CEFTAZIDIME
Κεφταζιδίμη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβιοτικά για συστηματική χορήγηση, άλλοι αντιβακτηριακοί παράγοντες της κατηγορίας των βήτα-λακτάμων, κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς, κωδικός ATC: J01DD52 ### Μηχανισμός δράσης Η **κεφταζιντίμη** αναστέλλει τη σύνθεση πεπτιδογλυκάνης του κυτταρικού …
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N39 Άλλες διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Επιπλεγμένη ουρολοίμωξη
-
B96 Άλλοι βακτηριακοί παράγοντες ως αιτία νόσου ταξινομημένης αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη από αερόβιους Gram αρνητικούς οργανισμούς
-
A49 Βακτηριακή λοίμωξη μη καθορισμένης θέσης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Βακτηριαιμία
-
J95 Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος μετά από ιατρικές επεμβάσεις, μη ταξινομημένες αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πνευμονία σχετιζόμενη με τον αναπνευστήρα
-
N10 Οξεία σωληναγγειακή διάμεση νεφρίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πυελονεφρίτιδα
-
K65 Περιτονίτιδα και οπισθοπεριτοναϊκά αποστήματα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Επιπλεγμένη ενδοκοιλιακή λοίμωξη
-
J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Νοσοκομειακή πνευμονία
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ZAVICEFTA
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Έγχυση άνω των 120 λεπτών (2 ώρες)
- Δόση έναρξης: 2 g/0,5 g Ceftazidime/Avibactam
-
Ενήλικες με CrCL > 50 ml/minΔόση2 g/0,5 gΚάθε 8 ώρες, έγχυση 2 ωρών. Διάρκεια θεραπείας: cIAI (5-14 ημέρες), cUTI/πυελονεφρίτιδα (5-10 ημέρες), HAP/VAP (7-14 ημέρες), βακτηριαιμία/λοιμώξεις με περιορισμένες επιλογές (καθοδηγούμενη από τη σοβαρότητα της λοίμωξης, τα παθογόνα και την κλινική και βακτηριολογική πρόοδο του ασθενούς).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (6 μηνών έως < 18 ετών) με CrCL > 50 ml/min/1,73 m2Δόση50 mg/kg/12,5 mg/kgΜέγ. δόση2 g/0,5 gΚάθε 8 ώρες, έγχυση 2 ωρών. Διάρκεια θεραπείας: cIAI (5-14 ημέρες), cUTI (5-14 ημέρες), HAP/VAP (7-14 ημέρες), LTO (καθοδηγούμενη από τη βαρύτητα της λοίμωξης, τα παθογόνα και την κλινική και βακτηριολογική εξέλιξη του ασθενούς).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (3 μηνών έως < 6 μηνών) με CrCL > 50 ml/min/1,73 m2Δόση40 mg/kg/10 mg/kgΚάθε 8 ώρες, έγχυση 2 ωρών. Διάρκεια θεραπείας: cIAI (5-14 ημέρες), cUTI (5-14 ημέρες), HAP/VAP (7-14 ημέρες), LTO (καθοδηγούμενη από τη βαρύτητα της λοίμωξης, τα παθογόνα και την κλινική και βακτηριολογική εξέλιξη του ασθενούς).
-
Τελειόμηνα νεογνά και βρέφη (> 28 ημερών έως < 3 μηνών)Δόση30 mg/kg/7,5 mg/kgΚάθε 8 ώρες, έγχυση 2 ωρών.
-
Τελειόμηνα νεογνά και βρέφη (Από τη γέννηση έως ≤ 28 ημερών)Δόση20 mg/kg/5 mg/kgΚάθε 8 ώρες, έγχυση 2 ωρών.
-
Πρόωρα νεογνά και βρέφη (> 44 εβδομάδων έως < 53 εβδομάδων PMA)Δόση30 mg/kg/7,5 mg/kgΚάθε 8 ώρες, έγχυση 2 ωρών.
-
Πρόωρα νεογνά και βρέφη (31 έως ≤ 44 εβδομάδων PMA)Δόση20 mg/kg/5 mg/kgΚάθε 8 ώρες, έγχυση 2 ωρών.
-
Πρόωρα νεογνά και βρέφη (26 έως < 31 εβδομάδων PMA)Δόση20 mg/kg/5 mg/kgΚάθε 12 ώρες, έγχυση 2 ωρών.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (3 μηνών έως < 2 ετών) με CrCL < 16 ml/min/1,73 m2Ανεπαρκείς πληροφορίες για σύσταση δοσολογικού σχήματος.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (από τη γέννηση έως 3 μηνών) με νεφρική δυσλειτουργίαΑνεπαρκείς πληροφορίες για σύσταση δοσολογικού σχήματος.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υπερευαισθησία στην κατηγορία αντιμικροβιακών παραγόντων των κεφαλοσπορινών
-
Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρή δερματική αντίδραση) σε οποιοδήποτε άλλο αντιμικροβιακό παράγοντα τύπου β-λακτάμης (π.χ. πενικιλλίνες, μονοβακτάμες ή καρβαπενέμες)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΣοβαρήΣε περίπτωση αντιδράσεων υπερευαισθησίας, η θεραπεία με Zavicefta πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα έκτακτης ανάγκης. Πριν την έναρξη της θεραπείας, πρέπει να καθοριστεί εάν ο ασθενής έχει ιστορικό αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην κεφταζιντίμη ή σε άλλες κεφαλοσπορίνες ή σε οποιοδήποτε άλλο αντιμικροβιακό παράγοντα τύπου β-λακτάμης. Πρέπει να δίνεται προσοχή εάν η κεφταζιντίμη/αβιμπακτάμη χορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό μη σοβαρής υπερευαισθησίας σε πενικιλλίνες, μονοβακτάμες ή καρβαπενέμες.
-
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (SCARs), συμπεριλαμβανομένου συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS), τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN), φαρμακευτικού εξανθήματος με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) και οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP)Απειλητική για τη ζωή ή θανατηφόραΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που παραπέμπουν σε αυτές τις αντιδράσεις, η θεραπεία με Zavicefta θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης εναλλακτικής θεραπείας. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει σοβαρή αντίδραση όπως SJS, TEN, DRESS ή AGEP με τη χρήση κεφταζιδίμης, η θεραπεία με Zavicefta δεν πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου για τον συγκεκριμένο ασθενή σε καμία χρονική στιγμή.
-
Διάρροια συσχετιζόμενη με το Clostridioides difficileΉπια έως απειλητική για τη ζωήΑυτή η διάγνωση πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χορήγηση του Zavicefta. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με Zavicefta και η χορήγηση ειδικής θεραπείας για το Clostridioides difficile. Δεν πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΗ δόση πρέπει να μειώνεται σύμφωνα με το βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας. Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία συνιστάται στενή παρακολούθηση της εκτιμώμενης κάθαρσης κρεατινίνης. Έχουν αναφερθεί νευρολογικά επακόλουθα όταν η δόση δεν έχει μειωθεί.
-
ΝεφροτοξικότηταΤαυτόχρονη θεραπεία με υψηλές δόσεις κεφαλοσπορινών και νεφροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων, όπως αμινογλυκοσίδες ή ισχυρά διουρητικά (π.χ. φουροσεμίδη), μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την νεφρική λειτουργία.
-
Ορομετατροπή στην άμεση δοκιμασία αντισφαιρίνης (δοκιμασία DAGT ή Coombs) και ενδεχόμενος κίνδυνος αιμολυτικής αναιμίαςΗ χρήση κεφταζιντίμης/αβιμπακτάμης μπορεί να προκαλέσει ανάπτυξη θετικής άμεσης δοκιμασίας αντισφαιρίνης (DAGT ή δοκιμασία Coombs). Οι ασθενείς που εμφανίζουν αναιμία κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με το Zavicefta πρέπει να εξεταστούν για την πιθανότητα αιμολυτικής αναιμίας σχετιζόμενης με τη θεραπεία με Zavicefta.
-
Περιορισμός των κλινικών δεδομένωνΠληθυσμόςασθενείς με περιορισμένες επιλογές θεραπείαςΛαμβάνεται υπόψη η εμπειρία με κεφταζιντίμη ως μονοθεραπεία και σε αναλύσεις της φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής σχέσης με κεφταζιντίμη/αβιμπακτάμη για ασθενείς με περιορισμένες επιλογές θεραπείας.
-
Εύρος δράσης της κεφταζιντίμης/αβιμπακτάμηςΠρέπει να χρησιμοποιούνται επιπρόσθετοι αντιβακτηριακοί παράγοντες όταν Gram θετικοί και αναερόβιοι οργανισμοί είναι γνωστό ή υπάρχει υποψία ότι συμβάλουν στη διαδικασία της λοίμωξης.
-
Υπερβολική αύξηση μη ευαίσθητων οργανισμώνΠαρατεταμένη χρήση μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική αύξηση μη ευαίσθητων οργανισμών (π.χ. εντερόκοκκων, μυκήτων), το οποίο μπορεί να απαιτεί διακοπή της θεραπείας ή άλλα κατάλληλα μέτρα.
-
Παρεμβολές σε εργαστηριακές δοκιμασίες (ανίχνευση γλυκοζουρίας)Η κεφταζιντίμη μπορεί να παρεμβαίνει σε μεθόδους αναγωγής χαλκού (Benedict's, Fehling's, Clinitest) για την ανίχνευση της γλυκοζουρίας που οδηγεί σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Χρησιμοποιούνται δοκιμασίες για την γλυκοζουρία που βασίζονται σε ένζυμα.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΠληθυσμόςασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα ελεγχόμενη σε νάτριοΤο Zavicefta θεωρείται ότι έχει υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν χορηγείται Zavicefta σε ασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα ελεγχόμενη σε νάτριο. Η αραίωση με διαλύματα που περιέχουν νάτριο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με τη συνολική ποσότητα νατρίου από κάθε πηγή που θα χορηγηθεί στον ασθενή.
-
Κίνδυνος υπερδοσολογίαςΠληθυσμόςπαιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από τη γέννηση έως κάτω των 12 μηνώνΘα πρέπει να δοθεί προσοχή κατά τον υπολογισμό του όγκου χορήγησης της δόσης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροβενεσίδηπροσοχήΔυνατότητα μεταβολής της αποβολής της αβιμπακτάμης (αναστολή ενεργού πρόσληψης από τους μεταφορείς OAT).ΣύστασηΗ συγχορήγηση δε συνιστάται.
-
ΑμινογλυκοσίδεςπροσοχήΜπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη νεφρική λειτουργία όταν συγχορηγείται με υψηλές δόσεις κεφαλοσπορινών.
-
Ισχυρά διουρητικά (π.χ. φουροσεμίδη)προσοχήΜπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη νεφρική λειτουργία όταν συγχορηγείται με υψηλές δόσεις κεφαλοσπορινών.
-
αντένδειξηΑνταγωνιστική in vitro με την κεφταζιντίμη. Πιθανός ανταγωνισμός in vivo.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται ο συνδυασμός.
-
χωρίς προσοχήΔεν υπάρχει αλληλεπίδραση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καντιντίαση (περιλαμβανομένων Αιδοιοκολπικής καντιντίασης και Καντιντίασης του στόματος)
- Κολίτιδα από Clostridioides difficile
- Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
- Διάρροια
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Θετική άμεση δοκιμασία Coombs
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοκυττάρωση
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Λεμφοκυττάρωση
- Ουδετεροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Σύνδρομο Κούνη* (Οξύ στεφανιαίο σύνδρομο που σχετίζεται με αλλεργική αντίδραση)
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένη ουρία αίματος
- γγλουταμυλτρανσφεράση αυξημένη
- Ίκτερος
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αγγειοοίδημα
- Φαρμακευτικό Εξάνθημα με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα. (DRESS)
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)*
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
- Οξεία νεφρική βλάβη
- Θρόμβωση στη θέση έγχυσης
- Φλεβίτιδα στη θέση έγχυσης
- Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΘετική άμεση δοκιμασία CoombsΔιαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘρομβοκυττάρωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΘρόμβωση στη θέση έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
-
ΣυχνέςΚαντιντίαση (περιλαμβανομένων Αιδοιοκολπικής καντιντίασης και Καντιντίασης του στόματος)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδα στη θέση έγχυσηςΑγγειακές
-
Συχνέςγγλουταμυλτρανσφεράση αυξημένηΗπατοχολικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολίτιδα από Clostridioides difficileΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΛεμφοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία νεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΦαρμακευτικό Εξάνθημα με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα. (DRESS)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Κούνη* (Οξύ στεφανιαίο σύνδρομο που σχετίζεται με αλλεργική αντίδραση)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΨευδομεμβρανώδης κολίτιδαΓαστρεντερικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ κεφταζιντίμη/αβιμπακτάμη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν το δυνητικό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου.Μελέτες με κεφταζιντίμη σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις στην κύηση, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στην μεταγεννητική ανάπτυξη. Μελέτες με αβιμπακτάμη σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα χωρίς στοιχεία τερατογόνου επίδρασης (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΠρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/ θα αποφευχθεί η θεραπεία με κεφταζιντίμη/αβιμπακτάμη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.Η κεφταζιντίμη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν είναι γνωστό εάν η αβιμπακτάμη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΗ επίδραση της κεφταζιντίμης/αβιμπακτάμης στη γονιμότητα των ανθρώπων δεν έχει μελετηθεί.Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα από μελέτες με κεφταζιντίμη σε ζώα. Μελέτες με αβιμπακτάμη σε ζώα δεν καταδεικνύουν επιβλαβείς επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- νευρολογικές επιπλοκές
- εγκεφαλοπάθεια
- σπασμοί
- κώμα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβιοτικά για συστηματική χορήγηση, άλλοι αντιβακτηριακοί παράγοντες της κατηγορίας των βήτα-λακτάμων, κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς, κωδικός ATC: J01DD52
Μηχανισμός δράσης
Η κεφταζιντίμη αναστέλλει τη σύνθεση πεπτιδογλυκάνης του κυτταρικού τοιχώματος του βακτηρίου μετά από δέσμευση στις πρωτεΐνες δέσμευσης πενικιλλίνης (PBPs), το οποίο οδηγεί σε βακτηριακή λύση και θάνατο. Η αβιμπακτάμη είναι ένα μη β-λακταμικό αντιβιοτικό, αναστολέας της β-λακταμάσης που δρα σχηματίζοντας ομοιοπολική ένωση με το ένζυμο, η οποία είναι σταθερή στην υδρόλυση. Αναστέλλει τόσο τις β-λακταμάσες τάξης Α κατά Ambler όσο και τις τάξης C, καθώς και ορισμένα ένζυμα τάξης D, συμπεριλαμβανομένων των β-λακταμασών ευρέως φάσματος (ESBLs), των KPC και OXA-48 καρβαπενεμασών και των ενζύμων AmpC. Η αβιμπακτάμη δεν αναστέλλει τα ένζυμα τάξης Β (μεταλλο-β-λακταμάσες) και δεν μπορεί να αναστείλει πολλά ένζυμα τάξης D.
Αντοχή
Οι μηχανισμοί βακτηριακής αντοχής που μπορεί ενδεχομένως να επηρεάσουν την κεφταζιντίμη-αβιμπακτάμη περιλαμβάνουν μεταλλαγμένες ή επίκτητες PBPs, μειωμένη διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης και στα δύο συστατικά, ενεργητική εκροή και των δύο συστατικών και ένζυμα β-λακταμάσης αδρανή στην αναστολή από αβιμπακτάμη και ικανά να υδρολύουν την κεφταζιντίμη.
Αντιβακτηριακή δράση σε συνδυασμό με άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες
Δεν έχει αποδειχθεί ούτε συνεργική ούτε ανταγωνιστική δράση σε in vitro μελέτες συνδυασμού φαρμάκων με κεφταζιντίμη/αβιμπακτάμη και μετρονιδαζόλη, τομπραμυκίνη, λεβοφλοξασίνη, βανκομυκίνη, λινεζολίδη, κολιστίνη και τιγεκυκλίνη.
Όρια ευαισθησίας
Τα όρια Ελάχιστης Ανασταλτικής Συγκέντρωσης (MIC) που καθιερώθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας (EUCAST) για την κεφταζιντίμη/αβιμπακτάμη μπορούν να προβληθούν στον ακόλουθο ιστότοπο: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic-breakpoints_en.xlsx
Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις
Η αντιμικροβιακή δράση της κεφταζιντίμης έναντι ειδικών παθογόνων έχει δειχθεί ότι συσχετίζεται καλύτερα με το ποσοστό του χρόνου της συγκέντρωσης του ελεύθερου φαρμάκου πάνω από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση κεφταζιντίμης/αβιμπακτάμης κατά το διάστημα μεταξύ των δόσεων (%f T >MIC της κεφταζιντίμης/αβιμπακτάμης). Για την αβιμπακτάμη ο δείκτης PK-PD είναι το ποσοστό χρόνου της συγκέντρωσης του ελεύθερου φαρμάκου πάνω από την ουδό συγκέντρωσης κατά το διάστημα μεταξύ των δόσεων (% fT >CT).
Κλινική αποτελεσματικότητα έναντι ειδικών παθογόνων
Σε κλινικές μελέτες έχει αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα έναντι των ακόλουθων παθογόνων, οι οποίοι ήταν ευαίσθητοι στην κεφταζιντίμη-αβιμπακτάμη in vitro:
Επιπλεγμένες Ενδοκοιλιακές Λοιμώξεις Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί
- Citrobacter freundii
- Enterobacter cloacae
- Escherichia coli
- Klebsiella oxytoca
- Klebsiella pneumoniae
- Pseudomonas aeruginosa
Επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί
- Escherichia coli
- Klebsiella pneumoniae
- Proteus mirabilis
- Enterobacter cloacae
- Pseudomonas aeruginosa
Νοσοκομειακή πνευμονία, συμπεριλαμβανομένης πνευμονίας σχετιζόμενης με τον αναπνευστήρα Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί
- Enterobacter cloacae
- Escherichia coli
- Klebsiella pneumoniae
- Proteus mirabilis
- Serratia marcescens
- Pseudomonas aeruginosa
Δεν έχει αποδειχθεί κλινική αποτελεσματικότητα έναντι των ακόλουθων παθογόνων που σχετίζονται με τις εγκεκριμένες ενδείξεις, αν και μελέτες in vitro υποδηλώνουν ότι θα μπορούσαν να είναι ευαίσθητοι στην κεφταζιντίμη/αβιμπακτάμη απουσία επίκτητων μηχανισμών αντοχής:
Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί
- Citrobacter koseri
- Enterobacter aerogenes
- Morganella morganii
- Proteus vulgaris
- Providencia rettgeri
In vitro δεδομένα υποδεικνύουν ότι τα ακόλουθα είδη δεν είναι ευαίσθητα στην κεφταζιντίμη/αβιμπακτάμη.
- Staphylococcus aureus (ευαίσθητος και ανθεκτικός στην μεθικιλλίνη)
- Αναερόβιοι
- Enterococcus spp.
- Stenotrophomonas maltophilia
- Acinetobacter spp.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ηλικίας από τη γέννηση έως κάτω των 3 μηνών Το Zavicefta έχει αξιολογηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από τη γέννηση έως κάτω των 3 μηνών σε μια ανοικτής επισήμανσης, μη τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη Φάσης 2α, 2 μερών (Μέρος Α και Β) σε ασθενείς με πιθανολογούμενες ή επιβεβαιωμένες λοιμώξεις που οφείλονται σε Gram αρνητικά παθογόνα. Στο μέρος Α χρησιμοποιήθηκε μια εφάπαξ δόση για την αξιολόγηση του φαρμακοκινητικού (PK) προφίλ (πρωτεύον καταληκτικό σημείο) και την αξιολόγηση της ασφάλειας και της ανεκτικότητας (δευτερεύον καταληκτικο σημείο) της κεφταζιντίμης/αβιμπακτάμης. Στο μέρος Β χρησιμοποιήθηκαν πολλαπλές δόσεις για την αξιολόγηση της ασφάλειας και της ανεκτικότητας (πρωτεύον καταληκτικό σημείο), ενώ το PK προφίλ και η αποτελεσματικότητα ήταν δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία. Η αποτελεσματικότητα ήταν μόνο ένα περιγραφικό καταληκτικό σημείο. Τα ποσοστά κλινικής ίασης ή κλινικής βελτίωσης στο Μέρος Β ήταν 81,0% (17/21) κατά τον TOC (ITT) και 75,0% (12/16) κατά τον TOC (τροποποιημένος ΙTT). Το ποσοστό μικροβιολογικής εκρίζωσης ή πιθανολογούμενης εκρίζωσης κατά τον TOC (μικρο-ITT) ήταν 80% (8/10).
Ηλικίας 3 μηνών και άνω Το Zavicefta έχει αξιολογηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 μηνών έως < 18 ετών σε δύο μονά τυφλές, τυχαιοποιημένες, συγκριτικές κλινικές μελέτες φάσης 2, μία σε ασθενείς με cIAI και μία σε ασθενείς με cUTI. Ο κύριος σκοπός κάθε μελέτης ήταν η αξιολόγηση της ασφάλειας και της ανεκτικότητας της κεφταζιντίμης-αβιμπακτάμης (+/- μετρονιδαζόλη). Οι δευτερεύοντες σκοποί περιλάμβαναν την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής και της αποτελεσματικότητας. Η αποτελεσματικότητα ήταν ένα περιγραφικό καταληκτικό σημείο και στις δύο μελέτες. Το ποσοστό κλινικής ίασης κατά τον έλεγχο της ίασης (test of cure, TOC) [με πρόθεση θεραπείας (ITT, Intent-to-treat)] ήταν 91,8% (56/61) για το Zavicefta συγκριτικά με 95,5% (21/22) για τη μεροπενέμη σε παιδιατρικούς ασθενείς με cIAI. Το ποσοστό μικροβιολογικής εκρίζωσης κατά τον TOC (μικρο-ITT) ήταν 79,6% (43/54) για το Zavicefta συγκριτικά με 60,9% (14/23) για την κεφταζιντίμη σε παιδιατρικούς ασθενείς με cUTI.
Κατανομή
Η δέσμευση τόσο της κεφταζιντίμης όσο και της αβιμπακτάμης σε πρωτεΐνες στον άνθρωπο είναι περίπου 10% και 8%, αντίστοιχα. Οι όγκοι κατανομής της κεφταζιντίμης και της αβιμπακτάμης στη σταθεροποιημένη κατάσταση σε υγιείς ενήλικες ήταν γύρω στα 17 l και 22 l, αντίστοιχα, μετά από πολλαπλές δόσεις των 2 g/0,5 g κεφταζιντίμης/αβιμπακτάμης που εγχύθηκαν για διάστημα 2 ωρών κάθε 8 ώρες. Τόσο η κεφταζιντίμη όσο και η αβιμπακτάμη εισχωρούν στο υγρό που επικαλύπτει το βρογχικό επιθήλιο (ELF) στην ίδια έκταση με συγκεντρώσεις περίπου 30% εκείνης στο πλάσμα. Το προφίλ συγκέντρωσης χρόνου είναι παρόμοιο μεταξύ ELF και πλάσματος.
Η διείσδυση της κεφταζιντίμης στον ανέπαφο αιματοεγκεφαλικό φραγμό είναι πτωχή. Οι συγκεντρώσεις κεφταζιντίμης των 4 έως 20 mg/l ή περισσότερο επιτυγχάνονται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό όταν οι μήνιγγες φλεγμαίνουν. Η διείσδυση της αβιμπακτάμης στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό δεν έχει μελετηθεί κλινικά. Ωστόσο, σε κουνέλια με φλεγμαίνουσες μήνιγγες, η έκθεση της κεφταζιντίμης και της αβιμπακτάμης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό ήταν 43% και 38% της AUC πλάσματος, αντίστοιχα. Η κεφταζιντίμη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Βιομετασχηματισμός
Η κεφταζιντίμη δεν μεταβολίζεται. Δεν παρατηρήθηκε μεταβολισμός της αβιμπακτάμης σε παρασκευάσματα ανθρώπινου ήπατος (μικροσώματα και ηπατοκύτταρα). Αμετάβλητη αβιμπακτάμη ήταν το κύριο φαρμακευτικό συστατικό στο ανθρώπινο πλάσμα και στα ούρα μετά από χορήγηση [14C]-αβιμπακτάμης.
Αποβολή
Ο τελικός χρόνος ημιζωής (t½) τόσο της κεφταζιντίμης όσο και της αβιμπακτάμης είναι περίπου 2 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Η κεφταζιντίμη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα μέσω σπειραματικής διήθησης. Περίπου 80-90% της δόσης ανακτάται στα ούρα μέσα σε 24 ώρες. Η αβιμπακτάμη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα μέσω νεφρικής κάθαρσης κατά περίπου 158 ml/min, υποδεικνύοντας ενεργή σωληναριακή έκκριση επιπλέον της σπειραματικής διήθησης. Περίπου 97% της δόσης της αβιμπακτάμης ανακτάται στα ούρα, το 95% μέσα σε 12 ώρες. Λιγότερο από 1% της κεφταζιντίμης απεκκρίνεται μέσω της χολής και λιγότερο από το 0,25% της αβιμπακτάμης απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η φαρμακοκινητική τόσο της κεφταζιντίμης όσο και της αβιμπακτάμης είναι σχεδόν γραμμική κατά μήκος του εύρους δόσης που μελετήθηκε (0,5 g έως 2 g για την κεφταζιντίμη και 0,05 g έως 2 g για την αβιμπακτάμη) για άπαξ ενδοφλέβια χορήγηση. Δεν παρατηρήθηκε υπολογίσιμη συσσώρευση κεφταζιντίμης ή αβιμπακτάμης μετά από πολλαπλή ενδοφλέβια έγχυση των 2 g/0,5 g κεφταζιντίμης/αβιμπακτάμης που χορηγήθηκε κάθε 8 ώρες για έως και 11 ημέρες σε υγιείς ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία Η αποβολή της κεφταζιντίμης και της αβιμπακτάμης μειώνεται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Οι μέσες αυξήσεις στην AUC της αβιμπακτάμης είναι 3,8-φορές και 7-φορές σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, βλ. Δοσολογία.
Ηπατική δυσλειτουργία Ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της κεφταζιντίμης σε άτομα στα οποία χορηγήθηκαν 2 g ενδοφλέβια κάθε 8 ώρες για 5 ημέρες, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία δεν ήταν επηρεασμένη. Η φαρμακοκινητική της κεφταζιντίμης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν έχει αποδειχθεί. Η φαρμακοκινητική της αβιμπακτάμης σε ασθενείς με οποιουδήποτε βαθμού ηπατική δυσλειτουργία δεν έχει μελετηθεί. Καθώς η κεφταζιντίμη και η αβιμπακτάμη δεν φαίνεται να υπόκεινται σε σημαντικό ηπατικό μεταβολισμό, η συστηματική κάθαρση και των δύο δραστικών ουσιών δεν αναμένεται να μεταβάλλεται σημαντικά από την ηπατική δυσλειτουργία.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών) Μειωμένη κάθαρση της κεφταζιντίμης παρατηρήθηκε σε ηλικιωμένους ασθενείς, η οποία οφειλόταν κυρίως στην λόγω της ηλικίας μειωμένη νεφρική κάθαρση της κεφταζιντίμης. Η μέση ημίσεια αποβολή της κεφταζιντίμης κυμαινόταν από 3,5 έως 4 ώρες μετά από τη λήψη ενδοφλέβιας δόσης εφόδου των 2 g κάθε 12 ώρες σε ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας 80 ετών ή άνω. Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση των 500 mg αβιμπακτάμης ως 30λεπτης ενδοφλέβιας έγχυσης, οι ηλικιωμένοι είχαν πιο αργό τελικό χρόνο ημιζωής της αβιμπακτάμης, γεγονός το οποίο ίσως μπορεί να αποδοθεί στην λόγω της ηλικίας μείωση της νεφρικής κάθαρσης.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η φαρμακοκινητική της κεφταζιντίμης και της αβιμπακτάμης αξιολογήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς από 3 μηνών έως < 18 ετών με πιθανολογούμενες ή επιβεβαιωμένες λοιμώξεις μετά από εφάπαξ δόση κεφταζιντίμης 50 mg/kg και αβιμπακτάμης 12,5 mg/kg για ασθενείς βάρους < 40 kg ή Zavicefta 2 g/0,5 g (κεφταζιντίμη 2 γραμμάρια και αβιμπακτάμη 0,5 γραμμάρια) για ασθενείς βάρους ≥ 40 kg. Οι συγκεντρώσεις της κεφταζιντίμης και της αβιμπακτάμης στο πλάσμα ήταν παρόμοιες στις τέσσερις ηλικιακές κοόρτεις στη μελέτη (3 μηνών έως < 2 ετών, 2 έως< 6 ετών, 6 έως < 12 ετών και 12 έως < 18 ετών). Οι τιμές των AUC0-t και Cmax της κεφταζιντίμης και της αβιμπακτάμης στις δύο μεγαλύτερες ηλικιακά κοόρτεις (παιδιατρικοί ασθενείς από 6 έως < 18 ετών), στις οποίες έγινε πιο εκτεταμένη φαρμακοκινητική δειγματοληψία, ήταν παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν σε υγιείς ενήλικους συμμετέχοντες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που έλαβαν Zavicefta 2 g/0,5 g. Τα δεδομένα από αυτήν τη μελέτη και τις δύο παιδιατρικές μελέτες φάσης 2 σε ασθενείς με cIAI και cUTI συνενώθηκαν με τα PK δεδομένα από ενήλικες (Φάσης 1 έως φάσης 3) για την επικαιροποίησητου πληθυσμιακού PK μοντέλου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε στη διεξαγωγή προσομοιώσεων για την αξιολόγηση της επίτευξης του PK/PD στόχου. Τα αποτελέσματα από αυτές τις προσομοιώσεις κατέδειξαν ότι τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα για παιδιατρικούς ασθενείς με cIAI, cUTI και HAP/VAP, συμπεριλαμβανομένων των προσαρμογών της δόσης για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, προκαλούν συστημική έκθεση και τιμές επίτευξης PK/PD στόχου που είναι παρόμοιες με αυτές των ενηλίκων στην εγκεκριμένη δόση Zavicefta των 2 g/0,5 g χορηγούμενων σε διάστημα 2 ωρών, κάθε 8 ώρες. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη χρήση της κεφταζιντίμης σε συνδυασμό με αβιμπακτάμη σε παιδιατρικές ομάδες 3 μηνών έως< 6 μηνών. Τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα βασίζονται σε προσομοιώσεις που πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση των τελικών πληθυσμιακών PK μοντέλων. Οι προσομοιώσεις κατέδειξαν ότι τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα προκαλούν συγκρίσιμες εκθέσεις με αυτές άλλων ηλικιακών ομάδων, με επίτευξη PK/PD στόχου > 90%. Με βάση τα δεδομένα από τις ολοκληρωμένες παιδιατρικές κλινικές δοκιμές, στα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα, δεν υπήρχαν αποδείξεις υπερ- ή υπό-έκθεσης στους συμμετέχοντες ηλικίας 3 μηνών έως < 6 μηνών. Επιπλέον, υπάρχουν πολύ περιορισμένα δεδομένα σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 μηνών έως < 2 ετών με νεφρική δυσλειτουργία (CrCL ≤ 50 ml/min/1,73 m2), ενώ δεν υπάρχουν καθόλου δεδομένα για νεφρική δυσλειτουργία βαριάς μορφής από τις ολοκληρωμένες παιδιατρικές κλινικές δοκιμές. Τα πληθυσμιακά PK μοντέλα για την κεφταζιντίμη και την αβιμπακτάμη χρησιμοποιήθηκαν για τη διεξαγωγή προσομοιώσεων για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της κεφταζιντίμης και της αβιμπακτάμης αξιολογήθηκε σε 45 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από τη γέννηση έως κάτω των 3 μηνών με πιθανολογούμενες ή επιβεβαιωμένες λοιμώξεις μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις κεφταζιντίμης 20 mg/kg και αβιμπακτάμης 5 mg/kg για ασθενείς ηλικίας από τη γέννηση έως 28 ημερών (συμπεριλαμβανομένων των πρόωρων νεογνών) ή κεφταζιντίμης 30 mg/kg και αβιμπακτάμης 7,5 mg/kg για ασθενείς ηλικίας ενός μηνός έως κάτω των 3 μηνών. Οι συγκεντρώσεις της κεφταζιντίμης και της αβιμπακτάμης στο πλάσμα ήταν παρόμοιες σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Τα δεδομένα αυτής της μελέτης χρησιμοποιήθηκαν για την επικαιροποίηση του προηγούμενου πληθυσμιακού PK μοντέλου και τη διενέργεια προσομοιώσεων για την αξιολόγηση της επίτευξης του στόχου PK/PD. Οι προσομοιώσεις αυτές κατέδειξαν ότι τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα για τα τελειόμηνα νεογνά (ηλικία κύησης [GA] ≥ 37 εβδομάδες), τα πρόωρα νεογνά (GA > 26 εβδομάδες έως < 31 εβδομάδες και GA 31 έως < 37 εβδομάδες) και τα βρέφη ηλικίας 28 ημερών έως < 3 μηνών οδηγούν σε συστηματική έκθεση και τιμές επίτευξης στόχου PK/PD που είναι παρόμοιες με εκείνες των ενηλίκων στην εγκεκριμένη δόση του Zavicefta των 2 g/0,5 g χορηγούμενη σε διάρκεια 2 ωρών, κάθε 8 ώρες. Δεν υπάρχουν δεδομένα για πρόωρα βρέφη GA κάτω των 31 εβδομάδων από τις ολοκληρωμένες παιδιατρικές κλινικές δοκιμές και οι συστάσεις για τη δόση σε αυτή την ηλικιακή ομάδα βασίζονται αποκλειστικά σε μοντέλο φαρμακοκινητικής.
Γένος και φυλή Η φαρμακοκινητική της κεφταζιντίμης/αβιμπακτάμης δεν επηρεάζεται σημαντικά από το γένος ή τη φυλή.
Κατανομή Η δέσμευση τόσο της κεφταζιντίμης όσο και της αβιμπακτάμης σε πρωτεΐνες στον άνθρωπο είναι περίπου 10% και 8%, αντίστοιχα. Οι όγκοι κατανομής της κεφταζιντίμης και της αβιμπακτάμης στη σταθεροποιημένη κατάσταση σε υγιείς ενήλικες ήταν γύρω στα…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) | water_dropΝεφρική λειτουργία | Στενή παρακολούθηση | Νεφρική δυσλειτουργία |
| Αιμολυτική αναιμία | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Αναιμία κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με Zavicefta |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Δερματολογικός έλεγχος | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | Στενή παρακολούθηση | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ημισυνθετικό, ευρέος φάσματος αντιβακτηριακό, παράγωγο της κεφαλοριδίνης, που χρησιμοποιείται ειδικά για λοιμώξεις από Pseudomonas και άλλα gram-αρνητικά βακτήρια σε εξασθενημένους ασθενείς.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία ασθενών με λοιμώξεις που προκαλούνται από ευαίσθητα στελέχη οργανισμών στις ακόλουθες νόσους: λοιμώξεις κατώτερου αναπνευστικού συστήματος, λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων, λοιμώξεις ουροποιητικού συστήματος, βακτηριακή σηψαιμία, λοιμώξεις οστών και αρθρώσεων, γυναικολογικές λοιμώξεις, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης της περιτονίτιδας) και λοιμώξεις κεντρικού νευρικού συστήματος (συμπεριλαμβανομένης της μηνιγγίτιδας).
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η κεφταζιδίμη είναι ένα ημισυνθετικό, ευρέος φάσματος, αντιβιοτικό β-λακτάμης για παρεντερική χορήγηση. Η κεφταζιδίμη είναι βακτηριοκτόνος, ασκώντας την επίδρασή της με την αναστολή ενζύμων που είναι υπεύθυνα για τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος, κυρίως της πενικιλλινο-δεσμευτικής πρωτεΐνης 3 (PBP3). Ένα ευρύ φάσμα gram-αρνητικών οργανισμών είναι ευαίσθητο στην κεφταζιδίμη in vitro, συμπεριλαμβανομένων στελεχών ανθεκτικών στη γενταμικίνη και σε άλλες αμινογλυκοσίδες. Επιπλέον, η κεφταζιδίμη έχει αποδειχθεί δραστική έναντι gram-θετικών οργανισμών. Είναι ιδιαίτερα σταθερή στις περισσότερες κλινικά σημαντικές β-λακταμάσες, πλασμιδιακές ή χρωμοσωμικές, που παράγονται τόσο από gram-αρνητικούς όσο και από gram-θετικούς οργανισμούς και, κατά συνέπεια, είναι δραστική έναντι πολλών στελεχών ανθεκτικών στην αμπικιλλίνη και σε άλλες κεφαλοσπορίνες. Η κεφταζιδίμη έχει δραστηριότητα έναντι των gram-αρνητικών οργανισμών Pseudomonas και Enterobacteriaceae. Η δραστηριότητά της έναντι της Pseudomonas αποτελεί διακριτικό χαρακτηριστικό της κεφταζιδίμης μεταξύ των κεφαλοσπορινών.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η βακτηριοκτόνος δράση της κεφταζιδίμης προκύπτει από την αναστολή της σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος μέσω συγγένειας με τις πενικιλλινο-δεσμευτικές πρωτεΐνες (PBPs).
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της κεφταζιδίμης είναι ευθέως ανάλογη του μεγέθους της δόσης.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Χρόνος ημίσειας ζωής, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, είναι περίπου 1.9 ώρες. Καθώς η κεφταζιδίμη απεκκρίνεται σχεδόν αποκλειστικά από τους νεφρούς, ο χρόνος ημίσειας ζωής της στο πλάσμα παρατείνεται σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σ δέσμευση
< 10%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Η απέκκριση της κεφταζιδίμης από τους νεφρούς οδήγησε σε υψηλές θεραπευτικές συγκεντρώσεις στα ούρα.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 115 mL/min
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Υπερδοσολογία κεφταζιδίμης έχει συμβεί σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Οι αντιδράσεις περιλάμβαναν επιληπτική δραστηριότητα, εγκεφαλοπάθεια, ασθηκτικό αστεριξισμό, νευρομυϊκή ευερεθιστότητα και κώμα.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η σεφταζιδίμη είναι ένα ημισυνθετικό, ευρέος φάσματος, αντιβιοτικό κεφαλοσπορίνης τρίτης γενιάς που είναι βακτηριοκτόνο μέσω της αναστολής ενζύμων υπεύθυνων για τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος, κυρίως της πενικιλλινο-δεσμευτικής πρωτεΐνης 3 (PBP3). Μεταξύ των κεφαλοσπορινών, η σεφταζιδίμη είναι αξιοσημείωτη για την αντοχή της σε πολυάριθμες β-λακταμάσες και το ευρύ φάσμα δραστηριότητάς της έναντι Gram-αρνητικών βακτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του Pseudomonas aeruginosa. Ωστόσο, είναι λιγότερο δραστική από τις κεφαλοσπορίνες πρώτης και δεύτερης γενιάς έναντι του Staphylococcus aureus και άλλων Gram-θετικών βακτηρίων, ενώ έχει επίσης χαμηλή δραστηριότητα έναντι αναερόβιων. Η σεφταζιδίμη έχει επιβεβαιωμένη δραστηριότητα έναντι κλινικά σημαντικών Gram-αρνητικών βακτηρίων, όπως Citrobacter spp., Enterobacter spp., Klebsiella spp., Proteus spp., _Serratia spp., Escherichia coli, Haemophilus influenzae, Neisseria meningitidis, Pseudomonas aeruginosa, και ορισμένων Gram-θετικών βακτηρίων, όπως Staphylococcus spp. και Streptococcus spp. Υπάρχουν επίσης in vitro δεδομένα για την αποτελεσματικότητα της σεφταζιδίμης έναντι ποικίλων άλλων βακτηρίων, όπως Acinetobacter baumannii και Neisseria gonorrhoeae, αλλά χωρίς σαφείς κλινικές μελέτες που να υποστηρίζουν τη χρήση της σεφταζιδίμης για λοιμώξεις που προκαλούνται από αυτά τα βακτήρια.
Αν και τα β-λακταμικά αντιβιοτικά όπως η σεφταζιδίμη γενικά καλά ανεκτά, παραμένει ο κίνδυνος σοβαρών οξέων αντιδράσεων υπερευαισθησίας, ο οποίος είναι υψηλότερος σε ασθενείς με γνωστή αλλεργία στη σεφταζιδίμη ή σε οποιοδήποτε άλλο β-λακταμικό αντιβιοτικό. Όπως συμβαίνει με όλα τα αντιβιοτικά, η σεφταζιδίμη μπορεί να οδηγήσει στην υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών και σε δυνητικά σοβαρές επιπτώσεις, όπως διάρροια που σχετίζεται με Clostridium difficile (CDAD). Η CDAD πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που αναπτύσσουν διάρροια και, σε επιβεβαιωμένες περιπτώσεις, η υποστηρικτική φροντίδα να ξεκινά άμεσα.
Η σεφταζιδίμη απεκκρίνεται κυρίως νεφρικά, με αποτέλεσμα να μπορεί να εμφανιστούν υψηλές και παρατεταμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, οδηγώντας σε σπασμούς, μη επιληπτικό status epilepticus (NCSE), εγκεφαλοπάθεια, κώμα, asterixis, νευρομυϊκή ευερεθιστότητα και μυοκλονία.
Η θεραπεία μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη ή πρόκληση αντίστασης με κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο περιοδικός έλεγχος ευαισθησίας, και η αποτυχία μονοθεραπείας μπορεί να απαιτήσει την προσθήκη άλλου αντιβιοτικού, όπως αμινογλυκοσίδη.
Η χρήση κεφαλοσπορινών μπορεί να μειώσει την προθρομβινική δραστηριότητα, η οποία μπορεί να βελτιωθεί με εξωγενή βιταμίνη Κ. Η ακούσια ενδοαρτηριακή χορήγηση σεφταζιδίμης μπορεί να οδηγήσει σε περιφερική νέκρωση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το βακτηριακό κυτταρικό τοίχωμα, το οποίο βρίσκεται στην περιφέρεια των Gram-θετικών βακτηρίων και εντός του περιπλάσματος των Gram-αρνητικών βακτηρίων, αποτελείται από ένα γλυκοπεπτιδικό πολυμερές που συντίθεται μέσω διασταύρωσης γλυκανών με πεπτιδικούς μίσχους σε εναλλασσόμενα σάκχαρα, γνωστό κοινώς ως πεπτιδογλυκάνη. Ο σχηματισμός, η ανακύκλωση και η αναδιαμόρφωση του κυτταρικού τοιχώματος απαιτούν πολυάριθμα ένζυμα, συμπεριλαμβανομένης μιας οικογένειας ενζύμων με παρόμοια χαρακτηριστικά ενεργού θέσης παρά τις διακριτές και μερικές φορές επικαλυπτόμενες ρόλους ως καρβοξυπεπτιδάσες, ενδοπεπτιδάσες, τρανσπεπτιδάσες και τρανσγλυκοσιλάσες, γνωστές ως “πενικιλλινο-δεσμευτικές πρωτεΐνες” (PBPs). Ο αριθμός των PBPs διαφέρει μεταξύ των βακτηρίων, όπου ορισμένες θεωρούνται απαραίτητες και άλλες πλεονάζουσες. Γενικά, η αναστολή μίας ή περισσοτέρων απαραίτητων PBPs οδηγεί σε διαταραχή της ομοιόστασης του κυτταρικού τοιχώματος, απώλεια της κυτταρικής ακεραιότητας, και είναι τελικά βακτηριοκτόνο.
Η σεφταζιδίμη είναι μια ημισυνθετική κεφαλοσπορίνη τρίτης γενιάς με ευρεία δραστηριότητα έναντι πολυάριθμων Gram-αρνητικών και ορισμένων Gram-θετικών βακτηρίων. Όπως και άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικά, η σεφταζιδίμη επιδεικνύει τη βακτηριοκτόνο δράση της κυρίως μέσω άμεσης αναστολής συγκεκριμένων PBPs σε ευαίσθητα βακτήρια. In vitro πειράματα σε Gram-αρνητικά βακτήρια, όπως Escherichia coli, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter baumannii, και Klebsiella pneumoniae, υποδηλώνουν ότι η σεφταζιδίμη δεσμεύεται κυρίως στην PBP3, με ασθενέστερη δέσμευση στις PBP1a/1b και PBP2. Παρόλο που η δέσμευση σε άλλες PBPs, όπως η PBP4, είναι ανιχνεύσιμη, οι συγκεντρώσεις που απαιτούνται είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές που επιτυγχάνονται κλινικά. Ομοίως, η σεφταζιδίμη έδειξε δέσμευση στις PBP 1, 2 και 3 του Staphylococcus aureus με πολύ χαμηλότερη συγγένεια για την PBP4. Πρόσφατα δεδομένα για το Mycobacterium abscessus υποδηλώνουν ότι η σεφταζιδίμη μπορεί να αναστέλλει τις PonA1, PonA2 και PbpA σε ενδιάμεσες συγκεντρώσεις.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ενδοφλέβια χορήγηση της σεφταζιδίμης σε υγιείς άνδρες παρήγαγε μέσες τιμές Cmax μεταξύ 42 και 170 μg/mL για δόσεις από 500 mg έως 2 g, και αυτές επιτυγχάνονται αμέσως μετά το τέλος της έγχυσης. Η Cmax για 1 g σεφταζιδίμης που χορηγήθηκε ενδομυϊκά επιτυγχάνεται περίπου μία ώρα μετά την ένεση και κυμαίνεται μεταξύ 37 και 43 mg/L. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 500 mg και 1 g σεφταζιδίμης, η συγκέντρωση στο πλάσμα παρέμεινε πάνω από 4 μg/mL για έξι και οκτώ ώρες, αντίστοιχα.
Η Cmax και η AUC της σεφταζιδίμης παρουσιάζουν γραμμική αναλογικότητα προς τη δόση εντός του θεραπευτικού εύρους. Σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η σεφταζιδίμη που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως κάθε οκτώ ώρες για 10 ημέρες, είτε σε δόσεις 1 g είτε 2 g, δεν έδειξε συσσώρευση.
Περίπου 80% έως 90% μιας ενδομυϊκής ή ενδοφλέβιας δόσης σεφταζιδίμης απεκκρίνεται αμετάβλητη από τους νεφρούς σε διάστημα 24 ωρών. Όταν χορηγείται ενδοφλεβίως, το 50% της δόσης εμφανίζεται στα ούρα εντός δύο ωρών, με επιπλέον 32% της δόσης να εμφανίζεται εντός οκτώ ωρών μετά τη χορήγηση.
Η σεφταζιδίμη έχει όγκο κατανομής 15-20 L.
Η μέση νεφρική κάθαρση της σεφταζιδίμης σε υγιή άτομα κυμαίνεται από 72 έως 141 mL/min, ενώ η υπολογισμένη κάθαρση του πλάσματος είναι περίπου 115 mL/min.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η δέσμευση της σεφταζιδίμης στις πρωτεΐνες του πλάσματος κυμαίνεται από 5-22,8% (τυπικά λιγότερο από 10%) και είναι ανεξάρτητη της συγκέντρωσης. Η σεφταζιδίμη έχει αποδειχθεί ότι δεσμεύεται στην ανθρώπινη λευκωματίνη του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η σεφταζιδίμη δεν μεταβολίζεται σημαντικά.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η σεφταζιδίμη έχει χρόνο ημίσειας ζωής απέκκρισης 1,5-2,8 ώρες σε υγιή άτομα. Καθώς η σεφταζιδίμη απεκκρίνεται κυρίως νεφρικά, ο χρόνος ημίσειας ζωής της παρατείνεται σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 12 mL/min, ο χρόνος ημίσειας ζωής παρατείνεται σε 14 έως 30 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που είναι δομικά παρόμοιοι με άλλες ΚΕΦΑΛΟΣΠΟΡΙΝΕΣ αλλά έχουν ευρύτερο φάσμα δραστηριότητας έναντι βακτηρίων από τις κεφαλοσπορίνες πρώτης και δεύτερης γενιάς. Αυτοί οι παράγοντες καλύπτουν πιο ανθεκτικά STREPTOCOCCUS, STAPHYLOCOCCUS, Gram-θετικά αναερόβια, και πιο ανθεκτικά στελέχη HAEMOPHILUS, NEISSERIA, PROTEUS, ESCHERICHIA COLI, και KLEBSIELLA (HNPEK).
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογίας
DZR1ENT301
CEFTAZIDIME ANHYDROUS
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιβιοτικό Κεφαλοσπορίνης
Χημική Δομή [CS] - Κεφαλοσπορίνες
Η άνυδρη σεφταζιδίμη είναι ένα αντιβιοτικό κεφαλοσπορίνης.
CEFTAZIDIME
Κεφαλοσπορίνες [CS]; Αντιβιοτικό Κεφαλοσπορίνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Παράγοντες που είναι δομικά παρόμοιοι με άλλες ΚΕΦΑΛΟΣΠΟΡΙΝΕΣ αλλά έχουν ευρύτερο φάσμα δραστηριότητας έναντι βακτηρίων από τις κεφαλοσπορίνες πρώτης και δεύτερης γενιάς. Αυτοί οι παράγοντες καλύπτουν πιο ανθεκτικά STREPTOCOCCUS, STAPHYLOCOCCUS, Gram-θετικά αναερόβια, και πιο ανθεκτικά στελέχη HAEMOPHILUS, NEISSERIA, PROTEUS, ESCHERICHIA COLI, και KLEBSIELLA (HNPEK).