλαμβανομένης μιας οικογένειας ενζύμων με παρόμοια χαρακτηριστικά ενεργού θέσης παρά τις διακριτές και μερικές φορές επικαλυπτόμενες ρόλους ως καρβοξυπεπτιδάσες, ενδοπεπτιδάσες, τρανσπεπτιδάσες και τρανσγλυκοσιλάσες, γνωστές ως “πενικιλλινο-δεσμευτικές πρωτεΐνες” (PBPs). Ο αριθμός των PBPs διαφέρει μεταξύ των βακτηρίων, όπου ορισμένες θεωρούνται απαραίτητες και άλλες πλεονάζουσες. Γενικά, η αναστολή μίας ή περισσοτέρων απαραίτητων PBPs οδηγεί σε διαταραχή της ομοιόστασης του κυτταρικού τοιχώματος, απώλεια της κυτταρικής ακεραιότητας, και είναι τελικά βακτηριοκτόνο.
Η σεφταζιδίμη είναι μια ημισυνθετική κεφαλοσπορίνη τρίτης γενιάς με ευρεία δραστηριότητα έναντι πολυάριθμων Gram-αρνητικών και ορισμένων Gram-θετικών βακτηρίων. Όπως και άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικά, η σεφταζιδίμη επιδεικνύει τη βακτηριοκτόνο δράση της κυρίως μέσω άμεσης αναστολής συγκεκριμένων PBPs σε ευαίσθητα βακτήρια. In vitro πειράματα σε Gram-αρνητικά βακτήρια, όπως Escherichia coli, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter baumannii, και Klebsiella pneumoniae, υποδηλώνουν ότι η σεφταζιδίμη δεσμεύεται κυρίως στην PBP3, με ασθενέστερη δέσμευση στις PBP1a/1b και PBP2. Παρόλο που η δέσμευση σε άλλες PBPs, όπως η PBP4, είναι ανιχνεύσιμη, οι συγκεντρώσεις που απαιτούνται είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές που επιτυγχάνονται κλινικά. Ομοίως, η σεφταζιδίμη έδειξε δέσμευση στις PBP 1, 2 και 3 του Staphylococcus aureus με πολύ χαμηλότερη συγγένεια για την PBP4. Πρόσφατα δεδομένα για το Mycobacterium abscessus υποδηλώνουν ότι η σεφταζιδίμη μπορεί να αναστέλλει τις PonA1, PonA2 και PbpA σε ενδιάμεσες συγκεντρώσεις.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ενδοφλέβια χορήγηση της σεφταζιδίμης σε υγιείς άνδρες παρήγαγε μέσες τιμές Cmax μεταξύ 42 και 170 μg/mL για δόσεις από 500 mg έως 2 g, και αυτές επιτυγχάνονται αμέσως μετά το τέλος της έγχυσης. Η Cmax για 1 g σεφταζιδίμης που χορηγήθηκε ενδομυϊκά επιτυγχάνεται περίπου μία ώρα μετά την ένεση και κυμαίνεται μεταξύ 37 και 43 mg/L. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 500 mg και 1 g σεφταζιδίμης, η συγκέντρωση στο πλάσμα παρέμεινε πάνω από 4 μg/mL για έξι και οκτώ ώρες, αντίστοιχα.
Η Cmax και η AUC της σεφταζιδίμης παρουσιάζουν γραμμική αναλογικότητα προς τη δόση εντός του θεραπευτικού εύρους. Σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η σεφταζιδίμη που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως κάθε οκτώ ώρες για 10 ημέρες, είτε σε δόσεις 1 g είτε 2 g, δεν έδειξε συσσώρευση.
Περίπου 80% έως 90% μιας ενδομυϊκής ή ενδοφλέβιας δόσης σεφταζιδίμης απεκκρίνεται αμετάβλητη από τους νεφρούς σε διάστημα 24 ωρών. Όταν χορηγείται ενδοφλεβίως, το 50% της δόσης εμφανίζεται στα ούρα εντός δύο ωρών, με επιπλέον 32% της δόσης να εμφανίζεται εντός οκτώ ωρών μετά τη χορήγηση.
Η σεφταζιδίμη έχει όγκο κατανομής 15-20 L.
Η μέση νεφρική κάθαρση της σεφταζιδίμης σε υγιή άτομα κυμαίνεται από 72 έως 141 mL/min, ενώ η υπολογισμένη κάθαρση του πλάσματος είναι περίπου 115 mL/min.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η δέσμευση της σεφταζιδίμης στις πρωτεΐνες του πλάσματος κυμαίνεται από 5-22,8% (τυπικά λιγότερο από 10%) και είναι ανεξάρτητη της συγκέντρωσης. Η σεφταζιδίμη έχει αποδειχθεί ότι δεσμεύεται στην ανθρώπινη λευκωματίνη του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η σεφταζιδίμη δεν μεταβολίζεται σημαντικά.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η σεφταζιδίμη έχει χρόνο ημίσειας ζωής απέκκρισης 1,5-2,8 ώρες σε υγιή άτομα. Καθώς η σεφταζιδίμη απεκκρίνεται κυρίως νεφρικά, ο χρόνος ημίσειας ζωής της παρατείνεται σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 12 mL/min, ο χρόνος ημίσειας ζωής παρατείνεται σε 14 έως 30 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που είναι δομικά παρόμοιοι με άλλες ΚΕΦΑΛΟΣΠΟΡΙΝΕΣ αλλά έχουν ευρύτερο φάσμα δραστηριότητας έναντι βακτηρίων από τις κεφαλοσπορίνες πρώτης και δεύτερης γενιάς. Αυτοί οι παράγοντες καλύπτουν πιο ανθεκτικά STREPTOCOCCUS, STAPHYLOCOCCUS, Gram-θετικά αναερόβια, και πιο ανθεκτικά στελέχη HAEMOPHILUS, NEISSERIA, PROTEUS, ESCHERICHIA COLI, και KLEBSIELLA (HNPEK).
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογίας
DZR1ENT301
CEFTAZIDIME ANHYDROUS
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιβιοτικό Κεφαλοσπορίνης
Χημική Δομή [CS] - Κεφαλοσπορίνες
Η άνυδρη σεφταζιδίμη είναι ένα αντιβιοτικό κεφαλοσπορίνης.
CEFTAZIDIME
Κεφαλοσπορίνες [CS]; Αντιβιοτικό Κεφαλοσπορίνης [EPC]
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που είναι δομικά παρόμοιοι με άλλες ΚΕΦΑΛΟΣΠΟΡΙΝΕΣ αλλά έχουν ευρύτερο φάσμα δραστηριότητας έναντι βακτηρίων από τις κεφαλοσπορίνες πρώτης και δεύτερης γενιάς. Αυτοί οι παράγοντες καλύπτουν πιο ανθεκτικά STREPTOCOCCUS, STAPHYLOCOCCUS, Gram-θετικά αναερόβια, και πιο ανθεκτικά στελέχη HAEMOPHILUS, NEISSERIA, PROTEUS, ESCHERICHIA COLI, και KLEBSIELLA (HNPEK).